Τρίτη 21 Ιουλίου 2015

Το σακούλι

ΧΡΟΝΟΓΡΑΦΗΜΑ
Του Παναγιώτη Αντωνόπουλου 
              Κοντά στο σπίτι μου, έχει στηθεί ένα κολαστήριο ζωής. Οι άνθρωποι μένουν σε κοτετσόσπιτα, είναι άνεργοι, πεινασμένοι, βρώμικοι και μεθυσμένοι. Δεν μπορούν να χορτάσουν τα στόματά τους ψωμί και μοιάζουν σαν μπελέχαροι ποντικοί.
              Τους κιαλάρω από την αυλόπορτα και με πιάνει ντελίριο. Άγνωστοι με κτηνώδη πρόσωπα, κουρελήδες, άπλυτοι, ξυπόλητοι, βρίζονται και πλακώνονται στις μπουνιές για ψύλλου πήδημα. Μερικοί ξοδεύουν και το τελευταίο τους σέντσι στο αλκοόλ, οι καπνιστές καπνίζουν μισαδάκια, όσοι λιάζονται στο χώμα ξαπλωμένοι, κοιτάζουν τη δούκισσα αυλή  μου και της κλείνουν το μάτι πονηρά. 
              Την ίδια ώρα που άλλα ατσαλάκωτα ανθρωπάκια κουλαντρίζουν τον άνομο πλούτο τους, τούτοι οι πολιορκημένοι στο πορδοκλανείο, στραγγίζουν και την τελευταία σταγόνα των ούρων τους να την πιουν.

Τζίτζικες

ΧΡΟΝΟΓΡΑΦΗΜΑ
Του Παναγιώτη Αντωνόπουλου
           Οι  τεμπέληδες << τζίτζικες >> πιαστήκαμε σαν τους ποντικούς στη φάκα.  << Μέρμηγκες >> εργατικοί  μας έκλεισαν τις τράπεζες, σέντσι δε μας άφησαν να αναλήψουμε και να βάλουμε στην πισωτσέπη. Έτσι το στομάχι μας  έμεινε απεργό, το δόντι του ξενοτοπίτη και ντόπιου παμχάφτικου καπιταλισμού μπήκε βαθιά στη σάρκα μας.
           Ανθρωπάκια άφησαν το λαχανοζούμι κι έτρεξαν στα ΑΤΜ. Οι γριούλες, η Βιβή και η Στάσα με τα σαπουνόνερα στα χέρια, έπιασαν θέση στην ουρά του αδελφάτου των νηστικών. Γεροντάκια χάρτινα, με το πενηντάρι στο τσεπάκι, έριχναν γαμοσταυρούς στο εντός και το εκτός πολιτικό φακλαναριό. Εγγόνες, παρηγορούσαν τις γιαγιές που έσκουζαν παραληρηματικά  << πάει η συνταξούλα μου! >> και σκούπιζαν το δάκρυ τους στο μανταρισμένο τσεμπέρι τους.  

Πέμπτη 9 Ιουλίου 2015

Το γαλακτομπούρεκο

ΧΡΟΝΟΓΡΑΦΗΜΑ
Του Παναγιώτη Αντωνόπουλου 
         Γεννήθηκα φτωχός, σε σπίτι που έμπαζε από παντού με τον πατέρα να φέρνει τέσσερα σακιά στάρι στο σπίτι κι ένα τενεκέ λάδι που του ‘δινε ο αφενταγάς που δούλευε στο λιτρουβιό του. Μ’ αυτά και με λίγο κουκί  τη βγάζαμε τη χρονιά.
         Μεγάλωσα σαν αδέσποτο σκυλί, γράμματα έμαθα πηγαίνοντας τρεις φορές τη βδομάδα σε σχολείο κάτεργο, τις άλλες βόσκοντας τις κατσίκες και τραγουδώντας τον Εθνικό Ύμνο να πάρω κουράγιο και να πολεμήσω την κατακτήτρια φτώχια, που μ’ είχε ρίξει πεινασμένο σε Άουσβιτς, με ρούχο σχισμένο και τρύπιο παπούτσι. 

Τρίτη 7 Ιουλίου 2015

Ρήνη

ΧΡΟΝΟΓΡΑΦΗΜΑ
Του Παναγιώτη Αντωνόπουλου 
                 Μας ήρθε μια μέρα λευκή, αμόλυντη, μοσχομυρούσα σαν  ανοιξιάτικη λεβάντα. Άναψε πελώριος ο ήλιος, ο κόσμος έτρεξε σμήνη να τον απολαύσει κάτω από τις τέντες της πλατείας. Ταίριαξαν κουβέντα και καφέ, μεταμορφώθηκαν οι ξύλινες κυρίες, έγιναν σούπερ σταρ, οι άντρες στο δεύτερο ούζο κατέβαζαν γαμοσταυρούς στα πολιτικά φακλάνια.
                 Το ζευγαράκι έκανε δυο τρεις βόλτες, στάθηκε μπροστά από το Ηρώο, έφτυσε τις φλούδες από τα ξηροκάρπια και κάθισε στο παγκάκι.  Η νεαρά φρέσκαρε με το μέικ απ το κόκκινο των χειλιών της, έβαλε το ‘να πόδι πάνω στ’ άλλο, το μαύρο στριγκάκι που φάνηκε έγραψε: << έλα να δεις >>, τα τραπέζια κουνήθηκαν, τα μάτια σούζα προσγειώθηκαν στην αυλή του σπιτιού της ηδονής. 
                 Ο νεαρός ασυγκράτητος, επαναστάτης, έβαλε το χέρι του ανάμεσα στους δυο μηρούς και το οδηγούσε ψηλά τροπαιούχος. Εκείνη έγειρε πίσω. στο αμόρε της να αποδώσει παν το οφειλόμενο.

Τετάρτη 24 Ιουνίου 2015

Ο μαύρος καλόγερος

ΧΡΟΝΟΓΡΑΦΗΜΑ
Του Παναγιώτη  Αντωνόπουλου 
         Μοσχοβολούσε ο κήπος μου γαρύφαλλο και δυόσμο, η γύρη έσμιγε με το ενεργειακό πεδίο των ωαρίων, οι φυλλωσιές θρόιζαν περνώντας μέσα τους ο ήρεμος Ζέφυρος. Η ζεστή μέρα με ύπνωνε, την ελεημοσύνη της ζητούσα να  με ‘βρει το βράδυ, αναμάρτητο, οικοδομώντας το είναι μου μακριά από το μοιχεύσεις, το φονεύσεις και το κλέψεις. Ονειρευόμουν τα παλιά, τη μασταρού Ευρώπη που μας βρίζει ραγιάδες, το πρόστυχο  << Γκρέξιτ >> που έχει κολλήσει στη σάρκα μου, τη γυμνή πατρίδα που τρώει τις σάρκες της, τον κάθε πίθηκο της τρόικας που μας πουλάει νερώνεια ψυχική βλάβη. Κοιτούσα τη σόλα μου την κολλημένη με UHU, το πορτοφόλι μου που σάπιζε άδειο, το ψίχουλο που μασούλιζε η ασήκωτη φτώχεια μου. ΄

Απατεώνισσα καφετζού ευημερία

ΧΡΟΝΟΓΡΑΦΗΜΑ
Του Παναγιώτη Αντωνόπουλου 
           Άλλο ένα καλοκαιράκι μας έπιασε απ’ το χέρι και μας  πάει στράτα – στρατούλα, πάλι ένας τρυφερός πουνέντες αιωρείται στην ψυχή μας και διώχνει τους δραγάτες που της τσιμπούν τις ρόγες απ’ το σταφύλι της. Αποβάλλει το χτικιάρικο χρώμα από τα μάτια μας και το χλωμό της φθοράς των ΜΜΕ και μας ζωγραφίζει ένα δειλινό με κόκκινες φουγγαρίες στη ράχη του Ιόνιου.
          Κι ενώ σκεφτόμαστε το θάνατο τούτης της Μέδουσας κοινωνίας, και, ψιθυρίζουμε το << τετέλεσται >> μια ηρωική ανάμνηση μέσα μας αχνίζει και μας ντύνει με το νόημα της αντίστασης. Και πίσω γυρνάμε στης νεότητάς μας τη θυρίδα  να ξεσκονίσουμε κάτι από κείνα τα καλοκαίρια που έχει κρυφτεί  σαν το λαγό στην τσουπωτή αφάνα. 
           Οι κοντινοί στη θάλασσα γέμιζαν κιόλας λέπια άμα τη ενάρξει τους, ονειρεύονταν τρικούβερτα μπάρκα, περπατούσαν κι έκαναν πως τσαλαβουτούσαν σαν δέλφινες στα νερά. Οι καμπίσιοι φαντάζονταν νυχτερινούς υπνάκους δίπλα σε σγουρούς βασιλικούς, οι βουνήσιοι να παίζουν φλογέρα στις πλαγιές με τις πέρδικες.   

Δευτέρα 22 Ιουνίου 2015

Ο γερο ποντικός

ΧΡΟΝΟΓΡΑΦΗΜΑ
Του Παναγιώτη Αντωνόπουλου 
              Μελαψός, χωμένος στη σκόνη, καθισμένος στους σκουριασμένους σωλήνες, έπινε τη μπύρα του, δείχνοντας λευκά δοντάκια σμέρνας. Μπάσταρδος και αποσπόρι της πατρίδας του ήρθε εδώ στην αειπάρθενο δική μας, να πάψει να αναδύει αναλλαγίλα, να ντυθεί μ’ ένα τριμμένο κοντοπόλκι και ν’ ακούσει  το χόχλο του χυλού στην κατσαρόλα του.
              Φορούσε παλιό σχισμένο ψαθάκι, παντελόνι τζιν λασπωμένο, παπούτσια με σόλες ξεχαρβαλωμένες, ζώστρα συγκολλημένη με κόμπους χοντρούς. Είχε το μούτρο του ρυτιδωμένο, το μάτι του θολό, το αίμα  στραγγισμένο στις αρτηρίες, το μέσα του άδειο και το  σπλάχνο του άγριο, κυκλωπικό. Στον απάγκιο καθισμένος, μόνος κι έρημος, μιλούσε με τους κούνουπες, γελούσε με τους μπούρμπουνες, μετρούσε τους κολλημένους σάλιαγκους στα ξύλα και στα πλαστικά. Έριχνε και κάπου - κάπου  βλαστημίδι δυνατό, κοιτώντας κατά την Αφρική, το σύνορο της πατρίδας του φανταζόταν φραγμένο από φαλτσέτες και νεκρούς.

Πέμπτη 4 Ιουνίου 2015

Kουβαρνταλίκια

ΧΡΟΝΟΓΡΑΦΗΜΑ
Του Παναγιώτη Αντωνόπουλου
Η χώρα στραγγίζει, αφυδατώνεται, με ταραγμένη φωνή κλαψουρίζει, έλεος. Ανάλγητοι τοκογλύφοι της παίρνουν και το τελευταίο σέντσι απ’ την μεσοτσέπη, αυτονυκτί ετοιμάζονται  στον Καιάδα της χρεοκοπίας να τη σπρώξουν. 
              Τα μνημόνια σκούρυναν, το χρήμα σκληρό, γερμανικό αιχμηρό δε στέκεται στα παντελόνια μας, γλιστράει από κάθε κασέλα, στα πορτοφόλια που φυλάγεται εξατμίζεται στο πι και φι. Μετά την επίπλαστη ευμάρεια η εποχή έγινε στέρφα, θυμίζει την αυτάδελφο της δεκαετίας του πενήντα.  Μόνο που τότε η εμμονικώς και αόκνως υφαίνουσα πλεκτάνες, φίλη Αμερικάνα πολιτεία, μας τάιζε για να μας ψαχουλεύει μετά το πάτριο έδαφος.  Δείχνοντας το κουβαρνταλίκι της φυλής της, έστησε τα συσσίτια να χορτάσει τον πεινασμένο Έλληνα. 
               

Παρασκευή 29 Μαΐου 2015

Τίγκα στο σκουπίδι

ΧΡΟΝΟΓΡΑΦΗΜΑ
Του Παναγιώτη Αντωνόπουλου 
                Άνω θρώσκω, ίσον άνθρωπος κατά το έτυμον.  Άρα έχω μυαλό, ξεχωρίζω την πέτρα από το μέταλλο, τη φωτιά από τη στάχτη,, τα καλό από το κακό, το σκουπίδι στο πιάτο από το εκλεκτό κυνήγι. 
                 Και δε θέλω να πιάνομαι κορόιδο από τη δημοτική αρχή, να μου γεμίζει  τίγκα στο σκουπίδι τη λιακάδα μου, το σεληνόφως μου, το πεζοδρόμιο και την αυλή μου.  Είναι άκρως επαχθές να βλέπω τον κάδο στη γειτονιά μου, φορτωμένο σκουπίδι, να νιώθω ζωντόβολο, να αναπνέω τη μπόχα και να εκβάλω το περιεχόμενο του στομάχου μου. Πικρόχολος ύστερα να κατεβάζω γαμοσταυρούς και να εξακοντίζω οικείες ύβρεις στα λατρεμένα τέκνα της καθαριότητας. 
                 Οι κάδοι τρώνε με βουλιμία, είναι αναίσθητες κοιλιές, επιρρεπείς να βαραίνουν και όχι να ξαλαφρώνουν. Το πλεόνασμά τους το ξερνάνε,  ένα ερεθισμένο απευθυσμένο σαν του γαϊδάρου φτιάχνουν και το αποβάλουν. Και πάνω στο σωρό του πετάς εσύ ο γκιαούρης τις σκουπιδαρούδες σακούλες σου, ο γείτονας τα γατοκέφαλα, ο περαστικός το άδειο κουτί της μπύρας. 

Πέμπτη 14 Μαΐου 2015

Ιμπεριαλισμός θανάτου

ΧΡΟΝΟΓΡΑΦΗΜΑ
Του Παναγιώτη  Αντωνόπουλου
                 Κουτσαμένη στρουθοκαμηλίτσα Ευρωπαϊκή Ένωση. Μας έπνιξες στο κροκοδείλιο δάκρυ για τους χιλιάδες αδικοχαμένους συνανθρώπους μας  στη Μεσόγειο του καρχαρία, της μπίζνας και του αμαρτωλού κότερου. Κι αντί να στείλεις ένα κομπόδεμα eυρώ να φτιάξουν τους δρόμους τους, τους στήνεις πολεμικό σκηνικό να ξεχάσουν τα μακροβούτια τους με πλώρη τη  γηραιά Ήπειρο της λωποδυσίας. 
                Πού να βρούνε περισσευούμενα σέντσια να μείνουν στην αιμορραγούσα πατρίδα τους. Εργοστάσια δεν έχουν να κάνουν μεροδούλι, νοσοκομεία να γιατρευτούν, σχολεία να γίνουν ευγενέστατοι, να διδαχτούν τον ακαταλαβίστικο ρόλο της εξουσίας. Το θαμμένο τους πλούτο τους τον πήρες, τους άφησες ένα τέλμα λάσπης να πνίγονται, ένα μυαλό τους έφτιαξες από όγκο άρρωστης  δεισιδαιμονίας. Υπνωτισμένοι έτσι λανσάρουν το μαύρο χρώμα τους, την πλήρη κατάρρευσή τους με την ψυχαναγκαστική εξάρτησή τους από τις μύγες, τον πρωτογονισμό τους να κυλιούνται στη σκόνη, την εξαθλίωσή τους να γλείφουν το κόκαλο που απομένει από τους όνυχες του λέοντα.  

Τρίτη 5 Μαΐου 2015

Μέσα Μαζικής Εξόντωσης

ΧΡΟΝΟΓΡΑΦΗΜΑ
Του Παναγιώτη  Αντωνόπουλου
        Εδώ στην επαρχία δεν υπάρχει πολιτισμός. Ο καθένας μας βάζει στην πισωτσέπη του το πακέτο με τα τσιγάρα, φοράει το τριμμένο κοντοπόλκι, αρπάζει το μαχαίρι απ’ την κουζίνα και  κόβει δρόμο για τις αναβόλες να μαζέψει χόρτο, να τραφεί. Αυτό είναι και η διασκέδασή του. Είναι να φρίξεις πως ζούμε, είναι να φρίξεις με τους μικρονοϊκούς αναμορφωτές των τηλεοπτικών μέσων που από το μέγα έλεός τους περιμένουμε τον καθαρμό του ρύπου της ψυχής  μας. << Ποτήριον σωτηρίας λήψετε >>  μας ψέλνουν με το πρώτο κοκοράκι, ό,τι πνευματικό σκουπίδι βαστούν στον απορριμματοφόρο κάδο τους μας το σερβίρουν, επιμελώς φροντίζοντες να το πουλάνε με τη βίτσα στο χέρι.
        Έτσι με το καλημέρα, ντύνονται οι κυρίες το βυσσινί τους ταγεράκι, οι κύριοι το made in Italy κουστουμάκι  και μασκαρεμένοι με μπογιές και κρέμες, αρχίζουν το λακριντί. Μου… μου… μου… φθογγίζουν και προβάλλουν.

Τρίτη 28 Απριλίου 2015

Βρυξέλλες

ΧΡΟΝΟΓΡΑΦΗΜΑ 
Του Παναγιώτη Αντωνόπουλου  
 Μ’ αυτούς τους λύκους στις Βρυξέλλες η πατρίδα. Μ’ αυτούς και με την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα. Ποιος ξέρει σε ποιον ανήκει. 
              Κοσμοπολιτεία για  σύγχρονους Νέρωνες, κυνηγούς της σάρκας και του χρήματος. Με χρυσοχοϊα, κέντρα διασκέδασης, οίκους ανοχής, τράπεζες με θυρίδες έκνομες πόρνες λυσσασμένες για όργια ερωτικά. Έδρα της Ευρωπαϊκής Ένωσης και των πιράνχας οργάνων της. 
              Γολγοθάς για τους γκιαούρηδες που γονατιστοί νιαουρίζουν σαν πεινασμένοι γάτοι, το άδειο στομάχι τους να χορτάσουν. Το τριμμένο κοντοπόλκι τους ν’ αλλάξουν, το ρουφηγμένο απ’ την αρρώστια κορμί τους μ’ ένα γενόσημο χάπι, σπίθα ζωής να του δώσουν.  
              Πρωτεύουσα ερίτιμος του Βελγίου, κρατιδίου μια μπουκιά, φτιαχτού, μια offshore για την Ευρώπη. Που έκανε αποικία του το Κονγκό με εβδομήντα εκατομμύρια κατοίκους και πλούτισε ανεμπόδιστα. Ο βασιλιάς  του Λεοπόλδος Β΄  έκανε το Κονγκό τσιφλίκι του, προσωπική του περιουσία και το κράτησε με τη θηλιά στο λαιμό είκοσι τρία χρόνια. Φονιάς σαν τον Χίτλερ σκότωσε οκτώ εκατομμύρια Κονγκολέζους, φυλάκισε χιλιάδες, τους αντιφρονούντες τους κρέμαγε, στέλνοντας τους μπράβους του να τους σπάζουν τις κνήμες  με σιδερόβεργες.  Έστηνε πυραμίδες από νεκροκεφαλές στους δρόμους, τρομοκρατούσε τους ιθαγενείς, κάθε νηστικό που δεν ήταν του γούστου του τον πέταγε στις αφαλαρίδες και τα αρκουδόβατα. 

Δευτέρα 20 Απριλίου 2015

Ποτηράκια και παρέα

ΧΡΟΝΟΓΡΑΦΗΜΑ
Του Παναγιώτη Αντωνόπουλου 
             Ο φίλος εράσμιος και σοφός, με λόγο που άγγιζε τις ουράνιες αψίδες, με την αφήγηση γάργαρη σαν το νερό στον ρύακα, στο πρώτο ποτήρι έπιασε την κουβέντα. Τον άκουγα ευσεβώς να γυμνώνει μιας παλιάς εποχής τα κρυμμένα, ιστορίες με δαφνόφυλλα και θυμάρι του βουνού ντυμένες να φανερώνει.
              Η γλώσσα του ροδάνι, στο ένα ποτήρι μετά το άλλο, το κάλλος της κουβέντας μας να αναμορφώνει. Έλεγε, έλεγε και συγχορεύανε μέσα μας τα παρελθόντα με τα παρόντα, οι μακρινοί πόθοι ΄έρχονταν εγγύς, αδελφωμένες οι νίκες μας με δόξες παλιές μας στόλιζαν.  <<… Και κείνος ο γάτος τι άμωμος, θυμάσαι, πως έξυσε τα πόδια της καθηγήτριας των οικοκυρικών και βγήκε από την αίθουσα φαιδρώς πανηγυρίζων, την τρίχα ανορθωμένη, τα νιάου του και το δαιμόνιο βλέμμα του! Είμαστε νέοι τότε που το κάναμε, αμάραντοι, Μπακούνηδες, της επανάστασης γιοι. Μαθητές Λυκείου με μοχλούς τη νιότη, το θράσος και τη μαγκιά. Ας το κάνουν και σήμερα οι νεολαίοι έτσι μαδημένοι σαν γυμνολαίμηκα κοκόρια! >>

Δευτέρα 13 Απριλίου 2015

Γολγοθάς

ΧΡΟΝΟΓΡΑΦΗΜΑ 
Του Παναγιώτη Αντωνόπουλου 
            Την πολυάμαρτη ψυχή μου είπα να αποκαθάρω όχι στο ναό του παντοκράτορα αλλά σε μέρη που οι συνάνθρωποί μας φορούν σχισμένο χιτώνα, το άχραντό τους σώμα λιώνει από την αρρώστια, τρώνε το τρίμμα που τους δίνει ο γείτονας και πίνουν το αίμα τους σταγόνα - σταγόνα για να ζήσουν. 
            Ό ένας κατάκοιτος, βουλόμενος και σκεπτόμενος αλλά ανήμπορος. Η αρρώστια του ανίατη, βρέχεται και λερώνεται πάνω του, το χάρο παρακαλεί να τον πάρει στον κήπο των ασφοδελών και κλαίει. Μέσα στο γερασμένο σώμα  η ψυχή του άθλια και θλιβερή, πίσω της η φριχτή γραμμούλα της μικραίνει, μπροστά της ο Γολγοθάς ορθώνεται ώσπου να σβήσει το κερί. 
              Στο σπίτι δίπλα από την πόρτα μου, χρόνους πολλούς ένας κρυμμένος δαίμονας κρατάει μια αιωνόβια στη ζωή, ριγμένη στο σκοτάδι. Έχει γίνει χούφταλο, με τα μάτια κόκκινα, το κεφάλι  βαρύ, την γκρίνια σαν τους εκατόγχειρες να την πνίγει, το σώμα της ένα φουσκωτό έτοιμο να σκάσει για να λυτρωθεί. Όλη μέρα ψάλλει την επωδό: << ω! κακό που με βρήκε μεγάλο! >> κι ο θρήνος χαρακιές της κόβει τα στήθια.

Δευτέρα 30 Μαρτίου 2015

ΧΡΟΝΟΓΡΑΦΗΜΑ:Πανόραμα

Του Παναγιώτη Αντωνόπουλου  
              Καλορίζικο το νεογέννητο στέκι στην πάνω πόλη της Αρκαδιάς και να μας ζήσει χρόνια πολλά. Τ’ όνομά του Πανόραμα με μια απαλοσύνη χαδιού στο χώρο του, μια παραδοσιακή  εκφραστική τέχνη στη διακόσμησή του κι ένα φως που σμίγει από το Ιόνιο και το Ψυχρό σαν αχνός από χρυσάφι.
              Ιδιοκτήτες του ο Κώστας και η Χαρά, τρυφεράδες άφραστης και πάναγνης νιότης και οι δυο, όμορφοι και ωραίοι, πάνω στα ντουζένια τους, σε δέχονται με μύριους κυματισμούς στα χείλη τους και ταχύνουν το βήμα τους να σου φέρουν το ουζάκι.
                Το δώμα του ευάερο, ευήλιο, μαγευτικό, ένας  μικρός θίασος από μύθους, θρύλους και ανάερες νεράιδες της όμορφης πόλης.  Οι τοίχοι στολισμένοι με κάδρα, η σάλα με χειροποίητα τραπέζια, οι ξύλινοι πάγκοι σκεπασμένοι με λαϊκές κουρελούδες του αργαλειού. Ο Απόλλων και η Δάφνη πάνω από την είσοδο, η  Κυπαρισσία Αθηνά στην ανατολή, ο Όμηρος ο τυφλός τραγουδιστής του  αρχαίου Κυπαρισσήεντα στη θέση με τους  ποιητές.

Τετάρτη 25 Μαρτίου 2015

Ελλάς Ελλήνων Χριστιανών

ΔΙΗΓΗΜΑ
Του Παναγιώτη Αντωνόπουλου 
                         Τούτο το ζεστό και άχρωμο καλοκαίρι που μας ήρθε φέτος, έβγαλε αληθινές τις προφητείες του Καζαμία, που ‘γραφε: << Ο καιρός καλοκαιρινός με μεγάλη άνοδο της θερμοκρασίας και ο Θεός να βάλει το χέρι του για τα παραπέρα. Και να σκεφτείτε πως είμαστε ακόμη στο θεριστή με το φωτεινό δίσκο στην αγκαλιά του Καρκίνου. Έτσι σαν θα φτάσει στην αγκαλιά του Ιουλιανού Λέοντα που ‘ναι και πιο καυτή, φανταστείτε τι έχει να γίνει! >>
              Τούτο λοιπόν το καυτό καλοκαίρι που << Ο Αϊ - Λιας του θα παράκοβε σταφύλια και η Αγία Μαρίνα του σύκα >> του ‘ρθαν τα πάνω κάτω του Παντελή.
              Αν και καιρό τώρα είχε πιει το ζουμί του λησμονοβότανου και είχε σταματήσει να μαζεύει καβούρια και να τα πουλάει για να βγάλει τον άρτο τον επιούσιο, φέτος όμως τα ξαναθυμήθηκε όταν το ιχθυοπωλείο που δούλευε τον   απόλυσε  βάσει του προγράμματος << εξυγίανσης της επιχείρησης >>. 
               Άφραγκος, το αποφάσισε  να πλατσουρίσει στο ποτάμι και να μαζέψει  καβούρια που ‘χαν πληθύνει με τις πολλές γέννες. Έτσι όσες φορές γέμιζε το σακί του, κατέβαινε στην πολιτεία και τα πουλούσε στον έμπορα Μακαλέτσο, ένα κτήνος και παλιάνθρωπο. Η περιοχή τον έτρεμε, τραβούσε όπλο με το παραμικρό, δε δίσταζε  να σκορπάει τον τρόμο και τη βία.

Τρίτη 24 Μαρτίου 2015

ΧΡΟΝΟΓΡΑΦΗΜΑ: Άφραγκος

Του Παναγιώτη Αντωνόπουλου 
      << Των νησιών ο βουλευτής, της πατρίδας δουλευτής, της κοιλιάς του βολευτής, των ναζήδων συνεργός, των Ελλήνων κυνηγός   και  στον πόλεμο λαγός >> μ’ έκανε άφραγκο. Μαζί με το ευρωπαϊκό γκουβέρνο  Σούλτς, Ράιχειμπαν και λοιπούς νταβατζήδες της Ελλάδας, μ’ αφήνουν ταπί από   τις  είκοσι  του  μήνα.   Μέχρι  τις  τριάντα  που  ο  ερίτιμος  << Γιάνης >> υπουργός των οικονομικών θα δώσει εντολή να μου βάλλουν τη σύνταξη στο λογαριασμό μου, ξεμένω, δεν έχω μία, η θηλιά της σκύλας λιτότητας μου σφίγγει το λαιμό και τα σάλια μου τρέχουν κοιτώντας από το φράχτη τον κόκορα του γείτονα. 
               Το ψυγείο μου είναι άδειο, το γάλα δε χαμογελά, το κρέας αέρας, τα φασόλια, τα μακαρόνια, η πίγουλη μέγιστοι σκασιάρχες, δε λένε να επιστρέψουν στα ντουλάπια από τις αποθήκες που κρύβονται.

Σάββατο 21 Μαρτίου 2015

Περί ποίησης

Του Παν. Αντωνόπουλου
           Το κυοφορηθέν κείμενο ήρθε στο φως της δημοσιότητας ύστερα από την εισβολή περισπούδαστων λογίων θεωρητικών στην τέχνη της ποίησης με άρθρα τους στον τύπο.  
            Αν και περιορισμένος να γεύομαι τους γόνιμους ρυθμούς του στίχου λόγω ένδειας να προμηθεύομαι ποιητικές συλλογές, έχω μυηθεί  στην αναλαμπή της μαγείας του και ίσως είμαι από τους τυχερούς  << εστέτ >> της χαμηλής τάξης που τρέφομαι  με κοινοβιακά πνευματικά συσσίτια, χάρη σε φίλους και εκρήγνυμαι από το συμπιεσμένο πάθος τους. 
            Έτσι  μπορώ να εκμαιεύσω λόγο ακόσμητο και ταπεινό και να πω πως στη θορυβώδη σημερινή κορεσμένη στιχοπλοκή, τα ποιήματα που τα ορίζει  η ποίηση γραμμένα από << μια γλώσσα μέσα στη γλώσσα >>  ξεχωρίζουν με νησίδες στον ωκεανό. Τα υπόλοιπα είναι φλύαρες οικειώσεις από ομιχλώδες προτάσεις, αποφλοιωμένες  από τη θεία μανία ή τη συνειδητή δουλειά του ποιητή. 

Δευτέρα 16 Μαρτίου 2015

Ο γκρας

ΧΡΟΝΟΓΡΑΦΗΜΑ
Του Παναγιώτη Αντωνόπουλου 
             Ο πάππος μου είδε το φύτρο του να μεγαλώνει και να αυξάνει στο χωριό. Στεγάστηκε, ίσιωσε λίγο χερσότοπο να ‘χει εισόδημα και ροκανισμένος από τη φτώχεια, ζούσε κυνηγημένος από τη χουγιαγμένη του ζωή.  Οι εχθροί του οι γέρακες του άδειαζαν το κοτέτσι με τις κότες, αλεπούδες και νυφίτσες κατέβαιναν από το ρεικότοπο και  τις ξεπουπούλιαζαν. Για να μην μένει με σταυρωμένα χέρια να κοιτά, αγόρασε ένα γκρα και  σκότωνε αβέρτα.
             Όταν συχωρέθηκε, ο γκρας έμεινε στο γεννήτορα. Το ίδιο κι εκείνος, θαμμένος στην πέτρα και το γαϊδουράγκαθο, άρχισε να ξελογγώνει τις αναβόλες για να τις κάνει γη για να ζήσει. Ο γκρας ξανάπιασε δουλειά γιατί δεν άντεχε να τρώει ο ίδιος παπαριασμένο ψωμί και οι γέρακες να έχουν πέσει στο ψητό και να καλοπερνάνε ξεκοιλιάζοντας ακόμη και τις κλώσες. Βούτηξε το γκρα, τους τράβηξε μερικά σμπάρα, ο τόπος καθάρισε, γλίτωσε το βιός του κι έγινε βολευτής και αφέντης της κοιλιάς του.   
            Τώρα κληρονομικώ δικαιώματι ο γκρας έμεινε σε μένα. Μακρύκαννος  παίρνει φυσίγγιο και το λαλάει καλύτερα και από καραμπίνα. Έχει κοντάκι σε χρώμα καρυδί, καλοδουλεμένο με ζωγραφιστές μικρές γλωσσίτσες φωτιάς.

Δευτέρα 9 Μαρτίου 2015

Ο 13ος μισθός

ΧΡΟΝΟΓΡΑΦΗΜΑ
Του Παναγιώτη Αντωνόπουλου
              Τρεις ήταν όλοι κι όλοι και μας έγδυσαν. Ο Γιωργάκης ο καμωμένος από λάσπη ο ένας, ο Σα (χλα)μαράς, χέστης Μυρμηδόνας ο δεύτερος, και ο παιδοβούβαλος συναρμολογημένος εκ λίπους να πατάει το φτωχολόι ο τρίτος. Και οι τρεις τους, ψευτοδημοκρατικά υβρίδια των τραπεζών, ταγμένοι  στα συμφέροντα των ολίγων, γλυφτάδες και κοψομέσηδες της  << νέας Θάτσερ >> της ηπείρου μας, Άνγκελας Μέρκελ. 
               Μεταμοντέρνοι  homo economicus, υποαπασχολούμενους, άνεργους, άστεγους και πεινασμένους τους έβλεπαν σαν μυρμήγκια, κάτω να τους λειώσουν με τη φτέρνα όπου τους συναντούσαν τους πατούσαν. Έτσι λεύτεροι πια, από πλέμπα, όχλο και βρωμίλους, το ηγεμονικό  τους όνειρο να κατοικήσουν στο Μαξίμου, έστω και ασθμαίνοντας το πέτυχαν.
               Ζώντες εκεί γερμανοντυμένοι, ευπατρίδες του ψεύδους και ανεδρόσιστοι σαν ψωρίλες γερασμένοι, ξέχασαν το λαό, τον κρέμασαν στο τσιγκέλι της τραπεζικής Γκεστάμπο, το ‘να χαράτσι πίσω απ’ τ’ άλλο ψήφιζαν, να τσιμπά το ψίχουλο τον διέταζαν, οίνο ξινίτη να πίνει τον ανάγκαζαν.