Τετάρτη 25 Μαΐου 2016

Αναμνήσεις μιας χαμένης εφηβείας

Διήγημα
Του Παν. Αντωνόπουλου 
Δεκαετία του ’60.. Κοινωνία χωρίς τούφα γαλανού ουρανού και  τις ελπίδες της σκορπισμένες από τον οργισμένο άνεμο. Ο πολιτισμός στη διαμελισμένη επαρχία έφτανε σε ισχνή πεζοπόρα χελώνα. Κι εμείς λιθοβολημένα παιδιά της με το πυρ της εστίας μας σβηστό, την κλίνη μας κρύα και την ένδυσή μας πενιχρή κι ατημέλητη. Η σίτισή μας  λιτή, με ξεροφαγία και αποξηραμένα σύκα. Ωχροί κι αδύνατοι στην όψη, ευειδείς όμως στην πάλλουσα εφηβική καρδιά.
                  Αρχή της εφηβείας μας ήρθαμε στο  << κλεινόν άστυ >> του κάμπου να σπουδάσουμε και να αφυπνιστούμε εκ της ραστώνης του χωριού, να νιώσουμε το γλυκασμό της γραφής των λογίων πατέρων, να αποσβέσουμε το  << μηδενός επιθυμείν >>  και να γευτούμε τον ποιητικό οίστρο της θυσιασμένης κόρης Ιφιγένειας για χάρη ενός λαφυραγωγού πολέμου εξαιτίας της πληγωμένης νιότης της Ελένης του Μενελάου.

Δευτέρα 23 Μαΐου 2016

Ο άτακτος υιός

ΔΙΗΓΗΜΑ 
Του Παναγιώτη Αντωνόπουλου
Δώθε κατά τα χωριά του Νότου πολλοί ήταν οι σπουδαγμένοι. Έτσι με το πτυχίο στο χέρι ένιωθαν δυνατοί, εξασφάλιζαν τον άρτο τον επιούσιο και ξεχώριζαν μέσα στο πλήθος.
               Γι’ αυτό αποφάσισα κι εγώ να τελειώσω τη Σχολή και να είμαι πεφωτισμένος αστέρας και διαλεχτός στην κοινωνία που θα ζούσα. Εξάλλου μου το είχε πει κοφτά και ο γεννήτοράς μου στην κουβέντα μας που κάναμε σχετικά με τα γράμματα: << Εγώ. γιε μου, πλούτη δεν έχω για να σου δώσω. Αγαπάς τα βιβλία σου; έχει καλώς! Δεν τ’  αγαπάς; τότε κλάψε με  την τύχη σου! Το πολύ - πολύ να σε στείλω στο θείο σου στην Αθήνα να σε πάρει στο μαγαζί του και να πουλάτε μαζί τα είδη της μπακαλικής! Τι άλλο να σου προσφέρω; >>
               Αποφάσισα πως είχε δίκιο και βρέθηκα ένα μουχρωμένο πρωί στην αγκαλιά του να τον αποχαιρετώ.
               --- Στο καλό! μου είπε με το μάτι του να λάμπει.
               --- Ναι, πατέρα!

Ο Παν

ΔΙΗΓΗΜΑ 
Του Παναγιώτη Αντωνόπουλου
        Καίγομαι σήμερα, υμνωδώ τον εγγενή Θεό μου, ακροβατώ και είμαι ευγνώμων τοις πάσι. Γέμισα το κεφάλι μου γράμματα, έγινα ελκεσίπεπλος της παιδείας, ονομάζομαι  Πτυχιούχος της Παιδαγωγικής Ακαδημίας Τριπόλεως.
        Κάνω αγώνες δρόμου, αθλοθετώ φιαλίδια με ελληνικό οίνο, στην είσοδο του σταδίου διαφημίζω τη νίκη του πνεύματος επί της ύλης.
        Το ξέρω, εμβάλλω πληγές στην αγραμματοσύνη, οι εύσχημοι με χειροκροτούν, τα δόντια τους μου τρίζουν οι αισχροί δολοπλόκοι, κατάρες ακώ και ύβρεις από τους σκράπες και τους μαθητές του πέντε. Όμως δεν πτοούμαι, αλωνίζω τους δρόμους και παντού φωνάζω και κηρύσσω το καλό που έχει το Πνεύμα.

Δευτέρα 9 Μαΐου 2016

Παναγιόχορτο και πολυκόμπι

Του Παναγιώτη Αντωνόπουλου 
<< Τα δέντρα πρασινίσανε και γιόμισαν λουλούδια, του πιστικού ακούγεται η γέρικη φλογέρα να σιγολέει άφταστα κάθε πρωί τραγούδια και τα πουλιά να κελαηδούν τον ύμνο τους στη μέρα… >> 
              Μάης στεφανωμένος με ανθοδέματα και κρίνα.  Με κίτρινους κρόκους και ρόδα. Με κλωνάρια ανθισμένα και φορτωμένα μύρο. Την αγράμπελη μοσχοβολούσα και τον κισσό  με ολόλευκα κάλλη. Τις παπαρούνες του αιμάτου σε βελούδες χορταριές, τα κρινάκια να μυριανθίζουν στις ρεματιές. Τις μαργαρίτες χτενισμένες, τα κεφάλια τους προσκυνητές του ανέμου, τις ανεμώνες πιτσιλισμένες με σταξιές από του Άδωνι  το αίμα.
                Πρόβατα αργοσάλευτα χοροπηδούν, ήχοι μπαχικοί ξεφεύγουν απ΄  τα πουλιά, ξέπνοες φωνές της γυμνής εργατιάς γίνονται τραγούδι στεναγμού στο χείλος του αυλού. Στους παχουλούς στήμονες η γύρη γίνεται τροφή σε μελισσούλες χρυσές, πορφυρόπεπλες πεταλούδες αίνους σκορπούν σε περιπάτους χαράς. Πνοές ορμητικές του κότσυφα μεθούν την τριανταφυλλένια δύση, κρυμμένα αηδόνια στης φύσης τις φωλιές πιπιλίζουν στίχους ηδονής.

Δευτέρα 2 Μαΐου 2016

Πηγούλα

ΔΙΗΓΗΜΑ
Του Παν. Αντωνόπουλου 
         Όταν  πήρα από τα χέρια της την Αντιγόνη του Σοφοκλή,    ταράχτηκα.  Ένας φωτεινός ήλιος ήταν το πρόσωπό της, από μέταλλο φεγγαριού ο λαιμός της,  ρόδο ολάνθιστο τα δυο της χείλη.  Φορούσε ένα φουστάνι λινό, κόκκινα πασουμάκια και είχε τα σγουρά της τα μαλλιά στολισμένα με μικρές- μικρές ιωνικές πλεξούδες. Πρόσχαρη, με μάτια πράσινα, ζωηρά, που φεγγοβολούσαν σαν δυο φλόγες από φως. Τα δόντια της λευκά στεφανωμένα με το χαμόγελου του δειλινού. Τα στήθη της δυο ξεπεταρούδια που ράμφιζαν  τη σιωπή. Ντροπαλή και γλυκιά. Κοπέλα που θα τη ζήλευε το αγιόκλημα για την τρυφερότητά της, η ζωή για την ιεροτελεστία που έτρωγε το πικρό ψωμί της. Ψυχούλα που οι νύχτες της γίνονταν κορδελίτσες  ωχρές και τις έπνιγαν τα όνειρα.  
    Κλειστήκαμε μαζί στης αγάπης το κλουβί. Η λύπη μας γινόταν χαρά κι ο ένας γέμιζε την αγκαλιά του άλλου με άνθη που είχαν τη γεύση του φιλιού. 
     --- Πηγούλα!  της φώναζα κι ερχόταν και κούρνιαζε στην αγκαλιά μου σαν φοβισμένο πουλί.   Μήπως θέλεις να διαβάσουμε; 

Δευτέρα 25 Απριλίου 2016

Ήθελα να ήμουνα αρνί... λαμπρίτης!!!

ΧΡΟΝΟΓΡΑΦΗΜΑ
Του Παναγιώτη Αντωνόπουλου 
                Ήθελα να μου ήμουνα αρνί, λαμπρίτης. Να με έσφαζε μια φτωχή οικογένεια, να με έγδερνε, να έφτιαχνε  τα  άντερά μου μαγειρίτσα και να με έβαζε στη σούβλα. Με το ψημένο κρέας μου ύστερα να γέμιζε το πασχαλινό της τραπέζι, να έτρωγε τον άμπακα και να ‘κανε τρικούβερτο γλέντι, ρωμαίικο, τύφλα στο κοκκινέλι. 
                 Να ζήλευαν τα ευρωπαϊκά λαμόγια, ο οικονομολόγος καροτσάκιας, η καγκελάριος όρνιθα και οι λοιποί βαστάζοι που τους ήθελαν νηστικούς. Ένα ντελίριο ύστερα να τους έπιανε και να μας άφηναν χρόνους.
                 Φαγωμένος θα ήμουνα πιο ωφέλιμος και θα ένιωθα και ευεργέτης χαϊδεύοντας την κοιλιά τους οι χορτασμένοι. Τώρα τι κάνω; Πληρώνω φόρους, τρέχω στα γκισέ, ξοφλώ πρόστιμα, δέχομαι φοβέρες για τις απλήρωτες δόσεις, το μερίδιο της σύνταξής μου βλέπω να μικραίνει, στο σβέρκο μου νιώθω την προβοσκίδα του κράτους να μου ρουφά το αίμα.

Πέμπτη 21 Απριλίου 2016

Η εκδίκηση

Διήγημα τρόμου και φαντασίας
Του Παναγιώτη Αντωνόπουλου
Ο επιχειρηματίας Αστέριος ήταν κυνικός, στυγνός και αναίσθητος. Γι’ αυτόν οι ηθικές αξίες έπρεπε να προσπερνιούνται από τα άγρια ένστιχτά του που τα χρησιμοποιούσε για εκμετάλλευση, αναρρίχηση και διατήρηση των παθών του, έτσι που στον κόσμο του ήταν γνωστός ως  δράκουλας των θαλασσών .Συνήθιζε να χτίζει τα ξενοδοχεία του στις καλύτερες παρθένες ακρογιαλιές της πατρίδας του, να καταπατά τις εκτάσεις της ακτής, να υπερυψώνει άκομψα και σατανικά στην όψη κτήρια και να ρυπαίνει με τη διοχέτευση των λυμάτων τα ποτάμια και τις θάλασσες. Η εικόνα αυτή που έφτιαχνε ήταν ένα κομμάτι από την περιγραφή της κόλασης του Dante.
Ο ίδιος ήταν κοντός, άσχημος και αδέξιος. Το κεφάλι του κατέληγε σε κορυφογραμμή, τα μάτια του μικρά, γαλάζια γεμάτα μίσος, η μύτη του πλακουτσή σαν αντίγραφο μικρού αγριόχοιρου της ορεινής Πελοποννήσου. Όταν περπατούσε χοροπηδούσε σαν καγκουρό, κουνιόταν σαν χιμπατζής και κορδωνόταν σαν παγόνι.

Ο Ανθόλαος...!!!

ΠΑΣΧΑΛΙΝΟ ΔΙΗΓΗΜΑ
Του Παν. Αντωνόπουλου
            Ένας ανεπαίσθητος ήχος τράβηξε την προσοχή του Ανθόλαου, που ξαπλωμένος κάτω από το χαμηλό ξύλινο καλύβι, διάβαζε λαίμαργα τους << Άθλιους >> του Β. Ουγκώ και τον έκανε να πεταχτεί και να ταλαντευτεί σαν εκκρεμές στον αέρα. Κι αμέσως είδε δυο χωροφύλακες να ορμούν σαν πεινασμένα τσακάλια και να του περνούν τις χειροπέδες στα χέρια.
     Ένας οξύς πόνος τον διαπέρασε στην καρδιά και για δευτερόλεπτα σκέφτηκε πως η σύλληψή του ήταν ψέμα.  Γρήγορα όμως σαν άστραψαν στα μάτια του τα δυνατά χαστούκια των μπράβων της εξουσίας κατάλαβε πως η ζωή του τελείωνε. Και χωρίς αντίσταση παραδόθηκε στο τέρας που με τη μύτη της ξιφολόγχης χάραζε τα κορμιά των ελλήνων και τα γέμιζε πληγές στα μπουντρούμια και στις φυλακές.  

Δευτέρα 4 Απριλίου 2016

Απρίλης με τα λούλουδα

ΧΡΟΝΟΓΡΑΦΗΜΑ
Του Παναγιώτη Αντωνόπουλου
Ας αφήσουμε τους πολιτικούς κι ας ρίξουμε μια ματιά στο λουλουδιασμένο Απρίλη. Οι πολιτικοί μας δεν ξέρουν από βαρβάτες λιακάδες, ούτε από ιβίσκους και μυρωδάτα νυφικά της φύσης. Αυτοί ξέρουν μόνο τους απογόνους του Αδόλφου, όλους αυτούς τους αδίστακτους μεταπράτες που μας πατάνε με τη γερμανική μπότα τους και συναλλάσσονται μαζί τους για την ανθρωποφαγία των Ελλήνων μετά του κακομούτσουνου Σόιμπλε και της  τραχιάς όρνιθας Μέρκελ. 
           Γι’ αυτό λέω τώρα που μπήκε ο ξανθός Απρίλης ας θυμηθούμε το Σολωμό κι ας απαγγείλουμε μαζί του: << Έστησ’ ο   Έρωτας χορό με τον ξανθόν Απρίλη κ’ η φύσις ηύρε την καλή και τη γλυκιά της ώρα… Νερά καθάρια και γλυκά, νερά χαριτωμένα, χύνονται μες την άβυσσο τη μοσχοβολημένη και παίρνουνε το μόσχο της κι αφήνουν τη δροσιά τους… >>  

Σάββατο 2 Απριλίου 2016

Ο φιλόλογος

ΔΙΗΓΗΜΑ
Του Παναγιώτη Αντωνόπουλου  
Είπα να μάθω κι εγώ λίγα γράμματα και να μιλάω όμορφα σαν το θείο μου τον Ανδροκλή που έλεγε το σκύλο  << κίων  >> και το << μηδέν άγαν >> μηδέ άγανο! 
             Κατέβασα βιβλία, μεταφράσεις. λυσάρια και σημειώσεις από τα ράφια κι άρχισα να μαθαίνω απέξω κι ανακατωτά κάθε σελίδα. Όταν η σοφία θρονιάστηκε στο μυαλό μου κι ένιωσα επαρκής να φοιτήσω και πάλι στο πνευματικό εκπαιδευτήριο, προσευχήθηκα στο θεό των αιγοβοσκών να μη με αναζητά πια στις τάξεις του αλλά στο μαθητολόγιο των μαθητών. Με ύφος μεταμελημένου υιού παρουσιάστηκα στο γεννήτορά μου και του ανακοίνωσα με μάτι που έλαμπε από χαρά:
             --- Θα συνεχίσω το σχολείο! Δε μ’ αρέσει να τρέχω στο λόγγο σαν κάπρος! 
             Η έκφραση των ωραίων λόγων μου τον συγκίνησαν. Γελούσε ολόκληρος.
             --- Πέταξε το στρατσόχαρτο μου είχε πει κάποτε, βλέποντας να ζωγραφίζω όλη μέρα και να φτιάχνω μουντζούρες με μποζικόφυλλα και βατόμουρα  και κοίταξε ν’ ανοίγεις το βιβλίο! 

Πέμπτη 24 Μαρτίου 2016

Η κυρία Φυλλίτσα

Επίκαιρο διήγημα 
             Του Παν. Αντωνόπουλου               

                   Στο γυμνάσιο είχα μια δασκάλα την κυρία Φυλλίτσα που τη θαύμαζα πολύ. Όταν μιλούσε έμενα με το στόμα ανοιχτό, τέντωνα το κορμί μου.  μπροστοθρανίτης βλέπεις, κάρφωνα το μάτι μου στο τσιτάτο μεσοβύζι της και ρουφούσα μαζί με τις δοτικές που μας απέγγελε το απαλό άρωμα του κορμιού της.  
          Μ’ έκοβε εκείνη, ίδρωνε, έδειχνε ταραγμένη, άφηνε το βιβλίο του Ευριπίδη πάνω στην έδρα, έπαιρνε απ’ την τσάντα της το καθρεφτάκι κι έκανε πως φρόντιζε τα χείλη της, κοιτάζοντας μέσα.
          Το πήγαινα το αρχαίο κείμενο, ήξερα τα ανώμαλα ρήμαρα απέξω κι ανακατωτά, το ίδιο τις μετοχές και τα επιρρήματα, τίποτα δε μου ξέφευγε.  Είχε καθίσει για τα καλά στο μυαλό μου ο Αριστοφάνης καθώς και οι τρεις λιμοκοντόροι τραγωδοί με την αττικίζουσα γλώσσα κι εκείνοι οι ρητορίσκοι της κλασικής εποχής που μας τρέλαιναν με τα << όστις >> και τα << οία >>.

Τετάρτη 9 Μαρτίου 2016

Ρόζα

 ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ  
Μ   Υ  Θ  Ι  Σ  Τ  Ο   Ρ  Η  Μ  Α
  ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΠΡΩΤΟ
          Καθόταν ο παπα- Καλλίνικος στο μπαλκόνι του σπιτιού του, που ήταν κάτω από το κάστρο της πόλης κι έριχνε συνεχείς κι αχόρταγες ματιές προς το νότο, θαυμάζοντας πότε τον καταπράσινο κάμπο που απλωνόταν με περίσσια χάρη μπροστά του και πότε τη θάλασσα που λαμποκοπούσε κάτω από το πρωινό χρυσαφένιο φως του ήλιου.
Ευθεία κι αριστερά του φαινόταν ολοκάθαρα η πόλη της Κυπαρισσίας ξαπλωμένη η μισή μέχρι τα νερά του κόλπου και η άλλη μισή να κάθεται αμφιθεατρικά στους πρόποδες του Ψυχρού με την έντονη επιβλητική όψη και την εντυπωσιακή παρουσία του ερειπωμένου κάστρου του. Αυτή η πολιτεία ερχόταν από πολύ μακριά, από τους χρόνους του Νέστορα και πιο πριν και είχε στο χώμα της μέσα  θαμμένους πολιτισμούς και πολιτισμούς. Γίγαντες, Ρωμαίοι, Φράγκοι, Βυζαντινοί, Ενετοί, Τούρκοι, πέρασαν από πάνω της κι έκαναν του κεφαλιού τους. Την ποδοπάτησαν οι πιο πολλοί και γκρέμισαν ό,τι ιερό και όσιο είχαν φτιάξει οι κάτοικοί της.

Δευτέρα 7 Μαρτίου 2016

Αποκριές

ΧΡΟΝΟΓΡΑΦΗΜΑ
Του Παναγιώτη  Αντωνόπουλου 
              << Πως πετούν τα πουλιά, θα πετάξω κι εγώ στου χορού τη χαρά, την τρελή Αποκριά! Στα πόδια φτερά, το γοργό το ρυθμό με καινούργιους σκοπούς θα χορέψω κι εγώ. Να  πιερότοι, να μασκαράδες, να κομφετί, να σερπαντίνες, γύρνα κι απ’ εδώ γύρνα κι απ’ εκεί, για να δούμε ποιος θα ζαλιστεί >> 
              Αχ, πως φεύγει η ρουφιάνα η ζωή! Χθες ήσουν τρυφερό βλασταράκι και ντυνόσουν μπούλα και σήμερα ένα ηλικιωμένο κρέας που ετοιμάζεται να καταψυχτεί και να πει αντίο. Με χάλκινο κορμί περίμενες τις Αποκριές, χαιρόσουν τη γουρνοσφαγή, έριχνες κάτω μαζί με τους αξινάδες του χωριού το χοίρο, γευόσουν ένα κομμάτι καρούτζο κι ευφραινόσουν το κοκκινέλι του παππού. 

Παρασκευή 4 Μαρτίου 2016

Ο χορός των μεταμφιεσμένων

ΑΠΟΚΡΙΑΤΙΚΟ ΔΙΗΓΗΜΑ 
Του Παν. Αντωνόπουλου 
        Συνεπαρμένος να κοιτάζει το βουνό ο επιχειρηματίας Λεόντειος, έστρεψε ύστερα το βλέμμα του πάνω στο νερό της θάλασσας που με το κύμα της ίσιωνε την άμμο κι έπαιζε με τα μικρά σκορπισμένα άσπρα κοχύλια που λαμπύριζαν μπροστά σχεδόν στα πόδια του.
         Έτσι ονειρεμένος από την ομορφιά του τοπίου, σκέφτηκε πως έπραξε συνετά που εγκατέλειψε το μολυσμένο αέρα και το βάρβαρο πλήθος της πόλης  και ήρθε στον παράδεισο της επαρχίας να βρει την ησυχία του μέσα στα σκίνα και τους ιβίσκους.
          Στο παράξενο πολυτελέστατο παλάτι του, ζούσε με το υπηρετικό προσωπικό του, κλεισμένος σαν άγριο θηρίο, υποταγμένος στο φανατισμό του τζόγου και δηλωμένος άσπονδος εχθρός του πνεύματος. Το πάθος του να παίζει στο χρηματιστήριο τον είχε αρρωστήσει και η απληστία του, του είχε γίνει ένα από τα εφτά θανάσιμα αμαρτήματα. Δε φερνόταν σαν άνθρωπος αλλά σαν ένα παρανοϊκό τέρας.

Δευτέρα 29 Φεβρουαρίου 2016

Ποιητικά ανθολογήματα

ΧΡΟΝΟΓΡΑΦΗΜΑ  
Του Παναγιώτη Αντωνόπουλου 
           Την αθυμία της ζάλης μου με ποιητικά ανθολογήματα, σήμερα θα διασκεδάσω. Κι αμέσως εκ του Ελύτειου έργου, των παθών μου τον τάραχο θα προσπαθήσω να κατευνάσω. << Τώρα με ψάθα γυριστή  και με σαντάλια κόκκινα, μ’ ένα σουγιά στο χέρι, πάει το ναυτάκι του περιβολιού, κόβει τα κίτρινα σκοινιά, λασκάρει τ’ άσπρα σύννεφα… >>
           Η ανακλώμενη εικόνα των στίχων, μεσιτεύει να φτάσω σε γραφή  με ιριδισμούς και λάμψεις του Λάμπρου Πορφύρα: << Ω! τι με νοιάζει κι αν πάμε, ως εκεί; Τι με νοιάζει; Γελάει όλ’ η γλυκιά συντροφιά μου, γελά η θλιμμένη ζωή, στ’ άπειρο μέσα κυλάμε κι η Αννούλα τρελά τραγουδάει: Όπου να ‘ναι μακριά θα φανεί της Χαράς το νησί… >>
           Ριζωμένος στη στιγμή, τη φθορά μου ρίχνω στη λήθη, στη διάρκεια προσεύχομαι: << Κάτασπρα φοράς κι έχεις βραχεί, πλέκω σαλαμάστρα τα μαλλιά σου. Κάπου στα νερά του port pegassu  βρέχει πάντα τέτοιαν εποχή… >>

Δευτέρα 25 Ιανουαρίου 2016

Κοκκινίζει η μύτη μας

ΧΡΟΝΟΓΡΑΦΗΜΑ
Του Παναγιώτη  Αντωνόπουλου
              Αλέξη, Τρέμη, Όλγα Γεροβασίλη, Μίχαλε και οι συν του σιναφιού σας, μάθετε πως ο χειμών θα ενσκήψει χίτης, βαρύς και κρύος. Εσείς καλά θα τη βγάλετε στη ζέστη κατ’ οίκον, στα Χίλτον και στις βίλες σας. Εμείς οι λιγούρηδες της τρίτης ηλικίας, οι νηστικοί, οι άνεργοι, οι χρεωμένοι, οι άρρωστοι, οι μπατίρηδες και οι άθλιοι του Βίκτορος Ουγκώ, πώς θα ζεσταθούμε; Με στεγνή τσέπη τι πετρέλαιο θέρμανσης ν’ αγοράσουμε, τι καυσόξυλο να προμηθευτούμε, με τι γκάζι να ταϊσουμε τη φιάλη να βγάλει φλόγα και να ζεστάνει τις αρθρώσεις μας;
            Θα αναγκαστούμε να ορειβατήσουμε σε κρημνώδη Κιλιμάντζαρα να  μαζέψουμε ξύλα, τους χαμηλούς γήλοφους να ξεχάσουμε, τα κόκαλά μας εκεί στις ρεματιές και στις χούνες ν’ αφήσουμε; Κι όσο να ξορκίζουμε  << χειμώνα πολυέξοδε, φαγά και λιγοδούλη >>  στο τσουκάλι δε θα βράζει το όσπριο, μήτε το σιτιρέσιο θα γεμίζει το τραπέζι. Ο χειμών θα είναι της Στέπας κρυαρίτης, δε θα χαμπαριάζει από λόγια, θα μας θάψει κάτω από τη σκέπη του με τους σωρούς το χιόνι θα μας ψύξει.

Σάββατο 16 Ιανουαρίου 2016

Κανάγιες!

ΧΡΟΝΟΓΡΑΦΗΜΑ
Του Παναγιώτη Αντωνόπουλου 
            Στη μικρή γραφίδα μου λίγο φως ζητάω την απέραντη νύχτα μου να φωτίσω. Στις λέξεις μέσα να σφραγίσω το σώμα μιας άλλης εποχής που φορτωμένο το κουπί και τη σχεδία αναποδογυρισμένη στην πλάτη στη μέση του Ωκεανού, πάλευε από την τρίαινα του άγριου Ποσειδώνα να γλιτώσει.
         Εποχή τσίτσιδη με χέρσες αναβόλες, ουλές στα χείλη από του μπάτσου την άθλια γροθιά. 
         Σπούδαζα την πνευματική μου γενναιότητα ν’ αυξήσω, τους νευρώνες μου από γαϊδουράγκαθα, φύτρα γνώσης θαλερής να μεταλλάξω. Το δωμάτιο στάβλος, η πόρτα βουλωμένη με τσουβάλι να διώχνει το κρύο, στους τοίχους φυτρωμένα βρύα. Η σκουριά έτρεχε από το ταβάνι, τα θολά νερά σαν ρύακες μου λέρωναν σώμα και ψυχή. 

Κυριακή 10 Ιανουαρίου 2016

Γενάρης μπαλωματής

      ΧΡΟΝΟΓΡΑΦΗΜΑ
Του Παναγιώτη Αντωνόπουλου
            Τα στάχυα δεν βεργολυγούν, τ’  αλώνια δεν γυρίζουν, τα βοϊδαμάξια σώπασαν στη ρύμη πια να τρίζουν. Και πέρα μέσ’ στο διάπλατο του κάμπου, μοναχός σαλεύει τ’  αργοπάτητα τα πρόβατα ο βοσκός. 
              Αυτός ήταν ο Γενάρης ο δικός μας και των πατεράδων μας κι όχι ο σημερινός που θρέφει ημερομηνίες με διαπλοκές, συμφωνίες οικονομικών λωποδυτών, φόρους, κλειστά σχολεία, ανήκεστη παρακμή και λαϊκό πρωτογονισμό. Εκείνος  που στα  στραγγερά του χώματα, οργώνανε να  σπείρουν τριφύλλι και σαργό. Στους κήπους δίνανε ένα σκάλισμα για να τρανέψουν και να αδελφώσουν τα χειμωνιάτικα φυτά. Τα κακοχειμωνιασμένα  φυτά τα φρόντιζαν, τους  έδιωχναν τη λάσπη και τα τάιζαν να χοντρύνουν το ισχνό βλαστάρι τους και να καρπίσουν με άζωτο και νίτρο. Κλαδεύανε τις ελιές και πέταγαν τα χλωμιασμένα ξερόκλαδα. Τα κουκουλωμένα κλαράκια έσκαγαν γελάκι τρυφερό στο χάδι του ήλιου λουσμένα  με χίλιες δροσιές.

Τετάρτη 30 Δεκεμβρίου 2015

Μια παλιά Πρωτοχρονιά

ΧΡΟΝΟΓΡΑΦΗΜΑ
  Του Παναγιώτη Αντωνόπουλου 
         Κρύα κεριά, λιωμένα οι πίσω καιροί. Μαύροι με την κλωστή τους δεμένη στην καμπούρα μας. Με χτικιασμένη τη ζωή μας, να σούρνεται πάνω στο σάλιο τους, η ελπίδα μας να μαραίνεται, χιτλερίσκοι άγριοι να μας σκοτώνουν το χαμόγελο και να μας σπρώχνουν στο χάσκον χάος του γκρεμού. 
          Αγύρτες αισχροί, έφεραν μετά το πενήντα  μια Πρωτοχρονιά, κορδωτή καουμπόισσα, που ‘κανε στάχτη και μπούρμπερη τη φτωχή χαρά μας. Ούτε κουραμπιέδες μας έφτιαξε και κείνη η γαλοπούλα στο πιάτο μας ήταν άγευστη, χωρίς κρέας και όλο κόκαλο. 
          Εμείς του αδελφάτου της γειτονιάς θέλαμε να φάμε.  Δεν μας άρεσε να τρώνε μόνο οι κλέφτες. Γι’ αυτό διώξαμε με την αυγή της Παραμονής τη σγουμπή διακονιάρα κατήφεια και με το τρίγωνο στο χέρι, πήραμε σβάρνα τους δρόμους να πούμε τα κάλαντα στην ασήκωτη φτώχεια. 

Τετάρτη 23 Δεκεμβρίου 2015

Τερψούλα

ΔΙΗΓΗΜΑ
Του Παν. Αντωνόπουλου  
   Ένας Δεκέμβρης με τον ήλιο του στον αστερισμό του Αιγόκερω. Ο αέρας του σφύριζε με άναρθρες κραυγές. Οι ρωγμές που μας άφηνε στα μάγουλα έσταζαν αίμα. Το κρύο έκοβε σαν γυαλί τα τρυφερά μας γυμνούλια μέλη. Τα Χριστούγεννα που ξημέρωσαν είχαν βουρκωμένη ψυχή κι ένα σκονισμένο πένθιμο δέντρο σε κάθε σπίτι. Χωρίς στολίδια και με τα λαμπάκια του σβηστά. Για να μη δυσαρεστήσω το μικρό Χριστό, και, για να τον ευθυμήσω, στο δικό μου δέντρο κρέμασα τρία βελανίδια, δυο τσαμπιά κούμαρα κι ένα ματσάκι λεμονανθούς. Ένα αστεράκι από τσιγαρόχαρτο στην κορυφή του και για φάτνη, έβαλα ένα κομμάτι δέρμα από τα παλιά  τρύπια παπούτσια μου. Και στη φωλίτσα της σκόρπισα νοτισμένα άχυρα βουτηγμένα στο δάκρυ της φτώχειας. Μια Μέγαιρα φτώχεια που μας είχε του κλότσου και του μπάτσου. Νηστικά, ανυπόδητα και δίχως ρουχαλάκια. Χωρίς βιβλία, μολύβια και μπογιές. Με τα στομάχια μας άδεια και τις κουπίτσες μας στεγνές.  Τη χαρά μας να μας τρυπά σαν αγκάθι και τα κορμιά μας τσουβαλιασμένα σε ραμμένα αποφόρια. 

Τρίτη 22 Δεκεμβρίου 2015

Χριστούγεννα

ΧΡΟΝΟΓΡΑΦΗΜΑ
Του Παναγιώτη Αντωνόπουλου 
            Περνούν οι καιροί, κοιτάς το τρύπιο σου παπούτσι, ποιητής γίνεσαι μιας άλλης περασμένης εποχής και δένεσαι με το σπόρο του έρωτά της. Εποχή παγωμένη κι εσύ να κάνεις μάθημα σε χωριό σκαπετημένο στην κορφή του βουνού με προίκα σου ένα σχολείο γεμάτο κοράκια και ποντικούς. 
             Μακράν της πόλης, εφτά ώρες ποδαράτο, χωρίς πολιτισμό και με τους λύκους  να σε κοιτάνε σαν χίτες να σε κατασπαράξουν.  Θεονήστικος, άφραγκος, το χρόνο μου σπαταλούσα στο αδελφάτο των χαρτοπαικτών, μαζί τους άκουγα το ίδιο τραγούδι: << Ληστή μου, πιες κρασί στης ερημιάς την κρήνη κι εσύ, φονιά μου, εσύ, παντρέψου την ειρήνη >>.
             Γλίστρησαν οι μήνες, σκυθρωπή γεροντοκόρη η Παραμονή των Χριστουγέννων μ’ ένα χαμόγελο μου ‘δειξε το δρόμο να φύγω. Πώς να φύγω;  Ένας φαρισαίος καιρός είχε χιονίσει, γεφύρι δεν είχε αφήσει,   τους σπίνους και τις καρδερίνες είχε ενταφιάσει, τον ουρανό είχε μαυρίσει με μονόφθαλμα γεράκια σαρκοβόρα. 

Δευτέρα 14 Δεκεμβρίου 2015

Άνεργος και ταπής

ΧΡΟΝΟΓΡΑΦΗΜΑ
Του Παναγιώτη Αντωνόπουλου 
        Σαράντα πέντε χρονών και είναι άνεργος. Χτικιάζει η ζωή του, μαραίνονται τα όνειρά του, σαν γυμνοσάλιαγκας κυλάει πάνω στο σάλιο του και κολλάει εκεί στο χάσκον χάος του. Στεγνός ο φάρυγγάς του, γεύεται που και που το εκκλησιαστικό όσπριο, καθημερινώς παρακαλεί απολιθωμένους χορτάτους να τον τυλώσουν εκχωρώντας του την ουρά του σιτευτού μόσχου που καταβροχθίζουν. 
       Μαύρος ο καιρός του, οι τσέπες του άδειες, ένα μουντό κατακάθι σαπίζει τα στήθια του. Απελπισμένα ζητάει δουλειά, το σέντσι του λείπει, με παυσίπονα λιπαίνει την αρρώστια που του αφήνει η χιτλερού ανεργία. Του ‘ρχεται να σκάσει, να πέσει από τον όροφο, να φύγει απ΄ τη ζωή, να γράψει τραγωδία. Ανεβασμένος στον Όλυμπο τόσο καιρό, κάτω ξαπλωμένος τώρα, δεν τρώει, δεν πίνει, δε μασά, στο μουχλιασμένο πιλάφι και στα μακαρόνια τα ορφανά να σκύψει δε γίνεται, κοιμάται και τυλώνεται με τα ηλάσθητι και τα κύριε ελέησον.  

Τρίτη 8 Δεκεμβρίου 2015

Το λιτρουβειό

ΧΡΟΝΟΓΡΑΦΗΜΑ
Του Παναγιώτη Αντωνόπουλου 
           Περνούν οι καιροί και σκέφτομαι τα περασμένα. Τότε που τσέπωσα το διοριστήριο και σκαπέτησα πέντε ώρες ποδαράτο στην κορφή του βουνού να βγάλω το μεροκάματο. Το χωριό άγριο, γεμάτο βοωδή δικέρατα, χίτισσες αφαλαρίδες και άφραγκους σκαφτιάδες που φορούσαν  το ίδιο τρύπιο παπούτσι και το μπαλωμένο παντελόνι όλο το χρόνο. 
             Πριν φτάσω βρήκα το χείμαρρο φουσκωμένο, τα πέριξ κρυμμένα στην ομίχλη και στην αφάνα, τ’ όνομά μου  σκαλισμένο σ’ ένα  βράχο να διαδηλώνει και να μου φωνάζει να γυρίσω πίσω. Ρίχτηκα στο νερό, το νερό μέχρι το στήθος, την ψυχή μου έκανα σημαία και βγήκα απέναντι. Γλιτωμένος μπήκα στο χωριό, η ανάσα μου συνήλθε, στο σπίτι ύστερα του πρόεδρου έστεκα καλά. μπορούσα να μιλήσω και να δοκιμάσω τας σώας φρένας μου, απαγγέλλοντας : << Προστάτιν σε της ζωής επίσταμαι και  φρουράν ασφαλεστάτην, Παρθένε… >>  

Τετάρτη 2 Δεκεμβρίου 2015

Ξύλο

ΧΡΟΝΟΓΡΑΦΗΜΑ
Του Παναγιώτη Αντωνόπουλου 
                 Μαύροι καιροί, συννεφιές, ξύλο και αφραγκίες. Χτικιάζει η ζωή, χαμωσέρνεται, στο ψωμί της αλείφει έμπυο σάλιο, μαραμένη ελπίδα και όνειρα ξεφτιλισμένα μιας χάσκουσας και σάπιας πολιτικής, που τρέφεται με το σβησμένο γέλιο μας.
                 Και οι φουκαράδες οι Έλληνες, οι ραγιάδες, οι πεινασμένοι, τρέχουνε στο Σύνταγμα, δείχνουν το άδειο τσουκάλι τους στους  τριακόσιους χορτασμένους, με ψίχουλα παρακαλάνε να τους το γεμίσουν, από νηστικοί χορτάτοι να γίνουν. 
                  Κι εκείνοι τους ρίχνουν ξύλο, τους τουλουμιάζουν, τους χορταίνουν χαστούκια και κλοτσιές, ό,τι γκλόπς βγαίνει από τις αποθήκες της  αστυνομίας πάνω τους το σπάνε. 
                  Δε βγαίνει τίποτα, γυρίζουν μ’ άδεια χέρια, οι  χιτλερίσκοι της βουλής, ανένδοτοι, τους τάζουν πάλι λιτότητα, τους απειλούν από τα κανάλια, τους φοβερίζουν, άλλο ένα ντου στο κάστρο τους να κάνουν και θα τους χάψουν και την ουρά  και το βόδι.

Τρίτη 24 Νοεμβρίου 2015

Ηλιοβασίλεμα στην Αρκαδιά

ΧΡΟΝΟΓΡΑΦΗΜΑ
Του Παναγιώτη  Αντωνόπουλου 
           Χείλη ρόδινα της θάλασσας μπροστά μας, σ’ του πελάγου τη φλόγα το κύμα χαϊδεύοντας τη βάρκα να παφλάζει. Ομορφιά πολλή και παντού φιλιά που νοστιμίζουν το στόμα. Καθισμένοι με την Εύα μου στο << Πανόραμα >>     ρουφώντας τον καφέ μας, τον άνεμο ειρηνεύαμε που ‘ρχόταν απ’ το νησί του Σολωμού, ν’ ακούσουμε τους στίχους του. 
           Στον κόλπο Ωκεανίδες γυμνές, στη δύση ένα Ύψιστος ήλιος Πικάσο να σκορπίζει χρυσόσκονη στη ράχη της θάλασσας, στις στέγες και στα καλντερίμια.  Στο Ιόνιο ούτε ένα σύννεφο, άσπροι χιονάτοι γλάροι και φως μενεξελί πέρα ως πέρα. Δεξιά μας η Αγία Τριάδα έφεγγε ανέφελη, ο ήχος της καμπάνας της σήμαινε εσπερινό, τα νυχτοπούλια άφηναν τις φωλιές τους, ο αέρας κορεσμένος άρωμα και υγρασία βουνού, φυλλομετρούσε χαϊδεύοντας τα ρόδα του ορίζοντα. 

Πέμπτη 19 Νοεμβρίου 2015

Ένας γύπας πάνω από την πόλη

ΔΙΗΓΗΜΑ ΤΡΟΜΟΥ ΚΑΙ ΦΑΝΤΑΣΙΑΣ
Του Παναγιώτη  Αντωνόπουλου
Εφτά μέρες τώρα ένας μονόφθαλμος γύπας καθόταν στο μεγάλο ρολόι της πόλης κι έκλαιγε. Σαν κουραζόταν και σταματούσε, χτυπούσε με οργή το ράμφος του στους δείχτες, πλατάγιζε με θόρυβο κι επιθετικότητα τα φτερά του κι έκρωζε ηχηρά σαν δαιμονισμένος. 
Στην αρχή όλοι νόμισαν πως ο παράξενος αυτός επισκέπτης βρέθηκε τυχαία εκεί, αλλά σαν η παρουσία του μέρα με τη μέρα γινόταν ανυπόφορη, οι φόβοι για την ασυνήθιστη συμπεριφορά του μεγάλωσαν και χίλιες  κακές σκέψεις γεννήθηκαν στα μυαλά τους.
Έτσι  άλλοι μίλησαν για << γρουσουζιά >> που θα ξεσπούσε με  το    χειρότερο  τρόπο   στην    πόλη   κι  άλλοι   για  <<  μήνυμα  διαμαρτυρίας >>  που έστελναν  τα πουλιά στον άνθρωπο για την αλόγιστη καταστροφή που κάνει στο περιβάλλον τους.
Γι’ αυτό κι έδειχνε την αναπηρία του, που δυστυχώς ελάχιστοι την πρόσεξαν, μεταξύ των οποίων και η δήμαρχος της πόλης, που όλη μέρα άκουγε το θρήνο του πουλιού κι έβλεπε τα παραμορφωμένα μέλη του κάθε πρωί, σαν έπιανε δουλειά, στο γραφείο της. 

Δευτέρα 16 Νοεμβρίου 2015

Μπατιράκια

ΧΡΟΝΟΓΡΑΦΗΜΑ
Του Παναγιώτη Αντωνόπουλου
         Υποφέρει η ψυχή σου να βλέπεις το φίλο σου με ολοτρύπιο μπουφάν, να τον ακούς να σου λέει πως η κουρούπα του είναι άδεια, πως τον έχει φάει η απλησιά γιατί η συμμορία των  λωποδυτικών συμφερόντων του ΄χει κόψει το ρεύμα και δεν έχει ζεστό νερό να ξεσκορτσαστεί. Πως τον τσιτώνουν τίλογα τα χρέη του, θηλιά του βάζουν στο λαιμό για να τον αναγκάσουν να μεγαλορρημονήσει, να κομπάσει και να βρίσει κάθε ποίσα και δείξα που τον κατάντησε έτσι. 
         Υποφέρεις να βλέπεις τον ξάδερφο με παντελόνι μπασμένο, μπαλωμένο στον πισινό και λιωμένο στα γόνατα, το συνομήλικο με σκούφο πληγωμένο, το γήσο του λερό, το χρώμα του ξεθωριασμένο.

Δευτέρα 9 Νοεμβρίου 2015

Πήραν τ’ αρνάκια μας

ΧΡΟΝΟΓΡΑΦΗΜΑ
Του Παναγιώτη Αντωνόπουλου 
         << Πήραν τ’ αρνάκια μας και τα κατσικάκια μας και το λάγνο αρνί, που ‘χε το χρυσό μαλλί, τ’  ασημένιο χαϊμαλί. Πήραν την καρδάρα μου που ‘πηζα το γάλα μου, πήραν τη φλογέρα μου μεσ’ από τα χέρια μου. και πάνε, πάνε, παν, άιντε μανούλα μ’ παν! >> 
               Και ζούνε στην ευμάρεια οι κηφήνες και οι αφεντοαγάδες, λιμώττει ο λαός,  νηστικός περπατάει με τρύπιο παπούτσι και μπαλωμένο σκουτί. 
                Έριξαν στο λάκκο  οι τουρκανάκατοι τις κοινωνικές κατακτήσεις και τα ιερά δικαιώματα του ελληνάκου και με βλάσφημη γλώσσα, τρώνε και πίνουν σε χλιδάτα εστιατόρια, ολημερίς λιμνάζουν στις καφετέριες, σε νυχτερινά κέντρα μεθάνε μαζί με τη διαφθορά, τον αμοραλισμό τους και την εξηλιθιωμένη μικρόνοιά τους.

Τρίτη 3 Νοεμβρίου 2015

Μεγαρόσημο

ΧΡΟΝΟΓΡΑΦΗΜΑ
Του Παναγιώτη Αντωνόπουλου
               Η κολπατζού πολιτική των αφεντάδων μ’ άφησε νηστικό χθες. Στη φιλολαϊκή της πολιτική, της προόδου και της υπέρβασης, μου πήρε από την τσέπη και το τελευταίο πεντάευρω και μου στέρησε τη μεσημεριάτικη μακαρονάδα, το συνοδευτικό κολοκύθι και τη συμμετοχή μου στο φάρμακο της πίεσης. 
                Ο δεινός καπιταλισμός, παντού έχει δράκαινες αγορές που σου πίνουν το αίμα. Έχεις δεν έχεις πρέπει να πληρώσεις. Έχεις δεν έχεις πρέπει ν’ αφήσεις στο ποτήρι τους το αίμα σου, να το ρουφήξουν. Ανήμπορος μετά πεσμένος στη γράνα, στο σφυρί να σου βγάλουν το νοικοκυριό και με τη σφραγίδα της τοκογλυφίας να στο βάλουν στο χέρι.

Δευτέρα 26 Οκτωβρίου 2015

Ο αντάρτης

ΧΡΟΝΟΓΡΑΦΗΜΑ
Του Παναγιώτη Αντωνόπουλου 
            Κάθε φορά που μυρίζω το άρωμα των χρυσανθέμων και ζυγώνει η επέτειος του  << ΟΧΙ >>  δεν μπορώ να μη θυμηθώ το συμμαθητή μου το Στρατή. Χλωμός, πετσί και κόκαλο, άπλυτος, αχτένιστος, καθόταν δίπλα μου ντυμένος το ίδιο ρούχο όλο το χρόνο, πάνω ένα λιωμένο γκρι πουλόβερ και κάτω ένα κοντό μπαλωμένο παντελόνι.
           Μυαλό κοφτερό και ζωγράφος καλός. Πριν αρχίσει το μάθημα, άνοιγε το πρόχειρο και κοιτούσε την πρώτη σελίδα. Είχε ζωγραφίσει έναν αντάρτη, έναν άνδρα ανεβασμένο στο βουνό, αρματωμένο με φυσεκλίκια κι από κάτω γραμμένο τον ανατριχιαστικό παιάνα: << Μάνα μου, γλυκιά Ελλάδα, ο αντάρτης του ΕΛΑΣ, θα  σ’ ανάψει τη λαμπάδα της τιμής, της λευτεριάς >>. 
           Όταν τον ρώτησα ποιος είναι, έδειξε να πληγώθηκε λες και τον πάτησε ναζιστική μπότα. Ύστερα σαν να τον αγκάλιασαν αρχάγγελοι φτερωτοί, μου ψιθύρισε:

Δευτέρα 19 Οκτωβρίου 2015

Οι κούνουπες

ΧΡΟΝΟΓΡΑΦΗΜΑ
Του Παναγιώτη Αντωνόπουλου
             Σε πίσω καιρούς το χρονογράφημα, αυλακωμένο από τις σχισματιές του χρόνου και γραμμένο στον απόηχο της θλιμμένης νότας του κότσυφα. 
              Προορισμός μου το χωριό, θαμμένο στο βουνό, στις πέτρες και το σαρκοφάγο βάτο. Το σχολείο ερείπιο, οι τοίχοι σωριασμένοι, τα κουφώματα ροκανισμένα από τους μπελέχαρους ποντικούς.  Κοιμόμουν στρωματσάδα στο χολ, πλενόμουν στο λασπονέρι της γούρνας, όρθιο με κρατούσε την ώρα του μαθήματος η μπουκιά από το πρόσφορο του παπα – Βαγγέλη. Η υγιεινή μου τριτοκοσμική, η αφόδευσή μου στα χαλάσματα, ορδές οι κούνουπες από το χαμούρι της τσοπαναριάς, ορμούσαν πάνω μου να μου πιουν το αίμα. 

Τετάρτη 14 Οκτωβρίου 2015

Σκόρτσα

ΧΡΟΝΟΓΡΑΦΗΜΑ
Του  Παναγιώτη Αντωνόπουλου 
        Επιστροφή στην γκρίζα Σαχάρα του ’53. Ο  Σεπτέμβρης μουσκίδι από τη βροχή, εγώ  μαθητής της Πρώτης, η καρδούλα μου σαϊτεμένη από το τρεχαλητό να προφτάσω τον αγιασμό, ο νους μου λαγουδάκι να τρέμει μπρος στο άχθος των σχολικών βιβλίων. 
         Το ‘ξερα πως δε θα κάλπαζα πια στις εξοχές, το Βουκεφάλα νου μου θα τον συμμάζευα και κείνα τα ζαχαρωμένα τραγουδάκια μου για το συνοφρυωμένο μουτράκι της γειτονοπούλας μου Ιζαμπώς θα σβήνονταν στη θλιβερή ερημιά. 
         Θα μάθαινα την αλφαβήτα και μ’ άρεσε. Ο ήχος της τουφεκιάς απ’ το λόγο του δάσκαλου θα με συνέτιζε, τη γιαγιά μου δε θα ξανάλεγα << ποντίκο >>, το θείο μου Νιόνιο << σπαγκοραμμένο Εβραίο >>.  Στο  διάλειμμα στα τρεχαλητά θα ‘παιζα μ’ όλα τα νηστικά της γειτονιάς, θα ξεμουτσούνιαζα τον Ψύχα το συνομήλικό μου γιατί ήθελε να τον λέμε μπάτσο, θα ‘πιανα το χέρι της λυσίκομης Ερατώς παίζοντας πεντόβολα, στη μελωμένη Γωγώ με το  ανταρτεμένο  βυζάκι θα ‘ριχνα το φως από το λύχνο των ματιών μου τις σκιαγμένες ρόγες του να φωτίσει.

Δευτέρα 28 Σεπτεμβρίου 2015

Συννεφιασμένες ψυχές

ΧΡΟΝΟΓΡΑΦΗΜΑ
Του Παναγιώτη Αντωνόπουλου 
           Από την αυλή μου, βλέπω έναν παμχάφτικο καπιταλισμό, έναν αιματορουφήχτη κερδεαλόφρων τοκογλύφο που εξοντώνει μαύρους εργάτες, λευκούς και μελαψούς, χωμένους στο δηλητηριασμένο κηπευτικό. Παιδιόθεν θαυμαστής της καλλιέργειας της γης, τη δούλευα για να αγοράσω το βιβλίο, με  το γράμμα να ξεστραβωθώ και να βλέπω που θα βάζω την υπογραφή μου.  Όμως η δουλειά δεν ήταν έτσι. Τούτοι οι νηστικοί  ξερνάνε και το γάλα της μάνας τους ακόμη να βάλουνε στην τσέπη τους το σέντσι, τα εμέσματα καταπίνουν του αφεντικού να στρώσουν το βράδυ στο τραπέζι, φτερούγες όρνιθας και ξερό ψωμί.

Σάββατο 26 Σεπτεμβρίου 2015

Τα κούμαρα

ΧΡΟΝΟΓΡΑΦΗΜΑ
Του Παναγιώτη Αντωνόπουλου
           Σε πίσω καιρούς, είχα διοριστεί σε χωριό θαμμένο στα βουνά, στις πέτρες και στα γαϊδουράγκαθα. Το σχολείο ερείπιο, οι τοίχοι του αυλακωμένοι από τις σχισματιές, τα κουφώματα σάπια, η οροφή Νιαγάρας να με μουσκεύει από ποδός μέχρι  κεφαλής.  
            Τις περισσότερες μέρες νηστικός, τις Κυριακές με τάιζε μια φετούλα πρόσφορο ο παπα- Γιώργης, στις μεγάλες γιορτές ο πρόεδρος μου ‘στελνε πεσκέσι σούπα την ουρά του προβάτου.   Όταν δεν είχα μάθημα έπιανα κοτσύφια με θηλιές, τον τσοπάνο βοηθούσα να βρει τα χαμένα κατσίκια στα πουρνάρια, στη στρούγκα μαζί του αρμέγαμε το κοπάδι όταν το γυρνούσε από τη βοσκή.

Τρίτη 22 Σεπτεμβρίου 2015

Φθινόπωρο

ΧΡΟΝΟΓΡΑΦΗΜΑ
Του Παναγιώτη Αντωνόπουλου  
          Μόνοι. Με τι καρδιά, με τι ψυχή να λησμονήσεις την αφράτη ξανθή που άφησε ζωγραφισμένες τις καμπύλες της στη μαγική αμμουδιά. Με τι νου που δε λέει να ξεκολλήσει από τους φίλους του καλοκαιριού να  πορευτείς για τον επερχόμενο χειμώνα. Πώς να  ονειρευτείς με τόσο χάος μέσα σου, με τη ζωή σου δοσμένη σε μια στρίγκλα ερημιά που σου μεταδίδει μεταγγισμένη κάθε στιγμή την ασθματική της αρρώστια.
          Με τι καρδιά να μαζέψεις το σκουπίδι που άφησαν οι έποικοι της πόλης. Δε φτάνει  το χλωμό χρώμα της φθοράς που σε βάφει το μουντό Φθινοπωράκι, πρέπει να σκύψεις να μπεις σε ρυθμό και κόκκινος κατακόκκινος του αιμάτου να ξεβρωμίσεις ότι αχνίζον ακάθαρτο  σκόρπισε το χτικιάρικο γονίδιο του Έλληνα στην πόρτα σου.

Δευτέρα 14 Σεπτεμβρίου 2015

Γουρουνία

ΧΡΟΝΟΓΡΑΦΗΜΑ
Του Παναγιώτη Αντωνόπουλου
             Στην εποχή μας, στην κεντρική Ευρώπη υπάρχει μια παράξενη χώρα, άγονη και αχαρτογράφητη. Στα βουνά της και τους βραχώδεις λόφους της, οι άνθρωποι έχουν τη μορφή γουρουνιού, εξ’ ου και τ’ όνομα της χώρας, Γουρουνία. Είναι άγριοι, τρώνε ρίζες, μιλούν μια βλάσφημη γλώσσα, έχουν ντύμα από αρκουδοτόμαρα και ζουν σε κουμάσια ο ένας πάνω στον άλλο σαν τα χοιρίδια. 
              Ανυπότακτοι, σκληροί και άκουροι, έχουν εκπαιδευτές χιταριό, με το σάλιο του μίσους τούς μαθαίνουν να φτύνουν σοφότερα δίποδα απ’ αυτούς. Κάνουν πορείες εκστρατείας σε γειτονικούς λαούς, σκοτώνουν και πίνουν αίμα, με έπαρση μισθοφόρων βιάζουν έφηβες παρθένες, σε κάθε ληστρική πορεία τους τραγουδούν κι ένα πολεμόχαρο τραγούδι.

Τρίτη 1 Σεπτεμβρίου 2015

Δακρυσμένο φεγγάρι

ΧΡΟΝΟΓΡΑΦΗΜΑ
Του Παναγιώτη Αντωνόπουλου
                  Με το  πρώτο χαμόγελο της Αφροδίτης  στρωθήκαμε στην αυλή. Ο λύκος της αγέλαστης μέρας μας κρύφτηκε, η νύχτα ανεδύθη, η πανσέληνος θάρρεψε, μια υγρονέφελη μαρμαρυγή φώτιζε την άνθινη γη.
                 Η χαζοκούτα έπαιζε. Άγριοι πυροβολούσαν σε σελήνια βουνά, πνιγμένοι στο λουτρό, μαυροντυμένοι τζιχαντιστές, παπαγάλοι που σκόρπιζαν πούπουλα στο νου μας για δήθεν γνώση.
                 Έπεφτε η νύχτα, οι αφτιασίδωτοι της λασπογειτονιάς αύξαιναν τη συντροφιά, οι ευνουχισμένοι και οι ευπειθείς στα μνημόνια των φαγάνων, μ’ ένα γρόθο θα αποτίναζαμε τις τέφρες του οικονομικού Άουσβιτς με την κουβέντα.
                 Εκεί και η γριά Στάσα. Αρωματισμένη με το χώμα της γης της, παρφουμαρισμένη με γύρη γιασεμιού, τσούλωσε τ’ αυτί της στη χαζοκούτα και είπε: << Τους Μπαρουφάκηδες, ακούτε;  Κλείστε την! Έχω ιστορία να σας πω, παλιά, πολύ παλιά, από τότε που τρώγαμε ψωμί  και αλάτι! Στήστε αυτί! >>