Τετάρτη 22 Ιουλίου 2026

 

                              T O    X Ρ Ο Ν Ο Γ Ρ Α Φ Η Μ Α


                 

   Καλοκαίρια, ο Ζέφυρος, ο ήλιος και ο ουρανός που έκαιγε απέραντος

                 

              Του  Παναγιώτη Αντωνόπουλου

 

 

          Τότε τα καλοκαίρια μας ήτανε φίνα. Με τα πόδια μας γρατσουνισμένα, τις ρόγες των βυζιών των κοριτσιών φιλημένες από το Ζέφυρο, τη μουσική συμφωνία της αηδόνας να χαϊδεύει τ’ αυτιά  μας, τις μυρωδιές του υάκινθου να μας τέρπουν την όσφρηση και στην πισωτσέπη ο ελύτειος λόγος σε χαρτί κιτρινισμένο να λέει: << Πάει καιρός που ακούστηκε η τελευταία βροχή πάνω από τα μυρμήγκια και τις σαύρες. Τώρα ο ουρανός καίει απέραντος, τα φρούτα βάφουνε το στόμα τους, της γης οι πόροι ανοίγουνται σιγά – σιγά και πλάι απ΄ το νερό που στάζει συλλαβίζοντας ένα  πελώριο  φυτό  κοιτάει   κατάματα  τον ήλιο…  >> 

               Μόλις τα σχολεία έκλειναν, αμπαρώναμε τα σπίτια και γινόμαστε Λούηδες. << Φορτώστε τα στο γάιδαρο >> έλεγε ο αφέντης πατέρας χαϊδεύοντας το ακάνθινο γένι του.  Προορισμός μας το χτήμα για τις καλοκαιρινές μας διακοπές, σε χώρο άνυδρο και ξερό, ζωσμένο τριγύρω από την αφαλαρίδα και την αφάνα. Φέρναμε τον όνο σηκωτό. << Τις κότες, εκεί >> πρόσταζε η μάνα. Έδειχνε με το στραβό της δείκτη τα κολιτσάκια του σαμαριού και τις φορτώναμε δεμένες από τα πόδια κατωκέφαλα. Μετά φορτώναμε το τεντζεράδικο της κουζίνας. Απάνω σε τούτα, παγούρια, βίκες, καρδάρες, βελέντζες, το πανί για τη σταφίδα να την σκεπάσουμε όταν θα έπιανε μπόρα,  φαλτσέτες, δρεπάνια, κόσες. Τα βότανα μετά στο σακούλι για το άσθμα, το σμόλακα για τα στραμπουλίσματα, φιδόχορτο για το δάγκωμα της οχιάς, σπόρους ψύλλιου για το γαστρεντερικό μας σύστημα.

              Στρατοπεδεύαμε στο αιωνόβιο πουρνάρι.       Το φαγητό μας ντομάτα και ψωμί,  οι μέρες μας χρωματισμένες από τη σκόνη, της όχθης της δίναμε και καταλάβαινε, κάνοντας τον Ταρζάν με τις αναρριχήσεις και τις καθόδους μας. Θερίζαμε το ξανθό στάχυ, τρυγούσαμε τις σταφίδες, μαζεύαμε αγκαλιές το κίτρινο μελισσόχορτο. Γυμνοί, άσωτοι, γαμπροί αμούστακοι, τον πρώιμο έρωτά μας εναποθέταμε στη διχάλα του ηλιοψημένου στήθους της Αρετούσας μας.

         Από τότε ο χρόνος ροκανίστηκε και φτάσαμε εδώ που φτάσαμε. Το χτήμα λόγγωσε, οι δραγάτες πέθαναν, εμείς όσοι ζούμε, πληγωμένοι από το χρόνο και διαμελισμένοι από τον τροχό της κρίσης, βαρύθυμοι ζαρώνουμε κατ’ οίκον, το ψωμί μας πικρό, ο χιτώνας  λιτός, σκεπάζει δε σκεπάζει το κουρασμένο κορμί.   Και για να μην ξεχαστούν τα περασμένα τα αναμιμνήσκομε και τα λέμε σε ώτα ακουόντων και μη: << Ήταν ωραία η ζωή στη μακρότητα εκείνη των ημερών, το δε ποτήριό της να μεθύσκεις γενόμενος κράτιστος και πολυέλαιος δεν ήταν άλλο από ένα αγέρι που όταν φυσάει σηκώνει το φαρδύ φουστάνι μιας γόησσας γυναίκας.

         ellinikoxronografima.blogspot.gr    

 

                                 Τ Ο          Χ Ρ Ο Ν Ο Γ Ρ Α Φ Η Μ Α


                            Τα χαράρια και << ύπαγε οπίσω μου, σατανά >>

                                      Του Παναγιώτη Αντωνόπουλου

 

              Εμβληματικοί και οι δυο. Ο μπάρμπα  Γιάννης μπεσαλής, με το πλατύ χαμόγελο να φωτίζει το πρόσωπό του, μυθοπλάστης δεινός και κρασοπότης. Ο ιερέας  Δημήτρης, πάπαρος, βλέμμα φωτεινό, μορφή ασκητική, αγιορείτικη, που δεν το ‘χε σε τίποτα να ξεσπάσει σε γαμοσταυρούς με το παραμικρό.

           Ο βίος του μπάρμπα  Γιάννη πολυτάραχος στο άστυ όταν ήταν νέος, στην επιστροφή του στο χωριό καλλιεργούσε λίγες άγονες αναβόλες, κατέληγε για να τα βγάζει πέρα φαμελικώς να κάνει το επάγγελμα του νεροφύλακα τους μήνες του καλοκαιριού. Οιονεί όμηρος της φτώχειας περιέβαλλε για το συμφέρον του με σεβασμό την άρχουσα τάξη του χωριού, - που και ο  παπα - Δημήτρης αριθμούσε- αλλά και υποχθονίως  την πολεμούσε με την αντιστασιακή δύναμη της ψυχής του.

         Ο παπα  Δημήτρης φλογερός ανταρτόπαπας στην καθημερινότητά του, τον μυούσε στην ορθοδοξία με τον τρόπο του, στα φυσεκλίκια του λόγου του μπάρμπα  Γιάννη απαντούσε με δυο τρία πρόσφορα που φορτικώς  και επιμόνως του τα καταχωρούσε παραμάσχαλα. Τον καταπράυνε έτσι πότε με λειτουργιές, πότε με ένα μπότη κρασί και πότε με κανένα ρουσφέτι ως ισχυρός.

         ‘Έναν Αλωνάρη βρίσκονταν και οι δυο στο σωρό με τα άχυρα και γέμιζαν τα χαράρια   { χαράργια ]. Γύρω κόσμος, κοιτούσε, έκανε το ίδιο, περίμενε τον παπα  Δημήτρη να πάρει την ευχή του. Μέσα στο χαράρι του ο παπάς πατούσε το άχυρο που του ‘ριχνε ο γιος του, χοροπηδούσε και ασκοφυσούσε σαν ζουλάπι κυνηγημένο στο δάσος. Το ίδιο έκανε και ο μπάρμπα  Γιάννης, ασκώντας συνάμα και την πάγια τακτική του να τραγουδά στη δουλειά του.

       Σε ανύπαρκτο χρόνο  ο παπα  Δημήτρης του είπε χωμένος σχεδόν ο μισός μέσα στα άχυρα: << Θα μου ξεραθεί ότι έχω φυτέψει, Γιάννη, δώσ’ μου  ακόμη  δυο  τέταρτα γιατί  δε μου φτάνουν οι ώρες να ποτίσω >>.  << Δεν μπορώ, παππούλη! Μου ζητάς να αυθαιρετήσω; >> του αποκρίθηκε εκείνος και συνέχισε το πάτημα.  << Μπορείς! >>  << Δεν μπορώ! >>  << Μπορείς! >>   << Δεν μπορώ! >> συνεχίστηκε έντονος ο διάλογος, ώσπου ξέσπασε ο μπάρμπα  Γιάννης και πηδώντας κάτω από το χαράρι, του είπε σε φωνή τενόρου: << Αφού μπορώ, έλα κάτω να λογαριαστούμε σαν ίσος προς ίσον >>. Πέταξε το σκούφο και το αντερί ο παπα  Δημήτρης,ψιθύρισε << ύπαγε οπίσω μου,  σατανά… >>, πήδησε κάτω και αρπάχτηκαν.

         Η ομήγυρη λύθηκε στα γέλια. Το χειροκρότημα  θυελλώδες που σκόρπισε μερικές τούφες από άχυρα στα πέριξ. Οι δυο αντίπαλοι, χαλάρωσαν, κοιτάχτηκαν και αγκαλιάστηκαν με θέρμη. Ίσαμε εδώ! Γρι πιο πέρα. Η αξιοπρέπειά τους δεν τους άφησε να το παρατραβήξουν. Αποχωρούντος του μπάρμπα  Γιάννη ο σεμνός εφημέριος του σφύριξε στ’ αυτί: <<Ηρέμησε τέκνον μου, Ιωάννη, δόσμου  τα δυο τέταρτα κι έλα να σου τρατάρω τον οίνο μου τον εύοσμον και να σε φιλέψω και δυο εκ σίτου λειτουργιές!>>

        ellinikoxronografima.blogspot.gr

 

                  

 

 

Τρίτη 21 Ιουλίου 2026

 

                  Τ Ο    Χ Ρ Ο Ν Ο Γ Ρ Α Φ Η Μ Α


 

                                Οι υποσχέσεις, τα χαστούκια και ο Αχιλλέας

                                            

                                          Του  Παναγιώτη  Αντωνόπουλου

 

 

            Κάθε μέρα μια ολοδάκρυτη αυγούλα μας βρίσκει μ’ ένα ματσάκι αγριανθούς στο βαζάκι μας. Οι μεγάλες μας χαρές έγιναν Άρπυιες, η τσέπη μας τρύπησε, οι Τροϊκανές υποσχέσεις  πάνε κι έρχονται σε ατραπούς σκοτεινούς που συναντούν το Μερκέλιο Λαβύρινθο. Ούτε πιστεύουμε σε τίποτα, ούτε περιμένουμε κάτι, ούτε ελπίζουμε. Η καρδούλα μας τσόφλι, στοιχειά και δράκοι σχίζουν τα σωθικά μας, το λιγοστό πλιγούρι μας το αρταίνουμε με μούργα Μεσσηνίας. Στην τηλεόραση κόρσες αναύχενες μας ραντίζουν με εντομοκτόνα λόγια, φουσκωτοί πολιτικοί πετεινοί λαλούν και φλυαρούν ακαταπαύστως, επιτετραμμένοι θαυματοποιοί σγαρλίζουν μια κουτσουλιά στο κοτέτσι του υπουργού των οικονομικών και τη βαπτίζουν, ανάπτυξη.  Κι εσύ φουκαρά Έλληνα ραγιά κάθεσαι σταυροπόδι κοντά στο σβηστό παραγώνι σου και σκέφτεσαι. Τι σκέφτεσαι;  Τα χαστούκια που έχεις φάει, αυτά που τρως και τα άλλα που θα φας!

            Έλληνα οσφυοκάμπτη, σ’ έχουν τουλουμιάσει στο ξύλο κι έχεις φάει χαστούκια από τον πατέρα σου, τον παπά, το δάσκαλο, το μαθηματικό, την πρώτη  ροδούλα αγάπη σου που της άγγιξες τις μελιχρές ρόγες της, το λοχία, τον πιράνχας εργοδότη σου, την αόμματη γριά εφορεία, από τον επιτάφιο θρήνο σου για το απολωλός κουμούτσι σου.  Και συνεχίζεις να τρως από ευρωπαίους τσαρλατάνους που οδοιπορούν στη γαία σου και σου τάζουν λαγούς με πετραχήλια,  από εργολάβους που έχουν βίλες με κήπους γεμάτους με αργυρές αγράμπελες, από τριακόσιους κροίσους και ολίγιστους της βουλής.

          Τουλάχιστον ν’ άξιζε κάποιο χαστούκι να σε αφυπνίσει, όπως συνέβη στον γράφοντα σβουριγμένο  από το φιλόλογό του σε παρελθόντα χρόνο και τώρα  που το αναμιμνήσκω λέω χαλάλι του, δε μου σβούριζε κι άλλο ένα!  << Μήνιν άειδε, θεά, πηληϊάδεω Αχιλήος ουλομένην, η μυρί Αχαιοίς άλγε’ έθηκε… >> διάβασε και μου ζήτησε τη μετάφραση. << Ψάλλε, θεά τον τρομερό θυμόν του Αχιλλέα, πως έγινε στους Αχαιούς αρχή πολλών δακρύων… >>  απόδωσα  και χάρηκα.  << Αχιλλέα; είπες; >> φώναξε και μου άστραψε χαστούκι ισχύος πολλών μεγατόνων στο σβέρκο που κόντεψε να μου ξεκολλήσει το κεφάλι. << Αχιλλέως… ως… ως… ως… είναι η αρχαιοπρεπής κατάληξη και όχι ααααααα! όπως η δική σου η μαλλιαρή, ανάγωγε!>> Και με παιδαγωγικό οίστρο   μου κόλλησε το μούτρο στο βιβλίο.

               Αφυπνίστηκα. Το δώδεκα το έκανα δεκαεφτά. Όμως! Άλλο το χαστούκι του φιλόλογου κι άλλο του Τυφώνα καπιταλισμού. Ένα αν φας από το χέρι τούτου του τέρατος δε θέλεις δεύτερο! Κολλάς τη μούρη σου στη λάσπη και δε σηκώνεσαι! Μένεις εκεί και δεν ξεκολλάς!  Όπως τώρα, καλή μας ώρα, που το φάγαμε!    

              ellinikoxronografima.blogspot.gr   

 

 

                            Παναγιώτης  Αντωνόπουλος

  Διήγημα


 

                                                Φραγκίσκα

 

 

                                            

           Έμπαινε τροφαντός ο Αύγουστος, πεινασμένα εμείς, μαζευόμαστε γύρω του και περιμέναμε να μας δώσει κάτι από το γεμάτο καλάθι του.  Εκείνος όμως  έφευγε, τον παίρναμε στα κοντά, τον κυνηγούσαμε με το λάστιχο και τον στέλναμε άδοξα στον αγύριστο για την ασπλαχνία του. Έβγαινε ο κίτρινος δίσκος του φεγγαριού και σταματούσαμε.Το πρωί μας έβλεπε η μέρα σαλταρισμένους, μας έλεγε: <<  Δεν πάτε να κυνηγήσετε κοτσύφια στο βουνό που καθόσαστε και κυνηγάτε το μήνα;>> Την ακούγαμε και παίρναμε την ανηφόρα.  Εγώ με μαύρο μπερεδάκι στο κεφάλι, ζωσμένος με μια φαρδιά ζώνη το τρύπιο μου παντελόνι και μ’ ένα λερωμένο τετράδιο στην τσέπη.  Οι άλλοι με στολές εκστρατείας,  βουτηγμένες στα χρώματα με ακολούθαγαν. Ήμουν ο αρχηγός και έπονταν.

         Μ’ αναμμένο το κάρβουνο της καρδιάς μου, ζωγράφιζα πάνω στο δρόμο μου, άλογα με μακριές ουρές και χαίτες  να τα δει η Φραγκίσκα μου και να ακολουθήσει.

         Έβγαζα ύστερα το πακέτο με τα σέρτικα και χάραζα πάνω με το μολύβι το τετράστιχο:

          << Αγάπη μου, Φραγκίσκα μου μεγάλη

           σαν εσένα δεν είναι καμιά άλλη,

           γράψε μου καλή μου ένα γράμμα

           που να ορκίζεσαι πως θα ζήσουμε αντάμα! >>

        

          Με περίμενε σαν νεραντζούλα στολισμένη με τ’  άνθη της. Την αγκάλιαζα και τα δάκρυά μου την πότιζαν δροσοσταλίδες αγάπης. Ήρεμη από της φωτιάς μας το πύρωμα, σε λίγο με ρώταγε:

          --- Μήπως σε είδε, Ρωμαίε μου;

          --- Ποιος ζωγραφιά μου;

          ---  Ο αδερφός μου ο Ευφρόνιος!

          --- Αφού κρατούσα το μαγικό βοτάνι, ανθέ μου, πως να με δει!

          --- Λέω…

          Της περνούσα το ραβασάκι στη χούφτα.  Γραμμένο με σταξιές δάκρυ κάτω από το πορτοκαλί φως της λάμπας. Έλεγε: << Ταχιά, ό,τι ώρα απολύσει ο παπα- Βούτας να είσαι πίσω από το σπιτάκι της κουταβίτσας του Ντρικόγυφτου. Με πολύ αγαπητιλίκι ο αιωνόβιος,  Ρωμαίος σου >>

           Και ο χορός του έρωτά μας κρατούσε καλά μέχρι να ‘ρθει μια Κυριακή θρεμμένη με όμπυο. Γιόρταζε τον άγιο Μύρωνά της και μας εκδικήθηκε. Ξημερώνοντας, άρπαξε τη γλωσσίδα της καμπάνας ο παπα- Βούτας, έπαιξε τις νότες της και κάλεσε τους χριστιανούς να πάρουν θέσεις μπροστά στο θαυματουργό όσιο και να συμφιλιωθούν με τους αγίους. Οι πιστοί προσεύχονταν, ο ιερέας κανοναρχούσε, ο ψάλτης έψελνε αλβανιστί κοντάκια και ύμνους. Πολλά τα άλλαζε, σ’ άλλα πρόσθετε λέξεις και ρίμες δικές του. Στο << Άξιον εστί ως αληθώς >> συμπλήρωσε εν μέσω γέλωτα, χασμωδίας και φαιδρότητας του εκκλησιάσματος: << Άξιον εστί το ξύλινο τραπέζι, το κρασί το ξανθό με την κηλίδα του ήλιου…  << Φτάνει >> του φώναξε ο παπα- Βούτας, << πήγες στον εσπερινό, ευλογημένε μου >> και φορώντας το καλιμμαύχι του, βγήκε στην Ωραία Πύλη, είπε το << Δι’ ευχών των αγίων πατέρων ημών… >>, σκόλασε την εκκλησία και το ‘σκασε από την πόρτα του ιερού, πηγαίνοντας για το κοιμητήρι.

 

 

                                            = = =

 

         Με την εκκλησία είχα λίγα. Το ‘ξερε ο παπα- Βούτας και άναβε λαμπάδα στον Άγιο Μύρωνα να με τιμωρήσει. Εισακούστηκε η δέησή του και στην τελευταία συνάντηση με τη Φραγκίσκα μου, προδόθηκα και πλήρωσα. Το ραβασάκι που της άφησα τρυφερά στη λευκή χουφτίτσα της, ένας δαίμονας της το σκόρπισε και το ‘χασε. Το βρήκε ο αναμάρτητος ιερεύς, διάβασε το περιεχόμενο, είδε το όνομά μου και χρήστηκε ανακριτής, δικαστής και τιμωρός μου.

          Πάνω από τον τάφο στο κοιμητήρι που έψελνε το τρισάγιο,  διέκοψε, για να μου πει:

          --- Εδώ σ’ έχω αμαρτωλέ! Κι έβγαλε από την τσέπη του ράσου το ραβασάκι.

         --- Οχ…

         --- Στον οίκο του Θεού δεν πατάς, τις λίγες φορές που μπαίνεις κάνεις  μπρατ όταν  βγαίνουν τ’  άγια, φεύγεις και πας για παφ - πουφ κι έχεις να μεταλάβεις χρόνους. Θα πω στον αδερφό της για το ειδύλλιό σας και θα του δώσω το γράμμα. Ας γίνει το θέλημα του Θεού από ‘κει και πέρα.  

       --- Ήμαρτον παππούλη, συγχώρα με!

       --- Τώρα είναι αργά! Θα ρεζιλευτεί και το κορίτσι!

      --- Θα διορθωθώ! Θα μετανιώσω!

      --- Ψεύδεσαι, καταραμένε! ψεύδεσαι!

      --- Χμ…

      --- Ορώ σε κρεμάμενο…

 

 

                                           = = =

 

      Ο ιερέας φίνος λειτουργός, πληροφόρησε  τα δέοντα στον Ευφρόνιο, τον αδερφό της Φραγκίσκας. Εκείνος μου παράγγειλε να ανέβω στο βουνό, το μαχαίρι του να μη λερώσει με το αίμα μου. Στις σαράντα μέρες που έμεινα εκεί, φιλοξενήθηκα σε σπήλαιο, έτρωγα ακρίδες, έπινα νερό από γούρνες και έκανα σπονδές στο Θεό των κυνηγημένων, ψέλνοντας Ελελεύ, Ιού, Ιού! Την τεσσαρακοστή μέρα πήρα ένα τέλεξ καρφιτσωμένο στην ουρά του σκύλου μου, που έλεγε: << Ελθέ ανήμερα οσίου Μυγαλίου, μονομαχήσεις σκουλήκι Ευφρόνιο. ΣΤΟΠ. Ζήτημα τιμής. ΣΤΟΠ. Υπογραφή: ο λαός σου. ΣΤΟΠ >>.

        Το ξωκλήσι του οσίου Μυγαλίου τίγκα μέσα κι έξω. Στο σκόλασμα ο πέριξ χώρος γέμισε, χωρίστηκαν οι δικοί μου από ‘δω, οι δικοί του από ‘κει. Όταν ήρθε, στάθηκε μπροστά μου κι έτρεμε σαν τον Ευρυσθέα που είδε τον Ηρακλή ντυμένο με το δέρμα του λέοντα. Κρατούσε το μαχαίρι χαλαρά και  είχε το βλέμμα δειλό.

        Πήρα θέση και άστραψε και το δικό μου λεπίδι.

        --- Θα σφαγούνε, νέα παλικάρια! φώναξε μια πριμαντόνα και έπεσε στην αγκαλιά της φίλης της.

        --- Αντάρτικη λάμα, έχει το μαχαίρι του! είπε και μια στολισμένη με χαλκάδες πλούσια, σχολιάζοντας το φονικό όπλο μου και σιώπησε μετανιωμένη.

       Ήμουν έτοιμος να τον καρφώσω στο λαιμό, όπως ο Θησέας την Κρομμυώνια θηλυκή γουρούνα. Και πριν το κάνω, τον άκουσα να λέει:

        --- Δείλιασα κερατά, παράταμε…  Πέταξε το μαχαίρι, έμεινε απέναντί μου άοπλος.

       --- Και η Φραγκίσκα;

       --- Κάμε την γυναίκα σου! Τι με ρωτάς;

       Όλα τα ζευγάρια τα μάτια γλάρωσαν. Όταν έφυγε και ο τελευταίος, έπιασα τη Φραγκίσκα μου από το χέρι και τη φίλησα. Ύστερα  σαν ναυαγοί μακριά από το βάθος του Ωκεανού, στεγνώναμε ώρα πολλή τις νοτισμένες άκρες των χειλιών μας.

   ellinikoxronografima.blogspot.gr

      

          

           

 

 

Τετάρτη 10 Σεπτεμβρίου 2025

 

                 Κυπαρισσιώτικες ιστορίες

                         

                       Το πανηγύρι, ο Κωστής Παλαμάς και τα παστέλια


     

                          [ γράφει ο Παναγιώτης Αντωνόπουλος ]

             

 

               << Είναι  το Πάσχα, το Μπαϊράμι, το GARNAVALI, το  CHRISTMAS, το BAZAR, η έκθεσις, καθ’  εν χωριστά εις όλα ομού των περιχώρων… >> λέει ο Κωστής Παλαμάς και συμπληρώνει << …η εμπορική πανήγυρις αρχομένη 8 και παρατεινομένη μέχρι της 14 του αυτού μηνός Σεπτεμβρίου…>>  Για μας τους ορεινούς οι μέρες τούτες  του πανηγυριού ήταν ποτισμένες με βάλσαμο και τις πονεμένες καρδιές μας, γιάτρευαν. Μας λυπόταν ο Θεός των φτωχών,  βαρούσε το σήμαντρό του, μάζευε τους αγίους και τους έστελνε στα πανηγύρια. Ουρές οι πιστοί, σωροί το κερί στα μανουάλια, το χρήμα με τη σέσουλα στο παγκάρι και το πρόσφορο μοιρασμένο να μας τυλώνει.

             Έτσι του  Σεπτεμβρίου ερχομένου, όπως ψάλλει και ο ποιητής, γεννιόταν και το πανηγύρι της Αρκαδιάς, πάμφωτης και περικαλλούς πόλης.  Μας έβαφε με χρώματα, γλιστρούσε στα χέρια μας παστέλια, στα πόδια μας φορούσε καινούριο υπόδημα, το γυμνό καμένο σώμα μας, έντυνε με ρούχο ραμμένο σε ραφτάδικο μόδας.  Στα νοικοκυριά προμήθευε << προικώα >>, τσίτια, μαξιλάρια, κουβέρτες, προσόψια, χράμια, εσώρουχο μοντέρνο της νύφης, κουστούμι φίνο από κασμίρι του γαμπρού.  Κουζινικά σ’ όλα τα είδη και μεγέθη, στο χέρι σφυρηλατημένα από τεχνίτη μάστορα,  κατσαρόλια, ταψιά, πυροστιές, μαγκάλια,  γουδιά,  κουτάλες,  μαχαιροπίρουνα, << ων ουκ  έστιν αριθμός >>.

             Νότια στον ελαιώνα το ζωοπάζαρο, ακριβό βλαστάρι του πανηγυριού, μια ολάνοιχτη αγκαλιά για όλους τους θρήσκους επισκέπτες.  Ο καρπερός κάμπος γέμιζε ίππους, θηλυκά ιπποειδή [φοράδες] πώλους, όνους, ημίονους,, γαλιά, όρνιθες, χοίρους και θρεμμένα αμνοερίφια. Εδώ και τα υπαίθρια ταβερνεία με τη γουρνοπούλα. Ο μεζές πιπεράτος, αλατισμένος, το κρασί ηδύγευστο, ο λόγος απ’ τα χείλη να βγαίνει πονεμένος, το μάτι δακρυσμένο για τον κούκο που δεν έφερνε  την άνοιξη. Ο σκαφτιάς να μιλάει για τ’  απλήρωτα κόπια του, ο χαμάλης για την ανεργία, ο καραγωγέας για το κουτσαμένο  άτι του, ο εργάτης για το ραγισμένο σπόνδυλο στη μέση του. 

            Πιτσιρικάδες των δέκα και των δώδεκα, δαγκώναμε το ξεροκόμματο και ο ουρανός που μας έβλεπε έσταζε δάκρυ. Για να δούμε το << γύρω του θανάτου >> κάναμε ρεφενέ, μαζεύαμε το εισιτήριο και από το διάζωμα σκυφτοί στην κοιλιά του βαρελιού κολλάγαμε το μάτι μας στον αναρριχώμενο μοτοσυκλετιστή. Η μηχανή μούγκριζε στους γύρους της ανηφόρας, το βαρέλι έτριζε συθέμελο, τα χέρια με το τιμόνι, γίνονταν ένα. Μας έπιανε ντελίριο, λεπίδι ξέσχιζε την καρδιά μας, το ζεστό  χειροκρότημα στην τελευταία κατάβαση στον πάτο του βαρελιού δεν είχε τέλος.

           Από κει ο καλός Θεός μάς κατέτασσε στους παραδείσους της σκοποβολής, στις κούνιες, στα ποδοσφαιράκια, στο χώρο με το << μαλλί της γριάς >> και όπου η πανήγυρη μας αγάθυνε με τις παράγκες που ‘χαν στήσει οι μελαψοί σγουρομάλληδες πραματευτάδες. Κι αυτά για τους  οικονομικά προνομιούχους, όπως και τα άλλα συναφή εδέσματα  που πουλιόνταν στους πάγκους.  Κάτι που γίνεται και σήμερα αφού η οικονομία έχει μπει στην << κανονικότητα>> και η ανάπτυξη στην υπηρεσία κοινής ωφελείας. Οι τιμές στα σούπερ μάρκετ πέφτουν συνεχώς, στα χασάπικα και στα μανάβικα το ίδιο, στα εμπορικά οι τιμές τρελάθηκαν και πάνε τον κατήφορο,  υγεία, παιδεία, πρόνοια αποτελούν πρότυπο για τις αναπτυσσόμενες χώρες του πλανήτη. Ξελογιασμένοι και σκασμένοι από την τόση σημερινή ευδαιμονία,  νοσταλγούμε την παλιά μίζερη ζωή, να απαλλαγούμε από την κακούργα σημερινή που υποσκάπτει την ευτυχία μας. Πασάδες στα Γιάννενα σήμερα! Πήγαινε μια βόλτα στο πανηγύρι να δεις πως μεζέδιαζες τότε και πως θα μεζεδιάσεις σήμερα, την εποχή της εθελότυφλης αλαζονείας της εξουσίας.

              ellinikoxronografima.blogspot.gr

                         

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Δευτέρα 8 Σεπτεμβρίου 2025

 

ΧΡΟΝΟΓΡΑΦΗΜΑ

 

 

 

 

                                          Η τυραννία των ηλιθίων 


 

 

                                                     Του Παναγιώτη  Αντωνόπουλου

 

 

              Θυμάμαι κάποιους δημάρχους που είχαν κάνει τους δήμους καταθλιπτικά κρατίδια. Μαζί με τους λακέδες τους έγραφαν στα γεννητικά τους όργανα τον πολιτισμό που τους πρόσφεραν οι δημιουργοί και οι πολιτιστικοί σύλλογοι και αναδείκνυαν εκείνον που ήταν στελεχωμένος από τον υπόκοσμο των  μικρονοϊκών. Με τη βούλα κατόπιν του σουλτάνου, έβαζαν το λαό σαν τα πρόβατα στη γραμμή να τον παρακολουθήσουν.

               Η τυραννία των ηλιθίων αυτών δημάρχων, ακόμη και σήμερα με σκοπό να στήσουν δικό τους πελατειακό κράτος δεν έχει όρια και σε πίσω  καιρούς ήταν αντίγραφο συμπεριφοράς Γκαίμπελς.  Περιβεβλημένοι δήθεν με τους καρπούς της γνώσης έστελναν οι άθλιοι, τους μελανοχίτωνες  μπράβους τους στην πλατεία, χώρος των εκδηλώσεων, και, πυρπολούσαν τα κιόσκια, ποδοπατούσαν βιβλία, έκαναν κουρέλια τις αφίσες, ψαλίδιζαν επαναστατικές μπροσούρες και έστελναν στον εισαγγελέα τα μέλη των επιτροπών γιατί καταπάτησαν δημόσιο χώρο.

             Σήμερα πολλοί απ’ αυτούς αν δεν έχουν δώσει παρόν στον Άγιο Πέτρο, γυρνούν στις πόλεις τους σαν μαδημένα κοράκια. Σουφρωμένα γερόντια, ολίγιστα και ξέφτια ενός περασμένου θεσμοποιημένου αμοραλισμού, βυθίζονται στη μοναξιά τους και αναπολούν τους τραμπουκισμούς τους και τον παρακμασμένο πρωτογονισμό τους. Σοφοί δεν υπήρξαν ποτέ, ούτε δηλωμένοι οπαδοί του καλού και του ωραίου. Αποστρέφονται τους << λαπάδες >> ποιητές, τους << ψεύτες >> μυθιστοριογράφους, τους ανθρώπους του δημοσιογραφείν, κάθε δημιουργό που μοιράζει πνευματικό αντίδωρο στο λαό. Όλους αυτούς τους κυνηγάνε, έτοιμοι είναι ανά πάσα στιγμή να τους αρρωστήσουν με τη δική τους ψυχική νερώνεια βλάβη.

            Πάντα ήθελαν τον Έλληνα ραγιά με καρδιά τσόφλι και στοιχειά και δράκους να τρώνε τα σωθικά του. Με τροφή του το πνευματικό πλιγούρι , με το σήκω πάνω, κάτσε κάτω από τα ξιπασμένα κέντρα τους.

         Θέλουν να ξυπνάει και να λέει καλημέρα στη θλίψη κι όχι στη χαρά. Τους αρέσει να ξεχειλίζει από πόνο κι όχι να γελάει με τις κωμωδίες του Αριστοφάνη. Να περπατάει στο βούρκο και να μη βγαίνει από κει  τινάζοντας τη λάσπη από πάνω του, βλέποντας τις αρχαίες τραγωδίες των κλασσικών. Χαίρονται να είναι  << μοιραίος >> και να πνίγεται μέσα στην ανυπαρξία της λαϊκής αντίδρασης.

         Αυτοί δεν είναι δήμαρχοι. Οι στίχοι του Παλαμά τους πάει γάντι. << Βοσκοί, στη μάντρα της πολιτείας οι λύκοι! Οι λύκοι! Στα όπλα, Ακρίτες! Μακριά οι φαύλοι και οι περιττοί, καλαμαράδες και δημοκόποι και  μπολσεβίκοι, για  λόγους άδειους  ή  για  του ολέθρου τα έργα βαλτοί >>.   

             ellinikoxronografima.blogspot.gr

 

Παναγιώτης  Αντωνόπουλος

  Χρονογράφημα


 

                                       Επί τέλους διακοπές

 

 

                  Στολισμένος με νυφούλες πορτοκαλιές ο κήπος μου, με βαγιόφυλλα στην κλίνη του, με θυμιατήρια από βασιλικούς και δυόσμους μυρωμένος.  Στα φυλλάκια της αγράμπελης φτερουγίζουν μελισσούλες, ψάλτες σπουργίτες απλώνουν γαλάζιες κορδέλες με νότες του πενταγράμμου στους κλώνους της συκιάς. Βόρεια πεύκος αιωνόβιος ρίχνει το απόσκιο του, πατέρας γλυκός υπό τη σκέπη του τ’ άλλα δεντράκια αγκαλιάζει. 

         Στον ίσκιο του θα στήσω το τσαντίρι μου, τις διακοπές μου να περάσω.  Τ’ αρκούδι ο Στουρνάρας και το ανήμερο καπρί ο Θεοχάρης μ’ άφησαν ταπί. Ν’ αράξω δεν μπορώ σε νησί, στο κύμα να ξαπλώσω. Κι εκεί το τσαντιράκι μου με φουρκάλες από ελιά θα στήσω, τη στέγη του με φτέρες θα σκεπάσω. Χοντρό σκουτί θα στρώσω για στρωμνή, χόρτο στο προσκεφάλι μου θα βάλω μαξιλάρι. Όπως ο  άσωτος υιός θα τρώω ξυλοκέρατα, ωά όρνιθας φρέσκα θα ρουφώ, σύκα και ξηρούς καρπούς κάτω θα κατεβάζω.

          Στο τρανζίστορ μου  Καζαντζίδη θ’ ακώ τους κεκοιμισμένους νευρώνες μου θα ξυπνώ διαβάζοντας Βίκτορα Ουγκώ, και Αριστοφάνη. Παλαμά θα απαγγέλλω: << ο κόσμος λάμπει σαν ένα αστέρι… >> και θα μουντζώνω τους πέριξ φράκτες με το κρεμασμένο πλαστικό και το εσώρουχο των Αφρικανών. Τους Νιγηριανούς με τον κότινο της νίκης θα στεφανώνω  σαν βάζουν κάτω τον εωσφόρο στις ντοματιές, το νου μου θα καθαρίζω από ποιητικούς ρύπους που λένε: << Σηκωθείτε! Η γη χαρίζει μόνο άφθονο καρπό… >> και << μην σας είναι ο ξένος πλούτος ένα αγκάθι στην καρδιά, πέστε, αζήλευτα: είναι τούτος εργασίας κληρονομιά! >>

       Θα κολυμπώ σε λέβητα. Το ντους μου θα  κάνω με το λάστιχο της βρύσης. Αραχτός με το σκύλο μου τον αράπη την ηλιοθεραπεία μου θα παίρνω στη σέντρα της αυλής, αυτός γαβγίζοντας κι εγώ τους περασμένους δίσεκτους χρόνους μου μετρώντας. Με το φίλο το Θανάση που περάσαμε σε πίσω καιρούς τα ρέματα οδοιπορώντας για σχολεία ορνιθώνες, ξερή θα παίζουμε, της χαρτοπαιξίας τη θεότητα ελληνικότατα θα λατρεύουμε. Το βραδάκι μέσα από τα φύλλα του καλαμποκιού ο Οδυσσέας θα ξακρίζει. Με μπότες μουσκεμένες, χέρια σκαμμένα από τη δουλειά και το σιγαρέτο στ’ αυτί στο χώμα θα κάθεται. Απροσκύνητος σε ντενεκέδες άρχοντες θ’ αρχίζει το τραγούδι: << Εγώ ραγιάς δε γίνομαι, Τούρκους δεν προσκυνάω, δεν προσκυνώ τους άρχοντες και τους κοτσαμπασήδες. Ελάτε παλικάρια μου, όλοι να  συναχτήτε, τι έχω να κάμω πόλεμο μ’ αυτόν το Σουφ αράπη, να μην περνά να τυραγνά αδύνατους ραγιάδες >>.

        Ύστερα πριν κοιμηθώ, θα ταϊζω με ψύχουλα τη χαρά μου.  Θα ονειρεύομαι πως είμαι ευρωβουλευτής, πως ταξιδεύω σε κρουαζιερόπλοιο, πως είμαι γερμένος σε κόρφο ζεστό κυρίας κομψής! Και ώσπου  αλέκτωρ να λαλήσει δυο και τρεις θα νιώθω βασιλιάς! Βασιλιάς στο τσαντίρι μου!

                   ellinikoxronografima.blogspot.gr

 

                     Τ Ο                   Χρονογράφημα

              Τα τυχερά της νεότητας, ο μπάρμπα Γιάννης και μια ιστορία


                                                                    Του Παναγιώτη  Αντωνόπουλου

             

              Τα τυχερά της νεότητας, ακούς πολλά, μαθαίνεις ουκ και ολίγα, γνωρίζεσαι με προσωπικότητες που στη μεγάλη ηλικία θα σε πρόδιδαν ή θα σε αγνοούσαν. Οιονεί εικονολήπτης η μνήμη στα ανακτά σιωπηλά όταν στη Μονή της Ζωής ασκητεύεις και τους πρωταγωνιστές της θυμάσαι.

                Σας έχω υποψιασμένους για τον μπάρμπα Γιάννη κι από  άλλα χρονογραφήματα και είμαι σίγουρος πως λέτε <<χαλάλι του, το αξίζει  να ασχολούμαι μαζί του >>. Δεκαετία του εβδομήντα, μεσημέρι, μπήκε στου Ψαρούλια τον καφενέ.  Ο πρόεδρος που τον είχε δει να πλησιάζει από το παράθυρο και τα ‘πινε με τους άλλους συμβούλους, ψηλάφισε το ένστιχτο της λοιδορίας και τους είπε: << Μην του μιλάτε όταν μπει αφήστε τον να δούμε τι θα κάνει! >>

                Ο μπάρμπα  Γιάννης εμένοντας στην τακτική του, χαιρέτησε, κάθισε και μην παίρνοντας απάντηση, έγινε φριχτός στην όψη και απαισιότερος στην ψυχή, αλλά δεν έβγαλε άχνα.  << Με γράφετε >> σκέφτηκε << θα σας γράψω κι εγώ >> και παρήγγειλε το καρτούτσο. Ζήτησε από τον καφετζή δυο ποτήρια και σαν πήρε το καρτούτσο και τα γέμισε, τα τσούγκρισε και είπε: << Γιάννης κερνάει και Γιάννης πίνει >> και άρχισε να πίνει πότε από το ένα και πότε απ’ τ’  άλλο>>.

               Όταν ήπιε όλο το κρασί, σηκώθηκε, έφτασε ως την πόρτα και πριν βγει, είπε για να τον ακούσουν: << πόλεμο εσείς, ανταρτοπόλεμο εγώ! Να δούμε ποιος θα νικήσει! >>

             Μετά από μια βδομάδα υψώνεται το μπουμ. Κάθονταν πάλι και οι πέντε έξω από το κοινοτικό γραφείο και κουβέντιαζαν. Τους είδε ο μπάρμπα  Γιάννης και πήγε. Πριν φτάσει πάλι ο πρόεδρος έβαλε τη δαχτυλιά του και τους λέει: << Τα ίδια όπως την άλλη φορά, μη του μιλάτε >>.  << Γεια σας >> χαιρέτησε εκείνος. Αυτοί τσιμουδιά. Αγανακτεί, μένει σιωπηλός για λίγο και αμέσως παίρνει ρόλο πρωταγωνιστή. Κοιτάζει γύρω του και λέει: << Ωραίο μέρος, ησυχία, οι πασάδες απ ‘δω κάθονται μπέικα, είναι πρότυπα ανθρώπων, ξελογιασμένοι από  τον παράδεισο γύρω τους, ας τους ετοιμάσω κι ένα breakfast για να εξακολουθήσουν ν’ απλώνουν την αρίδα τους και ετοιμάστηκε να κατεβάσει την περισκελίδα του.

            << Ρε, Γιάννη, ως εδώ! >> του ‘κανε ο πρόεδρος και έσκασαν όλοι  στα γέλια. << Είπαμε να κάνουμε πλάκες, αλλά όχι και να  το παρακάνουμε! >>

           Σηκώθηκε ο μπάρμπα  Γιάννης, τράβηξε την περισκελίδα πάνω, ζώστηκε και με το βλέμμα του φωτεινό να τους διαπερνά τους είπε σαν κάθισε: << Τι λέγατε θα μου τη φέρνατε; Ο βίος μου πολυτάραχος, δε λυγίζω εύκολα! >>

          Ήπιαν ακόμη δυο μισόκιλα, κουβέντιασαν και γέλασαν με την ψυχή τους εκών άκων  με όσα άκουσαν από το στόμα του.

            ellinikoxronografima.blogspot.gr

 

                         Το          Χρονογράφημα

             Η πηγή, η κορίτα και κάποιοι  άκομψοι και αγενείς οδοιπόροι


                                                       Του    Παναγιώτη Αντωνόπουλου

           Κορίτα.  Συναντάται και ως κορίτος. Ήταν και είναι  ξύλινη, λαμαρινένια ή τσιμεντένια  και χρησιμοποιείτο σαν σκεύος από το οποίο έπιναν νερό τα ζωντανά. Η μάνα μου όταν κάποιο ερίφιο ή αμνός αποπειράτο να το σκάσει από το κοπάδι του έλεγε: << θα σου πάρει ο διάλος τον κορίτο >> τουτέστιν την ποτίστρα. Η ίδια η λέξη  υπάρχει και στα  σερβικά ( korito ). Ακόμη λέγεται και ως συνώνυμο της κούνιας του μωρού. Ως ξύλινο σκεύος, είδος κυπέλου με χειρολαβή, λαϊκοί τεχνίτες, εντριβείς εις την ξυλουργική την προσέφεραν ως δώρο στις πηγές για να πίνουν νερό άπαντες και άπασες οι οδοιπόροι και οδοιπόρισσες.

              Ο γεννήτορας επιδέξιος λαϊκός τεχνίτης και θριαμβευτής  σε τέτοιες κατασκευές έφτιαχνε μια τέτοια κορίτα και την έβαζε στην πηγή του Αϊ - Γιάννη να πίνουν νερό και να ξεδιψάνε οι  καταπονημένοι αγρότες Καρβουναίοι, αλλά και οι πάσης φύσεως οδοιπόροι. Δεν ξεχνώ τον καμπανιστό θόρυβο  όταν την έφτιαχνε κάτω από την πυκνόφυλλη μουριά που έκαναν το σφυρί και το  σκαρπέλο  ανοίγοντας το κοίλον του πουρναρίσου ξύλου.  Εξωραϊσμένη επιμελώς μέσα κι έξω, της σκάλιζε κι ένα χεράκι να πιάνεται και με συνοπτική διαδικασία τη χάριζε στην πηγή του Αγιάννη, διακόσια μέτρα από το σπίτι μας. 

            Άκομψοι και αγενείς οδοιπόροι ενίοτε την έκλεβαν. Φωνασκώντας και θυμωμένος ο πατέρας τους καταριόταν, με ύβρεις και αναθέματα στο πυρ το εξώτερο τους έστελνε! Έναν δεκαπενταύγουστο που έλιωνε στο λιοπύρι ακόμη και σίδερο, βρήκε την κορίτα απουσιάζουσα, τον κόσμο να ξεδιψάει με τις χούφτες κι έγινε έξω φρενών. Κράτησε όσο κράτησε ο θυμός του και σαν του πέρασε πήρε πάλι ξύλο και σκαρπέλο να φτιάξει άλλη. Στην κουβέντα όταν την τελείωσε, αφού ετέρπετο να τη θαυμάζει και να την επιτηρεί αόκνως, είπε, οργισμένος: << Κάποιοι παράφρονες και κατεργαραίοι, εξακολουθούν ν’ απλώνουν την αρίδα τους μακρύτερα από το μπόι τους μέχρι εκεί που φτάνει η σκιά τους το δειλινό ή το πρωινό. Αμετανόητοι, επιζήμιοι και καταστροφείς. Τι τους φταίνε τα πραματάκια του κόσμου και τα αφανίζουν; Θα τους δείξω εγω!>>

          Το πρωί πήγε στην πηγή του Αγιάννη και την άφησε  στη θέση τής εκλιπούσας. Εκείνος κρύφτηκε κάτω από το γεφύρι και περίμενε.  Ήρθε ο ανάλγητος κλέφτης, ήπιε νερό μ’ αυτή, την έβαλε στο σακούλι και πήγε να φύγει. Φάντης μπαστούνι μπροστά του ο πατέρας μου τον τσεκούρωσε με λόγο που άστραψε και βρόντηξε: << Εσύ, ρε ξάδερφε; Τι την θέλεις ν’ αφοδεύεις μέσα; Ας την κάτω να πίνει νερό ο κόσμος! Τι θέλεις να σου κάνω ανασκολοπισμό πρωί - πρωί; >>

       Αυτή η βάρβαρη << θνησιμότητα >> της κορίτας τον ανησυχούσε αρκετό καιρό. Γι’ αυτό μετά στο σχεδιασμό πρόσθεσε και μια αλυσίδα και την έδενε από τον κορμό του γεροπλάτανου. Ελαχιστοποίησε ή μηδένισε τις κλοπές και << μάζεψε >> με το έτσι θέλω τους επίδοξους κλέφτες.

       Το χρόνο πριν φύγω για σπουδές, είδα με χαρά ένα δισέλιδο σημείωμα αναρτημένο στον τοίχο της εκροής  του νερού με οδηγίες καλής συμπεριφοράς προς τους χρήστες της κορίτας για την προστασία της. Ήταν ιδιόχειρο, ανορθόγραφο και γραμμένο αλλού με μολύβι κι αλλού με κάρβουνο! Είμαι σίγουρος πως αυτός ήταν ο συντάκτης!

          ellinikoxronografima.blogspot.gr

                 

 

                               Παναγιώτης  Αντωνόπουλος

    Χρονογράφημα


                                        Κράτος ολίγιστο

 

 

             Σε πίσω καιρούς μουντζούρωνα χαρτιά σε ζόρικο γραφείο της πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης. Μια πρώτη του μήνα οι δάσκαλοι θα έπαιρναν το δεκαπενθήμερό τους, ο προϊστάμενος έλειπε, οι μισθοδοτικές καταστάσεις ανυπόγραφες, άλλος εξουσιοδοτημένος δεν υπήρχε να βάλλει τη τζίφρα του,  το διοικητικό σύστημα αχρηστεμένο κατέρρεε ανίκανο.  Η σκέψη πως θα έμεναν απλήρωτοι οι συνάδελφοι, μ’ έκανε να νιώθω ολίγιστος, η μικρονοϊκή ιλαρότητα μ’ έπνιγε, << θα χαρακτηριστούμε πελιδνοί, άχρηστοι και κατεαγμένοι οι υπάλληλοι τούτου του γραφείου >> σκέφτηκα και προσπάθησα να αποβάλλω τον πρωτογονισμό της εξουσίας μου και να βρω λύση.

                   Προσπέρασα το καταθλιπτικό ελληνικό κρατίδιο με τις διοικητικές του ελλείψεις και παρανόμησα επί δικαίω.  Έβαλα την τζίφρα μου από κάτω φαρδιά πλατιά στη μισθοδοτική κατάσταση  και πήγα στην εφορεία.  Ο σπιθαμιαίος υπάλληλος μόλις είδε την υπογραφή μου εξανέστη. << Τι έκανες ρε δασκαλάκι; >> μου ‘βαλε τις φωνές ο σάλιαγκας αυτός της καρέκλας και πετάχτηκε πάνω σαν ταύρος μαινόμενος. << Ξέρεις πώς λέγεται αυτό; Κατάχρηση εξουσίας και πας μέσα! >>Του εξήγησα το λόγο που το έκανα. Πως η νιότη των δασκάλων των μονοθεσίων σχολείων δεν μπορεί  να μείνει  νηστική και οι σοφοί των πολυθεσίων έχουν χρέη και δε μας αφήνουν περιθώρια για ολιγωρία.  Έπρεπε να πάρουν τα λεφτά τους και οι μεν και οι δε γιατί το ψωμί, το φάρμακο και οι τράπεζες δεν είναι φίλοι αλλά μπόγιες που σε δένουν χειροπόδαρα.  << Σβήσε την υπογραφή , παράνομε  >> συνέχισε, << γιατί δεν μπορώ να τη βλέπω και ψάξε να βρεις τον προϊστάμενό σου να υπογράψει εκείνος. Αν δεν το κάνεις δε θα γίνει η πληρωμή >>.

                 Η υπογραφή του προϊστάμενο επέβαλλε την τάξη αλλά ήταν αργά. Η πληρωμή άργησε να γίνει, πολλοί δάσκαλοι έφυγαν, άλλοι κάνοντας τη χειρονομία μας έγραψαν στα << τέτοια >> τους, κάποιοι θυμομανείς μας φοβέρισαν και κάποιοι μας καταλόγισαν εσκεμμένη ιδιοτέλεια ως πιόνια της κομματικής καμαρίλας.               Ο σάλιαγκας υπάλληλος της εφορείας εξελίχθη, εγώ επιπλήχθηκα και η τυραννία των ηλίθιων προϊσταμένων μου ζήτησε να περάσω από ΕΔΕ να τιμωρηθώ. Ευτυχώς ένας κηφήνας συνδικαλιστής έβαλε το χέρι του και τους σταμάτησε.

              Τώρα συνταξιούχος τα θυμάμαι όλα αυτά, γελάω και λέω πόσο ευτυχής είμαι που χωρίς αυτά θα ήμουν φτωχός τω πνεύματι και τη λίγη σοφία που έχω την οφείλω στο ποιμνιοστάσιο της δημόσιας διοίκησης που ευδοκίμησα.

               ellinkoxronografima.blogspot.gr

 

                                    Τ Ο   Χ Ρ Ο Ν Ο Γ Ρ Α Φ Η Μ Α

                               Πού να γράψουν, με ποιον να μιλήσουν;


                                              Του    Παναγιώτη Αντωνόπουλου

         << Οι ποιητές κλειστήκανε στο σπήλαιό τους, δε βγαίνουν, φοβούνται, δεν παραδίδουν τίποτα. Με ποιον, με ποιον να μιλήσω; >> [Μιχάλης Κατσαρός]. Το ίδιο και οι λογοτέχνες. Σκοτεινοί περιφέρονται στους δρόμους, ούτε τη χορδή μιας σειράς δεν χτυπάνε, ούτε ένα θρήνο ανθρώπου σε μια σελίδα δεν θυμίζουν πως συμβαίνει. Τα περιοδικά έγιναν κλειστά κλαμπ, τα μέλη μικρές φατρίες, προτιμούνται να γράφουν οι ημέτεροι Σαδδουκαίοι, απέξω μένουν οι μάχιμοι ειρηνιστές που δεν τους θέλουν  και σε υπόγεια με πυρσούς σβηστούς τους έχουν φυλακίσει.

      Σήμερα από τα παλιά καλά περιοδικά έχουν μείνει μόνο τ’ απολιθώματά τους. Ενάντια στον καιρό που έφυγε φλύαρος έγραφαν σ’ αυτά, ποιητές και λογοτέχνες, χίμαιρες κυνηγούσαν με το πολύβουο σμήνος της γραφής τους, στα τρυφερά πλοκάμια μιας όμορφης ζωής σε ταξίδευαν. Στις μέρες μας πού να γράψουν, με ποιον να μιλήσουν; Έτσι η ποιητική τους δημιουργία μένει ακίνητη, το πολύβουο σμήνος της γραφής τους δε φτάνει πουθενά, οι αναγνώστες έπαψαν να γεύονται τα φανταστικά όμορφα ταξίδια της ζωής μέσα από τις σελίδες τους. Έτσι η ποιητική δημιουργία με την απελευθερωτική της δύναμη δεν έχει χώρο στις σελίδες τους για να  γράφουν: << Μυρωμένο χορτάρι του στήθους μου, φύλλα από σένα κορφολογώ, τα γράφω για να διαβαστούν καλύτερα μετέπειτα. Φύλλα του τάφου, φύλλα του κορμιού που φυτρώνετε πάνω από μένα και πάνω από το θάνατο … >> [ Γουίτμαν ].

     Ο τύπος χαλαρός αλλά αγωνιστικός, βλέπει τους ποιητές και λογοτέχνες να τριγυρνούν  σ’ άγνωστους δρόμους, κραυγάζοντας και ζητούντες χώρους να γράψουν, τους δίνουν, αλλά δεν είναι επαρκείς. Στερείται όμως το αναγνωστικό κοινό, την κομψότητα, την αμεσότητα και την ευθυβολία της σκέψης τους και μένει πτωχό στο πνεύμα.

    Με ποιον, με ποιον να μιλήσουν άδοξοι ποιητές και ένδοξοι ξεχασμένοι συγγραφείς, όταν <<από θεούς και ανθρώπους μισημένοι, σαν άρχοντες που ξέπεσαν πικροί, μαραίνονται οι Βερλέν, τους απομένει πλούτος η ρίμα, πλούσια  και  αργυρή. Οι  Ουγκώ  με << Τιμωρίες >> την τρομερή των ολυμπίων εκδίκηση μεθούνε. Μα εγώ θα γράψω μια  λυπητερή  μπαλάντα  στους  ποιητές  άδοξοι  που ‘ναι… >> [ Καρυωτάκης ].

    Τούτοι οι φύλακες του πνεύματος, που διαφυλάττουν την ελευθερία του ανθρώπου, μέσα σε θρυμματισμένα πουκάμισα και εχθρικές λεγεώνες, με τα πουλιά άλμπατρος μοιάζουν. Ο άνεμος δικός τους ας αφήσουμε όμως τον Μπωντλέρ να  τους  τραγουδήσει:          << Συχνά για να διασκεδάζουν, οι άντρες του πληρώματος/ πιάνουν μερικούς άλμπατρος, πελώρια πτηνά των θαλασσών/ που ακολουθούν, νωχελικοί ταξιδιωτικοί σύντροφοι/ το πλοίο που ολισθαίνει επάνω στα πικρά χάσματα//. Ευθύς μόλις τους τοποθετήσουν πάνω στο σανίδωμα/ αυτοί οι βασιλιάδες του γαλάζιου, αδέξιοι και συνεσταλμένοι/  αφήνουν αξιολύπητα τις μεγάλες φτερούγες τους/ να σύρονται δίπλα τους σαν κουπιά//. Αυτός ο  φτερωτός ταξιδευτής πόσο αδέξιος και άνευρος είναι! //  Αυτός, ο προ ολίγου όμορφος, πόσο κωμικός και άσχημος είναι!// Ένας ενοχλεί το ράμφος του με μία πήλινη καπνοσύριγγα//. Άλλος μιμείται, σαν χωλός, τον ανάπηρο που πετούσε!// Ο ποιητής είναι όμοιος προς τον άρχοντα των νεφών / που στοιχειώνει την θύελλα και περιγελά τον τοξότη//. Εξορισμένος επάνω στη γη, εν μέσω εμπαιγμών/ με  τα  γιγάντια  φτερά του να  τον  εμποδίζουν να βαδίσει //.

        ellinikoxronografima.blogspot.gr