Τρίτη 8 Δεκεμβρίου 2015

Το λιτρουβειό

ΧΡΟΝΟΓΡΑΦΗΜΑ
Του Παναγιώτη Αντωνόπουλου 
           Περνούν οι καιροί και σκέφτομαι τα περασμένα. Τότε που τσέπωσα το διοριστήριο και σκαπέτησα πέντε ώρες ποδαράτο στην κορφή του βουνού να βγάλω το μεροκάματο. Το χωριό άγριο, γεμάτο βοωδή δικέρατα, χίτισσες αφαλαρίδες και άφραγκους σκαφτιάδες που φορούσαν  το ίδιο τρύπιο παπούτσι και το μπαλωμένο παντελόνι όλο το χρόνο. 
             Πριν φτάσω βρήκα το χείμαρρο φουσκωμένο, τα πέριξ κρυμμένα στην ομίχλη και στην αφάνα, τ’ όνομά μου  σκαλισμένο σ’ ένα  βράχο να διαδηλώνει και να μου φωνάζει να γυρίσω πίσω. Ρίχτηκα στο νερό, το νερό μέχρι το στήθος, την ψυχή μου έκανα σημαία και βγήκα απέναντι. Γλιτωμένος μπήκα στο χωριό, η ανάσα μου συνήλθε, στο σπίτι ύστερα του πρόεδρου έστεκα καλά. μπορούσα να μιλήσω και να δοκιμάσω τας σώας φρένας μου, απαγγέλλοντας : << Προστάτιν σε της ζωής επίσταμαι και  φρουράν ασφαλεστάτην, Παρθένε… >>  

Τετάρτη 2 Δεκεμβρίου 2015

Ξύλο

ΧΡΟΝΟΓΡΑΦΗΜΑ
Του Παναγιώτη Αντωνόπουλου 
                 Μαύροι καιροί, συννεφιές, ξύλο και αφραγκίες. Χτικιάζει η ζωή, χαμωσέρνεται, στο ψωμί της αλείφει έμπυο σάλιο, μαραμένη ελπίδα και όνειρα ξεφτιλισμένα μιας χάσκουσας και σάπιας πολιτικής, που τρέφεται με το σβησμένο γέλιο μας.
                 Και οι φουκαράδες οι Έλληνες, οι ραγιάδες, οι πεινασμένοι, τρέχουνε στο Σύνταγμα, δείχνουν το άδειο τσουκάλι τους στους  τριακόσιους χορτασμένους, με ψίχουλα παρακαλάνε να τους το γεμίσουν, από νηστικοί χορτάτοι να γίνουν. 
                  Κι εκείνοι τους ρίχνουν ξύλο, τους τουλουμιάζουν, τους χορταίνουν χαστούκια και κλοτσιές, ό,τι γκλόπς βγαίνει από τις αποθήκες της  αστυνομίας πάνω τους το σπάνε. 
                  Δε βγαίνει τίποτα, γυρίζουν μ’ άδεια χέρια, οι  χιτλερίσκοι της βουλής, ανένδοτοι, τους τάζουν πάλι λιτότητα, τους απειλούν από τα κανάλια, τους φοβερίζουν, άλλο ένα ντου στο κάστρο τους να κάνουν και θα τους χάψουν και την ουρά  και το βόδι.

Τρίτη 24 Νοεμβρίου 2015

Ηλιοβασίλεμα στην Αρκαδιά

ΧΡΟΝΟΓΡΑΦΗΜΑ
Του Παναγιώτη  Αντωνόπουλου 
           Χείλη ρόδινα της θάλασσας μπροστά μας, σ’ του πελάγου τη φλόγα το κύμα χαϊδεύοντας τη βάρκα να παφλάζει. Ομορφιά πολλή και παντού φιλιά που νοστιμίζουν το στόμα. Καθισμένοι με την Εύα μου στο << Πανόραμα >>     ρουφώντας τον καφέ μας, τον άνεμο ειρηνεύαμε που ‘ρχόταν απ’ το νησί του Σολωμού, ν’ ακούσουμε τους στίχους του. 
           Στον κόλπο Ωκεανίδες γυμνές, στη δύση ένα Ύψιστος ήλιος Πικάσο να σκορπίζει χρυσόσκονη στη ράχη της θάλασσας, στις στέγες και στα καλντερίμια.  Στο Ιόνιο ούτε ένα σύννεφο, άσπροι χιονάτοι γλάροι και φως μενεξελί πέρα ως πέρα. Δεξιά μας η Αγία Τριάδα έφεγγε ανέφελη, ο ήχος της καμπάνας της σήμαινε εσπερινό, τα νυχτοπούλια άφηναν τις φωλιές τους, ο αέρας κορεσμένος άρωμα και υγρασία βουνού, φυλλομετρούσε χαϊδεύοντας τα ρόδα του ορίζοντα. 

Πέμπτη 19 Νοεμβρίου 2015

Ένας γύπας πάνω από την πόλη

ΔΙΗΓΗΜΑ ΤΡΟΜΟΥ ΚΑΙ ΦΑΝΤΑΣΙΑΣ
Του Παναγιώτη  Αντωνόπουλου
Εφτά μέρες τώρα ένας μονόφθαλμος γύπας καθόταν στο μεγάλο ρολόι της πόλης κι έκλαιγε. Σαν κουραζόταν και σταματούσε, χτυπούσε με οργή το ράμφος του στους δείχτες, πλατάγιζε με θόρυβο κι επιθετικότητα τα φτερά του κι έκρωζε ηχηρά σαν δαιμονισμένος. 
Στην αρχή όλοι νόμισαν πως ο παράξενος αυτός επισκέπτης βρέθηκε τυχαία εκεί, αλλά σαν η παρουσία του μέρα με τη μέρα γινόταν ανυπόφορη, οι φόβοι για την ασυνήθιστη συμπεριφορά του μεγάλωσαν και χίλιες  κακές σκέψεις γεννήθηκαν στα μυαλά τους.
Έτσι  άλλοι μίλησαν για << γρουσουζιά >> που θα ξεσπούσε με  το    χειρότερο  τρόπο   στην    πόλη   κι  άλλοι   για  <<  μήνυμα  διαμαρτυρίας >>  που έστελναν  τα πουλιά στον άνθρωπο για την αλόγιστη καταστροφή που κάνει στο περιβάλλον τους.
Γι’ αυτό κι έδειχνε την αναπηρία του, που δυστυχώς ελάχιστοι την πρόσεξαν, μεταξύ των οποίων και η δήμαρχος της πόλης, που όλη μέρα άκουγε το θρήνο του πουλιού κι έβλεπε τα παραμορφωμένα μέλη του κάθε πρωί, σαν έπιανε δουλειά, στο γραφείο της. 

Δευτέρα 16 Νοεμβρίου 2015

Μπατιράκια

ΧΡΟΝΟΓΡΑΦΗΜΑ
Του Παναγιώτη Αντωνόπουλου
         Υποφέρει η ψυχή σου να βλέπεις το φίλο σου με ολοτρύπιο μπουφάν, να τον ακούς να σου λέει πως η κουρούπα του είναι άδεια, πως τον έχει φάει η απλησιά γιατί η συμμορία των  λωποδυτικών συμφερόντων του ΄χει κόψει το ρεύμα και δεν έχει ζεστό νερό να ξεσκορτσαστεί. Πως τον τσιτώνουν τίλογα τα χρέη του, θηλιά του βάζουν στο λαιμό για να τον αναγκάσουν να μεγαλορρημονήσει, να κομπάσει και να βρίσει κάθε ποίσα και δείξα που τον κατάντησε έτσι. 
         Υποφέρεις να βλέπεις τον ξάδερφο με παντελόνι μπασμένο, μπαλωμένο στον πισινό και λιωμένο στα γόνατα, το συνομήλικο με σκούφο πληγωμένο, το γήσο του λερό, το χρώμα του ξεθωριασμένο.

Δευτέρα 9 Νοεμβρίου 2015

Πήραν τ’ αρνάκια μας

ΧΡΟΝΟΓΡΑΦΗΜΑ
Του Παναγιώτη Αντωνόπουλου 
         << Πήραν τ’ αρνάκια μας και τα κατσικάκια μας και το λάγνο αρνί, που ‘χε το χρυσό μαλλί, τ’  ασημένιο χαϊμαλί. Πήραν την καρδάρα μου που ‘πηζα το γάλα μου, πήραν τη φλογέρα μου μεσ’ από τα χέρια μου. και πάνε, πάνε, παν, άιντε μανούλα μ’ παν! >> 
               Και ζούνε στην ευμάρεια οι κηφήνες και οι αφεντοαγάδες, λιμώττει ο λαός,  νηστικός περπατάει με τρύπιο παπούτσι και μπαλωμένο σκουτί. 
                Έριξαν στο λάκκο  οι τουρκανάκατοι τις κοινωνικές κατακτήσεις και τα ιερά δικαιώματα του ελληνάκου και με βλάσφημη γλώσσα, τρώνε και πίνουν σε χλιδάτα εστιατόρια, ολημερίς λιμνάζουν στις καφετέριες, σε νυχτερινά κέντρα μεθάνε μαζί με τη διαφθορά, τον αμοραλισμό τους και την εξηλιθιωμένη μικρόνοιά τους.

Τρίτη 3 Νοεμβρίου 2015

Μεγαρόσημο

ΧΡΟΝΟΓΡΑΦΗΜΑ
Του Παναγιώτη Αντωνόπουλου
               Η κολπατζού πολιτική των αφεντάδων μ’ άφησε νηστικό χθες. Στη φιλολαϊκή της πολιτική, της προόδου και της υπέρβασης, μου πήρε από την τσέπη και το τελευταίο πεντάευρω και μου στέρησε τη μεσημεριάτικη μακαρονάδα, το συνοδευτικό κολοκύθι και τη συμμετοχή μου στο φάρμακο της πίεσης. 
                Ο δεινός καπιταλισμός, παντού έχει δράκαινες αγορές που σου πίνουν το αίμα. Έχεις δεν έχεις πρέπει να πληρώσεις. Έχεις δεν έχεις πρέπει ν’ αφήσεις στο ποτήρι τους το αίμα σου, να το ρουφήξουν. Ανήμπορος μετά πεσμένος στη γράνα, στο σφυρί να σου βγάλουν το νοικοκυριό και με τη σφραγίδα της τοκογλυφίας να στο βάλουν στο χέρι.

Δευτέρα 26 Οκτωβρίου 2015

Ο αντάρτης

ΧΡΟΝΟΓΡΑΦΗΜΑ
Του Παναγιώτη Αντωνόπουλου 
            Κάθε φορά που μυρίζω το άρωμα των χρυσανθέμων και ζυγώνει η επέτειος του  << ΟΧΙ >>  δεν μπορώ να μη θυμηθώ το συμμαθητή μου το Στρατή. Χλωμός, πετσί και κόκαλο, άπλυτος, αχτένιστος, καθόταν δίπλα μου ντυμένος το ίδιο ρούχο όλο το χρόνο, πάνω ένα λιωμένο γκρι πουλόβερ και κάτω ένα κοντό μπαλωμένο παντελόνι.
           Μυαλό κοφτερό και ζωγράφος καλός. Πριν αρχίσει το μάθημα, άνοιγε το πρόχειρο και κοιτούσε την πρώτη σελίδα. Είχε ζωγραφίσει έναν αντάρτη, έναν άνδρα ανεβασμένο στο βουνό, αρματωμένο με φυσεκλίκια κι από κάτω γραμμένο τον ανατριχιαστικό παιάνα: << Μάνα μου, γλυκιά Ελλάδα, ο αντάρτης του ΕΛΑΣ, θα  σ’ ανάψει τη λαμπάδα της τιμής, της λευτεριάς >>. 
           Όταν τον ρώτησα ποιος είναι, έδειξε να πληγώθηκε λες και τον πάτησε ναζιστική μπότα. Ύστερα σαν να τον αγκάλιασαν αρχάγγελοι φτερωτοί, μου ψιθύρισε:

Δευτέρα 19 Οκτωβρίου 2015

Οι κούνουπες

ΧΡΟΝΟΓΡΑΦΗΜΑ
Του Παναγιώτη Αντωνόπουλου
             Σε πίσω καιρούς το χρονογράφημα, αυλακωμένο από τις σχισματιές του χρόνου και γραμμένο στον απόηχο της θλιμμένης νότας του κότσυφα. 
              Προορισμός μου το χωριό, θαμμένο στο βουνό, στις πέτρες και το σαρκοφάγο βάτο. Το σχολείο ερείπιο, οι τοίχοι σωριασμένοι, τα κουφώματα ροκανισμένα από τους μπελέχαρους ποντικούς.  Κοιμόμουν στρωματσάδα στο χολ, πλενόμουν στο λασπονέρι της γούρνας, όρθιο με κρατούσε την ώρα του μαθήματος η μπουκιά από το πρόσφορο του παπα – Βαγγέλη. Η υγιεινή μου τριτοκοσμική, η αφόδευσή μου στα χαλάσματα, ορδές οι κούνουπες από το χαμούρι της τσοπαναριάς, ορμούσαν πάνω μου να μου πιουν το αίμα. 

Τετάρτη 14 Οκτωβρίου 2015

Σκόρτσα

ΧΡΟΝΟΓΡΑΦΗΜΑ
Του  Παναγιώτη Αντωνόπουλου 
        Επιστροφή στην γκρίζα Σαχάρα του ’53. Ο  Σεπτέμβρης μουσκίδι από τη βροχή, εγώ  μαθητής της Πρώτης, η καρδούλα μου σαϊτεμένη από το τρεχαλητό να προφτάσω τον αγιασμό, ο νους μου λαγουδάκι να τρέμει μπρος στο άχθος των σχολικών βιβλίων. 
         Το ‘ξερα πως δε θα κάλπαζα πια στις εξοχές, το Βουκεφάλα νου μου θα τον συμμάζευα και κείνα τα ζαχαρωμένα τραγουδάκια μου για το συνοφρυωμένο μουτράκι της γειτονοπούλας μου Ιζαμπώς θα σβήνονταν στη θλιβερή ερημιά. 
         Θα μάθαινα την αλφαβήτα και μ’ άρεσε. Ο ήχος της τουφεκιάς απ’ το λόγο του δάσκαλου θα με συνέτιζε, τη γιαγιά μου δε θα ξανάλεγα << ποντίκο >>, το θείο μου Νιόνιο << σπαγκοραμμένο Εβραίο >>.  Στο  διάλειμμα στα τρεχαλητά θα ‘παιζα μ’ όλα τα νηστικά της γειτονιάς, θα ξεμουτσούνιαζα τον Ψύχα το συνομήλικό μου γιατί ήθελε να τον λέμε μπάτσο, θα ‘πιανα το χέρι της λυσίκομης Ερατώς παίζοντας πεντόβολα, στη μελωμένη Γωγώ με το  ανταρτεμένο  βυζάκι θα ‘ριχνα το φως από το λύχνο των ματιών μου τις σκιαγμένες ρόγες του να φωτίσει.

Δευτέρα 28 Σεπτεμβρίου 2015

Συννεφιασμένες ψυχές

ΧΡΟΝΟΓΡΑΦΗΜΑ
Του Παναγιώτη Αντωνόπουλου 
           Από την αυλή μου, βλέπω έναν παμχάφτικο καπιταλισμό, έναν αιματορουφήχτη κερδεαλόφρων τοκογλύφο που εξοντώνει μαύρους εργάτες, λευκούς και μελαψούς, χωμένους στο δηλητηριασμένο κηπευτικό. Παιδιόθεν θαυμαστής της καλλιέργειας της γης, τη δούλευα για να αγοράσω το βιβλίο, με  το γράμμα να ξεστραβωθώ και να βλέπω που θα βάζω την υπογραφή μου.  Όμως η δουλειά δεν ήταν έτσι. Τούτοι οι νηστικοί  ξερνάνε και το γάλα της μάνας τους ακόμη να βάλουνε στην τσέπη τους το σέντσι, τα εμέσματα καταπίνουν του αφεντικού να στρώσουν το βράδυ στο τραπέζι, φτερούγες όρνιθας και ξερό ψωμί.

Σάββατο 26 Σεπτεμβρίου 2015

Τα κούμαρα

ΧΡΟΝΟΓΡΑΦΗΜΑ
Του Παναγιώτη Αντωνόπουλου
           Σε πίσω καιρούς, είχα διοριστεί σε χωριό θαμμένο στα βουνά, στις πέτρες και στα γαϊδουράγκαθα. Το σχολείο ερείπιο, οι τοίχοι του αυλακωμένοι από τις σχισματιές, τα κουφώματα σάπια, η οροφή Νιαγάρας να με μουσκεύει από ποδός μέχρι  κεφαλής.  
            Τις περισσότερες μέρες νηστικός, τις Κυριακές με τάιζε μια φετούλα πρόσφορο ο παπα- Γιώργης, στις μεγάλες γιορτές ο πρόεδρος μου ‘στελνε πεσκέσι σούπα την ουρά του προβάτου.   Όταν δεν είχα μάθημα έπιανα κοτσύφια με θηλιές, τον τσοπάνο βοηθούσα να βρει τα χαμένα κατσίκια στα πουρνάρια, στη στρούγκα μαζί του αρμέγαμε το κοπάδι όταν το γυρνούσε από τη βοσκή.

Τρίτη 22 Σεπτεμβρίου 2015

Φθινόπωρο

ΧΡΟΝΟΓΡΑΦΗΜΑ
Του Παναγιώτη Αντωνόπουλου  
          Μόνοι. Με τι καρδιά, με τι ψυχή να λησμονήσεις την αφράτη ξανθή που άφησε ζωγραφισμένες τις καμπύλες της στη μαγική αμμουδιά. Με τι νου που δε λέει να ξεκολλήσει από τους φίλους του καλοκαιριού να  πορευτείς για τον επερχόμενο χειμώνα. Πώς να  ονειρευτείς με τόσο χάος μέσα σου, με τη ζωή σου δοσμένη σε μια στρίγκλα ερημιά που σου μεταδίδει μεταγγισμένη κάθε στιγμή την ασθματική της αρρώστια.
          Με τι καρδιά να μαζέψεις το σκουπίδι που άφησαν οι έποικοι της πόλης. Δε φτάνει  το χλωμό χρώμα της φθοράς που σε βάφει το μουντό Φθινοπωράκι, πρέπει να σκύψεις να μπεις σε ρυθμό και κόκκινος κατακόκκινος του αιμάτου να ξεβρωμίσεις ότι αχνίζον ακάθαρτο  σκόρπισε το χτικιάρικο γονίδιο του Έλληνα στην πόρτα σου.

Δευτέρα 14 Σεπτεμβρίου 2015

Γουρουνία

ΧΡΟΝΟΓΡΑΦΗΜΑ
Του Παναγιώτη Αντωνόπουλου
             Στην εποχή μας, στην κεντρική Ευρώπη υπάρχει μια παράξενη χώρα, άγονη και αχαρτογράφητη. Στα βουνά της και τους βραχώδεις λόφους της, οι άνθρωποι έχουν τη μορφή γουρουνιού, εξ’ ου και τ’ όνομα της χώρας, Γουρουνία. Είναι άγριοι, τρώνε ρίζες, μιλούν μια βλάσφημη γλώσσα, έχουν ντύμα από αρκουδοτόμαρα και ζουν σε κουμάσια ο ένας πάνω στον άλλο σαν τα χοιρίδια. 
              Ανυπότακτοι, σκληροί και άκουροι, έχουν εκπαιδευτές χιταριό, με το σάλιο του μίσους τούς μαθαίνουν να φτύνουν σοφότερα δίποδα απ’ αυτούς. Κάνουν πορείες εκστρατείας σε γειτονικούς λαούς, σκοτώνουν και πίνουν αίμα, με έπαρση μισθοφόρων βιάζουν έφηβες παρθένες, σε κάθε ληστρική πορεία τους τραγουδούν κι ένα πολεμόχαρο τραγούδι.

Τρίτη 1 Σεπτεμβρίου 2015

Δακρυσμένο φεγγάρι

ΧΡΟΝΟΓΡΑΦΗΜΑ
Του Παναγιώτη Αντωνόπουλου
                  Με το  πρώτο χαμόγελο της Αφροδίτης  στρωθήκαμε στην αυλή. Ο λύκος της αγέλαστης μέρας μας κρύφτηκε, η νύχτα ανεδύθη, η πανσέληνος θάρρεψε, μια υγρονέφελη μαρμαρυγή φώτιζε την άνθινη γη.
                 Η χαζοκούτα έπαιζε. Άγριοι πυροβολούσαν σε σελήνια βουνά, πνιγμένοι στο λουτρό, μαυροντυμένοι τζιχαντιστές, παπαγάλοι που σκόρπιζαν πούπουλα στο νου μας για δήθεν γνώση.
                 Έπεφτε η νύχτα, οι αφτιασίδωτοι της λασπογειτονιάς αύξαιναν τη συντροφιά, οι ευνουχισμένοι και οι ευπειθείς στα μνημόνια των φαγάνων, μ’ ένα γρόθο θα αποτίναζαμε τις τέφρες του οικονομικού Άουσβιτς με την κουβέντα.
                 Εκεί και η γριά Στάσα. Αρωματισμένη με το χώμα της γης της, παρφουμαρισμένη με γύρη γιασεμιού, τσούλωσε τ’ αυτί της στη χαζοκούτα και είπε: << Τους Μπαρουφάκηδες, ακούτε;  Κλείστε την! Έχω ιστορία να σας πω, παλιά, πολύ παλιά, από τότε που τρώγαμε ψωμί  και αλάτι! Στήστε αυτί! >>

Τετάρτη 26 Αυγούστου 2015

ΧΡΟΝΟΓΡΑΦΗΜΑ:Μιχάλης Κατσαρός

Του Παναγιώτη Αντωνόπουλου
             
Την πνοή του ‘δωσε ο περασμένος αιώνας, λύρα αγαθή τον στεφάνωσε επαναστάτη, να γράφει όρθρους του μέλλοντος τον έταξε το αιόλιο φύσημα της ποίησης. Αποκηρυγμένος από γκεσταπίτες ανθέλληνες τους  λαμπτήρες άναβε κρυφά να φωτίσει μια πριονισμένη εποχή, το κακό που φιλούσε νεκρά σώματα να διώξει. Γκρίζος, άνυδρος ο ουρανός της πατρίδας του, τους χρησμούς του έσβηνε με υγρά φτερά, στις πέτρες που χάραζε τους στίχους του μαινόμενοι Σαδδουκαίοι έφτυναν το ανορθόδοξο χαμόγελο της ποιητικής του τρέλας.
               Η φυτεμένη δόξα μέσα του, τους αγνόησε. Τον στόλισαν τροκιστή, προδότη, ολίγιστο. Με το ξερό κλαδάκι της ελιάς στεφανωμένος, έμεινε ποιητής, τον χιτώνα ενεδύθη μιας άφθαρτης αξίας, την αρετή του αντιεξουσιαστή με την τραχιά του γλώσσα μάθαινε στους κατάπτυστους  και στους μικρονοϊκούς. 

Δευτέρα 24 Αυγούστου 2015

Ο ουρανός με τα πολλά φεγγάρια

Αποτέλεσμα εικόνας για ΣΤΟΙΧΕΙΩΜΕΝΟΣ ΠΥΡΓΟΣΔιήγημα τρόμου και φαντασίας
Του Παναγιώτη  Αντωνόπουλου
 Παράξενα πράγματα θα συμβούν τον Αύγουστο που έρχεται, στην πόλη, έλεγε η φήμη, και πολλά μάτια θα κλάψουν  με δάκρυα καυτά μ’ αυτά που θα φανερωθούν στους ανθρώπους της και θα γραφτούν με ματωμένα κι ανεξίτηλα γράμματα στις σελίδες του χοντρού βιβλίου της ιστορίας της. Κι εκεί αφού θα επικυρωθούν με τη βαριά και σιδερένια σφραγίδα της Αιώνιας Κρίσης θα παραμείνουν σαν παρακαταθήκη στις επερχόμενες μελλοντικές γενεές. 
 << Είναι η χρονιά του Τρόμου >> έλεγαν πολλοί, << χρονιά των αισθημάτων του Φόβου >> που κανείς δεν μπορεί να προβλέψει τι θα αποκαλυφθεί και τι θα δει, και ποια σημεία και τέρατα θα ‘ρθουν από  στεριά και ουρανό, ν’ απλώσουν τα μαύρα τους φτερά και να κάνουν τη  νύχτα μέρα και τους ανθρώπους να πάρουν την όψη του Σατανά με τον κόκκινο δακτύλιο του τρομερού φωτός να τους σφίγγει το λαιμό.

Δευτέρα 10 Αυγούστου 2015

Μαριόλες νεράιδες

 ΧΡΟΝΟΓΡΑΦΗΜΑ 
Του Παν. Αντωνόπουλου
              Στο τραπέζι του καπηλειού ο γέροντας είχε κέφια. Αν κι ο θάνατος έβοσκε στα σωθικά του και στο βλέφαρό του κρεμόταν μαραμένο το φύλλο της ελπίδας, είχε κέφια. Ο νους του ανάφτει για μια στιγμή σκορπώντας αιμάτινη φλόγα. Βγάζει πηχτό ανασασμό και σπέρνει τα λόγια του σαν στάρι: <<Ελάτε να σας πω, πως έθαλλε η ζωή μας τότε. Στους κλώνους της να πληρωθείτε μύρα και στα ρόδα της να λικνιστείτε στο άρωμά της το μεθυστικό >>.
            Η ομήγυρη μαζεύτηκε. Ήξεραν πόσο λαλίστατο πουλί ήταν. Όταν έβαζε στα χείλη του τη λύρα της αφήγησης, αηδόνι δεν τον έφτανε, τραγουδιστής δεν τον ξεπερνούσε. 
          << Ζούμε στην τρισκατάρατη εποχή της κοπριάς και της σκουριάς>>, άρχισε. << Σκότωσε τα ξωτικά και θέριεψε τα ζιζάνια. Τις ιστορίες τις έσβησε και τις ρωγμές των βράχων που φώλιαζαν τα γραφικά φαντάσματα τις βούλωσε με υλικά τσιμέντου. Γι’ αυτό κι εγώ μια ιστορία τέτοια θα σας πω. Λιτή αλλά μικρό συμπόσιο πνευματικό. Τραγούδι που στα μαλλιά του ασταμάτητου αέρα, έρχεται σαν από άρωμα μπαξέ. Ήμουν σκλάβος.

Ο πανηγυρτζής

ΔΙΗΓΗΜΑ
Του Παν. Αντωνόπουλου   
          Σαν έμπαινε τ’ Αϊ – Λιός και νιώθαμε τη γεύση της χαράς και τη λαμπρότητα της πανηγύρεως, τρέχαμε στην εκκλησιά ν’ ανάψουμε κερί του αγίου και σαν άρχοντες διαλεχτοί περιβεβλημένοι από τη δόξα μας, ακούγαμε μ’ ευλάβεια τους ήχους των Σεραφείμ που ακούγονταν στο ψαλτήρι, λιχνίζοντας στον αγέρα τις πίκρες μας τις παιδικές.
          Εκεί μας περίμεναν τα κορίτσια γεμάτα φλόγα και καυτές ματιές. Τα κοιτάζαμε και τους γνέφαμε κρυφά από τους μεγάλους, ψιθυρίζοντας ντροπαλά:  << Στερνότερα θα σας δούμε κοντά στους πάγκους με τους πραματευτάδες. Ακούστε τώρα το τροπάρι του αγίου και σαν τελειώσει ο παπά – Καλλίνικος τη λειτουργία βγείτε έξω! >>
            Μας άκουγε ο νεωκόρος και μας ψιθύριζε θυμωμένος:

Πέμπτη 6 Αυγούστου 2015

Αδέσποτα

ΧΡΟΝΟΓΡΑΦΗΜΑ 
Του Παναγιώτη Αντωνόπουλου 
Βλέπω χρόνια το άπλυτο τετράποδο αδελφάτο, αναμαλλιασμένο να γυρίζει στους δρόμους της πόλης, να δαγκώνει, να κοπρίζει και να σέρνει τα ψοφίμια βαστώντας τα σφιχτά στα δόντια του. Κι όλο κάνω πίσω, όλο πουρλακάει η ψυχή μου, μη με κυλήσει κάτω κανένας γασμούλος σκύλος, κανένας ψωριασμένος μπαλωματάρης και με στείλει φέτες στον άλλο κόσμο.
                Τυχερός ως τώρα, άτυχος όμως ο πατριώτης μου που μια αγέλη του ‘στησε καρτέρι, τον πέταξε στο χώμα κι άρχισε να τον  λιανίζει στη μέση του δρόμου. Ένας από μηχανής Θεός περαστικός τον γλίτωσε, τη ζωή του κράτησε στα χέρια του, στέλνοντας με τις κλωτσιές τους παμχάφτιδες μπουλντόγκιδες στο σκυλίσιο καταφύγιό τους.
                 Τέτοια περιστατικά με αιμοβόρους μολοσσούς και λαθούρηδες κοτσαύτες να χιμούνε σε περαστικούς γίνονται συχνά, με την πόλη όταν τελούνται να παίρνει ύφος αρχιδουκίσσης. Το ίδιο και οι άρχοντες παίρνουν ύφος Νέρωνα και με τις τρίχες της κεφαλής ανορθωμένες ψάχνουν να κάψουν τους κουτσοπόδαρους και τους μονόφθαλμους, αλλά οι κύνες πονηροί, τα μπήγουν, τα τσιμπούρια τους εξακοντίζουν απ΄ τ’ αυτιά και τους διώχνουν.

Τρίτη 4 Αυγούστου 2015

Τα δίκρανα

ΧΡΟΝΟΓΡΑΦΗΜΑ
Του Παναγιώτη Αντωνόπουλου 
             Ωραία μέρα, βγήκα να ξεσκάσω. Οι κότσυφες χτυπούσαν τα πλήκτρα της ενάτης συμφωνίας, τα  αρώματα του αγιοκλήματος γαργάλιζαν την ηλικιωμένη μου όσφρηση. Ηλιαχτίδες αντάρτισσες  άστραφταν στις κρυφές μασχάλες των φύλλων, άνθη πικροδάφνης και δενδρολίβανου βαστούσαν στα βαμμένα χείλη τους τα σκορπισμένα φιλιά των μελισσών. Πιο πέρα τρελές ροδιές λύγιζαν φορτωμένες, μητέρες πιπεριές  καμάρωναν για τους πράσινους αγγέλους που βύζαιναν την ευλογία της χλόης τους. Και μαζί τους  << οι κρυφές συλλαβές όπου πάσχιζα την ταυτότητά μου ν’ αρθρώσω >> που λέει και ο ποιητής,  τρελό χορό είχαν στήσει με τα ζωηρά αλογάκια και τον μαϊστρο που κρυβόταν στ’ αυτάκια των λουλουδιών.
            Τα πατρώα ακατοίκητα, αραχνιασμένα. Οι αυλές άδειες από Ρηνούλες και στους δρόμους, φίδια, κουνάβια να γραπώνουν την ερημιά και μπελέχαροι ποντικοί να στήνουν καρτέρια όπως οι όψιμοι χρυσαυγήτες. Το ταβερνάκι θρύψαλο, τα τραπέζια διαλυμένα, ένας και μοναδικός ο πότης καθισμένος στη  μέσα γωνιά, το φλερτ του με την οινοποσία μόλις είχε αρχίσει. Έπινε και ψέλλιζε: << Ρε, ποια κρίση;  Ποια φτώχεια; Να΄ το, το ευρώ εδώ το ‘χω τσακωμένο, τη σφέρτσα θα του βγάλω αν μου φύγει >>. Έπινε, έπινε και μεγάλωνε ο καημός του γι τη μοναξιά του, όπως του καλογερίτη μοναχού. 

Τρίτη 21 Ιουλίου 2015

Το σακούλι

ΧΡΟΝΟΓΡΑΦΗΜΑ
Του Παναγιώτη Αντωνόπουλου 
              Κοντά στο σπίτι μου, έχει στηθεί ένα κολαστήριο ζωής. Οι άνθρωποι μένουν σε κοτετσόσπιτα, είναι άνεργοι, πεινασμένοι, βρώμικοι και μεθυσμένοι. Δεν μπορούν να χορτάσουν τα στόματά τους ψωμί και μοιάζουν σαν μπελέχαροι ποντικοί.
              Τους κιαλάρω από την αυλόπορτα και με πιάνει ντελίριο. Άγνωστοι με κτηνώδη πρόσωπα, κουρελήδες, άπλυτοι, ξυπόλητοι, βρίζονται και πλακώνονται στις μπουνιές για ψύλλου πήδημα. Μερικοί ξοδεύουν και το τελευταίο τους σέντσι στο αλκοόλ, οι καπνιστές καπνίζουν μισαδάκια, όσοι λιάζονται στο χώμα ξαπλωμένοι, κοιτάζουν τη δούκισσα αυλή  μου και της κλείνουν το μάτι πονηρά. 
              Την ίδια ώρα που άλλα ατσαλάκωτα ανθρωπάκια κουλαντρίζουν τον άνομο πλούτο τους, τούτοι οι πολιορκημένοι στο πορδοκλανείο, στραγγίζουν και την τελευταία σταγόνα των ούρων τους να την πιουν.

Τζίτζικες

ΧΡΟΝΟΓΡΑΦΗΜΑ
Του Παναγιώτη Αντωνόπουλου
           Οι  τεμπέληδες << τζίτζικες >> πιαστήκαμε σαν τους ποντικούς στη φάκα.  << Μέρμηγκες >> εργατικοί  μας έκλεισαν τις τράπεζες, σέντσι δε μας άφησαν να αναλήψουμε και να βάλουμε στην πισωτσέπη. Έτσι το στομάχι μας  έμεινε απεργό, το δόντι του ξενοτοπίτη και ντόπιου παμχάφτικου καπιταλισμού μπήκε βαθιά στη σάρκα μας.
           Ανθρωπάκια άφησαν το λαχανοζούμι κι έτρεξαν στα ΑΤΜ. Οι γριούλες, η Βιβή και η Στάσα με τα σαπουνόνερα στα χέρια, έπιασαν θέση στην ουρά του αδελφάτου των νηστικών. Γεροντάκια χάρτινα, με το πενηντάρι στο τσεπάκι, έριχναν γαμοσταυρούς στο εντός και το εκτός πολιτικό φακλαναριό. Εγγόνες, παρηγορούσαν τις γιαγιές που έσκουζαν παραληρηματικά  << πάει η συνταξούλα μου! >> και σκούπιζαν το δάκρυ τους στο μανταρισμένο τσεμπέρι τους.  

Πέμπτη 9 Ιουλίου 2015

Το γαλακτομπούρεκο

ΧΡΟΝΟΓΡΑΦΗΜΑ
Του Παναγιώτη Αντωνόπουλου 
         Γεννήθηκα φτωχός, σε σπίτι που έμπαζε από παντού με τον πατέρα να φέρνει τέσσερα σακιά στάρι στο σπίτι κι ένα τενεκέ λάδι που του ‘δινε ο αφενταγάς που δούλευε στο λιτρουβιό του. Μ’ αυτά και με λίγο κουκί  τη βγάζαμε τη χρονιά.
         Μεγάλωσα σαν αδέσποτο σκυλί, γράμματα έμαθα πηγαίνοντας τρεις φορές τη βδομάδα σε σχολείο κάτεργο, τις άλλες βόσκοντας τις κατσίκες και τραγουδώντας τον Εθνικό Ύμνο να πάρω κουράγιο και να πολεμήσω την κατακτήτρια φτώχια, που μ’ είχε ρίξει πεινασμένο σε Άουσβιτς, με ρούχο σχισμένο και τρύπιο παπούτσι. 

Τρίτη 7 Ιουλίου 2015

Ρήνη

ΧΡΟΝΟΓΡΑΦΗΜΑ
Του Παναγιώτη Αντωνόπουλου 
                 Μας ήρθε μια μέρα λευκή, αμόλυντη, μοσχομυρούσα σαν  ανοιξιάτικη λεβάντα. Άναψε πελώριος ο ήλιος, ο κόσμος έτρεξε σμήνη να τον απολαύσει κάτω από τις τέντες της πλατείας. Ταίριαξαν κουβέντα και καφέ, μεταμορφώθηκαν οι ξύλινες κυρίες, έγιναν σούπερ σταρ, οι άντρες στο δεύτερο ούζο κατέβαζαν γαμοσταυρούς στα πολιτικά φακλάνια.
                 Το ζευγαράκι έκανε δυο τρεις βόλτες, στάθηκε μπροστά από το Ηρώο, έφτυσε τις φλούδες από τα ξηροκάρπια και κάθισε στο παγκάκι.  Η νεαρά φρέσκαρε με το μέικ απ το κόκκινο των χειλιών της, έβαλε το ‘να πόδι πάνω στ’ άλλο, το μαύρο στριγκάκι που φάνηκε έγραψε: << έλα να δεις >>, τα τραπέζια κουνήθηκαν, τα μάτια σούζα προσγειώθηκαν στην αυλή του σπιτιού της ηδονής. 
                 Ο νεαρός ασυγκράτητος, επαναστάτης, έβαλε το χέρι του ανάμεσα στους δυο μηρούς και το οδηγούσε ψηλά τροπαιούχος. Εκείνη έγειρε πίσω. στο αμόρε της να αποδώσει παν το οφειλόμενο.

Τετάρτη 24 Ιουνίου 2015

Ο μαύρος καλόγερος

ΧΡΟΝΟΓΡΑΦΗΜΑ
Του Παναγιώτη  Αντωνόπουλου 
         Μοσχοβολούσε ο κήπος μου γαρύφαλλο και δυόσμο, η γύρη έσμιγε με το ενεργειακό πεδίο των ωαρίων, οι φυλλωσιές θρόιζαν περνώντας μέσα τους ο ήρεμος Ζέφυρος. Η ζεστή μέρα με ύπνωνε, την ελεημοσύνη της ζητούσα να  με ‘βρει το βράδυ, αναμάρτητο, οικοδομώντας το είναι μου μακριά από το μοιχεύσεις, το φονεύσεις και το κλέψεις. Ονειρευόμουν τα παλιά, τη μασταρού Ευρώπη που μας βρίζει ραγιάδες, το πρόστυχο  << Γκρέξιτ >> που έχει κολλήσει στη σάρκα μου, τη γυμνή πατρίδα που τρώει τις σάρκες της, τον κάθε πίθηκο της τρόικας που μας πουλάει νερώνεια ψυχική βλάβη. Κοιτούσα τη σόλα μου την κολλημένη με UHU, το πορτοφόλι μου που σάπιζε άδειο, το ψίχουλο που μασούλιζε η ασήκωτη φτώχεια μου. ΄

Απατεώνισσα καφετζού ευημερία

ΧΡΟΝΟΓΡΑΦΗΜΑ
Του Παναγιώτη Αντωνόπουλου 
           Άλλο ένα καλοκαιράκι μας έπιασε απ’ το χέρι και μας  πάει στράτα – στρατούλα, πάλι ένας τρυφερός πουνέντες αιωρείται στην ψυχή μας και διώχνει τους δραγάτες που της τσιμπούν τις ρόγες απ’ το σταφύλι της. Αποβάλλει το χτικιάρικο χρώμα από τα μάτια μας και το χλωμό της φθοράς των ΜΜΕ και μας ζωγραφίζει ένα δειλινό με κόκκινες φουγγαρίες στη ράχη του Ιόνιου.
          Κι ενώ σκεφτόμαστε το θάνατο τούτης της Μέδουσας κοινωνίας, και, ψιθυρίζουμε το << τετέλεσται >> μια ηρωική ανάμνηση μέσα μας αχνίζει και μας ντύνει με το νόημα της αντίστασης. Και πίσω γυρνάμε στης νεότητάς μας τη θυρίδα  να ξεσκονίσουμε κάτι από κείνα τα καλοκαίρια που έχει κρυφτεί  σαν το λαγό στην τσουπωτή αφάνα. 
           Οι κοντινοί στη θάλασσα γέμιζαν κιόλας λέπια άμα τη ενάρξει τους, ονειρεύονταν τρικούβερτα μπάρκα, περπατούσαν κι έκαναν πως τσαλαβουτούσαν σαν δέλφινες στα νερά. Οι καμπίσιοι φαντάζονταν νυχτερινούς υπνάκους δίπλα σε σγουρούς βασιλικούς, οι βουνήσιοι να παίζουν φλογέρα στις πλαγιές με τις πέρδικες.   

Δευτέρα 22 Ιουνίου 2015

Ο γερο ποντικός

ΧΡΟΝΟΓΡΑΦΗΜΑ
Του Παναγιώτη Αντωνόπουλου 
              Μελαψός, χωμένος στη σκόνη, καθισμένος στους σκουριασμένους σωλήνες, έπινε τη μπύρα του, δείχνοντας λευκά δοντάκια σμέρνας. Μπάσταρδος και αποσπόρι της πατρίδας του ήρθε εδώ στην αειπάρθενο δική μας, να πάψει να αναδύει αναλλαγίλα, να ντυθεί μ’ ένα τριμμένο κοντοπόλκι και ν’ ακούσει  το χόχλο του χυλού στην κατσαρόλα του.
              Φορούσε παλιό σχισμένο ψαθάκι, παντελόνι τζιν λασπωμένο, παπούτσια με σόλες ξεχαρβαλωμένες, ζώστρα συγκολλημένη με κόμπους χοντρούς. Είχε το μούτρο του ρυτιδωμένο, το μάτι του θολό, το αίμα  στραγγισμένο στις αρτηρίες, το μέσα του άδειο και το  σπλάχνο του άγριο, κυκλωπικό. Στον απάγκιο καθισμένος, μόνος κι έρημος, μιλούσε με τους κούνουπες, γελούσε με τους μπούρμπουνες, μετρούσε τους κολλημένους σάλιαγκους στα ξύλα και στα πλαστικά. Έριχνε και κάπου - κάπου  βλαστημίδι δυνατό, κοιτώντας κατά την Αφρική, το σύνορο της πατρίδας του φανταζόταν φραγμένο από φαλτσέτες και νεκρούς.

Πέμπτη 4 Ιουνίου 2015

Kουβαρνταλίκια

ΧΡΟΝΟΓΡΑΦΗΜΑ
Του Παναγιώτη Αντωνόπουλου
Η χώρα στραγγίζει, αφυδατώνεται, με ταραγμένη φωνή κλαψουρίζει, έλεος. Ανάλγητοι τοκογλύφοι της παίρνουν και το τελευταίο σέντσι απ’ την μεσοτσέπη, αυτονυκτί ετοιμάζονται  στον Καιάδα της χρεοκοπίας να τη σπρώξουν. 
              Τα μνημόνια σκούρυναν, το χρήμα σκληρό, γερμανικό αιχμηρό δε στέκεται στα παντελόνια μας, γλιστράει από κάθε κασέλα, στα πορτοφόλια που φυλάγεται εξατμίζεται στο πι και φι. Μετά την επίπλαστη ευμάρεια η εποχή έγινε στέρφα, θυμίζει την αυτάδελφο της δεκαετίας του πενήντα.  Μόνο που τότε η εμμονικώς και αόκνως υφαίνουσα πλεκτάνες, φίλη Αμερικάνα πολιτεία, μας τάιζε για να μας ψαχουλεύει μετά το πάτριο έδαφος.  Δείχνοντας το κουβαρνταλίκι της φυλής της, έστησε τα συσσίτια να χορτάσει τον πεινασμένο Έλληνα.