Τρίτη 4 Νοεμβρίου 2014

Αμνοί και ερίφια

ΧΡΟΝΟΓΡΑΦΗΜΑ 
Του Παναγιώτη Αντωνόπουλου 

            Η εποχή μας λαπάς. Ουδέν ακμάζει κι όλα φαίνονται μέσ’ από δακρύβρεκτο όμμα. Αλυσοδεμένο το πνεύμα, μαραμένα τα φύλλα της ευώδους μυρσίνης μας. Πιασμένοι σαν τους ποντικούς στη φάκα να τρώμε το δηλητηριασμένο τυράκι, ούτε ακούμε του αφρού το μουρμούρισμα, ούτε βλέπουμε το ανθισμένο ροδάμι που τραγουδά όταν το χαϊδεύει ο άνεμος Ζέφυρος.  
              Λησμονήσαμε το ευ ζην, το ρίξαμε στο κακώς ζην. Η χαρά μας μοιρολόι, τα χάδι μας αρπαχτικό πιράνχας, ο λόγος μας μαραφέτι διαβόλου, η τερπνή κουβεντούλα μας Μέγαιρα Ερινύα, οι θείες εκλάμψεις της συντροφιάς του φίλου, σάρισες Μακεδονικές που πληγώνουν σπλάχνα. 
               Εσωστρεφείς, ερημίτες σαν τον ακριδοφάγο Άγιο Αντώνιο, οδοιπόροι των ηλεκτρονικών δρόμων, εράσμιοι φίλοι των e-mail με τα μπατιρημένα αισθήματα. Δουλειά σαν τους είλωτες της αρχαίας όμορης Σπάρτης, έγκλειστοι σε στρατόπεδα αιθάλης, άβουλοι και κουρεμένοι γουλί από τροϊκανούς κουρείς και ημέτερους μαθητευόμενους μπαρμπέρηδες σε κεφάλια κασιδιάρηδων. Διασκεδάρηδες τα Σαββατοκύριακα μέχρι να λαλήσουν οι κοκόροι, μεθώντες για την εξωτερική εμφάνιση, τη μέσα σάπια ψυχή μας μια σταλίτσα εγκράτεια να τη γιατρέψουμε δε σπαταλάμε.

Τετάρτη 29 Οκτωβρίου 2014

Κραυγή τρόμου

ΔΙΗΓΗΜΑ ΤΡΟΜΟΥ ΚΑΙ ΦΑΝΤΑΣΙΑΣ
Του Παν. Αντωνόπουλου

Ο εφοπλιστής Λεόντειος σαν άφηνε τα γραφεία της εταιρείας του στον Πειραιά, ερχόταν στην πολυτελή έπαυλή του στα νοτιοδυτικά της Πελοποννήσου για ξεκούραση και ανάκτηση δυνάμεων.  Τον υποδεχόταν εδώ το υπηρετικό  του προσωπικό κι αφού τον φρόντιζε τις τρεις πρώτες μέρες ανελλιπώς, την τέταρτη τον οδηγούσε στη μεγάλη βιβλιοθήκη του με τα χρυσόδετα και σπάνια βιβλία της, για να διαβάσει. Σαν απόμενε μόνος του ο εφοπλιστής, κατέβαζε από τα ράφια όλα τα κυνηγετικά βιβλία κι άρχιζε να τα διαβάζει μονορούφι. Και τούτο γιατί διαβάζοντας τέτοια βιβλία αποκτούσε γνώσεις που του χρησίμευαν στις κυνηγετικές του εξορμήσεις. Έτσι γινόταν μέρα με τη μέρα καλύτερος κυνηγός και τα θύματά του αυξάνονταν.  
Επειδή του άρεσε  να βλέπει κακοποιημένα ζώα, είχε φτιάξει δίπλα από τη βιβλιοθήκη του ένα μουσείο με ταριχευμένα! Τα είχε κλείσει προσεχτικά σε ράφια, ασφαλισμένα με γυάλινα τζάμια που η ταυτότητά τους γινόταν γνωστή από τη μικρή κόκκινη ετικέτα που κρεμόταν απ’ το λαιμό του ζώου κι έγραφε το όνομά του. Έτσι ο επισκέπτης, που, φυσικά έπρεπε να...

Δευτέρα 27 Οκτωβρίου 2014

Μητέρα πατρίδα

ΧΡΟΝΟΓΡΑΦΗΜΑ
Του Παναγιώτη Αντωνόπουλου 

          Προστάτισσα της ζωής μου σ’ έβαλα από τη νεότητά  μου και στην φρουρά της αγκάλης σου κατέφυγα να γλιτώσω από τα δόντια των  πιράνχας σου. << Ολίγιστη είμαι >> μου είπες << να σε σώσω δεν μπορώ >>, μόνος σου βρες τα μαγεμένα βότανα να τα κοιμίσεις και να τα εξαφανίσεις >>. Οδοιπόρος κι εγώ τους δρόμους πήρα, τον έναν άφηνα, τον άλλον άρχιζα, τα βότανα έψαχνα σε χούνες και ρέματα να βρω.
           Σε σχολείο που το ‘δερναν από όλες τις πάντες αέρηδες σίφουνες, μια δασκαλίτσα, περδικόστηθη, με μάτι λιόμαυρο όμοιο λαμπήθρα μ’ έμαθε Τούρκους Αληπασάδες να μην προσκυνώ, Έλληνες ψωρίλους πολιτικούς να μην πιστεύω.

Κυριακή 26 Οκτωβρίου 2014

Μυθιστόρημα:Ο ήρεμος Ζέφυρος του Ιονίου


Α   
               Χρύσωνε o ήλιος το κάστρο, τη θάλασσα και τον ελαιώνα στον κάμπο, όταν οι πρώτοι καταστηματάρχες της πλατείας σήκωναν τα ρολά για να υποδεχτούν την πελατεία τους και να έρθουν αντιμέτωποι με τη χαρά του χρήματος. 
             Ο πρώτος που έφτασε και στάθηκε για λίγο έξω από την πόρτα του μαγαζιού του, ήταν o ζαχαροπλάστης o Κυρ Θόδωρος ή Γεδεών. Αφού κοίταξε για λίγο τις πόρτες των άλλων γειτόνων του, έσκυψε παρά τον όγκο της θεόρατης κοιλιάς του και ξεκλείδωσε το λουκέτο μ’ ένα δυνατό θόρυβο που τάραξε ενοχλητικά τη σιωπή της μικρής πλατείας.
       Πέταξε ύστερα μ’ ένα δυνατό τίναγμα του δεξιού του χεριού τη γόπα του τσιγάρου του απ’ τα σαρκώδη χείλη του πάνω στο φράκτη του διπλανού οικοπέδου και με τα δυο του χέρια άρχισε να σηκώνει τα ρολά της πόρτας. Όταν το κατάφερε και τα σφήνωσε στην πάνω μεριά του τοίχου, ξεκλείδωσε ύστερα την ξύλινη τζαμόπορτα και μπήκε μέσα τραβώντας κατ’ ευθείαν για την κουζίνα.
-Διαβάστε την συναρπαστική συνέχεια κάνοντας κλικ στον σύνδεσμο: 

Παρασκευή 24 Οκτωβρίου 2014

Ο μπαρμπα – Γιάννης

ΔΙΗΓΗΜΑ
Του Παν. Αντωνόπουλου 

          Καθόταν στην πέτρα κάτω από τη μουριά, πετούσε κάτω τη γόπα την έλιωνε με το πόδι του και κοίταζε με τα μάτια του θαμπά τον Αι- Βλάση. Ύστερα αρχινούσε το τραγούδι: Άειντε του Κίτσου η μάνα κάθεται στην άκρη στο ποτάμι… 
          Το σπίτι του μικρό με τις πέτρες του μαυρισμένες και γεμάτες βρύα και λειχήνες. Έπιπλα λίγα και τα απαραίτητα. Τραπέζι, καρέκλες, δυο στάμνες για νερό, μισή ντουζίνα πιάτα, λίγα κατσαρολικά κι ένα κρεβάτι παλιό διπλό με στρώμα από άχυρο. Δίπλα προς τη δύση ο αχυρώνας που στέγαζε τη γαϊδουρίτσα και πέντε έξι κότες.
          Είχε συνηθίσει να μιλάει με τον εαυτό του και όταν ο ήλιος ανέβαινε ουράνιος  και γυρνούσε από το χωράφι, καθόταν στην πέτρα κάτω από τη μουριά κι  έπιανε λακριντί μαζί του. Ύστερα παρασυρόταν από τον καπνό του τσιγάρου του κι έπιανε το τραγούδι. Του άρεσαν τα κλέφτικα. Και τις ιστορίες τις είχε στο πετσί του. Τις νύχτες του καλοκαιριού και τις προχωρημένες του φθινοπώρου, τις έβγαζε από μέσα του με τέτοιο μπρίο που οι περαστικοί βοσκοί και αγωγιάτες σταματούσαν και κρέμονταν από τα χείλη του να τον ακούσουν.

Δευτέρα 20 Οκτωβρίου 2014

Βουή μας μαύρη!

Γράφει ο Παν. Αντωνόπουλος
Εποχή στέρφα, λασπωμένη από τις νεροποντές, γδαρμένη από ανέμους με κοφτερά σκυλόδοντα. To αυτοκίνητο απόν, στους δρόμους γαϊδουρίτσες και μούλες. Τον επιούσιο έβγαζα καλιασμένος σε χωριό, πνιγμένο στο γαϊδουράγκαθο και την ασφάκα.  Το εκπαιδευτήριο ερείπιο, οι σοφάδες λεηλατημένοι, τα κουφώματα μπαλωμένα με λαμαρίνες. Έκανα μάθημα τυλωμένος με κούμαρα, ζεσταινόμουν μ’ ένα κουρέλι χλαίνης του στρατού, κοιμόμουν σε  κρεβάτι με το σανίδι του φαγωμένο από το σκώρο.   
Το βιβλίο απαγορευμένο, η συνομιλία μου με τους γκιόνηδες, τις σκοτεινές μου νύχτες τις φώτιζαν αστροπελέκια.

Τρίτη 14 Οκτωβρίου 2014

Κόλαση!

Γράφει ο Παν. Αντωνόπουλος
Κυριακή, καθισμένη  σε αγκάθι σκληρό, ζωσμένη απ’ τους τριβόλους του Γκίκα κι εγώ ραγισμένο ανθρωπάκι, το σχήμα μου εναποθέτω κάτω από της καφετέριας την τέντα τον πικρό μου καφέ να πιω με τους δύστυχους συναθροισμένους. Μέγας ο αριθμός τους, αργοί και γέροντες, όλοι κοντά στο θάνατο,  λένε ιστορίες από τις μάχες τους κοντά σε κάποιον Αρταφέρνη, διηγούνται ατελείς έρωτες, θυμούνται μέρες που φτερούγιζαν σαν αετοί στη στράτα, σκουπίδια τώρα σ’ ανάπηρη καρέκλα, ούτε το πινέλο με την μπογιά να γράψουν << ελευθερία >> δεν μπορούν να σηκώσουν.

Δευτέρα 6 Οκτωβρίου 2014

Οι ίδιοι κόπροι του Αυγεία

Γράφει ο Παν. Αντωνόπουλος
Σε πίσω καιρούς, τη νεότητά μου μισούντες οι << ευσχήμονες >> αϊτοί  του υπουργείου παιδείας σε  χωριό διόρισαν, που άρδευε τον πολιτισμό του από τους γύπες και τους ουρλιάζοντας λύκους. Εκεί με εναπόθεσαν σώματι και ψυχή τη ζώσα γνώση να εμφυσήσω σε μαθητές που λιποθυμούσαν από την ασιτία και το φύλλο χλόης στην αποξηραμένη ζωούλα τους, να κρατήσω χλωρό.
Το εκπαιδευτήριο αμπάλωτο ερείπιο, οι πόρτες του σάπιες και τα παράθυρα σαράβαλα. Ζεσταινόμουν διπλωμένος με μια λιωμένη χλαίνη του στρατού, σιτιζόμουν με καχεκτικό χόρτο αρωματισμένο με σκατζίκι, γιάτρευα το γαστρεντερικό μου σύστημα τρώγοντας σπόρους ψύλλιου.

Δευτέρα 29 Σεπτεμβρίου 2014

Παρέα με τους χοίρους

Γράφει ο Παν. Αντωνόπουλος
Δειλινή μου!
Εδώ στη σταυρωμένη επαρχία μη θαρρείς πως καταβροχθίζουμε τα << Άνθη του Κακού >> του Μπωντλαίρ ή αλέθουμε το χρόνο μας βλέποντας το << Βυσσινόκηπο >> του Τσέχωφ. Οι πνευματικές μας οάσεις λιγοστές, αδιέξοδο βρίσκουν σε καλαμιές και φρύγανα. Σε σήριαλ που γλιστράνε σαν χέλια τις νύχτες μας, σε ταινίες με το θόρυβο των tanks, σε όνειρα ζωγραφισμένα με χρώμα από το αίμα των σφαγμένων παιδιών του πολέμου.
           Το βιβλίο το πετάμε. Οι σελίδες τους κουρελιασμένες από την κρίση δε διαβάζονται. Έτσι η γνώση τίγρισσα δε δαμάζεται. Και μένουμε, όχλος, πλέμπα, μαϊμούδες!

Παρασκευή 26 Σεπτεμβρίου 2014

Ο δάσκαλος

Γράφει ο Παν. Αντωνόπουλος
Με κούρευε με τη μηχανή όταν γνωριστήκαμε. Άσχημος, χοντρός με μαλλί μαύρο και αγκαθωτό σαν του αχινού, έμοιαζε με θρεμμένο χοίρο. Μ’  έκανε γουλί κι αφού μου τράβηξε το δεξί μου αυτί,  μ’ έστειλε να καθίσω στο έσχατο θρανίο.
Στο μάθημα που σμίξαμε τις ματιές μας, σάλταρε πάνω μου και με τη φωνή του μπάσα και υψωμένη, μου είπε:  
--- Να το πετάξεις αυτό το κόκκινο κασκόλ που φοράς, γιατί δε μου χτυπάει καλά στο μάτι! Το γαλάζιο είναι το εθνικό μας χρώμα κι αυτό να προτιμάς!

Δευτέρα 22 Σεπτεμβρίου 2014

Σαρκοφάγοι γέρακες

Γράφει ο Παν. Αντωνόπουλος

Δειλινή μου!        
Πάει κι αυτό το καλοκαίρι! Πέταξε σαν συννεφάκι  που το σπρώχνουν άγριοι λεβάντες και υγροί νοτιάδες.  Τα γλαυκά του μάτια έκλεισαν, ο ουρανός του γέμισε αστραπές με σχήμα φιδιών, οι βροντές του κάνουν τ’ άστρα να τρέμουν.
Ο βορράς, η πατρίδα σου, σε ζήτησε και πάλι να γίνεις μέτοικός της ύστερα από το ταξίδι σου στο  χλοερό νότο. Να βρεθείς έτσι στο μουντό χρώμα της και φύλακας του σκορπισμένου χώματος των  τύμβων της. Κι εγώ να μείνω μόνος ναυαγός του βαθυγάλαζου πελάγους και τυλιγμένος στις μενεξελιές πινελιές του Μεσσηνιακού ορίζοντα.  << Βασιλιάς της γης μου >> όπως μου τραγούδησες, << ένας Οδυσσέας, στο παλάτι του Τριφυλιακού Αλκίνοου >> μου επανέλαβες.

Δευτέρα 15 Σεπτεμβρίου 2014

Παστέλι και σάμαλι

Γράφει ο Παν. Αντωνόπουλος
             Δεκαετία του ’60. Ένας γαμψονύχης δράκος μας έσπρωχνε στο γκρεμό, ένα ζαβό ριζικό βράδιαζε τη βιασμένη μέρα μας. Εκείνη μας έστελνε νηστικούς στο κρεβάτι με το αίμα ξεραμένο στα πόδια μας, μ’ ένα τρίμμα φόβου στα σπλάχνα, που έσκαβε το λαγούμι μας να κρυφτούμε μέσα. 
           Ουδέ διασκέδαση, ουδέ διεφθαρμένα σήριαλ, ουδέ τάμπλετ το φως της γνώσης να μας μεταδώσει. Τη βγάζαμε με αναρριχήσεις στα βουνά, με κλωτσιές σε τόπια από κουρέλια, πηδούσαμε φράχτες, μαργαρίτες μαδούσαμε, ψελλίζοντας ασθμαίνοντες: << Μ’ αγαπάει δεν μ’ αγαπάει!  Μ’ αγαπάει δεν μ’ αγαπάει … >> 

Σάββατο 13 Σεπτεμβρίου 2014

Η Ούντρα

Γράφει ο Παν. Αντωνόπουλος
Τι ύπαρξη θλιβερή κι αυτή τότε! Τίποτα δε χαιρόμαστε από τον αναστεναγμό κι ένα παράπονο πνιχτό. Η αγάπη να θέλει φίλημα και εμείς να μην μπορούμε να σταθούμε στα πόδια μας, να πιαστούμε μαζί της στο χορό, να διώξουμε τη Μέδουσα  που μας πέτρωνε.
Δεν έφταναν οι δέκα πληγές του Φαραώ που μας είχαν πατημένους, τα είχε και ο πατέρας σκούρα. Μέρες πεσμένος στο κρεβάτι δεν είχε σκοπό να σηκωθεί. Ο γιατρός που τον ακροάστηκε είπε, << πως τα ψωμιά του είναι λίγα και όπου να ‘ναι θα ρέψει, γι’ αυτό να ετοιμαζόμαστε για  σπερνά >>.

Δευτέρα 8 Σεπτεμβρίου 2014

Ένας ασυνήθιστος χορός

Γράφει ο Παν. Αντωνόπουλος
Στο ιατρικό κέντρο ερευνών εφτά χρόνια ο δόκτορας Τζορτζ Άλφρεντ μαζί με τους συνεργάτες του αναζητούσε θεραπεία της νεύρωσης κάνοντας πειράματα στους εγκεφάλους σε μια ομάδα από γορίλες.  Οι πληροφορίες ανέφεραν πως σε έξι μήνες τα αποτελέσματα των ερευνών θα δημοσιεύονταν και θα μπορούσαν να εφαρμοστούν στους πάσχοντες από τη νόσο.
Μια είδηση όμως που δεν είχε εξακριβωθεί για τη γνησιότητά της και είχε τρομοκρατήσει τον κόσμο, έλεγε πως τα δυστυχισμένα πειραματόζωα είχαν υποστεί αλλοίωση στους νευρώνες και σε στιγμές κρίσης η διάταξη των ινών φύλλων έχανε τη βούλησή της και τα ζώα συμπεριφέρονταν σαν τρελά.

Γουρνοπούλα ψητή

Γράφει ο Παν. Αντωνόπουλος
Τριφύλιοι λογοτέχνες. Τα έργα τους με διάρκεια και ύφος, η έκφραση και η γλώσσα περίτεχνα δομημένα. Με υλικό από τη ματιά τους που ρίχνει φως στα ανελέητα σκοτάδια μας. Με ίαμβους και δεκαπεντασύλλαβους που αιωρούνται στις στέγες των σπιτιών, διώκτες της σκόνης και της σήψης που έχει επικαθίσει.
Λήθη με πληγή αιμάσσουσα τούς ξέχασε, χέρι άρπαγας σκόρπισε τα χειρόγραφά τους και το καλοκαίρι διέλευσε χωρίς κάτι φίνο δικό τους να ειπωθεί. Στίχος τους δεν απαγγέλθηκε, παράγραφος δεν εμπεδώθηκε, έντεχνο γράφημά τους από χείλη αφηγητή  δεν ήχησε στο ους του δοκιμαζόμενου λαού.  

Δευτέρα 1 Σεπτεμβρίου 2014

Ψαροφάγοι και πατατοφάγοι

Γράφει ο Παν. Αντωνόπουλος
Είπα ν’ αλλάξω δρόμο, το μάτι μου να φύγει απ’  τα ερείπια της γειτονιάς μου, στα πηχτά μαστάρια των νεφών που χαϊδεύουν ανέγνοια τη θάλασσα να τα ρίξω. Και βρέθηκα να περπατάω σε ξερόφυλλα και πευκοβελόνες, σε κίτρινες κορφές χορταριών, σε κοτσάνια κοκαλιάρικα σαν χέρια. Μετά ούτε φύλλο δε σάλευε, ούτε στη θηλή του πεσμένου κλώνου μερμήγκι δε θήλαζε. Δρόμος ξεδιπλωνόταν φαρδύς, ασφαλτοστρωμένος, ντυμένος στα πορφυρά ενδύματα του πλούτου, γεμάτος πολυτελή φαγάδικα. Φωνές, γέλια, ξεφαντώματα, τραπέζια τίγκα στο πιάτο και της κουζίνας τις μοσχοβολιές,  ρεψίματα και στομαχόπονοι που έφερνε των πινακίων το άδειασμα.

Δευτέρα 25 Αυγούστου 2014

Αμφίπολη

Γράφει ο Παν. Αντωνόπουλος
Aρχαία πόλη στην Ανατολική Μακεδονία, στις όχθες του Στρυμόνα σε θέση που ονομαζόταν << Εννέα Οδοί >>. Ιδρύθηκε από τους Αθηναίους το 437 π.χ. για τον έλεγχο της περιοχής, πλούσιας σε πρώτες ύλες.  Ερείπια ανθρώπινης εγκατάστασης χρονολογούνται στην περιοχή από το 3.000 π.χ.   Το 480 π.χ. ο Ξέρξης περνώντας από ‘κει έθαψε ζωντανούς εννιά όμορφα παλικάρια και εννιά παρθένες καλλονές ως θυσία σε ποτάμιο Θεό.
                

Κυριακή 24 Αυγούστου 2014

Ελλάς Ελλήνων Χριστιανών

Γράφει ο Παν. Αντωνόπουλος
Τούτο το ζεστό και άχρωμο καλοκαίρι που μας ήρθε φέτος, έβγαλε αληθινές τις προφητείες του Καζαμία, που ‘γραφε: << Ο καιρός καλοκαιρινός με μεγάλη άνοδο της θερμοκρασίας και ο Θεός να βάλει το χέρι του για τα παραπέρα. Και να σκεφτείτε πως είμαστε ακόμη στο θεριστή με το φωτεινό δίσκο στην αγκαλιά του Καρκίνου. Έτσι σαν θα φτάσει στην αγκαλιά του Ιουλιανού Λέοντα που ‘ναι και πιο καυτή, φανταστείτε τι έχει να γίνει! >>
Τούτο λοιπόν το καυτό καλοκαίρι που << Ο Αϊ - Λιας του θα παράκοβε σταφύλια και η Αγία Μαρίνα του σύκα >> του ‘ρθαν τα πάνω κάτω του Παντελή.

Δευτέρα 18 Αυγούστου 2014

Μάσες

Γράφει ο Παν. Αντωνόπουλος
Φίλος εράσμιος, θαυμαστής της ελληνικής αφρόκρεμας, μου ενέδωσε πολυτελές περιοδικό, στις σελίδες του οποίου εκθέτονται ηχηρά ονόματα της πολιτιστικής και πολιτικοοικονομικής ελληνικής σκηνής.
Οι κοιλαράδες άρρενες και οι ξετραχηλωμένες θήλεις, φίλοι της κνίσας και του καλού πιάτου, δε δείχνουν να έχουν πάρει χαμπάρι το μαρτύριο του ελληνικού λαού. Στο φόβο, τον ταραγμένο νου, τα τρομαγμένα μάτια, τις άδειες τσέπες του, τη ματωμένη ζωή του, αυτοί ρημάζουνε κατσαρόλες, δοκιμάζουν σε γαστρονομικές εκδηλώσεις  μυδοπίλαφο, γαρδουμπάκια, σουφλέ, εδέσματα με πρωτόγνωρες γεύσεις, ελαιόλαδα εξαιρετικά, μπουκιές, τηγανίτες, χειροποίητα μακαρόνια, και εν ολίγοις του πουλιού το γάλα.

Σάββατο 16 Αυγούστου 2014

Ο Ανθόλαος

Γράφει ο Παν. Αντωνόπουλος 
Ένας ανεπαίσθητος ήχος τράβηξε την προσοχή τού Ανθόλαου, που ξαπλωμένος κάτω από το χαμηλό ξύλινο καλύβι, διάβαζε λαίμαργα τους << Άθλιους >> του Β. Ουγκώ και τον έκανε να πεταχτεί και να ταλαντευτεί σαν εκκρεμές στον αέρα. Κι αμέσως είδε δυο χωροφύλακες να ορμούν σαν πεινασμένα τσακάλια και να του περνούν τις χειροπέδες στα χέρια.
Ένας οξύς πόνος τον διαπέρασε στην καρδιά και για δευτερόλεπτα σκέφτηκε πως η σύλληψή του ήταν ψέμα.  Γρήγορα όμως σαν άστραψαν στα μάτια του τα δυνατά χαστούκια των μπράβων της εξουσίας κατάλαβε πως η ζωή του τελείωνε. Και χωρίς αντίσταση παραδόθηκε στο τέρας της χούντας που με τη μύτη της ξιφολόγχης χάραζε τα κορμιά των Eλλήνων και τα γέμιζε πληγές στα μπουντρούμια και στις φυλακές.  

Δευτέρα 11 Αυγούστου 2014

Νύχτες φευγάτες

Γράφει ο Παν. Αντωνόπουλος
Στους πίσω καιρούς μας δεν είχαμε κανάλια να μας πουν τον καιρό με κόρες βγαλμένες από λουτρό και μουσκεμένες με Versace Bright Crystal! Τις φουρτούνες τις βλέπαμε να ξεκοτσάρουν από τα ουρανοθέμελα του Κατάκωλου, το αγριοκαίρι να βρυχιέται ξυρίζοντας τη σεβαστή γενειάδα του Ψυχρού. Από καύσωνες το πετσί μας δεν χαμπάριαζε, αν το παράκαναν και μας έψηναν, κερί ανάβαμε στον Αϊ- Γιώργη τον καβαλάρη και τους σκόρπιζε.
Άσε που μας έκαναν σκλαβάκια τους, ξεκοιμισμένοι από την κοίτη της μαύρης γης τους, ερχόμενοι στη δική μας.

Δευτέρα 4 Αυγούστου 2014

Βασιλιάς σε τσαντίρι

Γράφει ο Παν. Αντωνόπουλος
Στα χρώματα του ήλιου λάμπει ο κήπος μου, στολισμένος με ζωηρές πορτοκαλιές, με δάφνες ανθισμένες, με θυμιατήρια από βασιλικούς και δυόσμους μυρωμένος. Στα φύλλα της αγράμπελης φτερουγίζουν μέλισσες που ζουζουνίζουν, ψάλτες σπουργίτες απλώνουν γαλάζιες κορδέλες με νότες του πενταγράμμου στους κλώνους της συκιάς, βόρεια πεύκος αιωνόβιος ρίχνει το απόσκιο του, πατέρας γλυκός υπό τη σκέπη του τ’ άλλα δεντράκια αγκαλιάζει. 
Στον ίσκιο του θα στήσω το τσαντίρι μου, τις διακοπές μου να περάσω.  Τ’ αρκούδι ο Χαρδού [ βελης ] και το  ανήμερο  καπρί  ο  Μπενι [ ζέλος ] μ’ άφησαν ταπί. Ν’ αράξω δεν μπορώ σε νησί, στο κύμα να ξαπλώσω. Κι εκεί το τσαντίρι μου με φουρκάδες από ελιά θα στήσω, τη στέγη του με φτέρες θα σκεπάσω.

Δευτέρα 28 Ιουλίου 2014

Παιδιά της Γάζας

Γράφει ο Παν. Αντωνόπουλος
Σε πίσω καιρούς ένα ανθρωποειδές, χόρτο βοσκούσε, στα τέσσερα περπατούσε και ζούσε άπλυτο και άκουρο, μέσα σε σπηλιές. Έγινε << ανθρωπάκος >> στην τύχη, έφτιαξε όπλα, γύριζε αρματωμένος, έχρισε Θεό του τον πόλεμο και αποχαυνωμένος παραληρούσε στα λουτρά αίματος που άφηναν οι σκοτωμοί του. 
Ο γόνος του, σάπιος και μολυσμένος, κοντά σας ζει. δίπλα σας βασιλεύει. Ανθοί και στάχυα στον καταυλισμό σας, ζηλεύει τ’ αυγερινού σας το τραγούδι, τη νιότη σας  μαραίνει με του πολέμου τη φωτιά.

Δευτέρα 21 Ιουλίου 2014

Φτωχοπρόδρομοι

Γράφει ο Παν. Αντωνόπουλος
          << … και το ψομίν επιθυμώ, πότε θα το χορτάσω; >> έγραφε ο Θεόδωρος Πρόδρομος ή Πτωχοπρόδρομος  και του ‘πεφταν τα σάλια οσμίζοντας το  χουρδουβελία  στο ανάκτορο του αυτοκράτορα Μανουήλ Κομνηνού. Με τη λόρδα να τον κόβει, γυρνώντας στους δρόμους με τρύπιο ρούχο, ξυπόλητος, διαρκώς ορεγόταν ευωδιαστό μονοκυθρίτσιν,  χορδοκοιλίτσια  και σφουγγάτο που σε σωρούς άχνιζαν στα βασιλικά τραπέζια.
        Όσο και να παρακαλούσε τους Υπερίονες Ήλιους της βυζαντινής μάσας, ένα ψιχουλάκι δεν του πέταγαν. Έστελναν τα ορθοκέρατα βόδια της ακολουθίας τους και του έσπαζαν τα κόκαλα.  Κύματα του ‘ριχναν πάνω του τις καυτές ψαρόσουπες και τον γέμιζαν εγκαύματα και  ουρές με λέπι. Αυτός δεν το ‘βαζε κάτω. Από γειτονιά σε γειτονιά τους έψελνε τα εξ’ αμάξης,   με στίχους από ξίφη, τα μεριά τους χάραζε.

Δευτέρα 14 Ιουλίου 2014

Μπραήμηδες

Γράφει ο Παν. Αντωνόπουλος

            Πως να γίνεις νοικοκύρης με τόσους Μπραήμηδες που κάθισαν στο σβέρκο σου! Αποχτάς ένα πρόβατο, ένα ζευγάρι γελάδια, τσουκ ο Μπραήμης υπουργός επί της Γεωργίας στα παίρνει. Κληρονομείς το αμπελοχώραφο του πατέρα σου, τσακ ο αρχιτσάρος Χαρδούβελης σου στέλνει χαρτί ευρύχωρο μ’ όλα τα προικιά, τα πανωπροίκια και τα χρεολύσια που θα πληρώσεις. Σπας χαλίκι στο νταμάρι, << τούτος έχει >>  σημειώνει στο δεφτέρι του ο σπιούνος ελεγκτής του ΙΚΑ και χάνεις οικονομικό μέρισμα, φάρμακο και τα κερατά σου τα τράγια.  Ανάβεις μεγάλο κερί στον άγιο Λια να βρεις την υγειά σου από το λουμπάκο, << τούτος είναι νοικοκύρης και ροδαμίζει το μάγουλό του, γδάρ’ τον >> ψιθυρίζουν οι άλλοι αλυσωμένοι γύρω σου και η ευχή τους πιάνει. Το πρωί η εφορία βγάζει το χαντζάρι της και σε στρώνει στα κοντά. 

Παρασκευή 4 Ιουλίου 2014

Αγία Κυριακή

Γράφει ο Παν. Αντωνόπουλος
             Όμορφη και φέτος. Ολόξανθη και ηλιοκαμένη. Ο μπάτης σου στέλνει το διάφανο φύσημα, η όστρια γέρνει πάνω σου τον ίσκιο των γλάρων της αθώας σου θάλασσας.
             Εδώ το βρεμένο βότσαλο, εκεί οι λευκοί αφροί. Στο βάθος ο γέροντας άνεμος, νότια του σπάρου η πλατιά ουρά. Τις νύχτες το μελί φεγγάρι σου λουσμένο στα νερά.
            Τοπική αυτοδιοίκηση, Εξωραϊστικός Σύλλογος, εραστές του ωραίου, φιλόπονοι καταστηματάρχες της ταβέρνας  του << Αχινού >> και του << Γρηγόρη >>, φτωχοί ψαράδες, σκυφτοί εργάτες, βασανισμένοι κοντά στα φύκια και στα όστρακα, ανέσυραν από το τέλμα της άδειας τσέπης τους τον όβολό τους και σε προίκισαν.

Δευτέρα 30 Ιουνίου 2014

Διακοπές

Γράφει ο Παν. Αντωνόπουλος

            Σε πίσω καιρούς σήμερα το χρονογράφημα. Σε καλοκαίρια ντυμένα στο κίτρινο και δροσισμένα από Γαρμπήδες και Ζέφυρους.  Καλοκαίρια φίνα, με τους κόρφους τους να στάζουν ιδρώτα, τις ρόγες των κοριτσιών χαϊδεμένες από την Όστρια, τη μουσική συμφωνία των γκιώνηδων να χαϊδεύει τα ώτα, τις μυρωδιές του υάκινθου και του ριθιού να φτάνουνε σε μακρινά ακρογιάλια.
            Ευθύς μόλις τα σχολεία έκλειναν, αμπαρώναμε τα σπίτια και γινόμαστε Λούηδες. << Φορτώστε τα στο γάιδαρο >> έλεγε ο αφέντης πατέρας, χαϊδεύοντας το ακάνθινο γένι του. Προορισμός μας το χτήμα για τις καλοκαιρινές μας διακοπές, σε χώρο άνυδρο και ξερό, ζωσμένο τριγύρω από την αφαλαρίδα και το γαϊδουράγκαθο.

Δευτέρα 23 Ιουνίου 2014

Ξανθό καλοκαιράκι

Γράφει ο Παν. Αντωνόπουλος

             Ξανθό καλοκαιράκι, με το μαϊστρο να τρέχει στα μπογάζια,  τις εξετάσεις περατωμένες, τα αποτελέσματα επιβεβαιωμένα από τη βασιλίδι βαθμολογία των σοφών καθηγητών, μας περίμεναν τοιχοκολλημένα σε θέση περίοπτη του στεγασμένου χώρου. Προβιβασμένοι και απορριφθέντες όταν τα παίρναμε, ένας θεϊκός άνεμος έσερνε όλες εκείνες τις κουρελιασμένες ψυχές μας, τις τριμμένες εννιά μήνες στο άγριο δόντι του μαυροπίνακα και τις έκανε ροζ συννεφάκια σε βράχους και ακρογιαλιές.
            Οι κοντινοί στη θάλασσα γέμιζαν κιόλας λέπια, ονειρεύονταν τρικούβερτα μπάρκα, περπατούσαν κι έκαναν πως τσαλαβουτούσαν σαν δέλφινες. Οι καμπίσιοι ονειρεύονταν νυχτερινούς υπνάκους σε αγκαλιές αρωματισμένες με σγουρούς βασιλικούς, οι βουνίσιοι να παίζουν φλάουτο στις πλαγιές μαζί με τους πετροκότσυφες.

Τρίτη 17 Ιουνίου 2014

Δαίμονες εν οίκω

Γράφει ο Παν. Αντωνόπουλος

                 Καθώς βοριάς κρύος, πέρασαν οι εκλογές. Κι όπως εκείνος αφήνει συντρίμμια, ρίχνει στέγες, καταλύει σκούφους και σούρνει χαρτοκούτια, όμοια και τούτες κραυγές λύσσας άφησαν, γαβγίσματα, κικιρίκου, θα… θα… θα…,  ιούς σκόρπισαν σαν το πλασμώδιο του Λαβεράν.  Στις πλατείες άφησαν αποτσίγαρα, τσόφλια από ηλιόσπορους, στους σταθμούς κουρελήδες ψηφοφόρους.
                Δαίμονες εν οίκω οι υποψήφιοι, μας καταβρόχθιζαν μέσα στο σαλόνι μας, τα σαγόνια τους λεπτό δεν έκλεισαν να αλέθουν, κόκκινους, πράσινους, γαλάζιους, σιτισμένους με όσπριο, φουκαράδες Ελληνάκους με μπαλωμένο βρακί. Ένας Κολοκοτρώνης δε βρέθηκε να τους σβουρίξει τη σπάθα, ένας Νεφεληγερέτης Δίας να τους κεραυνώσει, ένας Ποσειδώνας του ωκεανού να τους πατώσει στα αφρισμένα κύματα.

Παρασκευή 6 Ιουνίου 2014

Κατείβετο δε γλυκύς αιών νόστον οδυρομένω


Γράφει ο Παν. Αντωνόπουλος
Έλληνα της διασποράς
               Άφθορε Έλληνα της διασποράς, ευφραινέσθω η ψυχή σου, χορευέτω η χαρά η μετάγουσα σε λειμώνες ευτυχίας. Χαίρε, από το γενέθλιο τόπο του ήλιου και της αρμύρας  με το συνδοξαζόμενο μπλε και λευκό της ευρύχωρης θάλασσας και του σύμπαντος ουρανού. Της νεραϊδόκορμης αγράμπελης δέξου την αφή του φιλιού της, της ροδοδάφνης το άνθος ξεφύλλισε στο αναμμένο κεράκι της μνήμης σου. Στο έμπα του σπιτιού σου, στήσου Οδυσσέας ένδοξος, τις μολυβένιες μέρες του νόστου σου ξεδίπλωσε, το ιερό  πτολίεθρο  της πατρίδας σου που άφησες και πήγες σε άστεα ξένα, υπερώα θανάτου και οίκους μολυσμού του σώματος και της ψυχής σου, θυμήσου.

Τρίτη 3 Ιουνίου 2014

Ρε, φουκαρά Ελληνάκο!

Γράφει ο Παν. Αντωνόπουλος


               Πάλι την ολιγαρχία του πλούτου, ψήφισες! Εξέλεξες ένα τσούρμο βιομηχάνους, τσιφλικάδες, ψυχοπομπούς, αργοφονιάδες, εκηβόλους της τσέπης σου, ξακουσμένους φαγάδες, γλεντζέδες του πάτριου πλούτου, κλέφτες του χιτώνα σου, μασκαράδες που βυσσοδομούν το κακό.  
               Ανεβασμένοι στο φράχτη σαν τα κοκόρια οι πολιτικοί, σου σάλπισαν τα ίδια και τα ίδια και σε κοίμισαν. Ύστερα σε γύμνωσαν και χωρίς βρακάκι σ’ έστειλαν στην κάλπη. Κι εκεί πια για να ντύσεις μ’ ένα κουρελάκι τη γύμνια σου, την ψήφο σου πούλησες.
             Και τώρα όλα μέλι γάλα! Η σούπα σου θ’ αβγατίσει με δυο σπυριά ρύζι, το εντόσθιο θα μπει τρεις φορές στο τραπέζι σου, οι τράπεζες θα σου προσφέρουν ανθοδέσμες στην καθυστέρηση της δόσης σου, το σκουπίδι θα φύγει στο πι και φι από την πόρτα σου, στο νοσοκομείο ο γιατρός χωρίς φακελάκι θα σου βγάλει τη σκωληκοειδίτιδα.

Τετάρτη 21 Μαΐου 2014

Ο ανάπηρος και ο αφέντης

Γράφει ο Παν. Αντωνόπουλος
              Νέος, μακριά από το ραγισμένο πατρικό κεραμίδι, βρέθηκα σε χωριό σφιλιασμένο στους βράχους και πνιγμένο στο γαϊδουράγκαθο. Είχα  χάσει τον ουρανό, οι άνεμοι ούρλιαζαν μέσα στα θάμνα, οι μέρες μου απλώνονταν μπροστά μου σαν κιτρινισμένα χαρτιά.
              Με κράτησαν κοντά του οι καρδούλες των μαθητών μου. Όλες  τους ζυμαράκι  ζητούσαν κάποιον να τις πλάσει. Κι εγώ μπορούσα να το κάνω δαρμένος στον ανεμοστρόβιλο του βιβλίου. Πώς να τις αφήσω;  Φιλιώθηκα με την ερημιά, έμεινα και νανουρισμένος από το τραγούδι τους εν μέσω των ανθούντων ψυχών τους, τις νοιαζόμουνα για τρία χρόνια.  

Δευτέρα 12 Μαΐου 2014

Τα κούμαρα

Γράφει ο Παν. Αντωνόπουλος
           Σε πίσω καιρούς, είχα διοριστεί σε χωριό θαμμένο στα βουνά, στις πέτρες και στα γαϊδουράγκαθα. Το σχολείο ερείπιο, οι τοίχοι του αυλακωμένοι από τις σχισματιές, τα κουφώματα σάπια, η οροφή Νιαγάρας να με μουσκεύει από ποδός μέχρι  κεφαλής.  
            Τις περισσότερες μέρες νηστικός, τις Κυριακές με τάιζε μια φετούλα πρόσφορο ο παπα- Γιώργης, στις μεγάλες γιορτές ο πρόεδρος μου ‘στελνε πεσκέσι σούπα την ουρά του προβάτου.   Όταν δεν είχα μάθημα έπιανα κοτσύφια με θηλιές, τον τσοπάνο βοηθούσα να βρει τα χαμένα κατσίκια στα πουρνάρια, στη στρούγκα μαζί του αρμέγαμε το κοπάδι όταν το γυρνούσε από τη βοσκή.

Δευτέρα 5 Μαΐου 2014

Άνοιξη

Γράφει ο Παν. Αντωνόπουλος

              Ω! αφράστου ομορφιάς Άνοιξη! Αινούμε και προσκυνούμε τα κάλλη σου, από το κόκκινο τριαντάφυλλο της καρδιάς σου, το μύρο του ρουφάμε. Χειλάκια αγγελικά παντού τραγουδούν, ματσάκια κρίνοι στις χούφτες μας στεγνώνουν την άφατη λύπη μας. Λύπη από τη Μεγάλη μας Σαρακοστή που μας ταίζει με αέρα και γηρασμένες υποσχέσεις. Υποσχέσεις από πυλωρούς του Άδη μας, υποψήφιους Ηρώδες και Αττίλες που ψαλμωδούντες μελιφθόγγως την ψήφο μας ζητάνε να τραφούν και πάλι στο πρυτανείο της βουλής.

Δευτέρα 28 Απριλίου 2014

Ανάσταση

Γράφει ο Παν. Αντωνόπουλος
               Χριστέ μου υπερφυώς ανέστης εκ νεκρών και υψώθεις στον ουρανό, εμείς όμως με της ρομφαίας την εκδίκηση σπαράσσουμε. Το ‘να χαράτσι πέφτει πάνω στ’ άλλο, αινούμε και προσκυνούμε από πρωίας μέχρι νυκτός να μη μας πουρλακίσουν τα λίγα μας ευρώ, το γένος μας κραταιό πασχίζουμε με δόντια και με νύχια να το αποτρέψουμε να τεθεί εν τάφω.   
               Κι όσο βυθιζόμαστε στη λάσπη, οι σωτήρες μας μελωδούντες  ευαγγελίζονται τη λύτρωσή μας. Γούστο που έχουν οι ατσαλάκωτοι. Ωλέσαντες τη σοβαρότητά τους σαλπίζουν ύμνους στα κανάλια, εμετικούς παιάνες στις συγκεντρώσεις, αίνους δοξαστικούς στα συμπόσια περί ανάκαμψης και ζητούν την υπερευλογημένη ψήφο μας.  

Δευτέρα 14 Απριλίου 2014

Γολγοθάς

Γράφει ο Παν. Αντωνόπουλος
             Ιησού Χριστέ, βασιλεύ του παντός, δεν μένεις καλύτερα στον Άδη! Τι σε βιάζει ν’ αναστηθείς και να ‘ρθεις εδώ στην πατρίδα μου που κυβερνούν λύκοι και φτερωτές Άρπυιες ματώνουν τις σάρκες του λαού! Όλο το Μεγαλοβδόμαδο γλυκέ μου Χριστέ, αυτοί που κήδεψαν τον Ελληνικό λαό θα μαζευτούν σαν τις << Οσίες Μαρίες >> κάτω από τη σκέπη της εκκλησίας σου  και με δακρυρρόους θρήνους θα σπαράζουν για το Γολγοθά σου και πικρώς εκβοώντες βλέποντας σε κρεμάμενον και γυμνόν επί του ξύλου θα ζητούν στο φέγγος σου να ξεπλύνουν την όζουσα ζωή τους.  

Δευτέρα 7 Απριλίου 2014

Χαστούκια

Γράφει ο Παν. Αντωνόπουλος
             Κάθε μέρα μια ολοδάκρυτη αυγούλα μας βρίσκει μ’ ένα ματσάκι αγριανθούς στο βαζάκι μας. Οι μεγάλες μας χαρές έγιναν Άρπυιες, η τσέπη μας τρύπησε, οι Σαμάρειες υποσχέσεις πάνε κι έρχονται σε ατραπούς σκοτεινούς που συναντούν το Μερκέλειο Λαβύρινθο.
            Ούτε πιστεύουμε σε τίποτα, ούτε περιμένουμε κάτι, ούτε ελπίζουμε. Η καρδούλα μας τσόφλι, στοιχειά και δράκοι σχίζουν τα σωθικά μας, το λιγοστό πλιγούρι μας το αρταίνουμε με νοθευμένο λαδάκι. Στην τηλεόραση κόρσες αναύχενες μας ραντίζουν με εντομοκτόνα λόγια, φουσκωτοί πολιτικοί πετεινοί λαλούν πριν τις εκλογές, επιτετραμμένοι θαυματοποιοί, σγαρλίζουν μια κουτσουλιά στο κοτέτσι του Χατζηδάκη και τη βαπτίζουν, ανάπτυξη.  Κι εσύ φουκαρά Έλληνα ραγιά κάθεσαι σταυροπόδι κοντά στο άδειο σου τσουκάλι και σκέφτεσαι. Τι σκέφτεσαι;  Τα χαστούκια που έχεις φάει, αυτά που τρως και τα άλλα που θα φας!

Παρασκευή 28 Μαρτίου 2014

Μπάτε σκύλοι αλέστε…

Γράφει ο Παν. Αντωνόπουλος
            Τους χώρους της δημόσιας διοίκησης που καθεύδει τους φοβάμαι όπως ο εωσφόρος το λιβάνι. Χαίρω όταν μου έχουν κόψει τον ομφάλιο λώρο μαζί της, τρέμω σαν αιχμάλωτος του Άουσβιτς μήπως με κάνουν σαπούνι στους φούρνους της, όταν το άγριο δρολάπι του νόμου με επιστρατεύσει να σταθώ ενώπιόν της, γυμνό ραγιαδάκι και να μου βγάλει τη σφέρτσα.   
              Κι αν  Βελζεβούλης Έλλην ή Τροϊκανός με φέρει εκεί, ούτε δεμένος δεν κάθομαι, όσο ο λιμοκοντόρος γραφειοκράτης, παλουκωμένος στο γραφείο του,  μου γαργαλάει τον πισινό με σκουριασμένο καρφί.

Δευτέρα 17 Μαρτίου 2014

Βρικόλακες

Γράφει ο Παν. Αντωνόπουλος
            Κυψέλη το δημόσιο. Τροφοδοτεί τα χαρτένια όνειρα των νέων, επουλώνει πληγές της φτώχειας τους όταν περάσουν το κατώφλι του, θαμπίζουν οι νύχτες τους από το αστεράκι της μονιμότητας που τους φωτίζει, σπιθίζουν οι αυγές τους από το γλίσχρο μισθό που τους φιλοδωρεί.  Δουλεύουν και τους ραντίζει η ανάβρα της ευτυχίας, ντύνονται με την εθνική στολή του φυλακισμένου στο κάτεργο της εξουσίας, λιώνουν και σαπίζουν τριανταπέντε χρόνια δεμένοι με λουριά στις φάκες του δημοσίου υπόκοσμου.  
             Σ’ αυτό το μαγαζάκι φώλιασα κι εγώ. Είδα κυρίες υπάλληλους με φτερά στο καπέλο, δράκους γραφιάδες, να έχουν γραμμένη ανεξίτηλη στο στήθος την υποταγή στο κίβδηλο κόμμα, χαμερπείς σκύλους γραμματείς αλειμμένους με σάλια να ξεσκονίζουν τα παπούτσια των προϊσταμένων. 

Τετάρτη 12 Μαρτίου 2014

Η φούσκα

Γράφει ο Παν. Αντωνόπουλος

                  Στα δίσεκτα παιδικά μας χρόνια τις μέρες μας κανένα ροδόφυλλο δεν τις στόλιζε και οι νύχτες μας ήταν χωρίς χρυσομέταξα μαλλιά και γεμάτες σκιάχτρα και πληγωμένα αστέρια. Όμως οι καρδιές μας πήδαγαν στα στήθια μας να διατηρήσουν τη ζώσα φλόγα του μικρού ήλιου που ανέτειλε και χανόταν σαν διαλυμένος κομήτης.
                  Και του Τριωδίου ερχομένου ένας τέτοιος αρρωστούλης ήλιος σκόρπαγε την καταχνιά από τη γειτονιά, μάς έβγαζε το χοντρό ρούχο και ζεστούληδες σκαρίζαμε σαν τα σαλιγκάρια στη χλόη ύστερα από τη βροχή. Οι αποκριές είχαν υπογράψει το τέλος των χοίρων και δήμιοι οικοδεσπότες με τα μαχαίρια στα χέρια έκοβαν από έναν – έναν τον καρούντζο. Εμείς που τα παιχνίδια μας ήταν αναπαρμένα από χέρι τσιφούτικο και σκληρό σαν σίδερο, σκυφτοί πάνω από το σφαχτό με βλέμμα δριμύ, στον όλεθρό του ξεθάβαμε από την κοιλιακή του χώρα λαφυράκι ατίμητο.

Δευτέρα 10 Μαρτίου 2014

Πως βγαίνει το ψωμί!

Γράφει ο Παν. Αντωνόπουλος
        Αιμάσσων στην ψυχή, βλέποντας τους πατριώτες μου να τρώνε στους δρόμους μπισκότο και φρυγανιά που << ξάφρισαν >> απ’ το σούπερ μάρκετ της γειτονιάς, κόβω τις ρουφηξιές του σκέτου μου και αυτοτιμωρούμαι με αποχή από το υπόλοιπο του περιεχομένου.
         << Κλέβουν και τρώνε ότι βρούνε μέσα στα ράφια των σούπερ μάρκετ, η πείνα χτυπάει κόκκινο και στην επαρχία>>  εμποιεί με το λόγο του ένας << απελέκητος >>  στο διπλανό τραπέζι και σφραγίζει το λογύδριό του περί πείνας με τούτο το σοφό και αστείο: << Σαν πάρει τ’ αυτί τους πως τα κόκαλά μας είναι γερά, θα μας ξεκοκαλίσουν οι φάρες του κερατά, θα μας τα πάρουν! >>

Τρίτη 4 Μαρτίου 2014

Η επικήρυξη του ποιητή

Γράφει ο Παν. Αντωνόπουλος
         Χρόνια τώρα ο ποιητής της πόλης ζούσε εξόριστος  σε μια σπηλιά, με  τα άγρια θηρία και τα δηλητηριώδη φίδια. Κι αυτό γιατί το νοσηρό της Πνεύμα τον είχε διώξει, αρνούμενο να δεχτεί τους στοχαστικούς ιάμβους του και τις λυρικές ελεγείες του.
           Πικραμένος κι αυτός αυτοεξορίστηκε. Ώσπου όμως να συγκατοικήσει με τους άγριους συντρόφους του, διέκοψε τις δημόσιες εμφανίσεις του, και απομονώθηκε οίκοθεν. Εκεί περιορισμένα αφουγκραζόταν το σφυγμό τής πόλης και συνέχιζε να γράφει τους στίχους του. Στίχους γλυκούς κι ερωτικούς αλλά και στίχους για το θάνατο και τη βασανισμένη ζωή.

Κυριακή 2 Μαρτίου 2014

Το ψοφίμι



Ο ιδρώτας ανάβλυζε από το πρόσωπο του υποψήφιου δημάρχου και οι χοντρές σταγόνες κυλούσαν στο μέτωπο και στα μάγουλά του, όση ώρα φλυαρούσε στους αδιάφορους ψηφοφόρους του.  Κόκκινες βούλες παντού στο πρόσωπό του, στα μάτια μίσος φρικαλέο, φωνή που τρυπούσε τ’ αυτιά σαν βέλος.
          Την προηγούμενη μέρα η τοπική εφημερίδα με μια γελοιογραφία της τον είχε περιποιηθεί καλά. Δημοσίευσε ένα κωμικό ανθρωποειδές με ύπουλο βλέμμα να αναρριχάται σ’ ένα κορμό δέντρου. Στη λεζάντα κάτω είχε γράψει: << ο αυριανός δήμαρχος συλλέγει καρπούς! >>

Δευτέρα 17 Φεβρουαρίου 2014

Χαρτί απορίας

  Γράφει ο Παν. Αντωνόπουλος
              Τούτης της στραβοπόδαρης ελληνικής γραφειοκρατίας πολύ της αρέσουν τα στολίδια.  Για να ρυθμίσεις το στεγαστικό σου δάνειο  θέλεις δώδεκα χαρτιά συν φωτοτυπία του βιβλιαρίου καταθέσεων για το κερασάκι στην τούρτα! Κι όσο να στρώσεις στοιβανιές στο γραφείο της υπαλλήλου, άλλες φουρκάδες σε περιμένουν. <<Φέρε μου κι ένα  <<ανεργίας >> του γιου σου, και τους τίτλους κυριότητας και επικαρπίας του σπιτιού>>  σου λέει.  Τα χάνεις, βλαστημάς την ώρα και τη στιγμή που άφησες τη στρούγκα για να φτιάξεις σπίτι και περιχύνεις το φαρμάκι σου στους μούργους αφέντες σου.
            Αυτή λοιπόν η γραφειοκρατία μου άρπαξε σε πίσω καιρούς το δισάκι μου. Μ’ άφησε χωρίς ψωμί και στέρεψε το νερό στο φρυγμένο μου κορμί.

Σάββατο 15 Φεβρουαρίου 2014

Ερίφια και αμνοί

Γράφει ο Παν. Αντωνόπουλος

Η εποχή λαπάς. Ουδέν ακμάζει κι όλα φαίνονται μέσ’ από δακρύβρεκτο όμμα. Αλυσοδεμένο το πνεύμα, μαραμένα τα φύλλα της ευώδους μυρσίνης μας. Πιασμένοι σαν τους ποντικούς στη φάκα να τρώμε το ποτισμένο με δηλητήριο τυράκι, ούτε ακούμε του αφρού το μουρμούρισμα, ούτε βλέπουμε το ανθισμένο ροδάμι που τραγουδά όταν το χαϊδεύει ο άνεμος ζέφυρος.
Λησμονήσαμε το ευ ζην, το ρίξαμε στο κακώς ζην. Η χαρά μας μοιρολόι, τα χάδι μας αρπαχτικό πιράνχας, ο λόγος μας μαραφέτι διαβόλου, η τερπνή κουβεντούλα μας Μέγαιρα Ερινύα, οι θείες εκλάμψεις της συντροφιάς του φίλου, σάρισες Μακεδονικές που πληγώνουν σπλάχνα.

Πέμπτη 13 Φεβρουαρίου 2014

Κομμένα όλα!

Γράφει ο Παν. Αντωνόπουλος


Ζούμε εν νεφέλαις καπνού και πυρός. Χωρίς λούσο, με το ρεύμα κομμένο, το ρούχο τριμμένο, το χαράτσι βουνό σαν την Γκιώνα, το φάρμακο γενόσημο σαν το μαντζούνι του παλιού καιρού.  Το βόλι νιώθουμε του Στουρνάρα, τη λευκασμένη μας ζωή στη λάσπη κυλάμε. Πού να σταθούμε; Σε στύλους όπως ο Στυλίτης; Τους έκοψαν για της σόμπας την πυρά. Σε καταυλισμούς; Τις οδύνες τους εκεί εναποθέτουν σεσηπότα σώματα της μαύρης Αφρικής. Στους οίκους μας, με τους σωριασμένους σοβάδες;   Ποιους οίκους;  Τους εκποιημένους βόρειους πόλους που έχουν δώματα κατάψυξης, τζάκια με καύσιμο λιοκόκι, στόφες υψικάμινες που ζεσταίνουν με καιόμενο παπούτσι πλαστικό, σάπια καδρόνια και κλεμμένα νάιλον από τα θερμοκήπια; 

Τετάρτη 12 Φεβρουαρίου 2014

Ντενεκέδες

 Γράφει ο Παν. Αντωνόπουλος
                 Τούτο τ’  ονοματάκι ριζώνει στα στήθια μου όποτε βρεθώ σε δημόσιο γραφείο, απέναντι σε διορισμένο υπάλληλο αγρίμι ή σε θήλυ καλλονή που φροντίζει τα σμιχτά της φρύδια και αγνοεί εμέ το δυστυχή φορολογούμενο.
                   Αν καταλάβατε, μιλάω για τους << ντενεκέδες >>    ηγεμονίσκους υπαλλήλους του που μας σκονίζουν με τη σκουριά τους  και από το  μόσχο το σιτευτό που εμείς βόσκουμε αυτοί  τρώνε το ψαχνό και μείς γλείφουμε το κόκαλο.
                 Ήμουν οδοιπόρος στις πρώτες μου μέρες στην εκπαίδευση  όταν άρχισε η φαιδρά μας γνωριμία. Με φλογισμένη νιότη και ψυχούλα λευκοφόρα  αγάλι- αγάλι και φοβισμένος μπήκα στο γραφείο του επιθεωρητή. Θαμπώθηκα απ’ τα ακριβά του έπιπλα, τα καρυδένια, και τα γυαλισμένα με λούστρο και ραντισμένα με μυρωδάτο σπρέι.

Τρίτη 11 Φεβρουαρίου 2014

Η σόμπα


Γράφει ο Παν. Αντωνόπουλος
Ασκητής από τα τριάντα μου. Το πρώτο ασκηταριό μου ένα χωριό πάνω σε σουβλερoύς βράχους σαν καρφιά και γύρω – γύρω λασπότοπος που στις ξέρες του φύτρωναν γαϊδουράγκαθα.
Ασυντρόφευτος, μίλαγα με τα μονοκόμματα λιθάρια, τις κρυμμένες κίσσες στα πουρνάρια, μάζευα το σκόρπιο κοπάδι του τσοπάνου, όταν δεν είχα μάθημα κι έτρεχα με τα αρνάκια στις χέρσες αναβόλες.
Το σχολείο ερείπιο, οι σκισμές στους τοίχους χάσκουσες πληγές, οι πόρτες και τα παράθυρα σάπια ανέμιζαν σαν φαντάσματα στο δόντι του βοριά. Η κουζίνα φτωχή, μ’ ένα καμινέτο φαγωμένο από τη σκουριά, το τηγάνι κολοβό, το γυάλινο ποτηράκι με ραγισμένες ουλές στα χείλη του. Με το Κολοκοτρωναίικο σουγιαδάκι έκοβα φετούλες το ξερό ψωμί μου, μ’ ένα κουταλάκι από λαμαρίνα ανακάτωνα το βραστό μακαρόνι. Τη μισή βδομάδα όσπριο, αβγό και κονσέρβα, την υπόλοιπη, ότι με φίλευε ένας φτεροπόδαρος ορεσίβιος του βουνού.

Τετάρτη 5 Φεβρουαρίου 2014

Αχτίδα κίτρινη και γλυκιά

Γράφει ο Παν. Αντωνόπουλος
<< Αγαπημένε μου! Σ’ ευχαριστώ θερμά για το βιβλίο σου που μου έστειλες και για τα ζεστά σου λόγια. Μα ακόμη σ’ ευχαριστώ πιο θερμά για την επικοινωνία που είχαμε. Αυτό μου ‘δωσε ζωή, μ’ έκανε πιο χαρούμενη και πιο γυναίκα! Ζωντανή, καυτή και ζωηρή όπως με θέλεις!
Το βιβλίο σου, ναι, το διάβασα εν μια νυκτί, που λένε. Μου άρεσε! Οι περιγραφές του ζωντανές, ο διάλογος παραστατικός, εικόνες με έντονα χρώματα, κρατούν τον αναγνώστη σε αδιάπτωτο ενδιαφέρον ως την τελευταία του σελίδα. Οι αναδρομές στα περασμένα, στολίδι και εμπλουτισμός του όλου έργου, αλατοπίπερο νοστιμιάς. Έχεις την τέχνη να κεντρίζεις την περιέργεια για το τι θα γίνει τελικά.

Η ρουλέτα


Γράφει ο Παν. Αντωνόπουλος
Μόλις ο κρουπιέρης φώναξε << κόκκινο! >> ο άντρας με το ακριβό κουστούμι και το νεανικό πρόσωπο, πάγωσε ολόκληρος κι άρχισε να τρέμει ασταμάτητα. Και τούτο γιατί συνειδητοποίησε με φρίκη πως δεν του είχε απομείνει ούτε ένα λεπτό στην τσέπη σαν έχανε και τα τελευταία του πέντε χιλιάδες ευρώ που ποντάρισε στο καταραμένο μαύρο και δεν του βγήκε.
Έτσι αφού πήρε μια βαθιά ανάσα για να συνέλθει από το σοκ που πέρασε, άφησε πίσω του τη ρουλέτα και τους παίχτες της και σαν μανιακός κατευθύνθηκε στο μπαρ του καζίνου.
<< Και το μόνο που μπορώ να θυμηθώ >> σιγοψιθύρισε σαν κάθισε << είναι ότι στην αρχή και για μια ώρα, μάζευα χιλιάδες ευρώ, έχοντας την τύχη μαζί μου και στο τέλος μέσα σε τρία λεπτά, έπαθα καταστροφή! Αν το μαύρο… Αν το μαύρο, λέω, ξανάβγαινε δε θα ήμουν έτσι τώρα! Και το κόκκινο; Είχε αργήσει να βγει… Έπρεπε να το προσέξω… Αχ, αυτά τα καπρίτσια της τύχης, κανείς δεν μπορεί να τα προβλέψει… >>.

Η φτερωτή ευωδιά της γυναίκας

Γράφει ο Παν. Αντωνόπουλος
Ο άντρας μόλις είχε έρθει από το πάρκο του ξενοδοχείου κι έπινε το ποτό του στη μεγάλη και πολυτελή αίθουσά του.
Η ονειροπόλα γυναίκα που εκείνη τη στιγμή μπήκε στην αίθουσα, μ’ ένα ρυθμικό κι αργό βηματισμό και κάθισε απέναντί του, τον ξάφνιασε τόσο, που, νόμισε πως της υποκλίθηκε αδέξια μαζί με μια καλοσυνάτη κι εξεταστική ματιά.
Έσβησε ύστερα το τελειωμένο του τσιγάρο στο τασάκι κι αφού πήρε άλλο από την ταμπακιέρα του, το άναψε και σαν το ‘φερε στα χείλη και ρούφηξε δυνατά τον καπνό του, άρχισε να την κοιτάζει με βλέμμα αχόρταγο.
Ήταν ντυμένη όμορφα και το καλοραμμένο ακριβό φόρεμά της, της έδινε μια αρχοντική λάμψη και μια νεανική φωτεινότητα. Τα πόδια της μέσα στα μαύρα παπούτσια με τα σταυρωτά λουράκια, έδεναν τόσο υπέροχα που έλεγες πως δεν υπήρχαν πιο χαριτωμένα πόδια σε ολόκληρο τον κόσμο. Κι όπως καθόταν στην καρέκλα της βολικά και κομψά μ’ εκείνη τη σιγουριά στο βλέμμα της, θαρρούσες πως πετούσε σε φιλντισένια άμαξα!

Τρίτη 28 Ιανουαρίου 2014

Ζωή όχεντρα

 Γράφει ο Παν. Αντωνόπουλος 
              Φουκαράς ο έρημος. Με δυο ευσχήμονες υιούς και μια θυγατέρα περδικούλα πλουμιστή. Με συμβία αποκλεισμένη στο Δερβένι της κουζίνας. Ο ίδιος μεροδούλι στον κήπο του γείτονα να κόβει χόρτο, εργάτης στους δρόμους της πόλης να βουλώνει με την τσάπα τις γράνες, μπαρμπέρης να κουρεύει το ποίμνιο του βοσκού.
             Τα χρέη βουνό σαν την Γκιώνα, το κατσαρόλι άδειο, οι παίδες να γράφουν στην χαρτοπετσέτα τη γραφή τους, αυτός να ρουφάει σέρτικο και να ντουμανιάζει η χαμοκέλα.
              Ώσπου ο εργάτης της εταιρείας σκαρφαλωμένος σαν γάτος στο φράχτη, του ‘κοψε το ρεύμα.  Φεύγοντας του άφησε ζόρια και μέρες σκληρές σαν το καύκαλο της χελώνας. Οι πληγές του όχι δέκα αλλά στο τετράγωνο. Πώς να στήσει κατσαρόλι με το μάτι της κουζίνας τυφλό; Να ζεσταθεί με το σύρμα της ηλεκτρικής σόμπας απυράκτωτο; Να φωτιστεί με λάμπες σβηστές; Να διασκεδάσει τη βραδινή ανάπαυλα βλέποντας στη γεραιά  τι- βί τον Τούρκο Σουλεϊμάν;

Το παραγώνι

   Γράφει ο Παν. Αντωνόπουλος 
            Λίγα χρόνια πριν, τις μέρες μας κάποιο διψασμένο χειλάκι τις άρταινε με τη γλύκα του. Τις νύχτες μας ένα μελί φεγγάρι πάντα έσκαζε στον ουρανό και τις φώτιζε. Στο τραπέζι μας ο άρτος έστω και μπουκίτσες το χρέος του το ‘κανε. Το τσουκάλι έβραζε, το ρεβίθι μπόλικο στο πιάτο, χούφτες οι ελιές στο φτωχικό μας σιτηρέσιο. Κι όλο το ζην μας προχωρούσε άλλοτε ορειβατώντας σε Κιλιμάντζαρα κι άλλοτε περιπατώντας σε χαμηλά γηλοφάκια.
            Φέτος όμως του χειμώνος ερχομένου οι πληγές μας αυξάνουν. Πόσος ο αριθμός; ουδείς γνωρίζει.  Ο Στουρνάρας δεν ξέρει τι ποιεί η αριστερά του, ξέρεις όμως τι ποιεί η δεξιά του. Κι όλο μας ρουφάει το μεδούλι, και σε τετρακέφαλους γλείφει  κριτσινάδι και λιπάκι.

Kopanakinews

Γράφει ο Παν. Αντωνόπουλος 
                Τώρα που κοντοζυγώνουμε την άγια θύρα του παράδεισου, τα ‘χουμε όλα. Τότε στα έτη της σκουριάς το νέο το μαθαίναμε από τον οδοιπόρο, την είδηση από τον μπαρμπέρη της πόλης. Το θάνατο του παππού στο όμορο χωριό από τον ταχυδρόμο, την αρρώστια της θείας Μορφούλας στο Τρίκορφο από το γανωματή που γυάλιζε με καλάι τα τεντζέρια. Τη διακόρευση της ζωηρούλας Αφροδίτης στην πέρα ρούγα από τη γλώσσα της μοδίστρας που τσάκιζε κόκαλα, την απιστία του νιόπαντρου Λιά από κουτσομπολιό που η λαλιά του τρυπούσε τα ώτα μας. Της κουμπάρας τις μουρνταριές τις μαθαίναμε απ’  το χαζό Λευτεράκη, το προξενιό της παπαδοπούλας από το Ρόιτερ της γειτονιάς.

Κυριακή 19 Ιανουαρίου 2014

Η μοναξιά του συγγραφέα

Γράφει ο Παν. Αντωνόπουλος
Προτιμούσε το καφέ Αρχαίο γιατί πίστευε πως η περίσσια διακόσμηση της αίθουσας, του πήγαινε. Στην αρχή πέρασε μια μικρή επώδυνη δοκιμασία μέχρι να αφομοιώσει το αλληλέγγυο της αρχαίας και της σύγχρονης διακοσμητικής τέχνης, αλλά η σιγουριά του πως κάτι καλό κουβαλούσαν και οι δυο πολιτισμοί, τον έκανε να αγαπήσει το χώρο και να απολαμβάνει τον πρωινό του καφέ.
Έτσι κάπου δέκα χρόνια τώρα, περνούσε την κομψή ξύλινη πόρτα του κι έπιανε θέση στον κίτρινο καναπέ με το οβάλ τραπέζι. Εκεί έπινε για δυο περίπου ώρες τον καφέ του, διαβάζοντας την αγαπημένη του εφημερίδα << Ο τύπος των ήλων >> και ξεφύλλιζε στο τέλος της ανάγνωσης κάποια λογοτεχνικά βιβλία που τα έφερνε μαζί του.
Ιδιαίτερους φίλους δεν είχε και οι παρέες του ήταν επιλεγμένες. Έτσι χωρίς να αισθάνεται ταπεινωμένος ζούσε με τη μοναξιά του, αντλώντας από το απύθμενο βάθος της την ομορφιά και τη λάμψη των έργων του.

Μια νύχτα με πανσέληνο

Γράφει ο Παν. Αντωνόπουλος
Σαν το ρολόι της πόλης χτύπησε μία πρωινή, ο άντρας στο μπαρ που καθόταν στο μαύρο δερμάτινο καναπέ κι έπινε το τρίτο του ποτό, έδειξε να ξαφνιάζεται. Ύστερα έστρεψε το θυμώδες πρόσωπό του προς την πόρτα και την κοίταξε για λίγο επίμονα με το κοφτερό του βλέμμα. Σαν βεβαιώθηκε πως έμενε εφτασφράγιστη, επέστρεψε πάλι στη ζοφερή και πνιγηρή ατμόσφαιρα της αίθουσας.
Ερχόταν τακτικά εδώ κι ένα μήνα από τότε που αποφάσισε να μείνει στη στεριά και να σταματήσει τα ταξίδια. Η θάλασσα τον είχε κουράσει αφήνοντάς του πολλά κουσούρια και κυρίως ψυχικές διαταραχές, επίμονους εφιάλτες και άκρατο εθισμό στον αλκοολισμό.
Ωστόσο παρέμενε ο ζιγκολό για τις ωραίες και αφελείς γυναίκες που πλήρωναν την ικανότητα της μυθοπλασίας του να τις τέρπει και να τις πιάνει στα δίχτυα του, με το αζημίωτο.

Το φάντασμα του μαύρου καβαλάρη

Γράφει ο Παν. Αντωνόπουλος
Μέρες τώρα η πόλη ήταν ανάστατη από τις φήμες που κυκλοφορούσαν και μιλούσαν για την επίσκεψη του μαύρου καβαλάρη. Ήρθε έλεγαν από μακριά για να βρει τον άνθρωπο με τα εφτά θανάσιμα αμαρτήματα και να αποδώσει Δικαιοσύνη, σκοτώνοντάς τον σε μονομαχία μια ασέληνη νύχτα, στο νεκροταφείο της πόλης.
Ο πρώτος άνθρωπος που τον είδε να διατρέχει βράδυ την πόλη στα νότια, δεν είχε συνέλθει ακόμη και ο φόβος του είχε φωλιάσει για καλά στην καρδιά του. Ωστόσο μπορούσε να τον περιγράψει και να θυμηθεί και τις πιο ασήμαντες λεπτομέρειές του.
Πρώτα – πρώτα έλεγε, έδειχνε δυνατός κι ασυμβίβαστος. Το αρρενωπό και τραχύ πρόσωπό του με τα σχιστά μάτια και τα πυκνά φρύδια τού προσέδιδαν εμπιστοσύνη και σιγουριά. Ύστερα η κατάμαυρη δερμάτινη στολή που φορούσε με το μεγάλο καπέλο και τις καλοφτιαγμένες μπότες τού έδιναν μεγάλη εκκεντρικότητα και προκαλούσε ασύγκριτη εντύπωση. Το χρυσοκέντητο τώρα σήμα της νεκροκεφαλής στο μέρος της καρδιάς του μαζί με το μεγάλο κι ευλύγιστο σπαθί που κρατούσε στο δεξί του χέρι και το ανέμιζε με δύναμη και δεξιοτεχνία στον αέρα ολοκλήρωναν το ελκυστικό πορτραίτο του μαύρου καβαλάρη και το ‘καναν συμπαθητικό μαζί και μισητό.

Η εκδίκηση

Γράφει ο Παν. Αντωνόπουλος
Ο επιχειρηματίας Αστέριος ήταν κυνικός, στυγνός και αναίσθητος. Γι’ αυτόν οι ηθικές αξίες έπρεπε να προσπερνιούνται από τα άγρια ένστιχτά του που τα χρησιμοποιούσε για εκμετάλλευση, αναρρίχηση και διατήρηση των παθών του, έτσι που στον κόσμο του ήταν γνωστός ως << δράκουλας των θαλασσών >>.
Συνήθιζε να χτίζει τα ξενοδοχεία του στις καλύτερες παρθένες ακρογιαλιές της πατρίδας του, να καταπατά τις εκτάσεις της ακτής, να υπερυψώνει άκομψα και σατανικά στην όψη κτήρια και να ρυπαίνει με τη διοχέτευση των λυμάτων τα ποτάμια και τις θάλασσες. Η εικόνα αυτή που έφτιαχνε ήταν ένα κομμάτι από την περιγραφή της κόλασης του Dante.
Ο ίδιος ήταν κοντός, άσχημος και αδέξιος. Το κεφάλι του κατέληγε σε κορυφογραμμή, τα μάτια του γαλάζια και μικρά, γεμάτα μίσος, η μύτη του πλακουτσή σαν αντίγραφο μικρού αγριόχοιρου της ορεινής Πελοποννήσου. Όταν περπατούσε χοροπηδούσε σαν καγκουρό, κουνιόταν σαν χιμπατζής και κορδωνόταν σαν παγόνι. Όταν μιλούσε θύμιζε παπαγάλο επαναλαμβάνοντας << θα χτίσω >>, << θα καταστρέψω >>, << θα πλουτίσω >>, << θα δοξαστώ όσο ο Κροίσος και θα με φωνάζουν Κροίσο Β΄ >>.

Δευτέρα 13 Ιανουαρίου 2014

Ο ναζιστής

Γράφει ο Παν. Αντωνόπουλος
Παρελθοντολογώ. Σχωράτε με, που έτσι ως γιατρειά προσφεύγω σε παρελθούσες εικόνες. Μια στο τόσο δε βλάπτει! Πίσω λοιπόν στο τότε που πήχες τα φτερά τ’ απλώναμε για το πέταγμά μας. Που φιλούσαμε μάνα και πατέρα και φεύγαμε να βρούμε μια άνοιξη με ανθισμένο το ασφοδίλι. Γεμάτοι όνειρα να φτιάξουμε πύργους και κάστρα από πόθους. Να δέσουμε τη ζωή μ’ ότι μας ξεχώριζε από τον πίθηκο και μας έκανε άνθρωπο. Με σπουδές, επάγγελμα, επιούσιο και καμαρούλα μια σταλιά.
Τα πρώτα μας βηματάκια δειλά. Σαν να ξεφυλλίζαμε άνθος και φοβόμαστε μην ξεραθεί και τριφτεί. Ψυχούλες τρυφερές, σκόρπιες, μακριά από τα άσπρα σπιτάκια μας. Γύρω μας άνθρωποι πολλοί. Προσευχούμενοι, άθεοι, καλοί Σαμαρείτες, ερυθροσταυρίτες, λέρες, ρουφιάνοι, σοσιαλιστές, νεοναζί που ονειρεύονταν φούρνους, στρατόπεδα εξόντωσης και σφαγές πογκρόμ μειονοτήτων.

Διονύσης Πιτταράς

Γράφει ο Παν. Αντωνόπουλος
Είδε το ανέσπερο φως σε εποχή λεκιασμένη από φωτιά και λάσπη. Έζησε έφηβος τη λύσσα της φτωχής ζωής. Μορφώθηκε σε σχολεία κρατικά και μαγεμένα ερημονήσια, μελετώντας του πελάγου την ορμή. Κραταιός άνδρας στο Γράμμο με το άστρο στην επωμίδα εν νεφέλαις καπνού και πυρός ένιωσε το βόλι του οργισμένου μπαζούκας. Απομακρυσμένος από την Αχερουσία την ιλύ των πιράνχας έκανε λόγο ποιητικό, στίχο μαγείας, έξαρση του ιλίγγου.
Αντλεί και γράφει απ’ ευθείας απ’ το πάθος του. Με οδυνηρές κραυγές στηλιτεύει τις αναθυμιάσεις της σήψης. Με την επισημότητα του τόνου του εκπέμπει προφητικούς οραματισμούς. Τα ανθρώπινα πάθη ψάλλει με τρόπο οικείο και πειστικό.
Τον συγκινούν τα χαμηλά πατώματα. Αποφεύγει όντα με βέβηλο ύφος, γελοιοποιεί συγκλητικούς, χαμερπείς αυλοκόλακες και μυστικούς χωροφύλακες. Αποστρέφεται παν το νεκρό, το θολό και το άνευρο. Ότι το περιβάλλει με έξαρση το διατηρεί σαν σταλαχτίτη στο ψυχικό του σπήλαιο.

Ο χορός των μεταμφιεσμένων

ΑΠΟΚΡΙΑΤΙΚΟ ΔΙΗΓΗΜΑ ΤΡΟΜΟΥ
Γράφει ο Παν. Αντωνόπουλος
Συνεπαρμένος να κοιτάζει το βουνό ο επιχειρηματίας Λεόντειος, έστρεψε ύστερα το βλέμμα του πάνω στο νερό τής θάλασσας που με το κύμα της ίσιωνε την άμμο κι έπαιζε με τα μικρά σκορπισμένα άσπρα κοχύλια που λαμπύριζαν μπροστά σχεδόν στα πόδια του.
Έτσι ονειρεμένος από την ομορφιά τού τοπίου, σκέφτηκε πως έπραξε συνετά που εγκατέλειψε το μολυσμένο αέρα και το βάρβαρο πλήθος τής πόλης και ήρθε στον παράδεισο της επαρχίας να βρει την ησυχία του μέσα στα σκίνα και στους ιβίσκους.
Στο παράξενο πολυτελέστατο παλάτι του, ζούσε με το υπηρετικό προσωπικό του κλεισμένος σαν άγριο θηρίο, υποταγμένος στο φανατισμό τού τζόγου και δηλωμένος άσπονδος εχθρός τού πνεύματος. Το πάθος του να παίζει στο χρηματιστήριο τον είχε αρρωστήσει και η απληστία του, του είχε γίνει ένα από τα εφτά θανάσιμα αμαρτήματα. Δε φερνόταν σαν άνθρωπος αλλά σαν ένα παρανοϊκό τέρας.

Παρασκευή 10 Ιανουαρίου 2014

Ποιητή!

Γράφει ο Παν. Αντωνόπουλος
Πού ‘σαι ποιητή; Γιατί δεν παραδίδεις τίποτα; Περιμένεις τον Αναγνωστάκη να κλάψει το Χάρη του; Τόσοι Χάρηδες νεκροί από τους σημερινούς Ευρωπαίους και Έλληνες μελανοχίτωνες, ζητούν μιαν άγια ώρα από σε να τους θυμηθείς! Γίγας του πνεύματος εσύ, βαρύς ο στίχος σου να πέσει επί των κεφαλών των τυράννων μας. Αν διστάζεις, στίχοι, παιδιά χαμένων ποιητών θα σου ανοίξουν το δρόμο, την άρπα τους θα σου παίξουν με αλληλούια και χερουβείμ.
Άρξομεν: << Τύραννοι του κόσμου! σπαρταρείστε! και σεις αμαρτωλοί δούλοι, ανδρωθείτε, εξεγερθείτε! >>
Στίχοι ραμμένοι στα μέτρα των νάνων που μας κυβερνούν: << Αν τουλάχιστον μέσα στους ανθρώπους αυτούς, ένας επέθαινε από αηδία… Σιωπηλοί, θλιμμένοι με σεμνούς τρόπους θα διασκεδάζαμε όλοι στην κηδεία >>.

Άφετε τα παιδία…

Γράφει ο Παν. Αντωνόπουλος
Χριστούλη μου ο εν αμαρτία περιπεσών Ηρώδης να σε σφάξει ως ερίφιο ζήτησε. Οι γραφές τού ‘στειλαν, λέει, χαμπέρι πως ένας άκακος αμνός, ένα γυμνούλι αγοράκι που θα ‘χε για πρώτη του στρωμνή το άχυρο, υιός του Θεού και βασιλεύς των πάντων θα του ‘κλεβε το θρόνο και δε θα τον άφηνε σε χλωρό κλαρί. Και σε ζήτησε σφαγμένο μ’ άλλους συνομήλικους, να λείψεις από της μανούλας σου την αγκαλιά.
Τη γλίτωσες κι όταν σου απόκοψε η μάνα σου το γάλα, το σεμνό γεννήτορά σου Ιωσήφ βοήθησες στο ξυλουργείο του. Πλάνιζες το σανίδι και το ‘φτιαχνες κομψό έπιπλο. Το άγριο ξύλο το ημέρευες πελεκώντας το και μαγκουρίτσες για τους βοσκούς το έφτιαχνες, Χρυσοχέρης σκουριά έπιανες μάλαμα γινόταν. Κι από κει, προήχθης σε θεράποντα ιατρό της ψυχής και του σώματος. Άμισθος, ελάχιστα εσθιόμενος, μη έχοντας που την κεφαλή κλίνη, περιπάτεις σε τρώγλες ασθενών, σπιτάλια λεπρών, πέριξ της λίμνης Σιλωάμ, την ίαση στους πάσχοντας να δώσεις. Τους παίδας ευλόγησες, τους επικριτές τους με το μαστίγιο του λόγου σου στηλίτευσες, λαλών προς αυτούς: <<Άφετε τα παιδία και μη κωλύετε αυτά ελθείν προς με… >>.

Μποναμάς

Γράφει ο Παν. Αντωνόπουλος

Λαλούσε το πρώτο κοκόρι που βγαίναμε στους δρόμους. Και τραγουδούσαμε << Αρχιμηνιά κι αρχιχρονιά ψιλή μου δενδρολιβανιά … >> σ’ ένα κόσμο που ξέραμε πως ήταν βαπτισμένος στο αίμα και τη φωτιά. Η φωνή μας έφερνε χαλασμό, στις θύρες οι ένοικοι μαζεύονταν σαν τις όρνιθες, άκουγαν το τερπνό ασμάτιό μας και μας εύχονταν περισπούδαστο και υγιή βίο.
Μούσκεμα στον ιδρώτα από τον ποδαρόδρομο, εμπύρετοι πολλοί, δαρμένοι οι ατίθασοι, πεινασμένοι οι πληβείοι, νιώθαμε ευτυχείς. Στο δικό μας θρησκευτισμό, στο δικό μας πιστεύω για ένα κόσμο χωρίς σήψη, οφειλόταν το γέλιο των θυρών που ανοιγμένες γέμιζαν από αχό. Οι ευχές σωρηδόν, η παρθένος που είχε γεννήσει το θεό υιό της να γελά στο εικόνισμα, οι άγγελοι μετά των ποιμένων σε κάθε στάβλο να δοξολογούν.
Νοικοκυροπούλες γλυκοξύπνητες γελούσαν με μάτια μαργαριταρένια. Έβγαζαν από τις ποδιές τον παράδεισό τους και μας τον μοίραζαν. Κουλουρόψωμα, μελομακάρονα, κουραμπιέδες βουτύρου, φρέσκο αυγό, δραχμούλες σκουριασμένες με τις κορώνες και τα γράμματα σβησμένα. Ήταν ο μποναμάς μας που μέσα στις βροχάδες του χειμώνα έδιωχνε τον πουνέντε που λεηλατούσε το λιτό τσουκάλι μας. Το φαγώσιμο το καταναλώναμε στο σιτηρέσιο, το χρήμα το ξοδεύαμε στις ανάγκες της υπόδησης και της προμήθειας σχολικού υλικού.
Με φορτίο το χρόνο το ζην μας έφτασε έως εδώ. Για να βρει ένα μποναμά καβομαλιά. Γεμάτο φουσκωμένους λογαριασμούς της ΔΕΗ, ΟΤΕ, ΔΕΥΑ, από κοινόχρηστα, της εφορίας, της περαίωσης, από πρόστιμα και δίδακτρα, από δόσεις τραπεζών και αιμοσταγή χαράτσια.
Μποναμάδες που στη μνήμη μας, εδραιώνουν ρητά του παλιού καιρού. Όπως τούτο: << Γιατί ‘σαι σύννεφο μαύρο αγάπη μου; Χρονιάρες μέρες και μου τρίφτηκες; Τι σε βαλαντώνει; >> << Βρήκα στο κουτί, της ΔΕΗ τον μποναμά! Πώς θες να ‘μαι; >>
Και τ’ άλλο: << Μαράκι, πλύσου κι έρχομαι! Φέρνω και τον πρωτοχρονιάτικο μποναμά! >>
Στις μέρες της κατάψυξης που ζούμε, ο Αϊ- Βασίλης φθάνει μεν αλλά πένης και μ’ άδειο σακί. Πού να βρει φλουρί να βάλει στη ζύμη της βασιλόπιτας; Ψιλούλια να αγοράσει το κουρντισμένο αυτοκίνητο του φτωχού παίδα. Ένα κομπόδεμα ευρωπαϊκό να φιλοδωρήσει τον ΕΟΠΠΥ να προμηθεύσει το χάπι στην υπερτασική γριούλα;
Ντρέπεται μ’ άδεια χέρια και τραβάει γι’ αλλού. Κόβει την τσουλήθρα από τις καπνοδόχους και σαλπίζει σε χώρες μακρινές τον ερχομό του. Και ο μποναμάς του μπόμπιρα γίνεται κοπανιστός αέρας, του εργάτη ένα χαρτί απόλυσης, του έφηβου kuro siwo που τον σφίγγει, του υπέργηρου συνταξιούχου αναλυτική αναφορά του ροκανισμένου ποσού της σύνταξης.
ellinikoxronografima. blogspot.gr