Δευτέρα 25 Απριλίου 2016

Ήθελα να ήμουνα αρνί... λαμπρίτης!!!

ΧΡΟΝΟΓΡΑΦΗΜΑ
Του Παναγιώτη Αντωνόπουλου 
                Ήθελα να μου ήμουνα αρνί, λαμπρίτης. Να με έσφαζε μια φτωχή οικογένεια, να με έγδερνε, να έφτιαχνε  τα  άντερά μου μαγειρίτσα και να με έβαζε στη σούβλα. Με το ψημένο κρέας μου ύστερα να γέμιζε το πασχαλινό της τραπέζι, να έτρωγε τον άμπακα και να ‘κανε τρικούβερτο γλέντι, ρωμαίικο, τύφλα στο κοκκινέλι. 
                 Να ζήλευαν τα ευρωπαϊκά λαμόγια, ο οικονομολόγος καροτσάκιας, η καγκελάριος όρνιθα και οι λοιποί βαστάζοι που τους ήθελαν νηστικούς. Ένα ντελίριο ύστερα να τους έπιανε και να μας άφηναν χρόνους.
                 Φαγωμένος θα ήμουνα πιο ωφέλιμος και θα ένιωθα και ευεργέτης χαϊδεύοντας την κοιλιά τους οι χορτασμένοι. Τώρα τι κάνω; Πληρώνω φόρους, τρέχω στα γκισέ, ξοφλώ πρόστιμα, δέχομαι φοβέρες για τις απλήρωτες δόσεις, το μερίδιο της σύνταξής μου βλέπω να μικραίνει, στο σβέρκο μου νιώθω την προβοσκίδα του κράτους να μου ρουφά το αίμα.

Πέμπτη 21 Απριλίου 2016

Η εκδίκηση

Διήγημα τρόμου και φαντασίας
Του Παναγιώτη Αντωνόπουλου
Ο επιχειρηματίας Αστέριος ήταν κυνικός, στυγνός και αναίσθητος. Γι’ αυτόν οι ηθικές αξίες έπρεπε να προσπερνιούνται από τα άγρια ένστιχτά του που τα χρησιμοποιούσε για εκμετάλλευση, αναρρίχηση και διατήρηση των παθών του, έτσι που στον κόσμο του ήταν γνωστός ως  δράκουλας των θαλασσών .Συνήθιζε να χτίζει τα ξενοδοχεία του στις καλύτερες παρθένες ακρογιαλιές της πατρίδας του, να καταπατά τις εκτάσεις της ακτής, να υπερυψώνει άκομψα και σατανικά στην όψη κτήρια και να ρυπαίνει με τη διοχέτευση των λυμάτων τα ποτάμια και τις θάλασσες. Η εικόνα αυτή που έφτιαχνε ήταν ένα κομμάτι από την περιγραφή της κόλασης του Dante.
Ο ίδιος ήταν κοντός, άσχημος και αδέξιος. Το κεφάλι του κατέληγε σε κορυφογραμμή, τα μάτια του μικρά, γαλάζια γεμάτα μίσος, η μύτη του πλακουτσή σαν αντίγραφο μικρού αγριόχοιρου της ορεινής Πελοποννήσου. Όταν περπατούσε χοροπηδούσε σαν καγκουρό, κουνιόταν σαν χιμπατζής και κορδωνόταν σαν παγόνι.

Ο Ανθόλαος...!!!

ΠΑΣΧΑΛΙΝΟ ΔΙΗΓΗΜΑ
Του Παν. Αντωνόπουλου
            Ένας ανεπαίσθητος ήχος τράβηξε την προσοχή του Ανθόλαου, που ξαπλωμένος κάτω από το χαμηλό ξύλινο καλύβι, διάβαζε λαίμαργα τους << Άθλιους >> του Β. Ουγκώ και τον έκανε να πεταχτεί και να ταλαντευτεί σαν εκκρεμές στον αέρα. Κι αμέσως είδε δυο χωροφύλακες να ορμούν σαν πεινασμένα τσακάλια και να του περνούν τις χειροπέδες στα χέρια.
     Ένας οξύς πόνος τον διαπέρασε στην καρδιά και για δευτερόλεπτα σκέφτηκε πως η σύλληψή του ήταν ψέμα.  Γρήγορα όμως σαν άστραψαν στα μάτια του τα δυνατά χαστούκια των μπράβων της εξουσίας κατάλαβε πως η ζωή του τελείωνε. Και χωρίς αντίσταση παραδόθηκε στο τέρας που με τη μύτη της ξιφολόγχης χάραζε τα κορμιά των ελλήνων και τα γέμιζε πληγές στα μπουντρούμια και στις φυλακές.  

Δευτέρα 4 Απριλίου 2016

Απρίλης με τα λούλουδα

ΧΡΟΝΟΓΡΑΦΗΜΑ
Του Παναγιώτη Αντωνόπουλου
Ας αφήσουμε τους πολιτικούς κι ας ρίξουμε μια ματιά στο λουλουδιασμένο Απρίλη. Οι πολιτικοί μας δεν ξέρουν από βαρβάτες λιακάδες, ούτε από ιβίσκους και μυρωδάτα νυφικά της φύσης. Αυτοί ξέρουν μόνο τους απογόνους του Αδόλφου, όλους αυτούς τους αδίστακτους μεταπράτες που μας πατάνε με τη γερμανική μπότα τους και συναλλάσσονται μαζί τους για την ανθρωποφαγία των Ελλήνων μετά του κακομούτσουνου Σόιμπλε και της  τραχιάς όρνιθας Μέρκελ. 
           Γι’ αυτό λέω τώρα που μπήκε ο ξανθός Απρίλης ας θυμηθούμε το Σολωμό κι ας απαγγείλουμε μαζί του: << Έστησ’ ο   Έρωτας χορό με τον ξανθόν Απρίλη κ’ η φύσις ηύρε την καλή και τη γλυκιά της ώρα… Νερά καθάρια και γλυκά, νερά χαριτωμένα, χύνονται μες την άβυσσο τη μοσχοβολημένη και παίρνουνε το μόσχο της κι αφήνουν τη δροσιά τους… >>  

Σάββατο 2 Απριλίου 2016

Ο φιλόλογος

ΔΙΗΓΗΜΑ
Του Παναγιώτη Αντωνόπουλου  
Είπα να μάθω κι εγώ λίγα γράμματα και να μιλάω όμορφα σαν το θείο μου τον Ανδροκλή που έλεγε το σκύλο  << κίων  >> και το << μηδέν άγαν >> μηδέ άγανο! 
             Κατέβασα βιβλία, μεταφράσεις. λυσάρια και σημειώσεις από τα ράφια κι άρχισα να μαθαίνω απέξω κι ανακατωτά κάθε σελίδα. Όταν η σοφία θρονιάστηκε στο μυαλό μου κι ένιωσα επαρκής να φοιτήσω και πάλι στο πνευματικό εκπαιδευτήριο, προσευχήθηκα στο θεό των αιγοβοσκών να μη με αναζητά πια στις τάξεις του αλλά στο μαθητολόγιο των μαθητών. Με ύφος μεταμελημένου υιού παρουσιάστηκα στο γεννήτορά μου και του ανακοίνωσα με μάτι που έλαμπε από χαρά:
             --- Θα συνεχίσω το σχολείο! Δε μ’ αρέσει να τρέχω στο λόγγο σαν κάπρος! 
             Η έκφραση των ωραίων λόγων μου τον συγκίνησαν. Γελούσε ολόκληρος.
             --- Πέταξε το στρατσόχαρτο μου είχε πει κάποτε, βλέποντας να ζωγραφίζω όλη μέρα και να φτιάχνω μουντζούρες με μποζικόφυλλα και βατόμουρα  και κοίταξε ν’ ανοίγεις το βιβλίο! 

Πέμπτη 24 Μαρτίου 2016

Η κυρία Φυλλίτσα

Επίκαιρο διήγημα 
             Του Παν. Αντωνόπουλου               

                   Στο γυμνάσιο είχα μια δασκάλα την κυρία Φυλλίτσα που τη θαύμαζα πολύ. Όταν μιλούσε έμενα με το στόμα ανοιχτό, τέντωνα το κορμί μου.  μπροστοθρανίτης βλέπεις, κάρφωνα το μάτι μου στο τσιτάτο μεσοβύζι της και ρουφούσα μαζί με τις δοτικές που μας απέγγελε το απαλό άρωμα του κορμιού της.  
          Μ’ έκοβε εκείνη, ίδρωνε, έδειχνε ταραγμένη, άφηνε το βιβλίο του Ευριπίδη πάνω στην έδρα, έπαιρνε απ’ την τσάντα της το καθρεφτάκι κι έκανε πως φρόντιζε τα χείλη της, κοιτάζοντας μέσα.
          Το πήγαινα το αρχαίο κείμενο, ήξερα τα ανώμαλα ρήμαρα απέξω κι ανακατωτά, το ίδιο τις μετοχές και τα επιρρήματα, τίποτα δε μου ξέφευγε.  Είχε καθίσει για τα καλά στο μυαλό μου ο Αριστοφάνης καθώς και οι τρεις λιμοκοντόροι τραγωδοί με την αττικίζουσα γλώσσα κι εκείνοι οι ρητορίσκοι της κλασικής εποχής που μας τρέλαιναν με τα << όστις >> και τα << οία >>.

Τετάρτη 9 Μαρτίου 2016

Ρόζα

 ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ  
Μ   Υ  Θ  Ι  Σ  Τ  Ο   Ρ  Η  Μ  Α
  ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΠΡΩΤΟ
          Καθόταν ο παπα- Καλλίνικος στο μπαλκόνι του σπιτιού του, που ήταν κάτω από το κάστρο της πόλης κι έριχνε συνεχείς κι αχόρταγες ματιές προς το νότο, θαυμάζοντας πότε τον καταπράσινο κάμπο που απλωνόταν με περίσσια χάρη μπροστά του και πότε τη θάλασσα που λαμποκοπούσε κάτω από το πρωινό χρυσαφένιο φως του ήλιου.
Ευθεία κι αριστερά του φαινόταν ολοκάθαρα η πόλη της Κυπαρισσίας ξαπλωμένη η μισή μέχρι τα νερά του κόλπου και η άλλη μισή να κάθεται αμφιθεατρικά στους πρόποδες του Ψυχρού με την έντονη επιβλητική όψη και την εντυπωσιακή παρουσία του ερειπωμένου κάστρου του. Αυτή η πολιτεία ερχόταν από πολύ μακριά, από τους χρόνους του Νέστορα και πιο πριν και είχε στο χώμα της μέσα  θαμμένους πολιτισμούς και πολιτισμούς. Γίγαντες, Ρωμαίοι, Φράγκοι, Βυζαντινοί, Ενετοί, Τούρκοι, πέρασαν από πάνω της κι έκαναν του κεφαλιού τους. Την ποδοπάτησαν οι πιο πολλοί και γκρέμισαν ό,τι ιερό και όσιο είχαν φτιάξει οι κάτοικοί της.

Δευτέρα 7 Μαρτίου 2016

Αποκριές

ΧΡΟΝΟΓΡΑΦΗΜΑ
Του Παναγιώτη  Αντωνόπουλου 
              << Πως πετούν τα πουλιά, θα πετάξω κι εγώ στου χορού τη χαρά, την τρελή Αποκριά! Στα πόδια φτερά, το γοργό το ρυθμό με καινούργιους σκοπούς θα χορέψω κι εγώ. Να  πιερότοι, να μασκαράδες, να κομφετί, να σερπαντίνες, γύρνα κι απ’ εδώ γύρνα κι απ’ εκεί, για να δούμε ποιος θα ζαλιστεί >> 
              Αχ, πως φεύγει η ρουφιάνα η ζωή! Χθες ήσουν τρυφερό βλασταράκι και ντυνόσουν μπούλα και σήμερα ένα ηλικιωμένο κρέας που ετοιμάζεται να καταψυχτεί και να πει αντίο. Με χάλκινο κορμί περίμενες τις Αποκριές, χαιρόσουν τη γουρνοσφαγή, έριχνες κάτω μαζί με τους αξινάδες του χωριού το χοίρο, γευόσουν ένα κομμάτι καρούτζο κι ευφραινόσουν το κοκκινέλι του παππού. 

Παρασκευή 4 Μαρτίου 2016

Ο χορός των μεταμφιεσμένων

ΑΠΟΚΡΙΑΤΙΚΟ ΔΙΗΓΗΜΑ 
Του Παν. Αντωνόπουλου 
        Συνεπαρμένος να κοιτάζει το βουνό ο επιχειρηματίας Λεόντειος, έστρεψε ύστερα το βλέμμα του πάνω στο νερό της θάλασσας που με το κύμα της ίσιωνε την άμμο κι έπαιζε με τα μικρά σκορπισμένα άσπρα κοχύλια που λαμπύριζαν μπροστά σχεδόν στα πόδια του.
         Έτσι ονειρεμένος από την ομορφιά του τοπίου, σκέφτηκε πως έπραξε συνετά που εγκατέλειψε το μολυσμένο αέρα και το βάρβαρο πλήθος της πόλης  και ήρθε στον παράδεισο της επαρχίας να βρει την ησυχία του μέσα στα σκίνα και τους ιβίσκους.
          Στο παράξενο πολυτελέστατο παλάτι του, ζούσε με το υπηρετικό προσωπικό του, κλεισμένος σαν άγριο θηρίο, υποταγμένος στο φανατισμό του τζόγου και δηλωμένος άσπονδος εχθρός του πνεύματος. Το πάθος του να παίζει στο χρηματιστήριο τον είχε αρρωστήσει και η απληστία του, του είχε γίνει ένα από τα εφτά θανάσιμα αμαρτήματα. Δε φερνόταν σαν άνθρωπος αλλά σαν ένα παρανοϊκό τέρας.

Δευτέρα 29 Φεβρουαρίου 2016

Ποιητικά ανθολογήματα

ΧΡΟΝΟΓΡΑΦΗΜΑ  
Του Παναγιώτη Αντωνόπουλου 
           Την αθυμία της ζάλης μου με ποιητικά ανθολογήματα, σήμερα θα διασκεδάσω. Κι αμέσως εκ του Ελύτειου έργου, των παθών μου τον τάραχο θα προσπαθήσω να κατευνάσω. << Τώρα με ψάθα γυριστή  και με σαντάλια κόκκινα, μ’ ένα σουγιά στο χέρι, πάει το ναυτάκι του περιβολιού, κόβει τα κίτρινα σκοινιά, λασκάρει τ’ άσπρα σύννεφα… >>
           Η ανακλώμενη εικόνα των στίχων, μεσιτεύει να φτάσω σε γραφή  με ιριδισμούς και λάμψεις του Λάμπρου Πορφύρα: << Ω! τι με νοιάζει κι αν πάμε, ως εκεί; Τι με νοιάζει; Γελάει όλ’ η γλυκιά συντροφιά μου, γελά η θλιμμένη ζωή, στ’ άπειρο μέσα κυλάμε κι η Αννούλα τρελά τραγουδάει: Όπου να ‘ναι μακριά θα φανεί της Χαράς το νησί… >>
           Ριζωμένος στη στιγμή, τη φθορά μου ρίχνω στη λήθη, στη διάρκεια προσεύχομαι: << Κάτασπρα φοράς κι έχεις βραχεί, πλέκω σαλαμάστρα τα μαλλιά σου. Κάπου στα νερά του port pegassu  βρέχει πάντα τέτοιαν εποχή… >>

Δευτέρα 25 Ιανουαρίου 2016

Κοκκινίζει η μύτη μας

ΧΡΟΝΟΓΡΑΦΗΜΑ
Του Παναγιώτη  Αντωνόπουλου
              Αλέξη, Τρέμη, Όλγα Γεροβασίλη, Μίχαλε και οι συν του σιναφιού σας, μάθετε πως ο χειμών θα ενσκήψει χίτης, βαρύς και κρύος. Εσείς καλά θα τη βγάλετε στη ζέστη κατ’ οίκον, στα Χίλτον και στις βίλες σας. Εμείς οι λιγούρηδες της τρίτης ηλικίας, οι νηστικοί, οι άνεργοι, οι χρεωμένοι, οι άρρωστοι, οι μπατίρηδες και οι άθλιοι του Βίκτορος Ουγκώ, πώς θα ζεσταθούμε; Με στεγνή τσέπη τι πετρέλαιο θέρμανσης ν’ αγοράσουμε, τι καυσόξυλο να προμηθευτούμε, με τι γκάζι να ταϊσουμε τη φιάλη να βγάλει φλόγα και να ζεστάνει τις αρθρώσεις μας;
            Θα αναγκαστούμε να ορειβατήσουμε σε κρημνώδη Κιλιμάντζαρα να  μαζέψουμε ξύλα, τους χαμηλούς γήλοφους να ξεχάσουμε, τα κόκαλά μας εκεί στις ρεματιές και στις χούνες ν’ αφήσουμε; Κι όσο να ξορκίζουμε  << χειμώνα πολυέξοδε, φαγά και λιγοδούλη >>  στο τσουκάλι δε θα βράζει το όσπριο, μήτε το σιτιρέσιο θα γεμίζει το τραπέζι. Ο χειμών θα είναι της Στέπας κρυαρίτης, δε θα χαμπαριάζει από λόγια, θα μας θάψει κάτω από τη σκέπη του με τους σωρούς το χιόνι θα μας ψύξει.

Σάββατο 16 Ιανουαρίου 2016

Κανάγιες!

ΧΡΟΝΟΓΡΑΦΗΜΑ
Του Παναγιώτη Αντωνόπουλου 
            Στη μικρή γραφίδα μου λίγο φως ζητάω την απέραντη νύχτα μου να φωτίσω. Στις λέξεις μέσα να σφραγίσω το σώμα μιας άλλης εποχής που φορτωμένο το κουπί και τη σχεδία αναποδογυρισμένη στην πλάτη στη μέση του Ωκεανού, πάλευε από την τρίαινα του άγριου Ποσειδώνα να γλιτώσει.
         Εποχή τσίτσιδη με χέρσες αναβόλες, ουλές στα χείλη από του μπάτσου την άθλια γροθιά. 
         Σπούδαζα την πνευματική μου γενναιότητα ν’ αυξήσω, τους νευρώνες μου από γαϊδουράγκαθα, φύτρα γνώσης θαλερής να μεταλλάξω. Το δωμάτιο στάβλος, η πόρτα βουλωμένη με τσουβάλι να διώχνει το κρύο, στους τοίχους φυτρωμένα βρύα. Η σκουριά έτρεχε από το ταβάνι, τα θολά νερά σαν ρύακες μου λέρωναν σώμα και ψυχή. 

Κυριακή 10 Ιανουαρίου 2016

Γενάρης μπαλωματής

      ΧΡΟΝΟΓΡΑΦΗΜΑ
Του Παναγιώτη Αντωνόπουλου
            Τα στάχυα δεν βεργολυγούν, τ’  αλώνια δεν γυρίζουν, τα βοϊδαμάξια σώπασαν στη ρύμη πια να τρίζουν. Και πέρα μέσ’ στο διάπλατο του κάμπου, μοναχός σαλεύει τ’  αργοπάτητα τα πρόβατα ο βοσκός. 
              Αυτός ήταν ο Γενάρης ο δικός μας και των πατεράδων μας κι όχι ο σημερινός που θρέφει ημερομηνίες με διαπλοκές, συμφωνίες οικονομικών λωποδυτών, φόρους, κλειστά σχολεία, ανήκεστη παρακμή και λαϊκό πρωτογονισμό. Εκείνος  που στα  στραγγερά του χώματα, οργώνανε να  σπείρουν τριφύλλι και σαργό. Στους κήπους δίνανε ένα σκάλισμα για να τρανέψουν και να αδελφώσουν τα χειμωνιάτικα φυτά. Τα κακοχειμωνιασμένα  φυτά τα φρόντιζαν, τους  έδιωχναν τη λάσπη και τα τάιζαν να χοντρύνουν το ισχνό βλαστάρι τους και να καρπίσουν με άζωτο και νίτρο. Κλαδεύανε τις ελιές και πέταγαν τα χλωμιασμένα ξερόκλαδα. Τα κουκουλωμένα κλαράκια έσκαγαν γελάκι τρυφερό στο χάδι του ήλιου λουσμένα  με χίλιες δροσιές.

Τετάρτη 30 Δεκεμβρίου 2015

Μια παλιά Πρωτοχρονιά

ΧΡΟΝΟΓΡΑΦΗΜΑ
  Του Παναγιώτη Αντωνόπουλου 
         Κρύα κεριά, λιωμένα οι πίσω καιροί. Μαύροι με την κλωστή τους δεμένη στην καμπούρα μας. Με χτικιασμένη τη ζωή μας, να σούρνεται πάνω στο σάλιο τους, η ελπίδα μας να μαραίνεται, χιτλερίσκοι άγριοι να μας σκοτώνουν το χαμόγελο και να μας σπρώχνουν στο χάσκον χάος του γκρεμού. 
          Αγύρτες αισχροί, έφεραν μετά το πενήντα  μια Πρωτοχρονιά, κορδωτή καουμπόισσα, που ‘κανε στάχτη και μπούρμπερη τη φτωχή χαρά μας. Ούτε κουραμπιέδες μας έφτιαξε και κείνη η γαλοπούλα στο πιάτο μας ήταν άγευστη, χωρίς κρέας και όλο κόκαλο. 
          Εμείς του αδελφάτου της γειτονιάς θέλαμε να φάμε.  Δεν μας άρεσε να τρώνε μόνο οι κλέφτες. Γι’ αυτό διώξαμε με την αυγή της Παραμονής τη σγουμπή διακονιάρα κατήφεια και με το τρίγωνο στο χέρι, πήραμε σβάρνα τους δρόμους να πούμε τα κάλαντα στην ασήκωτη φτώχεια. 

Τετάρτη 23 Δεκεμβρίου 2015

Τερψούλα

ΔΙΗΓΗΜΑ
Του Παν. Αντωνόπουλου  
   Ένας Δεκέμβρης με τον ήλιο του στον αστερισμό του Αιγόκερω. Ο αέρας του σφύριζε με άναρθρες κραυγές. Οι ρωγμές που μας άφηνε στα μάγουλα έσταζαν αίμα. Το κρύο έκοβε σαν γυαλί τα τρυφερά μας γυμνούλια μέλη. Τα Χριστούγεννα που ξημέρωσαν είχαν βουρκωμένη ψυχή κι ένα σκονισμένο πένθιμο δέντρο σε κάθε σπίτι. Χωρίς στολίδια και με τα λαμπάκια του σβηστά. Για να μη δυσαρεστήσω το μικρό Χριστό, και, για να τον ευθυμήσω, στο δικό μου δέντρο κρέμασα τρία βελανίδια, δυο τσαμπιά κούμαρα κι ένα ματσάκι λεμονανθούς. Ένα αστεράκι από τσιγαρόχαρτο στην κορυφή του και για φάτνη, έβαλα ένα κομμάτι δέρμα από τα παλιά  τρύπια παπούτσια μου. Και στη φωλίτσα της σκόρπισα νοτισμένα άχυρα βουτηγμένα στο δάκρυ της φτώχειας. Μια Μέγαιρα φτώχεια που μας είχε του κλότσου και του μπάτσου. Νηστικά, ανυπόδητα και δίχως ρουχαλάκια. Χωρίς βιβλία, μολύβια και μπογιές. Με τα στομάχια μας άδεια και τις κουπίτσες μας στεγνές.  Τη χαρά μας να μας τρυπά σαν αγκάθι και τα κορμιά μας τσουβαλιασμένα σε ραμμένα αποφόρια. 

Τρίτη 22 Δεκεμβρίου 2015

Χριστούγεννα

ΧΡΟΝΟΓΡΑΦΗΜΑ
Του Παναγιώτη Αντωνόπουλου 
            Περνούν οι καιροί, κοιτάς το τρύπιο σου παπούτσι, ποιητής γίνεσαι μιας άλλης περασμένης εποχής και δένεσαι με το σπόρο του έρωτά της. Εποχή παγωμένη κι εσύ να κάνεις μάθημα σε χωριό σκαπετημένο στην κορφή του βουνού με προίκα σου ένα σχολείο γεμάτο κοράκια και ποντικούς. 
             Μακράν της πόλης, εφτά ώρες ποδαράτο, χωρίς πολιτισμό και με τους λύκους  να σε κοιτάνε σαν χίτες να σε κατασπαράξουν.  Θεονήστικος, άφραγκος, το χρόνο μου σπαταλούσα στο αδελφάτο των χαρτοπαικτών, μαζί τους άκουγα το ίδιο τραγούδι: << Ληστή μου, πιες κρασί στης ερημιάς την κρήνη κι εσύ, φονιά μου, εσύ, παντρέψου την ειρήνη >>.
             Γλίστρησαν οι μήνες, σκυθρωπή γεροντοκόρη η Παραμονή των Χριστουγέννων μ’ ένα χαμόγελο μου ‘δειξε το δρόμο να φύγω. Πώς να φύγω;  Ένας φαρισαίος καιρός είχε χιονίσει, γεφύρι δεν είχε αφήσει,   τους σπίνους και τις καρδερίνες είχε ενταφιάσει, τον ουρανό είχε μαυρίσει με μονόφθαλμα γεράκια σαρκοβόρα. 

Δευτέρα 14 Δεκεμβρίου 2015

Άνεργος και ταπής

ΧΡΟΝΟΓΡΑΦΗΜΑ
Του Παναγιώτη Αντωνόπουλου 
        Σαράντα πέντε χρονών και είναι άνεργος. Χτικιάζει η ζωή του, μαραίνονται τα όνειρά του, σαν γυμνοσάλιαγκας κυλάει πάνω στο σάλιο του και κολλάει εκεί στο χάσκον χάος του. Στεγνός ο φάρυγγάς του, γεύεται που και που το εκκλησιαστικό όσπριο, καθημερινώς παρακαλεί απολιθωμένους χορτάτους να τον τυλώσουν εκχωρώντας του την ουρά του σιτευτού μόσχου που καταβροχθίζουν. 
       Μαύρος ο καιρός του, οι τσέπες του άδειες, ένα μουντό κατακάθι σαπίζει τα στήθια του. Απελπισμένα ζητάει δουλειά, το σέντσι του λείπει, με παυσίπονα λιπαίνει την αρρώστια που του αφήνει η χιτλερού ανεργία. Του ‘ρχεται να σκάσει, να πέσει από τον όροφο, να φύγει απ΄ τη ζωή, να γράψει τραγωδία. Ανεβασμένος στον Όλυμπο τόσο καιρό, κάτω ξαπλωμένος τώρα, δεν τρώει, δεν πίνει, δε μασά, στο μουχλιασμένο πιλάφι και στα μακαρόνια τα ορφανά να σκύψει δε γίνεται, κοιμάται και τυλώνεται με τα ηλάσθητι και τα κύριε ελέησον.  

Τρίτη 8 Δεκεμβρίου 2015

Το λιτρουβειό

ΧΡΟΝΟΓΡΑΦΗΜΑ
Του Παναγιώτη Αντωνόπουλου 
           Περνούν οι καιροί και σκέφτομαι τα περασμένα. Τότε που τσέπωσα το διοριστήριο και σκαπέτησα πέντε ώρες ποδαράτο στην κορφή του βουνού να βγάλω το μεροκάματο. Το χωριό άγριο, γεμάτο βοωδή δικέρατα, χίτισσες αφαλαρίδες και άφραγκους σκαφτιάδες που φορούσαν  το ίδιο τρύπιο παπούτσι και το μπαλωμένο παντελόνι όλο το χρόνο. 
             Πριν φτάσω βρήκα το χείμαρρο φουσκωμένο, τα πέριξ κρυμμένα στην ομίχλη και στην αφάνα, τ’ όνομά μου  σκαλισμένο σ’ ένα  βράχο να διαδηλώνει και να μου φωνάζει να γυρίσω πίσω. Ρίχτηκα στο νερό, το νερό μέχρι το στήθος, την ψυχή μου έκανα σημαία και βγήκα απέναντι. Γλιτωμένος μπήκα στο χωριό, η ανάσα μου συνήλθε, στο σπίτι ύστερα του πρόεδρου έστεκα καλά. μπορούσα να μιλήσω και να δοκιμάσω τας σώας φρένας μου, απαγγέλλοντας : << Προστάτιν σε της ζωής επίσταμαι και  φρουράν ασφαλεστάτην, Παρθένε… >>  

Τετάρτη 2 Δεκεμβρίου 2015

Ξύλο

ΧΡΟΝΟΓΡΑΦΗΜΑ
Του Παναγιώτη Αντωνόπουλου 
                 Μαύροι καιροί, συννεφιές, ξύλο και αφραγκίες. Χτικιάζει η ζωή, χαμωσέρνεται, στο ψωμί της αλείφει έμπυο σάλιο, μαραμένη ελπίδα και όνειρα ξεφτιλισμένα μιας χάσκουσας και σάπιας πολιτικής, που τρέφεται με το σβησμένο γέλιο μας.
                 Και οι φουκαράδες οι Έλληνες, οι ραγιάδες, οι πεινασμένοι, τρέχουνε στο Σύνταγμα, δείχνουν το άδειο τσουκάλι τους στους  τριακόσιους χορτασμένους, με ψίχουλα παρακαλάνε να τους το γεμίσουν, από νηστικοί χορτάτοι να γίνουν. 
                  Κι εκείνοι τους ρίχνουν ξύλο, τους τουλουμιάζουν, τους χορταίνουν χαστούκια και κλοτσιές, ό,τι γκλόπς βγαίνει από τις αποθήκες της  αστυνομίας πάνω τους το σπάνε. 
                  Δε βγαίνει τίποτα, γυρίζουν μ’ άδεια χέρια, οι  χιτλερίσκοι της βουλής, ανένδοτοι, τους τάζουν πάλι λιτότητα, τους απειλούν από τα κανάλια, τους φοβερίζουν, άλλο ένα ντου στο κάστρο τους να κάνουν και θα τους χάψουν και την ουρά  και το βόδι.

Τρίτη 24 Νοεμβρίου 2015

Ηλιοβασίλεμα στην Αρκαδιά

ΧΡΟΝΟΓΡΑΦΗΜΑ
Του Παναγιώτη  Αντωνόπουλου 
           Χείλη ρόδινα της θάλασσας μπροστά μας, σ’ του πελάγου τη φλόγα το κύμα χαϊδεύοντας τη βάρκα να παφλάζει. Ομορφιά πολλή και παντού φιλιά που νοστιμίζουν το στόμα. Καθισμένοι με την Εύα μου στο << Πανόραμα >>     ρουφώντας τον καφέ μας, τον άνεμο ειρηνεύαμε που ‘ρχόταν απ’ το νησί του Σολωμού, ν’ ακούσουμε τους στίχους του. 
           Στον κόλπο Ωκεανίδες γυμνές, στη δύση ένα Ύψιστος ήλιος Πικάσο να σκορπίζει χρυσόσκονη στη ράχη της θάλασσας, στις στέγες και στα καλντερίμια.  Στο Ιόνιο ούτε ένα σύννεφο, άσπροι χιονάτοι γλάροι και φως μενεξελί πέρα ως πέρα. Δεξιά μας η Αγία Τριάδα έφεγγε ανέφελη, ο ήχος της καμπάνας της σήμαινε εσπερινό, τα νυχτοπούλια άφηναν τις φωλιές τους, ο αέρας κορεσμένος άρωμα και υγρασία βουνού, φυλλομετρούσε χαϊδεύοντας τα ρόδα του ορίζοντα.