Τετάρτη 23 Σεπτεμβρίου 2026

 

            Τ Ο   Χ Ρ Ο Ν Ο Γ Ρ Α Φ Η Μ Α

                             Σωροί βιβλίων


                             Του    Παναγιώτη Αντωνόπουλου

           Οι δόλιοι! Άνοες πιστεύουν πως το βιβλίο είναι εύκολο όπως κάνεις παιδί!  Συμπεριφέρονται ως ανάγωγοι χωριάτες και αβασάνιστα γίνονται τσαλαπετεινοί,  ντύνονται με λαμπρό πτέρωμα, βάζουν και το λοφίο στο κεφάλι και πετάνε! Γίνονται συγγραφείς πιστεύοντας πως η αφήγηση είναι χλωριωμένη κότα προς αποκομιδή στη χωματερή.

        Έτσι έχουμε σωρούς βιβλίων! Ο γιδοβοσκός γράφει την ιστορία του χωριού του, ο μπακάλης για τα παραδοσιακά κτήρια της πόλης, ο ταχυδρόμος για τα τοπωνύμια και τη μάχη που έδωσε ο παππούς τού γονέα του στο χωράφι με τον Ιμπραήμ και ο πολιτικός για την ψήφιση δρακόντειων νόμων προς ανακούφιση της τάξης και της ασφάλειας των πολιτών! Αγνοούν εριστικώς  πως ο ξυλουργός ή ο φούρναρης δεν μπορούν να γράψουν βιβλίο! Γιατί είναι μαθητές του πέντε! Ακόμη αγνοούν πως και αυτοί δεν είναι ΣΤΑΝΤΑΛ να γράψουν << ΤΟ ΚΟΚΚΙΝΟ ΚΑΙ ΤΟ ΜΑΥΡΟ >>, ΑΝΤΟΝ ΤΣΕΧΩΦ να γράψουν το << ΓΛΑΡΟ >>, ΚΩΝ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ, τον << ΚΑΤΑΔΙΚΟ >>.

        Χωρίς κότσια, εγκαλούν υπερκόσμιες δυνάμεις, να κάνουν το θαύμα και τα ψίχουλα γραφής που αφήνουν στις λευκές σελίδες να γίνουν ένα βιβλίο αριστούργημα. Αν είναι δυνατόν! Αποκλείεται να έχουν διαβάσει και το δαιμόνιο Ιταλό Μακιαβέλι και παραφράζοντάς τον, να ανέκτησαν θάρρος. Αποκλείεται! Είχε πει: <<Να θυμάστε πως πάντα οι άνθρωποι θα επιδιώκουν να βελτιώνουν τη ζωή τους αλλάζοντας αρχηγό>>. Αυτοί προσπαθούν να βελτιώσουν τη ζωή τους, γράφοντας βιβλία!

        Διορισμένος γραμματοδιδάσκαλος πριν χρόνια σε ορεινό χωρίο, αφού βασανίστηκα ένα μήνα να με κόβει η λόρδα, είπα να χορτάσω τουλάχιστον με πνευματική τροφή. Έτσι έστρεψα το ενδιαφέρον μου στη βιβλιοθήκη του σχολείου. Όλα τα βιβλία παλιάς κοπής, γραμμένα μετεμφυλιακά, μύριζαν πνευματική μούχλα. Τα μόλυνε και το κάδρο του Κωνσταντίνου μετά της βασιλίσσης Άννας Μαρίας και η κατάσταση ήταν, μαύρη, ασιατική. Σκορπιοί, ποντικοί, κατσαρίδες και  στρατιές  σκωλήκων τα μάχονταν μέχρι εσχάτων. Όλα απόπνεαν σαπίλα, σήψη και λοιμογόνο πατριωτισμό. Περίσσευαν τα ελληνοχριστιανικά και οι τίτλοι με κηπουρικές εργασίες. Παρών και << Ο Αγών μου >> του Αδόλφου Χίτλερ! Και μια βιογραφία του εθνοσωτήρα Μεταξά! Ντοστογιέφσκι, Καζαντζάκης, Καρυωτάκης ούτε για δείγμα. Οι συγγραφείς αυτοί γραμμένοι στη μαύρη λίστα των καταραμένων ανθρώπων, συνομιλούσαν ευτυχώς σιωπηλώς ακαταπαύστως.

        Άντε μετά με τόση λάσπη στην ψυχή να τραγουδήσεις με τους μαθητές: << Ένα παλληκάρι είκοσι χρονών, άρματα το ζώσαν      για τον πόλεμο >>.  Ανέκαθεν οι λειράτες όρνιθες  του κοινοβουλίου και των κυβερνήσεων πίστευαν τον ίδιο χαβά. Οι σχολικές βιβλιοθήκες να είναι << χολεριασμένες >> και ο λαός ερίφιο.

   ellinikoxronografima.blogspot.gr

 

Χρονογράφημα

 

 

 

                                 Τα πατρώα ακατοίκητα,


 

 

                                                 Του Παναγιώτη  Αντωνόπουλου

 

 

 

             Ωραία μέρα, βγήκα να ξεσκάσω. Οι κότσυφες χτυπούσαν τα πλήκτρα της ενάτης συμφωνίας, τα  αρώματα του αγιοκλήματος γαργάλιζαν την ηλικιωμένη μου όσφρηση. Ηλιαχτίδες αντάρτισσες  άστραφταν στις κρυφές μασχάλες των φύλλων, άνθη πικροδάφνης και δενδρολίβανου βαστούσαν στα βαμμένα χείλη τους τα σκορπισμένα φιλάκια των μελισσών. Πιο πέρα τρελές ροδιές λύγιζαν φορτωμένες, μητέρες πιπεριές  καμάρωναν για τους πράσινους αγγέλους που βύζαιναν την ευλογία της χλόης τους. Και μαζί τους  << οι κρυφές συλλαβές όπου πάσχιζα την ταυτότητά μου ν’ αρθρώσω >> που λέει και ο ποιητής,  τρελό χορό είχαν στήσει με τα ζωηρά αλογάκια και το μαϊστρο που κρυβόταν στ’ αυτάκια των ανθών.

            Τα πατρώα ακατοίκητα, αραχνιασμένα. Οι αυλές άδειες από Ρηνούλες και στους δρόμους, φίδια, κουνάβια να γραπώνουν την ερημιά και μπελέχαροι ποντικοί να στήνουν καρτέρια όπως οι όψιμοι χρυσαυγήτες. Το ταβερνάκι θρύψαλο, τα τραπέζια διαλυμένα, ένας και μοναδικός ο πότης καθισμένος στη  μέσα γωνιά, το φλερτ του με την οινοποσία μόλις είχε αρχίσει. Έπινε και ψέλλιζε: << Ρε, ποια κρίση;  Ποια φτώχεια; Να΄ το, το ευρώ εδώ το ‘χω τσακωμένο, τη σφέρτσα θα του βγάλω αν μου φύγει >>. Έπινε, έπινε και μεγάλωνε ο καημός του για τη μοναξιά του, όπως του αγιορείτη μοναχού.

         Κάθισα. Με το δίφραγκο στην πισωτσέπη, ξεπλήρωσα τη ραγιάδικη ξεραϊλα μου και παρήγγειλα ένα τεταρτάκι. Ο οίνος που έρευσε μέσα μου, καθάρισε το βούρκο της ψυχής μου, με συμμάζεψε στη θέση μου, και με αποκοίμισε πάνω στα δόντια της σκύλας ζωής μου. << Μες στην υπόγεια την ταβέρνα μες σε καπνούς και σε βρισιές, όλη η παρέα πίναμε εψές, εψές σαν όλα τα βραδάκια να πάνε κάτω τα φαρμάκια >> παιάνιζε το ραδιόφωνο και μου τυραννούσε το νου. Τόσο που σκέφτηκα πως είμαι ένα υποζύγιο, που έχω ξεχάσει τη μάσα και πως ζω σε μια πατρίδα ψωροκώσταινα που της έχει στερέψει το βυζί. Στ’  αυτιά μου ήρθαν λόγια, λόγια ενός ανέργου και πεινασμένου που είχε πει: << Βλέπω δίκρανα με σουβλερές μύτες σε αγριεμένο όχλο, έτοιμα να τα χώσει σε αφεντοαγάδες άπληστους και νοσηρούς >>.

        Πάραυτα θυμήθηκα τη Γαλλική επανάσταση, το αγριεμένο της πλήθος, τα δίκρανα, τις σφαγές, τα αίματα, τις καρμανιόλες με τα κομμένα κεφάλια της βασιλίσσης και του βασιλιά.   Θυμήθηκα και το σεξπιρικό Σάιλοκ που προτείνει στο συμβόλαιο, αν ο έμπορος Αντόνιο αδυνατεί να ξοφλήσει το δάνειο μέσα σε ορισμένο χρόνο, θα πάρει μια λίβρα σάρκας από οποιοδήποτε μέρος του σώματός του. Μπροστά μου στήθηκε ο λαός  ημιθανής να κρέμεται στο τσιγκέλι της κάθε τραπεζικής Γκεστάπο.

        Ρούφηξα και το τελευταίο κρασάκι, μέθη να νιώσω να ξεχαστώ. Τούτο με μέθυσε πιο πολύ, γερμανική ελίτ και γερμανοτσολιάδες σύμμαχοί της με έζωσαν, με το μαχαίρι στο κόκαλο, μου φώναξαν μέσα σε βρισιές και σε κλωτσιές: << Θα σας κρεμάσουμε τους Έλληνες προς παραδειγματισμό των υπολοίπων χοιριδίων! Όλους στα σκοινιά του ρινγκ θα σας στριμώξουμε! >>

                ellinikoxronografima.blogspot.gr

 

        

 

  

 

 

Τ Ο    Χ Ρ Ο Ν Ο Γ Ρ Α Φ Η Μ Α

                                             Τα σκιάχτρα


                                                Του Παναγιώτη  Αντωνόπουλου

 

                    Παις ήμουν  όταν ο γεννήτορας με πήγε στο αμπέλι να δω το σκιάχτρο. Μια ευφάνταστη χειροποίητη δημιουργία από παλιόρουχα με όψη ανθρώπου κρεμασμένο στην είσοδο για να διώχνει τα σπουργίτια και τα κοτσύφια που έτρωγαν τα σταφύλια.  Όλη αυτή η εικόνα και η συμβολική φράση του γεννήτορα << μας παίρνουν την μπουκιά    απ’ το στόμα κάποιοι >>- εννοώντας τα πουλιά-   ήταν και  η αρχή  του  <<  φιλοσοφείν >> μου στην επικρατούσα στυγνή αντιπαλότητα που θα συναντούσα στη ζωή όταν αργότερα θα μεγάλωνα.

                Στην έκτη τάξη δημοτικού ήρθε στο σχολείο από τα ορεινά ένα κορίτσι, πολύ αδύνατο, άσχημο και ασθενικό που μαχόταν να μας πλησιάσει και να μας κάνει φίλους. Δεν το θέλαμε και το πετροβολούσαμε. Το βαφτίσαμε << σκιάχτρο >> και όπου το βλέπαμε του γυρνούσαμε την πλάτη και φεύγαμε.

              Έφηβος σε μια κουβέντα της θείας μου με τη μάνα μου, άκουσα ανήκουστα πράγματα για τα << σκιάχτρα >>. Η Ανδριάνα η γειτονοπούλα κατά τα λεγόμενα της θείας, νέα νταρντάνα, όμορφη και ζουμερή ατύχησε στην παντρειά της γιατί της δώσανε για άντρα ένα τέρας, ένα << σκιάχτρο >>. Δεν τον ήθελε, αρνιόταν να κοιμηθεί μαζί του τα βράδια, εκείνος τη δάγκωνε, αυτή τον έβριζε, αυτός την έδερνε και της χάραζε τους γλουτούς με τα νύχια.

            Στην Ακαδημία μια σπουδάστρια,  σκέτο τέρας, μας δημιουργούσε ατμόσφαιρα γέλιου και ο αέρας γέμιζε μαζί με τις νότες την ώρα της μουσικής και από τόνους χλευασμού και αιχμηρές χειρονομίες. Την λέγαμε << σκατόσκιαχτρο >> και όταν τη συναντούσαμε το βάζαμε στα πόδια και όπου φύγει- φύγει. Αργότερα διάβασα στην εφημερίδα πως την έσφαξε η πεθερά της στον ύπνο της.

        Στη δουλειά γνώρισα πολλά σκιάχτρα και δη προϊσταμένους.  Ο πιο εμβληματικός που ήταν και τυραννικός, μου θύμιζε τον Αγιατολάχ Χομεϊνί.  Όλο περπατούσε μέσα στο γραφείο, πόρδιζε και γελούσε καμπανιστά. Εκτός από το παρατσούκλι << ο σκιαχτρόγερος >> τον λέγαμε και << χέστη >>.

       Στις μέρες μας ξεφύτρωσαν και τα σύγχρονα σκιάχτρα. Παρεπιδημούν στο μέγαρο Μαξίμου, στη βουλή, στα υπουργεία, σε οργανισμούς και σε κάθε συνωστισμό προθαλάμου υπηρεσίας που μυρίζει χρήμα. Είναι φτιαγμένα από νερό και χώμα, η ψυχή τους είναι διαποτισμένη από τα εφτά θανάσιμα αμαρτήματα και με το παραμικρό αεράκι αποκαλύπτονται η  αστική τους υποκρισία, το ψεύδος και η μακάβρια γύμνια τους.  Τούτα τα σκιάχτρα δεν  είναι για τους αγρούς και τα αμπέλια. Είναι σκιάχτρα για το λαό. Βλέποντας πολλά τέτοια από τα πέριξ μπαλκόνια της οδού Αττικού ή της πλατείας Συντάγματος μπορείς να φτιάξεις ένα ομοίωμά του  όπως το έκανε ο ποιητής:

       […] Ανέβηκα πάλι στο άδειο κάστρο,/ έσιαξα τη στολή του/ γέμισα τη φανέλα του τσουκνίδες,/ το βρακί του χαλίκια//. Το έστησα σκιάχτρο στα χαλάσματα για τα κοράκια και τους γλάρους//. Τα πουλιά ξεμακρύνουν ταραγμένα,/ μ’ αφήκανε μόνο//. Έγειρα τότε στον ώμο του σκιάχτρου μου/ κι έκλαιγα ευτυχισμένος/ νιώθοντας στα μαλλιά μου την ανάσα/  απ’ το σαρκώδες  ανύπαρκτο στόμα/  ευτυχισμένος ναι,/  γιατί μονάχος διάλεξα τούτη τη μοίρα/ όπως διάλεξα κάτω στο παζάρι τα καρφιά/ τις κλωστές, το πανί, τα σανίδια//.

        ellinikoxronografima.blogspot.gr         panant1947@gmail.com

   

 

           Χρονογράφημα


                                          Μίνι, κοντά φουστάνια και μακριές φούστες        

                                                     Παναγιώτη Αντωνόπουλου

               Κεριά λιωμένα οι πίσω μέρες μας. Η μνήμη οιονεί εικονολήπτρια ανακτά τις στιγμές τους, σιωπηλά τις φανερώνει όταν στη Μονή της Ζωής ασκητεύεις και  ζητάς τη συντροφιά τους.   Σπούδαζα, την πνευματική μου γενναιότητα ν’ αυξήσω, τους νευρώνες μου σε φύτρα γνώσης θαλερής να μεταλλάξω. Στην πόρτα της Σχολής, ένας Νέρωνας διευθυντής, ένας κακιωμένος δικτάτορας  με σταμάτησε και σαν νυχάτος αετός μου ‘κλεισε το δρόμο και με κατέψυξε με λέξεις που τρύπησαν το κόκαλο βαθιά: << Πού πας με φτούνη τη μαλλούρα; Θες κούρεμα, τράβα στον μπαρμπέρη γρήγορα!>>

               Αποχωρούντος πήγα. Είπα στον κουρέα τα καθέκαστα. Εκείνος τσακισμένος απ’ τις ανηφοριές της ζωής, γέλασε και μου ‘πε: << Είναι δικτάτορας, και, το κάνει για προκάλυμμα ηθικής. Τακτική που ακολουθούν και τα δικτατορικά καθεστώτα. Έχεις ακούσει για τον Πάγκαλο; >>

              Ισχνά θυμόμουν κάτι. Νέος ακόμη έσκυβα το κεφάλι στο βιβλίο περισσότερο, ακόναγα το πνεύμα μου σε ουσίας πράγματα, δεν είχα χρόνο να το λιπαρίζω με ανοησίες ανθρώπων.  Ο κουρέας συνέχισε: << Αυτός ο λαλημένος ήθελε οι γυναίκες να έχουν μακριές φούστες! Απαγόρευσε στις γυναίκες να φοράνε κοντά φουστάνια, Ανακοίνωσε << η διάταξις θα τεθεί εις εφαρμογήν και θα ισχύει μόνον δια τον δρόμον και τα δημόσια μέρη. Η εφαρμογή της δε, θα ελέγχεται από ορισμένους αξιωματικούς της αστυνομίας πόλεως και ηθών! >>  Θεωρούσε άσεμνο να φαίνεται και η καλτσοδέτα των γυναικών κι αυτό << επειδή η μόδα αντίκειται εις τας ελληνικάς παραδόσεις και δεν επιτρέπεται πιθηκοειδώς μιμούμενοι τας ξένας μόδας να καταστρέψωμεν τα ωραία μας ελληνικά έθιμα! Ακόμη και το στέγνωμα των εσωρούχων των γυναικών είναι άσεμνον αλλά δυστυχώς κυρίαι και δεσποινίδες επιδεικνύουν όχι μόνον την καλτσοδέτα των αλλά και τα εσώρουχα >>.

         Κουρεμένος πια, δήλωνα παρόντας κάτω από το βλέμμα του διευθυντή, θαυμαστή του Θεόδωρου, απολαυστικού αργότερα να μετρά το μήκος της φούστας στις πιθηκοειδώς μιμούμενες την ξενόφερτη μόδα σπουδάστριες.

       ellinikoxronografima.blogspot.gr                 panant1947@gmail.com

 

 

Χρονογράφημα

 

 

 

                                Ο Καραγκιόζης και οι κοπρίτες


 

 

                                          Του Παναγιώτη Αντωνόπουλου

 

 

 

       Τα καλοκαίρια μας τριτοσκότεινα χρόνια τώρα. Με τον πολιτισμό τους ανάπηρο, την ψυχαγωγία τους λειψή, και την πνευματική τους φλόγα σβηστή. Κάτι μπουλούκια με λίγα καλλιτεχνικά βάγια που μας επισκέπτονται, έρχονται και παρέρχονται χωρίς ν’ αφήνουν ουδέν τερπνόν. Μόνη τους έννοια να μας πασπαλίζουν με ψιλό ροκανίδι φτηνής τέχνης, μπόλικο σκουπίδι προχειρότητας και  κείμενα γραμμένα στα γόνατα. Οι δήμοι επτώχευσαν, οι χορηγοί λάκισαν σαν τους λαγούς, οι ευγενείς δεν χαραμίζουν ούτε ένα ψίχουλο για άρτον και θεάματα. Ποιος να πληρώσει να παίξει ο θίασος, να δει την << Κοκκινοσκουφίτσα >> ο μπόμπιρας, ν’ ακούσει τραγούδια του Χατζιδάκη και του Θεοδωράκη ο μουσικόφιλος, να ακούσει δυο στίχους από μια εκδήλωση αφιερωμένη σε Έλληνες ποιητές, ο εραστής της ποίησης.

       Ζόρι η κοινωνία, ζόρι ο νηστικός λαός της, ζόρι και ο Καραγκιόζης. Τρέχει και δε φτάνει.  Παραστάσεις  με άδεια καθίσματα,  θεατράκι φτωχό, παιδιά με κρύα καρδιά σαν χιόνι μέσα, ένας καραγκιοζοπαίχτης αλύγιστος σαν σίδερο μπροστά στον μπερντέ.    Στην περήφανη πίσω εποχή μας, όταν μετρούσαμε λίγους Μάηδες, τούτος ο λαϊκός βάρδος τραγούδαγε για μας, αυτός μέρευε το λιμασμένο μας μάτι στο σκοτάδι, τούτος μας έδειχνε με το μακρύ του χέρι τους δόλιους δυνάστες μας. Κι όταν το δίφραγκο έλειπε από την τσέπη, δίναμε τη ράχη στο φίλο και κοίταζε από τη μάντρα. Όταν ο καραγκιοζοπαίχτης μας έστρωνε στο κυνήγι, επιστρέφαμε για να κάνουμε ματάκι από τον τρύπιο τοίχο. Τις μέρες που έβλεπε την παράσταση και το εράσμιο κρίνο μας η Λευτερίτσα, μπαίναμε λάθρα μέσα στην αίθουσα και νιώθαμε την καυτή αναπνοή της δίπλα της. Πότε έρποντας κάτω από τα φουστάνια μιας μαμάς ή γλιστρούσαμε αόρατοι ταμπουρωμένοι στα οπίσθια του χοντρού συμμαθητή μας.    

      Από τους τρεις γιους του ο Κοπρίτης, πιστεύαμε πως  ήταν ο πιο αρματωμένος.  Εύσωμος με παράστημα, χιούμορ και εξυπνάδα μας έτερπε. Και το όνομά του στο στόμα μας έλιωνε σαν καραμέλα όταν το προφέραμε.  << Ρε, Κώστα, κοπρίτης είσαι; >> λέγαμε στο συμμαθητή μας και το χαιρόμαστε. << Άσε τις βλακείες, ρε κοπρίτη Σταμάτη! Γίνου άνθρωπος! >> έλεγε ο γείτονας στο φίλο μου.  << Μην τρως σαν κοπρίτης! >> μας μάλωνε η μάνα μας.   << Α, αυτός είναι παλιοκοπρίτης! >> στολίζαμε  τον άχρηστο συγγενή. Ο φιλόλογος μού έλεγε: << Τέτοιος κοπρίταρος που είσαι, τι να μάθεις! >> Ο μαθηματικός όταν ξεχνούσα να βγάλω την αγκύλη από την εξίσωση, φώναζε! << Είχα δει κοπρίτες και κοπρίτες αλλά κοπρίταρους σαν και σένα πρώτη φορά βλέπω! >>

            Η καμπούρα μας φορτωμένη και τότε και τώρα. Το ίδιο και του Καραγκιόζη. << Τα 82 εντάλματα της σύλληψής του >> είναι μια παράσταση που παίζεται  το φετινό καλοκαίρι και χύνει όλο το όξος της στους τοκογλύφους. Τρέξτε να τη δείτε οι δυστυχισμένοι. Ξεχάστε τα χαράτσια, αφήστε τα να γουργουρίζουν στο μυαλό του Στουρνάρα και πιάστε πρώτες θέσεις. Εξακοντίστε τις μούντζες σας, γδάρετε με νύχια και με δόντια τους τροϊκανούς, τίποτα όρθιο μην τους αφήνετε. Ας καεί το πελεκούδι! Τόσα καίγονται γύρω μας.

    ellinkoxronogr;afima.blogspot

        

         

Τετάρτη 16 Σεπτεμβρίου 2026

 

Χρονογράφημα


 

 

 

 

            Τα φορτηγά καράβια συλλογίζομαι

 

                     Του Παναγιώτη Αντωνόπουλου

 

  Δεκαετία του εξήντα, τέλος Μαϊου και την έκανα κοπάνα απ’ την πολύβοη τάξη. Φυσιολάτρης και θαλασσόφιλος, περιπατητής της αποβάθρας ποντάρισα στη γοητεία της που απόπνεε ιώδιο και καθαρό αέρα να λυτρωθώ, βάρος γαρ δυσβάσταχτο ο σάκος των γραμμάτων. Καθηγητές βγαλμένοι από σχολές φακίρηδων ήθελαν με τη μία να μάθουμε τον Ευριπίδη, απέξω, παιδαγωγοί απαίδευτοι, στο σκοτάδι μας έστελναν αγνοώντας το φως. Ήξεις αφήξεις οι θεωρίες τους, τα λόγια τους μπλα -  μπλα, τα χρυσά σκαλοπάτια μέσω των οποίων θα αναρριχόμαστε  σε θώκους έβλεπαν, τίποτα για το πνεύμα, την παιδεία της ψυχής και το ζην.  Μυρίστηκε την κοπάνα μου ο ψαράς, κάθε έφηβος βολταδόρος στο λιμάνι της Κυπαρισσίας εκείνη την εποχή ήταν σκασιάρχης ή τεμπέλης και με ρώτησε: << Κοπάνα νεαρέ; Σου ‘καναν το βίο αβίωτο οι καθηγητές σου και το ‘σκασες;   Έλα να σε   πάω βαρκάδα   να ξεχλιάνεις! >>

   Τώρα η ζωή μου εφθάρη, ανηλεής ο χρόνος με ακινητοποιεί. Το ξέρω θαύματα δε γίνονται να επανεκλεγώ νέος, το έδρανο της γερουσίας με στενοχωρεί, φεύγω που και που να ρετουσάρω τις μνήμες μου, την υφαρπαγή της ομορφιάς ν’ απολαύσω.

   Για να δώσω χθες θριαμβευτικές διαστάσεις στην έξοδό μου, κάθισα στο ταβερνάκι της αποβάθρας. Τον ψαρά θυμήθηκα που πήγαμε βαρκάδα, την κουβέντα που πιάσαμε για τη θάλασσα, τις ναυτικές λέξεις που διακοσμούν το λεξιλόγιό μου, εξαιτίας του. Κι όσο οι μνήμες έρχονταν απ’ όλη τη θητεία της ζωής μου, το καρτούτσο άδειασε, οι βαρκούλες στα ρηχά έγιναν αγάπες, το γερασμένο ψαροκάικο στο ακρολίμανο μου θύμισε τον Κώστα Ουράνη με το ποίημα του:

   Τα φορτηγά καράβια συλλογίζομαι/ που γέρασαν και τώρα λαβωμένα/ χωρίς ούτε μια βάρδια στο κατάστρωμα/ σαπίζουν στ’ ακρολίμανα δεμένα.//  Τα φορτηγά καράβια που ταξίδεψαν/ στων πέντε των ηπείρων τα πελάγη/ απ’ του Μουρμάνσκ την παγερή τη θάλασσα/ ‘ισαμε του Αμαζόνα τα τενάγη.//  Τους ναυτικούς τους γέρους συλλογίζομαι/ που στα μεγάλα των χειμώνων βράδια/ με υπομονή κι αγάπη για τα εγγόνια τους/- είτε γι’ αυτούς- μικρά φτιάχνουν καράβια.// Και δεν μπορούνε πια να ταξιδέψουνε/ μα κάθε μέρα ως το λιμάνι πάνε/ και άνεργοι, ανώφελοι και πένθιμοι/ σαν κάτι να χάσανε κοιτάνε.

    ellinikoxronografima.blogspot.gr

 

 

                           

                      Τ Ο      Χ Ρ Ο Ν Ο Γ Ρ Α Φ Η Μ Α

                                               Τι είναι ο πίθηκος για τον άνθρωπο;


ουλου

 

               Στο Παιδαγωγικό σε πίσω καιρούς είχα ένα διευθυντή, ένα βρώμικο ποτάμι που μόνο μια θάλασσα φαρδιά μπορούσε να το δεχτεί χωρίς να λερωθεί από τα δυσώδη λύματά του. Το χαρτί απορίας δε μου είχε έρθει και μου έκανε έξωση από το εστιατόριο της σχολής, έτσι διάβαζα νηστικός, κοιμόμουν νηστικός και στο νοσοκομείο μπαινόβγαινα να γιατρευτώ από την ασιτία μου. Όταν τις ελάχιστες φορές το ισχνό βαλάντιό μου φούσκωνε, τις δραχμές του ξόδευα σ’ ένα υπόγειο τεκέ να τρώω γίγαντες, κολοκύθια βραστά και σούπες από κρεμμύδι.

              Έξι μήνες κράτησε αυτό, μ’ όλη τη λέρα του μισάνθρωπου αυτού να με βρωμίζει. Και δεν τα γράφω αυτά γιατί προτίθεμαι να διαβάλω τον άντρα αυτό. Την αλήθεια καταγράφω. Η εξουσία των διευθυντών είναι τόσο ισχυρή, που καταντά βάναυση σε σημείο που καταρρακώνει το ηθικό των σπουδαστών.  Αφήστε που πίσω από το παραβάν της θέσης του ενίοτε σκάρωνε τρελά κέφια που κατέληγαν σε αμίμητες κασκαρίνες.   Η εκλογή του στη θέση αυτή αποκάλυπτε εύγλωττη επιβεβαίωση πως κάποιος πολιτικός τον διόρισε.  Κι αυτό γιατί κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσιν αυτού πολιτευόταν κι ο ίδιος! Έτσι μετά απ’ αυτά, συνεχίζω για τον κουρσάρο αυτόν της ανώτατης εκπαίδευσης.  Στάθηκα στα πόδια μου, χάρη στο Νίτσε, το μέγα άνθρωπο και αναμορφωτή. Ο Ζαρατούστρα που τον διάβασα και μίλησε μέσα μου  από ‘να παλιό βιβλίο σχισμένο και ραμμένο με σύρμα, μ’ έσωσε. Χαλύβδινη έκανε την ψυχή μου, το σκότος και το μίσος γύρω μου για λύτρωση πηγής και ευχαρίστησης τα έβλεπα!

            Αντιγράφω μια παράγραφο, μια καλή γραφή που ο Ζαρατούστρα λέει, ευαγγελίζοντας τον Υπεράνθρωπο:  << ‘Όλα τα όντα μέχρι τώρα  πλαστουργήσαν κάτι αψηλότερο από τον εαυτό τους και σεις θέλετε να είσαστε του μεγάλου κύματος η φυρονεριά και βρίσκετε καλύτερο να γυρίσετε πίσω κατά το ζώο κι όχι να ξεπεράσετε τον άνθρωπο; Τι είναι ο πίθηκος για τον άνθρωπο; περίγελο, ντροπή λυπητερή. Ολόιδιος πρέπει να γίνει ο άνθρωπος για τον Υπεράνθρωπο:  περίγελο, ντροπή λυπητερή. Διαβείτε το δρόμο, που πάει από το σκουλήκι στον άνθρωπο και περισσεύει μέσα σας πολύ σκουλήκι ακόμη. Παλιά, είσαστε πίθηκοι, και, τώρα ακόμα ο άνθρωπος είναι απ’  τον πίθηκο πιο πίθηκος… >>

     Από τέτοιους πιθήκους είναι γεμάτη η πατρίδα μας! Είναι ο κάθε Μακιαβέλι της εξουσίας, οι μέθυσοι της χλιδής, οι μικρονοϊκοί τεμπελχανάδες της διοίκησης, οι πάσης φύσεως κρατικοί λειτουργοί οι θωπεύοντες τους σπερματοδόχους αδένες τους!  Άλλο δεν ξέρουν από το να μας βασανίζουν και να μας δηλητηριάζουν στάζοντας στον ουρανίσκο μας κώνειο. Είναι οι αιμοβόρες πολιτικές τίγρεις  που κομματιάζουν, τον εργάτη, τον πεινασμένο και τον άρρωστο. Εν ολίγοις αυτοί είναι το κράτος!  Και ο Νίτσε, συνεχίζει: << Κράτος; τι είναι αυτό; Ε, λοιπόν ξεβουλώστε τ’ αυτιά σας: Τώρα θα σας μιλήσω για το θάνατο των λαών. Κράτος είναι το παγερό, από τα πιο παγερά τέρατα. Και τούτο  το ψέμα ξεφεύγει απ’ το στόμα του: << Εγώ το κράτος, είμαι ο λαός >>.

     ellinikoxronografima.blogspot.gr

   

 

 

Χρονογράφημα


 

 

 

 

                                          Τίγκα στο σκουπίδι

 

 

                                                  Του Παναγιώτη Αντωνόπουλου

 

 

 

                Άνω θρώσκω, ίσον άνθρωπος κατά το έτυμον.  Άρα έχω μυαλό, ξεχωρίζω την πέτρα από το μέταλλο, τη φωτιά από τη στάχτη, τα καλό από το κακό, το σκουπίδι στο πιάτο από το εκλεκτό κυνήγι.  Και δε θέλω να πιάνομαι κορόιδο από τη δημοτική αρχή, να μου γεμίζει  τίγκα στο σκουπίδι τη λιακάδα μου, το σεληνόφως μου, το πεζοδρόμιο και την αυλή μου.  Είναι άκρως επαχθές να βλέπω τον κάδο στη γειτονιά μου, τίγκα στο σκουπίδι, να νιώθω ζωντόβολο, να αναπνέω την κακοσμία και να εκβάλω το περιεχόμενο του στομάχου μου. Πικρόχολος ύστερα να κατεβάζω γαμοσταυρούς και να εξακοντίζω οικείες ύβρεις στα λατρεμένα τέκνα της καθαριότητας.

                 Οι κάδοι τρώνε με βουλιμία, είναι αναίσθητες κοιλιές, επιρρεπείς να βαραίνουν και όχι να ξαλαφρώνουν. Το πλεόνασμά τους το    αποβάλουν και πάνω στο σωρό του πετάς εσύ ο γκιαούρης τις γεμάτες σακούλες σου, ο γείτονας τα ξερόφυλλα κλαδιά, ο περαστικός το άδειο κουτί της μπύρας.  Και μεγαλώνει ο σωρός, υψώνεται το σκουπιδαριό, τεντώνεται πάνω στα σίδερα, στους τενεκέδες, στα σύρματα, στα κουτιά, στις πεταμένες καρέκλες, στις πλαστικές γαλότσες, και, στα σχισμένα υποδήματα..

                 Ριγμένος στο χόβολη της ανέχειας, δεν  τρως, αλλά βλέπεις και μυρίζεις. Μυρίζεις κλάρες ψεκασμένες με εντομοκτόνα, ξερά χόρτα, νοτισμένο σανό, σανίδι σκεβρωμένο, πριονίδι οσμηρό, πελεκούδι ψεκασμένο με σκόνη. Πας να φύγεις, χάσκει ο κάδος, πιάνεις τη μύτη σου  και σαν τουφεκισμένος λαγός  τρέχεις να κρυφτείς. Πίσω σου, να οι χορτάτοι γάτοι, οι ταχύποδες ποντικοί, οι  σκύλοι σε στρώνουν στα κοντά.  Ο  κάδος κάνει το ίδιο, διογκώνεται, τρέχει σε ακολουθεί, τον νιώθεις μ’ ένα πήδο να ‘ρχεται πίσω σου και να σε ακολουθεί.

                  Στυμμένος από χαράτσια και χωμένος στο σκουπίδι, νιώθεις άβουλος, μόνος, απροστάτευτος, ξοφλημένος δερβίσης. Γελάς με τις νεκροφιλικές μεγαλοστομίες των δημάρχων και των πολιτικών για ποιότητα ζωής και ανάπτυξη, επιστρέφεις τη φαύλη κομπορρημοσύνη τους και μουντζώνεις τις άδειες σκιές στους δημόσιους οίκους τους. Και οι μέρες περνούν, το απορριμματοφόρο όμως πάλι μένει από λεβιέ, οι εργάτες δηλώνουνε αργοί, οι δήμαρχοι ανούσιοι και μωροί, μένουν στα ίδια και σε εγκαταλείπουν. Φεύγει; δε φεύγει έτσι το σκουπίδι!

                   ellinikoxronografima.blogspot.ge  

 

 

 

 

 

 

 

                                          

 

                                     Τ Ο   Χ Ρ Ο Ν Ο Γ Ρ Α Φ Η Μ Α

 

                        Ο Νίτσε, οι τριακόσιοι και το κώνειο


                                                Του Παναγιώτη  Αντωνόπουλου

              Στην πόλη που ζω,  ο κόσμος κλαίει. Τα πρόσωπά του είναι τρομώδη, ανέκφραστα και παγωμένα.      Δηλαδή  << Γοργόνεια >> που όσοι τα βλέπουν το βάζουν στα πόδια από το φόβο τους.  Το << Γοργόνεια >> βγαίνει από το θηλυκό δαίμονα της μυθολογίας, τη Γοργώ ( Μέδουσα ) που στο κεφάλι είχε φίδια για μαλλιά και όποιος την κοίταζε γινόταν πέτρα. Τη βάφτισαν Γοργώ επειδή είχε άγρια ματιά. Άγρια ματιά και κλαμένα έχουν και τα πρόσωπα των  Ελλήνων , χρόνια τώρα που δυστυχούν.

              Άκεφος χθες είχα μια καταθλιπτική οικονομική συζήτηση με την παρέα που κατεβάζαμε τα ούζα μας. Η γδάρτισσα τράπεζα, χωρίς να νοιάζεται για το ολέθριο χτικιό της κρίσης,   ζητούσε  από έναν συνομιλητή μου τη δόση του στεγαστικού δανείου. Οι καμαρωτοί κοκορίσκοι της τράπεζας τον είχαν ζουρλάνει, έλεγε, στα τηλέφωνα και αντί να κρύβεται σαν αλεπούδα, αποφάσισε να βάλει τη δόση.    Ήταν 345 ευρώ και  κατέθεσε 300. Του έλειπαν τα 45. Δεν είχε τα υπόλοιπα.  << Μου ζήτησε να της πιστώσω τα 45 >>, συνέχισε. << Δεν έχω >> της είπα, << είμαι πανί με πανί. Αν θέλεις βιβλία μπορώ να σου δώσω, ένα μπαούλο, αλλά ευρώ δεν έχω ούτε σέντσι! >>   Έβαλε τα γέλια.  << Πού το πάνε δηλαδή, θέλουν να πιω κώνειο, να ξεμπερδέψω! Δε θα τους κάνω τη χάρη! >>

           Κι όταν μας τα ‘λεγε αυτά δε νομίζω  εσείς, οι τριακόσιοι τύραννοι  του ελληνικού λαού να πιστεύετε πως γελούσαμε κι εμείς που τον ακούγαμε! Εσείς γελάτε οι Νέρωνες της κοινοβουλευτικής πασαρέλας, οι κομματάρχες σας και οι διορισμένοι κηφήνες στα βιλαέτια του δημοσίου που απομυζείτε τον ελληνικό κορβανά και τεμπελιάζετε καθήμενοι.   Το δικό μας γέλιο χάθηκε!       Χορτασμένοι με αποθέματα κακουργίας και πανουργίας γελάτε, φουσκωμένοι με συναγρίδες και αστακούς,  την ευχαρίστηση περιμένετε στο ενεργητικό απευθυσμένο σας, κι ας γίνει λίμπα η πατρίς!  Ο Έλληνας δε γελάει. Αν τύχει και γελάσει θα το κάνει όταν του καθαρίσουν αυγά ή τον γαργαλίσουν! Αλλά νηστικός ποιος έχει το κουράγιο να το κάνει αυτό! 

      Ο Νίτσε λέει:  << Άκαρποι είσαστε, γι’ αυτό δεν έχετε πίστη. Όμως όποιος θέλει να δημιουργήσει αυτός πρέπει να έχει πάντα τ’ αληθινά του όνειρα και τα προφητικά του άστρα, και να πιστεύει στην πίστη. Μισανοιγμένες πόρτες είσαστε που ενεδρεύουν νεκροθάφτες. Κι αυτή είναι η δικιά σας πραγματικότητα. Όλα να γκρεμιστούν >>.

           ellinikokoxronografima.blogspot.gr

 

Δευτέρα 14 Σεπτεμβρίου 2026

 

ΧΡΟΝΟΓΡΑΦΗΜΑ

 

 

                                           Ο γυμναστής 


 

                                                      Του  Παναγιώτη  Αντωνόπουλου 

 

         Σπούδαζα σ’ ένα πνευματικό ίδρυμα  και ο πίθηκος γυμναστής ήταν χαβαλετζής, ψευτόμαγκας, σκληρός και νεοναζί κρυφός. Μας έβγαζε το λάδι του νονού μας με ανακύψεις, επικύψεις και στρατιωτικό τροχάδην και όταν φεύγαμε μας πονούσαν αρθρώσεις, σπόνδυλοι,  ωλένες, μύες και καταπονημένοι τένοντες.  Ποιος τολμούσε να του μιλήσει. Όταν μας ξέκανε, μας μάζευε στο υπόστεγο και άρχιζε το κήρυγμα. << Βιβλία δεν παρέχονται, θα σας δίνουμε σημειώσεις, τις θέλω αυτολεξεί και όποιος δεν το κάνει καλύτερα να πέσει στο πυρ το εξώτερο να καεί μόνος του παρά να  ‘ρθει στο μάθημά μου αδιάβαστος και να τον ρίξω εγώ! >>

       Σημειώσεις   γραμμένες στη γλώσσα του Σοφοκλή. Διάβαζες και δεν καταλάβαινες γρι.  <<Η άθλησις του σώματος αποσβεννύει την οστέωση του αρχικού χόνδρου των ιστών οίων η πυκνότης της μάζης ενδυναμούται >>. Ακόμη όταν ήθελε να αναφερθεί στην καρδιά, έγραφε: << Το αίμα συγκεντρούται δια των φλεβών εις τον κοίλον μυν κι από κει τη βοηθεία των μυϊκών συστολών και διαστολών πληροί τα υπόλοιπα όργανα >>.

        << Ρε ραγιαδάκια πως τον ανεχόσαστε; Κάντε την επανάστασή σας, γίνετε Νικηταράδς και διώξτε τον από το σβέρκο σας >> μας είπε μια μέρα ένας περαστικός χαμάλης και μας άνοιξε τα μάτια. Και τότε ένας  σκράπας, αριστούχος όμως στις πλάκες, βγάζοντας τη σαραντακέρατη οργή του, τον παγίδεψε δήθεν να του δείξει την εκκίνηση των εκατό μέτρων και σκύβοντας ο γυμναστής ακούσαμε ένα χρατς στον καβάλο του παντελονιού του και είδαμε τους  σπερματοδόχους αδένες του να ξεπετάγονται στον αέρα! Έγινε το σώσε! Το ‘βαλε στα πόδια ο μανιακός και κρύφτηκε στα αποδυτήρια.  

     Σε μάς πίσω ανθίσανε τα σωθικά μας γέλιο, οι γλωσσικές μοσχοβολιές σπ’ το στόμα του σταμάτησαν για καιρό, για χρόνια πια έβραζε μέσα στο ζουμί της γκάφας του και που να ξαναμιλήσει για επικάρδια, χόνδρους και αποσβεννύει!

        ellinikoxronografima.blogspot.gr  

 

Κυπαρισσιώτικες εικόνες

  

                                       Το ηρώο, η ερημιά και η μετάλλαξη


                                                               Του Παναγιώτη Αντωνόπουλου

 

               Ο αναγκαστικός εγκλεισμός λόγω ιού, με πιέζει. Ξεπορτίζω όταν το επιθυμώ να πάρω λίγο αέρα, την προσωπική μου πλήξη να γιατρέψω, να μην καταστεί χρόνια ανίατος. Προχθές Σάββατο βράδυ, απεχθανόμενος την ταινία τρόμου που έπαιζε η χαζοκούτα, κίνησα για την πλατεία της πάνω πόλης. Αρέσκομαι να περπατάω κάτω από το φως των λαμπτήρων του δρόμου και ν’ ακούω τους ψιθύρους από τα φυλλώματα των δέντρων, καθώς και το τραγούδι του γκιώνη.

              Λίγο πριν το ηρώο, το  ερειπωμένο ογκώδες  κτήριο, ξενοδοχείο << Μορφέας >> παλιά στις δόξες του, με σταμάτησε, στους ανθούς της ποίησης για να με βάλει ο ποιητής και να ψάλλω: << Μες στο υπόγειο το κλειστό/ βρίσκονται στοιβαγμένες στιγμές αγαπημένες/ κάτω  απ’ της λήθης τον ιστό//. Βινίλια και ροκ εντ ρολ,/ αφίσες του Γκεβάρα μια γέρικη κιθάρα/ και άδεια μπουκάλια αλκοόλ//. Uranya τηλεόραση/ πικάπ μ’ ένα ηχείο/ ασπρόμαυροι κι οι δύο/σε σχολική απόδραση//. Κόμικς σε χάρτινα κουτιά,/ ένα μπλουτζίν καμπάνα,/ νότες Κάρλος Σαντάνα/ σε ξέθωρα παλιά χαρτιά//. Χακί στρατιωτικό μπουφάν,/ βυζαντινές σημαίες,/ αριστερές ιδέες/ σε σκισμένα σελοφάν//. Παλιά βιβλία με παλιές/ σε μένα αφιερώσεις,/ γραπτές φαντασιώσεις/ που μας βαπτίζουν ποιητές//.

        Καθισμένος ύστερα στο παγκάκι του ηρώου, νοερά ατενίζω τις πίσω στενάχωρες εποχές, που το μέρος σε ζάλιζε απ’  τον αντίλαλο της φλυαρίας των ανθρώπων, τις φωνές των παιδιών και σε ξεκούφαινε ο ρυθμός των τραγουδιών από τις γεμάτες πολύβουες ταβέρνες. Τότε ο συνωστισμός ήταν μεγάλος, ο ένας δεν φοβόταν τη φάτσα του άλλου, ούτε κυκλοφορούσαν μικρόβια και θανατεροί ιοί. Ο κόσμος τελούσε εν ευθυμία, γελούσε, γλεντούσε αγκαλιαζόταν, το πρόσωπο άφηνε ελεύθερο, ακάλυπτος έμενε, χωρίς μάσκες και καλύπτρες.

      Ως φαίνεται, έχει υποστεί μετάλλαξη όχι μόνο ο τρόπος ζωής μας, αλλά και ο ψυχισμός μας. Νομίζω το παρακάτω συμβάν θα ξεγυμνώσει το πελιδνό εαυτό μας. Μόνος λοιπόν μέσα στη νύχτα, απολάμβανα τη φωτοχυσία της φεγγαράδας, την πλατεία με τα νεοκλασικά,  τις ανταύγειες  της Αγίας Τριάδας, τις σθεναρές επιθυμίες των νυκτόβιων ζώων να διανικτερεύουν σε ιδιωτικούς χώρους. Απορροφημένος απ’ την ομορφιά, δέχτηκα επίσκεψη αγνώστου ανδρός, προφανώς κάτοικου της περιοχής που χωρίς ευαισθησίες με ρώτησε: << Ποιος είσαι; Νυχτόβιος γιατί; Φαίνεσαι ύποπτος! >> Του εξήγησα πως είμαι νορμάλ άνθρωπος, σιχάθηκα τα  σήριαλ στη μικρή οθόνη, βγήκα έξω και στάθμευσα εδώ για να ‘ρθω στα ίσα μου. Φάνηκε να τα άκουσε όλα αυτά βερεσέ, και για να με αφοπλίσει να μη συνεχίσω τις δικαιολογίες, άπλωσε το χέρι του για να με σταματήσει. Έφυγε κουνώντας το κεφάλι  του, με περιφρόνηση, ενώ εκφράστηκε χύδην όταν απομακρύνθηκε.

       Στο νου μου ήρθε ο Καρυωτάκης. Οι εποχές αλλάζουν οι άνθρωποι όχι. << […] Κράτησε κάποιον τόπο μυστικό,/ στον πλατύ κόσμο μια θέση//. Όταν οι άνθρωποι θέλουν το κακό,/ του δίνουν όψη ν’ αρέσει//. Όταν έχεις μια παιδική καρδιά/ και δεν έχεις ένα φίλο,/ πήγαινε βάλε βέρα στην καρδιά,/ στη μπουτονιέρα σου φύλλο […] >>.

 

 

 

 

 

 Χρονογράφημα


 

                Το Παναγιώτη Αντωνόπουλου

 

Απουσιολόγος το καλό παιδί που μέτραγε απόντες

 

 

      Άλλος ένας κρίκος της άρχουσας τάξης και του εκπαιδευτικού ολοκληρωτισμού για να ελέγχει τη σχολική ζωή στην τάξη του μαθητικού << υπόκοσμου >>.

     Μαθητής γυμνασίου αζύμωτος με τη δράκαινα κοινωνία, τούτη η καταγραφή των συμμαθητών μου που έκαναν κοπάνα ή δεν παρουσιάζονταν για άλλο λόγο στο μάθημα μου προκαλούσε ψυχολογική φθορά. Δηλαδή ο απουσιολόγος ήταν κολλητός των καθηγητών, πραιτοριανός του γυμνασιάρχη και χαφιές ενδεδυμένος με τη θεόφιλη αριστεία να καταδίδει τους μαθητές!

     Στην τελευταία τάξη είχαμε μια απέριττου κάλλους απουσιολόγο. Αριστούχα, θεούσα με βούλα, με στήθη ορθόστητα, γάμπες τορνευτές, βλέμμα << Γοργόνειο >>, μαύρο μαλλί αγκαθωτό σαν του αχινού. Η μικρονοϊκή τούτη υπηρέτρια της εκπαίδευσης, δυστυχώς είχε ξεφύγει από τα καθήκοντά της και είχε ανακηρυχθεί σε δεσμοφύλακά μας, σε μια μαύρη αράχνη δηλητηριώδη που μας τσιμπούσε να μας πεθάνει.

    Ο γυμναστής ένας εκκολαπτόμενος νεοναζί μας τρέλανε εκείνες τις μέρες στις ανακάμψεις, στις επικύψεις, στο σημειωτόν και στο τροχάδην, Στο τέλος καταπονημένος από τις αγκυλώσεις στις αρθρώσεις μου αποφάσισα να κάνω κοπάνα από το μάθημα των θρησκευτικών, Ήθελα όμως και να πεταχτώ κι ως το σταθμό του τρένου να πάρω το σακούλι με τα τρόφιμα που μου ερχόταν από το χωριό. Είπα στον απουσιολόγο να κάνει τα τραβά μάτια και να μη μου βάλει απουσία. Ορκίστηκε πως θα το κάνει. Έφυγα.

   Την άλλη μέρα ο θεολόγος με παρουσίασε στο γυμνασιάρχη. << Να τος ο σκασιάρχης! Ήταν περασμένος απόντας στο απουσιολόγιο! Καλά που το είδα!>> του είπε και με έσπρωξε κοντά του τραβώντας μου το αυτί. Τούτος ο άγριος Αττίλας δε χάριζε μαργαρίτες ούτε μας έκανε μάθημα  αλλά μας έσπαζε στο ξύλο. Μου ‘ριξε της χρονιάς μου!

   Ο απουσιολόγος ύστερα στην αίθουσα είχε ρίξει κάτω το κεφάλι κι έκανε πως έγραφε. Εγώ τον κοιτούσα και περίμενα να του ρίξω τη μούντζα μου και μετά με ελαφρά την καρδία να ακούσω από το φιλόλογο το αρχείο κείμενο του Σοφοκλή.

 

    Έτσι τα βλέπω

                                  Το κοκοράκι κι κι ρι κι κι !


 

                           Του Παναγιώτη Αντωνόπουλου

 

                            

 

    Με χιούμορ οι Άγγλοι στην καθημερινότητά τους αλλά με τις πληγές νωπές ακόμη στις σάρκες των ντόπιων, στα κράτη που έστηναν τις αποικίες τους .    << Χλωριωμένη κότα >> είπε ο Μπόρις τον Τζέρεμι Κόρμπιν στο κοινοβούλιο!  Κι εγώ θυμήθηκα τις φλύκταινες που βγάζω όταν στη γειτονιά μου σε μια λαϊκή αυλή, που στεγάζονται όρνιθες και ο αρχηγός τους ο πετεινός, ξεκουφαίνουν τον κόσμο με τα << κι κι ρι κου >> τους. Κραυγές άξεστου  ήχου από τα χαράματα που δε σώζονται ούτε με ωτοασπίδες οι περίοικοι.

  Περισσότερο ακούγονται του κόκορα και δη νυχθημερόν πλειστάκις. Ασυνήθιστες ραψωδίες αλλά μου αρέσουν γιατί ο κόκορας είναι συμπαθής, θρεμμένος, τροφαντός, χρωματιστός, πτέρωμα γυαλιστερό, λοφίο στητό, ένας αγέρωχος φρουρός που σαν θυρεός καμαρώνει στην πόρτα του κοτετσιού και προστατεύει τις όρνιθες παλλακίδες του.

    Παιδιόθεν θαύμαζα την απλόχερη ελευθερία των δικών μας πτηνών στο πατρικό κοτέτσι και χαιρόμουν για όποια επωδό άκουγα από κόκορα ή κότα. Στους πολλούς κοκόρους μια εποχή έτυχε ο ένας να ήταν γέροντας με πτέρωμα αραιό, πόδια στραβά, φωνή βραχνή, όμως καλοθρεμμένος σαν αστός καπιταλιστής που τον ορεγόσουν στο πιάτο.

    << Ρίξε του μια στο κεφάλι με τη σφεντόνα και φέρε τον κάτω να τον κάνουμε  μακαρονάδα, δεν μπορεί πια να βατέψει τις λειράτες κότες >> μου είπε  η μάνα  μου  και <<  πριν  αλέκτορα  φωνήσαι >> πήρε θέση για να δει το φονικό. Εγώ σημάδευα, τα χέρια μου έτρεμαν, η πέτρα δεν έφευγε, μ’ έπιασε ένας πόνος για το θρεμμένο πουλί, που είπα: << Πέντε χρόνια τον έχουμε στο κοτέτσι, τον αγαπώ σαν αδερφό μου, πώς να τον σκοτώσω; >> και το ‘βαλα στα πόδια.

    Την άλλη μέρα έστρωσε τραπέζι. Ακολουθώντας τον ίδιο χαβά να με ρωτά πάντα τι προτιμάω στη μερίδα μου, άκουσα τη φωνή της, ρυθμική: << Στήθος ή πόδι; >> << Αφού ξέρεις >> της απάντησα ξερά σαν ανάγωγος χωριάτης και περίμενα. Μου ‘φερε το πιάτο. << Αφού σένα τρέμανε τα χέρια σου τον ταχτοποίησα εγώ >> είπε και  κόσμησε το χώρο μ’ ένα γέλιο συρτό. Ύστερα κάρφωσε τον αχνιστό μεζέ και  με το βλέμμα της να φεγγοβολάει με προέτρεψε να κάνω κι εγώ το ίδιο.

   ellinikoxronografima.blogspot.gr

 

Χρονογράφημα

                            Το τσακμάκι άναβε φωτιές


                                                           Του Παναγιώτη Αντωνόπουλου          

                                Ο μπάρμπα Γιάννης, δεινός κρασοπότης, όπως έχουμε πει, τα ‘χε πιει εκείνο το μεσημέρι με παρέα στου Ψαρούλια το μαγαζί. Ο Μήτρος ένα ζερζέκι του χωριού τον πείραζε όπου τον έβλεπε. Οι ουκ ολίγοι κολλητοί τους γελούσαν και ο μπάρμπα Γιάννης γινόταν  γαμψόνυχας κόρακας έτοιμος να τους πιει το αίμα, βρίζοντάς τους σε γλώσσα γαλλιστί.

             Το καλοκαίρι ο μπάρμπα Γιάννης είχε  επαγγελματικά χαμόγελα μέχρι δακρύων. Διορίστηκε νεροφύλακας και θα γευόταν ψαρολιχουδιά, φθηνή μεν αλλά τονωτική που θα την κατέβαζε κάτω σαν πεινασμένος λέοντας. Αλίευσε μια αγροτική στολή, φόρεσε κάσκα, άφησε γένι μακρύ και πυκνό και έκανε δρομολόγια στα κηπευτικά να ρυθμίζει την ύδρευση. Κουρασμένος από ένα τέτοιο δρομολόγιο το μεσημέρι έκατσε στου Ψαρούλια το μαγαζί με την παρέα του κι άρχισε να τα πίνουν. Πιες – πιες έγιναν στουπί, οι νευρώνες τους χαλάρωσαν, τα λόγια τους σκορπούσαν σαν πουλιά, ο κόσμος έγινε μια γροθιά που τον χτυπούσαν με δύναμη στο τραπέζι.

               Ο Μήτρος κάθισε κι αυτός, ήπιε και ήρθε στο τσακίρ κέφι. Έβγαλε τσιγάρο ο μπάρμπα Γιάννης να φουμάρει,  το κόλλησε στο στόμα κι έκανε μια έτσι να βγάλει το τσακμάκι απ’  την τσέπη. Τον πρόλαβε ο Μήτρος τράβηξε το δικό του  και  μ’ ένα τσακ προθυμοποιήθηκε να του το ανάψει. Το χέρι έκανε πως του  ‘φυγε, η φλόγα βρήκε το γένι που άρπαξε φωτιά. Ευτυχώς ο κάπελας έριξε πάνω την πετσέτα, έσβησε τη φωτιά και μαζί το << οχ! >> των κολλητών. Το χρ…. … τον βλαστήμησε ο μπάρμπα Γιάννης και πήγε να τον αρπάξει. Ο  Μήτρος πετάχτηκε έξω, έγινε Λούης και σκαπέτηκε στο μαντρί.

         Μια βδομάδα αργότερα ο μπάρμπα Γιάννης τα ‘πινε πάλι. Καθόταν με τρεις καμινιάρηδες και τα ‘λεγαν. Έβαλε μια πινέζα ανάποδα σε μια καρέκλα και περίμενε το Μήτρο. Ήταν σούρουπο και είπε στον κάπελα όταν του κλείσει το μάτι να σβήσει τη λάμπα. Προχωρούσε το σούρουπο, η νύχτα έπεφτε στα πέριξ, στους δρόμους λίγοι θόρυβοι, στον ουρανό άστρα που τρεμόσβηναν. Η μυρωδιά του κρασιού έφερε το Μήτρο στο τραπέζι, όρθιος για λίγο άκουσε το μπάρμπα Γιάννη να τραγουδά, <<μια νύχτα θα μεθύσει και θα με παρατήσει να πιω ακόμα μια γουλιά… >> και κάθισε.

        Η πινέζα μπήκε στη σάρκα του, ο πόνος του έκοψε την ανάσα, το στερέωμα και η χίμαιρα τον πλάκωσαν και πετάχτηκε πάνω. << Να δω >> του είπε ο μπάρμπα Γιάννης, η λάμπα έσβησε, ακούμπησε το αναμμένο τσακμάκι στον πισινό του, έψαχνε,  ψηλαφούσε, ανίχνευε, μουρμούριζε, ώσπου τον τσουρούφλισε! Το ‘βαλε στα πόδια ο Μήτρος. Τώρα δεν είχε να πηδήσει σκίντα και βράχους αλλά χρυσαφένια και ξεκαρδιστικά γέλια που έμπαιναν μπροστά του απ’ όλο τον αχό του κόσμου. 

        Σε λίγο επέστρεψε. Ιδιόμορφος και πολυσχιδής, άπλωσε το χέρι. Το ‘δωσε  στον μπάρμπα Γιάννη, του ‘σφιξε το δικό του και του είπε, ιπποτικά και πανηγυρικά: << Μία μου και μία σου! Πατσίσαμε τώρα! >>

            ellinikoxronografima.blogapot.gr   panant1947@gmail.com