Τετάρτη 29 Ιουλίου 2026

 

ΔΙΗΓΗΜΑ

 

 

 

                                                Ο δάσκαλος     


 

 

                                                    Του Παναγιώτη Αντωνόπουλου

 

 

 

          Με κούρευε με τη μηχανή όταν γνωριστήκαμε. Άσχημος, με μαλλί μαύρο και αγκαθωτό σαν του αχινού, κεφάλι μεγάλο και χοντρός, έμοιαζε με θρεμμένο χοίρο. Μ’  έκανε γουλί,  τράβηξε  το δεξί  αυτί μου, γέλασε και μ’ έστειλε να καθίσω στο τελευταίο θρανίο.

           Στην αίθουσα όταν σμίξαμε τις ματιές μας, σάλταρε πάνω μου και με τη φωνή του μπάσα και υψωμένη, μου είπε:

          --- Να το πετάξεις αυτό το κόκκινο κασκόλ που φοράς, γιατί δε μου χτυπάει καλά στο μάτι! Το γαλάζιο είναι το εθνικό μας χρώμα κι αυτό να προτιμάς!

          Έφυγε από κοντά μου αφού γέλασε σαρκαστικά, πήγε στον πίνακα, πήρε μια κιμωλία κι έγραψε: << Είσαστε Ελληνόπουλα, να αγαπάτε το γαλάζιο χρώμα της σημαίας μας, το γαλάζιο τ’ ουρανού και της θάλασσάς  μας  και να έχετε και τη συνείδησή σας γαλάζια! >> Βρέθηκε ύστερα μ’ ένα σάλτο στην έδρα, πήρε το βιβλίο των θρησκευτικών και άρχισε να μας απαγγέλλει το << Πάτερ ημών >>.

         Το βράδυ στο σπίτι στριφογύριζα άυπνος στο κρεβάτι, με την καρδιά μου να βράζει από θυμό. Το πήρε χαμπάρι ο πατέρας μου, πλησίασε στη στρωμνή μου και με ρώτησε ευθέως και σοβαρά:

          --- Τι έχεις. λεβέντη μου;  Τι σου συμβαίνει και βαλαντώνεις στη στενοχώρια;  Πες  το μου να ξαλαφρώσεις! Γεννήτοράς σου είμαι μη με ντρέπεσαι!

          Αναποφάσιστος, κράτησα σιγή ιχθύος να περάσει λίγος χρόνος να βρω το θάρρος μου και να ξεστομίσω το λόγο που μ’ έπνιγε όταν θα με ξαναρωτούσε.

         --- Το βλέπω, θέλεις να μου μιλήσεις! επέμενε. Είναι σοβαρό;

         Θάρρεψα, ζορίστηκα, επί τέλους μίλησα:

         --- Ο δάσκαλος δεν είναι Έλληνας! ψιθύρισα.

         Το μάτι του έγινε θολό, οι κόρες του πηγαινοέρχονταν στις κόγχες σαν σταγόνες.

         --- Τι είναι τότε;

        --- Ξέρω κι εγώ; Σωβινιστής, ιεροεξεταστής, μαφιόζος, εξτρεμιστής, άνθρωπος του σκότους.  Δε μ’ αρέσει!

        --- Και πού το κατάλαβες;

        --- Δεν  του χτυπάει καλά στο μάτι, λέει, το κόκκινο χρώμα αλλά το γαλάζιο. Και η συνείδησή μας, λέει, πρέπει να είναι κι αυτή γαλάζια! Τι θέλει να πει;

        --- Πολλά! Άστα όμως για αργότερα. Είσαι μικρός ακόμη.

        --- Και τα μαθήματα δε μας τα λέει καλά να τα χωνέψουμε. Τα ζυμώνει πολύ στο στόμα και ψωμί δε βγάζει. Κάτι άλλο πρέπει να είναι και όχι δάσκαλος!

       --- Για κράτα τ’ αυτιά σου τεντωμένα, τα μάτια σου ανοιχτά και γράφε στο δεφτέρι σου όλα τα στραβά που περισυλλέγεις. Έτσι όταν χρειαστεί τον  κολλάμε στον τοίχο.

       Πέρασε ο καιρός, ο δάσκαλος συνέχιζε το ίδιο τροπάρι. Μας έκανε κηρύγματα εθνικοφροσύνης, μας ζητούσε να αποστηθίζουμε ποιήματα, να κρατάμε τετράδιο με προσευχές, να μαθαίνουμε απέξω κι ανακατωτά τα άμφια του  κλήρου. Βρυχιόταν, κοκκίνιζε, έτρεμε όταν δεν τα ξέραμε και με ταχύτητα ριπής όπλου μάνλιχερ, εκφωνούσε:

        --- Σάκος, ωμοφόριο, μανδύας, μίτρα, εγκόλπιο, ποιμαντορική ράβδος, σταυρός, επιρριπτάριο!   

        Ξεχνούσε κάποια, τα θυμόταν, ξαναρχινούσε:

        --- Α, ναι, παρέλειψα και κάποια! Είναι ακόμη το στιχάριο, τα επιμανίκια, η ζώνη  με το επιγονάτιο, τα οποία έχουν και ο διάκονος και ο πρεσβύτερος.

       Μια μέρα στο μάθημα της ιστορίας πήγε στον πίνακα, πήρε μια κιμωλία στο χέρι, την κράτησε σφιχτά στα δάχτυλα, την έτριψε μέχρι να γίνει σκόνη και ρώτησε ένα μαθητή:

       --- Για λέγε εσύ << Θουκυδίδη>>, τι είναι ο Παρθενώνας;

       Ο << Θουκυδίδης >> μαθητής του άριστα, άρχισε να εκφράζετε απνευστί, αυτολεξεί και γρήγορα:

       --- Ο Παρθενώνας είναι ο ναός της θεάς Αθηνάς στην Ακρόπολη της Αθήνας…

        Τον σταμάτησε απλώνοντας το χέρι του σαν τροχονόμος και πήρε το λόγο για να πει:

        --- Τα λες λαϊκά, τα θέλουμε ακαδημαϊκά, εθνικά και πατριωτικά. Ακούστε. Ο Παρθενώνας είναι περίτεχνος ναός, χτισμένος προς τιμήν της  θεάς Αθηνάς στην Ακρόπολη των Αθηνών. Έγινε επί εποχής Περικλή στα μέσα του πέμπτου π.χ. αιώνα. Την γενική επίβλεψη είχε ο γλύπτης Φειδίας, ως  ο << επίσκοπος πάντων >> με βοηθούς τους αρχιτέκτονες Ικτίνο και Καλλικράτη. Σαν Έλληνες καυχόμαστε για το αριστούργημα αυτό που όμοιό του δεν υπάρχει ανά την υφήλιο. Μόνο Έλληνες δημιουργούν τέτοια απαράμιλλα έργα τέχνης και μάλιστα όταν  διαπνέονται από αγάπη για την πατρίδα και εθνικό πατριωτισμό

        --- Τι λέτε κύριε; πετάχτηκα εγώ, πισωθρανίτης όντας, και τον διέκοψα. Τι γνώσεις αφοσιωμένος στο μίσος για τους άλλους μας λέτε; Και τι άτσαλος τρόπος είναι αυτός που μας τα λέτε! Καθαρευουσιάνικα!  Ο θείος μου είναι καθηγητής και όταν μου μιλάει για τον Παρθενώνα η γλώσσα του στάζει μέλι, το βαπτίζει μεν περίλαμπρο κομψοτέχνημα αλλά μου θυμίζει πως στον κόσμο υπάρχουν και άλλα έργα καλύτερα απ’ τον Παρθενώνα!

         Λιόνταρος έγινε ο δάσκαλος, και μ’ ένα πήδημα βρέθηκε κοντά μου.

         --- Γρήγορα έξω γαϊδαράκο μου  κι έλα αύριο με τον κηδεμόνα σου! μου φώναξε και γέλασε σαρκαστικά.

         Μ’ έσπρωξε, μ’ έφερε ως την πόρτα και με μια κλοτσιά στον πισινό με πέταξε έξω!

         Φεύγοντας τον άκουσα να λέει:

         --- Ποιο είναι καλύτερο απ’ τον Παρθενώνα, η Παναγία των Παρισίων;  Χάσου από τα μάτια μου να μη σε βλέπω ολίγιστε!  

        Το μεσημέρι στο σπίτι δε μιλιόμουνα. Με πλησίασε ο γεννήτορας, τι έχεις πάλι; με ρώτησε.

        --- Τσακώθηκα με το δάσκαλο!

       --- Γιατί; Τι συνέβη;

       --- Ευλόγησε τα γένια του σαν Έλληνας μιλώντας για την αξία του Παρθενώνα και τ’ άλλα αριστουργήματα του κόσμου τα ‘θαψε!  Διαμαρτυρήθηκα και  με πέταξε  έξω!

      Ο γεννήτοράς μου βρόντηξε και άστραψε και γρήγορα μου είπε:

       --- Πάρε  χαρτί και μολύβι.

       --- Γιατί;

       --- Κάτι να γράψεις.

       Πήρα και ετοιμάστηκα.

       Με μάτια υγρά, χωρίς να δείχνουν δακρυσμένα ή όχι, μου υπαγόρευσε:

       --- Δάσκαλε αν το παιδί μου διαμαρτυρήθηκε για κάτι που δεν του άρεσε, καλώς έπραξε! Όλοι δημιουργούμε σ’ αυτόν τον κόσμο και όλοι βάζουμε την πνευματική και υλική σφραγίδα μας στο σώμα της υφηλίου.  Να  σέβεσαι τον παγκόσμιο πολιτισμό και να μην εξάρεις μόνο τα εν τω οίκω σου! Αυτή η φανατισμένη αφοσίωση  στα  ημέτερα  λέγεται σωβινισμός! Ακόμη μη λες αυτά που λες για να δείχνεις κάποιος, αλλά να κάνεις κάτι σημαντικό ή ηρωικό για να φαίνεσαι!  Αν εξακολουθήσεις έτσι θα πιαστείς στη φάκα!

       Πήρε το χαρτί το υπόγραψε και μου το ξανάδωσε.

       --- Δώσ’ το του αύριο! μου είπε και έφυγε γελώντας με σαρκασμό.

      Έδωσα το γράμμα, η ιστορία ξεχάστηκε, στον καταλύτη όμως χρόνο στην πορεία μου συνέβησαν κάποια πράγματα και τα καταγράφω.

 

                                      

 

 

                                                 = = =

 

    

 

         Ώριμος βρέθηκα στα ποτισμένα με αίμα ιερά χώματα της Θράκης. Δρασκέλισα όλα της τα μέρη, χάρηκα τις ομορφιές της, αφουγκράστηκα τους ανθρώπους της, ποτίστηκα μέχρι το μεδούλι με το χυμό της ιστορίας της. Κατέληξα για διαμονή στην Κομοτηνή, μια άλλη εκεί περιήγηση στους δρόμους και τα μνημεία της άρχισε ώσπου στο τέλος της ένας εράσμιος φίλος, μου συνέστησε να επισκεφτώ και τους Τουρκομαχαλάδες.

     Τον άκουσα, πήγα και κάθισα σ’  ένα τούρκικο καφενέ. Παρήγγειλα τσάι και περίμενα. Φάνηκε σε λίγο ο Τούρκος καφετζής, ψηλός και μελαψός με φρύδι σαν καψαλισμένο ρουμάνι, απίθωσε το γυάλινο ποτηράκι μπροστά μου και με το στόμα του να μυρίζει ανατολίτικο καπνό, με ρώτησε:

      --- Ρωμιός;

      --- Ρωμιός!

      --- Από πού;

      --- Από το Νότο.

      --- Από Αθήνα;

      --- Περίπου…

      --- Α, όμορφη η Αθήνα σας! Έχω πάει. Είδα την Ακρόπολη, τον Παρθενώνα, τα Προπύλαια, μ’ άρεσαν πολύ καλή η Τέχνη σας, αντέχει και θαυμάζεται πολύ!

       Κάθισε, ξέζωσε το ζουνάρι του στη μέση και συνέχισε:

       --- Πολύ μου άρεσε  λοιπόν ο Παρθενώνας σας, ο ναός της Αθηνάς που τον έχτισαν πάνω στην κορφή της Ακρόπολης την εποχή του Περικλή ο γλύπτης Φειδίας και οι αρχιτέκτονες Ικτίνος και Καλλικράτης και που ξοδεύτηκαν τόσα χρήματα, πολύ χρυσάφι και χρειάστηκε ολόκληρο βουνό από μάρμαρο για να χτιστεί!

        Ακούμπησε το χέρι του στον ώμο μου, συνέχισε:

        --- Εκείνη η ζωοφόρος, εκείνες οι μετώπες, που έφτιαξε ο Φειδίας σας με τους μαθητές του, τι έργα Θεού ήταν και είναι! Τα θαύμασα και είπα μέσα μου όταν τα προσκυνούσα: << Αχ, να είχαμε κι εμείς έναν Παρθενώνα να γλιτώναμε την Ασιατική μούχλα και να γινόμαστε Ευρωπαίοι σαν και σας και  άνθρωποι καθώς πρέπει! >>

        Άρχισε να μου τη δίνει τούτος ο πολυμαθής Τούρκος. Του έσπρωξα το χέρι από τον ώμο και τον ρώτησα με έκπληξη και θυμό:

        --- Πώς εσύ ένας Τούρκος καφετζής έχεις τόσες γνώσεις για την πατρίδα μου; Το θεωρώ περίεργο και ύποπτο!

        Γέλασε όλο ειρωνεία.

        --- Δεν ξέρεις τίποτα;

        --- Τι να ξέρω;

        --- Πώς Τούρκοι, Βούλγαροι, Σκοπιανοί, Αλβανοί και όλοι οι Σλαβόφωνοι κοιτάζουν την πατρίδα σου με αλαλιασμένο μάτι σαν να ‘ναι νύφη ωραία, και το παίζουν γαμπροί περιμένοντας  σε κάποιο σκοτάδι να σας την αρπάξουν!

        Βράζοντας μέσα κι έξω, τον ρώτησα:

      --- Γνωστά αυτά! Αλλά η γνώση της ιστορίας μας σε τι σας ωφελεί;

      Ξαφνιάστηκε, το μάτι του έπαιξε σαν τρελό από κόχη σε κόχη.  Έβαλε το δεξί του χέρι πάνω στη << Χουριέτ >> και συνέχισε:

       --- Άκουσέ με. Απ’ ό,τι λένε εδώ οι ομογάλακτοί μου και στην πατρίδα μου την Τουρκία, εσείς οι Έλληνες έχετε μεσάνυχτα γύρω από το Μακεδονικό, το Μεγαλέξανδρο και γι’ άλλα ιστορικά. Θέλω να πω πως και τα βιβλία σας δεν τα γράφετε σωστά αλλά και εσείς δεν σκύβετε να βρείτε την αλήθεια σ’ άλλες πηγές. Το εκμεταλλεύονται αυτό οι Σκοπιανοί, αύριο άλλοι, και σας μαστορεύουν με τέτοιο τρόπο  τα πράγματα που σας βγάζουν την ιστορία σας ψεύτρα! Ύστερα λένε: << Τούτο το κομμάτι δικό μας, εκείνο το νησί μάς ανήκει, αυτή η πολιτεία μας κλίνει το μάτι και μας χαμογελάει! Ας τα πάρουμε  λοιπόν, να ξεμπερδεύουμε! >>

       Τελείωσα και το υπόλοιπο τσάι μου με μια ρουφηξιά και σηκώθηκα να φύγω. Ο Τούρκος μ’ άρπαξε απ’ το χέρι με ξανακάθισε κι άρχισε:

       --- Δε θες ν’ ακούσεις τι πρέπει να κάνετε για να τη σκαπουλάρετε απ’ τους αιμοδιψείς εχθρούς που σας περιβάλλουν;

       --- Και να ήθελα ο πατριωτικός ο εγωισμός και η ελληνική υπερηφάνεια με αποτρέπει. Και μάλιστα όταν ο σύμβουλός μου είναι Τούρκος! Όχι, δε θ’ ακούσω τίποτα!

       --- Όχι; Επειδή είμαι Τούρκος; Με πληγώνει αυτό! Δεν είναι σωστό αυτό που λες. Λαός εσύ, λαός κι εγώ, πρέπει να τα πούμε! Άσε τους πολιτικούς μας τι λένε. Το αίμα από μας χύνεται!

       Τα λόγια του τα βρήκα σωστά, μ’ άγγιξαν, έμεινα στη θέση μου. Ο Τούρκος καφετζής συνέχισε:

       --- Με κατανόησες και δείχνεις φιλικός. Άκου λοιπόν. Χρειάζεστε ενιαία, ισχυρή και εθνική εξωτερική πολιτική, χωρίς σωβινισμό, για να εξασφαλίσετε την ασφάλεια των συνόρων σας. Μετά να φρεσκάρετε το σάπιο εκπαιδευτικό σας σύστημα. Λίγες προσευχές, επιλεκτική και ωφέλιμη ύλη, επιμονή στην πρακτική γνώση, έμφαση στις Τέχνες. Όλους τους πολιτικούς, δασκάλους, παπάδες, διευθυντές, βιομηχάνους, πλούσιους και ισχυρούς που πιάνουν τα πόστα σε θέσεις  κρατικές να τους κοσκινίζετε πριν τους στείλετε ν’ αρμέξουν το μαστό του εθνικού ταμείου.

        Μου μιλούσε και ντρεπόμουν. Δεν το πίστευα. Ένας Τούρκος, αγράμματος, κάτοικος του δρόμου, χωρίς εντρύφημα σε τόμους και βιβλία να μου κάνει τον έξυπνο και τον πολυμαθή!  Να ξέρει τόσα πολλά για τα  του οίκου μου κι εγώ να τον ακούω μ’ ανοιχτό το  στόμα! Ε, αυτό παραήτανε! Σηκώθηκα και του πέταξα κατάμουτρα:

       --- Αρκετά! Φεύγω! Δε θα με τρελάνεις!

       Τον άφησα να με κοιτάζει μέσα από την ανατολίτικη κουτοπονηριά του και φουριόζος βγήκα από την πόρτα του καφενείου ν’ απαλλαγώ όσο μπορούσα γρηγορότερα από το βάρος του ανατολίτικου ίσκιου του.

 

 

                                               = = =

 

 

 

           Στο Νότο όταν γύρισα και τα ‘παμε με το γεννήτορα, βρήκε πως ο Τούρκος μου είπε ό,τι δεν μου είχε πει ο δάσκαλος!  Τα ‘λεγε πολύ σωστά και ορθώς το έκανε! Ο δάσκαλός μου τι έκανε;  Στο τέλος για να μου επιβεβαιώσει του λόγου του το ασφαλές άρχισε να μου λέει ένα μύθο:

          --- Το λυχνάρι κάποτε, αφού ήπιε πολύ λάδι μέθυσε και δεν ήξερε τι έλεγε. Παινευόταν πως φεγγοβολούσε και φώτιζε σε λάμψη πιο πολύ ακόμα και από τον ήλιο. Ξαφνικά όμως πέρασε μια ανάλαφρη πνοή μικρού ανέμου, άφησε το σφύριγμά της και το λυχνάρι έσβησε! Τότε κάποιος που είχε ακούσει τα λόγια του λυχναριού, το άναψε και του ‘πε: << Λυχνάρι μου, φέγγε και μη μιλάς! Των αστεριών η λάμψη δε σβήνει ποτέ! Δεν πρέπει να δείχνει κάποιος μόνο ποιος είναι αλλά και να φαίνεται! >>

         ellinikoxronografima.blogspot.gr

 

 

 

 

 

 

         

       

 

 

 

Διηγημα

 

 

                                    Ο χορός της εταίρας 


 

 

                                                      Παναγιώτη  Αντωνόπουλου

 

 

 

 

 

 

            Ένα μήνα τώρα η πόλη είχε αναστατωθεί. Και η αιτία ήταν ο ερχομός της ξανθής γυναίκας που ήρθε σαν δαίμονας να ξετρελάνει τους άντρες με το ξέχειλο από ζωτικότητα κορμί της και να μαράνει τις καρδιές των γυναικών που μάντευαν την παντοδυναμία της σάρκας της στις αγκαλιές τους.  Ήρθε έλεγαν οι φήμες από το βορρά, παθιασμένη για βρώμικο έρωτα, γλυκιά αμαρτία και παράφορα όργια που  μόνο όσοι τα γεύτηκαν μαζί της στη σκοτεινή κάμαρά της μπορούσαν να τα διηγηθούν και να περιγράψουν την ευτυχία τους.  

            Κι όσο οι διηγήσεις επαναλαμβάνονταν  από στόμα σε στόμα απ’ αυτούς που γεύτηκαν τον ακόλαστο έρωτά της τόσο άναβε τη φαντασία εκείνων που επιθυμούσαν να ακούσουν τους γλυκούς της ανασασμούς και να  εισχωρήσουν στο ζεστό και ανθισμένο κορμί της.

             Μια είδηση όμως τελευταία που ξεκίνησε σαν χλιαρό αεράκι και κατέληξε σε λίβα ιστορούσε με γλαφυρό τρόπο όσα ζητούσε στο κρεβάτι η γόησσα από τους εραστές της. Διανθισμένη η ίδια είδηση και με λαϊκή φιλοσοφία υπερκερούσε σε πολλά σημεία τα φυσικά συμβαίνοντα στους εραστές και μιλούσε για τα ακραία βίτσια της ξανθιάς που τους οδηγούσαν στα πρόθυρα της τρέλας.

            Στην αρχή μιλούσε για το μέρος που έσμιγαν η εταίρα και ο εραστής. Εντύπωσε έκανε πάντα κατά τη φήμη, η διακόσμηση της κάμαρας που ήταν πρόστυχη, κακόγουστη και ανήθικη. Ο εραστής αμέσως μόλις περνούσε την πόρτα, απογειωνόταν με όσα γυμνά έβλεπε. Η έντονη διονυσιακή μέθη τον ανέβαζε στους εφτά ουρανούς και η τρικυμία που θα επακολουθούσε στην αγκαλιά της γυναίκας τον έκανε να αγγίζει το όνειρο. Όμως η ασυνήθιστη διακόσμηση  του πάγωνε την καρδιά κι ένα κραχ μέσα του τον κάρφωνε στη θέση του.

            Και κολλημένος  εκεί δεν πίστευε σ’ αυτά που έβλεπε.  Βαριές κι ακριβές  μαύρες κουρτίνες κρέμονταν και στους τέσσερις τοίχους, στολισμένες παράξενα με κάτασπρους σταυρούς. Φωτίζονταν από χοντρά κεριά στηριγμένα σε κηροπήγια που ‘χαν τις επιφάνειές τους διακοσμημένες με σκορπιούς και σαύρες. Στο πάνω μέρος του κρεβατιού ένας πίνακας  άθλιος και σκοτεινός, τρόμαζε τον εραστή. Ήταν ο έρωτας με το κεφάλι του ματωμένο και το πρόσωπό του παραμορφωμένο. Το βέλος  του σπασμένο, τα άνθη ξερά και σκορπισμένα κι ένα συννεφάκι σαν μικρή τουλούπα να θολώνει το φόντο. Κι εκεί μέσα μόλις  ξεχώριζε σαν πεταμένη κουκκίδα η καρδιά  σκεπασμένη από την αχλή του αίματος.

          Σ’ αυτή την κάμαρα η αισθησιακή εταίρα τρέλαινε τους εραστές. Παντοδύναμη και προκλητική που ήταν τους έπαιζε όπως η γάτα το ποντίκι, στο ζεστό μοσχοβόλημά της τους κοίμιζε, στα άγρια  σημάδια του κορμιού και της ψυχής της τους έκανε να εναποθέτουν τις πρωτόγονες ορμές τους.

          Ο εραστής την περίμενε στο κρεβάτι. Αυτή εμφανιζόταν στην πόρτα και προχωρούσε λικνιστά προς το μέρος του. Τις καμπύλες του κορμιού της δεν τις έκρυβε αλλά τις άφηνε να διαγράφονται μέσα από το διάφανο και αραχνοϋφαντο ροζ νυχτικό της. Κι όσο πλησίαζε κρατούσε στα χέρια της από ένα ολόμαυρο αναμμένο κερί και στα χείλη της έσφιγγε τη λάμα ενός αστραφτερού μαχαιριού. Όταν έφτανε κοντά στο κρεβάτι έβγαζε άναρθρες κραυγές, έβαζε τα κεριά στις κηροδόχες, το μαχαίρι σ’ ένα κρυστάλλινο δίσκο που βρισκόταν στο κομοδίνο και ξάπλωνε. Πριν συνευρεθούν ο εραστής έβλεπε πως το κρεβάτι ήταν καρφωμένο στο πάτωμα κι ένα καπάκι όρθιο στον  τοίχο ετοιμαζόταν να τους σκεπάσει. Και όντως όταν το παράφορο πάθος τους, τους κυρίευε, το κάλυμμα έκλεινε και τους εγκλώβιζε. Στο σχήμα πλέον του φέρετρου που έπαιρνε το κρεβάτι, ακολουθούσε ένας λυσσαλέος έρωτας,  πρωτόγονος και κτηνώδης.

          Μια νύχτα ένας φλογερός εραστής της εκμυστηρεύτηκε πως οι πελάτες της ήταν φτωχοί κι από τάξεις ανυπόληπτες. Οι πλούσιοι την ορέγονταν αλλά δεν την επισκέπτονταν. Η κοινωνική τους θέση δεν τους επέτρεπε να διαπομπέψουν  συζύγους και οικογένεια. Η εταίρα έγινε έξαλλη και ορκίστηκε εκδίκηση. Κι όταν έφυγε ο εραστής, ψιθύρισε  όλο μίσος για τους ανέραστους πιθήκους που κρύβονταν στους μηρούς των γυναικών τους: <<  Σαν δεν πάει ο Μωάμεθ στο βουνό θα πάει το βουνό στο Μωάμεθ >> και άρχισε να υφαίνει το σατανικό της σχέδιο.

         Σε λίγες μέρες τους κάλεσε στο χορό της. Τους παρήγγειλε πως θέλει να τους γνωρίσει και να τους αποδώσει τιμές και τον προσήκοντα σεβασμό της. Οι άντρες που ως τώρα μοιραζόταν τη συντροφιά τους ήταν εξεζητημένοι κι αυτή καιγόταν να κυλιστεί στην αμαρτία με βόες γερούς και λαμπερούς της διεφθαρμένης  αστικής τάξης.

         Όταν ήρθε η βραδιά το ξενοδοχείο της πόλης γέμισε. Τους δέχτηκε κατάφωτο και στολισμένο από το γούστο της μυριάκριβης καλλονής. Απαλλαγμένοι οι γαμπροί από τις σκιές των γυναικών τους, της χάριζαν χαμόγελα, χάδια και τρυφερά χειροφιλήματα.

          Όταν όλοι οι καλεσμένοι άντρες κάθισαν, η πόρτα έκλεισε και η ορχήστρα πήρε θέση. Η αίθουσα διακοσμημένη πρωτότυπα και ιδιόμορφα εντυπωσίαζε μαζί και σοκάριζε.  Κουρτίνες με φύλλα κόκκινα και μαύρα με μεγάλες πτυχές κρέμονταν και στους τέσσερις τοίχους. Η χρωματική εικόνα που δημιουργούσαν ήταν ασυνήθιστη και σκανδάλιζε τα μάτια, φόβιζε την ψυχή και προξενούσε σκέψεις οδυνηρές στους καλεσμένους. Τέσσερα μαρμάρινα γυμνά ανδρών στις γωνίες, με έντονες τις σμιλεύσεις στους μυς τους, απορρόφησαν για πολύ ώρα το βλέμμα τους. Η εστίαση γινόταν στο χνούδι των οργάνων τους και στη κόκκινη γραμμή από αίμα που τη χρύσωνε η συγκλίνουσα φωτεινή δέσμη. Το κάθε ανδρικό άγαλμα ζευγάρωνε και μ’  ένα γυμνό γυναίκας.  Όλα καλλίγραμμα, αλλά με παραμορφωμένα πρόσωπα. Οι χρωματισμοί πάνω τους πολλοί, οι φωτοσκιάσεις σκοτεινές, ο πέριξ χώρος μουντός και ζοφερός.

           Το σερβίρισμα άρχισε την ώρα που είχε ορίσει η εταίρα. Τα τραπέζια γέμισαν φαγητά. Ένα ψητό γουρουνόπουλο με ολόασπρες πατάτες έκανε την αρχή, σερβιρισμένο σε μεγάλο ασημένιο ταψί και μπήκε στη μέση του τραπεζιού. Ακολούθησαν  δέκα χήνες γεμιστές με κάστανα κι ελιές, οχτώ κοτόπουλα ελεύθερης βοσκής γαρνιρισμένα με φρούτα θαλάσσης και πασπατεμένα  με ολόξανθη αρωματική ρίγανη. Δέκα μπεκάτσες με σαμπάνια, ορτύκια με τουτουμάκια και σάλτσα μαζί με ποικιλίες από ψάρια σε μεγάλες πορσελάνινες λεκάνες. Ύστερα ήρθαν οι σαλάτες, όλες βαλμένες σε διάφανα κρυστάλλινα μπολ, συμπληρωμένες με ελιές θρούμπες και τηγανιτά σπαράγγια. Σαν όλα μπήκαν στα τραπέζια ήρθε η σειρά του κρασιού. Τούτο σερβιρίστηκε σε δώδεκα μποτίλιες Βοημίας, ήταν κόκκινο σαν αίμα και ήγειρε το ενδιαφέρον και τα σχόλια με το χρώμα του στους καλεσμένους.

         Ήταν όλοι έτοιμοι ν’ αρχίσουν το φαγητό όταν από το βορινό παράθυρο ένας παγωμένος αέρας που εισέβαλε μέσα τους πάγωσε και τους φόβισε με την ορμή του. Σιγά- σιγά εξασθένησε, άφησε μια υπόκωφη βοή, μια ύβρη θα ‘λεγε κανείς σαν να τους φοβέριζε για τη διονυσιακή τους ευωχία και βγήκε πάλι από το παράθυρο. Και μέσα στους συριγμούς και στους ψιθύρους των καλεσμένων μια γυναίκα ρυπαρή, μονόφθαλμη και κυρτή κάγχασε, σούρθηκε με θόρυβο κοντά τους και με λόγια που έσταζαν δηλητήριο τους είπε:

         << Η αξιότιμη εταίρα θα αργήσει!  Το απρόβλεπτο που της έτυχε θα την καθυστερήσει. Αρχίστε το φαγητό, ευχηθείτε για το αίσιο της εισόδου της και αποβάλετε τις κακές σκέψεις. Λυπάται και σας ζητά συγγνώμη! >>

         Οι καλεσμένοι κοιτάχτηκαν ανήσυχοι. Διαμαρτυρήθηκαν μ’ ένα μουρμουρητό και μαζεύτηκαν παγωμένοι στις θέσεις τους. Η σατανική μέγαιρα χάθηκε πίσω από την πόρτα, λιχνίζοντας στον αέρα  υποψίες, φόβους και αναστεναγμούς.

           Η διάρκεια του φαγητού πήρε λίγο χρόνο. Η συμπεριφορά της εταίρας άφησε σύξυλους τους καλεσμένους και τους έκοψε την όρεξη. Η λύπη τους, τους ατόνησε τις γαστριμαργικές τους επιθυμίες, τους στέρησε να φάνε τον αγλέουρα και να πιούνε του σκασμού. Η επιθυμία να δούνε το αισθησιακό κορμί της τους ξέκοψε από τις γήινες απολαύσεις. Η αχαλίνωτη φαντασία τους ποδοπατήθηκε από τη βίαιη συμπεριφορά της. Στη λάμψη της ματιά της είδαν το έκτρωμα να σαβανώνει με την τύφλα του την αχτιδίτσα της ματωμένης καρδιά τους. Και σκέφτηκαν: <<Τουλάχιστον θα έρθει όταν αρχίσει η ορχήστρα, ο χορός θα είναι στο φόρτε του και ο οίνος ο εύγεστος που  έχει ρεύσει μέσα μας θα έχει αναβλύσει  όλα τα όνειρά μας γι’ αυτή! >>

        Το γυναικείο έκτρωμα, η φριχτή σκιά  ξαναμπήκε στην αίθουσα. Στάθηκε κοντά τους και τους είπε ανέσπλαχνα μ’ όλη τη σατανική της επιβολή: << Η γυναίκα, το ρόδο του κάλλους και τροφός των άγριων αισθημάτων σας και της ακόρεστης φιληδονίας σας, λυπάται για την απουσία της. Δοκιμάζεται η υπομονή σας το ξέρει, δεν μπορεί όμως να φανεί συνεπής και να σας συντροφέψει  προς στιγμή στην ευωχίας σας. Σε λίγο ίσως. Κάθε οπτασία στο μυαλό σας με το σφιχτοδεμένο σώμα της ας ξεθωριάσει και η έκφανση του ωραίου που φαιδρύνει την αίθουσα ας συγκινήσει την αυτού μεγαλειότητά σας! >>

         Με τέτοια λόγια τους αποθάρρυνε. Ύστερα  απόστρεψε τη σκαιά παρουσία της από πάνω τους και βάδισε με προκλητική βραδύτητα προς τα ιδιαίτερα δώματά της.

         Το έκτρωμα έφυγε η ορχήστρα έπαιξε. Ένα βαλς ακούστηκε, τα φώτα έσβησαν εκτός από ένα κρυφό στο νότιο τοίχο. Οι καλεσμένοι σηκώθηκαν, πλησίασαν τις ντάμες, επέλεξαν ο καθένας μία του γούστου του κι άρχισαν το χορό. Ελάχιστα λεπτά και ο χορός έγινε βαρετός. Δύσκολα κινούσαν τα πόδια τους, οι κινήσεις αργές, πρόσωπα ανέκφραστα, ψυχές δηλητηριασμένες, βλέμματα νωθρά, έλλειψη ζωηράδας στο άγγιγμα των θηλυκών αγγέλων  που κρατούσαν στις αγκαλιές τους.

        Η απουσία της εταίρας έκανε την ατμόσφαιρα άχρωμη και παγερή. Η βραδιά θα ήταν ζοφερή, το ‘χαν διαισθανθεί, αιχμάλωτοι στα σκοτάδια της και πώς να τα ξεφύγουν. Χαρούμενοι δέχτηκαν την παύση της ορχήστρας και κάθισαν ανήσυχοι με χείλη σφραγισμένα. Τα μέλλοντα να συμβούν στοιχειά μέσα τους έγιναν που βόγκους κυοφορούσαν.

         Καθισμένοι σ’ αναμμένα κάρβουνα μύριες σκέψεις έκαναν. Όλες διεφθαρμένες και παρανοϊκές. Κι όλες να ‘χουν αντικείμενο το λάγνο κορμί της εταίρας. Επιθυμία τους μεγάλη να το δουν, να το αγγίξουν, δικό τους να το κάνουν σε μια συνεύρεση πάθους και άγριας ορμής. Κι εκείνο όλο να τους ξεφεύγει, να χάνεται και να επιστρέφει πότε σαν ανθός και πότε σαν φύλλο μαραμένο. Ώσπου το είδαν νεκρό μια σαπίλα φρικτή μ’ ένα δαίμονα να το σέρνει στης Κόλασης τον αφανισμό. Εκεί στο πυρ της το εξώτερο που κατακαίει κάθε σκεύος αμαρτωλό.

           Λιχνίζοντας το βλέμμα τους στον ίσιο αγέρα όλο έβλεπαν και φαντάζονταν ώσπου πάλι το φριχτό έκτρωμα, εκείνο το χούφταλο μπήκε μέσα για να τους πει με μίσος και φωνή σαν σπάθα φονική: << Η είδηση είναι θλιβερή και πρέπει ψύχραιμοι να φανείτε! Η εταίρα δε θα  ‘ρθει! >>

          Τι το ‘θελε και το ‘πε! Σπαρακτικές φωνές ακούστηκαν, κατάρες εκτοξεύθηκαν, αναθέματα και ύβρεις στόλισαν την αίθουσα που έβραζε. Μια ομάδα από τη δυτική πλευρά κινήθηκε με άγριες διαθέσεις εναντίον της, άλλοι τη σκόπευσαν με αντικείμενα, και ένας Απολλώνιος άνδρας την περίχυσε με ρευστά υγρά. Εξαφανίστηκε στο λεπτό και από την έξοδο γρήγορα φυγάδευσε την παρουσία της.   

          Παρασυρμένοι και υπόλοιποι την πήραν στο κυνήγι. Και πια η ανθρώπινη μάζα έγινε λάβα ηφαιστείου που ξεχύθηκε ασυγκράτητη όπως ο στρατός σε εισβολέα εχθρικό. Κατέστρεφαν, έκαιγαν, λεηλατούσαν και σκότωναν, αδερφό τον αδερφό, φίλο το φίλο. Τρυπούσαν με μαχαίρια,  εξόριζαν οφθαλμούς, έκοβαν δάχτυλα, αυτιά και  αφαιρούσαν μύτες. Εκτόνωναν έτσι το μίσος τους, την πρόστυχη εταίρα εκδικούνταν. Το πύρινο τούτο ανθρώπινο ποτάμι μπόρεσε και το σταμάτησε ένας πίνακας της εταίρας.  Κρεμασμένος στον ανατολικό τοίχο την έδειχνε σε στάση άσεμνη και γυμνή. Στα πόδια της ένας κόκκινος λεκές από αίμα με μια κίτρινη λεζάντα  έγραφε: << Άγριες, μικρές μου μαϊμουδίτσες, σας την έφερα!  Αμάρτησα το ξέρω αλλά σας τρέλανα!  Το κορμί μου το προτιμώ σίχαμα νεκρό, παρά στην αγκαλιά σας λάγνο στολίδι! Τα ορθόστητά μου στήθια,  τις ρόγες μου τις αιχμηρές, τις γάμπες μου τις σμιλευμένες, το εφηβαίο μου το σγουρό,  ότι με πάθος με στολίζει για σας στο μέλλον το φυλάω σαν των δαιμόνων μυρμηγκιά. Σας χαιρετώ και τον περήφανο το δρόμο μου ακολουθώ! >>

                     ellinikoxronogrfima.blogspot.gr          

       

            

                                   

 

Διήγημα   


 

 

 

 

 

                                             Ο φιλόλογος

 

 

 

                                                   Του Παναγιώτη Αντωνόπουλου

 

 

 

             Είπα να μάθω κι εγώ λίγα γράμματα και να μιλάω όμορφα σαν το θείο μου τον Ανδροκλή που έλεγε το σκύλο  << κύων  >> και το << μηδέν άγαν >> μηδέ άγανο!

             Κατέβασα βιβλία, μεταφράσεις. λυσάρια και σημειώσεις από τα ράφια κι άρχισα να μαθαίνω απέξω κι ανακατωτά κάθε σελίδα. Όταν η σοφία θρονιάστηκε στο μυαλό μου κι ένιωσα επαρκής να φοιτήσω και πάλι στο πνευματικό εκπαιδευτήριο, προσευχήθηκα στο θεό των αιγοβοσκών να μη με αναζητά πια στις τάξεις του αλλά στο μαθητολόγιο του σχολείου. Με ύφος μεταμελημένου υιού παρουσιάστηκα στο γεννήτορά μου και του ανακοίνωσα με μάτι που έλαμπε από χαρά:

             --- Θα συνεχίσω το σχολείο! Δε μ’ αρέσει να τρέχω στο λόγγο σαν κάπρος!

             Η έκφραση των ωραίων λόγων μου τον συγκίνησε. Γέλασαν ακόμη και τα μουστάκια του.

             --- Πέταξε το στρατσόχαρτο μου είχε πει κάποτε, βλέποντας να ζωγραφίζω όλη μέρα και να φτιάχνω μουντζούρες με μποζικόφυλλα και βατόμουρα  και κοίταξε ν’ ανοίγεις το βιβλίο!

             --- Μα ζωγραφίζω παναγίες, πολυελαίους και αγγέλους! του ψέλλιζα και έσφιγγα το χαρτί στο χέρι μου να μη μου το σκίσει.

             Με ψυχοβόρο ορμή μου απαντούσε πειραγμένος:

             --- Τι παναγίες και πράσινα άλογα;

             --- Να, τη Μινώπη, τη Λευτέρω, τη Ζαβιώ και την Υάκινθη της θείας Μπουμπουλίνας! Είναι οι γειτονοπούλες μας!

            Δεν άντεξε, έβαλε τις φωνές:

            --- Οι ζωγραφιές δε θα σε κάνουν άνθρωπο!  Αγριάνθρωπο θα σε κάνουν! Τα γράμματα θα σε κάνουν! Γι’ αυτό σοβαρέψου, άλλαξε μυαλά, φύγε από το λάκκο με τις λάσπες και πιάσε το βιβλίο! Μ’ αυτό θα δεις χαίρι με ό,τι άλλο θα χαθείς!

        Τον άκουσα κι έτσι εγώ ο χθεσινός άκουρος, ο βελανοφάγος με το μπαλωμένο παντελόνι το ραμμένο με παραμάνες και σπάρτο, ο πρωταθλητής στο κότσι, βρέθηκα πάλι όρθιος μπροστά από τον πίνακα με την κιμωλία στο χέρι να γράφω κείμενο του Θουκυδίδη και να λύνω λύκαινες ασκήσεις με τη μέθοδο των τριών.

        --- Μπράβο παιδί μου, κόβει το ξερό σου! μου έλεγε ο μαθηματικός και μ’ άσπριζε τα μάγουλα τινάζοντας τη σκόνη της κιμωλίας πάνω μου. Για να σε δοκιμάσω τώρα και σ’ ένα δύσκολο πρόβλημα: Σκεφτόταν λίγο και άρχιζε: Έχουμε ογδόντα οκάδες αλεύρι, το κοσκινίζουμε και μας δίνει δέκα οκάδες πίτουρα. Τα ξέρεις τα πίτουρα. ε; Αυτά που ταϊζει η μάνα σου τις κότες! Θέλω να μου βρεις, οι εκατό οκάδες αλεύρι πόσα πίτουρα θα μας δώσουν;

        Πέτρα έστυβα κι έβγαζε νερό και θα μου ξέφευγε τούτο το αστείο προβληματάκι; Ζορίστηκα, το βρήκα, απάντησα:

        --- Δωδεκάμιση οκάδες!

        --- Καλά! Καλά! Μη φωνάζεις γιατί θα ρίξεις τα ντουβάρια! Έλα τώρα να σου βάλω το βαθμό σου και συνέχισε το διάβασμα να τις περάσεις όλες τις τάξεις.

 

 

                                                 = = =

 

        --- << Συ δε, Τυνδάρεω θύγατερ, βασίλεια Κλυταιμνήστρα, τι χρέος; τι νέον, τι δ’  επαισθομένην, τίνος αγγελίας πειθοί περίπεμπτα θυοσκείς; >> εκφωνούσε ο φιλόλογος τη Δευτέρα, κουνώντας τα χέρια του πάνω στην έδρα σαν ηνίοχος σε άρμα. Θέλω μετάφραση, συντακτικό, ανώμαλα ρήματα, βαθμούς επιθέτων και δοτικές απέξω κι ανακατωτά! Όποιος έρθει αύριο άγραφος και αδιάβαστος, βουή του μαύρη!  Και τώρα πάρτε χαρτί και μολύβι και γράφτε μου τους αρχικούς χρόνους του εσθίω! 

        Τους έγραψα όλους εκτός από τον Υπερσυντέλικο. Περίμενα να τον θυμηθώ κρατώντας το μολύβι σκυμμένος πάνω στο χαρτί. Με είδε ο φιλόλογος, εννόησε τη δυσκολία μου, κατέβηκε, ήρθε πάνω από το κεφάλι μου και βλέποντας την έλλειψη του Υπερσυντέλικου, μου είπε με εμπαιγμό, παίρνοντας την κόλλα μου:

           --- Εδηδόκειν κάνει φωστήρα μου, αλλά που να το ξέρεις! Είσαι και διετής! Δεν κάνεις για γράμματα!

          Την άλλη μέρα θυμήθηκε το  επεισόδιο και με ρώτησε για να με πειράξει:

           --- Μπορείς να μας εξηγήσεις εσύ ο διετής, τι θέλει να πει ο Περικλής στο ρητόν << φιλοκαλούμεν μετ’ ευτελείας και φιλοσοφούμεν άνευ μαλακίας; >> 

          --- Αυτό το ρητό, θα πει κύριε καθηγητά, πως για να δούμε προκοπή, πρέπει να κόψουμε την  ικανοποίηση της γενετήσιας πράξης με το χέρι ή αλλιώς όπως το λέει ο λαός να μην το παίζουμε!

          Θηρίο έγινε ο φιλόλογος. Μ’ άρπαξε απ’ το σβέρκο, με πέταξε έξω και μου φώναξε έξαλλος:

          --- Εσύ παίζεις με τη γλώσσα, μαλλιαρέ και την εμπαίζεις! Να φύγεις και να μην ξαναπατήσεις στον ιερό ναό του πνεύματος! Στα τσουρούλια να πας από εδώ μέσα!

         Το είπα στο γεννήτορα πως μ’ έδιωξαν από το σχολείο κι έγινε έξω φρενών.  

          --- Να φύγεις!  μου είπε με σπλάχνο βαρύ και άκαρδο. Τεμπέληδες εγώ δεν ταϊζω. Τράβα το δρόμο σου και όπου σε βγάλει.

         Κοντά στο σπίτι είχαν στρατοπεδεύσει γύφτοι, ζώντας σε τσαντίρι πλέκοντας καλάθια. Με προσέλαβαν να τους βοηθάω στο πλέξιμο και να φέρνω καλάμια και λυγαριές από το ποτάμι. Τις Κυριακές ζωγράφιζα με το γύφτο ήρωες με μουστάκες και τα απογεύματα που ερχόταν και η γύφτισσα το ρίχναμε στο τραγούδι. Περνούσα καλά ώσπου ο γύφτος, έμπλεξε, έκλεψε καλάμι και τον πήγαν μέσα. Το ‘μαθε ο γεννήτορας και άρον- άρον ήρθε να με πάρει.

          --- Πάμε! Το αφεντικό σου είναι κλέφτης!

          --- Κλέφτης;

          --- Έκλεψε καλάμι!

          --- Και ήταν τόσο τίμιος…

          --- Δεν μπορείς να μείνεις άλλο μαζί με τους κλέφτες.

          --- Ναι, αλλά τι θα κάνω;

          --- Θα πας στο θείο Ανδροκλή στην Αθήνα. Έχει βιβλιοπωλείο και θέλει ένα χαμάλη να πουλάει βιβλία με το καρότσι στους δρόμους. Έχει ψωμί, λέει η δουλειά και θα τα κονομάς…

          Έτσι ένα πρωί βρέθηκα με το καρότσι φίσκα στο βιβλίο να το πουλάω στην οδό Αθηνάς. Αν και ήμουν νεοφώτιστος έμαθα απέξω τους τίτλους των βιβλίων, τους συγγραφείς, τους ποιητές, τους ιστορικούς και τους θεατρογράφους. Σιγά- σιγά αγάπησα το βιβλίο, περισσότερο το παιδικό,  το ‘ριξα στο διάβασμα, κατάλαβα την αξία του και το πουλούσα με περισσότερο ζήλο.

          Στο μήνα πάνω είχα γίνει ξεφτέρι, ο τζίρος ανέβαινε, ο Άγιος Γραμμάτιος γελούσε ευχαριστημένος όταν ένα βιβλίο άφηνε το καρότσι και η τσέπη μου γέμιζε λεφτά. Αυτό μου έδωσε θάρρος και άπλωσα την επιχείρηση και στην Ομόνοια. Εκεί οι πωλήσεις αυξήθηκαν πολύ,  οι άνθρωποι με συμπάθησαν και ξεπουλούσα ένα καρότσι την ημέρα. Το χρήμα χοντρό, γέμιζε τις τσέπες του θείου αλλά και τις δικές μου. Ώσπου μια μέρα μπροστά από του Λουμίδη έπεσα με τα μούτρα στο φιλόλογό μου τον << Τυνδάρεως >>. Είχε σκύψει πάνω από τα λεξικά και τα ξεφύλλιζε. Τον πλησίασα, τον κοίταξα, με κοίταξε, έκανε ένα βήμα πίσω και τρέμοντας ετοιμάστηκε να το βάλει στα πόδια με τον τρόμο να φαίνεται μέσα στα μάτια του σαν μαύρο σύννεφο. Τον συγκράτησα από το χέρι.

          --- Εσύ εδώ; με ρώτησε.

          --- Μ’ έδιωξες από το σχολείο, πού να είμαι;

          --- Εγώ; Το κεφάλι σου!

          Μπροστά μου δε διέκρινα τίποτα. Όλα έγιναν άπειρο. Τον πλησίασα ένα βήμα ακόμη. Ο δύστυχος έτρεμε σαν λαγός.

          --- Το σχολείο μ’ άρεσε αλλά εσύ μ’ έδιωξες! Δεν είσαι δάσκαλος αλλά χαχόλος!

          Τον άφησα. Το ‘βαλε στα πόδια και ετοιμάστηκε να σκορπιστεί σαν καπνός στον άνεμο όταν του ‘ριξα το καρότσι στα κοντά. Βρόντηξε εκείνο, έφερε χαλασμό και τον έστειλε τρέχοντας στην Πατησίων.

 

                                           = = =

 

         Στο τμήμα που πήγα ο μπάτσος διοικητής μου άσκησε ποινική δίωξη για << απόπειρα πρόκλησης σωματικής βλάβης >>. Στο δικαστήριο είπα πως δεν είχα καμία διάθεση να βλάψω τον πελάτη μου και πως το καρότσι κύλησε γιατί ένας απρόσκλητος λεβάντες το ‘σπρωξε. Με πίστεψαν και μ’ άφησαν ελεύθερο! Το φιλόλογο δεν τον είδα καθόλου. Τα μάτια μου κλειστά κρατούσαν οι πόνοι και οι χρόνοι!

     ellinikoxronografima.blogspot.gr

 

       

 

      

 

 

 

 

 

 

 

Δευτέρα 27 Ιουλίου 2026

 

Χρονογράφημα   


 

 

 

 

 

 

                     Τσιφτάρα δάσκαλε, γιατί πας κόντρα στην εξουσία;

 

 

 

                                             Του Παναγιώτη  Αντωνόπουλου

 

 

             Σε πίσω καιρούς το χρονογράφημα, αυλακωμένο από τις σχισματιές του χρόνου και γραμμένο στον απόηχο της θλιμμένης νότας του κότσυφα.  Προορισμός μου το χωριό, θαμμένο στο βουνό, στις πέτρες και το σαρκοφάγο βάτο. Το σχολείο ερείπιο, οι τοίχοι σωριασμένοι, τα κουφώματα ροκανισμένα από τους μπελέχαρους ποντικούς.  Κοιμόμουν στρωματσάδα στο χολ, πλενόμουν στο λασπόνερο της γούρνας, όρθιο με κρατούσε την ώρα του μαθήματος η μπουκιά από το πρόσφορο του παπα – Βαγγέλη. Η υγιεινή μου τριτοκοσμική, η αφόδευσή μου στα χαλάσματα, ορδές οι κώνωπες από το χαμούρι της τσοπαναριάς, ορμούσαν πάνω μου να μου πιουν το αίμα.

              Τ’ ανθρωπάκια του χωριού φτύνανε μαύρη λάσπη όλη μέρα στις σποριές, λουσμένα στον ιδρώτα λούφαζαν στις στρωμνές τους τα βράδια με το μάτι τους γατίσιο και την ψυχή τους άγρια σαν πιράνχας να ονειρεύονται το στέρφο χωράφι τους, πλούσιο και καρπερό. Χαίρονταν στις γιορτές, άνοιγαν τα σπίτια τους διάπλατα στους καλεσμένους, με τους αγίους τις Κυριακές φωτογραφίζονταν να δείξουν πως είναι χορτοφάγα και όχι ανθρωποφάγα.  Ερχόταν ο πολιτικός και τα ανθρωπάκια του χωριού, τον άκουγαν και χασμουριόνταν. Έτσι είχαν φτιαχτεί κι έτσι έμεναν. Φτιαγμένα δίχως γνώμη, δίχως βούληση, δίχως άρνηση. Φοβόνταν τη βίτσια του εθνικού πολιτικού και στην κάλπη  το έριχναν δαγκωτό.

             Είχα ανοίξει το  βιβλίο της Φυσικής Ιστορίας στα σαπρόφυτα όταν μπήκε στην τάξη. Άπλωσε χέρι, γέλασε και μου ‘πε: << Τσιφτάρα, δάσκαλε, κάποιος μου ‘πε, πως πας κόντρα στην εξουσία! Γιατί; Τι σου λείπει; >>  << Εκπρόσωπε της πολιτείας >> του απάντησα. << Οι πόλεις απόχτησαν μουσεία εθνικών κειμηλίων και το χωριό  δεν έχει απόπατους. Ούτε και το σχολείο. Οι άνθρωποι βγαίνουν με τους λύχνους τη νύχτα κι αδειάζουν το σωλήνα τους στους δρόμους. Το ίδιο κάνω κι εγώ. Έχει γεμίσει το χωριό << μουρόφυλλα υγείας >> και κινδυνεύουμε από θανατηφόρο λοιμό >>.

            << Αυτό; >>

            << Έχω κι άλλα… Λουτρό κάνω στο πλυσταριό της παπαδιάς, ξεσκορτσάζομαι με κεραμίδι, η σόμπα μου είναι γερασμένη, το κρύο μού ’χει σκουριάσει τα σπονδύλια. Το νοικοκυριό μου λασπότοπος, η αίθουσα γεμάτοι ποντίκαρους, ροκανίζουν θρανία και βιβλία. Οι ποντικίνες τη νύχτα μου επιτίθενται και μου τρώνε τη μύτη. Κάντε κάτι να γίνει σπίτι τούτο το αχούρι… >>

             Γέλασε. << Εντάξει, ό,τι θες! >> Μύρισε ο χρόνος ψέμα, μύρισε και ο τέντζερης του πρόεδρου λαγό στιφάδο! Το ‘κοψε προς τα κει και σαν γάτος άνοιξε την πόρτα και μπήκε μέσα.

            ellinikoxronografima.blogspot.gr

 

 

ΤΟ            Χ Ρ Ο Ν Ο Γ Ρ Α Φ Η Μ Α 


 

 

                      Ο Όμηρος, η κοτσού φιλόλογος και οι φάπες

 

                                               Του Παναγιώτη  Αντωνόπουλου

 

 

            Δεκαετία του εξήντα. Αρχή της εφηβείας μου όταν ήρθα στο << κλεινόν άστυ >> του κάμπου να σπουδάσω και ν’  αφυπνισθώ εκ της ραστώνης του χωριού, να νιώσω το γλυκασμό της γραφής των λογίων πατέρων, να αποσβέσω το << μηδενός επιθυμείν >> και να γευτώ τον ποιητικό οίστρο της θυσιασμένης κόρης Ιφιγένειας για χάρη ενός λαφυραγωγού πολέμου εξαιτίας της πληγωμένης νιότης της Ελένης του Μενελάου. Πρώτη γυμνασίου κι εκείνη την ημέρα η φιλόλογος μια σπιθαμιαία και πειθαρχημένη στην εξουσία και τη δύναμη της σχολικής έδρας, μας διάβαζε από τον Όμηρο; << Άνδρα μοι έννεπε, Μούσα, πολύτροπον, ος μάλα πολλά, πλάγχθη, επεί  Τροίης ιερόν πτολίεθρον έπερσε, πολλών  δ’ ανθρώπων ίδεν άστεα και νόον έγνω, πολλά δ’ ο γ’ εν πόντω πάθεν άλγεα ον κατά θυμόν… >>.

         << Κυρία! >> τη διέκοψε ο μπροστινός μου και σήκωσε το χέρι.  << Ο πίσω μου λέρωσε την μπλούζα με το στυλό του! >>  Νήπιοι και μωροί γέλασαν, οι πισωθρανίτες φώναξαν <<ουουου!>>, η κοτσού παιδαγωγός σταμάτησε, μας κοίταξε με βλέμμα ύαινας και τον ρώτησε: << Ποιος το ‘κανε, είπες; >>  << Ο πίσω μου! >> επανέλαβε αυτός και μ’ έδειξε. << Σήκω! κι   έλα πάνω >> μου είπε και άφησε το βιβλίο.  Με πλάκωσε στις φάπες και άρχισε να μου ρίχνει τσιμπιές, μπουνιές, σπρωξιές και κατραπακιές. Μετά έπιασε το χάρακα, έκανε τα πόδια μου μαύρα, με κόλλησε στον πίνακα και με τάραξε στις γονατιές. Κι όσο φώναζα πως είμαι αθώος και δεν το έκανα εγώ, μ’ έδερνε πιο πολύ και μ’ έγδερνε με τα νύχια της. Τότε τη φαντάστηκα φύλαρχο Παπούα να έχει μπροστά της τη τζοκόντα του Ντα Βίντσι και να θέλει να τη θρυμματίσει και επιθυμούσε το ίδιο να  κάνει και σε μένα τον άχρηστο, τον ανθρωποειδή πίθηκο που της τάραξα την ιερότητα και οσιότητα  της ψυχικής και σωματικής λιθοδομή της.  Βλέποντας το χάος που θα περνούσα, το ‘βαλα στα πόδια, βγήκα από την αίθουσα και βρέθηκα στην αυλή.

         Μετατέθηκε, χωρίσαμε, ο χρόνος ροκανίστηκε κι ένα καλοκαίρι επέστρεψε. Εγώ με τον πολιτιστικό σύλλογο, πάλευα με τους συντρόφους  μου ν’ αλλάξουμε την ζωή της πόλης, τη σημαία του πολιτισμού να υψώσουμε στο κάστρο της. Ήμουν στο κιόσκι με τα βιβλία και διακινούσα το υπέρλαμπρο φως τους όταν την  είδα σκυμμένη πάνω σ’ ένα μυθιστόρημα να το φυλλομετρά. Με είδε, πήρε το βιβλίο, με πλησίασε, με ρώτησε: << Σ’ είχα μαθητή; >>  << Με είχες >> της αποκρίθηκα. << Κάτι θα πήρες κι από μένα, δεν μπορεί; >>  << Ναι, πήρα! >>  και σκύβοντας το κεφάλι της έδειξα πίσω απ’ τ’ αυτί το σημάδι  από τα νύχια της. << Αυτό πήρα! Είναι από το ξύλο που μου δώσατε τότε που πέσατε πάνω μου σαν γερακίνα και θέλατε να με κατασπαράξετε>>.  

        Άσπρισε, το μάτι της θόλωσε και η τρίχα της στην κεφαλή  ανορθώθηκε.   Άφησε το βιβλίο, το ‘βαλε στα πόδια και σαν τετράπαχη όρνιθα χάθηκε μέσα στο πλήθος.

        ellinikoxronografima.blogspot.gr

          

 

                                     

Κυριακή 26 Ιουλίου 2026

 

                             Παναγιώτης  Αντωνόπουλος

Διήγημα    


 

 

                          Το φάντασμα του μαύρου καβαλάρη

 

          Μέρες τώρα η πόλη ήταν ανάστατη από τις φήμες που κυκλοφορούσαν και μιλούσαν για την επίσκεψη του μαύρου καβαλάρη. Ήρθε έλεγαν από μακριά για να βρει τον άνθρωπο με τα εφτά θανάσιμα αμαρτήματα και να αποδώσει Δικαιοσύνη, σκοτώνοντάς τον σε μονομαχία μια ασέληνη νύχτα, στο νεκροταφείο της πόλης. Ο πρώτος άνθρωπος που τον είδε να διατρέχει βράδυ την πόλη στα νότια, δεν είχε συνέλθει ακόμη και ο φόβος του είχε φωλιάσει για καλά στην καρδιά του. Ωστόσο μπορούσε να τον περιγράψει και να θυμηθεί και τις πιο ασήμαντες λεπτομέρειές του.

          Πρώτα – πρώτα έλεγε, έδειχνε δυνατός κι ασυμβίβαστος. Το αρρενωπό και τραχύ πρόσωπό του με τα σχιστά μάτια και τα πυκνά φρύδια τού προσέδιδαν εμπιστοσύνη και σιγουριά. Ύστερα η κατάμαυρη δερμάτινη στολή που φορούσε με το μεγάλο καπέλο και τις καλοφτιαγμένες μπότες τού έδιναν μεγάλη εκκεντρικότητα και προκαλούσε  ασύγκριτη εντύπωση. Το χρυσοκέντητο τώρα σήμα της νεκροκεφαλής στο μέρος της καρδιάς του μαζί με το μεγάλο κι ευλύγιστο σπαθί που κρατούσε στο δεξί του χέρι και το ανέμιζε με δύναμη και δεξιοτεχνία στον αέρα ολοκλήρωναν το ελκυστικό πορτραίτο του μαύρου καβαλάρη και το ‘καναν συμπαθητικό μαζί και μισητό.

          Ο μύθος έλεγε πως πριν πάρει την απόφαση να γίνει εκδικητής των αμαρτωλών, ο ίδιος είχε πέσει θύμα τους και είχε πληγωθεί πολύ! Ήταν δεκαοχτώ χρονών όταν αγάπησε μια όμορφη γυναίκα και την παντρεύτηκε.  Πάνω  όμως στο μήνα αναγκάστηκε να φύγει από την πόλη και να την αφήσει μόνη. Σαν γύρισε  πήρε ένα ανώνυμο γράμμα που του έλεγε πως όσο καιρό έλειπε η γυναίκα του τον απατούσε με τον πιο πλούσιο νέο της περιοχής. Αμέσως για να ξεπλύνει την ντροπή τον κάλεσε σε μονομαχία και τον σκότωσε. Ο ίδιος όμως τραυματίστηκε βαριά και σαν κατάλαβε πως δε θα ξέφευγε το θάνατο, παρακάλεσε το Θεό να τον κάνει φάντασμα και σαν θα γυρνά τον κόσμο να τιμωρεί τους κακούς και τους αμαρτωλούς. Ο Θεός τον άκουσε κι από τότε το φάντασμα του νεκρού μονομάχου καβάλα στο περήφανο άλογό του τρέχει στους δρόμους της κάθε πόλης και είναι έτοιμο να την προστατεύσει!

          Έτσι σαν  του το ζητούσε ανέβαινε στο ατίθασο άλογό του και την επισκεπτόταν σαν το πυκνό σκοτάδι τη σκέπαζε και η αναγνώρισή του γινόταν δύσκολη. Αφού έκανε τρεις γύρους έξω από τα σπίτια της κι εντόπιζε το νεκροταφείο της, τραβούσε κατευθείαν εκεί κι αφού ξεπέζευε κι άφηνε το άλογο έξω από το μαντρότοιχο, αυτός έμπαινε μέσα κι έψαχνε να βρει τον  τάφο της νεότερης πεθαμένης κοπέλας. Σαν τον έβρισκε, έβαζε ένα χοντρό μαύρο κερί στην είσοδό του για να τον γνωρίσει το πρωί που θα επέστρεφε να κρυφτεί μέσα και ξεκινούσε πάλι την ολονύκτια έφοδό του στους δρόμους της πόλης για να βρει το σπίτι του ανθρώπου με τα εφτά μεγάλα θανάσιμα αμαρτήματα.

          Σαν το έβρισκε, χάραζε στην πόρτα του ένα κόκκινο σταυρό και τα αρχικά του γράμματα και επέστρεφε στο νεκροταφείο όπου και τον περίμενε για τη μονομαχία του θανάτου.  Τον περίμενε εφτά νύχτες, αν δεν παρουσιαζόταν και την τελευταία νύχτα, αποφάσιζε να τον σκοτώσει πια, σε μια από τις πολλές ενέδρες που θα του ‘στηνε έξω από το σπίτι του.

           

 

 

               * * *

 

 

 

          Μόλις πληροφορήθηκαν οι αμαρτωλοί  της πόλης πως ο μαύρος καβαλάρης εθεάθη από τον άνθρωπο που αναφέραμε σε έναν από τους δρόμους της τρομοκρατήθηκαν.  Αμέσως άρχισαν να μετράνε τα μεγάλα αμαρτήματά τους και να ζητάνε απεγνωσμένα τη γνώμη και τη συμβουλή των δικών τους για το τι γενέσθαι.  Οι πιο δειλοί έφυγαν, άλλοι μετακόμισαν σε φιλικά σπίτια και κάποιοι χάνοντας την ψυχραιμία τους, μεταμόρφωσαν τα σπίτια τους κάνοντάς τα αγνώριστα για να ξεγελάσουν το μάτι του μαύρου καβαλάρη και να ξεφύγουν!

          Απ’ αυτή την υστερία πανικού δε γλίτωσε ούτε και ο πρώτος άρχοντας της πόλης, που οι ψίθυροι τον έφερναν σαν τον άνθρωπο που βαρυνόταν με τα εφτά μεγάλα αμαρτήματα και πως αυτόν ζητούσε το φάντασμα του μαύρου καβαλάρη. Σαν το ‘μαθε πανικόβλητος εγκατέλειψε την πόλη και πήγε να κλειστεί στην εξοχική του κατοικία, βόρεια της πόλης σε μια έρημη και απρόσιτη περιοχή που οι δρόμοι της φυλασσόταν από  εκπαιδευμένα λυκόσκυλα κι έκοβαν το δρόμο σε κάθε ανεπιθύμητο επισκέπτη.

          Τις τρεις πρώτες μέρες ο άρχοντας τις πέρασε κλεισμένος στο δωμάτιό του χωρίς να δει άνθρωπο. Την τέταρτη ξεθάρρεψε κάπως και ζήτησε να τον επισκεφτεί ο γραμματέας του. Σαν τον είδε αυτός να βρίσκεται στα πρόθυρα  νευρικής κρίσης, του είπε για να τον εμποδίσει από τίποτα χειρότερο:

        << Δεν έχεις διαπράξει το έβδομο αμάρτημα, άρχοντα. Γιατί φοβάσαι; >>

         Κούνησε το κεφάλι του εκείνος, κοκκίνισε το πρόσωπό του από την ενοχή και του ψιθύρισε άκοσμα με σβησμένη φωνή:

         << Το διέπραξα κι αυτό! >>

         << Πότε; Κρυφά από μένα; >>

         <<Ναι, δυστυχώς! >>

          Πήρε μια βαθιά ανάσα ο άρχοντας και σαν σκέφτηκε για λίγο του είπε δείχνοντας αποφασισμένος να μιλήσει:

          << Θα στα πω όλα! Θυμάσαι πριν ένα χρόνο που μας επισκέφτηκε ο επιθεωρητής υγιεινής της περιφέρειας και μου ζήτησε πάση θυσία να κάνει δειγματοληπτικό έλεγχο στο νερό της πόλης γιατί είχε καταγγελίες πως ήταν μολυσμένο;>>

          Τον κοίταξε μ’ ένα βλέμμα καχυποψίας ο γραμματέας και του έγνεψε καταφατικά με τα μάτια.

          << Το νερό ήταν μολυσμένο >> συνέχισε ο άρχοντας << κι εγώ το ‘ξερα! Πριν τρεις μέρες με ειδοποίησε ο γιατρός του νοσοκομείου πως ένα τρίχρονο αγοράκι έδειχνε ύποπτο να έχει το μεταδοτικό και θανατηφόρο ιό της χολέρας κι αυτό κατά πάσα πιθανότητα οφειλόταν στο μολυσμένο νερό! >>

          << Λέγε, θέλω ν’ ακούσω! >> τον προέτρεψε γεμάτος αγωνία ο γραμματέας κι έδειξε να  κυριεύεται  από  μίσος  για  τον άρχοντά του.          

         << Λοιπόν, μου είχαν πει δυο εργάτες πως βρήκαν μέσα στη δεξαμενή πολλά ψόφια ποντίκια να πλέουν στο νερό και με τα διαμελισμένα σώματά τους από τη σήψη έκαναν την ατμόσφαιρα εκεί μέσα αφόρητη!>>

          << Και δεν έκοψες την παροχή ύστερα απ’ όλα αυτά; >>

          << Όχι! Γιατί ο επιθεωρητής ήταν επί θύραις και δεν ήθελα ν’ αφήσω χωρίς νερό την πόλη και να εκτεθώ στα μάτια του! >>

          Δάγκωσε τα χείλη του ο γραμματέας και φανερά δυσαρεστημένος, τον ρώτησε με τη φωνή του υψωμένη:

         << Και ο δειγματοληπτικός έλεγχος στο νερό δεν έγινε από τον επιθεωρητή; >>

         << Δεν έγινε! Προφασίστηκα αδυναμία για τεχνικούς λόγους και δεν τον  άφησα να τον κάνει! >>

          Έδειχνε συντετριμμένος και μετά βίας συγκροτούσε τη σκέψη του. Ωστόσο μιλούσε κι ας έχανε που και που το ρυθμό του.

          << Μια μέρα πριν φθάσει στην πόλη ο επιθεωρητής >> συνέχισε, << ειδοποιήθηκα πάλι από τον ίδιο γιατρό πως το τρίχρονο αγοράκι πέθανε. Η αιτία του θανάτου του οφειλόταν με βεβαιότητα στον ιό της χολέρας που το είχε προσβάλει κι ευθυνόταν απόλυτα το μολυσμένο νερό της πόλης αφού οι τοξικολογικές και μικροβιολογικές εξετάσεις που έγιναν στο εργαστήριο του νοσοκομείου με πάσα μυστικότητα κι σοβαρότητα, έδειξαν πως ο θανατηφόρος ιός βρισκόταν στα μόρια του νερού και το είχε μολύνει!>>

          Έξαλλος έγινε ο γραμματέας και χτυπώντας το χέρι του με δύναμη πάνω στο τραπέζι, του φώναξε με όλη της δύναμη της φωνής του:

          << Κι εσύ μετά απ’ όλα αυτά, συνέχιζες να ΄χεις ανοιχτή την παροχή του νερού, ε;   Έπρεπε να  μετρήσεις  ακόμη κι  άλλο   θάνατο  για  να   την   κλείσεις ;>>

          Η δύσπνοια που ένιωσε για λίγο ο άρχοντας και η παροδική ζαλάδα που διαπέρασε το κεφάλι του δεν τον εμπόδισαν να συνεχίσει να μιλάει. Έτσι σαν στύλωσε τα ανέκφραστα μάτια του πάνω στο γραμματέα του, συνέχισε:

        <<Τη μέρα της συνάντησης με τον επιθεωρητή, άλλη μια πληροφορία που πήρα, μιλούσε για άλλα τρία παιδιά που νοσηλεύονταν στο νοσοκομείο, μολυσμένα από το θανατηφόρο ιό. Αντιλαμβάνεσαι την ψυχική μου αναστάτωση εκείνη τη στιγμή! Δεν μπορούσα όμως να κάνω τίποτα όσο ακόμη ο επιθεωρητής βρισκόταν στην πόλη και το μολυσμένο νερό συνέχιζε να τρέχει όλο το βράδυ και μόνο σαν έφυγε την άλλη μέρα έδωσα εντολή να σταματήσει η παροχή του >>.

          Απόμεινε για λίγο σιωπηλός σαν σταμάτησε την αφήγησή του κι έδειξε κάτι να σκέφτεται. Αμέσως ύστερα  άνοιξε ταραγμένος το συρτάρι του γραφείου του. Έβαλε το δεξί του χέρι μέσα και τρέμοντας έβγαλε ένα μεγάλο κι αστραφτερό μαχαίρι και το ακούμπησε με τη λαβή προς το στήθος του και την αιχμηρή λάμα του να κοιτάζει κατ’ ευθείαν  το πρόσωπο του γραμματέα του. Εκείνος όπως ήταν φυσικό φοβήθηκε και τραβήχτηκε πανικόβλητος προς τα πίσω. Τότε χαμογέλασε ο άρχοντας και του είπε χαμηλόφωνα για να τον ηρεμήσει και να δικαιολογήσει την εμφάνιση του μαχαιριού:

          << Μη φοβάσαι, δεν είναι για σένα το μαχαίρι! Για μένα είναι! Δες τι θα κάνω και κράτησε την ψυχραιμία σου! >>

          Έπιασε  σφιχτά το μαχαίρι από τη μαύρη λαβή και ακούμπησε την αιχμηρή λάμα του στο μέρος του δεξιού του μπράτσου. Έσυρε ύστερα μια βαθιά χαρακιά και με το αίμα που ανάβλυσε άφθονο και ζεστό άλειψε τη λάμα. Σαν έκανε το ίδιο και στο αριστερό του χέρι, πρότεινε το ματωμένο μαχαίρι στο γραμματέα, ψιθυρίζοντάς του στο αυτί με φωνή που έσβηνε :

           << Βγες έξω και χάραξε στην πόρτα τον κόκκινο σταυρό για να με βρει εύκολα ο μαύρος καβαλάρης! Έτσι κι αλλιώς δε θα του ξεφύγω, ας φανώ τουλάχιστον γενναιόδωρος! >>

          Σε λίγο ένας πελώριος κόκκινος σταυρός χαραγμένος στην πόρτα με το ίδιο το αίμα του άρχοντα, φανέρωνε τον άνθρωπο με τα εφτά μεγάλα αμαρτήματα κι έκανε την αναγνώρισή του από το φάντασμα του μαύρου καβαλάρη πιο εύκολη.

         

 

 

 

***

 

 

          Σαν το ρολόι της πόλης χτύπησε δώδεκα μεσάνυχτα οι δυο μονομάχοι συναντήθηκαν στην πόρτα του νεκροταφείου και μπήκαν μαζί μέσα. Αφού κοίταξε για λίγο με οίκτο τον άρχοντα ο μαύρος καβαλάρης, άπλωσε ύστερα το ξίφος του και του έδειξε μια μεγάλη ταφόπετρα που βρισκόταν δίπλα τους, γνέφοντάς του ταυτόχρονα με τα μάτια ν’  ανεβεί πάνω της. Πήδησε τότε πάνω της ο άρχοντας και πιάνοντας τη βορινή θέση, έτεινε με μια αδέξια κίνηση μπροστά το ξίφος του, έτοιμος ως φαίνεται ν’  αποκρούσει οποιαδήποτε επίθεση του μαύρου καβαλάρη. Με μια τώρα επίδειξη δυνάμεως που τη διαφήμισε ο μαύρος καβαλάρης μ’ ένα δικό του ανάλαφρο πήδημα πάνω στην ταφόπετρα έπιασε τη θέση του στα νότια.  Εκεί αφού με ιδιαίτερη δεξιοτεχνία ξεθηκάρωσε το ξίφος του από τη χρυσή θήκη του, και, πέρασε στην κόψη της λάμας επιδεικτικά τα δάχτυλα του αριστερού του χεριού, το πρόταξε κι αυτός με αστραπιαία κίνηση μπροστά, λέγοντάς του με ύφος αυστηρό:

          << Βιάζεσαι βλέπω, άρχοντά μου να τελειώσεις γρήγορα από τη δοκιμασία αυτή αλλά δε θα το καταφέρεις! Εγώ τώρα είμαι ο Ισχυρός κι εσύ ο Αδύνατος!  Και για να αισθανθείς αυτό που λέω, να πάρε και το πρώτο χτύπημα!>> και δίνοντάς του μια με το ξίφος στο αριστερό του χέρι, κοντά στον ώμο, του άνοιξε και την πρώτη πληγή!

           Έβγαλε μια κραυγή πόνου ο άρχοντας και οπισθοχώρησε. Κοίταξε το ματωμένο χέρι του κι αμέσως του επιτέθηκε, αλλά χωρίς αποτέλεσμα. Τότε ο μαύρος καβαλάρης έχοντας πάντα παρατεταμένο το ξίφος του, του είπε με τη δυνατή και μεταλλική φωνή του:

          << Δοκίμασες το ένα από τα εφτά χτυπήματα που θα σου καταφέρω, ένα για κάθε σου αμάρτημα, άρχοντα! Και πριν σου καταφέρω και το δεύτερο, θέλω να μου αναφέρεις τα εφτά σου αυτά αμαρτήματα! Μπορείς ; >>

          Κρύος ιδρώτας έλουσε τον άρχοντα και του φάνηκε πως ένιωσε την ταφόπετρα κάτω από τα πόδια του να υποχωρεί. Άπλωσε το ξίφος του να τον χτυπήσει αλλά επιδέξια ο μαύρος καβαλάρης το απέφυγε. Έτσι σαν απόμεινε μετέωρος με το αριστερό του πόδι  πίσω  και το χέρι του τεντωμένο, του ψιθύρισε εξαντλημένος:               

           << Ιδέα δεν έχω για τα αμαρτήματα που μου αναφέρεις, ιδέα! >>

             Τον κοίταξε με μισό μάτι ο μαύρος καβαλάρης και αστραπιαία χωρίς να προλάβει ν’ αντιδράσει ο άρχοντας, του κατάφερε και το δεύτερο δυνατό χτύπημα στο μέτωπο, πάνω από το δεξί του μάτι.  Το αίμα που έτρεξε γρήγορα κύλησε στο μάτι και του το τύφλωσε. Απεγνωσμένα προσπαθούσε ν’ αποφύγει τη ροή και στο άλλο, όταν κι ένα τρίτο χτύπημα στο δεξί του χέρι στο μέρος του μπράτσου, του τίναξε το ξίφος κάτω και τον άφησε άοπλο.

            << Σαν δεν τα ξέρεις εσύ τα αμαρτήματά σου τα ξέρω εγώ!>> άκουσε τότε σαστισμένος τη φωνή  του μαύρου καβαλάρη  κι ένιωσε στο χέρι του τη λαβή  του ξίφους του, που τόσο ιπποτικά του προσέφερε αφού το μάζεψε από κάτω. Για ν’ αρχίσει αμέσως σαν πήρε θέση απέναντι στον άρχοντα να απαριθμεί αργά - αργά και δυνατά τα εφτά του, θανάσιμα αμαρτήματα: <<υπερηφάνεια, πλεονεξία, πορνεία, φθόνος, γαστριμαργία, μνησικακία, αμέλεια >>. Κι αφού τον κοίταξε με ειρωνεία, του ψιθύρισε :

           << Αυτά τα αμαρτήματα σε βαραίνουν άρχοντα και γι’ αυτά θα πληρώσεις!>> και χωρίς να περιμένει την αντίδρασή του, του κατάφερε   το τέταρτο χτύπημα στο μηρό του αριστερού του ποδιού.  Το χτύπημα ήταν πολύ δυνατό και ο άρχοντας βγάζοντας ένα οξύ ουρλιαχτό πόνου έχασε την ισορροπία του και φάνηκε πως θα σωριαζόταν κάτω. Για καλή του όμως τύχη πιάστηκε από το μαρμαρένιο σταυρό της ταφόπετρας και συγκρατήθηκε. Ωστόσο όμως άφησε εκτεθειμένο το πρόσωπό του και ο μαύρος καβαλάρης που τον είχε πλησιάσει του ‘δωσε το πέμπτο χτύπημα στο αριστερό μάγουλο, κάνοντάς του μια βαθιά ουλή ως κάτω στο λαιμό του.

          Αιμόφυρτος τώρα ο άρχοντας και με τις δυνάμεις του εξασθενημένες, οπισθοχώρησε και ακούμπησε την πλάτη του στο μαντρότοιχο που βρέθηκε πίσω του. Η ασθενής όρασή του που οφειλόταν στα αίματα που έτρεχαν  ακόμη στα μάτια του από την πληγή του μετώπου του και οι οδυνηροί πόνοι που αισθανόταν από τα τραύματα τον οδήγησαν στη σκέψη να εγκαταλείψει τον αγώνα και να παραδοθεί στον ισχυρό αντίπαλό του άνευ όρων. Αλλά η προκλητικότητα του αντιπάλου του που τον ερέθισε για άλλη μια φορά με τα λόγια του, σαν του φώναξε << δειλέ, αυτή τη νύχτα θα πεθάνεις!>> τον έκαναν ν’ αλλάξει γνώμη και να συνεχίσει τον αγώνα μέχρι τέλος.  Γι’ αυτό αποφάσισε να τον μεταφέρει πάνω στο μαντρότοιχο όπου εκμεταλλευόμενος κάποια αδυναμία ή ατυχία του θα μπορούσε να ήταν αυτός ο νικητής.

          Έτσι αφού συγκέντρωσε όλες τις δυνάμεις που του απόμειναν, αρπάχτηκε από τον τοίχο και σκαρφάλωσε πάνω του. Εκεί σαν έτεινε το ξίφος ίσα πάνω στον αντίπαλό του που βρισκόταν από κάτω του, του φώναξε οργισμένος :

         << Έλα καβαλάρη μου, εδώ στα ψηλά! Σε περιμένω! >>

          Ο μαύρος καβαλάρης αντιλήφθηκε το πανούργο σχέδιό του και χωρίς καθυστέρηση βρέθηκε μ’ ένα σάλτο απέναντί του. Και μέχρι να πατήσει γερά στα πόδια του ο άρχοντας, του κατάφερε το έκτο χτύπημα στο μέρος της κοιλιάς  που τον έκανε να ουρλιάξει και να διπλωθεί στα δύο, δείχνοντας πως δύσκολα θα έμπαινε και πάλι στον αγώνα. Ύστερα τον πλησίασε και αφού τον άγγιξε με τη μύτη του ξίφους στο μέρος της καρδιάς, τον ρώτησε ψυχρά:

         << Έχεις καμία επιθυμία άρχοντα, πριν σου καταφέρω το έβδομο και τελευταίο χτύπημα; >>

          Η προθανάτια αγωνία του άρχοντα μεγάλωσε σαν άκουσε τούτα τα λόγια του και η σκέψη και μόνο πως σε λίγο θα μπορούσε να ήταν νεκρός τον έκανε υστερικό παίρνοντας έτσι την απόφαση ν’ αντισταθεί για άλλη μια φορά μέχρι εσχάτων στην αδιάλλακτη αυτή προκλητικότητά του.  Έτσι  σφίγγοντας το ξίφος επιτέθηκε λυσσαλέα προς το μέρος του μαύρου καβαλάρη σκοπεύοντας να τον χτυπήσει και να τον σπρώξει με όλη του τη δύναμη κάτω στους κοφτερούς βράχους. Λες και κατάλαβε όμως το ύπουλο σχέδιό του ο μαύρος καβαλάρης, τον απόφυγε με μια επιδέξια μετατόπιση του σώματός του όσο έπρεπε για να του δώσει έτσι το τελευταίο και έβδομο χτύπημα, παίρνοντάς του σύρριζα το κεφάλι που κύλησε με δυο μικρά πηδηματάκια και σταμάτησε στο κέντρο της ταφόπετρας ενώ το σώμα του γκρεμίστηκε έξω από τον τοίχο.

          Πηδώντας αμέσως κάτω το πλησίασε κι αφού έκανε εφτά κύκλους γύρω του, το άφησε και κινήθηκε προς την πόρτα του νεκροταφείου. Εκεί μ’ ένα του άλμα βρέθηκε στη ράχη του αλόγου που με το πρώτο σπιρούνισμα ξεκίνησε για την έξοδο της πόλης.

    ellinikoxronografima.blogspot.gr