Κυριακή 26 Ιουλίου 2026

 

                             ΤΟ    Χ Ρ Ο Ν Ο Γ Ρ Α Φ Η Μ Α

 

                                     Οι καημένοι οι δημόσιοι


                   

                                       Του Παναγιώτη Αντωνόπουλου

                

              Κυψέλη το δημόσιο. Τροφοδοτεί τα χαρτένια όνειρα των νέων, επουλώνει πληγές της φτώχειας τους όταν περάσουν το κατώφλι του, θαμπίζουν οι νύχτες τους από το αστεράκι της μονιμότητας που τους φωτίζει, σπιθίζουν οι αυγές τους από το γλίσχρο μισθό που τους φιλοδωρεί.  Δουλεύουν και τους ραντίζει η ανάβρα της ευτυχίας, ντύνονται με την εθνική στολή του φυλακισμένου στο κάτεργο της εξουσίας, λιώνουν και σαπίζουν τριανταπέντε χρόνια δεμένοι με λουριά στις φάκες του δημοσίου υπόκοσμου.  

             Σ’ αυτό το μαγαζάκι φώλιασα κι εγώ για λίγο διαζευγμένος με την κιμωλία. Είδα κυρίες υπάλληλους με φτερά στο καπέλο, δράκους γραφιάδες να έχουν γραμμένο ανεξίτηλη στο στήθος την υποταγή στο κίβδηλο κόμμα, χαμερπείς  γραμματείς  να ξεσκονίζουν τα παπούτσια των προϊσταμένων.  Είδα και χαλβάδες, διοικητικά όργανα, τρόπος του λέγειν, με τούρκικα φέσια στο κεφάλι να υπογράφουν ύποπτες συμφωνίες, να γίνονται οσφυοκάμπτες μπροστά σε πολιτικούς, να χώνονται σαν γαιοσκώληκες  από γραφείο σε γραφείο, να κάνουν κλήσεις πονηρές σε ύποπτους χώρους. Είδα  βρικόλακες, λείψανα φριχτά με κάρα αδειανή και μάτι θολό οχιάς, λιμασμένους λύκους παντού σε κάθε γωνιά  Όλη τη λύσσα τους την ξερνούσαν σ’ ανθρώπους και χαρτιά, σε αποφάσεις οργής και διατάξεις βουτηγμένες στο μελάνι με το απόστημα της διαφθοράς.

          Νωρίτερα μαθητής στο γυμνάσιο, δημόσια υπηρεσία κι αυτό, συνάντησα πολλά ευτράπελα.  Αναφέρω ένα σχεδιασμένο υπό του εκλεκτού φιλολόγου μου. Αφού με ρήμαξε πρώτα στις σφαλιάρες για την οχληρή μου συμπεριφορά εντός της αιθούσης μου επέβαλε μια άσκηση για τιμωρία: << Είμ’ Οδυσσεύς Λαερτιάδης, ος πάσι δόλοισιν ανθρώποισι μέλω, και  μευ κλέος ουρανόν ίκει … >> μου είπε.  <<Θέλω ερμηνεία! >>  Του την είπα φαρσί. Άνοιξε τον κατάλογο, μου’ βαλε δέκα και μ’ έστειλε από τότε να βυζάξω το γάλα της στέρφας ζωής που με περίμενε. Πού το βρήκε το δέκα ο ταγματασφαλίτης και μου το κούρνιασε; Με εκείνο το δέκα η ζωή μου έμελλε να γίνει συντρίμμια.

             Ήξερε πως είχα μεγαλώσει με κούμαρο, την τύλωνα με καβούρια και το καρβέλι στο σακούλι που μου ερχόταν από τη Μουριατάδα, κόλλαγε στον κατήφορο στους Μύλους  τις μέρες της νεροποντής. Ακόμη είχε μυριστεί ο αρουραίος τούτος του δημοσίου πως είχα σταυρό βαρύ, μυαλό ξυράφι και μέλλον ευοίωνο. Φοβήθηκε ο ολίγιστος μη γίνω αστεράκι και φωτίσω την ξεζωμένη κοινωνία και με ξέκανε!  Ο ξεπεσμένος δημόσιος δερβίσης! Όπου ήθελε έβαζε το είκοσι και όπου γούσταρε το δέκα και το εφτά. Αλαλούμ στην παιδεία τότε, αλαλούμ και σήμερα. Οι ταγοί του υπουργείου τα ξέρουν αλλά ο κόσμος των παραισθήσεων που ζουν τα ξεπερνά χωρίς τριβές. Στο ίδιο μήκος κύματος εκπέμπουν και τα παχύδερμα των εκάστοτε κυβερνήσεων που στελεχώνουν το Μαξίμου.  Από το κεφάλι βρωμάει το ψάρι. Όταν στελεχώνεις με ημέτερους ανίκανους τις υπηρεσίες είναι απολύτως αναμενόμενο να ασθενεί και η διοίκηση.

                                            

 

                      ellinikoxronografima.blogspot.gr

 

Χρονογράφημα  Χρονογράφημα


 

 

 

 

                        Χαράζει η μέρα και η πόλη έχει ρεπό

 

 

 

                                                     Του Παναγιώτη  Αντωνόπουλου

 

 

 

 

              Ημέρα καθισμένη σε αγκάθι σκληρό, ζωσμένη απ’ τους τριβόλους της χρεωκοπίας  κι εγώ ραγισμένο ανθρωπάκι, το σχήμα μου εναπόθεσα κάτω από της καφετέριας την τέντα, τον πικρό μου καφέ να πιω με τους πένητες και τους δυστυχείς. Τους μετράς και είναι πολλοί, μέσης και τρίτης ηλικίας, κάποιοι στο τέρμα της ζωής, λένε ιστορίες από τις μάχες τους κοντά σε κάποιον Αρταφέρνη, έρωτες ατελείς διηγούνται, θυμούνται μέρες που φτερούγιζαν σαν αετοί στη στράτα, ανήμποροι τώρα, ούτε το πινέλο με την μπογιά να γράψουν << ελευθερία >> δεν μπορούν να σηκώσουν.

             Προστρέχω στου αλκοόλ τη μέθη. Παραγγέλνω ούζο, το πίνω και αναπολώ περασμένων στιγμών την  απόλαυση, φουντώσεις από Φραγκοσυριανές καυτές,  σκέπτομαι το βάσανο να ζεις μέσα στην ανικανότητα των κυβερνώντων, το νεκρό μεροκάματο, κάθε σκυφτό ανθρωπάκο  που του λείπει το ψωμί, τον Έλληνα που ζει δύσκολα κι έχει στο μέλλον του σκοτάδι ατελείωτο. Από το μεγάφωνο ξεχύνεται μουσικός αλαλαγμός, όμοιος μ’ εκείνον που έβγαινε από τα στόματα των στρατιωτών του Αττίλα. Σε σφίγγει, σου τρυπά τ’  αυτιά, σε πιάνει ντελίριο, μαδιέσαι σαν όρνιθα στα δόντια της αλεπούς.  << Εγώ είμαι για σένα, εσύ είσαι για μένα, δεν ζω χωρίς εσένα, ούτε εσύ χωρίς εμένα, κόλαση η ζωή χωρίς εμένα, κόλαση η ζωή χωρίς εσένα! Κόλασηηη! >>

               << Κανάγιες! >> φωνάζω. << Το σκουπίδι μπόλικο το κυλάτε στην πατρίδα >> και ρίχνω γροθιά στο τραπέζι. Το ούζο χύθηκε, το ποτήρι έπεσε κάτω κι έγινε θρύψαλα. Ο αγρυπνισμένος καταστηματάρχης ήρθε ταχύπους, με ρώτησε τι μ’ έπιασε στα καλά καθούμενα και έσφιξε στο χέρι την καρέκλα. Του είπα να μ’ αφήσει ήσυχο και να ξεκουμπιστεί. Ύστερα στο μυαλό μου μια αρμονία γλυκολάλησε, οι στίχοι του Άκη Αλκαίου σε μουσική Νότη Μαυρουδή, έδιωξαν με το σκήπτρο τους, τους λύκους στίχους του αμανέ: << Χαράζει η μέρα και η πόλη έχει ρεπό, στη γειτονιά μας καπνίζει ένα φουγάρο κι εγώ σε ζητάω σαν πρωινό τσιγάρο και σαν καφέ πικρό και σαν καφέ πικρό >>. Ο σαματάς στο μεγάφωνο συνεχίζεται. Ψελλίζω τη δεύτερη στροφή του Αλκαίου: << Άδειοι οι δρόμοι δε φάνηκε ψυχή και το φεγγάρι μόλις χάθηκε στη Δύση και ‘γω σε γυρεύω σαν μοιραία λύση και σαν Ανατολή και σαν Ανατολή >>.

           Στο τρίτο ούζο σηκώθηκα. Ένας φίλος με συνόδεψε ως τη θάλασσα, στην  παραλία   καθισμένοι σ’ ένα βράχο κοιτάζαμε στο βάθος της θάλασσας τις ράχες των δελφινιών και τα νούφαρα στα ήρεμα νερά, μακριά από την πλατεία με τους μουσικούς της αλαλαγμούς και το ρεπό της πλατείας με ανθρώπους χαρούμενους και γελαστούς.

                               ellinikoxronografima. blogspot.gr

 

  

 

 

 

 

                        Χαράζει η μέρα και η πόλη έχει ρεπό

 

 

 

                                                     Του Παναγιώτη  Αντωνόπουλου

 

 

 

 

              Ημέρα καθισμένη σε αγκάθι σκληρό, ζωσμένη απ’ τους τριβόλους της χρεωκοπίας  κι εγώ ραγισμένο ανθρωπάκι, το σχήμα μου εναπόθεσα κάτω από της καφετέριας την τέντα, τον πικρό μου καφέ να πιω με τους πένητες και τους δυστυχείς. Τους μετράς και είναι πολλοί, μέσης και τρίτης ηλικίας, κάποιοι στο τέρμα της ζωής, λένε ιστορίες από τις μάχες τους κοντά σε κάποιον Αρταφέρνη, έρωτες ατελείς διηγούνται, θυμούνται μέρες που φτερούγιζαν σαν αετοί στη στράτα, ανήμποροι τώρα, ούτε το πινέλο με την μπογιά να γράψουν << ελευθερία >> δεν μπορούν να σηκώσουν.

             Προστρέχω στου αλκοόλ τη μέθη. Παραγγέλνω ούζο, το πίνω και αναπολώ περασμένων στιγμών την  απόλαυση, φουντώσεις από Φραγκοσυριανές καυτές,  σκέπτομαι το βάσανο να ζεις μέσα στην ανικανότητα των κυβερνώντων, το νεκρό μεροκάματο, κάθε σκυφτό ανθρωπάκο  που του λείπει το ψωμί, τον Έλληνα που ζει δύσκολα κι έχει στο μέλλον του σκοτάδι ατελείωτο. Από το μεγάφωνο ξεχύνεται μουσικός αλαλαγμός, όμοιος μ’ εκείνον που έβγαινε από τα στόματα των στρατιωτών του Αττίλα. Σε σφίγγει, σου τρυπά τ’  αυτιά, σε πιάνει ντελίριο, μαδιέσαι σαν όρνιθα στα δόντια της αλεπούς.  << Εγώ είμαι για σένα, εσύ είσαι για μένα, δεν ζω χωρίς εσένα, ούτε εσύ χωρίς εμένα, κόλαση η ζωή χωρίς εμένα, κόλαση η ζωή χωρίς εσένα! Κόλασηηη! >>

               << Κανάγιες! >> φωνάζω. << Το σκουπίδι μπόλικο το κυλάτε στην πατρίδα >> και ρίχνω γροθιά στο τραπέζι. Το ούζο χύθηκε, το ποτήρι έπεσε κάτω κι έγινε θρύψαλα. Ο αγρυπνισμένος καταστηματάρχης ήρθε ταχύπους, με ρώτησε τι μ’ έπιασε στα καλά καθούμενα και έσφιξε στο χέρι την καρέκλα. Του είπα να μ’ αφήσει ήσυχο και να ξεκουμπιστεί. Ύστερα στο μυαλό μου μια αρμονία γλυκολάλησε, οι στίχοι του Άκη Αλκαίου σε μουσική Νότη Μαυρουδή, έδιωξαν με το σκήπτρο τους, τους λύκους στίχους του αμανέ: << Χαράζει η μέρα και η πόλη έχει ρεπό, στη γειτονιά μας καπνίζει ένα φουγάρο κι εγώ σε ζητάω σαν πρωινό τσιγάρο και σαν καφέ πικρό και σαν καφέ πικρό >>. Ο σαματάς στο μεγάφωνο συνεχίζεται. Ψελλίζω τη δεύτερη στροφή του Αλκαίου: << Άδειοι οι δρόμοι δε φάνηκε ψυχή και το φεγγάρι μόλις χάθηκε στη Δύση και ‘γω σε γυρεύω σαν μοιραία λύση και σαν Ανατολή και σαν Ανατολή >>.

           Στο τρίτο ούζο σηκώθηκα. Ένας φίλος με συνόδεψε ως τη θάλασσα, στην  παραλία   καθισμένοι σ’ ένα βράχο κοιτάζαμε στο βάθος της θάλασσας τις ράχες των δελφινιών και τα νούφαρα στα ήρεμα νερά, μακριά από την πλατεία με τους μουσικούς της αλαλαγμούς και το ρεπό της πλατείας με ανθρώπους χαρούμενους και γελαστούς.

                               ellinikoxronografima. blogspot.gr

 

  

 

 

 

 

                        Χαράζει η μέρα και η πόλη έχει ρεπό

 

 

 

                                                     Του Παναγιώτη  Αντωνόπουλου

 

 

 

 

              Ημέρα καθισμένη σε αγκάθι σκληρό, ζωσμένη απ’ τους τριβόλους της χρεωκοπίας  κι εγώ ραγισμένο ανθρωπάκι, το σχήμα μου εναπόθεσα κάτω από της καφετέριας την τέντα, τον πικρό μου καφέ να πιω με τους πένητες και τους δυστυχείς. Τους μετράς και είναι πολλοί, μέσης και τρίτης ηλικίας, κάποιοι στο τέρμα της ζωής, λένε ιστορίες από τις μάχες τους κοντά σε κάποιον Αρταφέρνη, έρωτες ατελείς διηγούνται, θυμούνται μέρες που φτερούγιζαν σαν αετοί στη στράτα, ανήμποροι τώρα, ούτε το πινέλο με την μπογιά να γράψουν << ελευθερία >> δεν μπορούν να σηκώσουν.

             Προστρέχω στου αλκοόλ τη μέθη. Παραγγέλνω ούζο, το πίνω και αναπολώ περασμένων στιγμών την  απόλαυση, φουντώσεις από Φραγκοσυριανές καυτές,  σκέπτομαι το βάσανο να ζεις μέσα στην ανικανότητα των κυβερνώντων, το νεκρό μεροκάματο, κάθε σκυφτό ανθρωπάκο  που του λείπει το ψωμί, τον Έλληνα που ζει δύσκολα κι έχει στο μέλλον του σκοτάδι ατελείωτο. Από το μεγάφωνο ξεχύνεται μουσικός αλαλαγμός, όμοιος μ’ εκείνον που έβγαινε από τα στόματα των στρατιωτών του Αττίλα. Σε σφίγγει, σου τρυπά τ’  αυτιά, σε πιάνει ντελίριο, μαδιέσαι σαν όρνιθα στα δόντια της αλεπούς.  << Εγώ είμαι για σένα, εσύ είσαι για μένα, δεν ζω χωρίς εσένα, ούτε εσύ χωρίς εμένα, κόλαση η ζωή χωρίς εμένα, κόλαση η ζωή χωρίς εσένα! Κόλασηηη! >>

               << Κανάγιες! >> φωνάζω. << Το σκουπίδι μπόλικο το κυλάτε στην πατρίδα >> και ρίχνω γροθιά στο τραπέζι. Το ούζο χύθηκε, το ποτήρι έπεσε κάτω κι έγινε θρύψαλα. Ο αγρυπνισμένος καταστηματάρχης ήρθε ταχύπους, με ρώτησε τι μ’ έπιασε στα καλά καθούμενα και έσφιξε στο χέρι την καρέκλα. Του είπα να μ’ αφήσει ήσυχο και να ξεκουμπιστεί. Ύστερα στο μυαλό μου μια αρμονία γλυκολάλησε, οι στίχοι του Άκη Αλκαίου σε μουσική Νότη Μαυρουδή, έδιωξαν με το σκήπτρο τους, τους λύκους στίχους του αμανέ: << Χαράζει η μέρα και η πόλη έχει ρεπό, στη γειτονιά μας καπνίζει ένα φουγάρο κι εγώ σε ζητάω σαν πρωινό τσιγάρο και σαν καφέ πικρό και σαν καφέ πικρό >>. Ο σαματάς στο μεγάφωνο συνεχίζεται. Ψελλίζω τη δεύτερη στροφή του Αλκαίου: << Άδειοι οι δρόμοι δε φάνηκε ψυχή και το φεγγάρι μόλις χάθηκε στη Δύση και ‘γω σε γυρεύω σαν μοιραία λύση και σαν Ανατολή και σαν Ανατολή >>.

           Στο τρίτο ούζο σηκώθηκα. Ένας φίλος με συνόδεψε ως τη θάλασσα, στην  παραλία   καθισμένοι σ’ ένα βράχο κοιτάζαμε στο βάθος της θάλασσας τις ράχες των δελφινιών και τα νούφαρα στα ήρεμα νερά, μακριά από την πλατεία με τους μουσικούς της αλαλαγμούς και το ρεπό της πλατείας με ανθρώπους χαρούμενους και γελαστούς.

                               ellinikoxronografima. blogspot.gr

 

  

 

 

 

 

                        Χαράζει η μέρα και η πόλη έχει ρεπό

 

 

 

                                                     Του Παναγιώτη  Αντωνόπουλου

 

 

 

 

              Ημέρα καθισμένη σε αγκάθι σκληρό, ζωσμένη απ’ τους τριβόλους της χρεωκοπίας  κι εγώ ραγισμένο ανθρωπάκι, το σχήμα μου εναπόθεσα κάτω από της καφετέριας την τέντα, τον πικρό μου καφέ να πιω με τους πένητες και τους δυστυχείς. Τους μετράς και είναι πολλοί, μέσης και τρίτης ηλικίας, κάποιοι στο τέρμα της ζωής, λένε ιστορίες από τις μάχες τους κοντά σε κάποιον Αρταφέρνη, έρωτες ατελείς διηγούνται, θυμούνται μέρες που φτερούγιζαν σαν αετοί στη στράτα, ανήμποροι τώρα, ούτε το πινέλο με την μπογιά να γράψουν << ελευθερία >> δεν μπορούν να σηκώσουν.

             Προστρέχω στου αλκοόλ τη μέθη. Παραγγέλνω ούζο, το πίνω και αναπολώ περασμένων στιγμών την  απόλαυση, φουντώσεις από Φραγκοσυριανές καυτές,  σκέπτομαι το βάσανο να ζεις μέσα στην ανικανότητα των κυβερνώντων, το νεκρό μεροκάματο, κάθε σκυφτό ανθρωπάκο  που του λείπει το ψωμί, τον Έλληνα που ζει δύσκολα κι έχει στο μέλλον του σκοτάδι ατελείωτο. Από το μεγάφωνο ξεχύνεται μουσικός αλαλαγμός, όμοιος μ’ εκείνον που έβγαινε από τα στόματα των στρατιωτών του Αττίλα. Σε σφίγγει, σου τρυπά τ’  αυτιά, σε πιάνει ντελίριο, μαδιέσαι σαν όρνιθα στα δόντια της αλεπούς.  << Εγώ είμαι για σένα, εσύ είσαι για μένα, δεν ζω χωρίς εσένα, ούτε εσύ χωρίς εμένα, κόλαση η ζωή χωρίς εμένα, κόλαση η ζωή χωρίς εσένα! Κόλασηηη! >>

               << Κανάγιες! >> φωνάζω. << Το σκουπίδι μπόλικο το κυλάτε στην πατρίδα >> και ρίχνω γροθιά στο τραπέζι. Το ούζο χύθηκε, το ποτήρι έπεσε κάτω κι έγινε θρύψαλα. Ο αγρυπνισμένος καταστηματάρχης ήρθε ταχύπους, με ρώτησε τι μ’ έπιασε στα καλά καθούμενα και έσφιξε στο χέρι την καρέκλα. Του είπα να μ’ αφήσει ήσυχο και να ξεκουμπιστεί. Ύστερα στο μυαλό μου μια αρμονία γλυκολάλησε, οι στίχοι του Άκη Αλκαίου σε μουσική Νότη Μαυρουδή, έδιωξαν με το σκήπτρο τους, τους λύκους στίχους του αμανέ: << Χαράζει η μέρα και η πόλη έχει ρεπό, στη γειτονιά μας καπνίζει ένα φουγάρο κι εγώ σε ζητάω σαν πρωινό τσιγάρο και σαν καφέ πικρό και σαν καφέ πικρό >>. Ο σαματάς στο μεγάφωνο συνεχίζεται. Ψελλίζω τη δεύτερη στροφή του Αλκαίου: << Άδειοι οι δρόμοι δε φάνηκε ψυχή και το φεγγάρι μόλις χάθηκε στη Δύση και ‘γω σε γυρεύω σαν μοιραία λύση και σαν Ανατολή και σαν Ανατολή >>.

           Στο τρίτο ούζο σηκώθηκα. Ένας φίλος με συνόδεψε ως τη θάλασσα, στην  παραλία   καθισμένοι σ’ ένα βράχο κοιτάζαμε στο βάθος της θάλασσας τις ράχες των δελφινιών και τα νούφαρα στα ήρεμα νερά, μακριά από την πλατεία με τους μουσικούς της αλαλαγμούς και το ρεπό της πλατείας με ανθρώπους χαρούμενους και γελαστούς.

                               ellinikoxronografima. blogspot.gr

 

  

Σάββατο 25 Ιουλίου 2026

 

                       ΤΟ       Χ Ρ Ο Ν Ο Γ Ρ Α Φ Η Μ Α

 

                                      Βρε, δεν πάν’ να…   


 

                                             Του Παναγιώτη Αντωνόπουλου

 

 

 

          << … και το ψομίν επιθυμώ, πότε θα το χορτάσω; >> έγραφε ο Θεόδωρος Πρόδρομος ή Πτωχοπρόδρομος  και του ‘πεφταν τα σάλια οσμίζοντας το  χουρδουβελία  στο ανάκτορο του αυτοκράτορα Μανουήλ Κομνηνού. Με τη λόρδα να τον κόβει, γυρνώντας στους δρόμους νηστικός, με τρύπιο ρούχο, ξυπόλητος, διαρκώς ορεγόταν ευωδιαστό μονοκυθρίτσιν,  χορδοκοιλίτσια  και σφουγγάτο που σε σωρούς άχνιζαν στα βασιλικά τραπέζια.

         Όσο και να παρακαλούσε τους Υπερίονες Ήλιους της βυζαντινής μάσας, ένα ψιχουλάκι δεν του πέταγαν. Έστελναν τα ορθοκέρατα βόδια της ακολουθίας τους και του έσπαζαν τα κόκαλα.  Κύματα του ‘ριχναν πάνω του, λεπιδόφορες ουρές, καυτές ψαρόσουπες και τον γέμιζαν εγκαύματα. Αυτός δεν το ‘βαζε κάτω. Από γειτονιά σε γειτονιά τους έψελνε τα εξ’ αμάξης,   με στίχους από ξίφη, τα μεριά τους χάραζε.

          Σήμερα και στους δικούς μας βασιλείς, μια Λαμπετώ και μια Φαέθουσα φυλάνε τα κοπάδια τους και άγριοι οπλισμένοι Μπραήμηδες τις εκτάσεις και τα λιβάδια τους. Κομματικός στρατός φρουρεί τις εισόδους των οικονομικών οίκων τους, εκπαιδευμένοι κομάντος με μαδέρια και σανίδια, μαυρίζουν στις ροπαλιές τον Έλληνα Πτωχοπρόδρομο  που θα ζυγώσει να γλείψει ένα πεσμένο  κόκαλο από το τραπέζι τους. 

         Ενθρονισμένοι έχουν και του πουλιού το γάλα, μάκαρες σαν θεοί τρώνε και κυβερνούν, σπονδές σταλάζουν στους πορφυρογέννητους της τρόικας και του Δ.Ν.Τ. να μην τους λείπει  το παραδάκι και ό,τι άλλο χρειάζονται για να στουμπώνουν τις γερές μασέλες τους. Και ζουν με τη μάσα. Μάσα γερή, μάσα που την βλέπεις εσύ ο νηστικός και σου φεύγει το τσερβέλο.  Όχι τίποτα γιαχνί φασόλια, αλλά  αστακοί ο γκρατέν, πιλάφια με μυαλά, κουσομέ με κρουτόν, αρνιά με άσπρη σάλτσα, γλώσσες πανέ, πέρδικες αλά Ισπανιόλ.

        Κι εσύ Πτωχοπρόδρομε, χαϊβάνι Έλληνα, καταπίνεις σάπιες ελιές Καλαμών με δάκο και κάνεις σωρούς φτύνοντας τα κουκούτσια. Ζεις μόνιμα σε απελπιστική πενία και πείνα. Το κουμούτσι σου ούτε και μουχλιασμένο δεν το ‘χεις και εν μέλλοντι χρόνω τους οδόντες θα σου εξορύξου ν’ αποσυρθείς από το μάσημα. Λες: Βρε δεν πάν’ να … κάνουν ότι θέλουν οι ένοικοι του Μαξίμου, εγώ να είμαι καλά. Ως Έλλην όμως μαχητής, πρέπει να ξεσπαθώσεις. Σου αρέσει να σε λένε, αλλά όχι και να είσαι Πτωχοπρόδρομος.

 

 

 

         ellinikoxronografima.blogspot.gr    panant1947@gmail.com

 

                  Τ Ο    Χ Ρ Ο Ν Ο Γ Ρ Α Φ Η Μ Α

 

                                Οι υποσχέσεις, τα χαστούκια και ο Αχιλλέας

                                            

                                          Του  Παναγιώτη  Αντωνόπουλου 


 

 

            Κάθε μέρα μια ολοδάκρυτη αυγούλα μας βρίσκει μ’ ένα ματσάκι αγριανθούς στο βαζάκι μας. Οι μεγάλες μας χαρές έγιναν Άρπυιες, η τσέπη μας τρύπησε, οι Τροϊκανές υποσχέσεις  πάνε κι έρχονται σε ατραπούς σκοτεινούς που συναντούν το Μερκέλιο Λαβύρινθο. Ούτε πιστεύουμε σε τίποτα, ούτε περιμένουμε κάτι, ούτε ελπίζουμε. Η καρδούλα μας τσόφλι, στοιχειά και δράκοι σχίζουν τα σωθικά μας, το λιγοστό πλιγούρι μας το αρταίνουμε με μούργα Μεσσηνίας. Στην τηλεόραση κόρσες αναύχενες μας ραντίζουν με εντομοκτόνα λόγια, φουσκωτοί πολιτικοί πετεινοί λαλούν και φλυαρούν ακαταπαύστως, επιτετραμμένοι θαυματοποιοί σγαρλίζουν μια κουτσουλιά στο κοτέτσι του υπουργού των οικονομικών και τη βαπτίζουν, ανάπτυξη.  Κι εσύ φουκαρά Έλληνα ραγιά κάθεσαι σταυροπόδι κοντά στο σβηστό παραγώνι σου και σκέφτεσαι. Τι σκέφτεσαι;  Τα χαστούκια που έχεις φάει, αυτά που τρως και τα άλλα που θα φας!

            Έλληνα οσφυοκάμπτη, σ’ έχουν τουλουμιάσει στο ξύλο κι έχεις φάει χαστούκια από τον πατέρα σου, τον παπά, το δάσκαλο, το μαθηματικό, την πρώτη  ροδούλα αγάπη σου που της άγγιξες τις μελιχρές ρόγες της, το λοχία, τον πιράνχας εργοδότη σου, την αόμματη γριά εφορεία, από τον επιτάφιο θρήνο σου για το απολωλός κουμούτσι σου.  Και συνεχίζεις να τρως από ευρωπαίους τσαρλατάνους που οδοιπορούν στη γαία σου και σου τάζουν λαγούς με πετραχήλια,  από εργολάβους που έχουν βίλες με κήπους γεμάτους με αργυρές αγράμπελες, από τριακόσιους κροίσους και ολίγιστους της βουλής.

          Τουλάχιστον ν’ άξιζε κάποιο χαστούκι να σε αφυπνίσει, όπως συνέβη στον γράφοντα σβουριγμένο  από το φιλόλογό του σε παρελθόντα χρόνο και τώρα  που το αναμιμνήσκω λέω χαλάλι του, δε μου σβούριζε κι άλλο ένα!  << Μήνιν άειδε, θεά, πηληϊάδεω Αχιλήος ουλομένην, η μυρί Αχαιοίς άλγε’ έθηκε… >> διάβασε και μου ζήτησε τη μετάφραση. << Ψάλλε, θεά τον τρομερό θυμόν του Αχιλλέα, πως έγινε στους Αχαιούς αρχή πολλών δακρύων… >>  απόδωσα  και χάρηκα.  << Αχιλλέα; είπες; >> φώναξε και μου άστραψε χαστούκι ισχύος πολλών μεγατόνων στο σβέρκο που κόντεψε να μου ξεκολλήσει το κεφάλι. << Αχιλλέως… ως… ως… ως… είναι η αρχαιοπρεπής κατάληξη και όχι ααααααα! όπως η δική σου η μαλλιαρή, ανάγωγε!>> Και με παιδαγωγικό οίστρο   μου κόλλησε το μούτρο στο βιβλίο.

               Αφυπνίστηκα. Το δώδεκα το έκανα δεκαεφτά. Όμως! Άλλο το χαστούκι του φιλόλογου κι άλλο του Τυφώνα καπιταλισμού. Ένα αν φας από το χέρι τούτου του τέρατος δε θέλεις δεύτερο! Κολλάς τη μούρη σου στη λάσπη και δε σηκώνεσαι! Μένεις εκεί και δεν ξεκολλάς!  Όπως τώρα, καλή μας ώρα, που το φάγαμε!    

              ellinikoxronografima.blogspot.gr   

 

 

                                   Παναγιώτης Αντωνόπουλος

 

    Διήγημα  


 

 

                                Ώρες τρόμου στην πόλη

 

 

                                                     

              Ο ιδρώτας ανάβλυζε από το πρόσωπο του υποψήφιου δημάρχου και οι παγωμένες σταγόνες  κυλούσαν ασταμάτητα στα μάτια  και στα μάγουλά του, όση ώρα μιλούσε στους ελάχιστους και αδιάφορους ψηφοφόρους του.  Έχοντας δε κι ένα κακοποιημένο με αμυχές και μώλωπες πρόσωπο από κάποιο προφανώς βίαιο σπρώξιμο, μιλούσε ακατάπαυστα, ενώ τα κοντά του πόδια ως το μέρος των γοφών, έτρεμαν που και που, ελαφρά σηκωμένα.

          Την προηγούμενη μέρα η τοπική εφημερίδα είχε δημοσιεύσει το σκίτσο του, που προκάλεσε τρομερή εντύπωση και σχολιάστηκε ποικιλοτρόπως από την κοινή γνώμη με κάποιο αίσθημα χαράς και χιούμορ. Το σκίτσο  έδειχνε ένα είδος ουραγκοτάγκου με γιγαντιαίο ανάστημα, εκπληκτική ύπουλη ματιά και τρομακτική αγριότητα στις μιμητικές του κινήσεις.          Ένα άλλο επίσης ευρείας κυκλοφορίας έντυπο με τίτλο << Η ώρα του πολίτη >> δημοσίευσε εκτεταμένο άρθρο για τη σχέση του υποψήφιου δημάρχου με το εργασιακό καθεστώς της εταιρείας << ΑΜΙΣΩ >> όπου φαινόταν όχι μόνο να ελέγχει το είκοσι τοις εκατό του κεφαλαίου αλλά να είναι και ο κύριος υπεύθυνος για τη χρόνια δηλητηρίαση από τον αμίαντο στους εργαζομένους και στους πολίτες από τη χρήση των αμιαντοσωλήνων της ύδρευσης. Το πρώτο σύμπτωμα της δηλητηρίασης παρουσιάστηκε λίγους μήνες από τη λειτουργία του εργοστασίου και σύμφωνα με τους υπεύθυνους της υγειονομικής επιτροπής, εκδηλωνόταν με την εμφάνιση βασεοφίλου στίξης στα ερυθροκύτταρά τους και ερεθισμό στην στοματική κοιλότητα. Γρήγορα όμως εξελισσόταν σε πεπτική διαταραχή με δυνατούς κωλικούς πόνους, ερεθισμούς στους μυς και ενοχλήσεις στις αρθρώσεις, παράλυση με μυϊκή ατροφία στα άνω και κάτω άκρα, παραλήρημα, σπασμούς, νεφρίτιδα και κώμα. Με τον καιρό αποδόθηκαν και κάποιοι ύποπτοι θάνατοι εξαιτίας της χρόνιας δηλητηρίασης από τον αμίαντο, αλλά  η επιχείρηση του μετάλλου, εξακολουθούσε να λειτουργεί και ο μέτοχός της να ζητά  την ψήφο των αδικημένων.

          Αυτές τις ατέλειωτες ώρες τρόμου που περνούσε η πόλη, εξαιτίας της σκληρής βαναυσότητας που έδειχνε το εργοστασιακό κατεστημένο του υποψήφιου, εκδήλωνε με την αγωνία ζωγραφισμένη στα πρόσωπά της και μια μικρή ομάδα πολιτών, που με τις διαμαρτυρίες τους ξεπερνούσαν τα ανθρώπινα όρια αντοχής, αγγίζοντας εκείνα της υστερίας και του παροξυσμού. Αυτή η ομάδα που έμοιαζε σαν στραγγαλισμένη, στεκόταν στην άκρη της μικρής βρώμικης παρόδου που συναντούσε την πλατεία και διαδήλωνε ως εξής: Κρατούσαν ένα μεγάλο πανό  με ζωγραφισμένο στην επιφάνειά του ένα λαμπερό φίδι που σύροντας το σώμα του μέσα από μαραμένα και σάπια λουλούδια, καταβρόχθιζε ένα αγόρι, στέλνοντάς το  στα ανήλιαγα βασίλεια του Άδη. Από κάτω μια μεγάλη λίμνη από αίμα μέσα σε πυκνή ατμόσφαιρα καπνού και σίδερου εξακόντιζε στο γύρω ασθενές δάσος εντυπωσιακές σταγόνες κόκκινου αίματος, όπου τα αιωρούμενα σωματίδια μεταμορφωμένα σε θανατηφόρους ιούς αμιάντου, έσπερναν ανελέητα σε χιλιάδες τερατόμορφα ζώα το θάνατο.

          Το επόμενο βήμα διαμαρτυρίας αυτών των απελπισμένων ήταν πολύ ρηξικέλευθο και πονούσε σαν καρφί στο σώμα. Γύρω στα εφτά μέτρα πιο πέρα από το σημείο που μιλούσε ο υποψήφιος, άφησαν ένα σιδερένιο κλουβί που μέσα του είχαν φυλακίσει ένα ανθρώπινο σκιάχτρο. Ήθελαν έτσι μ’ αυτό τον τρόπο να θυμίσουν τα θύματα που γίνονταν αγνώριστα μετά την προσβολή τους από το μικρόβιο της βαστεοφίλου στίξης που οφειλόταν στην μόλυνσή τους από τον αμίαντο.

          << Ε, λοιπόν >>, είπε μετά από μια μικρή παύση ο υποψήφιος σαν είδε το σκιάχτρο με το κλουβί, μπροστά του, << θα σας πω τώρα για όλα εκείνα τα καλά που θα σας κάνω σαν πάρω το χρίσμα του δημάρχου  που αγνόησαν οι προηγούμενοι >>. Καθώς όμως μιλούσε κι αναφερόταν σε όλα αυτά τα υποτιθέμενα καλά που θα τους έκανε, ξαφνικά σημειώθηκε μια τρομερή αλλαγή στην όψη του, που, στη θέα της, οι παρευρισκόμενοι ακροατές ένιωσαν φρίκη που τους ανάγκασε να αποτραβηχτούν λίγα μέτρα πιο πίσω κι  έντρομοι να εκφραστούν με ακατάληπτα και κακόηχα επιφωνήματα.  Και τούτο γιατί είχε την όψη άρρωστου με  τα μάτια του γυρισμένα προς τα πάνω και τις κόρες του, ξεθωριασμένες κι ακίνητες. Το πρόσωπό του χλομό με σκούρες αποχρώσεις γύρω από τα χείλη και το μέτωπο λευκό σαν το χαρτί. Οι έντονες στρογγυλές κηλίδες που του αυλάκωναν τα μάγουλα και μεγάλωναν όσο περνούσε η ώρα, τον έκαναν αποκρουστικό και με τον ασυνήθιστο φόβο που απλωνόταν στην έκφρασή του, έδειχναν πως χρειαζόταν βοήθεια στην προσπάθειά του να κρατηθεί και να παραμείνει στη θέση του.

           Έτσι μέσα σε αυτή την παρατεταμένη αγωνία και μέσα στο θόρυβο από τις φωνές των ακροατών  που είχαν μεταβληθεί σ’ ένα συγκεχυμένο συνονθύλευμα ιεροεξεταστών, κάποιος είπε με χιούμορ : << Η περιφρόνησή του για το ανθρώπινο μαρτύριο τον έκανε έτσι! Μας μιλά με νεκρική έκφραση και μας λέει ψέματα. Τίποτα δε θα ακολουθήσει απ’ όσα λέει. Ιδού και η τιμωρία του για τα σκούρα παραπετάσματα που καλύπτουν την αλήθεια των λόγων του >>  και με μια πύρινη ματιά που τον κοίταξε  έδειξε το αβυσσαλέο μίσος του.

          Ο υποψήφιος ωστόσο έδειξε να συνέρχεται από αυτή την ασυνήθιστη νευρική μεταμόρφωση που οφειλόταν σε ψυχοσωματική διαταραχή και με μια ζωηρή τώρα και οξύθυμη συμπεριφορά, άρχισε να ξαναμιλά με ιδιαίτερη έμφαση και ζωντάνια, επιδιώκοντας να τους πείσει με τη διαρκή και ψεύτικη φαντασμαγορία των λόγων του. Πέντε λεπτά όμως αργότερα αυτό που είδε στη μικρή και στενή πάροδο που οδηγούσε στη συνοικία των εξαθλιωμένων πολιτών,  έκανε  το αίμα του να τρέξει σαν χείμαρρος στην καρδιά του και να χάσει για λίγο τις αισθήσεις του.

          Με πόδια σηκωμένα  εκεί, ένα ψοφίμι πεταμένο στην άκρη του καλντεριμιού, σκορπούσε τη δύσοσμη οσμή του που έβγαινε από τη σάπια κοιλιά του και τα αποσυνθεμένα μέλη του. Πολλές μέρες εκεί ξαπλωμένο νωχελικά και κυνικά μπρος από τα σπίτια και τα μάτια των ανθρώπων, αψηφούσε το κακό που τους έκανε και τους χάριζε αρρώστιες, λιγοθυμιές και θανατηφόρα μικρόβια. Ο   ήλιος   είχε  κάνει τούτο το ψοφίμι τόπο και φωλιά για τα φοβερά έντομα κι ερπετά που έτρεχαν στα λασπόνερά του να τυλιχθούν με τις κουρελιασμένες σάρκες του που ξεκόλλαγαν από το βρωμερό  κορμί του. Και κολλημένα πια στη σάπια του κοιλιά, μύγες, κουνούπια στρατιές των σκουληκιών και ιοβόλα μικρόβια, ανεβοκατέβαιναν σαν σπίθες φωτεινές στο στόμα του φουσκωμένου ψοφιμιού που  σκορπούσε τη φρίκη σε χιλιάδες γύρω του ζωές.

          << Θα πρέπει να σας πω, πως τούτο το απαίσιο ψοφίμι που τόσα δεινά σας κουβαλά, κι  ασάλευτο όλο βρώμα και θυμό την πόλη μας, τυλίγει, θα το αποτελειώσω μια και καλή σαν δήμαρχος, χριστώ ! >> τους είπε με παρακαλεστή φωνή που ακούστηκε άγρια και σφυριχτή σαν απρόσμενου αγέρα ριπή. << Έτσι που η πόλη καθαρή χωρίς τη σαπίλα τη φριχτή θα παραδοθεί στη μοίρα της με χάρη που τη θέλει αξιοπρεπή θυγατέρα προσφιλή της τελειότητας του κάλλους >> πρόσθεσε ενώ ένιωσε την καρδιά του να την τρώει κάποιο σκουλήκι βρωμερό, όμοιο μ’  εκείνο  του αποσυνθεμένου ψοφιμιού !

          Κανείς όμως απ’ αυτούς που τον άκουγαν δεν πήρε τα λόγια του σοβαρά και πολλοί μουρμούρισαν πως ξεστόμισε λόγια  υβριστικά κι άνοστα. Και καθώς ο αέρας έπνιγε την ατμόσφαιρα με την απαίσια οσμή του ψοφιμιού, πολλοί ήταν εκείνοι που σκέφτηκαν ν’  απαλλαγούν από την τρομοκρατία και των δυο, ομιλητή και ψοφιμιού και να φύγουν. Και το έκαναν με τη σκέψη τους πως ότι είπε και είδαν ήταν προάγγελοι κακών στην πόλη.

         

 

 

                                     

 

                                                = = = 

 

 

 

 

          Ε, λοιπόν, τα πράγματα γι’ αυτόν τον ονειροπόλο κι αφηρημένο άνθρωπο ήρθαν την επομένη των εκλογών όπως τα ήθελε. Εκλέχθηκε δήμαρχος παρά τον εκνευρισμό των πολιτών κι άρχισε με τα σημάδια της απληστίας και της αλαζονείας να εκφράζει την ταραγμένη του  ψυχή! Έτσι με το μάτι του γυρισμένο προς τα πάνω, τα βλέφαρά του να τρεμοπαίζουν σαν τρελά και την ακαμψία του προσώπου του να τον δείχνει ασθενή που ψυχομαχεί, διάβασε τα θέματα της συζήτησης στην πρώτη του κιόλας συνεδρίαση του δημοτικού συμβουλίου με εξασθενημένη φωνή και τους κάλεσε να δώσουν ιδιαίτερη σημασία στο επείγον θέμα << εκχώρηση άδειας λειτουργίας σε θυγατρική  της εταιρείας << ΑΜΙΣΩ >> στα νότια της πόλης για την παρασκευή ακετυλενίου και την εφαρμογή του στη βιομηχανία για την παραγωγή πλαστικών σωλήνων >>.

          Και με ύφος σουλτάνου μεγαλοπρεπή, συνέχισε με κυνικότητα κι αυταρχισμό :

          << Θα πάρουμε όλα τα αναγκαία μέτρα που θα προστατέψουν τους πολίτες, ώστε να μηδενίσουμε τις επιβλαβείς συνέπειες,       που τυχόν θα παρουσιάζονταν κατά το γνωστό στάδιο της πυρόλυσης. Κι όσο για τα εκρηκτικά μίγματα που θα χρειαστούν να αναφλεγούν για τη διατήρηση και δημιουργία της οξυακετυλενικής φλόγας κατά τη συγκόλληση μετάλλων και κοπής αυτών, να είσαστε σίγουροι πως πρώτα μας ενδιαφέρει η υγεία και η ασφάλεια των πολιτών μας και μετά η παρασκευή συνθετικών ελαστικών >>. Ωστόσο δεν μπόρεσε να κρύψει τη δυσαρέσκειά του για κάποιον της αντιπολίτευσης που όση ώρα μιλούσε, σήκωνε επίμονα το χέρι του και ζητούσε το λόγο να μιλήσει. Έτσι στο τέλος της μικρής του εισήγησης, του έδωσε το λόγο.

          Κι εκείνος αποκαλύπτοντας μια σκληρή  γλώσσα του είπε με ασυνήθιστη επιθετικότητα, που άφηνε έντονες στρογγυλές κηλίδες στα ρουφηγμένα του μάγουλα : << Το ψοφίμι είναι ακόμη εκεί, και, βρωμίζει  την πόλη με τις μύγες να βουίζουν μαζί με τις στρατιές των σκουληκιών στο φριχτό του σκέλεθρο. Κι όμως στα λόγια σου  τίποτα δεν ακούσαμε που να μας χαροποιεί πως θα απαλλαγούμε απ’  αυτό >>. Και ύστερα όλο θυμό σαν το ψοφίμι σκέφτηκε το απαίσιο να βρωμίζει το κορμί και την ψυχή της πόλης, του φώναξε με άγρια φωνή σαν ριπή ανέμου : << Είχες πει, πως σαν έπαιρνες την εκλογή το φριχτό τούτο σκέλεθρο της δυσοσμίας θα πετούσες ! Τώρα τι σε κάνει να μασάς τα λόγια σου και να το αρνείσαι ; >>

          Κάτω από την πίεση αυτής της μαρτυρίας ο δήμαρχος τον κοίταξε με οργή που σφηνώθηκε σαν τσεκούρι στο κρανίο του. Με τον ίδιο τρόπο κοίταξε και τους άλλους και τους είπε με μια χλομή λάμψη στα μάτια:  << Σας λέω, λοιπόν πως οι αισθήσεις και μνήμη μου είναι οξύτατες και πως θυμάμαι καλά τι είχα πει στην προεκλογική περίοδο, ατενίζοντας το ψοφίμι. Ωστόσο τίποτα δεν μπορώ να κάνω για να  διώξω το σάπιο σκέλεθρό του. Και τούτο γιατί το κονδύλι που χρειάζεται δε γλίτωσε από τον ανεμοστρόβιλο της διαφθοράς του προκατόχου μου. Όσο κι αυτό που θα σας πω είναι φριχτό, με σύνεση όμως το ομολογώ, πως η σαπίλα τούτη η θλιβερή, εδώ θα μείνει για πολύ, γιατί νέα δαπάνη δεν προβλέπει ο κώδικας του νέου προϋπολογισμού >>.

          << Το ψοφίμι σκορπίζει θανατηφόρους ιούς. Ένα αγόρι νοσηλεύεται στην εντατική και οι γιατροί το έχουν ξεγράψει. Τρεις μέρες το βλέμμα του είναι άκαμπτο και το κορμί του παγωμένο. Κι εσύ συνεχίζεις το απαίσιο τραγούδι των λόγων σου! Ντροπή σου! >> του είπε με πνιγμένη φωνή ο ίδιος άνθρωπος δείχνοντας οργισμένος.

          Ο δήμαρχος τον άκουσε αλλά δεν έδειξε να πονάει. Πάντα όταν επρόκειτο να κάνει κάποια ποταπή ή ανόητη πράξη, γυρνούσε στα ερείπια της αποσυνθεμένης ψυχής του και ζητούσε να βρει κάποιο ελάχιστο έλεος. Αλλά ποτέ δεν το έβρισκε.  Έτσι και τώρα με μια θηλιά γύρω από το λαιμό του από την έλλειψη αισθημάτων, ζήτησε να διακοπεί η συνεδρίαση για προσωπικούς λόγους και να συνεχιστεί στο εγγύς μέλλον σε ημερομηνία που θα οριζόταν από τον ίδιο. Κι αυτός γλιστρώντας από την πίσω πόρτα της αίθουσας, μπήκε στην πολυτελή λιμουζίνα του και με την εύνοια της δύναμης που τον περιέβαλε η ισχύς της θέσης του, ετοιμάστηκε να τραβήξει για το παραθαλάσσιο παλάτι του, στα δυτικά της πόλης.

          Δυστυχώς όμως γι’ αυτόν τα πράγματα δεν του ήρθαν όπως τα περίμενε. 

          Και τούτο γιατί είδε με φρίκη στο μπαμπρίζ του αυτοκινήτου του ένα τρομερό ακέφαλο ψοφίμι, με σάπια κοιλιά, στρογγυλή με ρίγες μαύρες και χρώματα μουντά, να του γραπώνει θαρρείς το σώμα του και την ψυχή, θέλοντας να τον τινάξει πέρα μακριά σαν ένα βαρύ σάκο γεμάτο από σκουπίδια . Κι αυτός τότε αηδιάζοντας από τη θέα της σάπιας σάρκας που τον απειλούσε θανάσιμα, το’ βαλε στα πόδια κι έντρομος, χαμένος στον παραλογισμό του χάους και της ύπνωσης, άρχισε να τρέχει στους έρημους δρόμους της πόλης, συρρικνωμένος και θρυμματισμένος σαν το σάπιο ψοφίμι της, που δεν τον άφηνε ήσυχο ούτε στιγμή, αφού η κραυγή του που του τρυπούσε τ’ αυτιά κι έλεγε << νεκρός ! νεκρός ! >> του επεσήμανε την τρομερή θανατική καταδίκη του!

          ellinikoxronografima.blogspot.gr

 

 

 

 

 

 

 

         

 

 

Παρασκευή 24 Ιουλίου 2026

 

                        Διήγημα

 

                                            Το ποτάμι  

 


                                       Παναγιώτη   Αντωνόπουλου

 

             Μέρες τώρα οι άνθρωποι του κάμπου  ανέβαιναν σ’ ένα βραχάκι στην όχθη του ποταμού και κοίταζαν το νερό, που κυλούσε στην κοίτη του  σαν τεράστιο μαύρο φίδι, αφήνοντας πίσω του, όχι το τραγούδι του κελαρύσματος  αλλά ένα τραυλό ψέλλισμα σαν επιθανάτιο ρόγχο. Κι όσο το κοίταζαν τούτο το αφύσικο κι ατέλειωτο κινούμενο τέρας ν’ αγκαλιάζει και να σκοτώνει  με τα βρώμικα πλοκάμια του κάθε έμψυχο στολίδι της φύσης, τόσο ο πόνος που τους είχε καθίσει στο στήθος σαν αχινός, μεγάλωνε και τους τρυπούσε την καρδιά, κάνοντάς τη να ματώνει και να κτυπά άρρυθμα και τρελά.

          Η  συμφορά ήταν μεγάλη και η απογραφή των όσων κακών έβλεπαν να συμβαίνουν, τραγική και ρεαλιστική. Ο θάνατος κοινός και στη χλωρίδα και στην πανίδα, θέριζε και σκορπούσε νεκρή τριγύρω του κάθε πνοή ζωής, αχόρταγα, αλόγιστα και με το πιο άγριο ένστιχτο του πλέον ειδεχθή κακούργου.

          Χορτάρια, αγριολούλουδα, καλάμια, σπάρτα, αγκάθια, κάρδαμα, ιτιές και λυγαριές, άρρωστα και μολυσμένα, αργοπέθαιναν στις όχθες, αφήνοντας πάνω στη μαύρη λάσπη που κυλούσε στις ρίζες τους, το παράπονο της διαμαρτυρίας τους μ’ ένα άψυχο θρόισμα που ήταν για πολλά και το τελευταίο τους επιθανάτιο τραγούδι. Κάμποσα αιωνόβια πλατάνια με τους γιγάντιους κορμούς τους λερωμένους από το μαύρο ζουμί του θανάτου που κυλούσε με βαρβαρότητα στις ρίζες τους, αντιστέκονταν όσο μπορούσαν σ’ αυτό το βούρκο, απλώνοντας που και που τα γυμνά κλαδιά τους να του σταματήσουν την ορμή, αλλά δεν το κατόρθωναν γιατί ο ιός του θανάτου που κουβαλούσε μέσα του τα αποδυνάμωνε και τα καθιστούσε  άρρωστα και αδύναμα.

          Έτσι ξεραμένα μέρα με τη μέρα αποσαθρώνονταν γρήγορα και σάπιζαν, ώσπου  η νεκρή τους όψη εκτόπιζε κάθε ομορφιά και χάρη εκεί που άλλοτε η ηδονή της θέας του μέρους αυτού ήταν εξαίσια και μοναδική. Και οι άγριες συκιές που θεωρούνται ανθεκτικές και μείζονος αντοχής σε τέτοιου είδους μολύνσεις, είχαν υποκύψει στη φοβερή αυτή πληγή που τις είχε βρει χωρίς ιδιαίτερη αντίσταση. Όσα μέρη των κλαδιών τους δεν ήταν ακόμη ξεραμένα, είχαν πετάξει κάτι εξογκώματα χοντρά σαν χαλασμένα μάτια, που έσταζαν συνέχεια άσπρο υγρό σαν πύο πληγής που είναι μολυσμένη και κακοφορμισμένη.

          Η ίδια όμως θανατερή κατάσταση, επικρατούσε και στην πανίδα του ποταμού. Ψάρια, καβούρια, βάτραχοι, χελώνες, σαλιγκάρια, πεταλούδες, μυρμήγκια, σκουλήκια, σκαθάρια και κάθε λογής  μικροοργανισμοί, βρίσκονταν νεκροί στη μαύρη και ξερή λάσπη που είχε ξεβραστεί στις όχθες του ποταμού και φάνταζαν μέσα στη βρώμα που έβγαζαν τα σάπια σώματά τους σαν σκουριασμένα μικρά τενεκεδάκια, γεμάτα ιζήματα και σκουπίδια. Και σα να μην έφτανε αυτός  ο βρώμικος πηλός που απλωνόταν μέχρι εκεί που έφτανε το μάτι σου, να δώσει το μέγεθος της καταστροφής, έρχονταν τώρα και τα ψόφια ζώα του δάσους που μολύνονταν από το νερό του ποταμού που  έπιναν, να προσθέσουν με το δικό τους τρόπο την ολοκληρωτική καταστροφή και στο βασίλειο των ζώων.

          Λαγοί, αλεπούδες, σκίουροι, κουνάβια, πουλιά και κάθε άλλα λογής - λογής ζώα του δάσους, ήταν σκορπισμένα ανάμεσα στα ξερά φυλλώματα με τα τυμπανισμένα σώματά τους.  Μύριζαν άσχημα και τ’ ακρωτηριασμένα και αποσυνθεμένα μέλη τους, κεφάλια, πόδια, έντερα και ουρές  προσφέρονταν τροφή στα σκουλήκια, στους γύπες και στα κοράκια, που είχαν στρωθεί για τα καλά πάνω απ’ το νεκροταφείο τούτο των βρώμικων σαρκών κι έτρωγαν με την ψυχή τους!

          Κι εκεί που μέχρι χθες άκουγες το κελάηδημα των πουλιών κι έβλεπες το χαρούμενο πέταγμα της αγριόχηνας, της χαλκόκοτας, του ασημόγλαρου, του ποταμόγλαρου και του τσαλαπετεινού, τώρα βασίλευε του τάφου η σιωπή και η φοβέρα κάποιου ακαθόριστου και τρομακτικού εχθρού. Ενός εχθρού που είχε νεκρώσει το σώμα του ποταμού από τη φοβερή αρρώστια του που κουβαλούσε στα σπλάχνα του, αλλά  και την ακτή της θάλασσας που χύνονταν τα νερά του και τα είχε γεμίσει με κοπάδια από ψόφια ψάρια, αλκυόνες και γλάρους.

          Βλέποντας τούτες τις φριχτές εικόνες της κόλασης μπρος τους οι άνθρωποι του κάμπου θυμήθηκαν τις παλιές καλές μέρες του ποταμού κι άρχισαν να τις ξεδιπλώνουν. Πριν από τον πόλεμο, ο παππούς του αγρότη  Καστρινού   είχε ψηλά, κοντά στους πρόποδες του βουνού, το πριονιστήριο. Ένα μικρό πέτρινο χτίριο με τη σκεπή του στεριωμένη με ξυλοδεσιά να στηρίζεται σε τέσσερις χοντρούς ξύλινους πασσάλους που με το πριόνι μέσα του να σχίζει με δυνατό θόρυβο μεγάλους και χοντρούς κορμούς δέντρων. Μετά τον πόλεμο ήρθε η σειρά του πατέρα του να δέσει τη ζωή του με το ποτάμι. Διορίστηκε υδροφύλακας και είχε την ευθύνη να διαχειρίζεται σωστά το νερό του ποταμού και να το κατανέμει με δικαιοπραξία στους ενδιαφερομένους καλλιεργητές που το χρησιμοποιούσαν για να ποτίζουν τα χωράφια τους. Και πριν από χρόνια ήταν ο ίδιος ο γιος Καστρινός που ένωσε την ψυχή του με το ποτάμι, γιατί έπρεπε να κερδίσει το ψωμί του και να ζήσει με αξιοπρέπεια. Έτσι αναγκάστηκε να θέσει πάλι σε λειτουργία ένα νερόμυλο που είχε εγκαταλειφθεί από τον ιδιοκτήτη του και ν’ αλέθει νυχτοήμερα, φορτώματα με σιτάρι και σίκαλη.

          Με τον καιρό γέρασε, το νερό λιγόστεψε, το ποτάμι μολύνθηκε κι αυτός σταμάτησε το μύλο και αποσύρθηκε στο αγροτόσπιτό του στον Αγρίλη. Εκεί ζούσε συντροφιά με τα ζώα και τα δέντρα του κήπου του, δεμένος  με τη φύση και τις ομορφιές της. Γι’ αυτό  τώρα ανεβασμένος πάνω στο βράχο  με τους ανθρώπους του κάμπου κοιτούσε το ποτάμι και θλιβόταν αφάνταστα για το κακό που έβλεπε να κυλάει στην κοίτη του. Έτσι με τον πόνο να φωλιάζει μέσα του για την πλήρη καταστροφή που έβλεπε ν’ απλώνεται γύρω του, έφυγε εξουσιοδοτημένος πηγαίνοντας να συναντήσει το δήμαρχο της περιοχής και να του καταγγείλει τη συμφορά.

          --- Τι τα θες τώρα και τα σκαλίζεις, Καστρινέ! Άφησέ τα όπως είναι και μη νοιάζεσαι για τίποτα! του είπε με κυνικότητα εκείνος και του ‘δειξε την περιφρόνησή του. Όλα τα ποτάμια του κόσμου έτσι είναι σήμερα, βρώμικα και μολυσμένα! Εμείς θα τα καθαρίσουμε;

          Και τότε ο Καστρινός του απάντησε με θλιμμένο ύφος, γεμάτο οργή:

          --- Το ποτάμι, δήμαρχε στο ξαναλέω, μεταμορφώθηκε από άγγελος πνοής που ήταν σε διάβολο θανάτου! Πολλές φορές όταν το κοιτάζω ανεβασμένος στο βράχο, το βλέπω να παίρνει διάφορες μορφές και να γίνεται πότε ένας πελώριος δράκοντας που ρουφάει το αίμα στα ζώα και πότε ένα πολυκέφαλο φίδι σαν τη Λερναία Ύδρα ν’ αγκαλιάζει θανατηφόρα ό,τι περνάει στην κοίτη του και να το κάνει ένα σωρό κόκαλα και λιωμένες σάρκες.  Φαίνεται από ό,τι είδα, σε λίγο κάθε ίχνος ζωής θα σταματήσει και τα υπάρχοντα ζώα, πριν εξαφανιστούν, θα μεταλλαχτούν σε τερατόμορφα όντα που θα θυμίζουν εξωγήινες εικόνες φρίκη της φύσης. Και δε θα φοβηθώ να εξομολογηθώ πως είδα βατράχους με θεόρατα πόδια, νερόφιδα χοντρά σαν παλούκια και χελώνες με ανίατες πληγές στα εμφανή τους μέρη. Και σαν πιστέψω τις φήμες που κυκλοφορούν σε λίγο από το ποτάμι θα ξεπηδήσουν οι δέκα πληγές του Φαραώ που θα μας καταστρέψουν!

          --- Δε λες τίποτα καινούργιο! του απάντησε πάλι ο δήμαρχος και στηρίχτηκε στα κάγκελα της εξώπορτας. Η μόλυνση είναι αναγκαίο κακό της τεχνολογικής εξέλιξης και δεν μπορούμε να την αποφύγουμε. Φαίνεται πως έχει αδέρφια, τους παγετώνες, τις μεγάλες θερμοκρασίες, τους τυφώνες, τους σεισμούς, τις ξηρασίας         και όλα τα καταστροφικά πλανητικά σύνδρομα που τόσα δεινά προκαλούν στους ανθρώπους!

          Γέλασε  και του είπε με σαρκασμό:

          --- Τα λες αυτά και θαρρώ πως δεν τα πιστεύεις, δήμαρχε! Ξέρεις τι συμβαίνει και το ποτάμι είναι μολυσμένο, αλλά δεν το λες!

          Έριξε το κεφάλι εκείνος κάτω και του ψιθύρισε μ’ ένα τρέμουλο στη φωνή του:

          --- Τα συμφέροντα! Αυτά ευθύνονται για τη μόλυνσή του, θες να πεις! Αυτά κάνουν το νερό του βρώμικο και ρυπαρό να σκορπά το θάνατο! Το ξέρω!

          --- Αλλά δεν κάνεις τίποτα για να το προστατέψεις! του ψέλλισε   δείχνοντας το άδολο ύφος του.

          --- Να τα βάλλω, θες, με τους  ισχυρούς; τον ρώτησε εκείνος και συνέχισε:  Μπορώ; Τα λύματα θα χύνονται στο ποτάμι όσο κι αν φαίνεται επικίνδυνο για μας κι ασήμαντο γι’ αυτούς! Το κέρδος βλέπεις τους ενθαρρύνει  να βιάζουν  περιβάλλον και φύση.

          Κι αφού  τον σκούντησε στον ώμο με φιλική διάθεση πρόσθεσε με κάποια προσποιητή μελαγχολία στα μάτια:

          --- Πάμε τώρα στις δουλειές μας κι ας αφήσουμε το ποτάμι να κυλάει ήσυχα!

 

 

 

                                        = = =

 

 

 

          Όλη αυτή η συζήτηση έγινε την άνοιξη.  Ώσπου ήρθε ο Αύγουστος με μια ζέστη ανυπόφορη και μια άπνοια θανατερή. Το νερό στο ποτάμι λιγόστεψε ακόμη πιο πολύ, η μόλυνσή του συνεχιζόταν και η παραγωγή των κηπευτικών μειωνόταν αισθητά. Σαν να μην έφταναν  αυτά ήρθε και η φήμη πως κάποια γεροντάκια ένιωσαν δυσφορία στο στομάχι κι επισκέφτηκαν το νοσοκομείο για τις απαραίτητες εξετάσεις. Και πως οι γιατροί διέγνωσαν έναν μολυσματικό ιό στο αίμα τους που οφειλόταν στη μόλυνση του νερού που διοχετευόταν στον οργανισμό τους μέσω των φυτών και των καρπών που κατανάλωναν!

          Όλοι άρχισαν να ανησυχούν και να συζητούν με ακατάσχετη παραφιλολογία το θέμα αυτό που τους τρόμαζε. Πολλοί μιλούσαν για θανάτους που είχαν γίνει στο παρελθόν εξαιτίας του μολυσμένου νερού, άλλοι για τους παράλυτους που είχε αφήσει και κάποιοι για επικείμενες τερατογεννήσεις. Μέρα με τη μέρα ο πανικός κι ο φόβος μεγάλωνε ανάμεσα στους ανθρώπους και η υστερία μπήκε για τα καλά με την καθημερινότητα στα σπίτια τους.

          Κι όταν πραγματικά ήρθε ο θάνατος, όλοι παραλήρησαν! Η είδηση, πως ένας μεσήλικας πέθανε στο νοσοκομείο, έπεσε σαν κεραυνός στα κεφάλια των ανθρώπων που απεγνωσμένα ζητούσαν από τις αρχές να τους προστατέψει από μια επικείμενη θανατηφόρα επιδημία.

          Η αγωνία τους μεγάλωνε σαν πληροφορήθηκαν από τους συγγενείς του νεκρού, το φριχτό τρόπο με τον οποίο πέθανε. Τον έπιασε, έλεγαν, στην αρχή ένας δυνατός πόνος στο στομάχι κι αφού τον παρέλυσε κυριολεκτικά, τον άφησε ύστερα από ώρα για να συνεχίσει αμέσως μετά ένα ασταμάτητο τρεμούλιασμα σε ολόκληρο το σώμα του, που το ‘κανε να τρέμει από δυνατούς σπασμούς. Κι αφού ο  άρρωστος μέσα σ’ ένα παραλήρημα ασυνειδησίας και παραισθήσεων κατέρρεε, γούρλωσε ύστερα τα μάτια και εξαντλημένος για πολλή ώρα από ένα έντονο και ακατάσχετο βήχα, έπεσε σε κώμα, περιμένοντας προφανώς το τέλος του, που δε θα αργούσε πράγμα που το επιβεβαίωνε κι ένας  αδύνατος ρόγχος που εμφανίστηκε και τον ενοχλούσε επίμονα με τη συνεχή παρουσία του.

           Ύστερα από όλη αυτή τη σκληρή δοκιμασία που περνούσε ο άρρωστος, εξαντλήθηκε τόσο που έμεινε ακίνητος με μόνο ζωντανό σημάδι στο κάτωχρο πρόσωπό του, μια αφρισμένη κρούστα σάλιου και κίτρινου υγρού γύρω απ’ τα  πρησμένα χείλη του. Κι αφού όλη αυτή η φριχτή κατάσταση κράτησε κοντά στις δυο ώρες, στο τέλος πέθανε.

          Μ’ αυτό τον τρόπο λοιπόν που περιγράψαμε πέθαναν πολλοί, όπως διαδόθηκε, που είχαν προσβληθεί από τον ιό του ποταμού. Ο αριθμός τους δεν είναι δυνατόν να εξακριβωθεί, η σύγχυση και ο πανικός που επικρατούσε τόσο στις αρχές όσο και στους κατοίκους της περιοχής αγνόησε τα στοιχεία.

          Τα κανάλια και οι εφημερίδες μιλούσαν για ογδόντα και παραπάνω θύματα από τα οποία, ευτυχώς τα παιδιά ήταν ελάχιστα. Προς το τέλος του Αυγούστου τα κακό περιορίστηκε, αλλά η φήμη μιλούσε για πρόσκαιρη εξασθένηση του ιού, που πάλι θα ξαναφούντωνε.

          Οι ανησυχίες και οι φόβοι κορυφώθηκαν, όλοι  μιλούσαν για   εκδίκηση του ποταμού που ήρθε σαν πληγή να τους τιμωρήσει για το κακό που του ‘καναν, και, για ανταμοιβή του έστειλε  τον ανελέητο ιό του.  

          ellinikoxronografima.blogspot.gr   panant1947@gmail.com

         

                   

 

 

 

 

 

 

                                                                                                                                               

 

                        Διήγημα

 

                                            Το ποτάμι   


 

                                       Παναγιώτη   Αντωνόπουλου

 

             Μέρες τώρα οι άνθρωποι του κάμπου  ανέβαιναν σ’ ένα βραχάκι στην όχθη του ποταμού και κοίταζαν το νερό, που κυλούσε στην κοίτη του  σαν τεράστιο μαύρο φίδι, αφήνοντας πίσω του, όχι το τραγούδι του κελαρύσματος  αλλά ένα τραυλό ψέλλισμα σαν επιθανάτιο ρόγχο. Κι όσο το κοίταζαν τούτο το αφύσικο κι ατέλειωτο κινούμενο τέρας ν’ αγκαλιάζει και να σκοτώνει  με τα βρώμικα πλοκάμια του κάθε έμψυχο στολίδι της φύσης, τόσο ο πόνος που τους είχε καθίσει στο στήθος σαν αχινός, μεγάλωνε και τους τρυπούσε την καρδιά, κάνοντάς τη να ματώνει και να κτυπά άρρυθμα και τρελά.

          Η  συμφορά ήταν μεγάλη και η απογραφή των όσων κακών έβλεπαν να συμβαίνουν, τραγική και ρεαλιστική. Ο θάνατος κοινός και στη χλωρίδα και στην πανίδα, θέριζε και σκορπούσε νεκρή τριγύρω του κάθε πνοή ζωής, αχόρταγα, αλόγιστα και με το πιο άγριο ένστιχτο του πλέον ειδεχθή κακούργου.

          Χορτάρια, αγριολούλουδα, καλάμια, σπάρτα, αγκάθια, κάρδαμα, ιτιές και λυγαριές, άρρωστα και μολυσμένα, αργοπέθαιναν στις όχθες, αφήνοντας πάνω στη μαύρη λάσπη που κυλούσε στις ρίζες τους, το παράπονο της διαμαρτυρίας τους μ’ ένα άψυχο θρόισμα που ήταν για πολλά και το τελευταίο τους επιθανάτιο τραγούδι. Κάμποσα αιωνόβια πλατάνια με τους γιγάντιους κορμούς τους λερωμένους από το μαύρο ζουμί του θανάτου που κυλούσε με βαρβαρότητα στις ρίζες τους, αντιστέκονταν όσο μπορούσαν σ’ αυτό το βούρκο, απλώνοντας που και που τα γυμνά κλαδιά τους να του σταματήσουν την ορμή, αλλά δεν το κατόρθωναν γιατί ο ιός του θανάτου που κουβαλούσε μέσα του τα αποδυνάμωνε και τα καθιστούσε  άρρωστα και αδύναμα.

          Έτσι ξεραμένα μέρα με τη μέρα αποσαθρώνονταν γρήγορα και σάπιζαν, ώσπου  η νεκρή τους όψη εκτόπιζε κάθε ομορφιά και χάρη εκεί που άλλοτε η ηδονή της θέας του μέρους αυτού ήταν εξαίσια και μοναδική. Και οι άγριες συκιές που θεωρούνται ανθεκτικές και μείζονος αντοχής σε τέτοιου είδους μολύνσεις, είχαν υποκύψει στη φοβερή αυτή πληγή που τις είχε βρει χωρίς ιδιαίτερη αντίσταση. Όσα μέρη των κλαδιών τους δεν ήταν ακόμη ξεραμένα, είχαν πετάξει κάτι εξογκώματα χοντρά σαν χαλασμένα μάτια, που έσταζαν συνέχεια άσπρο υγρό σαν πύο πληγής που είναι μολυσμένη και κακοφορμισμένη.

          Η ίδια όμως θανατερή κατάσταση, επικρατούσε και στην πανίδα του ποταμού. Ψάρια, καβούρια, βάτραχοι, χελώνες, σαλιγκάρια, πεταλούδες, μυρμήγκια, σκουλήκια, σκαθάρια και κάθε λογής  μικροοργανισμοί, βρίσκονταν νεκροί στη μαύρη και ξερή λάσπη που είχε ξεβραστεί στις όχθες του ποταμού και φάνταζαν μέσα στη βρώμα που έβγαζαν τα σάπια σώματά τους σαν σκουριασμένα μικρά τενεκεδάκια, γεμάτα ιζήματα και σκουπίδια. Και σα να μην έφτανε αυτός  ο βρώμικος πηλός που απλωνόταν μέχρι εκεί που έφτανε το μάτι σου, να δώσει το μέγεθος της καταστροφής, έρχονταν τώρα και τα ψόφια ζώα του δάσους που μολύνονταν από το νερό του ποταμού που  έπιναν, να προσθέσουν με το δικό τους τρόπο την ολοκληρωτική καταστροφή και στο βασίλειο των ζώων.

          Λαγοί, αλεπούδες, σκίουροι, κουνάβια, πουλιά και κάθε άλλα λογής - λογής ζώα του δάσους, ήταν σκορπισμένα ανάμεσα στα ξερά φυλλώματα με τα τυμπανισμένα σώματά τους.  Μύριζαν άσχημα και τ’ ακρωτηριασμένα και αποσυνθεμένα μέλη τους, κεφάλια, πόδια, έντερα και ουρές  προσφέρονταν τροφή στα σκουλήκια, στους γύπες και στα κοράκια, που είχαν στρωθεί για τα καλά πάνω απ’ το νεκροταφείο τούτο των βρώμικων σαρκών κι έτρωγαν με την ψυχή τους!

          Κι εκεί που μέχρι χθες άκουγες το κελάηδημα των πουλιών κι έβλεπες το χαρούμενο πέταγμα της αγριόχηνας, της χαλκόκοτας, του ασημόγλαρου, του ποταμόγλαρου και του τσαλαπετεινού, τώρα βασίλευε του τάφου η σιωπή και η φοβέρα κάποιου ακαθόριστου και τρομακτικού εχθρού. Ενός εχθρού που είχε νεκρώσει το σώμα του ποταμού από τη φοβερή αρρώστια του που κουβαλούσε στα σπλάχνα του, αλλά  και την ακτή της θάλασσας που χύνονταν τα νερά του και τα είχε γεμίσει με κοπάδια από ψόφια ψάρια, αλκυόνες και γλάρους.

          Βλέποντας τούτες τις φριχτές εικόνες της κόλασης μπρος τους οι άνθρωποι του κάμπου θυμήθηκαν τις παλιές καλές μέρες του ποταμού κι άρχισαν να τις ξεδιπλώνουν. Πριν από τον πόλεμο, ο παππούς του αγρότη  Καστρινού   είχε ψηλά, κοντά στους πρόποδες του βουνού, το πριονιστήριο. Ένα μικρό πέτρινο χτίριο με τη σκεπή του στεριωμένη με ξυλοδεσιά να στηρίζεται σε τέσσερις χοντρούς ξύλινους πασσάλους που με το πριόνι μέσα του να σχίζει με δυνατό θόρυβο μεγάλους και χοντρούς κορμούς δέντρων. Μετά τον πόλεμο ήρθε η σειρά του πατέρα του να δέσει τη ζωή του με το ποτάμι. Διορίστηκε υδροφύλακας και είχε την ευθύνη να διαχειρίζεται σωστά το νερό του ποταμού και να το κατανέμει με δικαιοπραξία στους ενδιαφερομένους καλλιεργητές που το χρησιμοποιούσαν για να ποτίζουν τα χωράφια τους. Και πριν από χρόνια ήταν ο ίδιος ο γιος Καστρινός που ένωσε την ψυχή του με το ποτάμι, γιατί έπρεπε να κερδίσει το ψωμί του και να ζήσει με αξιοπρέπεια. Έτσι αναγκάστηκε να θέσει πάλι σε λειτουργία ένα νερόμυλο που είχε εγκαταλειφθεί από τον ιδιοκτήτη του και ν’ αλέθει νυχτοήμερα, φορτώματα με σιτάρι και σίκαλη.

          Με τον καιρό γέρασε, το νερό λιγόστεψε, το ποτάμι μολύνθηκε κι αυτός σταμάτησε το μύλο και αποσύρθηκε στο αγροτόσπιτό του στον Αγρίλη. Εκεί ζούσε συντροφιά με τα ζώα και τα δέντρα του κήπου του, δεμένος  με τη φύση και τις ομορφιές της. Γι’ αυτό  τώρα ανεβασμένος πάνω στο βράχο  με τους ανθρώπους του κάμπου κοιτούσε το ποτάμι και θλιβόταν αφάνταστα για το κακό που έβλεπε να κυλάει στην κοίτη του. Έτσι με τον πόνο να φωλιάζει μέσα του για την πλήρη καταστροφή που έβλεπε ν’ απλώνεται γύρω του, έφυγε εξουσιοδοτημένος πηγαίνοντας να συναντήσει το δήμαρχο της περιοχής και να του καταγγείλει τη συμφορά.

          --- Τι τα θες τώρα και τα σκαλίζεις, Καστρινέ! Άφησέ τα όπως είναι και μη νοιάζεσαι για τίποτα! του είπε με κυνικότητα εκείνος και του ‘δειξε την περιφρόνησή του. Όλα τα ποτάμια του κόσμου έτσι είναι σήμερα, βρώμικα και μολυσμένα! Εμείς θα τα καθαρίσουμε;

          Και τότε ο Καστρινός του απάντησε με θλιμμένο ύφος, γεμάτο οργή:

          --- Το ποτάμι, δήμαρχε στο ξαναλέω, μεταμορφώθηκε από άγγελος πνοής που ήταν σε διάβολο θανάτου! Πολλές φορές όταν το κοιτάζω ανεβασμένος στο βράχο, το βλέπω να παίρνει διάφορες μορφές και να γίνεται πότε ένας πελώριος δράκοντας που ρουφάει το αίμα στα ζώα και πότε ένα πολυκέφαλο φίδι σαν τη Λερναία Ύδρα ν’ αγκαλιάζει θανατηφόρα ό,τι περνάει στην κοίτη του και να το κάνει ένα σωρό κόκαλα και λιωμένες σάρκες.  Φαίνεται από ό,τι είδα, σε λίγο κάθε ίχνος ζωής θα σταματήσει και τα υπάρχοντα ζώα, πριν εξαφανιστούν, θα μεταλλαχτούν σε τερατόμορφα όντα που θα θυμίζουν εξωγήινες εικόνες φρίκη της φύσης. Και δε θα φοβηθώ να εξομολογηθώ πως είδα βατράχους με θεόρατα πόδια, νερόφιδα χοντρά σαν παλούκια και χελώνες με ανίατες πληγές στα εμφανή τους μέρη. Και σαν πιστέψω τις φήμες που κυκλοφορούν σε λίγο από το ποτάμι θα ξεπηδήσουν οι δέκα πληγές του Φαραώ που θα μας καταστρέψουν!

          --- Δε λες τίποτα καινούργιο! του απάντησε πάλι ο δήμαρχος και στηρίχτηκε στα κάγκελα της εξώπορτας. Η μόλυνση είναι αναγκαίο κακό της τεχνολογικής εξέλιξης και δεν μπορούμε να την αποφύγουμε. Φαίνεται πως έχει αδέρφια, τους παγετώνες, τις μεγάλες θερμοκρασίες, τους τυφώνες, τους σεισμούς, τις ξηρασίας         και όλα τα καταστροφικά πλανητικά σύνδρομα που τόσα δεινά προκαλούν στους ανθρώπους!

          Γέλασε  και του είπε με σαρκασμό:

          --- Τα λες αυτά και θαρρώ πως δεν τα πιστεύεις, δήμαρχε! Ξέρεις τι συμβαίνει και το ποτάμι είναι μολυσμένο, αλλά δεν το λες!

          Έριξε το κεφάλι εκείνος κάτω και του ψιθύρισε μ’ ένα τρέμουλο στη φωνή του:

          --- Τα συμφέροντα! Αυτά ευθύνονται για τη μόλυνσή του, θες να πεις! Αυτά κάνουν το νερό του βρώμικο και ρυπαρό να σκορπά το θάνατο! Το ξέρω!

          --- Αλλά δεν κάνεις τίποτα για να το προστατέψεις! του ψέλλισε   δείχνοντας το άδολο ύφος του.

          --- Να τα βάλλω, θες, με τους  ισχυρούς; τον ρώτησε εκείνος και συνέχισε:  Μπορώ; Τα λύματα θα χύνονται στο ποτάμι όσο κι αν φαίνεται επικίνδυνο για μας κι ασήμαντο γι’ αυτούς! Το κέρδος βλέπεις τους ενθαρρύνει  να βιάζουν  περιβάλλον και φύση.

          Κι αφού  τον σκούντησε στον ώμο με φιλική διάθεση πρόσθεσε με κάποια προσποιητή μελαγχολία στα μάτια:

          --- Πάμε τώρα στις δουλειές μας κι ας αφήσουμε το ποτάμι να κυλάει ήσυχα!

 

 

 

                                        = = =

 

 

 

          Όλη αυτή η συζήτηση έγινε την άνοιξη.  Ώσπου ήρθε ο Αύγουστος με μια ζέστη ανυπόφορη και μια άπνοια θανατερή. Το νερό στο ποτάμι λιγόστεψε ακόμη πιο πολύ, η μόλυνσή του συνεχιζόταν και η παραγωγή των κηπευτικών μειωνόταν αισθητά. Σαν να μην έφταναν  αυτά ήρθε και η φήμη πως κάποια γεροντάκια ένιωσαν δυσφορία στο στομάχι κι επισκέφτηκαν το νοσοκομείο για τις απαραίτητες εξετάσεις. Και πως οι γιατροί διέγνωσαν έναν μολυσματικό ιό στο αίμα τους που οφειλόταν στη μόλυνση του νερού που διοχετευόταν στον οργανισμό τους μέσω των φυτών και των καρπών που κατανάλωναν!

          Όλοι άρχισαν να ανησυχούν και να συζητούν με ακατάσχετη παραφιλολογία το θέμα αυτό που τους τρόμαζε. Πολλοί μιλούσαν για θανάτους που είχαν γίνει στο παρελθόν εξαιτίας του μολυσμένου νερού, άλλοι για τους παράλυτους που είχε αφήσει και κάποιοι για επικείμενες τερατογεννήσεις. Μέρα με τη μέρα ο πανικός κι ο φόβος μεγάλωνε ανάμεσα στους ανθρώπους και η υστερία μπήκε για τα καλά με την καθημερινότητα στα σπίτια τους.

          Κι όταν πραγματικά ήρθε ο θάνατος, όλοι παραλήρησαν! Η είδηση, πως ένας μεσήλικας πέθανε στο νοσοκομείο, έπεσε σαν κεραυνός στα κεφάλια των ανθρώπων που απεγνωσμένα ζητούσαν από τις αρχές να τους προστατέψει από μια επικείμενη θανατηφόρα επιδημία.

          Η αγωνία τους μεγάλωνε σαν πληροφορήθηκαν από τους συγγενείς του νεκρού, το φριχτό τρόπο με τον οποίο πέθανε. Τον έπιασε, έλεγαν, στην αρχή ένας δυνατός πόνος στο στομάχι κι αφού τον παρέλυσε κυριολεκτικά, τον άφησε ύστερα από ώρα για να συνεχίσει αμέσως μετά ένα ασταμάτητο τρεμούλιασμα σε ολόκληρο το σώμα του, που το ‘κανε να τρέμει από δυνατούς σπασμούς. Κι αφού ο  άρρωστος μέσα σ’ ένα παραλήρημα ασυνειδησίας και παραισθήσεων κατέρρεε, γούρλωσε ύστερα τα μάτια και εξαντλημένος για πολλή ώρα από ένα έντονο και ακατάσχετο βήχα, έπεσε σε κώμα, περιμένοντας προφανώς το τέλος του, που δε θα αργούσε πράγμα που το επιβεβαίωνε κι ένας  αδύνατος ρόγχος που εμφανίστηκε και τον ενοχλούσε επίμονα με τη συνεχή παρουσία του.

           Ύστερα από όλη αυτή τη σκληρή δοκιμασία που περνούσε ο άρρωστος, εξαντλήθηκε τόσο που έμεινε ακίνητος με μόνο ζωντανό σημάδι στο κάτωχρο πρόσωπό του, μια αφρισμένη κρούστα σάλιου και κίτρινου υγρού γύρω απ’ τα  πρησμένα χείλη του. Κι αφού όλη αυτή η φριχτή κατάσταση κράτησε κοντά στις δυο ώρες, στο τέλος πέθανε.

          Μ’ αυτό τον τρόπο λοιπόν που περιγράψαμε πέθαναν πολλοί, όπως διαδόθηκε, που είχαν προσβληθεί από τον ιό του ποταμού. Ο αριθμός τους δεν είναι δυνατόν να εξακριβωθεί, η σύγχυση και ο πανικός που επικρατούσε τόσο στις αρχές όσο και στους κατοίκους της περιοχής αγνόησε τα στοιχεία.

          Τα κανάλια και οι εφημερίδες μιλούσαν για ογδόντα και παραπάνω θύματα από τα οποία, ευτυχώς τα παιδιά ήταν ελάχιστα. Προς το τέλος του Αυγούστου τα κακό περιορίστηκε, αλλά η φήμη μιλούσε για πρόσκαιρη εξασθένηση του ιού, που πάλι θα ξαναφούντωνε.

          Οι ανησυχίες και οι φόβοι κορυφώθηκαν, όλοι  μιλούσαν για   εκδίκηση του ποταμού που ήρθε σαν πληγή να τους τιμωρήσει για το κακό που του ‘καναν, και, για ανταμοιβή του έστειλε  τον ανελέητο ιό του. 

          ellinikoxronografima.blogspot.gr   panant1947@gmail.com