Του Παναγιώτη Αντωνόπουλου
Σκληρό το νύχι της αριστείας, στο πετσί μου το ‘νιωσα σε πίσω καιρούς. Ήταν τότε που σπούδαζα στο παιδαγωγικό και είχαμε κάμποσους << θεοφιλείς καίσαρες κοσμιωτάτους >>, << άριστους Σαδδουκαίους >> και << επίλεκτους πραιτωριανούς >> σπουδαστές, όλοι τους ταγμένοι να υπηρετούν το καθηγητικό φακλαναριό και να καταδίδουν εμάς τους υπόλοιπους ως αντιφρονούντες, αμοραλιστές και ιζήματα λασπερής μάζας.
Η μνήμη μου ξεθωριασμένη θυμάται, δυστυχώς θυμάται, μια τέτοια θεραπαινίδα της αριστείας, που το βίο μας έκανε αβίωτο και είχε ως πασαρέλα το γραφείο του διευθυντή. Με άνθη του γέμιζε το βάζο, με ροδοπέταλα στόλιζε το σαλόνι και τη βιβλιοθήκη. Την είχε δεξί του χέρι, τις εντολές του εκτελούσε, βιβλία, σημειώσεις, ανακοινώσεις, σχόλια και επιπλήξεις μας τα ‘φερνε στην τάξη, σαν δικοτυλήδονη ανεμώνη στον άνεμο μας τα έδινε και μας τα ανακοίνωνε.