Του Παν. Αντωνόπουλου
Δεκαετία του ’60.. Κοινωνία χωρίς τούφα γαλανού ουρανού και τις ελπίδες της σκορπισμένες από τον οργισμένο άνεμο. Ο πολιτισμός στη διαμελισμένη επαρχία έφτανε σε ισχνή πεζοπόρα χελώνα. Κι εμείς λιθοβολημένα παιδιά της με το πυρ της εστίας μας σβηστό, την κλίνη μας κρύα και την ένδυσή μας πενιχρή κι ατημέλητη. Η σίτισή μας λιτή, με ξεροφαγία και αποξηραμένα σύκα. Ωχροί κι αδύνατοι στην όψη, ευειδείς όμως στην πάλλουσα εφηβική καρδιά.
Αρχή της εφηβείας μας ήρθαμε στο << κλεινόν άστυ >> του κάμπου να σπουδάσουμε και να αφυπνιστούμε εκ της ραστώνης του χωριού, να νιώσουμε το γλυκασμό της γραφής των λογίων πατέρων, να αποσβέσουμε το << μηδενός επιθυμείν >> και να γευτούμε τον ποιητικό οίστρο της θυσιασμένης κόρης Ιφιγένειας για χάρη ενός λαφυραγωγού πολέμου εξαιτίας της πληγωμένης νιότης της Ελένης του Μενελάου.