Σάββατο 25 Ιουλίου 2026

 

                       ΤΟ       Χ Ρ Ο Ν Ο Γ Ρ Α Φ Η Μ Α

 

                                      Βρε, δεν πάν’ να…   


 

                                             Του Παναγιώτη Αντωνόπουλου

 

 

 

          << … και το ψομίν επιθυμώ, πότε θα το χορτάσω; >> έγραφε ο Θεόδωρος Πρόδρομος ή Πτωχοπρόδρομος  και του ‘πεφταν τα σάλια οσμίζοντας το  χουρδουβελία  στο ανάκτορο του αυτοκράτορα Μανουήλ Κομνηνού. Με τη λόρδα να τον κόβει, γυρνώντας στους δρόμους νηστικός, με τρύπιο ρούχο, ξυπόλητος, διαρκώς ορεγόταν ευωδιαστό μονοκυθρίτσιν,  χορδοκοιλίτσια  και σφουγγάτο που σε σωρούς άχνιζαν στα βασιλικά τραπέζια.

         Όσο και να παρακαλούσε τους Υπερίονες Ήλιους της βυζαντινής μάσας, ένα ψιχουλάκι δεν του πέταγαν. Έστελναν τα ορθοκέρατα βόδια της ακολουθίας τους και του έσπαζαν τα κόκαλα.  Κύματα του ‘ριχναν πάνω του, λεπιδόφορες ουρές, καυτές ψαρόσουπες και τον γέμιζαν εγκαύματα. Αυτός δεν το ‘βαζε κάτω. Από γειτονιά σε γειτονιά τους έψελνε τα εξ’ αμάξης,   με στίχους από ξίφη, τα μεριά τους χάραζε.

          Σήμερα και στους δικούς μας βασιλείς, μια Λαμπετώ και μια Φαέθουσα φυλάνε τα κοπάδια τους και άγριοι οπλισμένοι Μπραήμηδες τις εκτάσεις και τα λιβάδια τους. Κομματικός στρατός φρουρεί τις εισόδους των οικονομικών οίκων τους, εκπαιδευμένοι κομάντος με μαδέρια και σανίδια, μαυρίζουν στις ροπαλιές τον Έλληνα Πτωχοπρόδρομο  που θα ζυγώσει να γλείψει ένα πεσμένο  κόκαλο από το τραπέζι τους. 

         Ενθρονισμένοι έχουν και του πουλιού το γάλα, μάκαρες σαν θεοί τρώνε και κυβερνούν, σπονδές σταλάζουν στους πορφυρογέννητους της τρόικας και του Δ.Ν.Τ. να μην τους λείπει  το παραδάκι και ό,τι άλλο χρειάζονται για να στουμπώνουν τις γερές μασέλες τους. Και ζουν με τη μάσα. Μάσα γερή, μάσα που την βλέπεις εσύ ο νηστικός και σου φεύγει το τσερβέλο.  Όχι τίποτα γιαχνί φασόλια, αλλά  αστακοί ο γκρατέν, πιλάφια με μυαλά, κουσομέ με κρουτόν, αρνιά με άσπρη σάλτσα, γλώσσες πανέ, πέρδικες αλά Ισπανιόλ.

        Κι εσύ Πτωχοπρόδρομε, χαϊβάνι Έλληνα, καταπίνεις σάπιες ελιές Καλαμών με δάκο και κάνεις σωρούς φτύνοντας τα κουκούτσια. Ζεις μόνιμα σε απελπιστική πενία και πείνα. Το κουμούτσι σου ούτε και μουχλιασμένο δεν το ‘χεις και εν μέλλοντι χρόνω τους οδόντες θα σου εξορύξου ν’ αποσυρθείς από το μάσημα. Λες: Βρε δεν πάν’ να … κάνουν ότι θέλουν οι ένοικοι του Μαξίμου, εγώ να είμαι καλά. Ως Έλλην όμως μαχητής, πρέπει να ξεσπαθώσεις. Σου αρέσει να σε λένε, αλλά όχι και να είσαι Πτωχοπρόδρομος.

 

 

 

         ellinikoxronografima.blogspot.gr    panant1947@gmail.com

 

                  Τ Ο    Χ Ρ Ο Ν Ο Γ Ρ Α Φ Η Μ Α

 

                                Οι υποσχέσεις, τα χαστούκια και ο Αχιλλέας

                                            

                                          Του  Παναγιώτη  Αντωνόπουλου 


 

 

            Κάθε μέρα μια ολοδάκρυτη αυγούλα μας βρίσκει μ’ ένα ματσάκι αγριανθούς στο βαζάκι μας. Οι μεγάλες μας χαρές έγιναν Άρπυιες, η τσέπη μας τρύπησε, οι Τροϊκανές υποσχέσεις  πάνε κι έρχονται σε ατραπούς σκοτεινούς που συναντούν το Μερκέλιο Λαβύρινθο. Ούτε πιστεύουμε σε τίποτα, ούτε περιμένουμε κάτι, ούτε ελπίζουμε. Η καρδούλα μας τσόφλι, στοιχειά και δράκοι σχίζουν τα σωθικά μας, το λιγοστό πλιγούρι μας το αρταίνουμε με μούργα Μεσσηνίας. Στην τηλεόραση κόρσες αναύχενες μας ραντίζουν με εντομοκτόνα λόγια, φουσκωτοί πολιτικοί πετεινοί λαλούν και φλυαρούν ακαταπαύστως, επιτετραμμένοι θαυματοποιοί σγαρλίζουν μια κουτσουλιά στο κοτέτσι του υπουργού των οικονομικών και τη βαπτίζουν, ανάπτυξη.  Κι εσύ φουκαρά Έλληνα ραγιά κάθεσαι σταυροπόδι κοντά στο σβηστό παραγώνι σου και σκέφτεσαι. Τι σκέφτεσαι;  Τα χαστούκια που έχεις φάει, αυτά που τρως και τα άλλα που θα φας!

            Έλληνα οσφυοκάμπτη, σ’ έχουν τουλουμιάσει στο ξύλο κι έχεις φάει χαστούκια από τον πατέρα σου, τον παπά, το δάσκαλο, το μαθηματικό, την πρώτη  ροδούλα αγάπη σου που της άγγιξες τις μελιχρές ρόγες της, το λοχία, τον πιράνχας εργοδότη σου, την αόμματη γριά εφορεία, από τον επιτάφιο θρήνο σου για το απολωλός κουμούτσι σου.  Και συνεχίζεις να τρως από ευρωπαίους τσαρλατάνους που οδοιπορούν στη γαία σου και σου τάζουν λαγούς με πετραχήλια,  από εργολάβους που έχουν βίλες με κήπους γεμάτους με αργυρές αγράμπελες, από τριακόσιους κροίσους και ολίγιστους της βουλής.

          Τουλάχιστον ν’ άξιζε κάποιο χαστούκι να σε αφυπνίσει, όπως συνέβη στον γράφοντα σβουριγμένο  από το φιλόλογό του σε παρελθόντα χρόνο και τώρα  που το αναμιμνήσκω λέω χαλάλι του, δε μου σβούριζε κι άλλο ένα!  << Μήνιν άειδε, θεά, πηληϊάδεω Αχιλήος ουλομένην, η μυρί Αχαιοίς άλγε’ έθηκε… >> διάβασε και μου ζήτησε τη μετάφραση. << Ψάλλε, θεά τον τρομερό θυμόν του Αχιλλέα, πως έγινε στους Αχαιούς αρχή πολλών δακρύων… >>  απόδωσα  και χάρηκα.  << Αχιλλέα; είπες; >> φώναξε και μου άστραψε χαστούκι ισχύος πολλών μεγατόνων στο σβέρκο που κόντεψε να μου ξεκολλήσει το κεφάλι. << Αχιλλέως… ως… ως… ως… είναι η αρχαιοπρεπής κατάληξη και όχι ααααααα! όπως η δική σου η μαλλιαρή, ανάγωγε!>> Και με παιδαγωγικό οίστρο   μου κόλλησε το μούτρο στο βιβλίο.

               Αφυπνίστηκα. Το δώδεκα το έκανα δεκαεφτά. Όμως! Άλλο το χαστούκι του φιλόλογου κι άλλο του Τυφώνα καπιταλισμού. Ένα αν φας από το χέρι τούτου του τέρατος δε θέλεις δεύτερο! Κολλάς τη μούρη σου στη λάσπη και δε σηκώνεσαι! Μένεις εκεί και δεν ξεκολλάς!  Όπως τώρα, καλή μας ώρα, που το φάγαμε!    

              ellinikoxronografima.blogspot.gr   

 

 

                                   Παναγιώτης Αντωνόπουλος

 

    Διήγημα  


 

 

                                Ώρες τρόμου στην πόλη

 

 

                                                     

              Ο ιδρώτας ανάβλυζε από το πρόσωπο του υποψήφιου δημάρχου και οι παγωμένες σταγόνες  κυλούσαν ασταμάτητα στα μάτια  και στα μάγουλά του, όση ώρα μιλούσε στους ελάχιστους και αδιάφορους ψηφοφόρους του.  Έχοντας δε κι ένα κακοποιημένο με αμυχές και μώλωπες πρόσωπο από κάποιο προφανώς βίαιο σπρώξιμο, μιλούσε ακατάπαυστα, ενώ τα κοντά του πόδια ως το μέρος των γοφών, έτρεμαν που και που, ελαφρά σηκωμένα.

          Την προηγούμενη μέρα η τοπική εφημερίδα είχε δημοσιεύσει το σκίτσο του, που προκάλεσε τρομερή εντύπωση και σχολιάστηκε ποικιλοτρόπως από την κοινή γνώμη με κάποιο αίσθημα χαράς και χιούμορ. Το σκίτσο  έδειχνε ένα είδος ουραγκοτάγκου με γιγαντιαίο ανάστημα, εκπληκτική ύπουλη ματιά και τρομακτική αγριότητα στις μιμητικές του κινήσεις.          Ένα άλλο επίσης ευρείας κυκλοφορίας έντυπο με τίτλο << Η ώρα του πολίτη >> δημοσίευσε εκτεταμένο άρθρο για τη σχέση του υποψήφιου δημάρχου με το εργασιακό καθεστώς της εταιρείας << ΑΜΙΣΩ >> όπου φαινόταν όχι μόνο να ελέγχει το είκοσι τοις εκατό του κεφαλαίου αλλά να είναι και ο κύριος υπεύθυνος για τη χρόνια δηλητηρίαση από τον αμίαντο στους εργαζομένους και στους πολίτες από τη χρήση των αμιαντοσωλήνων της ύδρευσης. Το πρώτο σύμπτωμα της δηλητηρίασης παρουσιάστηκε λίγους μήνες από τη λειτουργία του εργοστασίου και σύμφωνα με τους υπεύθυνους της υγειονομικής επιτροπής, εκδηλωνόταν με την εμφάνιση βασεοφίλου στίξης στα ερυθροκύτταρά τους και ερεθισμό στην στοματική κοιλότητα. Γρήγορα όμως εξελισσόταν σε πεπτική διαταραχή με δυνατούς κωλικούς πόνους, ερεθισμούς στους μυς και ενοχλήσεις στις αρθρώσεις, παράλυση με μυϊκή ατροφία στα άνω και κάτω άκρα, παραλήρημα, σπασμούς, νεφρίτιδα και κώμα. Με τον καιρό αποδόθηκαν και κάποιοι ύποπτοι θάνατοι εξαιτίας της χρόνιας δηλητηρίασης από τον αμίαντο, αλλά  η επιχείρηση του μετάλλου, εξακολουθούσε να λειτουργεί και ο μέτοχός της να ζητά  την ψήφο των αδικημένων.

          Αυτές τις ατέλειωτες ώρες τρόμου που περνούσε η πόλη, εξαιτίας της σκληρής βαναυσότητας που έδειχνε το εργοστασιακό κατεστημένο του υποψήφιου, εκδήλωνε με την αγωνία ζωγραφισμένη στα πρόσωπά της και μια μικρή ομάδα πολιτών, που με τις διαμαρτυρίες τους ξεπερνούσαν τα ανθρώπινα όρια αντοχής, αγγίζοντας εκείνα της υστερίας και του παροξυσμού. Αυτή η ομάδα που έμοιαζε σαν στραγγαλισμένη, στεκόταν στην άκρη της μικρής βρώμικης παρόδου που συναντούσε την πλατεία και διαδήλωνε ως εξής: Κρατούσαν ένα μεγάλο πανό  με ζωγραφισμένο στην επιφάνειά του ένα λαμπερό φίδι που σύροντας το σώμα του μέσα από μαραμένα και σάπια λουλούδια, καταβρόχθιζε ένα αγόρι, στέλνοντάς το  στα ανήλιαγα βασίλεια του Άδη. Από κάτω μια μεγάλη λίμνη από αίμα μέσα σε πυκνή ατμόσφαιρα καπνού και σίδερου εξακόντιζε στο γύρω ασθενές δάσος εντυπωσιακές σταγόνες κόκκινου αίματος, όπου τα αιωρούμενα σωματίδια μεταμορφωμένα σε θανατηφόρους ιούς αμιάντου, έσπερναν ανελέητα σε χιλιάδες τερατόμορφα ζώα το θάνατο.

          Το επόμενο βήμα διαμαρτυρίας αυτών των απελπισμένων ήταν πολύ ρηξικέλευθο και πονούσε σαν καρφί στο σώμα. Γύρω στα εφτά μέτρα πιο πέρα από το σημείο που μιλούσε ο υποψήφιος, άφησαν ένα σιδερένιο κλουβί που μέσα του είχαν φυλακίσει ένα ανθρώπινο σκιάχτρο. Ήθελαν έτσι μ’ αυτό τον τρόπο να θυμίσουν τα θύματα που γίνονταν αγνώριστα μετά την προσβολή τους από το μικρόβιο της βαστεοφίλου στίξης που οφειλόταν στην μόλυνσή τους από τον αμίαντο.

          << Ε, λοιπόν >>, είπε μετά από μια μικρή παύση ο υποψήφιος σαν είδε το σκιάχτρο με το κλουβί, μπροστά του, << θα σας πω τώρα για όλα εκείνα τα καλά που θα σας κάνω σαν πάρω το χρίσμα του δημάρχου  που αγνόησαν οι προηγούμενοι >>. Καθώς όμως μιλούσε κι αναφερόταν σε όλα αυτά τα υποτιθέμενα καλά που θα τους έκανε, ξαφνικά σημειώθηκε μια τρομερή αλλαγή στην όψη του, που, στη θέα της, οι παρευρισκόμενοι ακροατές ένιωσαν φρίκη που τους ανάγκασε να αποτραβηχτούν λίγα μέτρα πιο πίσω κι  έντρομοι να εκφραστούν με ακατάληπτα και κακόηχα επιφωνήματα.  Και τούτο γιατί είχε την όψη άρρωστου με  τα μάτια του γυρισμένα προς τα πάνω και τις κόρες του, ξεθωριασμένες κι ακίνητες. Το πρόσωπό του χλομό με σκούρες αποχρώσεις γύρω από τα χείλη και το μέτωπο λευκό σαν το χαρτί. Οι έντονες στρογγυλές κηλίδες που του αυλάκωναν τα μάγουλα και μεγάλωναν όσο περνούσε η ώρα, τον έκαναν αποκρουστικό και με τον ασυνήθιστο φόβο που απλωνόταν στην έκφρασή του, έδειχναν πως χρειαζόταν βοήθεια στην προσπάθειά του να κρατηθεί και να παραμείνει στη θέση του.

           Έτσι μέσα σε αυτή την παρατεταμένη αγωνία και μέσα στο θόρυβο από τις φωνές των ακροατών  που είχαν μεταβληθεί σ’ ένα συγκεχυμένο συνονθύλευμα ιεροεξεταστών, κάποιος είπε με χιούμορ : << Η περιφρόνησή του για το ανθρώπινο μαρτύριο τον έκανε έτσι! Μας μιλά με νεκρική έκφραση και μας λέει ψέματα. Τίποτα δε θα ακολουθήσει απ’ όσα λέει. Ιδού και η τιμωρία του για τα σκούρα παραπετάσματα που καλύπτουν την αλήθεια των λόγων του >>  και με μια πύρινη ματιά που τον κοίταξε  έδειξε το αβυσσαλέο μίσος του.

          Ο υποψήφιος ωστόσο έδειξε να συνέρχεται από αυτή την ασυνήθιστη νευρική μεταμόρφωση που οφειλόταν σε ψυχοσωματική διαταραχή και με μια ζωηρή τώρα και οξύθυμη συμπεριφορά, άρχισε να ξαναμιλά με ιδιαίτερη έμφαση και ζωντάνια, επιδιώκοντας να τους πείσει με τη διαρκή και ψεύτικη φαντασμαγορία των λόγων του. Πέντε λεπτά όμως αργότερα αυτό που είδε στη μικρή και στενή πάροδο που οδηγούσε στη συνοικία των εξαθλιωμένων πολιτών,  έκανε  το αίμα του να τρέξει σαν χείμαρρος στην καρδιά του και να χάσει για λίγο τις αισθήσεις του.

          Με πόδια σηκωμένα  εκεί, ένα ψοφίμι πεταμένο στην άκρη του καλντεριμιού, σκορπούσε τη δύσοσμη οσμή του που έβγαινε από τη σάπια κοιλιά του και τα αποσυνθεμένα μέλη του. Πολλές μέρες εκεί ξαπλωμένο νωχελικά και κυνικά μπρος από τα σπίτια και τα μάτια των ανθρώπων, αψηφούσε το κακό που τους έκανε και τους χάριζε αρρώστιες, λιγοθυμιές και θανατηφόρα μικρόβια. Ο   ήλιος   είχε  κάνει τούτο το ψοφίμι τόπο και φωλιά για τα φοβερά έντομα κι ερπετά που έτρεχαν στα λασπόνερά του να τυλιχθούν με τις κουρελιασμένες σάρκες του που ξεκόλλαγαν από το βρωμερό  κορμί του. Και κολλημένα πια στη σάπια του κοιλιά, μύγες, κουνούπια στρατιές των σκουληκιών και ιοβόλα μικρόβια, ανεβοκατέβαιναν σαν σπίθες φωτεινές στο στόμα του φουσκωμένου ψοφιμιού που  σκορπούσε τη φρίκη σε χιλιάδες γύρω του ζωές.

          << Θα πρέπει να σας πω, πως τούτο το απαίσιο ψοφίμι που τόσα δεινά σας κουβαλά, κι  ασάλευτο όλο βρώμα και θυμό την πόλη μας, τυλίγει, θα το αποτελειώσω μια και καλή σαν δήμαρχος, χριστώ ! >> τους είπε με παρακαλεστή φωνή που ακούστηκε άγρια και σφυριχτή σαν απρόσμενου αγέρα ριπή. << Έτσι που η πόλη καθαρή χωρίς τη σαπίλα τη φριχτή θα παραδοθεί στη μοίρα της με χάρη που τη θέλει αξιοπρεπή θυγατέρα προσφιλή της τελειότητας του κάλλους >> πρόσθεσε ενώ ένιωσε την καρδιά του να την τρώει κάποιο σκουλήκι βρωμερό, όμοιο μ’  εκείνο  του αποσυνθεμένου ψοφιμιού !

          Κανείς όμως απ’ αυτούς που τον άκουγαν δεν πήρε τα λόγια του σοβαρά και πολλοί μουρμούρισαν πως ξεστόμισε λόγια  υβριστικά κι άνοστα. Και καθώς ο αέρας έπνιγε την ατμόσφαιρα με την απαίσια οσμή του ψοφιμιού, πολλοί ήταν εκείνοι που σκέφτηκαν ν’  απαλλαγούν από την τρομοκρατία και των δυο, ομιλητή και ψοφιμιού και να φύγουν. Και το έκαναν με τη σκέψη τους πως ότι είπε και είδαν ήταν προάγγελοι κακών στην πόλη.

         

 

 

                                     

 

                                                = = = 

 

 

 

 

          Ε, λοιπόν, τα πράγματα γι’ αυτόν τον ονειροπόλο κι αφηρημένο άνθρωπο ήρθαν την επομένη των εκλογών όπως τα ήθελε. Εκλέχθηκε δήμαρχος παρά τον εκνευρισμό των πολιτών κι άρχισε με τα σημάδια της απληστίας και της αλαζονείας να εκφράζει την ταραγμένη του  ψυχή! Έτσι με το μάτι του γυρισμένο προς τα πάνω, τα βλέφαρά του να τρεμοπαίζουν σαν τρελά και την ακαμψία του προσώπου του να τον δείχνει ασθενή που ψυχομαχεί, διάβασε τα θέματα της συζήτησης στην πρώτη του κιόλας συνεδρίαση του δημοτικού συμβουλίου με εξασθενημένη φωνή και τους κάλεσε να δώσουν ιδιαίτερη σημασία στο επείγον θέμα << εκχώρηση άδειας λειτουργίας σε θυγατρική  της εταιρείας << ΑΜΙΣΩ >> στα νότια της πόλης για την παρασκευή ακετυλενίου και την εφαρμογή του στη βιομηχανία για την παραγωγή πλαστικών σωλήνων >>.

          Και με ύφος σουλτάνου μεγαλοπρεπή, συνέχισε με κυνικότητα κι αυταρχισμό :

          << Θα πάρουμε όλα τα αναγκαία μέτρα που θα προστατέψουν τους πολίτες, ώστε να μηδενίσουμε τις επιβλαβείς συνέπειες,       που τυχόν θα παρουσιάζονταν κατά το γνωστό στάδιο της πυρόλυσης. Κι όσο για τα εκρηκτικά μίγματα που θα χρειαστούν να αναφλεγούν για τη διατήρηση και δημιουργία της οξυακετυλενικής φλόγας κατά τη συγκόλληση μετάλλων και κοπής αυτών, να είσαστε σίγουροι πως πρώτα μας ενδιαφέρει η υγεία και η ασφάλεια των πολιτών μας και μετά η παρασκευή συνθετικών ελαστικών >>. Ωστόσο δεν μπόρεσε να κρύψει τη δυσαρέσκειά του για κάποιον της αντιπολίτευσης που όση ώρα μιλούσε, σήκωνε επίμονα το χέρι του και ζητούσε το λόγο να μιλήσει. Έτσι στο τέλος της μικρής του εισήγησης, του έδωσε το λόγο.

          Κι εκείνος αποκαλύπτοντας μια σκληρή  γλώσσα του είπε με ασυνήθιστη επιθετικότητα, που άφηνε έντονες στρογγυλές κηλίδες στα ρουφηγμένα του μάγουλα : << Το ψοφίμι είναι ακόμη εκεί, και, βρωμίζει  την πόλη με τις μύγες να βουίζουν μαζί με τις στρατιές των σκουληκιών στο φριχτό του σκέλεθρο. Κι όμως στα λόγια σου  τίποτα δεν ακούσαμε που να μας χαροποιεί πως θα απαλλαγούμε απ’  αυτό >>. Και ύστερα όλο θυμό σαν το ψοφίμι σκέφτηκε το απαίσιο να βρωμίζει το κορμί και την ψυχή της πόλης, του φώναξε με άγρια φωνή σαν ριπή ανέμου : << Είχες πει, πως σαν έπαιρνες την εκλογή το φριχτό τούτο σκέλεθρο της δυσοσμίας θα πετούσες ! Τώρα τι σε κάνει να μασάς τα λόγια σου και να το αρνείσαι ; >>

          Κάτω από την πίεση αυτής της μαρτυρίας ο δήμαρχος τον κοίταξε με οργή που σφηνώθηκε σαν τσεκούρι στο κρανίο του. Με τον ίδιο τρόπο κοίταξε και τους άλλους και τους είπε με μια χλομή λάμψη στα μάτια:  << Σας λέω, λοιπόν πως οι αισθήσεις και μνήμη μου είναι οξύτατες και πως θυμάμαι καλά τι είχα πει στην προεκλογική περίοδο, ατενίζοντας το ψοφίμι. Ωστόσο τίποτα δεν μπορώ να κάνω για να  διώξω το σάπιο σκέλεθρό του. Και τούτο γιατί το κονδύλι που χρειάζεται δε γλίτωσε από τον ανεμοστρόβιλο της διαφθοράς του προκατόχου μου. Όσο κι αυτό που θα σας πω είναι φριχτό, με σύνεση όμως το ομολογώ, πως η σαπίλα τούτη η θλιβερή, εδώ θα μείνει για πολύ, γιατί νέα δαπάνη δεν προβλέπει ο κώδικας του νέου προϋπολογισμού >>.

          << Το ψοφίμι σκορπίζει θανατηφόρους ιούς. Ένα αγόρι νοσηλεύεται στην εντατική και οι γιατροί το έχουν ξεγράψει. Τρεις μέρες το βλέμμα του είναι άκαμπτο και το κορμί του παγωμένο. Κι εσύ συνεχίζεις το απαίσιο τραγούδι των λόγων σου! Ντροπή σου! >> του είπε με πνιγμένη φωνή ο ίδιος άνθρωπος δείχνοντας οργισμένος.

          Ο δήμαρχος τον άκουσε αλλά δεν έδειξε να πονάει. Πάντα όταν επρόκειτο να κάνει κάποια ποταπή ή ανόητη πράξη, γυρνούσε στα ερείπια της αποσυνθεμένης ψυχής του και ζητούσε να βρει κάποιο ελάχιστο έλεος. Αλλά ποτέ δεν το έβρισκε.  Έτσι και τώρα με μια θηλιά γύρω από το λαιμό του από την έλλειψη αισθημάτων, ζήτησε να διακοπεί η συνεδρίαση για προσωπικούς λόγους και να συνεχιστεί στο εγγύς μέλλον σε ημερομηνία που θα οριζόταν από τον ίδιο. Κι αυτός γλιστρώντας από την πίσω πόρτα της αίθουσας, μπήκε στην πολυτελή λιμουζίνα του και με την εύνοια της δύναμης που τον περιέβαλε η ισχύς της θέσης του, ετοιμάστηκε να τραβήξει για το παραθαλάσσιο παλάτι του, στα δυτικά της πόλης.

          Δυστυχώς όμως γι’ αυτόν τα πράγματα δεν του ήρθαν όπως τα περίμενε. 

          Και τούτο γιατί είδε με φρίκη στο μπαμπρίζ του αυτοκινήτου του ένα τρομερό ακέφαλο ψοφίμι, με σάπια κοιλιά, στρογγυλή με ρίγες μαύρες και χρώματα μουντά, να του γραπώνει θαρρείς το σώμα του και την ψυχή, θέλοντας να τον τινάξει πέρα μακριά σαν ένα βαρύ σάκο γεμάτο από σκουπίδια . Κι αυτός τότε αηδιάζοντας από τη θέα της σάπιας σάρκας που τον απειλούσε θανάσιμα, το’ βαλε στα πόδια κι έντρομος, χαμένος στον παραλογισμό του χάους και της ύπνωσης, άρχισε να τρέχει στους έρημους δρόμους της πόλης, συρρικνωμένος και θρυμματισμένος σαν το σάπιο ψοφίμι της, που δεν τον άφηνε ήσυχο ούτε στιγμή, αφού η κραυγή του που του τρυπούσε τ’ αυτιά κι έλεγε << νεκρός ! νεκρός ! >> του επεσήμανε την τρομερή θανατική καταδίκη του!

          ellinikoxronografima.blogspot.gr

 

 

 

 

 

 

 

         

 

 

Παρασκευή 24 Ιουλίου 2026

 

                        Διήγημα

 

                                            Το ποτάμι  

 


                                       Παναγιώτη   Αντωνόπουλου

 

             Μέρες τώρα οι άνθρωποι του κάμπου  ανέβαιναν σ’ ένα βραχάκι στην όχθη του ποταμού και κοίταζαν το νερό, που κυλούσε στην κοίτη του  σαν τεράστιο μαύρο φίδι, αφήνοντας πίσω του, όχι το τραγούδι του κελαρύσματος  αλλά ένα τραυλό ψέλλισμα σαν επιθανάτιο ρόγχο. Κι όσο το κοίταζαν τούτο το αφύσικο κι ατέλειωτο κινούμενο τέρας ν’ αγκαλιάζει και να σκοτώνει  με τα βρώμικα πλοκάμια του κάθε έμψυχο στολίδι της φύσης, τόσο ο πόνος που τους είχε καθίσει στο στήθος σαν αχινός, μεγάλωνε και τους τρυπούσε την καρδιά, κάνοντάς τη να ματώνει και να κτυπά άρρυθμα και τρελά.

          Η  συμφορά ήταν μεγάλη και η απογραφή των όσων κακών έβλεπαν να συμβαίνουν, τραγική και ρεαλιστική. Ο θάνατος κοινός και στη χλωρίδα και στην πανίδα, θέριζε και σκορπούσε νεκρή τριγύρω του κάθε πνοή ζωής, αχόρταγα, αλόγιστα και με το πιο άγριο ένστιχτο του πλέον ειδεχθή κακούργου.

          Χορτάρια, αγριολούλουδα, καλάμια, σπάρτα, αγκάθια, κάρδαμα, ιτιές και λυγαριές, άρρωστα και μολυσμένα, αργοπέθαιναν στις όχθες, αφήνοντας πάνω στη μαύρη λάσπη που κυλούσε στις ρίζες τους, το παράπονο της διαμαρτυρίας τους μ’ ένα άψυχο θρόισμα που ήταν για πολλά και το τελευταίο τους επιθανάτιο τραγούδι. Κάμποσα αιωνόβια πλατάνια με τους γιγάντιους κορμούς τους λερωμένους από το μαύρο ζουμί του θανάτου που κυλούσε με βαρβαρότητα στις ρίζες τους, αντιστέκονταν όσο μπορούσαν σ’ αυτό το βούρκο, απλώνοντας που και που τα γυμνά κλαδιά τους να του σταματήσουν την ορμή, αλλά δεν το κατόρθωναν γιατί ο ιός του θανάτου που κουβαλούσε μέσα του τα αποδυνάμωνε και τα καθιστούσε  άρρωστα και αδύναμα.

          Έτσι ξεραμένα μέρα με τη μέρα αποσαθρώνονταν γρήγορα και σάπιζαν, ώσπου  η νεκρή τους όψη εκτόπιζε κάθε ομορφιά και χάρη εκεί που άλλοτε η ηδονή της θέας του μέρους αυτού ήταν εξαίσια και μοναδική. Και οι άγριες συκιές που θεωρούνται ανθεκτικές και μείζονος αντοχής σε τέτοιου είδους μολύνσεις, είχαν υποκύψει στη φοβερή αυτή πληγή που τις είχε βρει χωρίς ιδιαίτερη αντίσταση. Όσα μέρη των κλαδιών τους δεν ήταν ακόμη ξεραμένα, είχαν πετάξει κάτι εξογκώματα χοντρά σαν χαλασμένα μάτια, που έσταζαν συνέχεια άσπρο υγρό σαν πύο πληγής που είναι μολυσμένη και κακοφορμισμένη.

          Η ίδια όμως θανατερή κατάσταση, επικρατούσε και στην πανίδα του ποταμού. Ψάρια, καβούρια, βάτραχοι, χελώνες, σαλιγκάρια, πεταλούδες, μυρμήγκια, σκουλήκια, σκαθάρια και κάθε λογής  μικροοργανισμοί, βρίσκονταν νεκροί στη μαύρη και ξερή λάσπη που είχε ξεβραστεί στις όχθες του ποταμού και φάνταζαν μέσα στη βρώμα που έβγαζαν τα σάπια σώματά τους σαν σκουριασμένα μικρά τενεκεδάκια, γεμάτα ιζήματα και σκουπίδια. Και σα να μην έφτανε αυτός  ο βρώμικος πηλός που απλωνόταν μέχρι εκεί που έφτανε το μάτι σου, να δώσει το μέγεθος της καταστροφής, έρχονταν τώρα και τα ψόφια ζώα του δάσους που μολύνονταν από το νερό του ποταμού που  έπιναν, να προσθέσουν με το δικό τους τρόπο την ολοκληρωτική καταστροφή και στο βασίλειο των ζώων.

          Λαγοί, αλεπούδες, σκίουροι, κουνάβια, πουλιά και κάθε άλλα λογής - λογής ζώα του δάσους, ήταν σκορπισμένα ανάμεσα στα ξερά φυλλώματα με τα τυμπανισμένα σώματά τους.  Μύριζαν άσχημα και τ’ ακρωτηριασμένα και αποσυνθεμένα μέλη τους, κεφάλια, πόδια, έντερα και ουρές  προσφέρονταν τροφή στα σκουλήκια, στους γύπες και στα κοράκια, που είχαν στρωθεί για τα καλά πάνω απ’ το νεκροταφείο τούτο των βρώμικων σαρκών κι έτρωγαν με την ψυχή τους!

          Κι εκεί που μέχρι χθες άκουγες το κελάηδημα των πουλιών κι έβλεπες το χαρούμενο πέταγμα της αγριόχηνας, της χαλκόκοτας, του ασημόγλαρου, του ποταμόγλαρου και του τσαλαπετεινού, τώρα βασίλευε του τάφου η σιωπή και η φοβέρα κάποιου ακαθόριστου και τρομακτικού εχθρού. Ενός εχθρού που είχε νεκρώσει το σώμα του ποταμού από τη φοβερή αρρώστια του που κουβαλούσε στα σπλάχνα του, αλλά  και την ακτή της θάλασσας που χύνονταν τα νερά του και τα είχε γεμίσει με κοπάδια από ψόφια ψάρια, αλκυόνες και γλάρους.

          Βλέποντας τούτες τις φριχτές εικόνες της κόλασης μπρος τους οι άνθρωποι του κάμπου θυμήθηκαν τις παλιές καλές μέρες του ποταμού κι άρχισαν να τις ξεδιπλώνουν. Πριν από τον πόλεμο, ο παππούς του αγρότη  Καστρινού   είχε ψηλά, κοντά στους πρόποδες του βουνού, το πριονιστήριο. Ένα μικρό πέτρινο χτίριο με τη σκεπή του στεριωμένη με ξυλοδεσιά να στηρίζεται σε τέσσερις χοντρούς ξύλινους πασσάλους που με το πριόνι μέσα του να σχίζει με δυνατό θόρυβο μεγάλους και χοντρούς κορμούς δέντρων. Μετά τον πόλεμο ήρθε η σειρά του πατέρα του να δέσει τη ζωή του με το ποτάμι. Διορίστηκε υδροφύλακας και είχε την ευθύνη να διαχειρίζεται σωστά το νερό του ποταμού και να το κατανέμει με δικαιοπραξία στους ενδιαφερομένους καλλιεργητές που το χρησιμοποιούσαν για να ποτίζουν τα χωράφια τους. Και πριν από χρόνια ήταν ο ίδιος ο γιος Καστρινός που ένωσε την ψυχή του με το ποτάμι, γιατί έπρεπε να κερδίσει το ψωμί του και να ζήσει με αξιοπρέπεια. Έτσι αναγκάστηκε να θέσει πάλι σε λειτουργία ένα νερόμυλο που είχε εγκαταλειφθεί από τον ιδιοκτήτη του και ν’ αλέθει νυχτοήμερα, φορτώματα με σιτάρι και σίκαλη.

          Με τον καιρό γέρασε, το νερό λιγόστεψε, το ποτάμι μολύνθηκε κι αυτός σταμάτησε το μύλο και αποσύρθηκε στο αγροτόσπιτό του στον Αγρίλη. Εκεί ζούσε συντροφιά με τα ζώα και τα δέντρα του κήπου του, δεμένος  με τη φύση και τις ομορφιές της. Γι’ αυτό  τώρα ανεβασμένος πάνω στο βράχο  με τους ανθρώπους του κάμπου κοιτούσε το ποτάμι και θλιβόταν αφάνταστα για το κακό που έβλεπε να κυλάει στην κοίτη του. Έτσι με τον πόνο να φωλιάζει μέσα του για την πλήρη καταστροφή που έβλεπε ν’ απλώνεται γύρω του, έφυγε εξουσιοδοτημένος πηγαίνοντας να συναντήσει το δήμαρχο της περιοχής και να του καταγγείλει τη συμφορά.

          --- Τι τα θες τώρα και τα σκαλίζεις, Καστρινέ! Άφησέ τα όπως είναι και μη νοιάζεσαι για τίποτα! του είπε με κυνικότητα εκείνος και του ‘δειξε την περιφρόνησή του. Όλα τα ποτάμια του κόσμου έτσι είναι σήμερα, βρώμικα και μολυσμένα! Εμείς θα τα καθαρίσουμε;

          Και τότε ο Καστρινός του απάντησε με θλιμμένο ύφος, γεμάτο οργή:

          --- Το ποτάμι, δήμαρχε στο ξαναλέω, μεταμορφώθηκε από άγγελος πνοής που ήταν σε διάβολο θανάτου! Πολλές φορές όταν το κοιτάζω ανεβασμένος στο βράχο, το βλέπω να παίρνει διάφορες μορφές και να γίνεται πότε ένας πελώριος δράκοντας που ρουφάει το αίμα στα ζώα και πότε ένα πολυκέφαλο φίδι σαν τη Λερναία Ύδρα ν’ αγκαλιάζει θανατηφόρα ό,τι περνάει στην κοίτη του και να το κάνει ένα σωρό κόκαλα και λιωμένες σάρκες.  Φαίνεται από ό,τι είδα, σε λίγο κάθε ίχνος ζωής θα σταματήσει και τα υπάρχοντα ζώα, πριν εξαφανιστούν, θα μεταλλαχτούν σε τερατόμορφα όντα που θα θυμίζουν εξωγήινες εικόνες φρίκη της φύσης. Και δε θα φοβηθώ να εξομολογηθώ πως είδα βατράχους με θεόρατα πόδια, νερόφιδα χοντρά σαν παλούκια και χελώνες με ανίατες πληγές στα εμφανή τους μέρη. Και σαν πιστέψω τις φήμες που κυκλοφορούν σε λίγο από το ποτάμι θα ξεπηδήσουν οι δέκα πληγές του Φαραώ που θα μας καταστρέψουν!

          --- Δε λες τίποτα καινούργιο! του απάντησε πάλι ο δήμαρχος και στηρίχτηκε στα κάγκελα της εξώπορτας. Η μόλυνση είναι αναγκαίο κακό της τεχνολογικής εξέλιξης και δεν μπορούμε να την αποφύγουμε. Φαίνεται πως έχει αδέρφια, τους παγετώνες, τις μεγάλες θερμοκρασίες, τους τυφώνες, τους σεισμούς, τις ξηρασίας         και όλα τα καταστροφικά πλανητικά σύνδρομα που τόσα δεινά προκαλούν στους ανθρώπους!

          Γέλασε  και του είπε με σαρκασμό:

          --- Τα λες αυτά και θαρρώ πως δεν τα πιστεύεις, δήμαρχε! Ξέρεις τι συμβαίνει και το ποτάμι είναι μολυσμένο, αλλά δεν το λες!

          Έριξε το κεφάλι εκείνος κάτω και του ψιθύρισε μ’ ένα τρέμουλο στη φωνή του:

          --- Τα συμφέροντα! Αυτά ευθύνονται για τη μόλυνσή του, θες να πεις! Αυτά κάνουν το νερό του βρώμικο και ρυπαρό να σκορπά το θάνατο! Το ξέρω!

          --- Αλλά δεν κάνεις τίποτα για να το προστατέψεις! του ψέλλισε   δείχνοντας το άδολο ύφος του.

          --- Να τα βάλλω, θες, με τους  ισχυρούς; τον ρώτησε εκείνος και συνέχισε:  Μπορώ; Τα λύματα θα χύνονται στο ποτάμι όσο κι αν φαίνεται επικίνδυνο για μας κι ασήμαντο γι’ αυτούς! Το κέρδος βλέπεις τους ενθαρρύνει  να βιάζουν  περιβάλλον και φύση.

          Κι αφού  τον σκούντησε στον ώμο με φιλική διάθεση πρόσθεσε με κάποια προσποιητή μελαγχολία στα μάτια:

          --- Πάμε τώρα στις δουλειές μας κι ας αφήσουμε το ποτάμι να κυλάει ήσυχα!

 

 

 

                                        = = =

 

 

 

          Όλη αυτή η συζήτηση έγινε την άνοιξη.  Ώσπου ήρθε ο Αύγουστος με μια ζέστη ανυπόφορη και μια άπνοια θανατερή. Το νερό στο ποτάμι λιγόστεψε ακόμη πιο πολύ, η μόλυνσή του συνεχιζόταν και η παραγωγή των κηπευτικών μειωνόταν αισθητά. Σαν να μην έφταναν  αυτά ήρθε και η φήμη πως κάποια γεροντάκια ένιωσαν δυσφορία στο στομάχι κι επισκέφτηκαν το νοσοκομείο για τις απαραίτητες εξετάσεις. Και πως οι γιατροί διέγνωσαν έναν μολυσματικό ιό στο αίμα τους που οφειλόταν στη μόλυνση του νερού που διοχετευόταν στον οργανισμό τους μέσω των φυτών και των καρπών που κατανάλωναν!

          Όλοι άρχισαν να ανησυχούν και να συζητούν με ακατάσχετη παραφιλολογία το θέμα αυτό που τους τρόμαζε. Πολλοί μιλούσαν για θανάτους που είχαν γίνει στο παρελθόν εξαιτίας του μολυσμένου νερού, άλλοι για τους παράλυτους που είχε αφήσει και κάποιοι για επικείμενες τερατογεννήσεις. Μέρα με τη μέρα ο πανικός κι ο φόβος μεγάλωνε ανάμεσα στους ανθρώπους και η υστερία μπήκε για τα καλά με την καθημερινότητα στα σπίτια τους.

          Κι όταν πραγματικά ήρθε ο θάνατος, όλοι παραλήρησαν! Η είδηση, πως ένας μεσήλικας πέθανε στο νοσοκομείο, έπεσε σαν κεραυνός στα κεφάλια των ανθρώπων που απεγνωσμένα ζητούσαν από τις αρχές να τους προστατέψει από μια επικείμενη θανατηφόρα επιδημία.

          Η αγωνία τους μεγάλωνε σαν πληροφορήθηκαν από τους συγγενείς του νεκρού, το φριχτό τρόπο με τον οποίο πέθανε. Τον έπιασε, έλεγαν, στην αρχή ένας δυνατός πόνος στο στομάχι κι αφού τον παρέλυσε κυριολεκτικά, τον άφησε ύστερα από ώρα για να συνεχίσει αμέσως μετά ένα ασταμάτητο τρεμούλιασμα σε ολόκληρο το σώμα του, που το ‘κανε να τρέμει από δυνατούς σπασμούς. Κι αφού ο  άρρωστος μέσα σ’ ένα παραλήρημα ασυνειδησίας και παραισθήσεων κατέρρεε, γούρλωσε ύστερα τα μάτια και εξαντλημένος για πολλή ώρα από ένα έντονο και ακατάσχετο βήχα, έπεσε σε κώμα, περιμένοντας προφανώς το τέλος του, που δε θα αργούσε πράγμα που το επιβεβαίωνε κι ένας  αδύνατος ρόγχος που εμφανίστηκε και τον ενοχλούσε επίμονα με τη συνεχή παρουσία του.

           Ύστερα από όλη αυτή τη σκληρή δοκιμασία που περνούσε ο άρρωστος, εξαντλήθηκε τόσο που έμεινε ακίνητος με μόνο ζωντανό σημάδι στο κάτωχρο πρόσωπό του, μια αφρισμένη κρούστα σάλιου και κίτρινου υγρού γύρω απ’ τα  πρησμένα χείλη του. Κι αφού όλη αυτή η φριχτή κατάσταση κράτησε κοντά στις δυο ώρες, στο τέλος πέθανε.

          Μ’ αυτό τον τρόπο λοιπόν που περιγράψαμε πέθαναν πολλοί, όπως διαδόθηκε, που είχαν προσβληθεί από τον ιό του ποταμού. Ο αριθμός τους δεν είναι δυνατόν να εξακριβωθεί, η σύγχυση και ο πανικός που επικρατούσε τόσο στις αρχές όσο και στους κατοίκους της περιοχής αγνόησε τα στοιχεία.

          Τα κανάλια και οι εφημερίδες μιλούσαν για ογδόντα και παραπάνω θύματα από τα οποία, ευτυχώς τα παιδιά ήταν ελάχιστα. Προς το τέλος του Αυγούστου τα κακό περιορίστηκε, αλλά η φήμη μιλούσε για πρόσκαιρη εξασθένηση του ιού, που πάλι θα ξαναφούντωνε.

          Οι ανησυχίες και οι φόβοι κορυφώθηκαν, όλοι  μιλούσαν για   εκδίκηση του ποταμού που ήρθε σαν πληγή να τους τιμωρήσει για το κακό που του ‘καναν, και, για ανταμοιβή του έστειλε  τον ανελέητο ιό του.  

          ellinikoxronografima.blogspot.gr   panant1947@gmail.com

         

                   

 

 

 

 

 

 

                                                                                                                                               

 

                        Διήγημα

 

                                            Το ποτάμι   


 

                                       Παναγιώτη   Αντωνόπουλου

 

             Μέρες τώρα οι άνθρωποι του κάμπου  ανέβαιναν σ’ ένα βραχάκι στην όχθη του ποταμού και κοίταζαν το νερό, που κυλούσε στην κοίτη του  σαν τεράστιο μαύρο φίδι, αφήνοντας πίσω του, όχι το τραγούδι του κελαρύσματος  αλλά ένα τραυλό ψέλλισμα σαν επιθανάτιο ρόγχο. Κι όσο το κοίταζαν τούτο το αφύσικο κι ατέλειωτο κινούμενο τέρας ν’ αγκαλιάζει και να σκοτώνει  με τα βρώμικα πλοκάμια του κάθε έμψυχο στολίδι της φύσης, τόσο ο πόνος που τους είχε καθίσει στο στήθος σαν αχινός, μεγάλωνε και τους τρυπούσε την καρδιά, κάνοντάς τη να ματώνει και να κτυπά άρρυθμα και τρελά.

          Η  συμφορά ήταν μεγάλη και η απογραφή των όσων κακών έβλεπαν να συμβαίνουν, τραγική και ρεαλιστική. Ο θάνατος κοινός και στη χλωρίδα και στην πανίδα, θέριζε και σκορπούσε νεκρή τριγύρω του κάθε πνοή ζωής, αχόρταγα, αλόγιστα και με το πιο άγριο ένστιχτο του πλέον ειδεχθή κακούργου.

          Χορτάρια, αγριολούλουδα, καλάμια, σπάρτα, αγκάθια, κάρδαμα, ιτιές και λυγαριές, άρρωστα και μολυσμένα, αργοπέθαιναν στις όχθες, αφήνοντας πάνω στη μαύρη λάσπη που κυλούσε στις ρίζες τους, το παράπονο της διαμαρτυρίας τους μ’ ένα άψυχο θρόισμα που ήταν για πολλά και το τελευταίο τους επιθανάτιο τραγούδι. Κάμποσα αιωνόβια πλατάνια με τους γιγάντιους κορμούς τους λερωμένους από το μαύρο ζουμί του θανάτου που κυλούσε με βαρβαρότητα στις ρίζες τους, αντιστέκονταν όσο μπορούσαν σ’ αυτό το βούρκο, απλώνοντας που και που τα γυμνά κλαδιά τους να του σταματήσουν την ορμή, αλλά δεν το κατόρθωναν γιατί ο ιός του θανάτου που κουβαλούσε μέσα του τα αποδυνάμωνε και τα καθιστούσε  άρρωστα και αδύναμα.

          Έτσι ξεραμένα μέρα με τη μέρα αποσαθρώνονταν γρήγορα και σάπιζαν, ώσπου  η νεκρή τους όψη εκτόπιζε κάθε ομορφιά και χάρη εκεί που άλλοτε η ηδονή της θέας του μέρους αυτού ήταν εξαίσια και μοναδική. Και οι άγριες συκιές που θεωρούνται ανθεκτικές και μείζονος αντοχής σε τέτοιου είδους μολύνσεις, είχαν υποκύψει στη φοβερή αυτή πληγή που τις είχε βρει χωρίς ιδιαίτερη αντίσταση. Όσα μέρη των κλαδιών τους δεν ήταν ακόμη ξεραμένα, είχαν πετάξει κάτι εξογκώματα χοντρά σαν χαλασμένα μάτια, που έσταζαν συνέχεια άσπρο υγρό σαν πύο πληγής που είναι μολυσμένη και κακοφορμισμένη.

          Η ίδια όμως θανατερή κατάσταση, επικρατούσε και στην πανίδα του ποταμού. Ψάρια, καβούρια, βάτραχοι, χελώνες, σαλιγκάρια, πεταλούδες, μυρμήγκια, σκουλήκια, σκαθάρια και κάθε λογής  μικροοργανισμοί, βρίσκονταν νεκροί στη μαύρη και ξερή λάσπη που είχε ξεβραστεί στις όχθες του ποταμού και φάνταζαν μέσα στη βρώμα που έβγαζαν τα σάπια σώματά τους σαν σκουριασμένα μικρά τενεκεδάκια, γεμάτα ιζήματα και σκουπίδια. Και σα να μην έφτανε αυτός  ο βρώμικος πηλός που απλωνόταν μέχρι εκεί που έφτανε το μάτι σου, να δώσει το μέγεθος της καταστροφής, έρχονταν τώρα και τα ψόφια ζώα του δάσους που μολύνονταν από το νερό του ποταμού που  έπιναν, να προσθέσουν με το δικό τους τρόπο την ολοκληρωτική καταστροφή και στο βασίλειο των ζώων.

          Λαγοί, αλεπούδες, σκίουροι, κουνάβια, πουλιά και κάθε άλλα λογής - λογής ζώα του δάσους, ήταν σκορπισμένα ανάμεσα στα ξερά φυλλώματα με τα τυμπανισμένα σώματά τους.  Μύριζαν άσχημα και τ’ ακρωτηριασμένα και αποσυνθεμένα μέλη τους, κεφάλια, πόδια, έντερα και ουρές  προσφέρονταν τροφή στα σκουλήκια, στους γύπες και στα κοράκια, που είχαν στρωθεί για τα καλά πάνω απ’ το νεκροταφείο τούτο των βρώμικων σαρκών κι έτρωγαν με την ψυχή τους!

          Κι εκεί που μέχρι χθες άκουγες το κελάηδημα των πουλιών κι έβλεπες το χαρούμενο πέταγμα της αγριόχηνας, της χαλκόκοτας, του ασημόγλαρου, του ποταμόγλαρου και του τσαλαπετεινού, τώρα βασίλευε του τάφου η σιωπή και η φοβέρα κάποιου ακαθόριστου και τρομακτικού εχθρού. Ενός εχθρού που είχε νεκρώσει το σώμα του ποταμού από τη φοβερή αρρώστια του που κουβαλούσε στα σπλάχνα του, αλλά  και την ακτή της θάλασσας που χύνονταν τα νερά του και τα είχε γεμίσει με κοπάδια από ψόφια ψάρια, αλκυόνες και γλάρους.

          Βλέποντας τούτες τις φριχτές εικόνες της κόλασης μπρος τους οι άνθρωποι του κάμπου θυμήθηκαν τις παλιές καλές μέρες του ποταμού κι άρχισαν να τις ξεδιπλώνουν. Πριν από τον πόλεμο, ο παππούς του αγρότη  Καστρινού   είχε ψηλά, κοντά στους πρόποδες του βουνού, το πριονιστήριο. Ένα μικρό πέτρινο χτίριο με τη σκεπή του στεριωμένη με ξυλοδεσιά να στηρίζεται σε τέσσερις χοντρούς ξύλινους πασσάλους που με το πριόνι μέσα του να σχίζει με δυνατό θόρυβο μεγάλους και χοντρούς κορμούς δέντρων. Μετά τον πόλεμο ήρθε η σειρά του πατέρα του να δέσει τη ζωή του με το ποτάμι. Διορίστηκε υδροφύλακας και είχε την ευθύνη να διαχειρίζεται σωστά το νερό του ποταμού και να το κατανέμει με δικαιοπραξία στους ενδιαφερομένους καλλιεργητές που το χρησιμοποιούσαν για να ποτίζουν τα χωράφια τους. Και πριν από χρόνια ήταν ο ίδιος ο γιος Καστρινός που ένωσε την ψυχή του με το ποτάμι, γιατί έπρεπε να κερδίσει το ψωμί του και να ζήσει με αξιοπρέπεια. Έτσι αναγκάστηκε να θέσει πάλι σε λειτουργία ένα νερόμυλο που είχε εγκαταλειφθεί από τον ιδιοκτήτη του και ν’ αλέθει νυχτοήμερα, φορτώματα με σιτάρι και σίκαλη.

          Με τον καιρό γέρασε, το νερό λιγόστεψε, το ποτάμι μολύνθηκε κι αυτός σταμάτησε το μύλο και αποσύρθηκε στο αγροτόσπιτό του στον Αγρίλη. Εκεί ζούσε συντροφιά με τα ζώα και τα δέντρα του κήπου του, δεμένος  με τη φύση και τις ομορφιές της. Γι’ αυτό  τώρα ανεβασμένος πάνω στο βράχο  με τους ανθρώπους του κάμπου κοιτούσε το ποτάμι και θλιβόταν αφάνταστα για το κακό που έβλεπε να κυλάει στην κοίτη του. Έτσι με τον πόνο να φωλιάζει μέσα του για την πλήρη καταστροφή που έβλεπε ν’ απλώνεται γύρω του, έφυγε εξουσιοδοτημένος πηγαίνοντας να συναντήσει το δήμαρχο της περιοχής και να του καταγγείλει τη συμφορά.

          --- Τι τα θες τώρα και τα σκαλίζεις, Καστρινέ! Άφησέ τα όπως είναι και μη νοιάζεσαι για τίποτα! του είπε με κυνικότητα εκείνος και του ‘δειξε την περιφρόνησή του. Όλα τα ποτάμια του κόσμου έτσι είναι σήμερα, βρώμικα και μολυσμένα! Εμείς θα τα καθαρίσουμε;

          Και τότε ο Καστρινός του απάντησε με θλιμμένο ύφος, γεμάτο οργή:

          --- Το ποτάμι, δήμαρχε στο ξαναλέω, μεταμορφώθηκε από άγγελος πνοής που ήταν σε διάβολο θανάτου! Πολλές φορές όταν το κοιτάζω ανεβασμένος στο βράχο, το βλέπω να παίρνει διάφορες μορφές και να γίνεται πότε ένας πελώριος δράκοντας που ρουφάει το αίμα στα ζώα και πότε ένα πολυκέφαλο φίδι σαν τη Λερναία Ύδρα ν’ αγκαλιάζει θανατηφόρα ό,τι περνάει στην κοίτη του και να το κάνει ένα σωρό κόκαλα και λιωμένες σάρκες.  Φαίνεται από ό,τι είδα, σε λίγο κάθε ίχνος ζωής θα σταματήσει και τα υπάρχοντα ζώα, πριν εξαφανιστούν, θα μεταλλαχτούν σε τερατόμορφα όντα που θα θυμίζουν εξωγήινες εικόνες φρίκη της φύσης. Και δε θα φοβηθώ να εξομολογηθώ πως είδα βατράχους με θεόρατα πόδια, νερόφιδα χοντρά σαν παλούκια και χελώνες με ανίατες πληγές στα εμφανή τους μέρη. Και σαν πιστέψω τις φήμες που κυκλοφορούν σε λίγο από το ποτάμι θα ξεπηδήσουν οι δέκα πληγές του Φαραώ που θα μας καταστρέψουν!

          --- Δε λες τίποτα καινούργιο! του απάντησε πάλι ο δήμαρχος και στηρίχτηκε στα κάγκελα της εξώπορτας. Η μόλυνση είναι αναγκαίο κακό της τεχνολογικής εξέλιξης και δεν μπορούμε να την αποφύγουμε. Φαίνεται πως έχει αδέρφια, τους παγετώνες, τις μεγάλες θερμοκρασίες, τους τυφώνες, τους σεισμούς, τις ξηρασίας         και όλα τα καταστροφικά πλανητικά σύνδρομα που τόσα δεινά προκαλούν στους ανθρώπους!

          Γέλασε  και του είπε με σαρκασμό:

          --- Τα λες αυτά και θαρρώ πως δεν τα πιστεύεις, δήμαρχε! Ξέρεις τι συμβαίνει και το ποτάμι είναι μολυσμένο, αλλά δεν το λες!

          Έριξε το κεφάλι εκείνος κάτω και του ψιθύρισε μ’ ένα τρέμουλο στη φωνή του:

          --- Τα συμφέροντα! Αυτά ευθύνονται για τη μόλυνσή του, θες να πεις! Αυτά κάνουν το νερό του βρώμικο και ρυπαρό να σκορπά το θάνατο! Το ξέρω!

          --- Αλλά δεν κάνεις τίποτα για να το προστατέψεις! του ψέλλισε   δείχνοντας το άδολο ύφος του.

          --- Να τα βάλλω, θες, με τους  ισχυρούς; τον ρώτησε εκείνος και συνέχισε:  Μπορώ; Τα λύματα θα χύνονται στο ποτάμι όσο κι αν φαίνεται επικίνδυνο για μας κι ασήμαντο γι’ αυτούς! Το κέρδος βλέπεις τους ενθαρρύνει  να βιάζουν  περιβάλλον και φύση.

          Κι αφού  τον σκούντησε στον ώμο με φιλική διάθεση πρόσθεσε με κάποια προσποιητή μελαγχολία στα μάτια:

          --- Πάμε τώρα στις δουλειές μας κι ας αφήσουμε το ποτάμι να κυλάει ήσυχα!

 

 

 

                                        = = =

 

 

 

          Όλη αυτή η συζήτηση έγινε την άνοιξη.  Ώσπου ήρθε ο Αύγουστος με μια ζέστη ανυπόφορη και μια άπνοια θανατερή. Το νερό στο ποτάμι λιγόστεψε ακόμη πιο πολύ, η μόλυνσή του συνεχιζόταν και η παραγωγή των κηπευτικών μειωνόταν αισθητά. Σαν να μην έφταναν  αυτά ήρθε και η φήμη πως κάποια γεροντάκια ένιωσαν δυσφορία στο στομάχι κι επισκέφτηκαν το νοσοκομείο για τις απαραίτητες εξετάσεις. Και πως οι γιατροί διέγνωσαν έναν μολυσματικό ιό στο αίμα τους που οφειλόταν στη μόλυνση του νερού που διοχετευόταν στον οργανισμό τους μέσω των φυτών και των καρπών που κατανάλωναν!

          Όλοι άρχισαν να ανησυχούν και να συζητούν με ακατάσχετη παραφιλολογία το θέμα αυτό που τους τρόμαζε. Πολλοί μιλούσαν για θανάτους που είχαν γίνει στο παρελθόν εξαιτίας του μολυσμένου νερού, άλλοι για τους παράλυτους που είχε αφήσει και κάποιοι για επικείμενες τερατογεννήσεις. Μέρα με τη μέρα ο πανικός κι ο φόβος μεγάλωνε ανάμεσα στους ανθρώπους και η υστερία μπήκε για τα καλά με την καθημερινότητα στα σπίτια τους.

          Κι όταν πραγματικά ήρθε ο θάνατος, όλοι παραλήρησαν! Η είδηση, πως ένας μεσήλικας πέθανε στο νοσοκομείο, έπεσε σαν κεραυνός στα κεφάλια των ανθρώπων που απεγνωσμένα ζητούσαν από τις αρχές να τους προστατέψει από μια επικείμενη θανατηφόρα επιδημία.

          Η αγωνία τους μεγάλωνε σαν πληροφορήθηκαν από τους συγγενείς του νεκρού, το φριχτό τρόπο με τον οποίο πέθανε. Τον έπιασε, έλεγαν, στην αρχή ένας δυνατός πόνος στο στομάχι κι αφού τον παρέλυσε κυριολεκτικά, τον άφησε ύστερα από ώρα για να συνεχίσει αμέσως μετά ένα ασταμάτητο τρεμούλιασμα σε ολόκληρο το σώμα του, που το ‘κανε να τρέμει από δυνατούς σπασμούς. Κι αφού ο  άρρωστος μέσα σ’ ένα παραλήρημα ασυνειδησίας και παραισθήσεων κατέρρεε, γούρλωσε ύστερα τα μάτια και εξαντλημένος για πολλή ώρα από ένα έντονο και ακατάσχετο βήχα, έπεσε σε κώμα, περιμένοντας προφανώς το τέλος του, που δε θα αργούσε πράγμα που το επιβεβαίωνε κι ένας  αδύνατος ρόγχος που εμφανίστηκε και τον ενοχλούσε επίμονα με τη συνεχή παρουσία του.

           Ύστερα από όλη αυτή τη σκληρή δοκιμασία που περνούσε ο άρρωστος, εξαντλήθηκε τόσο που έμεινε ακίνητος με μόνο ζωντανό σημάδι στο κάτωχρο πρόσωπό του, μια αφρισμένη κρούστα σάλιου και κίτρινου υγρού γύρω απ’ τα  πρησμένα χείλη του. Κι αφού όλη αυτή η φριχτή κατάσταση κράτησε κοντά στις δυο ώρες, στο τέλος πέθανε.

          Μ’ αυτό τον τρόπο λοιπόν που περιγράψαμε πέθαναν πολλοί, όπως διαδόθηκε, που είχαν προσβληθεί από τον ιό του ποταμού. Ο αριθμός τους δεν είναι δυνατόν να εξακριβωθεί, η σύγχυση και ο πανικός που επικρατούσε τόσο στις αρχές όσο και στους κατοίκους της περιοχής αγνόησε τα στοιχεία.

          Τα κανάλια και οι εφημερίδες μιλούσαν για ογδόντα και παραπάνω θύματα από τα οποία, ευτυχώς τα παιδιά ήταν ελάχιστα. Προς το τέλος του Αυγούστου τα κακό περιορίστηκε, αλλά η φήμη μιλούσε για πρόσκαιρη εξασθένηση του ιού, που πάλι θα ξαναφούντωνε.

          Οι ανησυχίες και οι φόβοι κορυφώθηκαν, όλοι  μιλούσαν για   εκδίκηση του ποταμού που ήρθε σαν πληγή να τους τιμωρήσει για το κακό που του ‘καναν, και, για ανταμοιβή του έστειλε  τον ανελέητο ιό του. 

          ellinikoxronografima.blogspot.gr   panant1947@gmail.com

         

                  

 

 

 

 

 

 

Διήγημα

 

 

                       Παναγιώτης  Αντωνόπουλος   


 

 

                                               

                                        Το χειρόγραφο της Ελένης Χαμέρη

 

 

 

              Αυτή την είδηση που θα σας περιγράψω και διαδόθηκε στην πόλη σαν αστραπή από στόμα σε στόμα σε λίγες μόνο ώρες οι πιο πολλοί κάτοικοί της έλεγαν πως τη γέννησε το αρρωστημένο μυαλό του φαντασιοκόπου και παγερού εκείνου ανθρώπου που σε κρίση νευρικού ξεσπάσματος είδε ό,τι είδε και  θέλησε να διασκεδάσει με το φόβο τους.  Καυχιόταν δε μ’ ένα ειρωνικό γελάκι σαν διηγιόταν το  εντυπωσιακό επίτευγμα της φαντασίας του πως όσα είδε εκείνη τη νύχτα ήταν αληθινά και οφείλονταν στην επικοινωνία του με το παρελθόν χάρη στα ιδιαίτερα γονίδιά του που του τα είχε εξασκήσει το συναίσθημα και η γνώση.

            Ακόμη ο φίλος αυτός  είχε την έμμονη ιδέα να χαρακτηρίζεται ερωτευμένος με τη Νύχτα κι αυτή ως ανταπόδοση του φανέρωνε αβίαστα πολλές  εξωφρενικές στιγμές συμβάντων  ανθρώπων των θρύλων που του παρουσιάζονταν σαν φαντάσματα ή παραισθήσεις.

             Έτσι διηγήθηκε πως εκείνη τη νύχτα ακολούθησε τυχαία το  δρόμο μπροστά από το ερειπωμένο και στοιχειωμένο σπίτι της Ελένης του Χαμέρη όταν οι άλλοι συμπολίτες του μην μπορώντας να αποβάλλουν την εκκεντρικότητά τους απολάμβαναν τους περιπάτους τους στη φωτισμένη πλατεία, αγκαζέ με τις συμβίες τους ή συζητώντας με φίλους που είχαν ελάχιστες πνευματικές ανησυχίες και τα ενδιαφέροντά τους περιστρέφονταν σε θέματα ανούσια της καθημερινότητας.  Η νύχτα ήταν κρύα και υγρή. Ο αέρας δυνάστης φοβερός του χάραζε τα χέρια και το πρόσωπο όπως ένα κοφτερό γυαλί. Παντού αχαλίνωτη ερημιά και μόνο οι φωνές που έβγαιναν από τις κουκουβάγιες που κούρνιαζαν στα χαλάσματα του εκμυστηρεύονταν με ειλικρίνεια πως το μόνο συναίσθημα που τον κατείχε και τον κυριαρχούσε εκείνη τη στιγμή ήταν ο φόβος στηριγμένος πάνω στη διαβρωμένη του μελαγχολία. Η εγκαταλειμμένη και αλλόκοτη όψη του σπιτιού με τον ελάχιστο φωτισμό που το έκανε ορατό μεν αλλά του προσέδιδε φριχτή εικόνα, τον έκαναν να το προσέξει και να σταματήσει. Το κοίταξε όσο μπορούσε. Ο χρόνος διαπίστωσε πως όχι μόνο το είχε ξεχαρβαλώσει αλλά και το είχε ντύσει με το πέπλο μιας δεισιδαιμονικής υφής. Ένιωσε το βάρος του να τον πιέζει και νόμισε πως οι τοίχοι του έτριζαν. Ακόμη ομολόγησε και δεν ντράπηκε γι’ αυτό πως καθώς παρατηρούσε το σπίτι του φάνηκε σαν ένα σώμα νεκρό, αιωρούμενο στην άβυσσο της νύχτας. Και όσο το γερό του μνημονικό, είπε, μπορούσε να θυμηθεί, είδε στο δυτικό παράθυρο του σπιτιού να εξελίσσεται μια σκηνή που τον τρόμαξε  τόσο που δεν ήξερε από την ταραχή του να τη χαρακτηρίσει ψευδαίσθηση των αισθήσεων, θρίαμβο της φαντασίας του ή αποκύημα μιας εγκεφαλικής νεύρωσης.

      Για να γίνει πιο σαφής είπε πως το σπίτι  ήξερε πως ήταν ακατοίκητο, άρα άνθρωπος δεν πατούσε το πόδι του εκεί γιατί ο νους του θα μαχόταν σίγουρα με τα πνεύματα του κακού και το σώμα του με τους αρουραίους, τα φίδια και τις νυχτερίδες. Και χωρίς να μπλοφάρει, είπε, πως είδε ένα πρόσωπο νεανικό μιας όμορφης γυναίκας να προβάλλει μέσα απ΄ το ανοιχτό και σάπιο παραθυρόφυλλο και να τον κοιτάζει. Εδώ επέμενε πως δεν ήταν η ζωηρή φαντασία του που του προκάλεσε αυτό το όραμα, ούτε  η φοβισμένη και φουντωμένη ψυχή του. Ισχυρίστηκε πως είδε ό,τι υπήρχε. Μια ένοικο του χαλάσματος που ταίριαζε στη βραδινή μελαγχολική διάθεση. Η ένοικος αυτή ήταν η Ελένη που ο θρύλος της τη θέλει να ρεμβάζει σαν γλυπτή χλωμή νεράιδα πότε στα ουράνια και πότε στην ψυχή μας.

      Γεγονός είναι, έλεγε, ο άνθρωπος που είδε και άκουσε όσα διηγιόμαστε πως λίγα λεπτά μετά το όραμα που είδε στο παράθυρο του σπιτιού, άκουσε κι ένα ανεξήγητο είδος τούρκικης μουσικής, κάτι σαν αμανέ μοιρολογιού που η χροιά του τον έκανε να τον εκλάβει ως κάκιστο οιωνό. Τον τρόμαξε δε τόσο που του προκάλεσε σύγχυση και αναστάτωση και μόνο μετά από ελάχιστα λεπτά μπόρεσε να συνέλθει. Προς το τέλος του τραγουδιού κι ενώ στεκόταν μπροστά απ’  το ανοιχτό παράθυρο και προσπαθούσε να διακρίνει τι γινόταν μέσα   στο σκοτεινό χώρο, ένας διάλογος στην τουρκική γλώσσα του έκανε το λογισμό να πλανιέται ανάμεσα στη θλίψη και την απόγνωση. Κι ενώ έλεγε βρισκόταν σε μια παρανοϊκή σύγχυση μ’ αυτά που συνέβαιναν στο σπίτι είδε στο ίδιο παράθυρο να προβάλλει μαζί με την Ελένη  ο Τούρκος Βοεβόδας που την είχε αγαπήσει και στην άρνησή της να την κάνει γυναίκα του στον οντά του την βασάνισε στη φυλακή του κάστρου μέχρι θανάτου. Φάνηκε με τερατώδη μορφή  να την έχει αγκαλιάσει  και να προσπαθεί να τη θωπεύσει. Αυτή αντιστεκόταν και όταν του ξέφυγε και εξαφανίστηκε, ο Τούρκος μεταμορφώθηκε, άλλαξε όψη, έγινε ένας συμπαγής όγκος σαν Κύκλωπας με ένα μάτι και αβυσσαλέο στόμα.

     Για να αποφύγει το δυσάρεστο θέαμα που έβλεπε, έλεγε ο άνθρωπος αυτός, αποφάσισε να φύγει. Αλλά όμως κάτι που είδε μετά μέσα στο βάθος του τοίχου σαν χάθηκε η εικόνα του Τούρκου, ζωήρεψε το ενδιαφέρον του και ο ερημίτης αυτός της νύχτας άλλαξε γνώμη και δεν έφυγε αλλά έμεινε να το δει γιατί διέγνωσε πως τα οράματα αυτά είχαν παρουσιαστεί επίτηδες γι’ αυτόν και περιείχαν κάποια σημαντικά μηνύματα. Κι αυτό γιατί είχε ενορατικές ικανότητες που είχαν ενισχυθεί με την ασυνήθιστη ανάγνωση βιβλίων θρύλων.   

     Το φεγγάρι έλειπε στον ουρανό, ο χειμώνας είχε γεμίσει το δρόμο νερά κι αυτός για να βαδίσει και να πλησιάσει το παράθυρο τσαλαβουτούσε μέσα σ’ αυτά. Κι ενώ η εικόνα ήξερε πως υπήρχε μέσα στον τοίχο του σπιτιού δίσταζε να κοιτάξει από φόβο και κοιτούσε μόνο κάτω με τα μάτια κολλημένα στο χώμα.

     Αν και μαγκωμένος από το φόβο ξανακοίταξε στο ανοιχτό παράθυρο και κοιτάζοντας με προσοχή πρόσεξε καλά ότι υπήρχε κάτι στον τοίχο. Ζάρωσε ολόκληρος κι έμεινε έντρομος σαν στήλη άλατος. Νόμιζε πως φώναζε τρομαγμένος ζητώντας βοήθεια αλλά φωνές δεν έβγαιναν από τα χείλη του. Κολλημένα και σφραγισμένα όπως ήταν μόνο συριστικά γρυλίσματα σαν του ζώου ακούγονταν.  Δεν είχε τίποτα άλλο να κάνει και έβλεπε. Έβλεπε ένα αντικείμενο σε σκουρόχρωμη απόχρωση που έμοιαζε με ρολόι εκκρεμές να αιωρείται μπροστά από τον τοίχο και το τικ τακ που έκανε συνεχώς κροτάλιζε σαν ενοχλητικό πολυβόλο στ’ αυτιά του, ενώ σε κάθε ευθεία διαδρομή του μπρος πίσω άφηνε μια δυσδιάκριτη ρωγμή στην επιφάνειά του, μια ανεπαίσθητη γραμμή καλύτερα με κόκκινο χρώμα σαν το αίμα που αφήνει στην πληγή η βαθιά ουλή σαν πλημμυρίζει. Οι δείκτες έμοιαζαν με κεντριά εχιδνών και οι δώδεκα ώρες με κοφτερά δόντια σαρκοφάγου ζώου που κατέληγαν τόσο μακρόστενα και μυτερά που νόμιζε πως τα ένιωθε να μπαίνουν βαθιά μέσα στις σάρκες του. Στο κέντρο του ρολογιού οι άρρωστες χρυσίζουσες αχτίνες που έπεφταν από τη λάμπα φωτισμού του δρόμου κι έμπαιναν απ’ το ανοιχτό παράθυρο, έλεγχαν το σκοτάδι για να μην ενοχλούν τα μάτια του και να δουν και κάτι άλλο, τρεις εικόνες που όπως διηγήθηκε, του προξένησαν μια νοσηρή υπερδιέγερση των αισθήσεων που τον έκανε να παραληρήσει.

     Ο φίλος μας όπως παραδέχτηκε αργότερα μπροστά στον ανακριτή πως τα είδε όλα αυτά με κάποιο δισταγμό και τρόμο αλλά τα βρήκε πολύ ενδιαφέροντα και διασκεδαστικά και του άρεσαν που ασκούσαν πάνω του τόση γοητευτική επιρροή. Έτσι σ’ αυτό το διάστημα που κοιτούσε έκανε τα πάντα να μη χάσει καμία λεπτομέρεια από τους ίσκιους που προβάλλονταν στον τοίχο και εισχωρούσαν ανεμπόδιστοι ως τα μύχια του νου και της ψυχής του.

      Οι τρεις προσωπογραφίες ακαθορίστου φύλου, είπε που σχηματίστηκαν γύρω από ένα μάτι πανούργο και μυστηριώδες, με μια προσεκτική εξέταση αποφάνθηκε πως απεικόνιζαν το Χρόνο με τις τρεις εκφάνσεις του. Και οι τρεις προσωπογραφίες ήταν τα παρακλάδια του. Ήταν κι αυτές Χρόνοι που καταγράφουν τη μοίρα του καθενός μας και είναι αποτυπωμένη στο φριχτό του χάος σαν ανελέητο πεπρωμένο. Κι αυτό ο φίλος το κατάλαβε γιατί είχε διαβάσει ένα βιβλίο με τίτλο << Ο χρόνος και τα τρία παρακλάδια του σκοταδιού >> που έλεγε σε μια παράγραφο πως ο Χρόνος είναι σκοτάδι και το κενό του αναπληρώνεται με το θάνατό μας, Ακόμη πως και ο Χρόνος της νεότητάς μας, όσο και ο μέσος Χρόνος κι εκείνος του γήρατος, που αυτούς τους Χρόνους εξέφραζαν οι τρεις προσωπογραφίες του τοίχου, είναι παγωμένοι ωκεανοί που ανά πάσα στιγμή είναι έτοιμοι να μας πνίξουν στα κρύα νερά τους.  Έλεγε ακόμη το βιβλίο πως υπάρχει και ο Χρόνος των θρύλων που είναι απλησίαστος για τους πολλούς. Όποιος μπει σ’ αυτόν ξεφεύγει από το αιώνιο σκοτάδι και το κενό του Χρόνου και είναι φανερός και ζωντανός στο διηνεκές.   

    Μ’ όλα αυτά στο νου, είπε, είδε και τις τρεις μορφές του Χρόνου στον τοίχο. Έλειπε όμως η τέταρτη μορφή του Χρόνου των θρύλων. Αυτό τον έκανε να φοβηθεί και να τρέμει σύγκορμος και με σπασμούς. Και τούτο γιατί συμπέρανε πως ο τέταρτος Χρόνος των θρύλων ήταν υπεύθυνος για τις δεισιδαιμονίες που πίστευε και τα οράματα που έβλεπε εκείνη τη στιγμή ή καλύτερα τα φαντάσματα, τα ονειροπολήματα, τα τρελά και τα παράλογα του τοίχου.

     Τότε ακούστηκε έλεγε ένα βουητό από φωνές ανθρώπων που έδειχνε να έρχεται από το παρελθόν και μαζί μ’ ένα σάλπισμα από τρομπέτες που ακουγόταν περισσότερο σαν κρότος από σωριασμένα ερείπια έκαναν τα πάντα να σβηστούν στον τοίχο και για λίγα λεπτά ν’ απλωθεί ένα απέραντο και φριχτό σκοτάδι. Και τότε κάνοντας το πρώτο βήμα να φύγει, είδε στο ίδιο μέρος που πριν είχε καλυφτεί από το Χρόνο και τα παρακλάδια του να εμφανίζεται η προσωπογραφία μιας ρυτιδωμένης γριάς που του κουνούσε το σκελετωμένο χέρι της.

    Αυτό ήταν και το τέλος της αφήγησής του απ’ όσα είδε γιατί μετά έφυγε και πήγε στο σπίτι του να αποκωδικοποιήσει μέσ’ απ’ αυτά που  του φανερώθηκαν τα μηνύματά τους. Και για να το πετύχει κοιμήθηκε ως το πρωί. Φυσικά στον ύπνο του έγινε η όλη διεργασία της αποκωδικοποίησης των οραμάτων για να συμπεράνει πως στο χώρο του στοιχειωμένου σπιτιού αιωρούταν κάποια γραφή που είχε αφετηρία της το παρελθόν τότε που ζούσε εκεί μέσα η Ελένη και είχε φτάσει μέχρι τις μέρες μας. Αλλά έπρεπε να βρει αυτό το δυσδιάκριτο σημάδι που εξέπεμπε το τρομερό μυστήριο της  τόσο μακρινής επικοινωνίας. << Κάτι υπάρχει εκεί μέσα εξαιρετικά σημαντικό και δεν πρέπει να το χάσω >> συλλογίστηκε κι ετοιμάστηκε να επισκεφτεί πάλι το ερειπωμένο σπίτι σαν ερχόταν το βράδυ.

    Την ημέρα όμως  έκανε την αφήγηση αυτή σε κάποιον καταδότη της πόλης και τα λόγια του μεταδόθηκαν σαν αστραπή. Κι από στόμα σε στόμα έφτασαν και στ’ αυτιά του ανακριτή ο οποίος για να σταματήσει το φόβο που έσπερνε στους κατοίκους της πόλης  ο λόγος τούτου του φρούτου με τα οράματα που έβλεπε, συγκάλεσε επιτροπή, από τον ίδιο, τον αστυνομικό διευθυντή κι ένα υπάλληλο της δημαρχίας ειδικό στους  θρύλους και  μια ώρα πριν επισκεφτεί το στοιχειωμένο σπίτι, τον συνέλαβαν στην πόρτα του σπιτιού του. << Ο κόσμος φοβάται μ’ αυτά που λες και βλέπεις  στο σπίτι της Ελένης του Χαμέρη και βρίσκεται σε φοβερή ένταση απ΄ το φόβο του >> του είπε ο ανακριτής και του έδειξε ένα λάκκο μ’ ένα ψόφιο ποντικό στην άκρη του δρόμου. << Τα παιδιά είναι διαλυμένα, οι δειλοί λαγοκοιμούνται και οι προληπτικοί ξημεροβραδιάζονται με προσευχές και  μαγγανείες. Πρέπει το χρυσάφι αυτό του λόγου σου που ισχυρίζεσαι και λες πως είναι αληθινό για το καλό σου και για το καλό της πόλης με άλλα λόγια καμουφλαρισμένα να το ντύσεις. Να πεις δηλαδή πως όλα αυτά που είδες ήταν αποκυήματα της φαντασίας του αρρωστημένου σου μυαλού >>.

    << Δεν έχουμε παρά να πάμε εκεί στο έρημο σπίτι >> τους είπε αυτός και μπαίνοντας μπροστά ανέβαινε σιγά - σιγά το καλντερίμι. << Θα δείτε τι θα δω και τότε ας με βγάλετε ψεύτη >> πρόσθεσε και τους ζήτησε να τον ακολουθήσουν. Έξω από το σπίτι όταν έφτασαν το φως από τη λάμπα του δρόμου ήταν λιγοστό, η υγρασία πηχτή, ο αέρας  δυνατός κι ένα σωρό ασήμαντα πράγματα αιωρούνταν από την ορμή του στον ουρανό.  Σαν μπήκαν μέσα στο ισόγειο το σκοτάδι τους έκοψε την ανάσα και κάθε διάθεση για γκρίνια και σχόλια σταμάτησε.  Κοίταξαν να φροντίσουν  την ασφάλειά τους  στον αφιλόξενο χώρο που τους θύμιζε μπουντρούμι φυλακής και μύριζε μούχλα, υγρασία και οσμή από ψόφια ζώα, ενώ έτρεμαν μην ακούσουν κανένα βογκητό από κάποιον ρακοσυλλέκτη που είχε επιλέξει να ζήσει εκεί μέσα μακριά από τον παράδεισο των ευτυχισμένων συμπολιτών του. Ευτυχώς τέτοιο πράγμα δεν έγινε αλλά γρήγορα κατάλαβαν πως η  φριχτή και ερειπωμένη όψη του σπιτιού σίγουρα θα τους εξέπληττε με κάποια απρόβλεπτη αποκάλυψη τρόμου.   

    Φωτισμένο το σπίτι από τον έξω φανοστάτη, το ανέβηκαν στον πάνω όροφο πατώντας στην άκρη των σάπιων σκαλιών της ξύλινης σκάλας που έτριζαν μ’ ένα υπόκωφο θόρυβο επισημαίνοντάς τους πως η ακεραιότητά τους ήταν επικίνδυνα εύθραυστη. Εκεί έμειναν ελάχιστα γιατί η μούχλα και η υγρασία που τύλιγε τους λερούς τοίχους τους έφερε τέτοια δυσφορία  που την εξέλαβαν ως έμβλημα του θανάτου και κατέβηκαν πάλι στο ισόγειο. Στάθηκαν στη βορινή πλευρά κοντά σ΄ ένα σωρό από σκουριασμένα αντικείμενα, σιωπηλοί και συνοφρυωμένοι.  Ο άσχημος χώρος τους τάραξε, η όψη του που έμοιαζε  σαν τάφος πελώριος έτοιμος να τους συνθλίψει στα κρύα χρώματά του τους έφερε κατάθλιψη.  

    Ο ειδικός σε θέματα θρύλων έδειξε πως γρήγορα ανέκτησε την αυτοπεποίθησή του και με ηρεμία  βάδισε στον τοίχο που βρισκόταν δυτικά. Εκεί γονάτισε και αφού αναστέναξε βαθιά, σγάρλισε με τα χέρια του κάτι ύποπτο που είδε μέσα σ’ ένα σωρό σκουρόχρωμο και βρώμικο.  Αμέσως σαν υποψιάστηκε τι ήταν έβγαλε από την τσέπη του μια βούρτσα με σκληρή τρίχα και άρχισε να διώχνει τα χώματα. Κι όταν είδε να ξεφυτρώνει μια νεκροκεφαλή, έβγαλε μια κραυγή τρόμου και πετάχτηκε πάνω κάτωχρος ενώ οι γνάθοι του έτρεμαν λες και τους είχε ξεσφιχτεί ο χόντρος της κλείδωσης που τις συνέδεε. Οι άλλοι έκρυψαν τα μάτια με τις παλάμες τους για να αποφύγουν το μακάβριο θέαμα κι άρχισαν να κάνουν μερικά γελοία χοροπηδητά σαν να δήλωναν το φόβο που τους είχε περιζώσει. Ο ειδικός άφησε τότε το εύρημά του κι έκανε δυο βήματα αριστερά για να σταθεί μπροστά από ένα σωρό αραχνιασμένες σανίδες που τις ροκάνιζαν αβίαστα βρώμικα σκαθάρια και  τρωκτικά έντομα που έμοιαζαν σαν μαύρες μπαλίτσες στις άρρωστες αχτίνες της λάμπας του δρόμου που τα φώτιζε.

    Κι αφού έδιωξε με τα πόδια του ένα καύκαλο χελώνας και μετακίνησε τις σανίδες, έπιασε με το μάτι του αμέσως ένα ορθογώνιο σχήμα που έμοιαζε με βωμό. Τον πρόσεξε καλά και είδε στην πρόσοψή του να ξεχωρίζει μια σμιλεμένη αράχνη με τον ιστό της και γύρω - γύρω να τη στολίζουν μικρά και παραμορφωμένα ανθρώπινα μέλη. Έπιασε αμέσως το κεφάλι του ενώ εγκατέλειψε γρήγορα το χώρο αυτό, κάνοντας άλλα τρία βήματα αριστερά που η βλακεία κάποιων είχε ξεχάσει ένα μπαούλο από μαύρο ξύλο που με το χρόνο είχε σαπίσει και μόνο το σκέπασμα έδειχνε να είναι γερό. Ο αστυνομικός διευθυντής λόγω της πείρας του φαντάστηκε πως κάποιο δολοφονημένο σώμα κρυβόταν εκεί μέσα και πλησίασε να λύσει το μυστήριο.  Τον πρόλαβε όμως ο ειδικός που  σήκωσε το καπάκι για να το αφήσει αμέσως κάτωχρος με μια απελπισμένη κίνηση και γονάτισε δείχνοντας λιποθυμισμένος. Ένας  δυνατός ήχος ακούστηκε τότε  κι από τις τρύπες που άφηναν οι σάπιες σανίδες ξεπετάχτηκαν με ορμή κάμποσοι πελώριοι αρουραίοι. Έδειχναν ατέλειωτοι, αλλά γρήγορα εγκατέλειψαν τη φωλιά τους, τρέχοντας και σκούζοντας δαιμονισμένα.  Είχαν βρει τροφή στις σελίδες του αρχείου και  δεν το κούναγαν από κει. Τις είχαν κυριολεκτικά κουρελιάσει  και το πιο μικρό κομματάκι έδειχνε αγνώριστο. Η  ατμόσφαιρα ήταν αποπνικτική και η μυρωδιά από τον κλειστό χώρο μπορούσε να σκοτώσει άνθρωπο με την οξύτητά της. Σ’ αυτό δυστυχώς το χώρο που έμοιαζε με χωματερή έπρεπε να ψάξουν τα κουρελόχαρτα γιατί το συγκεχυμένο βούισμα που νόμισαν πως άκουσαν κι ερχόταν από το παρελθόν τους το επέβαλλε στο νου. Κι εκεί που και οι τέσσερις είχαν σκύψει πάνω στο μπαούλο και με τα χέρια τους  ανακάτευαν τα βρώμικα χαρτιά πλημμυρισμένοι από αηδία για ό,τι έκαναν, ο ειδικός στους θρύλους τους λύτρωσε γιατί μ’ ένα σάλεμα του χεριού του βρήκε κάτι ενδιαφέρον και το κυμάτισε στον αέρα σαν μικρό φλάμπουρο λευτεριάς. Οι άλλοι κουτρουβαλιάστηκαν σε μια φαρδιά πολυθρόνα και κάθισαν ενώ εκείνος ζαρώνοντας το σώμα του πάνω στο χειρόγραφο που ήταν προστατευμένο από ένα έλασμα πλατίνας  προσπάθησε να το ανοίξει και να διαβάσει τις αράδες του ενώ έτρεμε λες και βρισκόταν μπροστά στους δικαστές της Ιεράς Εξέτασης! Κι αφού το έκανε βρήκε τη δύναμη  να διαβάσει το χειρόγραφο που ήταν γραμμένο και από τις δυο πλευρές, στην τουρκική και την ελληνική γλώσσα, με το όνομα φαρδύ πλατύ από κάτω της Ελένης  Χαμέρη, που έλεγε:

       << Η σκέψη  και η φαντασίας σας γεννά αυτά τα μυστηριώδη που βλέπετε όλοι  οι κάτοικοι αυτής της πόλης αφού το πνεύμα μου ζει σ’ αυτό το ερειπωμένο σπίτι και το σώμα μου στο σιωπηλό κοιμητήριό της.   Όλα αυτά που δεν υπάρχουν αλλά τα βλέπετε είναι σαν καρφωμένα καρφιά στο θρύλο και δεν μπορούν να φύγουν και τα κουβαλάτε μέσα στην ψυχή σας γιατί τα έχετε ανάγκη. Αλίμονο αν ανακατεμένοι με τα δαιμονικά σας τραυλίσματα και μόνο γύρω από την ταπεινή ύπαρξή σας αγνοούσατε το θρύλο μου! Αυτό θα σας έκανε πιο δυστυχισμένους! Η γνώση του θρύλου μου ίσως σας κάνει το ταξίδι στο μέλλον σας λιγότερο οδυνηρό! >>

            Έδωσε το χειρόγραφο στον αστυνομικό διευθυντή που έδειχνε ελάχιστα ικανοποιημένος απ’ το εύρημά τους κι εκείνος με τη σειρά του στο φαντασιοκόπο που είχαν δει τόσα και τόσα τα μάτια του σ’ αυτό το σπίτι. Εκείνος αφού το γύρισε από την άλλη πλευρά που ήταν το γραμμένο κείμενο στην τουρκική, άγνωστο αν το διάβασε ή προσποιήθηκε πως το έκανε, πλησίασε το σάπιο παραθυρόφυλλο και μέσα από τις γρίλιες του κοίταξε το κάστρο που έμοιαζε σαν μαύρος όγκος  μέσα στο σκοτάδι κι έσφιξε τα χείλη. Εκείνο λες και ήθελε να τον τρελάνει του παρέσυρε τη ματιά στον πλάτανο της εισόδου όπου το ένα του μπράτσο είχε μεταμορφωθεί σε δρεπάνι του θανάτου και το ένιωσε να ακουμπά πάνω του και να τρέφεται από το χαμένο του καιρό. Ύστερα ωχρός παρέδωσε το χειρόγραφο στον ανακριτή  κοιτάζοντας τους άλλους με μια ματιά ολέθρου, δείχνοντας πως βρισκόταν στο άωτο της ανίας του και του δικού του κόσμου.   

                 ellinikoxronografima.blogspot.gr