Δευτέρα 24 Ιουνίου 2024

 

  Διήγημα                      

 

 

                                    Θρύλοι και κάστρα    


                           

                                             Παναγιώτη  Αντωνόπουλου   

 

 

          Μια σφοδρή είδηση που κυκλοφορούσε εδώ και μέρες στην πόλη, όχι μόνο πρόδιδε ταραχή και φόβο στους κατοίκους της, αλλά κι άφηνε να ξεπηδήσει από μέσα της και μια ένταση αβάσταχτου δέους.

          Και τούτο γιατί μιλούσε για μια ομάδα Αυστριακών τυχοδιωκτών που κάτω από την  καθοδήγηση του εργοδηγού της, θα έρχονταν σε λίγο καιρό στην πόλη για να αναζητήσουν στις κρύπτες και στα ερείπια του κάστρου έναν αμύθητο, κλεμμένο θησαυρό που τον εγκατέλειψαν βιαστικά στα μέσα του δέκατου τέταρτου αιώνα οι Φράγκοι επιδρομείς που είχαν καταλάβει την πόλη. Εποχή που μάραναν τα ρόδα της και στην ευλογία της ομορφιάς της σκόρπισαν τους καπνούς από τα τριπουτσέτα τους.

           Πίσω όμως από την ομάδα αυτή των τυχοδιωκτών, κρυβόταν ένας Τσέχος επιχειρηματίας από μια παλιά οικογένεια Ουγενότων, πολύ πλούσιος που παρά τον εξευτελισμό που του είχαν προξενήσει οι συμφορές, είχε κατορθώσει να συναναστρέφεται πολλούς φίλους Κροίσους και μαζί τους να πλουτίζει.

          Η παράδοση τον ήθελε κι έμπορα όπλων στη Μέση Ανατολή, ενώ και κάποιοι ψίθυροι που ακούγονταν μιλούσαν και για μια εκτεταμένη  πολυδύναμη επιχείρηση που είχε τα πλοκάμια της στην κεντρική Αφρική και βόρεια Ινδία κι εμπορευόταν το δέρμα των παράνομων σκοτωμένων τίγρεων. 

          Ο ίδιος ήταν κοντός, άσχημος και μονόφθαλμος. Σε μια ενέδρα οι άντρες των σωμάτων ασφαλείας στη Σομαλία τον πυροβόλησαν και γλίτωσε από θαύμα. Έχασε όμως το δεξί  μάτι και την πνευματική του διαύγεια. Ωστόσο αν και ανάπηρος δεν εγκατέλειψε τη δίψα της παρανομίας και του κέρδους αλλά αντιθέτως δραστηριοποιήθηκε περισσότερο αποζητώντας σε μεγαλύτερο βαθμό την επικίνδυνη μαγεία της περιπέτειας.

          Η τρομερή ιδέα έλεγαν που τον έκανε ξαφνικά να νιώσει το αίμα του να τρέξει σαν χείμαρρος στην καρδιά του και να πάρει την απόφαση να επισκέπτεται τα κάστρα και να ψάχνει στα ερείπιά τους για κάποιον υποτιθέμενο κρυμμένο θησαυρό, του γεννήθηκε μια μέρα όταν καθισμένος πάνω σ’ ένα τάφο στο νεκροταφείο των τυχοδιωκτών στη μακρινή Σομαλία, διάβαζε το χοντρόδετο βιβλίο << Το χρονικό του Μωρέως >> που πάντα το κουβαλούσε μαζί του και αντλούσε από τις ιστορικές σελίδες του τη φλόγα της περιπέτειας και τη χαρά του θησαυρού.

          Και τη στιγμή που ήταν έτοιμος να κλείσει το βιβλίο και να ονειρευτεί Φράγκους με μάχες και τεμαχισμένα πτώματα με κομμένα κεφάλια, είδε να ξεπετάγονται μέσα από τον τάφο δυο αρουραίοι. Κι αμέσως μια δαιμονισμένη μανία τον κατέβαλε να τους σκοτώσει με την κοφτερή λεπίδα του σουγιά του, που κρεμόταν βαρύς κι αστραφτερός από τη ζώνη του. Κι ως πήγε να τον σύρει, ο ένας απ’ αυτούς φοβισμένος γύρισε πίσω και κρύφτηκε πάλι στον τάφο. Ο άλλος  όμως βγάζοντας μια οδυνηρή κραυγή κι αφού χάθηκε για λίγο μέσα σ’ ένα σύννεφο σκόνης που σήκωσε με τα ΄πόδια του, πήγε και στάθηκε τρέμοντας στην κορυφή ενός χωμάτινου σβώλου. Και εκεί σαν ένας μικρός δαίμονας διαστροφής, άφησε να κρέμεται απ’ το στόμα του μια ματωμένη και ακρωτηριασμένη μικρή μαύρη ταραντούλα.

          Ο Τσέχος τότε γέλασε με αυτή την αποτρόπαιη εικόνα που είδε και τη θεώρησε καλό σημάδι.  << Ο αρουραίος είναι  ο στρατιώτης της Φραγκιάς και η ταραντούλα ο κρυμμένος θησαυρός! Ο σβώλος με το χώμα το κάθε κάστρο το ισχυρό!  >> ψιθύρισε και κοίταξε γύρω του θριαμβευτικά.

          Η απόφαση είχε παρθεί. Από τότε με τη μανία της αναζήτησης των κρυμμένων θησαυρών μέσα του, επισκεπτόταν το ένα κάστρο μετά το άλλο κι αδιαμαρτύρητα έψαχνε τις κρύπτες τους για μια καλή και πλούσια σοδειά. Ο ίδιος έλεγε πως εκείνο που τον έκανε να ψάχνει για κρυμμένους θησαυρούς στα κάστρα ήταν οι θρύλοι. Οι θρύλοι που από πολύ παλιά μιλούσαν για τους αμύθητους αυτούς θησαυρούς που έφερναν οι κατακτητές μαζί τους και τις φύλαγαν στις κρύπτες τους ώσπου να φύγουν. Πολλές φορές όμως τους εγκατέλειπαν εκεί εξ αιτίας κάποιας απρόσμενης κακοτυχίας και τους αποχωρίζονταν. Ωστόσο ποτέ δεν έσβηναν την ελπίδα στους τυχοδιώκτες να τους κατακτήσουν.

          Η συμφωνία που εξουσιοδοτούσε τον Τσέχο επιχειρηματία να ριχτεί στο υπόγειο του κάστρου και ν’  αρχίσει το κυνήγι του χαμένου θησαυρού, έγινε πριν εφτά χρόνια με κάθε προφύλαξη και μυστικότητα. Ήταν τότε που περπατούσαν δίπλα - δίπλα, τυλιγμένοι στα χοντρά τους παλτά, δήμαρχος και επιχειρηματίας και αργά - αργά ανέβαιναν το καλντερίμι για την πάνω πόλη κουβεντιάζοντας χαμηλόφωνα μέσα στο πηχτό σκοτάδι.

          Το τσουχτερό κρύο ήταν ανυπόφορο και η υγρασία τους δυσκόλευε την όραση και την αναπνοή. Η σιωπή που απλωνόταν παντού τους μεγάλωνε το φόβο και τους ανέβαζε το συναίσθημα ανασφάλειας στο κατακόρυφο. Που και που τα δυνατά γαυγίσματα των σκύλων και οι κακόηχες  κρωξιές των πουλιών της νύχτας έκαναν τις καρδιές τους να χοροπηδούν άταχτα σαν τρελές.        

<< Να, εκεί είναι το σπίτι μου κι εκεί θα κλείσουμε τη συμφωνία του θησαυρού >> του είπε μ’ ένα ύφος φιλικό ο δήμαρχος σαν μπήκαν και  κατηφόρισαν στο στενό δρομάκι που οδηγούσε στην Πισωρούγα.

      Χαμογέλασε ο επιχειρηματίας και με μια ξενική ακαλαίσθητη προφορά του αποκρίθηκε με υπεροπτικό ύφος: << Για να  δούμε όμως τι θα βρούμε! >> και προσπάθησε μέσα στη νύχτα να διακρίνει τα ερείπια του κάστρου που ορθώνονταν στα δυτικά τους. Βάζοντας ύστερα ελαφρά το χέρι του πάνω στον ώμο του δημάρχου, συμπλήρωσε γρήγορα χωρίς περιστροφές: << Είναι  μια δουλειά δύσκολη κι επικίνδυνη. Πολλές φορές  κάθε ένα από τούτα τα ερείπια είναι ο τάφος μας! Κι όμως δεν τα προσπερνούμε αλλά τα πλησιάζουμε! >>

          Στο σπίτι του δημάρχου ο ξένος επισκέπτης έμεινε ως τα χαράματα. Είπαν πολλά και διάφορα και πριν κλείσουν τη συμφωνία σηκώθηκε ο δήμαρχος και δείχνοντας ανήσυχος και φοβισμένος πλησίασε το παράθυρο και στάθηκε κοντά του. Εκεί σαν κοίταξε έξω το πυκνό σκοτάδι κι αφουγκράστηκε το δυνατό σφύριγμα του αέρα, τράβηξε ύστερα την άκρη της κουρτίνας και έκρυψε το τζάμι. Το πυκνό τώρα χειμωνιάτικο σκοτάδι κρύφτηκε και οι τραγικές μεταμορφώσεις που προξενούσε στα δέντρα το λιγοστό φως του φωτισμού εξαφανίστηκαν. Τότε βρήκε την ευκαιρία  να πει: << Μη με θεωρήσεις φαντασιόπληκτο γι’ αυτό που θα σου πω, αλλά πρέπει να στο ομολογήσω. Ο θησαυρός σύμφωνα με το θρύλο βρίσκεται μέσα σ’ ‘ένα βαθύ πηγάδι είκοσι εφτά μέτρων και θεωρείται στοιχειωμένο. Όσοι επιχείρησαν να κατέβουν μέχρι σήμερα στο βυθό του βρήκαν φριχτό θάνατο, έμειναν όλοι εκεί και δε γύρισε κανένας. Στην αμμουδιά κάτω στην παραλία σε μια βυθισμένη βάρκα βρέθηκε μια περγαμηνή  με το έμβλημα των πειρατών που ανέφερε πως μια αποστολή τους στο κάστρο είχε άδοξο τέλος αφού το πηγάδι έθαψε εφτά συντρόφους τους, όλοι τους νέα παιδιά από είκοσι έως τριάντα ετών. Υποθέτω πως αυτό το ξέρεις καλά αλλά θεωρώ χρέος μου να σε πληροφορήσω για τις δυσκολίες της αποστολής αφού στο κρυμμένο θησαυρό  που θα βρεις μερίδιο έχω κι εγώ >>.

           << Χα ! Χα! >>  έκανε ο Τσέχος, για να συμπληρώσει με μια ιερογλυφική έκφραση στα σκοτεινά του μάτια: << Σημασία έχει πως οι πειρατές  δε βρήκαν το θησαυρό! Αυτές οι μάταιες προσπάθειες που κάνουν πολλοί για να τον ανακαλύψουν να ξέρεις πως γεννούν μόνο καλό σε μας γιατί βεβαιώνουν πως ο θησαυρός υπάρχει και δεν είναι ανύπαρκτος! >>

         Αφού σταμάτησε και πήρε μια βαθιά ανάσα, συνέχισε με μια αινιγματική έκφραση: << Όμως ας σταματήσουμε εδώ τις φλυαρίες κι ας μου επιτρέπεις να αποκαλύψω κάτι πολύ σημαντικό >> και με μια γρήγορη κίνηση έβαλε το χέρι στον κόρφο του κι έβγαλε ένα κιτρινισμένο χαρτί. Σαν το άπλωσε  με ιδιαίτερη προσοχή πάνω στο τραπέζι, πρόσθεσε, σκύβοντας  πάνω  του με  σεβασμό :  << Για  κοίταξε  εδώ! >>

          Ο δήμαρχος έσκυψε κι άρχισε να το παρατηρεί. Ήταν παλιό και φθαρμένο μ’  ένα σκίτσο νεκροκεφαλής κοντά στο ερειπωμένο κάστρο του φόντου.  Στο κάτω μέρος και στ’ αριστερά  ήταν σημειωμένο με βέλος μια γραφή με τα στοιχεία  27 +  Ι432.

          << Οι χαρακτήρες  αυτοί σημαίνουν πολλά πράγματα για μας >> ψιθύρισε ο Τσέχος και άρχισε να του εξηγεί : << Το 27 σημαίνει το βάθος του πηγαδιού που είναι κρυμμένος ο θησαυρός, ο σταυρός το σύμβολο των Φράγκων χριστιανών και ο αριθμός Ι432 την πιθανή χρονολογία που έφυγαν από το κάστρο και εγκατέλειψαν το θησαυρό >>.

          Έξω χάραζε. Ήταν τα τελευταία λόγια του τυχοδιώκτη σ’ εκείνη τη συνάντησή τους. Από τότε είχαν περάσει εφτά χρόνια και καμία αξίωση ή επιθυμία δεν είχε εκφράσει για επικείμενη επιχείρηση ανεύρεσης του θησαυρού ώσπου η είδηση πως μια ομάδα τυχοδιωκτών θα ανέβαινε στο κάστρο τούτες τις μέρες έπεσε σαν βόμβα στα κεφάλια των κατοίκων και τους έκανα άνω κάτω.

          Έτσι αν και πολλοί δεν μπορούσαν να πιστέψουν ότι αυτό θα συνέβαινε και θεωρούσαν πως η φήμη παράμενε πάντα μετέωρη στο σκοτάδι, εντούτοις ήταν φανερό πως ζητούσαν να διακρίνουν μέσα από κάποια χαραμάδα έστω και μια αχνή αχτίδα αλήθειας για όσα επρόκειτο να συμβούν. Με την αγωνία λοιπόν να δουν κάτι αληθινό σε όσα διαδίδονταν, έκαναν πολλά βήματα εκείνο το κρύο πρωινό του Οκτώβρη ώσπου να φτάσουν έξω από την πόρτα του κάστρου και να επιβεβαιώσουν ιδίοις όμμασι τα δρώμενα.

          Και τότε πραγματικά είδαν την ομάδα των τυχοδιωκτών, από δεκατρείς ψηλούς και γεροδεμένους νέους άνδρες, με στολές εκστρατείας και εργαλεία εκσκαφής να τους προσπερνούν και παρακάμπτοντας τα δυο μαρμάρινα λιοντάρια που διακοσμούσαν την είσοδο του κάστρου, να περνούν την πόρτα του και να κατευθύνονται με αργό βηματισμό στην πρώτη ευρύχωρη ντάπια του. Από τότε δεν τους ξαναείδαν παρά σαν πέρασαν δεκατέσσερις μέρες.  Ήταν τότε που ο εργοδηγός  ένα φθινοπωρινό σούρουπο με δυνατό βοριά και θλιβερό μούχρωμα στον ουρανό της πόλης, καθισμένος έξω από το κάστρο και κάτω από τον πλάτανο τους διηγιόταν με φοβισμένο πρόσωπο τις πολλές τους κακοτυχίες που περνούσαν ψάχνοντας για το θησαυρό. Φαινόταν καταπονημένος και εκνευρισμένος όση ώρα διηγιόταν  και τα μάτια του ήταν πάντα καρφωμένα στο κάστρο  γεμάτα θλίψη και πόνο. Η όψη του γερασμένου προσώπου του ήταν πεισματικά σκληρή κι άγρια και μια ανατριχιαστική αίσθηση από όσα συνέβαιναν στα υπόγεια του κάστρου, διαπερνούσε το σκοτεινό βλέμμα του.

          Όμως παρόλα αυτά τους τα διηγιόταν με μαεστρία κι εύκολα καταλάβαινες πως δεν ήταν μυθοπλασίες αλλά πραγματικές αναφορές. Τους έλεγε λοιπόν πως σαν βρήκαν το πηγάδι με τον υποτιθέμενο κρυμμένο θησαυρό έπρεπε αμέσως να ελέγξουν το έδαφος για να βεβαιωθούν αν υπήρχε νερό ή όχι. Άρχισαν έτσι οι εκσκαφές για ν’ απομακρυνθούν   τα   χώματα με  τους ειδικούς  μεγάλους κάδους  Όσο  όμως  προχωρούσαν στο βάθος  οι εργάτες δυσκολεύονταν να φέρουν το σκαμμένο χώμα πάνω. Τότε χρησιμοποίησαν τα καρούλια από τα οποία κρεμούσαν τα σχοινιά με τους κάδους. Με το βίντζι ύστερα τους ανέβαζαν πάνω και τους άδειαζαν. Δυστυχώς όμως μια μέρα ένα ατύχημα στοίχισε τη ζωή ενός εργάτη. Ένας γεμάτος κάδος τον χτύπησε στο κεφάλι και τον άφησε στον τόπο.

          Οι εργασίες όμως συνεχίστηκαν με μεγαλύτερες δυσκολίες γιατί βρήκαν νερό που ανακατεμένο με το χώμα είχε δημιουργήσει τόνους από λάσπη. Έπρεπε ασταμάτητα ν’ αντλούν το νερό και να μεγαλώνουν  το βάθος, βγάζοντας τη λάσπη.  Ο αέρας όμως άρχισε κάποια στιγμή να χάνει το οξυγόνο του και πολλοί εργάτες λιποθύμησαν. Τότε βρήκαν τη μέθοδο του χωνιού για να τους γλιτώσουν. Το μεγάλο αυτό χωνί φτιαγμένο από ύφασμα αερόστατου κατέβαζε κάτω τον ανανεωμένο αέρα.  Μεγάλη όμως δυσκολία, τους έλεγε, συνάντησαν, στα βραχώδη πετρώματα των τοιχωμάτων του πηγαδιού. Δεν επιτρεπόταν να κάνουν τη διάνοιξη με φουρνέλα γιατί ήταν άκρως επικίνδυνο. Έτσι οι βράχοι γκρεμίζονταν μόνο με βαριές και τσαπιά. Το σκοτάδι πάλι ήταν το μεγάλο τους πρόβλημα. Το εξουδετέρωσαν  με καθρέφτες αλλά και πάλι το πρόβλημα δε λύθηκε στη ρίζα του.

          Εδώ σταμάτησε την αφήγησή του για να βυθιστεί σ’ έναν λογισμό για λίγο. Ύστερα συνέχισε με θαυμαστή πάλι ακρίβεια των λόγων του να λέει:

          << Έχουμε όμως να αντιμετωπίσουμε και τα ερπετά του βάθους. Τις τεράστιες μαύρες σαύρες  και τα μεγάλα και δηλητηριώδη φίδια που τυλίγονται στα πόδια μας και μας απειλούν θανάσιμα.    Μια νύχτα καθώς στεκόμουν κοντά σε μια ξύλινη εργαλειοθήκη, τράβηξε την προσοχή μου ένα μαύρο πράγμα, κουλουριασμένο σ’ ένα μικρό στρογγυλό βράχο, που γυάλιζε εντυπωσιακά στο λιγοστό φως που υπήρχε. Κοιτούσα για αρκετή ώρα αυτό το παράξενο πράγμα που μου έκανε ιδιαίτερη εντύπωση αλλά και έκπληξη και αναρωτιόμουν τι να ήταν. Το πλησίασα και χωρίς και πολλή σκέψη το άγγιξα με το χέρι μου. Και τότε ένιωσα ένα δυνατό τσίμπημα στο δεξί μου αντίχειρα που πάγωσε το αίμα μου, θα έλεγα, από τον πόνο και το φόβο μου. Κι αμέσως βλέπω να ξετυλίγεται ένα πελώριο φίδι και να χάνεται σφυρίζοντας ανάμεσα στις σκόνες και τα χώματα. Αμέσως κι ενώ τρομοκρατημένος πήγα να λιποθυμήσω, ένας εργάτης προσφέρθηκε και μου έδωσε τις πρώτες βοήθειες. Ωστόσο σε λίγο το δάχτυλό μου έγινε τούμπανο. Πρήστηκε και γέμισε κόκκινες φλύκταινες και μελανές γραμμές. Με πονούσε αφάνταστα κι έδειχνε πως όσο κι αν το φρόντιζα θα μου γινόταν όσο περνούσε η ώρα ένας φριχτός εφιάλτης.  Τότε απελπισμένος άπλωσα το χέρι μου και με πλήρη συναίσθηση της τραγικότητας που βρισκόμουνα, έδειξα στους υπόλοιπους εργάτες το λιωμένο σχεδόν χέρι μου. Αυτό τους προκάλεσε τρόμο που στο θάμπος του λιγοστού φωτός, οι σκιές στα πρόσωπά τους φαίνονταν σαν τεθλασμένες και δυσδιάκριτες  ρωγμές.  Ο δε νους τους ταράχτηκε τόσο πολύ που μερικοί έδειξαν έτοιμοι να σωριαστούν κάτω >>.

          Τότε ένας μακρόσυρτος ήχος ακούστηκε από τα χείλη του εργοδηγού, που συμπλήρωσε με μια θλιβερή ειρωνεία: << Σας είπα απλά μια σειρά από γεγονότα που αντιμετωπίσαμε >> και με μια λιγότερη ευφάνταστη τώρα διάθεση, συνέχισε: << Η λαϊκή πίστη πως υπάρχει μια υπόγεια σήραγγα που οδηγεί στη θάλασσα, μας έκανε να υπερασπιστούμε τη σοβαρότητά της και να ψάξουμε κι εκεί για τον κρυμμένο θησαυρό. Όμως τα εμφανή ίχνη που βρήκαμε από σκελετούς ανθρώπινους, μας ανησυχεί γιατί θεωρούμε πως κάποιο στοιχειό υπάρχει εκεί που προξενεί τους θανάτους. Παρά όμως τους φόβους μας αποφασίσαμε τελικά να στείλουμε δυο άντρες σήμερα το πρωί σ’ αυτή την κολασμένη υπόγεια σήραγγα, ρισκάροντας  ακόμη και τη ζωή τους.

          Ο συσχετισμός του τόπου και του χρόνου μ’ έπεισε πως κάτι καλό θα βγει απ’  αυτή την επιχείρηση. Έτσι πήρα και την απόφαση να σας διηγηθώ αυτή τη σπουδαία μας αποστολή, για να ανακουφιστώ απ΄ το αβάσταχτο βάρος που νιώθω για την τύχη των αντρών. Γιατί πολλοί από τους συνεργάτες μου με κατηγορούν πως αυτό που κάνω είναι μια κρίση παράνοιας και πως μέσα από το άπληστο πάθος μου για το κέρδος δε διστάζω να στείλω και μερικούς στον τάφο! >>

          Μια κραυγή όμως που ακούστηκε από την ντάπια του κάστρου τον έκανε να σταματήσει την αφήγηση και να στρέψει προς τα εκεί το κεφάλι του.  Και σαν η λέξη << φωτιά! >> επαναλήφθηκε πολλές φορές, σηκώθηκε έντρομος και κίνησε προς την πόρτα του κάστρου. Έτσι λίγο πριν την περάσει, στράφηκε και  με μια αρχέγονη κι ενστικτώδη  σκέψη τους ψιθύρισε, βαριά προβληματισμένος:

          << Δε θα προσπαθήσω ν’ ανακαλύψω μια αλληλουχία του αιτίου που είναι ο θησαυρός και του αποτελέσματος που είναι  η καταστροφή, αλλά μπορώ να μαντέψω πως τα γεγονότα  με τρομάζουν! >> και κουνώντας ζωηρά το κεφάλι του, έτρεξε γρήγορα για την κορυφή της ντάπιας.

        ellinikoxronografima.blogspot.gr

         

 

 

 

 

                           Παναγιώτης  Αντωνόπουλος

 

Διήγημα                             

 


 

                                              Η  Ούντρα

 

 

            Τι ύπαρξη κι αυτή τότε, θλιβερή! Ο βάκιλος να μας σαπίζει τα πνευμόνια, στο καρβέλι οι φέτες να λιγοστεύουν, η αγάπη να θέλει φίλημα και εμείς να μην μπορούμε να σταθούμε στα πόδια μας για να πιαστούμε μαζί της στο χορό ενώ η νύχτα σαν Μέδουσα μας ρωτούσε: << γιατί δεν αυτοκτονούμε; >> Δεν έφταναν οι δέκα πληγές του Φαραώ που μας είχαν πατημένους, τα είχε και ο πατέρας σκούρα. Μέρες πεσμένος στο κρεβάτι δεν είχε σκοπό να σηκωθεί. Ο γιατρός που τον ακροάστηκε είπε, << πως τα ψωμιά του είναι λίγα και όπου να ‘ναι θα εγκαταλείψει τα εγκόσμια, γι’ αυτό ας  ετοιμαζόμαστε για  το ταξίδι του   στο λιβάδι  των ασφοδελών >>. Ο γέροντας πατέρας το ‘χε καταλάβει πως ο Άγιος Πέτρος τον καλούσε στα δεξιά του και φώναζε σαν έμενε μόνος: << Αυτός, αυτός ο ασπρομάλλης δε μ’ αφήνει να ζήσω! Ανάψτε του κάνα κερί να τον ξεγελάσετε και να  μ’ αφήσει ζωντανό! >>

              Στο σχολείο είχαμε ντράβαλα. Ο δάσκαλος, ένας  όγκος από στουρνάρι που τον φωνάζαμε << γιούκο >> μας είχε σαπίσει στο ξύλο. Είχε επίτηδες φτιάξει μια βέργα και μας τις έριχνε  ξιδάτες και στο φουλ που σαν τις τρώγαμε τριτσινάγαμε σαν βαρβατσέλια πουλάρια!

             Τον έβλεπε ο παπα - Πρόκλος  από το καμπαναριό του Αϊ – Γιώργη να μας βαρεί και του φώναζε ξαναμμένος:

             --- Τι, τα βαράς τα νηστικά βλογημένε μου; Θα τα αποτελειώσεις με τόσο ξύλο, θα τα κάνεις ανάπηρα! Καρδιά δεν έχεις μέσα σου; Να δω τι ψυχή θα παραδώσεις ταχιά έτσι που τα παιδεύεις!

             Άφηνε ο δάσκαλος τη βέργα πάνω στην έδρα και του έλεγε με το κεφάλι κρεμασμένο έξω από το παράθυρο:

             ---  Δεν ξέρεις παπά μου, τι δαιμόνια είναι, γι’ αυτό τα λες αυτά! Τα βαρώ να διαβάζουν  και να μάθουν πως εγώ είμαι ο μπόσης τους και να μ’ ακούνε. Μην ξεχνάς πως το ξύλο βγήκε από τον παράδεισο και χαρά σ’ εκείνον που το τρώει! Γιατί χωρίς αυτό το μυαλό δεν παίρνει μπροστά και να συχωράνε το βούρδουλα που τους το κινάει! Και μην αμφιβάλλεις αν αυτό που κάνω είναι καλό, αφού γνωρίζεις πως το ΄χω σπουδάσει το παιδαγωγικό και ξέρω να κάνω κουμάντο σ’ όλα τα τριπίθαμα μυξοσπορίδια που μαζεύονται εδώ μέσα!

          Σ’ αυτόν τον τρομοκράτη δάσκαλο, είχε η πολιτεία εμπιστευθεί τη ζωή, τη μόρφωση και το μέλλον μας.  Και τώρα με το συσσίτιο που μας παραχώρησε η μεγάλη αγία δύναμη του Ατλαντικού, προήχθη σε μάγειρα και σε συσσιτιάρχη!  Του άρεσε να φορεί την ποδιά, να μας ρίχνει με την κουτάλα γάλα στα κατσαρόλια, να μοιράζει το τυρί και να επιβλέπει αν γλίστρησε στον οισοφάγο μας το βούτυρο από φάλαινα. Όταν τα έκανε αυτά καθόταν  απέναντί μας και περίμενε να κάνει χάζι με τους κοιλόπονους που μας έπιαναν όταν χωνεύαμε το αμερικάνικο σκουπίδι. Σκασμένος στα γέλια  όταν μας έβλεπε διπλωμένους στα δύο, έφευγε μπαίνοντας στην τάξη κι επέστρεφε βαστώντας τη βέργα. Την ακουμπούσε στο κεφάλι μας και δεν το κούναγε ρούπι πριν αδειάσουμε τα σκεύη μας. Όταν έβλεπε άσπρο πάτο μας έβαζε στην τάξη και γελώντας σαρδόνια μας έλεγε με μπάσα φωνή:

         --- Χωνέψτε το και  συχωράτε το Μάρσαλ που  ‘φτιαξε το σχέδιο και περιδρομιάζετε αφιλοκερδώς!  Χωρίς το δικό του << οκέυ >> θα είσαστε προ πολλού μακαρίτες και θα μέτραγα απόντες!

        Άρπαζε μετά ένα μεγάλο κομμάτι τυρί, το ‘χωνε στο στόμα και μπουκωμένος, πρόσθετε:

         --- Να δούμε όμως ύστερα από τέτοιο τάισμα των πενήντα πολιτειών τι αυγό θα μας κάνετε όταν μεγαλώσετε!

         Να εξομολογηθώ πως πηγαίναμε στο σχολείο μόνο για το συσσίτιο δεν πέφτω έξω. Κι αυτό γιατί τα γράμματα είναι σκληρά καρύδια κι άμα δεν τα αγαπάς σου παλουκώνουν το μυαλό και στο κάνουν τρύπιο και  άδειο αγγειό! Εμείς αν τα αγαπάγαμε ή τα μισούσαμε δεν το ξέρω! Ξέρω όμως πως μας γοήτευαν αλλά μπροστά στη βέργα του δάσκαλου τα ξεχνάγαμε! Ο ίδιος δεν το παραδεχόταν αλλά έριχνε το φταίξιμο της αμάθειας σε μας. << Είσαστε ντουβάρια! ντουβάρια!>> συνεχώς μας υπενθύμιζε << πώς να μάθετε! >>

         Άρπαζε τη βέργα στο χέρι με κοίταζε με μάτι τίγρη και με ρωτούσε;

         --- Βάιε; 

         --- Τι κύριε;

         --- Μπορείς να μου λύσεις ένα πρόβλημα;

         --- Ρωτήστε με και αν μπορέσω.

         Άφηνε τη βέργα, στεκόταν όρθιος μπροστά στον πίνακα και εκφωνούσε:

         --- Τρεις γάτες τρώνε τρεις ποντικούς σε τρία λεπτά. Πόσες γάτες θα φάνε τριάντα ποντικούς σε ενενήντα λεπτά;

         Πάλευα να το λύσω, τίποτα.

         Μ’ έβλεπε που ζοριζόμουν, ξανάπαιρνε τη βέργα, μου τις έβρεχε και όλο ειρωνεία μου έλεγε:

         --- Ακόμη; Κι εγώ που σκεφτόμουν να σε στείλω στη Μαθηματική εταιρεία, μου τα χάλασες!

         Δεν τον άντεχα, του ξεστόμιζα με νεύρο:

       --- Αφού δεν το ξέρεις εσύ κύριε, πώς θέλεις να το ξέρω εγώ;

       Με πλησίαζε αρματωμένος με τον οπλισμό του, έκανε πως θα με βαρέσει και ψέλλιζε οργισμένος:

       --- Εγώ το ξέρω ρε κωθώνι αλλά θέλω να δω εσύ που ‘σαι μαθητής τι πουλιά πιάνεις!

       Τραβιόμουν από κοντά του, λούμωνα στο θρανίο και ψιθύριζα σκιαγμένος:

       Δεν ξέρω!

       Ύψωνε τη φωνή και με μάλωνε, λέγοντάς μου:

       --- Πού να ξέρεις! Τέτοιο ντουβάρι που ‘σαι τι περιμένεις!

       Με μάτι γέρακα κοιτούσε και τους άλλους και συνέχιζε:

       --- Και σεις ντουβάρια είσαστε! Σας το επαναλαμβάνω για να μην το ξεχνάτε!

 

                                                     = = =

 

       Ακόμη και για το ρούχο μας είχε προνοήσει η Μεγάλη Δύναμη. Ό,τι σχισμένο εσώρουχο έμεινε χωρίς περιεχόμενο το μάζεψε ο λαός της, το ‘βαλε στα τσουβάλια και το ‘στειλε με τα καράβια, ελεημοσύνη στα ξεβράκωτα μαϊμουδάκια  της συμμάχου και φίλης Ελλάδας. Έτσι όταν ερχόταν το Αμερικάνικο ρούχο, έπιαναν ο παπα - Πρόκλος το γλωσσίδι της καμπάνας, ο δάσκαλος το δεφτέρι, πρόεδρος και γραμματικός το τραπέζι και στήνανε την Επιτροπή  να κάνουν τη μοιρασιά.                

      Πετάγονταν στα παράθυρα οι γυναίκες και ρωτούσαν για να  πιάσουν κουτσομπολιό:

      --- Θα ‘ναι η Ούντρα για να τη βαρούν!

      --- Ποιος ξέρει;

      --- Βλέπω την Επιτροπή να μαζεύεται αλλά και η καμπάνα βαρά χαρμόσυνα! Αμ τα σακιά! Δεν τα είδατε; Τα πέρασε με το κάρο ο Παντελής της Φωφώς, τι άλλο να έχουν εξόν από την Αμερικάνικη βοήθεια!

      Η  νεωκόρισσα έπαιρνε τώρα το λόγο για να πει:

      --- Τα ξεφόρτωσε στην αυλή της εκκλησίας, τα είδα! Θα τα μοιράσουνε το μεσημέρι!

      --- Για βγες ρε Πηνιώ λίγο πιο πέρα και ρώτα! Εσένα θα ξέρει ο άντρας σου που είναι και πρόεδρος! φώναζε μια άλλη αφράτη χοντρή και συμμάζευε τη ρόμπα της.

      --- Η Ούντρα είναι σας το ορκίζομαι ακραδάντως! επέμενε σοβαροφανής η Χάιδω η μαμή και έκρυβε με τα χέρια της το μεσοβύζι της που ‘χε φανεί από το σκύψιμο.

    

 

                                                = = =

 

         --- Όλοι πέριξ της Επιτροπής, φώναξε ο γραμματέας και άρχισε να διαβάζει τα ονόματα γραμμένα στο στρατσόχαρτο.

        Όρθιος ο πρόεδρος έδειχνε με το δεξί του χέρι το σωρό με τα ρούχα και με ύφος Ναπολέοντα, τσίριζε: << Αυτό εδώ, εκείνο εκεί και τ΄ άλλο παραπέρα! >>

        Έπαιρναν και ο παπα - Πρόκλος με το δάσκαλο τα ξεχωρισμένα ρούχα και ακούγοντας το όνομα τα μοίραζαν με φωνή ο πρώτος σε βυζαντινό αμανέ και ο δεύτερος σε δημοτικό τσάμικο.

        --- Τούτο δικό σου!

        --- Εκείνο δικό του!

        --- Εσύ την τραγιάσκα!

        --- Ο παππούς το σώβρακο!

        --- Η γιαγιά το στηθόδεσμο!

        Το παζάρι έτσι κάπως γινόταν. Και η Επιτροπή είχε το αποκλειστικό κουμάντο στη μοιρασιά. Οι εθνικά φρονούντες το καλό ρούχο και οι αριστερά κοιτούντες τα παρδαλά φουστάνια και τις μπασμένες περισκελίδες. Αλλιώς: οι εκ πεποιθήσεως πατριώτες το λούστρο οι βιασμένοι πατριώτες το σκισμένο και λερό.

         Πήγε και ο πατέρας μου εγερθείς από το κρεβάτι του πόνου με σαράντα πυρετό να πάρει το ρούχο του, έπεσε στο τελείωμα, από τα ελάχιστα που είχαν μείνει τα περισσότερα ήταν φουστάνια φαρδιά και κακόγουστα σαν Αμερικάνικες σημαίες. Πήρε ένα στο χέρι του ο παπα -Πρόκλος, του το έδωσε και του ψιθύρισε γελαστά:

        --- Πάρε κι εσύ μπαρμπα – Γιάννη το δικό σου! Με γεια σου!

        Έβαλε τις φωνές ο πατέρας μου, η εκκλησία ταρακουνήθηκε συθέμελη σαν του ‘πε:

        --- Δεν έχω κορίτσι παπά μου και η γριά μου δεν το φορά τέτοιο λουλουδάτο σκουτί! Βρακί θέλω να βάλω τα κρέατά μου μέσα κι όχι κουρελού!

        Με το χέρι να κάνει το σταυρό του ο παπα - Πρόκλος, ήρεμα του μίλησε να τον συνεφέρει:

       --- Θα κάνεις και κορίτσι μπαρμπα – Γιάννη, να, όπου να ΄ναι καλομελέτα κι έρχεται! Στο κάτω  - κάτω αυτό σου ‘τυχε, κάνε το ό,τι θέλεις, εμείς κοιτάμε η δουλειά μας να ‘ναι δίκαιη για να μην μας πεις αύριο πως δε σου δώσαμε!

      Θηρίο έγινε ο πατέρας μου. Ύψωσε τη φωνή του και τους είπε:

       --- Ποιανού εντολές εκτελείτε, μικρόψυχοι; Θα σας σκαγιάσω όλους της Επιτροπής αν δεν μου αλλάξετε το ρούχο!  Τι θέλετε να με κάνετε γυναικωτό μ’ αυτό το ρέλι που μου δίνετε; Δεν πάτε στον  αγύριστο, λέω εγώ, εσείς και οι τρομοκράτες προστάτες σας!  

       Κι αφού τους κοίταξε με το βλέμμα άγριο σαν βοριά  συμπλήρωσε:

       --- Φτου σας, Γενίτσαροι! Φτου σας!

 

 

 

                                             = = =

 

 

        Τώρα τα πράγματα έγιναν πολύ δύσκολα. Μέχρι και ο δάσκαλος πήρε το λερωμένο μας φάκελο που του ‘φερε ο χωροφύλακας και έκανε ό,τι ήταν γραμμένο μέσα. Έτσι το πρωί στο συσσίτιο, μ’ άρπαξε απ΄ το τσουλούφι και μου είπε με φωνή εθνική:

       --- Εσύ φύγε απ΄ τη γραμμή!

       --- Εγώ κύριε; Γιατί;

       --- Ναι, εσύ!

       --- Μα, γιατί; Τι έκανα;

       ---Εσύ τίποτα! Ο πατέρας σου τα έκανε μπάχαλο χθες στο μοίρασμα. Δεν άφησε τίποτα όρθιο! Έβρισε αρχές και προστάτες μας!

       --- Και δε θα πιω γάλα;

       --- Δε θα πιεις!

       --- Και τι φταίω εγώ, τι έκανε ο πατέρας μου; Εγώ πεινάω! Θέλω να φάω!   

        Ξεδίπλωσε ένα χαρτί, μου το ‘δειξε και είπε:

        --- Διαταγές εκτελώ! Άμα δε με πιστεύεις διάβασε τι γράφει.

        Είχα βάλει τα κλάματα. Σφούγγισα τα μάτια και τον ρώτησα:

        --- Τι γράφει;

        --- Πως σου κόβεται το συσσίτιο!

        --- Εμένα;

        --- Ναι, εσένα!

        --- Εμένα μου είπε ο γιατρός να τρώω, γιατί είμαι πετσί και κόκαλο και πρέπει να καρδαμώσω! Χωρίς φαϊ θα πεθάνω!

        Απόμεινε για λίγο σιωπηλός και μετά ψέλλισε φουσκωμένος πατριωτισμό;

        ---  Τι να σου κάνω! Καλά τα λέει ο γιατρός αλλά το δίκιο είναι με το χαρτί! Κάτσε έξω τώρα!

 

 

                                      

                                                = = = 

 

 

         --- Γεια σου Ελλάς με τους αρχόντους σου, τα ψεύδη  και τις υποσχέσεις τους! Τι άλλο να σου πω έτσι συγχυσμένος που είμαι!

         Αυτά θυμάμαι τώρα από δω μεριά Αθηνάς, κυλώντας το καροτσάκι φίσκα κατεψυγμένα προϊόντα για την αποθήκη. Δουλεύω έξι με τέσσερις, μ’ ένα τέταρτο διάλειμμα για κολατσιό και σωματική μου ανάγκη.  Το αφεντικό είναι φασίστας και μ’ έβαλε να δηλώσω πως έχω την απεργία κομμένη.  Τις προάλλες αρρώστησα και την έβγαλα  σε ράντζο δύο μήνες  με το πνευμόνι να κρέμεται έξω! Ο γιατρός ήθελε φακελάκι να με εγχειρίσει, δεν το είχα και μ’ έσφαξε σαν κάπρο. Ανάρρωσα στην τύχη, χάρη στο ισχυρό δομικό υλικό του κυττάρου μου. Είμαι για κλάματα! Οι μέρες μου μετρημένες, οι άλλοι χαμάληδες μ’ αποφεύγουν κι ένας γύπας υπουργός με κυνηγάει να μου πάρει το καρότσι, να με βάλει φυλακή και να με ακρωτηριάσει γιατί δεν έχω άδεια για το χειροκίνητο μεταφορικό μου!

          Όποιος θέλει να με βοηθήσει, ας έρθει οδός Αθηνάς, αριθμό τριάντα έξι, να φωνάξει, Βάιε χαμάλη! και να περιμένει. Σε δυο λεπτά έφτασα!      

       ellinikoxronografima.blogspot.gr

                           

                                                

 

          Διήγημα

 

                                         Καρέ της ντάμας   


 

                                                  Παναγιώτη  Αντωνόπουλου 

 

 

           Ο άντρας υποκλίθηκε με ευγένεια στην κοπέλα της ρεσεψιόν κι αφού διόρθωσε με αποφασιστικές αδραξιές τα φουντωμένα του μαλλιά, τη ρώτησε με το βλέμμα του στραμμένο προς τα δεξιά του διαδρόμου απ’ όπου ακούγονταν φωνές:

          << Έχει αρχίσει το χαρτί; Είχε λίγο χιόνι ο δρόμος κι άργησα. Θα με συγχωρήσουν πιστεύω οι κύριοι…>>

         Η κοπέλα χαμογέλασε χαριτωμένα και του είπε με αυθόρμητη εγκαρδιότητα:

          << Η πόρτα της λέσχης είναι ανοικτή όπως πάντα, κύριε και σας περιμένει να την περάσετε!>>

         Ο άντρας σαν  φάνηκε να τη θαυμάζει για λίγο έτσι όμορφη που ήταν μέσα στο λευκό μεταξωτό και στολισμένο με κίτρινες δαντέλες φόρεμά της, την άφησε και κίνησε με αργό κι αυστηρό βηματισμό για το διάδρομο. Δεν προχώρησε πολύ γιατί η νεαρή γυναίκα που καθόταν μόνη της στο σαλόνι και ξεφύλλιζε ένα περιοδικό μόδας του κέντρισε το ενδιαφέρον και σταμάτησε. Έτσι άρχισε να την κοιτάζει με βλέμμα αχόρταγο και σοβαρό. Η γυναίκα σήκωσε το κεφάλι τον είδε κι αυτή αδιάφορα κι αφού φύσηξε τον καπνό και μετακίνησε το τσιγάρο στην άλλη γωνία του στόματος, ξανάπεσε στο περιοδικό, δείχνοντας να το απολαμβάνει μέσα στην απόλυτη σιγή της αίθουσας.

       Για μια στιγμή ο άντρας σκέφτηκε να την αφήσει στην ησυχία της και να φύγει πηγαίνοντας στη λέσχη, εκεί που μια κέντα φλος του άσσου θα του χάριζε πολλά χρήματα, αλλά τα στρογγυλά κι εκφραστικά μάτια της που περιπλανούσαν το βλέμμα τους ακάματα στιγμές - στιγμές τριγύρω κι έμοιαζαν να έχουν απορροφηθεί από ανήσυχους και βαθείς συλλογισμούς τον έκαναν ν’ αλλάξει γνώμη και να μείνει εκεί σιωπηλός μέχρι να αποφασίσει αν θα την πλησίαζε ή όχι.

        Έτσι εντυπωσιασμένος από την κομψότητά της έκανε δυο βήματα προς το μέρος της όπου με μια εύθυμη επιπολαιότητα τη χαιρέτησε καλόθυμα. Στη γυναίκα ο χαιρετισμός αυτός δεν έκανε καμιά εντύπωση και συνέχιζε να διαβάζει το περιοδικό, ενώ τα κατσαρωμένα μαύρα μαλλιά της που έπεφταν στο μέτωπο της έδιναν μια κατεργάρικη όψη.

      Η αποτυχία του αυτή να επικοινωνήσει μαζί της τον πείσμωσε και τον ανάγκασε να κάνει άλλα δυο βήματα για να την πλησιάσει. Κι ως στάθηκε κοντά της και την κοίταξε, αμέσως μια αίσθηση επιθυμίας τον κυρίεψε και μια παράφορη έλξη τον διαπέρασε για τη γυναίκα αυτή που συνέχιζε να διαβάζει στη σιωπή που αράθυμα είχε απλωθεί μέσα στην απέραντη αίθουσα.  Έτσι αν κι έμεινε για λίγο σαστισμένος από την ομορφιά και τη φροντισμένη εμφάνισή της, μπόρεσε και κράτησε το βλέμμα του πιο πολύ απ’ ότι έπρεπε πάνω της για να τη θαυμάσει περισσότερο, έτσι που έμοιαζε σαν μοντέλο μέσα στο όμορφο φουστάνι που τόσο υπέροχα έπεφτε στους φαρδείς και συμμετρικούς ώμους της.   

       << Κι αυτά τα κόκκινα χείλη της σαν το χρώμα του κερασιού>> σκέφτηκε << σε προκαλούν τόσο πολύ και σου φωνάζουν αμετάκλητα να τα φιλήσεις!>>

       Έτσι σαν κοίταξε με αγωνία τα λίγα μέτρα που τον χώριζαν από τη θέση της, πήρε την απόφαση να την πλησιάσει και να τακτοποιήσει μια και καλή τους λογαριασμούς μαζί της. Κι αμέσως φτάνοντας κοντά της ύστερα από μια αδέξια αλλά αποφασιστική κίνηση της είπε βιαστικά με μια διακριτική ματιά που απλώθηκε σε ολόκληρο το σώμα της:

          << Περίεργο που μια γοητευτική κυρία δεν πλήττει μόνη της! Τι θα έλεγε αν θα της χάριζα την ταπεινή μου συντροφιά! >>

         Η γυναίκα σήκωσε το κεφάλι απ’ το περιοδικό, τινάχτηκε, του ‘ριξε μια κλεφτή ματιά κι άφησε το βλέμμα της να πλανηθεί πάνω του, λίγο άσκοπα σαν να μην της έκανε εντύπωση η ξαφνική παρουσία του. Αλλά μέσα της ζωντάνεψε κάτι, η αδιάφορη καρδιά της ζεστάθηκε και μια συγκρατημένη ευφορία τη διαπέρασε για τον άγνωστο και φιλικό άντρα. Έτσι αφού άφησε το περιοδικό από τα χέρια της πάνω στο τετράγωνο τραπέζι που ήταν μπρος της και τον παρατήρησε γοητευμένη και εξονυχιστικά με τα μεγάλα της μάτια, του είπε χαμηλόφωνα και παρακλητικά:

        << Θέλεις να επικυρώσω την επιθυμία σου και να σου ζητήσω να καθίσεις; >>

         Ο άντρας έστρεψε τότε τα λυπημένα του μάτια στα δικά της και με μια υπέρμετρη θέληση της αποκρίθηκε:

         << Πείτε μου το ναι κι εγώ θα καθίσω αμέσως δίπλα σου! >> Κι αμέσως έγειρε στον καναπέ με ανακούφιση βέβαιος πως δε θα της το αρνιόταν.

          Η γυναίκα θαύμασε την επιμονή του και ωθούμενη από τη λυσσασμένη περιέργειά της να μάθει περισσότερα πράγματα γι’ αυτόν τον ευγενικό τυχοδιώκτη, του είπε μ’ ένα αλαφιασμένο ύφος και μια νωθρή στάση:

         << Κάθισε! Αλλά όμως πριν πούμε οτιδήποτε ας έρθουμε στο προκείμενο: τι θέλεις από μένα; >>

         Τα λόγια της αυτά ήχησαν άσχημα στ’ αυτιά του που αν και τον αποθάρρυναν, εντούτοις ακούμπησε σιγά- σιγά το σώμα του στον καναπέ και κάθισε κοντά της. Έτσι θωρώντας την κατάματα με τα μικρά βαθιά του μάτια, της είπε με σπασμένη φωνή:

          << Θέλω η κομψή σου παρουσία να μου διαλύσει για απόψε το θολό τοπίο της ύπαρξής μου και να νιώσω μαζί σου ένας πολύ ευτυχισμένος άνθρωπος >>.

        << Ω, μα εσύ δεν κρατιέσαι!>> του έκανε με έμφαση αυτή και με τεντωμένο το κεφάλι δίπλα του σε απόσταση αναπνοής, πρόσθεσε: << Το τραβάς πολύ, κύριε και πρέπει να ξέρεις πως υπάρχουν και όρια… >> και δείχνοντας θυμωμένη τραβήχτηκε από κοντά του μ’ ένα θρηνητικό και ειρωνικό μακρόσυρτο γέλιο.  Γρήγορα όμως μαντεύοντας τη δυσάρεστη προοπτική που ανοιγόταν μπροστά της για την επικείμενη σχέση της μαζί του που από την αρχή όσο κι αν έδειξε προσποιούμενη να την υποβιβάσει, δεν το ήθελε, άλλαξε τη συμπεριφορά της για να του πει μ’ ένα καταδεκτικό τρόπο: << Δεν είμαι μόνη, είναι κι ο άντρας μου εδώ! Δε σου λέει τίποτα αυτό; >>

       Ο άντρας απόμεινε για τρία δευτερόλεπτα βουβός, ξερός κι αποσβολωμένος. Ωστόσο συνήλθε γρήγορα και της είπε με έμφαση σαν να ήθελε να την προκαλέσει και να την επιπλήξει μαζί:

       << Τι θέλεις να πεις μ’ αυτό; Πώς εγκαταλείπει μια όμορφη γυναίκα, δείχνοντας αδυναμία να την προστατέψει; >>

        << Όχι κι έτσι, όχι κι έτσι!>> ξεφώνισε τότε η γυναίκα και του γύρισε προκλητικά την πλάτη. << Περιφρονώ τις έξαλλες συκοφαντίες σου για τον άντρα μου γιατί θίγουν και μένα. Προσωπικά δεν έχω κανένα παράπονο απ’ αυτόν και νομίζω πως γελιέσαι αν σου έδωσα την εντύπωση  της κουρασμένης και της απογοητευμένης. Με αγαπά σαν θέλεις να μάθει σαν τρελός! >>

       << Χα!>> έκανε ο εκείνος και μ’ ένα τρυφερό άγγιγμα της πλάτης της, την γύρισε πάλι εμπρός. Και ύστερα με μια κυνική έκφραση λες και ήθελε να τα παίξει όλα για όλα, της είπε, αποφασιστικά: << Είσαι σε πολύ θλιβερή θέση κι ας μην το παραδέχεσαι! Και για να στο πω πιο ρεαλιστικά, μάλλον εσύ γελιέσαι που νομίζεις πως σε αγαπά!>>

        Ο ήχος της μουσικής εισέβαλε πιο έντονος και δυνατός στο χώρο της αίθουσας. Τυμπάνιζε σχεδόν, θρόιζε που και που, κι ακουγόταν σαν το νερό που κελάρυζε πέφτοντας από το βράχο. Αυτό μαζί με τα λόγια τού  άντρα ήταν αρκετό για να αλλάξει τη διάθεση τής γυναίκας που από λεπτό σε λεπτό μεταμορφώθηκε κι ένιωσε περιττή κι αδύναμη. Τα ανέκφραστα μάτια της έδειχναν πως ο ξένος είχε μαντέψει σωστά κι αυτό την έκανε να φοβηθεί και να πλήξει φοβερά. Πολύ θα ήθελε να το παραδεχτεί αλλά δεν ήταν εύκολο. Έτσι σιώπησε κι απόμεινε βουβή κι αμήχανη να τον κοιτάζει σαν να αφουγκραζόταν κάποιο τρομερό θόρυβο.

       Ο άντρας την ένιωσε που είχε απορροφηθεί από βαθείς κι ανήσυχους συλλογισμούς και για να τη βγάλει απ΄ αυτή τη δύσκολη θέση, της είπε με μια ωραιότητα στα λόγια του:

       << Δεν πάμε στη σουίτα μου να τα πούμε καλύτερα; Το ευφυές πνεύμα μας ίσως μας βοηθήσει εκεί να τα βρούμε με την άνεσή μας!>>

    << Αχ, θα έπρεπε να σε είχε πάρει τόση ώρα ο διάβολος!>> του είπε εξοργισμένη η γυναίκα κι έβγαλε ένα φίνο και παράξενο γέλιο. Και ύστερα με μια αλλόκοτη ευχαρίστηση πρόσθεσε δείχνοντας την αυτοκυριαρχία της: << Εγώ στη σουίτα σου, με τον  άντρα μου τριάντα μέτρα από  ‘δω! Τι γελοίος που είσαι! >>

      Ο άντρας ωστόσο δεν πτοήθηκε μ’ αυτό που άκουσε γιατί η πείρα του με τις γυναίκες των ξενοδοχείων τον είχε δασκαλέψει αρκετά ώστε να μπορεί ν’ αντιμετωπίζει τέτοιες συμπεριφορές, να μιλά με άνεση τη γλώσσα τους και να κρατάει μια γέφυρα επικοινωνίας μεταξύ τους όσο κι αν τον δυσαρεστούσαν. Έτσι είπε ήρεμα στη γυναίκα:

        << Τριάντα μέτρα από ‘δω; Θαρρώ πως θα ‘χει πέσει με τα μούτρα στη δουλειά! >>

      << Παίζει χαρτιά δε δουλεύει!>>

      <<Αν σου ‘λεγα πως το είχα μαντέψει, τι θα ‘λεγες; >>

      << Θεέ μου! Σαν να αισθάνεσαι χαρούμενος!>>

      << Τους ξέρω καλά εγώ αυτούς τους χαρτοπαίκτες. Υποτάσσονται στο  πάθος του τζόγου και χάνουν την ικανότητα και τη σοβαρότητά τους. Σου λέω λοιπόν, πως καρφί δεν του καίγεται για σένα και πως δε θα ξεκολλήσει από τη μυρωδιά του χαρτιού πριν έρθει το πρωί >>.

       Η γυναίκα φάνηκε σαν να μην πίστευε τα λόγια του και του έκανε με ειρωνεία:

       << Υπερβάλλεις!>>

       << Θέλεις να δοκιμάσεις; Τόλμησε να έρθεις στη σουίτα μου και θα δεις τότε πως θα εκτιμήσεις τα λόγια μου >>.

       Δεν υπήρχε αμφιβολία πια, πως με όσα είχε ακούσει από το στόμα του, άρχισε να αναγνωρίζει την υπεροχή του. έτσι που χωρίς ενδοιασμούς αφέθηκε στη δίνη του απίστευτου αυτού άντρα και με ιδιαίτερη ευχαρίστηση παραδόθηκε στην ανεξήγητη έλξη και την ακαταμάχητη γοητεία του. Για να του πει ανήσυχη και φοβισμένη:

      << Η μέρα βλέπει τις δουλειές της νύχτας και γελάει! Ωστόσο θα το τολμήσω να έρθω! >>

      << Μπράβο σου! Είναι αναγκαίο να το κάνεις! >> της έκανε με ενθουσιασμό εκείνος και μ’ ένα χαμόγελο στο ευφυές πρόσωπό του την έπιασε απ’ το χέρι για να την οδηγήσει στην πολυτελή σουίτα του.

       Στη σουίτα σαν κάθισαν ο άντρας της είπε με μια πρόθεση να της διώξει το φόβο:

       << Με γνωρίζουν όλοι καλά εδώ και με προσέχουν>> και της έδειξε το τραπέζι. Ένα μπουκάλι σαμπάνια με δυο άδεια κρυστάλλινα ποτήρια είχε σερβιριστεί πλουσιοπάροχα για την εξαιρετική στιγμή που θα ζούσαν.

       << Όχι, όχι! Δε θα πιούμε!>> ψέλλισε βιαστικά και φοβισμένη η γυναίκα κι έδειξε μια έντονη διστακτικότητα. << Με παρέσυρες δεν το καταλαβαίνεις;>>του είπε στη συνέχεια με τόσο ειλικρινή κι απελπισμένο τρόπο που φάνηκε να της έφερε μελαγχολία.

     Ο άντρας  τότε πλησίασε το τραπέζι και σαν πήρε με μια εξαιρετική απαλότητα το μπουκάλι στα χέρια του και το άνοιξε, γέμισε τα ποτήρια και με μια ενθουσιώδη κίνηση της προσέφερε το ένα, λέγοντάς της με κατανόηση που περιείχε πόθο:

       << Μη συνωμοτείς κατά του πεπρωμένου σου, δε θα σε βγάλει σε καλό! >> και τσούγκρισε με ένα ήρεμο άγγιγμα το ποτήρι της.

     Η κίνησή του αυτή αιχμαλώτισε τη γυναίκα και την έκανε ανυπεράσπιστη. Έτσι νιώθοντας ήρεμη σαν θάλασσα μετά την τρικυμία του είπε με μάτια που φανέρωναν ένα μείγμα προσμονής και θριάμβου:

      << Είναι περίεργο πως μαζί σου δεν μπορεί να πλήττει κανείς! >> και φέρνοντας το ποτήρι στα χείλη το ήπιε μονορούφι.

      Αυτός τότε ακολούθησε με τα μάτια την κατεύθυνση του χεριού της ως τα χείλη της και σαν είδε το άδειο της ποτήρι έκανε κι αυτός το ίδιο, αδειάζοντας και το δικό του. Έτσι παίρνοντας πάλι το μπουκάλι στα χέρια του ξαναγέμισε τα ποτήρια για να της πει μ’ ένα γλαφυρό τρόπο που αποκάλυπτε τα συναισθήματά του:

        << Θέλουμε και οι δυο την ελευθερία, δεν το νιώθεις;>>

        Η γυναίκα στα λόγια του ένιωσε σαν ταραγμένη θάλασσα. Μεγάλα κύματα την χτυπούσαν αδυσώπητα κι έπεφταν με βαρβαρότητα και με θόρυβο πάνω στο ανυπεράσπιστο κορμί της. Ανήμπορη ν’ αντισταθεί στην πίεση του εσωτερικού της κόσμου, περίμενε τον αιώνιο πάταγο της ενοχής να τη σκοτώσει μαζί με την αίσθηση του χρόνου εκείνης της στιγμής. Και απελπισμένη πλησίασε το τραπέζι να πάρει ένα τσιγάρο από το πολυτελές πακέτο που στόλιζε απίθανα το ντεκόρ του σερβιρίσματος. Και τότε τη ματιά της ζωντάνεψε η αίσθηση της τράπουλας που σκόπιμα θαρρείς πλανιόταν στο κέντρο του τραπεζιού πάνω σε μια πράσινη τσόχα με τις τέσσερις ντάμες της ελαφρώς τραβηγμένες μπροστά να προβάλουν την ισχύ τους μέσα από την κομψή τους εμφάνιση.

      Με έκφραση μιας κάποιας αγριότητας η γυναίκα τότε τον ρώτησε: << Τι βλέπω; Καρέ της ντάμας; Είσαι χαρτοπαίκτης; >> 

        << Μη με κατασπαράζεις! >> της αποκρίθηκε αυτός και σαν σηκώθηκε την πλησίασε τόσο κοντά που την άγγιξε σχεδόν με το σώμα του.

       << Και γιατί δεν πήγες να παίξεις;>> 

        <<Μαζί σου βρήκα τη θεία τάξη! Τι να ‘κανα στη λέσχη; Εκεί μόνο την αναρχία των αισθήσεων βρίσκει κανείς >> της είπε και την αγκάλιασε.

        << Παίζει ο άντρας μου εκεί!>> 

         << Ας παίζει!>> της ψιθύρισε με καλόθυμο χαμόγελο και μισοκλείνοντας τα μάτια έγειρε πάνω της να τη φιλήσει.

        << Όχι!>> του έκανε και τραβήχτηκε από κοντά του, << μπορεί να με αναζητήσει, ας είμαστε εγκρατείς>>.

        << Μόνο σαν του έρθει κέντα φλος του άσου και τους ξεπουπουλιάσει θα φύγει, πράγμα απίθανο >> της αποκρίθηκε σοβαρά εκείνος και την έπιασε απ’ τα χέρια, οδηγώντας την στην κρεβατοκάμαρα.

         << Μπορεί όμως!>>

         << Όχι! Αλλά το βρίσκω και υπερβολικά αστείο να σε θυμάται στον πυρετό του πάθους του για το τζόγο! Γι’ αυτό μην ανησυχείς κι έλα να υποκλιθούμε στις προσταγές του μεγάλου έρωτα>>.

         Στο κρεβάτι σαν έπεσαν η γυναίκα τον έσφιξε πάνω της και παραδόθηκαν στην υπέροχη γαλήνη των αισθήσεων. Κι όπως έλιωνε κάτω από την τρυφερότητα του κορμιού του, η υπέρτατη θέλησή της να την κάνει δική του τη συνάρπασε τόσο που ένιωσε δυνατά και για πολλά ώρα τις φλέβες της να καίγονται και μια συγκλονιστική ομορφιά να διαπερνά το σώμα της και να την οδηγεί σιγά- σιγά στον ίλιγγο της πλήρους εξουθένωση του είναι της.

         Και σαν πια η εισβολή του αντρικού κορμιού μέσα της ολοκληρώθηκε, γαντζώθηκε πάνω του και ανυπεράσπιστη αφέθηκε να παρασυρθεί από τη δίνη του ερωτικού τους πάθους.

          << Μου ‘ρχεται να γελάσω και να κλάψω μαζί ύστερα απ’ αυτό που μου συνέβη >> του εξομολογήθηκε στο τέλος τής πράξης  και σηκώθηκε γλιστρώντας  σαν χέλι από την αγκαλιά του. Κι αφού ντύθηκε κι άνοιξε την πόρτα για να φύγει, πρόσθεσε με μια ραφινάτη συμπεριφορά που έδειχνε πως έπλεε σε πελάγη ευτυχίας: << Νιώθω ένα αίσθημα αυτάρκειας κι αυτό μου αρέσει! Ελπίζω η μικρή μου αυτή περιπέτεια να μη μου βγει σε κακό! >>

         << Όλα θα πάνε καλά! >> τη διαβεβαίωσε ο άντρας και σηκώθηκε κι αυτός. Κι αφού την κατευόδωσε με δυο βήματα και της άνοιξε την πόρτα, την είδε σε λίγο να χάνεται σαν μια ξεθωριασμένη φιγούρα στο βάθος του διαδρόμου.

         Ύστερα ντύθηκε και κατέβηκε στη λέσχη. Σαν κάθισε ο σύζυγος τής γυναίκας που πριν από λίγο την είχε καλέσει στην σουίτα του, ετοιμαζόταν να μοιράσει την τράπουλα. Σαν τον είδε τον ρώτησε κοιτάζοντάς τον με μια ύποπτη ματιά:

          << Θέλεις χαρτί; >>

          << Τότε γιατί ήρθα; >> ψέλλισε με μια έκφραση απαλότητας εκείνος κι άπλωσε το χέρι του να το πάρει.

             ellinikoxronografima.blogspot.gr

 

 

                   Παναγιώτης  Αντωνόπουλος

Διήγημα     


 

                                 Η  εκδίκηση  του  δάσους  

                                     

             Ο εφοπλιστής Λεόντιος σαν άφηνε τα γραφεία της εταιρείας του στον Πειραιά, ερχόταν στην πολυτελή έπαυλή του στα νοτιοδυτικά της Πελοποννήσου για ξεκούραση και ανάκτηση δυνάμεων.  Τον υποδεχόταν εδώ το υπηρετικό  του προσωπικό κι αφού τον φρόντιζε τις τρεις πρώτες μέρες ανελλιπώς, την τέταρτη τον οδηγούσε στη μεγάλη βιβλιοθήκη του με τους χρυσόδετους και σπάνιους τόμους της για να διαβάσει. Σαν απόμενε μόνος του ο εφοπλιστής, κατέβαζε από τα ράφια όλα τα κυνηγητικά βιβλία και άρχιζε να τα διαβάζει μονορούφι. Και τούτο γιατί διαβάζοντας τέτοια βιβλία αποκτούσε γνώσεις που του χρησίμευαν στις κυνηγετικές του εξορμήσεις. Έτσι γινόταν μέρα με τη μέρα καλύτερος κυνηγός και τα θύματά του αυξάνονταν. 

          Επειδή του άρεσε  να βλέπει κακοποιημένα ζώα, είχε φτιάξει δίπλα από τη βιβλιοθήκη του ένα μουσείο με ταριχευμένα! Τα είχε κλείσει προσεχτικά σε ράφια, ασφαλισμένα με γυάλινα τζάμια που η ταυτότητά τους γινόταν γνωστή από τη μικρή κόκκινη ετικέτα που κρεμόταν απ’ το λαιμό του ζώου κι έγραφε το όνομά του. Έτσι ο επισκέπτης, που, φυσικά έπρεπε να είχε γερά νεύρα από ατσάλι, έβλεπε ελάφια με βγαλμένα μάτια, αλεπούδες με κομμένες ουρές, λαγούς να τους λείπουν τ’  αυτιά, πουλιά με σπασμένα ράμφη, σκιουράκια ακέφαλα και χελωνάκια με λιωμένα τα όστρακά τους! Ακόμη σε μια γωνιά της αίθουσας προς τα  ανατολικά, κρέμονταν από τα τσιγκέλια δυο αγριογούρουνα με ανοιχτές τις κοιλιές τους, αφήνοντας να φαίνονται τα σπλάχνα τους με όλη εκείνη την αποτρόπαια εικόνα που αφήνει ένα ξεκοιλιασμένο ζώο.  Στη νότια πλευρά, πάνω σε ειδικά ξύλινους πάγκους, βρίσκονταν εκτεθειμένα δώδεκα κεφάλια ζαρκαδιών, πνιγμένα στα ξερά κόκκινα αίματα, άλλες τόσες ουρές τσακαλιών κι άλλη μια δωδεκάδα πόδια κουναβιών σε πλήρη παραμόρφωση! Σκορπισμένα τώρα εδώ κι εκεί, ανάμεσα στα διάφορα εκθέματα, υπήρχαν κι άλλα μικρότερα ταριχευμένα ζώα που η αναφορά τους και μόνο θα ‘κανε κουραστική την αφήγησή μας.

          Δυο φορές ο εφοπλιστής Λεόντιος είχε κινδυνέψει να χάσει τη ζωή του εξαιτίας αυτής της καταστροφικής μανίας που έτρεφε για τη φύση και για τα δημιουργήματά της αλλά και τις δυο φορές γλίτωσε! Τη μια στον Ταύγετο, όταν κυνηγώντας ένα αγριόγιδο, το στρίμωξε σ’ ένα γκρεμό και το πλησίασε στα πενήντα μέτρα. Σηκώνοντας τότε το όπλο του να το τουφεκίσει, το αγριόγιδο γλίστρησε και γκρεμοτσακίστηκε κάτω στο βάραθρο. Όλη όμως αυτή η εικόνα της πτώσης του, του έφερε μια μικρή ζάλη και χωρίς και ο ίδιος να το καταλάβει, του ‘φυγε το όπλο από τα χέρια και κύλησε στην απότομη πλαγιά του γκρεμού, φτάνοντας κάτω διαλυμένο. Αμέσως έγινε τόσο βλάσφημος που ξεστόμιζε ασυστόλως ακατονόμαστες ύβρεις  ώσπου έχασε την ισορροπία του για να πέσει και αυτός στο κενό και να συρθεί ανάμεσα στα κοφτερά βράχια. Για καλή του όμως τύχη τον σταμάτησε ο κορμός ενός πεύκου και γλίτωσε με λίγους μώλωπες στο δεξί του χέρι και ανεπαίσθητες εκδορές στο πρόσωπο.

          Την άλλη φορά ο κίνδυνος τον βρήκε στο Μαίναλο. Κυνηγούσε έναν κάπρο, και σαν τον λάβωσε ύστερα από πέντε πυροβολισμούς, το πληγωμένο ζώο πρόλαβε και κρύφτηκε στα χαμόκλαδα που βρίσκονταν πίσω από μια μεγάλη στέρνα με νερό. Για να το βρει ο εφοπλιστής ανέβηκε στο χείλος της στέρνας. Τότε το ζώο όρμησε πάνω του και τον πέταξε μέσα! Κι εκεί που πανικόβλητος κοιτούσε το νερό να βάφεται κόκκινο από την πληγή στο πόδι του, ένας περαστικός βοσκός τον είδε, τον έβγαλε έξω και τον γλίτωσε!

          Ο εφοπλιστής όμως  ήταν σκληρό καρύδι και δεν το ‘βαζε κάτω. Σκληρόψυχος κι εγωιστής, συνέχιζε το βιολί του να εχθρεύεται τη φύση μ’ όλη την κακία και την αχαριστία του. Το ‘βλεπαν πολλοί αυτό και περισσότερο ο φύλακας του δάσους, ένα λυγερόκορμο γεροντάκι που προστάτευε από το πρωί μέχρι το βράδυ την ομορφιά του. Τον τελευταίο καιρό τούτος ο φύλακας είχε παρατηρήσει ένα ιδιαίτερο κακό που γινόταν στο δάσος. Έβλεπε πως όταν ο εφοπλιστής σκότωνε ένα ζώο αμέσως ξεραινόταν κι ένα δέντρο! Στην αρχή δεν έδωσε και πολλή σημασία γιατί νόμισε πως κάποια αρρώστια ρίχνει κάτω νεκρά τα έρημα τα δέντρα. Σαν πέρασε όμως καιρός και είδε πως τα δέντρα έπεφταν κάτω το ένα μετά το άλλο, συμπέρανε πως ένας θάνατος ζώου, έφερνε νομοτελειακά κι ένα θάνατο δέντρου!

          Αυτό τον ανησύχησε και θεώρησε υπεύθυνο για την καταστροφή του δάσους, τον εφοπλιστή. Έτσι κίνησε ένα πρωί και πήγε να τον βρει. Τον δέχτηκε εκείνος στην αίθουσα των ταριχευμένων ζώων του και θωρώντας τον με καχυποψία μέσα από τη φανταχτερή κυνηγετική στολή του, τον ρώτησε ψυχρά, τι ήθελε. Αμέσως ο φύλακας χωρίς υπεκφυγές και με θάρρος του αποκάλυψε αυτό που είχε επισημάνει και είχε δει με τα μάτια του: << Πως κάθε φορά που σκοτώνει ένα ζώο και φεύγει από το δάσος, πίσω ξεραίνεται κι  ένα δέντρο! >> Γέλασε κάτω από το πλατύ μουστάκι του ο εφοπλιστής και χαϊδεύοντας το όπλο που κρεμόταν δίπλα του, του είπε, όλο κακία: << Αυτές τις ανοησίες να τις πεις αλλού, φύλακα! Τα ζώα είναι δικά μου και όσο ζω θα τα σκοτώνω!  Η φύση να ξέρεις γι’ αυτό τα έφτιαξε. Για να μας δίνουν το κρέας και το δέρμα τους! Κι εγώ δεν κάνω τίποτα άλλο παρά ν’ ακούω τη φωνή της! >>

Κάτι πήγε να πει ο φύλακας αλλά δεν πρόλαβε, γιατί τον έσπρωξε βίαια σε μια διπλανή αποθήκη και κλείνοντάς του την πόρτα τον φυλάκισε. Δυο τεράστια φίδια ξεκουλουριάστηκαν κάτω από τα πυκνά ξερόφυλλα κι άρχισαν να διπλώνονται στα πόδια του. Με τα κεντριά τους έξω από το στόμα, τα μάτια τους  να γυαλίζουν σαν μικρές εστίες φωτιάς και τις φολίδες στο δέρμα τους ν’ αλλάζουν χρώματα από στιγμή σε στιγμή, άρχισαν ν ΄ ανεβαίνουν  από τις κνήμες στους μηρούς κι από εκεί να περνάνε στο στήθος, πηγαίνοντας να βρουν το λαιμό του για να τον πνίξουν. Και τότε έντρομος  ο φύλακας, μέσα σε κραυγές υστερίας,  άρχισε να χτυπά την πόρτα, καλώντας βοήθεια.

          Τον άκουσε ο εφοπλιστής, άνοιξε και μπήκε μέσα. Αφού έκανε νεύμα με τα δυο του χέρια στα φίδια να σταματήσουν την αναρρίχηση στο σώμα του, πλησίασε το τυλιγμένο κορμί του και πιάνοντας τα σιχαμερά ερπετά απ’ τις ουρές τα πέταξε κάτω και τα ανάγκασε να κρυφτούν πάλι στις φυλλωσιές τους. Εκείνα όση ώρα σέρνονταν για να κρυφτούν, σφύριζαν ασταμάτητα και κουνούσαν το σώμα τους με δυνατό πλατάγισμα στον αέρα λες και τα τυραννούσε κάποιος  ανεπιθύμητος δαίμονας. Λευτερώνοντας  το φύλακα, τον έβγαλε έξω, για  να  του  πει  με   αυστηρό  ύφος, και υψωμένη τη φωνή: << Θαρρώ, ασήμαντε φύλακα, να πήρες μια γεύση της δύναμής μου! Από σήμερα, κλείσε το στόμα σου και μη λες τίποτα για τα ζώα που σκοτώνω και τα δέντρα που ξεραίνονται! Φύγε και μη σε ξαναδώ στα μάτια μου! >>

          Χώρισαν σαν δυο τραυματισμένοι μονομάχοι. Ο ένας να συνεχίσει το κακό στη φύση κι ο άλλος ν’ απλώσει και πάλι τις μεγάλες φτερούγες του για να την προστατέψει.

         

 

 

                                                * * *                               

 

 

 

          Πέρασαν πέντε χρόνια από τότε που έγινε το επεισόδιο ανάμεσα στον εφοπλιστή και το φύλακα, χωρίς να προκύψει τίποτα το ιδιαίτερο μεταξύ τους. Προέκυψε όμως  κάτι στο δάσος που απλωνόταν πάνω από την πολυτελέστατη οικία του εφοπλιστή και του χάριζε την ομορφιά και τη ζωή. Από το καταπράσινο τούτο δάσος δεν είχε μείνει τίποτα όρθιο και χλωρό! Κι εκεί που άλλοτε τα νερά του άφριζαν γάργαρα και τραγουδούσαν μέσα στην κοίτη του ποταμού, τώρα στέρεψαν και οι μελωδίες τους έσβηναν από ρυάκι σε ρυάκι που μετά βίας κρατούσαν δυο τρεις σταγόνες νερού! Τα πιο πολλά ζώα μετοίκισαν κι άλλα ψόφησαν, αφήνοντας διάσπαρτους τους σκελετούς τους να σαπίζουν στο ξερό χώμα και στα άνυδρα φαράγγια. Ως και οι τσοπάνηδες που έβοσκαν τις κατσίκες τους στη φιλόξενη χλόη του όμορφου δάσους, αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν το νεκρό του τοπίο και να φύγουν μακριά, ελπίζοντας να τους βρουν εκεί τροφή!

 

 

                                     

                                                * * *                              

 

 

 

 

           Ώσπου μια Άνοιξη ο εφοπλιστής αποφάσισε να παντρέψει το μοναχογιό του. Προσκάλεσε πολλούς, όλοι τους άνθρωποι του χρήματος και της δόξας. Ευλογήθηκε το μυστήριο στην μικρή ιδιωτική εκκλησία της οικίας του εφοπλιστή και μετά το πέρας της γαμήλιας τελετής, κάθισαν όλοι για φαγητό στην πολυτελέστατη  τραπεζαρία. Οι καλεσμένοι είχαν την ευκαιρία να γευτούν τα πρωτότυπα και σπάνια εδέσματα του εφοπλιστή, που, θεωρήθηκαν  θαύματα μαγειρικής του Γάλλου σεφ και των βοηθών του. Μαζί με τα  συνηθισμένα φαγητά, σερβιρίστηκαν, μοσχάρι γεμιστό της Πάρμας, παπάκια με ζωμό πορτοκαλιού, λαχανοντολμάδες με κιμά και άσπρη σάλτσα, χήνες στη σούβλα και πέρδικες κρασάτες αλά Ισπανικά. Ακόμη στο τέλος προσφέρθηκαν για επιδόρπια, καρυδόπιτα, τηγανίτες με μυζήθρα κι αχλάδια γεμιστά με μέλι και καρυδόψυχα.

          Η ημέρα ήταν καλή αλλά το απόγευμα ένα μούχρωμα απλώθηκε σιγά - σιγά στο νότο για να φτάσει ως το βορρά. Η καταπράσινη και ανθισμένη φύση πανηγύριζε την αναγέννησή της και τα πουλιά κελαηδούσαν χαρούμενα πετώντας από κλαδάκι σε κλαδάκι, ανάλαφρα και ζωηρά. Μόνο το φαλακρό βουνό πάνω από το σπίτι του εφοπλιστή φάνταζε σαν μαύρος δράκοντας, έτοιμος να ρουφήξει αίμα! Κι όλο μάζευε τα σύννεφα για να κρύψει τη γύμνια του κι όλο γέμιζε αντάρα  για να εκδικηθεί. Και για να μη φανεί πως είχε χάσει ολότελα την ψυχή του, σήκωσε ένα δυνατό αεράκι κι έριξε τις πρώτες δυνατές σταγόνες της βροχής.  Και μέχρι να σηκώσουν τα κεφάλια τους οι καλεσμένοι και να κοιτάξουν το φλεγόμενο βουνό από τις αστραπές και τις βροντές, η καταιγίδα είχε ξεσπάσει! Κι ως να σταυροκοπηθούν μερικοί, το νερό, αφρισμένο ποτάμι, κυλούσε κατά πάνω τους, παρασύροντας ό,τι έβρισκε μπρος του.  Και σαν γέμισαν οι χείμαρροι και δεν χωρούσαν πια τα νερά οι κοίτες τους, τα ξέχυναν απέξω και τα έστελναν με ορμή ίσια πάνω στο σπίτι του εφοπλιστή. Όσο το χτυπούσαν αλύπητα σαν περνούσε  η ώρα τόσο  ο φόβος και η αγωνία των καλεσμένων για τη ζωή τους μεγάλωνε και τους οδηγούσαν στα πρόθυρα της τρέλας. Έτσι δεν άργησαν ν’ ακουστούν γρήγορα από πολλούς κλάματα απελπισίας και να γεμίσουν τον αέρα   οι πρώτες φωνές απόγνωσης και πανικού.

          O εφοπλιστής ησυχία δεν είχε και πηγαινοερχόταν νευρικός και αμίλητος από τη μια μεριά της αίθουσας στην άλλη. Ποτέ δεν είχε φανταστεί ότι θα μπορούσε να βρεθεί σε μια τέτοια δύσκολη και φριχτή θέση. Όλα τα είχε προνοήσει για την ασφάλεια της πολυτελέστατης βίλας του, αλλά τούτη την πλημμύρα δεν μπορούσε να τη διανοηθεί και τώρα βρισκόταν στο έλεος της καταστροφής. Ποιος έφταιγε γι’ αυτό; Κάποιος, γιατί αμέσως είδε τα δυο του φίδια να έρχονται προς το μέρος του, σφυρίζοντας και να του δείχνουν τα φοβερά κεντριά τους! Έντρομος  έβγαλε μια κραυγή τρόμου και θυμήθηκε το δασοφύλακα, τα ζώα που είχε σκοτώσει και τα δέντρα που ένα - ένα ξεραίνονταν όταν η ψυχή τους έσβηνε από το δάσος. Έβγαλε τότε το πιστόλι του, τα πυροβόλησε και τα σκότωσε. Έπιασε ύστερα την πόρτα που την τράνταζαν τα ορμητικά νερά και προσπάθησε να τη στηρίξει. Κατάλαβε  όμως πως γρήγορα η ορμή του νερού θα την έσπαζε και φώναξε τους υπηρέτες του. Έτσι τους έδωσε εντολή να την ενισχύσουν με χοντρές σανίδες που κάρφωσαν από τη μια μεριά του παραστάστη ως την άλλη. Και σαν το έκαναν αυτό, τους συμβούλεψε να μαζέψουν τα τραπέζια και τις καρέκλες και να τα βάλουν μπροστά από την πόρτα, κάνοντάς τα φράγμα απελπισίας.

          Κι ενώ όλα έδειχναν πως η πλημμύρα δεν είχε μέσα της άλλο κακό ιστό να ξετυλίξει και να φέρει την καταστροφή, ένας δυνατός γδούπος που ακούστηκε στη τζαμαρία και τη θρυμμάτισε, μεγάλωσε ακόμη πιο πολύ τον πανικό και την υστερία. Κι αμέσως σώματα ξάπλωσαν κάτω, γυαλιά εκτοξεύτηκαν, νερά ορμητικά πλημμύρισαν την αίθουσα  και φωνές, κλάματα και βογκητά, ενώθηκαν με ματωμένα μέλη που έπλεαν στα θολά νερά! Ο εφοπλιστής  βλέποντας αυτή τη βιβλική καταστροφή, πήδησε πάνω στο σωρό από τα αντικείμενα να γλιτώσει. Δεν πρόλαβε ούτε δευτερόλεπτο να νιώσει ασφαλής, γιατί η πόρτα υποχώρησε βίαια και παρέσυρε ό,τι βρήκε μπρος της. Όλα τώρα ήταν στο έλεος της δίνης και της  καταστροφής κι όλα έδειχναν πως ο δρόμος τους τα οδηγούσε στο απόλυτο μηδέν. Και όταν σε λίγο και η νότια πλευρά του σπιτιού δέχτηκε ένα δυνατό τράνταγμα, όλοι πια ήταν σίγουροι για το χαμό που τους περίμενε. Το τράνταγμα πρέπει να ήταν πολύ ισχυρό γιατί υποχώρησε η μπαλκονόπορτα κι όλοι οι άνθρωποι που ήταν εκεί μαζεμένοι, παρασύρθηκαν  από τα ορμητικά νερά που μπήκαν μέσα και βρέθηκαν στο λεπτό ξαπλωμένοι κάτω και εγκλωβισμένοι ο ένας με τον άλλο. Και σαν τα σώματα συνέχιζαν να πέφτουν και να χάνονται στο υγρό στοιχείο οι φωνές και τα βογκητά πολλαπλασιάζονταν, οι κραυγές επαναλαμβάνονταν και τα θολά νερά βάφονταν κόκκινα από τα αίματα που έτρεχαν από  τις  ανοιγμένες πληγές.

          Ο εφοπλιστής όρθιος ακόμη παρακολουθούσε το χαλασμό, ανήμπορος να τον αποτρέψει. Κατάλαβε πως και ο ίδιος ήταν χαμένος και τράβηξε το πιστόλι. Δεν πρόλαβε όμως γιατί τον παρέσυρε ο κορμός ενός δέντρου και σαν τον παρέσυρε, τον πέταξε με ορμή πάνω στον τοίχο, και τον έκανε  κομμάτια!

         ellinikoxronografima.blogspot.gr