Δευτέρα 25 Αυγούστου 2014

Αμφίπολη

Γράφει ο Παν. Αντωνόπουλος
Aρχαία πόλη στην Ανατολική Μακεδονία, στις όχθες του Στρυμόνα σε θέση που ονομαζόταν << Εννέα Οδοί >>. Ιδρύθηκε από τους Αθηναίους το 437 π.χ. για τον έλεγχο της περιοχής, πλούσιας σε πρώτες ύλες.  Ερείπια ανθρώπινης εγκατάστασης χρονολογούνται στην περιοχή από το 3.000 π.χ.   Το 480 π.χ. ο Ξέρξης περνώντας από ‘κει έθαψε ζωντανούς εννιά όμορφα παλικάρια και εννιά παρθένες καλλονές ως θυσία σε ποτάμιο Θεό.
                

Κυριακή 24 Αυγούστου 2014

Ελλάς Ελλήνων Χριστιανών

Γράφει ο Παν. Αντωνόπουλος
Τούτο το ζεστό και άχρωμο καλοκαίρι που μας ήρθε φέτος, έβγαλε αληθινές τις προφητείες του Καζαμία, που ‘γραφε: << Ο καιρός καλοκαιρινός με μεγάλη άνοδο της θερμοκρασίας και ο Θεός να βάλει το χέρι του για τα παραπέρα. Και να σκεφτείτε πως είμαστε ακόμη στο θεριστή με το φωτεινό δίσκο στην αγκαλιά του Καρκίνου. Έτσι σαν θα φτάσει στην αγκαλιά του Ιουλιανού Λέοντα που ‘ναι και πιο καυτή, φανταστείτε τι έχει να γίνει! >>
Τούτο λοιπόν το καυτό καλοκαίρι που << Ο Αϊ - Λιας του θα παράκοβε σταφύλια και η Αγία Μαρίνα του σύκα >> του ‘ρθαν τα πάνω κάτω του Παντελή.

Δευτέρα 18 Αυγούστου 2014

Μάσες

Γράφει ο Παν. Αντωνόπουλος
Φίλος εράσμιος, θαυμαστής της ελληνικής αφρόκρεμας, μου ενέδωσε πολυτελές περιοδικό, στις σελίδες του οποίου εκθέτονται ηχηρά ονόματα της πολιτιστικής και πολιτικοοικονομικής ελληνικής σκηνής.
Οι κοιλαράδες άρρενες και οι ξετραχηλωμένες θήλεις, φίλοι της κνίσας και του καλού πιάτου, δε δείχνουν να έχουν πάρει χαμπάρι το μαρτύριο του ελληνικού λαού. Στο φόβο, τον ταραγμένο νου, τα τρομαγμένα μάτια, τις άδειες τσέπες του, τη ματωμένη ζωή του, αυτοί ρημάζουνε κατσαρόλες, δοκιμάζουν σε γαστρονομικές εκδηλώσεις  μυδοπίλαφο, γαρδουμπάκια, σουφλέ, εδέσματα με πρωτόγνωρες γεύσεις, ελαιόλαδα εξαιρετικά, μπουκιές, τηγανίτες, χειροποίητα μακαρόνια, και εν ολίγοις του πουλιού το γάλα.

Σάββατο 16 Αυγούστου 2014

Ο Ανθόλαος

Γράφει ο Παν. Αντωνόπουλος 
Ένας ανεπαίσθητος ήχος τράβηξε την προσοχή τού Ανθόλαου, που ξαπλωμένος κάτω από το χαμηλό ξύλινο καλύβι, διάβαζε λαίμαργα τους << Άθλιους >> του Β. Ουγκώ και τον έκανε να πεταχτεί και να ταλαντευτεί σαν εκκρεμές στον αέρα. Κι αμέσως είδε δυο χωροφύλακες να ορμούν σαν πεινασμένα τσακάλια και να του περνούν τις χειροπέδες στα χέρια.
Ένας οξύς πόνος τον διαπέρασε στην καρδιά και για δευτερόλεπτα σκέφτηκε πως η σύλληψή του ήταν ψέμα.  Γρήγορα όμως σαν άστραψαν στα μάτια του τα δυνατά χαστούκια των μπράβων της εξουσίας κατάλαβε πως η ζωή του τελείωνε. Και χωρίς αντίσταση παραδόθηκε στο τέρας της χούντας που με τη μύτη της ξιφολόγχης χάραζε τα κορμιά των Eλλήνων και τα γέμιζε πληγές στα μπουντρούμια και στις φυλακές.  

Δευτέρα 11 Αυγούστου 2014

Νύχτες φευγάτες

Γράφει ο Παν. Αντωνόπουλος
Στους πίσω καιρούς μας δεν είχαμε κανάλια να μας πουν τον καιρό με κόρες βγαλμένες από λουτρό και μουσκεμένες με Versace Bright Crystal! Τις φουρτούνες τις βλέπαμε να ξεκοτσάρουν από τα ουρανοθέμελα του Κατάκωλου, το αγριοκαίρι να βρυχιέται ξυρίζοντας τη σεβαστή γενειάδα του Ψυχρού. Από καύσωνες το πετσί μας δεν χαμπάριαζε, αν το παράκαναν και μας έψηναν, κερί ανάβαμε στον Αϊ- Γιώργη τον καβαλάρη και τους σκόρπιζε.
Άσε που μας έκαναν σκλαβάκια τους, ξεκοιμισμένοι από την κοίτη της μαύρης γης τους, ερχόμενοι στη δική μας.

Δευτέρα 4 Αυγούστου 2014

Βασιλιάς σε τσαντίρι

Γράφει ο Παν. Αντωνόπουλος
Στα χρώματα του ήλιου λάμπει ο κήπος μου, στολισμένος με ζωηρές πορτοκαλιές, με δάφνες ανθισμένες, με θυμιατήρια από βασιλικούς και δυόσμους μυρωμένος. Στα φύλλα της αγράμπελης φτερουγίζουν μέλισσες που ζουζουνίζουν, ψάλτες σπουργίτες απλώνουν γαλάζιες κορδέλες με νότες του πενταγράμμου στους κλώνους της συκιάς, βόρεια πεύκος αιωνόβιος ρίχνει το απόσκιο του, πατέρας γλυκός υπό τη σκέπη του τ’ άλλα δεντράκια αγκαλιάζει. 
Στον ίσκιο του θα στήσω το τσαντίρι μου, τις διακοπές μου να περάσω.  Τ’ αρκούδι ο Χαρδού [ βελης ] και το  ανήμερο  καπρί  ο  Μπενι [ ζέλος ] μ’ άφησαν ταπί. Ν’ αράξω δεν μπορώ σε νησί, στο κύμα να ξαπλώσω. Κι εκεί το τσαντίρι μου με φουρκάδες από ελιά θα στήσω, τη στέγη του με φτέρες θα σκεπάσω.

Δευτέρα 28 Ιουλίου 2014

Παιδιά της Γάζας

Γράφει ο Παν. Αντωνόπουλος
Σε πίσω καιρούς ένα ανθρωποειδές, χόρτο βοσκούσε, στα τέσσερα περπατούσε και ζούσε άπλυτο και άκουρο, μέσα σε σπηλιές. Έγινε << ανθρωπάκος >> στην τύχη, έφτιαξε όπλα, γύριζε αρματωμένος, έχρισε Θεό του τον πόλεμο και αποχαυνωμένος παραληρούσε στα λουτρά αίματος που άφηναν οι σκοτωμοί του. 
Ο γόνος του, σάπιος και μολυσμένος, κοντά σας ζει. δίπλα σας βασιλεύει. Ανθοί και στάχυα στον καταυλισμό σας, ζηλεύει τ’ αυγερινού σας το τραγούδι, τη νιότη σας  μαραίνει με του πολέμου τη φωτιά.

Δευτέρα 21 Ιουλίου 2014

Φτωχοπρόδρομοι

Γράφει ο Παν. Αντωνόπουλος
          << … και το ψομίν επιθυμώ, πότε θα το χορτάσω; >> έγραφε ο Θεόδωρος Πρόδρομος ή Πτωχοπρόδρομος  και του ‘πεφταν τα σάλια οσμίζοντας το  χουρδουβελία  στο ανάκτορο του αυτοκράτορα Μανουήλ Κομνηνού. Με τη λόρδα να τον κόβει, γυρνώντας στους δρόμους με τρύπιο ρούχο, ξυπόλητος, διαρκώς ορεγόταν ευωδιαστό μονοκυθρίτσιν,  χορδοκοιλίτσια  και σφουγγάτο που σε σωρούς άχνιζαν στα βασιλικά τραπέζια.
        Όσο και να παρακαλούσε τους Υπερίονες Ήλιους της βυζαντινής μάσας, ένα ψιχουλάκι δεν του πέταγαν. Έστελναν τα ορθοκέρατα βόδια της ακολουθίας τους και του έσπαζαν τα κόκαλα.  Κύματα του ‘ριχναν πάνω του τις καυτές ψαρόσουπες και τον γέμιζαν εγκαύματα και  ουρές με λέπι. Αυτός δεν το ‘βαζε κάτω. Από γειτονιά σε γειτονιά τους έψελνε τα εξ’ αμάξης,   με στίχους από ξίφη, τα μεριά τους χάραζε.

Δευτέρα 14 Ιουλίου 2014

Μπραήμηδες

Γράφει ο Παν. Αντωνόπουλος

            Πως να γίνεις νοικοκύρης με τόσους Μπραήμηδες που κάθισαν στο σβέρκο σου! Αποχτάς ένα πρόβατο, ένα ζευγάρι γελάδια, τσουκ ο Μπραήμης υπουργός επί της Γεωργίας στα παίρνει. Κληρονομείς το αμπελοχώραφο του πατέρα σου, τσακ ο αρχιτσάρος Χαρδούβελης σου στέλνει χαρτί ευρύχωρο μ’ όλα τα προικιά, τα πανωπροίκια και τα χρεολύσια που θα πληρώσεις. Σπας χαλίκι στο νταμάρι, << τούτος έχει >>  σημειώνει στο δεφτέρι του ο σπιούνος ελεγκτής του ΙΚΑ και χάνεις οικονομικό μέρισμα, φάρμακο και τα κερατά σου τα τράγια.  Ανάβεις μεγάλο κερί στον άγιο Λια να βρεις την υγειά σου από το λουμπάκο, << τούτος είναι νοικοκύρης και ροδαμίζει το μάγουλό του, γδάρ’ τον >> ψιθυρίζουν οι άλλοι αλυσωμένοι γύρω σου και η ευχή τους πιάνει. Το πρωί η εφορία βγάζει το χαντζάρι της και σε στρώνει στα κοντά. 

Παρασκευή 4 Ιουλίου 2014

Αγία Κυριακή

Γράφει ο Παν. Αντωνόπουλος
             Όμορφη και φέτος. Ολόξανθη και ηλιοκαμένη. Ο μπάτης σου στέλνει το διάφανο φύσημα, η όστρια γέρνει πάνω σου τον ίσκιο των γλάρων της αθώας σου θάλασσας.
             Εδώ το βρεμένο βότσαλο, εκεί οι λευκοί αφροί. Στο βάθος ο γέροντας άνεμος, νότια του σπάρου η πλατιά ουρά. Τις νύχτες το μελί φεγγάρι σου λουσμένο στα νερά.
            Τοπική αυτοδιοίκηση, Εξωραϊστικός Σύλλογος, εραστές του ωραίου, φιλόπονοι καταστηματάρχες της ταβέρνας  του << Αχινού >> και του << Γρηγόρη >>, φτωχοί ψαράδες, σκυφτοί εργάτες, βασανισμένοι κοντά στα φύκια και στα όστρακα, ανέσυραν από το τέλμα της άδειας τσέπης τους τον όβολό τους και σε προίκισαν.

Δευτέρα 30 Ιουνίου 2014

Διακοπές

Γράφει ο Παν. Αντωνόπουλος

            Σε πίσω καιρούς σήμερα το χρονογράφημα. Σε καλοκαίρια ντυμένα στο κίτρινο και δροσισμένα από Γαρμπήδες και Ζέφυρους.  Καλοκαίρια φίνα, με τους κόρφους τους να στάζουν ιδρώτα, τις ρόγες των κοριτσιών χαϊδεμένες από την Όστρια, τη μουσική συμφωνία των γκιώνηδων να χαϊδεύει τα ώτα, τις μυρωδιές του υάκινθου και του ριθιού να φτάνουνε σε μακρινά ακρογιάλια.
            Ευθύς μόλις τα σχολεία έκλειναν, αμπαρώναμε τα σπίτια και γινόμαστε Λούηδες. << Φορτώστε τα στο γάιδαρο >> έλεγε ο αφέντης πατέρας, χαϊδεύοντας το ακάνθινο γένι του. Προορισμός μας το χτήμα για τις καλοκαιρινές μας διακοπές, σε χώρο άνυδρο και ξερό, ζωσμένο τριγύρω από την αφαλαρίδα και το γαϊδουράγκαθο.

Δευτέρα 23 Ιουνίου 2014

Ξανθό καλοκαιράκι

Γράφει ο Παν. Αντωνόπουλος

             Ξανθό καλοκαιράκι, με το μαϊστρο να τρέχει στα μπογάζια,  τις εξετάσεις περατωμένες, τα αποτελέσματα επιβεβαιωμένα από τη βασιλίδι βαθμολογία των σοφών καθηγητών, μας περίμεναν τοιχοκολλημένα σε θέση περίοπτη του στεγασμένου χώρου. Προβιβασμένοι και απορριφθέντες όταν τα παίρναμε, ένας θεϊκός άνεμος έσερνε όλες εκείνες τις κουρελιασμένες ψυχές μας, τις τριμμένες εννιά μήνες στο άγριο δόντι του μαυροπίνακα και τις έκανε ροζ συννεφάκια σε βράχους και ακρογιαλιές.
            Οι κοντινοί στη θάλασσα γέμιζαν κιόλας λέπια, ονειρεύονταν τρικούβερτα μπάρκα, περπατούσαν κι έκαναν πως τσαλαβουτούσαν σαν δέλφινες. Οι καμπίσιοι ονειρεύονταν νυχτερινούς υπνάκους σε αγκαλιές αρωματισμένες με σγουρούς βασιλικούς, οι βουνίσιοι να παίζουν φλάουτο στις πλαγιές μαζί με τους πετροκότσυφες.

Τρίτη 17 Ιουνίου 2014

Δαίμονες εν οίκω

Γράφει ο Παν. Αντωνόπουλος

                 Καθώς βοριάς κρύος, πέρασαν οι εκλογές. Κι όπως εκείνος αφήνει συντρίμμια, ρίχνει στέγες, καταλύει σκούφους και σούρνει χαρτοκούτια, όμοια και τούτες κραυγές λύσσας άφησαν, γαβγίσματα, κικιρίκου, θα… θα… θα…,  ιούς σκόρπισαν σαν το πλασμώδιο του Λαβεράν.  Στις πλατείες άφησαν αποτσίγαρα, τσόφλια από ηλιόσπορους, στους σταθμούς κουρελήδες ψηφοφόρους.
                Δαίμονες εν οίκω οι υποψήφιοι, μας καταβρόχθιζαν μέσα στο σαλόνι μας, τα σαγόνια τους λεπτό δεν έκλεισαν να αλέθουν, κόκκινους, πράσινους, γαλάζιους, σιτισμένους με όσπριο, φουκαράδες Ελληνάκους με μπαλωμένο βρακί. Ένας Κολοκοτρώνης δε βρέθηκε να τους σβουρίξει τη σπάθα, ένας Νεφεληγερέτης Δίας να τους κεραυνώσει, ένας Ποσειδώνας του ωκεανού να τους πατώσει στα αφρισμένα κύματα.

Παρασκευή 6 Ιουνίου 2014

Κατείβετο δε γλυκύς αιών νόστον οδυρομένω


Γράφει ο Παν. Αντωνόπουλος
Έλληνα της διασποράς
               Άφθορε Έλληνα της διασποράς, ευφραινέσθω η ψυχή σου, χορευέτω η χαρά η μετάγουσα σε λειμώνες ευτυχίας. Χαίρε, από το γενέθλιο τόπο του ήλιου και της αρμύρας  με το συνδοξαζόμενο μπλε και λευκό της ευρύχωρης θάλασσας και του σύμπαντος ουρανού. Της νεραϊδόκορμης αγράμπελης δέξου την αφή του φιλιού της, της ροδοδάφνης το άνθος ξεφύλλισε στο αναμμένο κεράκι της μνήμης σου. Στο έμπα του σπιτιού σου, στήσου Οδυσσέας ένδοξος, τις μολυβένιες μέρες του νόστου σου ξεδίπλωσε, το ιερό  πτολίεθρο  της πατρίδας σου που άφησες και πήγες σε άστεα ξένα, υπερώα θανάτου και οίκους μολυσμού του σώματος και της ψυχής σου, θυμήσου.

Τρίτη 3 Ιουνίου 2014

Ρε, φουκαρά Ελληνάκο!

Γράφει ο Παν. Αντωνόπουλος


               Πάλι την ολιγαρχία του πλούτου, ψήφισες! Εξέλεξες ένα τσούρμο βιομηχάνους, τσιφλικάδες, ψυχοπομπούς, αργοφονιάδες, εκηβόλους της τσέπης σου, ξακουσμένους φαγάδες, γλεντζέδες του πάτριου πλούτου, κλέφτες του χιτώνα σου, μασκαράδες που βυσσοδομούν το κακό.  
               Ανεβασμένοι στο φράχτη σαν τα κοκόρια οι πολιτικοί, σου σάλπισαν τα ίδια και τα ίδια και σε κοίμισαν. Ύστερα σε γύμνωσαν και χωρίς βρακάκι σ’ έστειλαν στην κάλπη. Κι εκεί πια για να ντύσεις μ’ ένα κουρελάκι τη γύμνια σου, την ψήφο σου πούλησες.
             Και τώρα όλα μέλι γάλα! Η σούπα σου θ’ αβγατίσει με δυο σπυριά ρύζι, το εντόσθιο θα μπει τρεις φορές στο τραπέζι σου, οι τράπεζες θα σου προσφέρουν ανθοδέσμες στην καθυστέρηση της δόσης σου, το σκουπίδι θα φύγει στο πι και φι από την πόρτα σου, στο νοσοκομείο ο γιατρός χωρίς φακελάκι θα σου βγάλει τη σκωληκοειδίτιδα.

Τετάρτη 21 Μαΐου 2014

Ο ανάπηρος και ο αφέντης

Γράφει ο Παν. Αντωνόπουλος
              Νέος, μακριά από το ραγισμένο πατρικό κεραμίδι, βρέθηκα σε χωριό σφιλιασμένο στους βράχους και πνιγμένο στο γαϊδουράγκαθο. Είχα  χάσει τον ουρανό, οι άνεμοι ούρλιαζαν μέσα στα θάμνα, οι μέρες μου απλώνονταν μπροστά μου σαν κιτρινισμένα χαρτιά.
              Με κράτησαν κοντά του οι καρδούλες των μαθητών μου. Όλες  τους ζυμαράκι  ζητούσαν κάποιον να τις πλάσει. Κι εγώ μπορούσα να το κάνω δαρμένος στον ανεμοστρόβιλο του βιβλίου. Πώς να τις αφήσω;  Φιλιώθηκα με την ερημιά, έμεινα και νανουρισμένος από το τραγούδι τους εν μέσω των ανθούντων ψυχών τους, τις νοιαζόμουνα για τρία χρόνια.  

Δευτέρα 12 Μαΐου 2014

Τα κούμαρα

Γράφει ο Παν. Αντωνόπουλος
           Σε πίσω καιρούς, είχα διοριστεί σε χωριό θαμμένο στα βουνά, στις πέτρες και στα γαϊδουράγκαθα. Το σχολείο ερείπιο, οι τοίχοι του αυλακωμένοι από τις σχισματιές, τα κουφώματα σάπια, η οροφή Νιαγάρας να με μουσκεύει από ποδός μέχρι  κεφαλής.  
            Τις περισσότερες μέρες νηστικός, τις Κυριακές με τάιζε μια φετούλα πρόσφορο ο παπα- Γιώργης, στις μεγάλες γιορτές ο πρόεδρος μου ‘στελνε πεσκέσι σούπα την ουρά του προβάτου.   Όταν δεν είχα μάθημα έπιανα κοτσύφια με θηλιές, τον τσοπάνο βοηθούσα να βρει τα χαμένα κατσίκια στα πουρνάρια, στη στρούγκα μαζί του αρμέγαμε το κοπάδι όταν το γυρνούσε από τη βοσκή.

Δευτέρα 5 Μαΐου 2014

Άνοιξη

Γράφει ο Παν. Αντωνόπουλος

              Ω! αφράστου ομορφιάς Άνοιξη! Αινούμε και προσκυνούμε τα κάλλη σου, από το κόκκινο τριαντάφυλλο της καρδιάς σου, το μύρο του ρουφάμε. Χειλάκια αγγελικά παντού τραγουδούν, ματσάκια κρίνοι στις χούφτες μας στεγνώνουν την άφατη λύπη μας. Λύπη από τη Μεγάλη μας Σαρακοστή που μας ταίζει με αέρα και γηρασμένες υποσχέσεις. Υποσχέσεις από πυλωρούς του Άδη μας, υποψήφιους Ηρώδες και Αττίλες που ψαλμωδούντες μελιφθόγγως την ψήφο μας ζητάνε να τραφούν και πάλι στο πρυτανείο της βουλής.

Δευτέρα 28 Απριλίου 2014

Ανάσταση

Γράφει ο Παν. Αντωνόπουλος
               Χριστέ μου υπερφυώς ανέστης εκ νεκρών και υψώθεις στον ουρανό, εμείς όμως με της ρομφαίας την εκδίκηση σπαράσσουμε. Το ‘να χαράτσι πέφτει πάνω στ’ άλλο, αινούμε και προσκυνούμε από πρωίας μέχρι νυκτός να μη μας πουρλακίσουν τα λίγα μας ευρώ, το γένος μας κραταιό πασχίζουμε με δόντια και με νύχια να το αποτρέψουμε να τεθεί εν τάφω.   
               Κι όσο βυθιζόμαστε στη λάσπη, οι σωτήρες μας μελωδούντες  ευαγγελίζονται τη λύτρωσή μας. Γούστο που έχουν οι ατσαλάκωτοι. Ωλέσαντες τη σοβαρότητά τους σαλπίζουν ύμνους στα κανάλια, εμετικούς παιάνες στις συγκεντρώσεις, αίνους δοξαστικούς στα συμπόσια περί ανάκαμψης και ζητούν την υπερευλογημένη ψήφο μας.  

Δευτέρα 14 Απριλίου 2014

Γολγοθάς

Γράφει ο Παν. Αντωνόπουλος
             Ιησού Χριστέ, βασιλεύ του παντός, δεν μένεις καλύτερα στον Άδη! Τι σε βιάζει ν’ αναστηθείς και να ‘ρθεις εδώ στην πατρίδα μου που κυβερνούν λύκοι και φτερωτές Άρπυιες ματώνουν τις σάρκες του λαού! Όλο το Μεγαλοβδόμαδο γλυκέ μου Χριστέ, αυτοί που κήδεψαν τον Ελληνικό λαό θα μαζευτούν σαν τις << Οσίες Μαρίες >> κάτω από τη σκέπη της εκκλησίας σου  και με δακρυρρόους θρήνους θα σπαράζουν για το Γολγοθά σου και πικρώς εκβοώντες βλέποντας σε κρεμάμενον και γυμνόν επί του ξύλου θα ζητούν στο φέγγος σου να ξεπλύνουν την όζουσα ζωή τους.