Τετάρτη 27 Οκτωβρίου 2021

Διήγημα

 

                                   Παναγιώτης Αντωνόπουλος

 

    μοναξιά στοκ εικόνες. εικόνα από dreaming - 84235070

                                 Ώρες τρόμου στην πόλη                                                     

              Ο ιδρώτας ανάβλυζε από το πρόσωπο του υποψήφιου δημάρχου και οι παγωμένες σταγόνες  κυλούσαν ασταμάτητα στα μάτια  και στα μάγουλά του, όση ώρα μιλούσε στους ελάχιστους και αδιάφορους ψηφοφόρους του.  Έχοντας δε κι ένα κακοποιημένο με αμυχές και μώλωπες πρόσωπο από κάποιο προφανώς βίαιο σπρώξιμο, μιλούσε ακατάπαυστα, ενώ τα κοντά του πόδια ως το μέρος των γοφών, έτρεμαν που και που, ελαφρά σηκωμένα.

          Την προηγούμενη μέρα η τοπική εφημερίδα είχε δημοσιεύσει το σκίτσο του, που προκάλεσε τρομερή εντύπωση και σχολιάστηκε ποικιλοτρόπως από την κοινή γνώμη με κάποιο αίσθημα χαράς και χιούμορ. Το σκίτσο  έδειχνε ένα είδος ουραγκοτάγκου με γιγαντιαίο ανάστημα, εκπληκτική ύπουλη ματιά και τρομακτική αγριότητα στις μιμητικές του κινήσεις.          Ένα άλλο επίσης ευρείας κυκλοφορίας έντυπο με τίτλο << Η ώρα του πολίτη >> δημοσίευσε εκτεταμένο άρθρο για τη σχέση του υποψήφιου δημάρχου με το εργασιακό καθεστώς της εταιρείας << ΑΜΙΣΩ >> όπου φαινόταν όχι μόνο να ελέγχει το είκοσι τοις εκατό του κεφαλαίου αλλά να είναι και ο κύριος υπεύθυνος για τη χρόνια δηλητηρίαση από τον αμίαντο στους εργαζομένους και στους πολίτες από τη χρήση των αμιαντοσωλήνων της ύδρευσης. Το πρώτο σύμπτωμα της δηλητηρίασης παρουσιάστηκε λίγους μήνες από τη λειτουργία του εργοστασίου και σύμφωνα με τους υπεύθυνους της υγειονομικής επιτροπής, εκδηλωνόταν με την εμφάνιση βασεοφίλου στίξης στα ερυθροκύτταρά τους και ερεθισμό στην στοματική κοιλότητα. Γρήγορα όμως εξελισσόταν σε πεπτική διαταραχή με δυνατούς κωλικούς πόνους, ερεθισμούς στους μυς και ενοχλήσεις στις αρθρώσεις, παράλυση με μυϊκή ατροφία στα άνω και κάτω άκρα, παραλήρημα, σπασμούς, νεφρίτιδα και κώμα. Με τον καιρό αποδόθηκαν και κάποιοι ύποπτοι θάνατοι εξαιτίας της χρόνιας δηλητηρίασης από τον αμίαντο, αλλά  η επιχείρηση του μετάλλου, εξακολουθούσε να λειτουργεί και ο μέτοχός της να ζητά  την ψήφο των αδικημένων.

          Αυτές τις ατέλειωτες ώρες τρόμου που περνούσε η πόλη, εξαιτίας της σκληρής βαναυσότητας που έδειχνε το εργοστασιακό κατεστημένο του υποψήφιου, εκδήλωνε με την αγωνία ζωγραφισμένη στα πρόσωπά της και μια μικρή ομάδα πολιτών, που με τις διαμαρτυρίες τους ξεπερνούσαν τα ανθρώπινα όρια αντοχής, αγγίζοντας εκείνα της υστερίας και του παροξυσμού. Αυτή η ομάδα που έμοιαζε σαν στραγγαλισμένη, στεκόταν στην άκρη της μικρής βρώμικης παρόδου που συναντούσε την πλατεία και διαδήλωνε ως εξής: Κρατούσαν ένα μεγάλο πανό  με ζωγραφισμένο στην επιφάνειά του ένα λαμπερό φίδι που σύροντας το σώμα του μέσα από μαραμένα και σάπια λουλούδια, καταβρόχθιζε ένα αγόρι, στέλνοντάς το  στα ανήλιαγα βασίλεια του Άδη. Από κάτω μια μεγάλη λίμνη από αίμα μέσα σε πυκνή ατμόσφαιρα καπνού και σίδερου εξακόντιζε στο γύρω ασθενές δάσος εντυπωσιακές σταγόνες κόκκινου αίματος, όπου τα αιωρούμενα σωματίδια μεταμορφωμένα σε θανατηφόρους ιούς αμιάντου, έσπερναν ανελέητα σε χιλιάδες τερατόμορφα ζώα το θάνατο.

          Το επόμενο βήμα διαμαρτυρίας αυτών των απελπισμένων ήταν πολύ ρηξικέλευθο και πονούσε σαν καρφί στο σώμα. Γύρω στα εφτά μέτρα πιο πέρα από το σημείο που μιλούσε ο υποψήφιος, άφησαν ένα σιδερένιο κλουβί που μέσα του είχαν φυλακίσει ένα ανθρώπινο σκιάχτρο. Ήθελαν έτσι μ’ αυτό τον τρόπο να θυμίσουν τα θύματα που γίνονταν αγνώριστα μετά την προσβολή τους από το μικρόβιο της βαστεοφίλου στίξης που οφειλόταν στην μόλυνσή τους από τον αμίαντο.

          << Ε, λοιπόν >>, είπε μετά από μια μικρή παύση ο υποψήφιος σαν είδε το σκιάχτρο με το κλουβί, μπροστά του, << θα σας πω τώρα για όλα εκείνα τα καλά που θα σας κάνω σαν πάρω το χρίσμα του δημάρχου  που αγνόησαν οι προηγούμενοι >>. Καθώς όμως μιλούσε κι αναφερόταν σε όλα αυτά τα υποτιθέμενα καλά που θα τους έκανε, ξαφνικά σημειώθηκε μια τρομερή αλλαγή στην όψη του, που, στη θέα της, οι παρευρισκόμενοι ακροατές ένιωσαν φρίκη που τους ανάγκασε να αποτραβηχτούν λίγα μέτρα πιο πίσω κι  έντρομοι να εκφραστούν με ακατάληπτα και κακόηχα επιφωνήματα.  Και τούτο γιατί είχε την όψη άρρωστου με  τα μάτια του γυρισμένα προς τα πάνω και τις κόρες του, ξεθωριασμένες κι ακίνητες. Το πρόσωπό του χλομό με σκούρες αποχρώσεις γύρω από τα χείλη και το μέτωπο λευκό σαν το χαρτί. Οι έντονες στρογγυλές κηλίδες που του αυλάκωναν τα μάγουλα και μεγάλωναν όσο περνούσε η ώρα, τον έκαναν αποκρουστικό και με τον ασυνήθιστο φόβο που απλωνόταν στην έκφρασή του, έδειχναν πως χρειαζόταν βοήθεια στην προσπάθειά του να κρατηθεί και να παραμείνει στη θέση του.

           Έτσι μέσα σε αυτή την παρατεταμένη αγωνία και μέσα στο θόρυβο από τις φωνές των ακροατών  που είχαν μεταβληθεί σ’ ένα συγκεχυμένο συνονθύλευμα ιεροεξεταστών, κάποιος είπε με χιούμορ : << Η περιφρόνησή του για το ανθρώπινο μαρτύριο τον έκανε έτσι! Μας μιλά με νεκρική έκφραση και μας λέει ψέματα. Τίποτα δε θα ακολουθήσει απ’ όσα λέει. Ιδού και η τιμωρία του για τα σκούρα παραπετάσματα που καλύπτουν την αλήθεια των λόγων του >>  και με μια πύρινη ματιά που τον κοίταξε  έδειξε το αβυσσαλέο μίσος του.

          Ο υποψήφιος ωστόσο έδειξε να συνέρχεται από αυτή την ασυνήθιστη νευρική μεταμόρφωση που οφειλόταν σε ψυχοσωματική διαταραχή και με μια ζωηρή τώρα και οξύθυμη συμπεριφορά, άρχισε να ξαναμιλά με ιδιαίτερη έμφαση και ζωντάνια, επιδιώκοντας να τους πείσει με τη διαρκή και ψεύτικη φαντασμαγορία των λόγων του. Πέντε λεπτά όμως αργότερα αυτό που είδε στη μικρή και στενή πάροδο που οδηγούσε στη συνοικία των εξαθλιωμένων πολιτών,  έκανε  το αίμα του να τρέξει σαν χείμαρρος στην καρδιά του και να χάσει για λίγο τις αισθήσεις του.

          Με πόδια σηκωμένα  εκεί, ένα ψοφίμι πεταμένο στην άκρη του καλντεριμιού, σκορπούσε τη δύσοσμη οσμή του που έβγαινε από τη σάπια κοιλιά του και τα αποσυνθεμένα μέλη του. Πολλές μέρες εκεί ξαπλωμένο νωχελικά και κυνικά μπρος από τα σπίτια και τα μάτια των ανθρώπων, αψηφούσε το κακό που τους έκανε και τους χάριζε αρρώστιες, λιγοθυμιές και θανατηφόρα μικρόβια. Ο   ήλιος   είχε  κάνει τούτο το ψοφίμι τόπο και φωλιά για τα φοβερά έντομα κι ερπετά που έτρεχαν στα λασπόνερά του να τυλιχθούν με τις κουρελιασμένες σάρκες του που ξεκόλλαγαν από το βρωμερό  κορμί του. Και κολλημένα πια στη σάπια του κοιλιά, μύγες, κουνούπια στρατιές των σκουληκιών και ιοβόλα μικρόβια, ανεβοκατέβαιναν σαν σπίθες φωτεινές στο στόμα του φουσκωμένου ψοφιμιού που  σκορπούσε τη φρίκη σε χιλιάδες γύρω του ζωές.

          << Θα πρέπει να σας πω, πως τούτο το απαίσιο ψοφίμι που τόσα δεινά σας κουβαλά, κι  ασάλευτο όλο βρώμα και θυμό την πόλη μας, τυλίγει, θα το αποτελειώσω μια και καλή σαν δήμαρχος, χριστώ ! >> τους είπε με παρακαλεστή φωνή που ακούστηκε άγρια και σφυριχτή σαν απρόσμενου αγέρα ριπή. << Έτσι που η πόλη καθαρή χωρίς τη σαπίλα τη φριχτή θα παραδοθεί στη μοίρα της με χάρη που τη θέλει αξιοπρεπή θυγατέρα προσφιλή της τελειότητας του κάλλους >> πρόσθεσε ενώ ένιωσε την καρδιά του να την τρώει κάποιο σκουλήκι βρωμερό, όμοιο μ’  εκείνο  του αποσυνθεμένου ψοφιμιού !

          Κανείς όμως απ’ αυτούς που τον άκουγαν δεν πήρε τα λόγια του σοβαρά και πολλοί μουρμούρισαν πως ξεστόμισε λόγια  υβριστικά κι άνοστα. Και καθώς ο αέρας έπνιγε την ατμόσφαιρα με την απαίσια οσμή του ψοφιμιού, πολλοί ήταν εκείνοι που σκέφτηκαν ν’  απαλλαγούν από την τρομοκρατία και των δυο, ομιλητή και ψοφιμιού και να φύγουν. Και το έκαναν με τη σκέψη τους πως ότι είπε και είδαν ήταν προάγγελοι κακών στην πόλη.

         

 

 

                                     

 

                                                = = = 

 

 

 

 

          Ε, λοιπόν, τα πράγματα γι’ αυτόν τον ονειροπόλο κι αφηρημένο άνθρωπο ήρθαν την επομένη των εκλογών όπως τα ήθελε. Εκλέχθηκε δήμαρχος παρά τον εκνευρισμό των πολιτών κι άρχισε με τα σημάδια της απληστίας και της αλαζονείας να εκφράζει την ταραγμένη του  ψυχή! Έτσι με το μάτι του γυρισμένο προς τα πάνω, τα βλέφαρά του να τρεμοπαίζουν σαν τρελά και την ακαμψία του προσώπου του να τον δείχνει ασθενή που ψυχομαχεί, διάβασε τα θέματα της συζήτησης στην πρώτη του κιόλας συνεδρίαση του δημοτικού συμβουλίου με εξασθενημένη φωνή και τους κάλεσε να δώσουν ιδιαίτερη σημασία στο επείγον θέμα << εκχώρηση άδειας λειτουργίας σε θυγατρική  της εταιρείας << ΑΜΙΣΩ >> στα νότια της πόλης για την παρασκευή ακετυλενίου και την εφαρμογή του στη βιομηχανία για την παραγωγή πλαστικών σωλήνων >>.

          Και με ύφος σουλτάνου μεγαλοπρεπή, συνέχισε με κυνικότητα κι αυταρχισμό :

          << Θα πάρουμε όλα τα αναγκαία μέτρα που θα προστατέψουν τους πολίτες, ώστε να μηδενίσουμε τις επιβλαβείς συνέπειες,       που τυχόν θα παρουσιάζονταν κατά το γνωστό στάδιο της πυρόλυσης. Κι όσο για τα εκρηκτικά μίγματα που θα χρειαστούν να αναφλεγούν για τη διατήρηση και δημιουργία της οξυακετυλενικής φλόγας κατά τη συγκόλληση μετάλλων και κοπής αυτών, να είσαστε σίγουροι πως πρώτα μας ενδιαφέρει η υγεία και η ασφάλεια των πολιτών μας και μετά η παρασκευή συνθετικών ελαστικών >>. Ωστόσο δεν μπόρεσε να κρύψει τη δυσαρέσκειά του για κάποιον της αντιπολίτευσης που όση ώρα μιλούσε, σήκωνε επίμονα το χέρι του και ζητούσε το λόγο να μιλήσει. Έτσι στο τέλος της μικρής του εισήγησης, του έδωσε το λόγο.

          Κι εκείνος αποκαλύπτοντας μια σκληρή  γλώσσα του είπε με ασυνήθιστη επιθετικότητα, που άφηνε έντονες στρογγυλές κηλίδες στα ρουφηγμένα του μάγουλα : << Το ψοφίμι είναι ακόμη εκεί, και, βρωμίζει  την πόλη με τις μύγες να βουίζουν μαζί με τις στρατιές των σκουληκιών στο φριχτό του σκέλεθρο. Κι όμως στα λόγια σου  τίποτα δεν ακούσαμε που να μας χαροποιεί πως θα απαλλαγούμε απ’  αυτό >>. Και ύστερα όλο θυμό σαν το ψοφίμι σκέφτηκε το απαίσιο να βρωμίζει το κορμί και την ψυχή της πόλης, του φώναξε με άγρια φωνή σαν ριπή ανέμου : << Είχες πει, πως σαν έπαιρνες την εκλογή το φριχτό τούτο σκέλεθρο της δυσοσμίας θα πετούσες ! Τώρα τι σε κάνει να μασάς τα λόγια σου και να το αρνείσαι ; >>

          Κάτω από την πίεση αυτής της μαρτυρίας ο δήμαρχος τον κοίταξε με οργή που σφηνώθηκε σαν τσεκούρι στο κρανίο του. Με τον ίδιο τρόπο κοίταξε και τους άλλους και τους είπε με μια χλομή λάμψη στα μάτια:  << Σας λέω, λοιπόν πως οι αισθήσεις και μνήμη μου είναι οξύτατες και πως θυμάμαι καλά τι είχα πει στην προεκλογική περίοδο, ατενίζοντας το ψοφίμι. Ωστόσο τίποτα δεν μπορώ να κάνω για να  διώξω το σάπιο σκέλεθρό του. Και τούτο γιατί το κονδύλι που χρειάζεται δε γλίτωσε από τον ανεμοστρόβιλο της διαφθοράς του προκατόχου μου. Όσο κι αυτό που θα σας πω είναι φριχτό, με σύνεση όμως το ομολογώ, πως η σαπίλα τούτη η θλιβερή, εδώ θα μείνει για πολύ, γιατί νέα δαπάνη δεν προβλέπει ο κώδικας του νέου προϋπολογισμού >>.

          << Το ψοφίμι σκορπίζει θανατηφόρους ιούς. Ένα αγόρι νοσηλεύεται στην εντατική και οι γιατροί το έχουν ξεγράψει. Τρεις μέρες το βλέμμα του είναι άκαμπτο και το κορμί του παγωμένο. Κι εσύ συνεχίζεις το απαίσιο τραγούδι των λόγων σου! Ντροπή σου! >> του είπε με πνιγμένη φωνή ο ίδιος άνθρωπος δείχνοντας οργισμένος.

          Ο δήμαρχος τον άκουσε αλλά δεν έδειξε να πονάει. Πάντα όταν επρόκειτο να κάνει κάποια ποταπή ή ανόητη πράξη, γυρνούσε στα ερείπια της αποσυνθεμένης ψυχής του και ζητούσε να βρει κάποιο ελάχιστο έλεος. Αλλά ποτέ δεν το έβρισκε.  Έτσι και τώρα με μια θηλιά γύρω από το λαιμό του από την έλλειψη αισθημάτων, ζήτησε να διακοπεί η συνεδρίαση για προσωπικούς λόγους και να συνεχιστεί στο εγγύς μέλλον σε ημερομηνία που θα οριζόταν από τον ίδιο. Κι αυτός γλιστρώντας από την πίσω πόρτα της αίθουσας, μπήκε στην πολυτελή λιμουζίνα του και με την εύνοια της δύναμης που τον περιέβαλε η ισχύς της θέσης του, ετοιμάστηκε να τραβήξει για το παραθαλάσσιο παλάτι του, στα δυτικά της πόλης.

          Δυστυχώς όμως γι’ αυτόν τα πράγματα δεν του ήρθαν όπως τα περίμενε. 

          Και τούτο γιατί είδε με φρίκη στο μπαμπρίζ του αυτοκινήτου του ένα τρομερό ακέφαλο ψοφίμι, με σάπια κοιλιά, στρογγυλή με ρίγες μαύρες και χρώματα μουντά, να του γραπώνει θαρρείς το σώμα του και την ψυχή, θέλοντας να τον τινάξει πέρα μακριά σαν ένα βαρύ σάκο γεμάτο από σκουπίδια . Κι αυτός τότε αηδιάζοντας από τη θέα της σάπιας σάρκας που τον απειλούσε θανάσιμα, το’ βαλε στα πόδια κι έντρομος, χαμένος στον παραλογισμό του χάους και της ύπνωσης, άρχισε να τρέχει στους έρημους δρόμους της πόλης, συρρικνωμένος και θρυμματισμένος σαν το σάπιο ψοφίμι της, που δεν τον άφηνε ήσυχο ούτε στιγμή, αφού η κραυγή του που του τρυπούσε τ’ αυτιά κι έλεγε << νεκρός ! νεκρός ! >> του επεσήμανε την τρομερή θανατική καταδίκη του!

          ellinikoxronografima.blogspot.gr

 

 

 

 

 

 

 

         

 

Τρίτη 26 Οκτωβρίου 2021

Τα γεροντάκια

 

ΑΝΩ ΠΟΛΗ - Φωτογραφία (Κάστρο Κυπαρισσίας) - Tripadvisor

Κυπαρισσιώτικες εικόνες

 

                        Τα γεροντάκια

 

                                 Παναγιώτη   Αντωνόπουλου

 

     << Το γήρασμα του σώματος και της ψυχής μου είναι πληγή από φριχτό μαχαίρι. Δεν περιμένω εγκαρτέρηση καμιά… >>

    Μένουν στη στροφή πιο πάνω από το σπίτι μου. Ζευγάρι. Ενενήντα ο σύζυγος, ογδόντα πέντε η συμβία του. Φλύαρος και ανηλεής ο χρόνος τους φόρτωσε με τα δυσβάσταχτα γηρατειά , είρωνας τους περιπαίζει προσαγορεύοντάς τους, << γεροντάκια >>.

       Το σπίτι τους μικρό, λιτό, πέτρινο.  Με θέα στο Ιόνιο, στο κάστρο των Γιγάντων και πέρα στα νησιά του Κάλβου και του Σολωμού. Χαμογελαστός ο κυρ Κώστας, διηγείται, δείχνοντάς μου τα δυο σπουργίτια που τσιμπολογάνε στο στενό σοκάκι. << Τα βλέπεις; Έρχονται συχνά. Τα γνωρίζω όπως τους γείτονες, τους περαστικούς και τους τουρίστες. Τόσα χρόνια εδώ, και τι δεν είδαμε! Σπίτια να φτιάχνονται, σπίτια να γκρεμίζονται, δρόμοι να πλαταίνουν, δέντρα να κόβονται, άλλα να τα ρίχνει κάτω ο βοριάς.  Ετοιμόγεννες είδαμε να φεύγουν για το μαιευτήριο, παιδιά πρωτάκια να κλαίνε πηγαίνοντας για το σχολείο, έφηβους να αγκαλιάζουν τα κορίτσια τους, ασθενοφόρα να ουρλιάζουν, φίλους να φεύγουν για τον κήπο των ψυχών, άλλους να επιστρέφουν από ταξίδια και να μας ρωτάνε: << Όλα καλά; >>

        Και χαρές είδαμε και γάμους και βαφτίσια και γλέντια, όλα τα καλά του θεού και της ζωής. Το σπίτι μας ήτανε στις δόξες του, το ‘βλεπαν όλοι σαν μια όαση, ακτινοβολούσε ανθρωπιά, τώρα δυστυχώς, μένει πολλές φορές κλειστό, τα παντζούρια, τα παράθυρα σφραγισμένα, ο αχός του κόσμου μένει απέξω, τίποτα από μέσα δεν κοιτά ψηλά το μουσκεμένο από τη δροσιά δάσος του Ψυχρού και τα χρυσαφένια σύννεφα πάνω στο Ιόνιο! >> Αναστέναξε, σιώπησε.

        Η συμβία του, η κυρά Παναγιώτα, είπε: <<Μας βρήκε το κρυερό σούρουπο, τι να κάνουμε! Γεράσαμε! Κοντοζυγώνει ο θάνατος! Καθόμαστε εδώ με το γέρο μου και τον καρτερούμε. Τον περιμένουμε σαν τις πέτρες άφωνοι και λυγμικοί. Του λέω, του άντρα μου: << Να ‘ρθει να με πάρει μια νύχτα ήσυχη που θ’ ακώ  μόνο το περπάτημα των άστρων! Γιατί εκεί θα πάω! >> Γελάει τούτος και δεν μιλάει. Μόνο κοιτάζει έξω στο σοκάκι, και αφουγκράζεται. Τι όμως; Ίσως τα χωνεμένα βήματα της νιότης μας! Τι να πω; >>

     Σιώπησε και η γερόντισσα. Ένα δάκρυ σύφλογο σαν ήλιος κύλησε στα μάγουλά τους. Ήταν η ώρα που η ζωή τους χρυσαφένια πρόβαλε μπροστά τους.

       ellinikoxronografima.blogspot.gr

      

Δευτέρα 25 Οκτωβρίου 2021

Έτσι τα βλέπω

 

                                      Μια 28η Οκτωβρίου28η Οκτωβρίου 1940

 

                                                           Παναγιώτη  Αντωνόπουλου

 

 

             Εμείς οι πισωθρανίτες τους σημαιοφόρους ποτέ δεν τους χωνεύαμε. Τους θεωρούσαμε τα << οπίσθια >> της άρχουσας τάξης και τους βρίζαμε κεφτέδες, λουκουμάδες και κουραμπιέδες.  Ήταν όλοι τους σπόροι ευπατρίδων της πόλης, ατίθασοι Νέρωνες και ευνοούμενοι ενός καθηγητικού ολοκληρωτισμού, που, έγλειφε τους ισχυρούς γονείς τους μέχρι αηδίας για να θεωρούνται σφουγγοκωλάριοί τους.

          Όταν γινόταν η κλήρωση η κίνηση στο γραφείο των καθηγητών έπαιρνε την όψη Ρωμαϊκής Συγκλήτου. Οι καθηγήτριες κορδώνονταν αρωματισμένες, οι καθηγητές ενδύονταν το εθνικό κουστούμι και ο γυμνασιάρχης μοίραζε πατριωτικές συμβουλές στους χαφιέδες μαθητές της προσωπικής του φρουράς. Με την έλευση της ώρας ως Καίσαρ έδινε το σύνθημα για την έναρξη της κλήρωσης. Οι αριστούχοι παρόντες, όλοι τους  να γελάνε και να εξακοντίζουν το βλέμμα τους μέσα από τη φοβερή τους πανοπλία. Οι υπόλοιποι σταλίζαμε στο υπόστεγο, στις τουαλέτες και στους διαδρόμους, έτοιμοι με γιούχα και ουουου! να τους φιλοδωρήσουμε όταν το κονκλάβιο εξέπεμπε λευκό καπνό.        

       Εντύπωση μας έκανε πως δυο αδελφούλες με στήθη ορθόστητα, τορνευτά πόδια και τοξοτά φρύδια, ήταν τρεις και τέσσερις συνεχείς φορές σημαιοφόροι.  Το μαθητικό << ράδιο αρβύλα >> δεν άργησε να το βρει.  Ο γυμνασιάρχης ήταν ξετρελαμένος μαζί τους, τον πόθο του τον αψύ τυραννούσαν, τις γάμπες τους τις λευκές αν δεν τις έβλεπε να αναδεύουν κάτω από τη μαθητική φούστα, δεν μπορούσε να κοιμηθεί.          

       Μια 28η Οκτωβρίου όμως ο γυμναστής έβαλε βέτο. Ήθελε το δικό του κελεπούρι, μια αριστούχα χαϊδεμένη του να είναι σημαιοφόρος πάση θυσία. Παρανόμησε, εξεβίασε, προπηλάκισε και η κληρωτίδα πειθάρχησε. Ήταν όμως αδύνατη, καχεκτική, μια καλαμιά, αλλά είχε δυο χείλη του κερασιού και μάτια μπλε σαν τη θάλασσα του Ιονίου. Έτυχε να φυσάει, ένας καρτελάς μανιασμένος, που στέγες στο πέρασμά του έπαιρνε. Η σημαία έφυγε από τα χέρια της βρήκε στον ώμο του δεξιού παραστάτη, ψύχραιμα όμως εκείνος την επανέφερε μ’ ένα σπρώξιμο για να ισορροπήσει  και πάλι στα χέρια της ισχνής σημαιοφόρου, το << οχ >> των επισήμων καταλάγιασε, και, η παρέλαση έληξε  αλλά  με γκρίνια στην εξέδρα. Ο δεσπότης δυσαρεστημένος χτυπούσε την πατερίτσα κάτω κι έλεγε: << Αυτό το δαίμονα βρήκανε να βάλουνε;  Τόσες άλλες λαμπάδες που τις έκρυψαν! >> 

       Στο σχολείο την άλλη μέρα έπεσε τέτοια ιδεολογική ψυχοπάθεια και ακούστηκαν τόσες νεκροφιλικές μεγαλοστομίες από την καθηγητική σύγκλητο που αν έχουν καταγραφεί κάπου θα αποτελούν ρεκόρ ύβρεων σε δημόσιο σχολείο!

                                                                                               

 

 

Χρονογράφημα

 

 

 

                              Μουγγρίζουν τ’ Άγραφα Eικόνες για 28η Οκτωβρίου! - eikones top

 

 

 

                                  Του Παναγιώτη Αντωνόπουλου

 

 

 

            Κάθε φορά που μυρίζω το άρωμα των χρυσανθέμων του Οκτωβρίου και ζυγώνει η επέτειος του  << ΟΧΙ >>  δεν μπορώ να μη θυμηθώ το συμμαθητή μου το Στρατή. Χλωμός, πετσί και κόκαλο, άπλυτος, αχτένιστος, καθόταν δίπλα μου ντυμένος το ίδιο ρούχο όλο το χρόνο, πάνω ένα λιωμένο γκρι πουλόβερ και κάτω ένα  μπαλωμένο παντελόνι.

           Μυαλό κοφτερό και ζωγράφος καλός. Πριν αρχίσει το μάθημα, άνοιγε το πρόχειρο και κοιτούσε την πρώτη σελίδα. Είχε ζωγραφίσει έναν αντάρτη, έναν άνδρα ανεβασμένο στο βουνό, αρματωμένο με φυσεκλίκια κι από κάτω γραμμένο τον ανατριχιαστικό παιάνα: << Μάνα μου, γλυκιά Ελλάδα, ο αντάρτης του ΕΛΑΣ, θα  σ’ ανάψει τη λαμπάδα της τιμής, της λευτεριάς >>.

           Όταν τον ρώτησα ποιος είναι, έδειξε να πληγώθηκε λες και τον πάτησε ναζιστική μπότα. Ύστερα σαν να τον αγκάλιασαν αρχάγγελοι φτερωτοί, μου ψιθύρισε : << ο πατέρας μου! πολέμησε στο βουνό τους φασίστες και από αγωνιστής της εθνικής αντίστασης, βρέθηκε στη φυλακή. Μέσα εκεί λιώνει τώρα. Είναι ίδιος, ολόιδιος, άκουρος, αξούριστος και γενναίος όπως ήταν όταν πολεμούσε. Μόνο οι σειρές με τα φυσεκλίκια στο στήθος του λείπουν >>.

          Την τελευταία  χρονιά πριν την 28η Οκτωβρίου, ήρθε με τη φαντή σάκα του κεντημένη στην όψη της τη λέξη << ΛΕΥΤΕΡΙΑ >> και από κάτω το τραγούδι: << Βροντάει ο Όλυμπος, αστράφτει η Γκιώνα, μουγγρίζουν τ’   Άγραφα, σειέται η στεριά… >>  Την έβαλε πάνω στο θρανίο και νόμισα πως θα την στεφάνωνε με κλωνάρια δάφνης και μυρτιάς.  Το μάτι του δακρυσμένο, το χέρι του να χαϊδεύει τη γραμμένη λεξούλα και τους στίχους.

          Είδα έναν ήλιο ηλιάτορα, με φώτισε, τον ρώτησα: << Εσύ την κέντησες; >>  << Όχι,  η αδερφή μου >>.  << Γιατί; >>   << Γιατί ο πατέρας μου βγήκε από τη φυλακή, λευτερώθηκε, και θα ‘ρθει στην παρέλαση να με δει! >>

           Τον φαντάστηκα στην εξέδρα με τους άλλους αγωνιστές, τους δωσίλογους γύρω, ένα τσούρμο με τους επίσημους χαβαλέδες και τους λοιπούς αξιότιμους λιπαρούς. Το μέλλον του θρεμμένο, τη ζωή του κάτω από στέγη, πατριώτη με βούλα κι όχι διωγμένο ληστή.

           Στο καφενείο μετά, πατέρας, αντάρτης και ελευθερωτής, μας μίλησε για τις εμφύλιες μάχες και τους νεκρούς, για τους γενειοφόρους αγγέλους που έφεραν τη λευτεριά, για κείνους που δεν ανέβηκαν στα βουνά να τραγουδήσουν όπως ο Τυρταίος.  << Μαϊμού   όμως  η λευτεριά >> κατέληξε. << Κοιτάτε πως με κατάντησε! Έρεψα στη φυλακή, συναγωνιστές μου εξορίστηκαν, πολλοί άφησαν τα κόκαλά τους στα βουνά, άλλοι σαπίζουνε μέσα στα κελιά. Γλίτωσα! Έτυχε και γλίτωσα! Τώρα με μια γερόντισσα καρδιά πώς να ζήσω; Εσείς όμως  πρέπει  να μείνετε ορθοί και να ζήσετε!  Θα φέξουν καλύτερες μέρες! Το αίμα που χύθηκε δε θα πάει χαμένο. Κρασί και νάμα θα γίνει της  θείας Κοινωνίας και θα μας αναστήσει! >>

        ellinikoxronografrma.blogspot,gr