Τρίτη 28 Απριλίου 2015

Βρυξέλλες

ΧΡΟΝΟΓΡΑΦΗΜΑ 
Του Παναγιώτη Αντωνόπουλου  
 Μ’ αυτούς τους λύκους στις Βρυξέλλες η πατρίδα. Μ’ αυτούς και με την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα. Ποιος ξέρει σε ποιον ανήκει. 
              Κοσμοπολιτεία για  σύγχρονους Νέρωνες, κυνηγούς της σάρκας και του χρήματος. Με χρυσοχοϊα, κέντρα διασκέδασης, οίκους ανοχής, τράπεζες με θυρίδες έκνομες πόρνες λυσσασμένες για όργια ερωτικά. Έδρα της Ευρωπαϊκής Ένωσης και των πιράνχας οργάνων της. 
              Γολγοθάς για τους γκιαούρηδες που γονατιστοί νιαουρίζουν σαν πεινασμένοι γάτοι, το άδειο στομάχι τους να χορτάσουν. Το τριμμένο κοντοπόλκι τους ν’ αλλάξουν, το ρουφηγμένο απ’ την αρρώστια κορμί τους μ’ ένα γενόσημο χάπι, σπίθα ζωής να του δώσουν.  
              Πρωτεύουσα ερίτιμος του Βελγίου, κρατιδίου μια μπουκιά, φτιαχτού, μια offshore για την Ευρώπη. Που έκανε αποικία του το Κονγκό με εβδομήντα εκατομμύρια κατοίκους και πλούτισε ανεμπόδιστα. Ο βασιλιάς  του Λεοπόλδος Β΄  έκανε το Κονγκό τσιφλίκι του, προσωπική του περιουσία και το κράτησε με τη θηλιά στο λαιμό είκοσι τρία χρόνια. Φονιάς σαν τον Χίτλερ σκότωσε οκτώ εκατομμύρια Κονγκολέζους, φυλάκισε χιλιάδες, τους αντιφρονούντες τους κρέμαγε, στέλνοντας τους μπράβους του να τους σπάζουν τις κνήμες  με σιδερόβεργες.  Έστηνε πυραμίδες από νεκροκεφαλές στους δρόμους, τρομοκρατούσε τους ιθαγενείς, κάθε νηστικό που δεν ήταν του γούστου του τον πέταγε στις αφαλαρίδες και τα αρκουδόβατα. 

Δευτέρα 20 Απριλίου 2015

Ποτηράκια και παρέα

ΧΡΟΝΟΓΡΑΦΗΜΑ
Του Παναγιώτη Αντωνόπουλου 
             Ο φίλος εράσμιος και σοφός, με λόγο που άγγιζε τις ουράνιες αψίδες, με την αφήγηση γάργαρη σαν το νερό στον ρύακα, στο πρώτο ποτήρι έπιασε την κουβέντα. Τον άκουγα ευσεβώς να γυμνώνει μιας παλιάς εποχής τα κρυμμένα, ιστορίες με δαφνόφυλλα και θυμάρι του βουνού ντυμένες να φανερώνει.
              Η γλώσσα του ροδάνι, στο ένα ποτήρι μετά το άλλο, το κάλλος της κουβέντας μας να αναμορφώνει. Έλεγε, έλεγε και συγχορεύανε μέσα μας τα παρελθόντα με τα παρόντα, οι μακρινοί πόθοι ΄έρχονταν εγγύς, αδελφωμένες οι νίκες μας με δόξες παλιές μας στόλιζαν.  <<… Και κείνος ο γάτος τι άμωμος, θυμάσαι, πως έξυσε τα πόδια της καθηγήτριας των οικοκυρικών και βγήκε από την αίθουσα φαιδρώς πανηγυρίζων, την τρίχα ανορθωμένη, τα νιάου του και το δαιμόνιο βλέμμα του! Είμαστε νέοι τότε που το κάναμε, αμάραντοι, Μπακούνηδες, της επανάστασης γιοι. Μαθητές Λυκείου με μοχλούς τη νιότη, το θράσος και τη μαγκιά. Ας το κάνουν και σήμερα οι νεολαίοι έτσι μαδημένοι σαν γυμνολαίμηκα κοκόρια! >>

Δευτέρα 13 Απριλίου 2015

Γολγοθάς

ΧΡΟΝΟΓΡΑΦΗΜΑ 
Του Παναγιώτη Αντωνόπουλου 
            Την πολυάμαρτη ψυχή μου είπα να αποκαθάρω όχι στο ναό του παντοκράτορα αλλά σε μέρη που οι συνάνθρωποί μας φορούν σχισμένο χιτώνα, το άχραντό τους σώμα λιώνει από την αρρώστια, τρώνε το τρίμμα που τους δίνει ο γείτονας και πίνουν το αίμα τους σταγόνα - σταγόνα για να ζήσουν. 
            Ό ένας κατάκοιτος, βουλόμενος και σκεπτόμενος αλλά ανήμπορος. Η αρρώστια του ανίατη, βρέχεται και λερώνεται πάνω του, το χάρο παρακαλεί να τον πάρει στον κήπο των ασφοδελών και κλαίει. Μέσα στο γερασμένο σώμα  η ψυχή του άθλια και θλιβερή, πίσω της η φριχτή γραμμούλα της μικραίνει, μπροστά της ο Γολγοθάς ορθώνεται ώσπου να σβήσει το κερί. 
              Στο σπίτι δίπλα από την πόρτα μου, χρόνους πολλούς ένας κρυμμένος δαίμονας κρατάει μια αιωνόβια στη ζωή, ριγμένη στο σκοτάδι. Έχει γίνει χούφταλο, με τα μάτια κόκκινα, το κεφάλι  βαρύ, την γκρίνια σαν τους εκατόγχειρες να την πνίγει, το σώμα της ένα φουσκωτό έτοιμο να σκάσει για να λυτρωθεί. Όλη μέρα ψάλλει την επωδό: << ω! κακό που με βρήκε μεγάλο! >> κι ο θρήνος χαρακιές της κόβει τα στήθια.

Δευτέρα 30 Μαρτίου 2015

ΧΡΟΝΟΓΡΑΦΗΜΑ:Πανόραμα

Του Παναγιώτη Αντωνόπουλου  
              Καλορίζικο το νεογέννητο στέκι στην πάνω πόλη της Αρκαδιάς και να μας ζήσει χρόνια πολλά. Τ’ όνομά του Πανόραμα με μια απαλοσύνη χαδιού στο χώρο του, μια παραδοσιακή  εκφραστική τέχνη στη διακόσμησή του κι ένα φως που σμίγει από το Ιόνιο και το Ψυχρό σαν αχνός από χρυσάφι.
              Ιδιοκτήτες του ο Κώστας και η Χαρά, τρυφεράδες άφραστης και πάναγνης νιότης και οι δυο, όμορφοι και ωραίοι, πάνω στα ντουζένια τους, σε δέχονται με μύριους κυματισμούς στα χείλη τους και ταχύνουν το βήμα τους να σου φέρουν το ουζάκι.
                Το δώμα του ευάερο, ευήλιο, μαγευτικό, ένας  μικρός θίασος από μύθους, θρύλους και ανάερες νεράιδες της όμορφης πόλης.  Οι τοίχοι στολισμένοι με κάδρα, η σάλα με χειροποίητα τραπέζια, οι ξύλινοι πάγκοι σκεπασμένοι με λαϊκές κουρελούδες του αργαλειού. Ο Απόλλων και η Δάφνη πάνω από την είσοδο, η  Κυπαρισσία Αθηνά στην ανατολή, ο Όμηρος ο τυφλός τραγουδιστής του  αρχαίου Κυπαρισσήεντα στη θέση με τους  ποιητές.

Τετάρτη 25 Μαρτίου 2015

Ελλάς Ελλήνων Χριστιανών

ΔΙΗΓΗΜΑ
Του Παναγιώτη Αντωνόπουλου 
                         Τούτο το ζεστό και άχρωμο καλοκαίρι που μας ήρθε φέτος, έβγαλε αληθινές τις προφητείες του Καζαμία, που ‘γραφε: << Ο καιρός καλοκαιρινός με μεγάλη άνοδο της θερμοκρασίας και ο Θεός να βάλει το χέρι του για τα παραπέρα. Και να σκεφτείτε πως είμαστε ακόμη στο θεριστή με το φωτεινό δίσκο στην αγκαλιά του Καρκίνου. Έτσι σαν θα φτάσει στην αγκαλιά του Ιουλιανού Λέοντα που ‘ναι και πιο καυτή, φανταστείτε τι έχει να γίνει! >>
              Τούτο λοιπόν το καυτό καλοκαίρι που << Ο Αϊ - Λιας του θα παράκοβε σταφύλια και η Αγία Μαρίνα του σύκα >> του ‘ρθαν τα πάνω κάτω του Παντελή.
              Αν και καιρό τώρα είχε πιει το ζουμί του λησμονοβότανου και είχε σταματήσει να μαζεύει καβούρια και να τα πουλάει για να βγάλει τον άρτο τον επιούσιο, φέτος όμως τα ξαναθυμήθηκε όταν το ιχθυοπωλείο που δούλευε τον   απόλυσε  βάσει του προγράμματος << εξυγίανσης της επιχείρησης >>. 
               Άφραγκος, το αποφάσισε  να πλατσουρίσει στο ποτάμι και να μαζέψει  καβούρια που ‘χαν πληθύνει με τις πολλές γέννες. Έτσι όσες φορές γέμιζε το σακί του, κατέβαινε στην πολιτεία και τα πουλούσε στον έμπορα Μακαλέτσο, ένα κτήνος και παλιάνθρωπο. Η περιοχή τον έτρεμε, τραβούσε όπλο με το παραμικρό, δε δίσταζε  να σκορπάει τον τρόμο και τη βία.

Τρίτη 24 Μαρτίου 2015

ΧΡΟΝΟΓΡΑΦΗΜΑ: Άφραγκος

Του Παναγιώτη Αντωνόπουλου 
      << Των νησιών ο βουλευτής, της πατρίδας δουλευτής, της κοιλιάς του βολευτής, των ναζήδων συνεργός, των Ελλήνων κυνηγός   και  στον πόλεμο λαγός >> μ’ έκανε άφραγκο. Μαζί με το ευρωπαϊκό γκουβέρνο  Σούλτς, Ράιχειμπαν και λοιπούς νταβατζήδες της Ελλάδας, μ’ αφήνουν ταπί από   τις  είκοσι  του  μήνα.   Μέχρι  τις  τριάντα  που  ο  ερίτιμος  << Γιάνης >> υπουργός των οικονομικών θα δώσει εντολή να μου βάλλουν τη σύνταξη στο λογαριασμό μου, ξεμένω, δεν έχω μία, η θηλιά της σκύλας λιτότητας μου σφίγγει το λαιμό και τα σάλια μου τρέχουν κοιτώντας από το φράχτη τον κόκορα του γείτονα. 
               Το ψυγείο μου είναι άδειο, το γάλα δε χαμογελά, το κρέας αέρας, τα φασόλια, τα μακαρόνια, η πίγουλη μέγιστοι σκασιάρχες, δε λένε να επιστρέψουν στα ντουλάπια από τις αποθήκες που κρύβονται.

Σάββατο 21 Μαρτίου 2015

Περί ποίησης

Του Παν. Αντωνόπουλου
           Το κυοφορηθέν κείμενο ήρθε στο φως της δημοσιότητας ύστερα από την εισβολή περισπούδαστων λογίων θεωρητικών στην τέχνη της ποίησης με άρθρα τους στον τύπο.  
            Αν και περιορισμένος να γεύομαι τους γόνιμους ρυθμούς του στίχου λόγω ένδειας να προμηθεύομαι ποιητικές συλλογές, έχω μυηθεί  στην αναλαμπή της μαγείας του και ίσως είμαι από τους τυχερούς  << εστέτ >> της χαμηλής τάξης που τρέφομαι  με κοινοβιακά πνευματικά συσσίτια, χάρη σε φίλους και εκρήγνυμαι από το συμπιεσμένο πάθος τους. 
            Έτσι  μπορώ να εκμαιεύσω λόγο ακόσμητο και ταπεινό και να πω πως στη θορυβώδη σημερινή κορεσμένη στιχοπλοκή, τα ποιήματα που τα ορίζει  η ποίηση γραμμένα από << μια γλώσσα μέσα στη γλώσσα >>  ξεχωρίζουν με νησίδες στον ωκεανό. Τα υπόλοιπα είναι φλύαρες οικειώσεις από ομιχλώδες προτάσεις, αποφλοιωμένες  από τη θεία μανία ή τη συνειδητή δουλειά του ποιητή. 

Δευτέρα 16 Μαρτίου 2015

Ο γκρας

ΧΡΟΝΟΓΡΑΦΗΜΑ
Του Παναγιώτη Αντωνόπουλου 
             Ο πάππος μου είδε το φύτρο του να μεγαλώνει και να αυξάνει στο χωριό. Στεγάστηκε, ίσιωσε λίγο χερσότοπο να ‘χει εισόδημα και ροκανισμένος από τη φτώχεια, ζούσε κυνηγημένος από τη χουγιαγμένη του ζωή.  Οι εχθροί του οι γέρακες του άδειαζαν το κοτέτσι με τις κότες, αλεπούδες και νυφίτσες κατέβαιναν από το ρεικότοπο και  τις ξεπουπούλιαζαν. Για να μην μένει με σταυρωμένα χέρια να κοιτά, αγόρασε ένα γκρα και  σκότωνε αβέρτα.
             Όταν συχωρέθηκε, ο γκρας έμεινε στο γεννήτορα. Το ίδιο κι εκείνος, θαμμένος στην πέτρα και το γαϊδουράγκαθο, άρχισε να ξελογγώνει τις αναβόλες για να τις κάνει γη για να ζήσει. Ο γκρας ξανάπιασε δουλειά γιατί δεν άντεχε να τρώει ο ίδιος παπαριασμένο ψωμί και οι γέρακες να έχουν πέσει στο ψητό και να καλοπερνάνε ξεκοιλιάζοντας ακόμη και τις κλώσες. Βούτηξε το γκρα, τους τράβηξε μερικά σμπάρα, ο τόπος καθάρισε, γλίτωσε το βιός του κι έγινε βολευτής και αφέντης της κοιλιάς του.   
            Τώρα κληρονομικώ δικαιώματι ο γκρας έμεινε σε μένα. Μακρύκαννος  παίρνει φυσίγγιο και το λαλάει καλύτερα και από καραμπίνα. Έχει κοντάκι σε χρώμα καρυδί, καλοδουλεμένο με ζωγραφιστές μικρές γλωσσίτσες φωτιάς.

Δευτέρα 9 Μαρτίου 2015

Ο 13ος μισθός

ΧΡΟΝΟΓΡΑΦΗΜΑ
Του Παναγιώτη Αντωνόπουλου
              Τρεις ήταν όλοι κι όλοι και μας έγδυσαν. Ο Γιωργάκης ο καμωμένος από λάσπη ο ένας, ο Σα (χλα)μαράς, χέστης Μυρμηδόνας ο δεύτερος, και ο παιδοβούβαλος συναρμολογημένος εκ λίπους να πατάει το φτωχολόι ο τρίτος. Και οι τρεις τους, ψευτοδημοκρατικά υβρίδια των τραπεζών, ταγμένοι  στα συμφέροντα των ολίγων, γλυφτάδες και κοψομέσηδες της  << νέας Θάτσερ >> της ηπείρου μας, Άνγκελας Μέρκελ. 
               Μεταμοντέρνοι  homo economicus, υποαπασχολούμενους, άνεργους, άστεγους και πεινασμένους τους έβλεπαν σαν μυρμήγκια, κάτω να τους λειώσουν με τη φτέρνα όπου τους συναντούσαν τους πατούσαν. Έτσι λεύτεροι πια, από πλέμπα, όχλο και βρωμίλους, το ηγεμονικό  τους όνειρο να κατοικήσουν στο Μαξίμου, έστω και ασθμαίνοντας το πέτυχαν.
               Ζώντες εκεί γερμανοντυμένοι, ευπατρίδες του ψεύδους και ανεδρόσιστοι σαν ψωρίλες γερασμένοι, ξέχασαν το λαό, τον κρέμασαν στο τσιγκέλι της τραπεζικής Γκεστάμπο, το ‘να χαράτσι πίσω απ’ τ’ άλλο ψήφιζαν, να τσιμπά το ψίχουλο τον διέταζαν, οίνο ξινίτη να πίνει τον ανάγκαζαν.

Πέμπτη 5 Μαρτίου 2015

Η γλυκιά μέθη των αισθήσεων

ΔΙΗΓΗΜΑ
Του Παν. Αντωνόπουλου

Η ώρα ήταν τρεις πρωινή κι ο άντρας στο μπαρ διασκέδαζε για τα καλά. Αν και νωρίτερα πλήττοντας είχε παραιτηθεί από τη φλύαρη κουβέντα της παρέας, τώρα έβρισκε χαρά κι ευχαρίστηση, πίνοντας κι ακούγοντας μουσική απ’ το ηχηρό στερεοφωνικό που με κάποια θρασύτητα επέβαλε μέσα στη σιγαλιά της νύχτας, το δικό του υπεροπτικό και καταραμένο ρυθμό. 
<< Τι αξιοπρεπή δειλία, έδειχναν όλοι εκείνοι της παρέας >> σκέφτηκε κι άδειασε το ποτήρι. << Όλο για τις  άθλιες  δουλειές τους μιλούσαν και φλυαρούσαν ακατάσχετα, λέγοντας κουταμάρες χωρίς ίχνος ντροπής. Καλά που χτύπησαν τα κινητά τους και έφυγαν οι ξεδιάντροποι! Αλλιώς; Ποιος ξέρει, θα στριφογύριζα ακόμη εκνευρισμένος στην καρέκλα μου και δυστυχώς δε θα ‘νιωθα άνετα >>.
Έτσι αφού σκέφτηκε αυτό και ηρέμησε, έγειρε πίσω και ακούμπησε τη ράχη του στην πλάτη της δερμάτινης πολυθρόνας, έτοιμος να κοιμηθεί. Αλλά  ευτυχώς, αυτό δεν έγινε, γιατί η γυναίκα που μπήκε εκείνη τη στιγμή μέσα κι έδειχνε υγιής, ωραία και σοβαρή, φορώντας ένα ανοιχτό μαύρο φόρεμα με δαντέλες στο στήθος και μια ακριβή διαμαντένια καρφίτσα στο κούμπωμα του λαιμού, τον ξάφνιασε και τον έκανε να τρελαθεί από τη χαρά του.

Δευτέρα 2 Μαρτίου 2015

Ο Μινώταυρος

ΧΡΟΝΟΓΡΑΦΗΜΑ 
Του Παναγιώτη  Αντωνόπουλου 
             Ο βασιλιάς Μίνωας είχε το Μινώταυρο για να εξοντώνει τους αντιπάλους του. Τούτοι οι μικρονοϊκοί καραγκιόζηδες βασιλιάδες της Ευρώπης, τον έχουν εγκαταστήσει στις Βρυξέλλες, τον βάφτισαν σε κολυμπήθρα με αποχρέμματα της μπουρζουαζίας, οικονομικό Μινώταυρο, τον έκλεισαν σε πολυδαίδαλα κτήρια, τον όπλισαν με γραφειοκρατικά  δόντια  πιράνχας και τον ξαποστέλνουν σε κάθε χώρα να ξεκοκαλίσει από γεροντική σπάλα μέχρι τρυφερούλια νεογνά. 
              Μαζεμένοι κι εκεί πενήντα χιλιάδες υπάλληλοι, σε γραφεία φέρετρα, γρατσουνίζουν χαρτιά με δυσανάγνωστες αποφάσεις, τη λεβεντιά τους ματώνουν έχοντας γύρω τους λακέδες των πολυεθνικών και άθεους αγριόσκυλους αγύρτες.

Σάββατο 21 Φεβρουαρίου 2015

Του χοίρου η φούσκα

ΧΡΟΝΟΓΡΑΦΗΜΑ 
Του Παναγιώτη Αντωνόπουλου 
                 Ο σφαγέας έτοιμος, με το δίκοπο στο χέρι, η νοικοκυρά με την κεραμίδα, όπου έκαιγε αναμμένο κάρβουνο και λιβάνι, ο χοίρος δεμένος με τον άλυσο περίμενε  Το πιο << καλό  >> παιδί έλεγε το << πάτερ ημών >>, οι σφαγείς  γονάτιζαν το ζώο, η πρώτη μπηχτή μαχαιριά έπεφτε, ακολουθούσαν τα ουρλιαχτά, ο επιθανάτιος ρόγχος, το κρέμασμα, το γδάρσιμο, η εξαγωγή των σπλάχνων.
                 Παίρναμε τη φούσκα. Την σταχτώναμε και στεγνωμένη την φουσκώναμε. Έπαιρνε την όψη θεάς, έλαμπε σαν χαρούμενη ερωμένη,  μας έβαζε στο χέρι και δώθε κείθε αγριεύαμε μαζί της. 
                  Η αλάνα μας γεμάτη σκόνη, πέτρες και χαλίκι. Το παπούτσι ξεσολιαζόταν, οι σκισμένες αρβύλες του ξάδερφου γίνονταν λουρίδες και κάλιαζαν στο φράχτη. Ασυγκράτητοι στα πόδια, κυλιόμαστε στο χώμα, ο μιστός μας πλούσιος όταν η μπάλα περνούσε τα πέτρινα όρια του τέρματος  και έγραφε γκολ!

Τρίτη 17 Φεβρουαρίου 2015

Το δερμάτινο

ΧΡΟΝΟΓΡΑΦΗΜΑ
Του Παναγιώτη Αντωνόπουλου 
           Σε είδα ερίτιμε υπουργέ των οικονομικών να διασχίζεις με casual ντύσιμο την Ντάουνινγκ στριτ και ζήλεψα. Και κείνο το δερμάτινό σου τι υπέροχο! 
            Έχω κι εγώ ένα τέτοιο. Το είχα αγοράσει προ εικοσαετίας πριν το καταθλιπτικό τούτο κρατίδιο μου προξενήσει οικονομική και ψυχική βλάβη. Τώρα έχει παλιώσει, είναι ολοτρύπιο, μοιάζει σαν μαλτέζικο κοντοπόλκι. Στους αγκώνες έχει λιώσει, τα πέτα είναι καμένα από τσιγάρο, τα ξέφτια του κρέμονται σαν πεινασμένα πιράνχας. 
              Μ’ αυτό στη σχόλη, μ’ αυτό και στις γιορτές. Μ’ αυτό φορεμένο όταν τα πνευμόνια μου κρυωμένα φτύνουν μαύρη λάσπη, μ’ αυτό και στη ζέστη βγάζω την μπέμπελη γιατί δεν έχω να το συναλλάξω. Πριν λίγες μέρες ένας ληστοσυμμορίτης μπελέχαρος ποντικός του ροκάνισε την πλάτη,  το ‘κανε κουρέλι  και με ανάγκασε να το πετάξω από πάνω μου για να μη το βλέπει ανθρώπινο μάτι.
              Να το αντικαταστήσω θέλω μ’ ένα κινέζικο αλλά μου λείπουν τα τριάντα ευρώ.

Δευτέρα 9 Φεβρουαρίου 2015

Οι λύκοι!

ΧΡΟΝΟΓΡΑΦΗΜΑ
Του Παναγιώτη Αντωνόπουλου 
              Με  λίγο φαϊ και  πολύ μπάσταρδο αέρα γεμάτο φούμαρα από παιδοβούβαλους πολιτικούς το ευ ζην μου σιγοντάριζα έχοντας στο on το παμπάλαιο δέκτη μου. Τρεφόμενος μόνιμα από τη σακούλα που μου διανέμει το κοινωνικό παντοπωλείο της γειτονιάς μου, περίμενα να κόψουν κι ένα << κοντύλι >> για το ισχνό σαρκίο μου που φορεί σχισμένο παπούτσι, ζεσταίνεται με κάρβουνο και χορταίνει με  όσπριο και ληγμένο  ζαμπόν από το ευρωπαϊκό μπακάλικο.
             Τζίφος, δεν έγινε τίποτα. Πάλι το ψίχουλο μου πέταξαν, τη μπουκιά μου στεγνωμένη θα κατεβάζω, μια μαριονέτα μαϊμού ανάπτυξη  θα με ξεσφερτσάζει αθροίζοντας τα βερεσέδια μου, ζητώντας να με ρίξει στο Άουσβιτς για σαπούνι.
              Πολύ θα ‘θελα, περπατώντας στο στρωμένο χαλί του γραφείου τους να τους πλησιάσω και τη γροθιά μου να χτυπήσω μπροστά τους. Ν’ αναπηδήσει το τασάκι, να χυθούν οι στάχτες, τα χαρτιά τους να σκορπίσουν και όπως θα ‘ναι λαγοί λερωμένοι, στο λαιμό να τους σφίξω με τον τρίχινο λαιμοδέτη. Ύστερα  απροσκύνητος σαν τον Κολοκοτρώνη την καχεκτική τους ψυχή να στολίσω με λόγο μασκοφόρου  εκδικητή:  

Κυριακή 8 Φεβρουαρίου 2015

Ο ιός του θανάτου

ΔΙΗΓΗΜΑ ΤΡΟΜΟΥ 
ΚΑΙ ΦΑΝΤΑΣΙΑΣ
Του Παναγιώτη Αντωνόπουλου
          Εδώ και δυο μήνες ένας θανατηφόρος ιός ήρθε σαν κατακτητής στη συνοικία των φτωχών και τους εξολόθρευε. Στην αρχή όταν τα δυο νέα κορμιά θάφτηκαν στο χώμα κανένας δεν έδωσε σημασία, όταν όμως ο ιός έστελνε καθημερινά στον τάφο κι άλλους, όλοι ανησύχησαν και ο πανικός ρίζωσε στη συνοικία διώχνοντας την απολλώνια νηφαλιότητα και τη γαλήνη που συντρόφευαν τους δυστυχισμένους εκείνους ανθρώπους.
           Η αρρώστια έφερνε ένα τρανταχτό κραχ στα σωθικά του ασθενή και ύστερα μ’ ένα δυνατό πόνο στο στομάχι τον παρέλυε. Ο υψηλός πυρετός που ερχόταν τον εξαντλούσε και ο ισχυρός πονοκέφαλος του ‘φερνε ναυτία, εμετό και έντονους σπασμούς.

Τρίτη 3 Φεβρουαρίου 2015

Συνταξιούχος εργατάκος

ΧΡΟΝΟΓΡΑΦΗΜΑ
Του Παναγιώτη Αντωνόπουλου 
         Συνταξιούχος εργατάκος ο έρημος  και οι τράπεζες του ρουφάνε το αίμα. Οι χαχόλοι του οικονομικού χαλιφάτου και οι μικρονοϊκοί καραγκιόζηδες  της Βουλής του επιμέρισαν σύνταξη ψίχουλα, του πετάνε κι ένα γλειμμένο κόκαλο από τον τορβά των εφοπλιστών και τον αποκοιμίζουν με τους πανενογλάνους που του κάνουν το κεφάλι κουρκούτι με τον ξιπασμένο λόγο τους για ανάπτυξη και μέρες παχιές σαν αγελάδες. 
         << Μίνυνθα δε γίνεται ήβης καρπός… >> ( λίγο κρατάει της νιότης ο καρπός ) και μετά η πολύανθη εποχή πάει περίπατο, έρχονται τα γηρατειά, το σώμα γίνεται αγνώριστο, στηρίζεται σε πατερίτσες, φορτώνεται αρρώστιες, θέλει φάρμακο και άγιο να θεραπευτεί, βοήθεια ζητάει να ‘ρθει κάποιος << ίνα το φορτίο άρη!>>

Παρασκευή 30 Ιανουαρίου 2015

Η τελευταία πράξη

ΔΙΗΓΗΜΑ ΤΡΟΜΟΥ ΚΑΙ ΦΑΝΤΑΣΙΑΣ
Του Παναγιώτη Αντωνόπουλου

            Ο στρατηγός Βαλέριος περνούσε τη φάση της τρίτης ηλικίας και είχε αποτραβηχτεί έξω από την πόλη στην εξοχική του κατοικία να περάσει το υπόλοιπο της ζωής του. Είχε καταρρεύσει σωματικά και ψυχικά και η συμπεριφορά του άγγιζε τα όρια της παράνοιας. Με το παραμικρό εκνευριζόταν, τον έπιαναν ταχυπαλμίες και ζαλάδες και στις παρέες η αντίθετη γνώμη κάποιου από τους συνδαιτυμόνες τον όπλιζε με απροκάλυπτη επιθετικότητα. 
            Η αιτία της κατάρρευσης οφειλόταν στις συνειδησιακές κρίσεις που πάθαινε. Οι κρίσεις του έρχονταν μέσα από εφιαλτικά όνειρα και είχαν υπόβαθρο τα εγκλήματά του στα πεδία των μαχών. Ξάγρυπνος, κάθιδρος και χαμένος στον πανικό περίμενε να λυτρωθεί με το φως της ημέρας.
            Νέος στο στρατό διακρινόταν για το θάρρος και τις πολεμικές του ικανότητες. Έτσι κέρδισε μετάλλια και σταυρούς και τιμήθηκε για τους ηρωισμούς του να εξολοθρεύει τους αντιπάλους, να ξεριζώνει άμαχους πληθυσμούς και να περνά από φωτιά και τσεκούρι την κάθε επαρχία που κατακτούσε. 

Τετάρτη 28 Ιανουαρίου 2015

Και μη χειρότερα !

ΧΡΟΝΟΓΡΑΦΗΜΑ
Του  Παναγιώτη Αντωνόπουλου

             Έχουμε κράτος ανάλγητο, βγαλμένο από καταραμένη γέννα που γαλουχήθηκε σε τροφούς με δόντια δαιμόνων και πολιτικούς άρπαγες από αχόρταγη ράτσα.
           Οσάκις σουφρώνουν τα ψηφαλάκια του λαού, ρίχνουν στη φορτηγίδα τον πλούτο, τον παίρνουν, χρεώνουν στο λαουτζίκο τις κλεψιές και σαν το σκλαβάκι τον τρέχουν στο δικαστή και τον ρίχνουν πίσω από το κάγκελο.
            Όσοι απόχτησαν μια χαμοκέλα, ένα καλύβι πλίνθινο, το κόκαλό τους να στεγάσουν το τριμμένο, κάνουν τον παλικαρά να του διαφεντέψουν τη νομή, να μη το χάσουν. Το σκατό τους κάνουν παξιμάδι να ξεχρεώσουν το χρέος, τσιτσιρίζουν στο τέντζερη το χυλό, τη δόση να πληρώσουν. Τα μπατιράκια οι νέοι τραβάνε για την ξενιτιά, οι απολυμένοι για σαλίγκια στο βουνό, οι αλεσμένοι σκουντούφληδες από το δόντι του χρόνου  για τις μονές του Άγιου Πέτρου.

Κυριακή 25 Ιανουαρίου 2015

ΧΡΟΝΟΓΡΑΦΗΜΑ:Ελληνάρα, πρόσεχε!


Του Παναγιώτη Αντωνόπουλου 

Μην ψηφίσεις την ολιγαρχία του πλούτου γιατί το σαρκίο σου στην εντατική θ’ αφήσεις. Τους σωτήρες σου εκδεδωκώς τω θανάτω ψάξε για άλλους από της δυσχερείας να σε λυτρώσουν. Τούτους τους ψυχοπομπούς και αργοφονιάδες που είχες ψηφίσει δεν έκαναν ούτε για να μοιράζουνε δυο γαϊδουριών άχυρο. Προτίμησε αυτούς που φορούν έναν χιτώνα, σκύβουν πάνω από την άβυσσο να σε σηκώσουν και στο χυλό σου ρίχνουν ένα τρίμμα ψίχουλο να τον αβγατίσουν. 
          Ανεβασμένοι στο φράχτη της αυλής σου σαν τους κοκόρους οι πολιτικοί θα σου σαλπίσουν τα ίδια και τα ίδια. Κι αφού  καταφέρουν να τους πιστέψεις για το άφθορο της ευημερία σου που θα σου προσφέρουν, γυμνό στην κάλπη  θα σε στείλουν τους ρύπους της ψυχής τους να ξεπλύνεις.

Τετάρτη 14 Ιανουαρίου 2015

ΔΙΗΓΗΜΑ: Ο φιλόλογος

 Του Παναγιώτη Αντωνόπουλου    
             Είπα να μάθω κι εγώ λίγα γράμματα και να μιλάω όμορφα σαν το θείο μου τον Ανδροκλή που έλεγε το σκύλο  << κίων  >> και το << μηδέν άγαν >> μηδέ άγανο!
             Κατέβασα βιβλία, μεταφράσεις. λυσάρια και σημειώσεις από τα ράφια κι άρχισα να μαθαίνω απέξω κι ανακατωτά κάθε σελίδα. Όταν η σοφία θρονιάστηκε στο μυαλό μου κι ένιωσα επαρκής να φοιτήσω και πάλι στο πνευματικό εκπαιδευτήριο, προσευχήθηκα στο θεό των αιγοβοσκών να μη με αναζητά πια στις τάξεις του αλλά στο μαθητολόγιο των μαθητών. Με ύφος μεταμελημένου υιού παρουσιάστηκα στο γεννήτορά μου και του ανακοίνωσα με μάτι που έλαμπε από χαρά: