Κυριακή 6 Σεπτεμβρίου 2026

 

ΧΡΟΝΟΓΡΑΦΗΜΑ

 

 

 

                                            Οι τενόροι της φανφάρας


 

 

 

                                                      Του Παναγιώτη Αντωνόπουλου

 

 

 

         << Πήραν τ’ αρνάκια μας και τα κατσικάκια μας και το λάγνο αρνί, που ‘χε το χρυσό μαλλί, τ’  ασημένιο χαϊμαλί. Πήραν την καρδάρα μου που ‘πηζα το γάλα μου, πήραν τη φλογέρα μου μεσ’ από τα χέρια μου. και πάνε, πάνε, παν, άιντε μανούλα μ’ παν! >>

               Και ζούνε στην ευμάρεια οι κηφήνες και οι αφεντοαγάδες, λιμώττει ο λαός,  νηστικός περπατάει με τρύπιο παπούτσι και μπαλωμένο σκουτί.  Έριξαν στο λάκκο  οι τουρκανάκατοι τις κοινωνικές κατακτήσεις και τα ιερά δικαιώματα του ελληνάκου και με βλάσφημη γλώσσα, τρώνε και πίνουν σε χλιδάτα εστιατόρια, ολημερίς λιμνάζουν στις καφετέριες, σε νυχτερινά κέντρα μεθάνε μαζί με τη διαφθορά, τον αμοραλισμό τους και την εξηλιθιωμένη μικρόνοιά τους.

                 Κι εσύ πατρίς μου, βρέθηκες με τα ροδοκλώνια σου ξερά, τα αηδόνια σου μουγκά, τα άνθη σου μαραμένα.  Με τον κάθε πολιτικό λωποδύτη, τον κάθε ποίσα, και δείξα αρχηγό μιας απόφυσης βολεμένων, τον κάθε προπαγανδιστή διαφημιστή, να σε κάνουν ρεντίκολο. Με πλύση εγκεφάλου και επαγγελίες που σ’ έστυψαν σε συμπληγάδες πέτρες σ’ άρμεξαν σαν γαλακτερή προβάτα και σ’ έβαλαν στο μαντρί. Το πολιτικό σύστημα έχει αχρηστευθεί, έχει καταρρεύσει, να δούμε πότε θα βγεις. 

                 Και συνεχίζουν οι τενόροι της φανφάρας, οι αγορητές της πλάνης να σου ψέλνουν τίποτα, να κάνουν τον τελάλη χωρίς μήνυμα. Σου πασάρουν έναν κυβερνητικό τσελεμεντέ  που πρέπει να τον εφαρμόσεις. Σου ελαχιστοποιούν μ’ αυτόν το κράτος, καταργούν την κοινωνική σου πρόνοια, σε αναγκάζουν να απολύσεις, να κόψεις το φάρμακο του άρρωστου, να στείλεις στους κάδους τους πεινασμένους, στα λιμάνια και στους σταθμούς να συνάξεις τους εξαθλιωμένους που φεύγουν στα ξένα.   Έχουν κάνει την αυλή σου << μπείτε σκύλοι αλέστε και αλεστικά μη δώσετε >> και αυξάνουν τη συνομοταξία του αφεντοσογιού τους και της κλίκας τους.

             Πατρίς μου! Επίπλαστη εικόνα σου ‘φτιαξαν τούτοι οι τιποτάκηδες πολιτικοί, οι παραφυάδες τους τα ΜΜΕ και οι γλείφτες τους επικοινωνιολόγοι. Χωρίς μέγεθος, με προσωπείο φερέλπιδος ειδικού, με κρύο λόγο, ατσαλάκωτοι και εθνικοί ψευτορήτορες, με τα μούτρα έπεσαν στο ισχνό θησαυροφυλάκιό σου, το ρήμαξαν και τ’ άφησαν αδειανό.

            Σαχλεπίσαχλες φιγούρες σε ζώνουν από παντού. Η ανικανότητά τους σε πνίγει, σε κάνει λιώμα. Τα μυαλά τους δεν είναι παρά ένας ντορβάς γεμάτος χαμούρι. Όλοι χωρίς των δημάρχων εξαιρουμένων. Πομπώδεις, στομφώδεις και κούφιοι ούτε τα σκουπίδια δεν είναι ικανοί να μαζέψουν. Και μεγαλώνουν οι σωροί, υψώνεται το σκουπίδι, τενεκέδες, σύρματα, σαρδελοκούτια, κουτσές καρέκλες, μουσαμαδένιες ποδιές, γίνονται ένας αχταρμάς.

             Και η ζωή συνεχίζεται με το λαό σου ριγμένο στη στάχτη της ανέχειας, να αρταίνει το χόρτο του με μούργα, να μένει άνεργος, σύνταξη να περιμένει στα εκατό του!

              Έργο κι αυτό των λακέδων σου που πιστεύουν πως κρατούν το δίκιο από τα ευμεγέθη γεννητικά τους όργανα.

               ellinikoxronografima.blogspot.gr           

 ΧΡΟΝΟΓΡΑΦΗΜΑ

 

 

 

                                                   Ζωή όχεντρα


 

 

 

                                                            Του Παναγιώτη Αντωνόπουλου

 

 

 

 

              Φουκαράς ο έρημος. Με δυο ευσχήμονες υιούς και μια θυγατέρα περδικούλα πλουμιστή. Με συμβία αποκλεισμένη στο Δερβένι της κουζίνας. Ο ίδιος μεροδούλι στον κήπο του γείτονα να κόβει χόρτο, εργάτης στους δρόμους της πόλης να βουλώνει με την τσάπα τις γράνες, μπαρμπέρης να κουρεύει το ποίμνιο του βοσκού.  Τα χρέη βουνό σαν την Γκιόνα, το κατσαρόλι άδειο, οι παίδες να γράφουν στην χαρτοπετσέτα τη γραφή τους, αυτός να ρουφάει σέρτικο και να ντουμανιάζει η χαμοκέλα.

              Ώσπου ο εργάτης της εταιρείας σκαρφαλωμένος σαν γάτος στο φράχτη, του ‘κοψε το ρεύμα.  Φεύγοντας του άφησε ζόρια και μέρες σκληρές σαν το καύκαλο της χελώνας. Οι πληγές του όχι δέκα αλλά στο τετράγωνο. Πώς να στήσει κατσαρόλι με το μάτι της κουζίνας τυφλό; Να ζεσταθεί με το σύρμα της ηλεκτρικής σόμπας απυράκτωτο; Να φωτιστεί με λάμπες σβηστές; Να διασκεδάσει τη βραδινή ανάπαυλα βλέποντας στη γεραιά  τι- βί τον Τούρκο Σουλεϊμάν;  Ο φωτισμός τις πρώτες μέρες με κερί δωρισμένο από τον πάγκο της Αγίας Φωτεινής. Ύστερα με λάμπα πετρελαίου, το γυαλί έχον ραγισμένο και το φιτίλι πετσάκι ξερό.  Το καύσιμο στη ζούλα απ’ το ρεζερβουάρ του γεωργικού ανελκυστήρα του αδερφού.

                Σάρακας το κρύο τους παγώνει. Το ξύλο ακριβό,  κούτσουρο στα τζάκι δεν καίγεται. Ο άντρας ζεσταίνεται με μια τρύπια χλαίνη του στρατού, η συμβία διπλωμένη με την κουβέρτα καμηλό, οι παίδες  ντυμένοι με σκουτιά της γειτονιάς.

                Τούτες τις μέρες της κατάψυξης ευτυχώς που ο ήλιος σκάει μάτι και ζεσταίνει. Όταν όμως ο μπαμπαλής χειμώνας ασπρίσει Τετράζι και Ταύγετο και σκεπάσει με την άσπρη του ταφόπλακα τα χαμηλά, τι θα γίνουν οι έρημοι; Τα χεράκια τους που θα τρέμουν πιο μαραφέτι Στουρναρίσιο θα τα σταματήσει;

               Κι αν έρθει ένας Μάρτης μπατίρης  από άνθη και χελιδόνες κι ανοίξει τη στρόφιγγα μ’ όλη του την ψύξη, πώς το προζυμάκι τους θα μπορέσει να πλάσσει τη ζωή τους γαλακτερή; Θα ζήσουν; Θα πεθάνουν όπως η γριούλα του παραμυθιού, χωμένοι στο λεβέτι; Αυτή είπε << πριτς >> στο Μάρτη τον κακό και την εκδικήθηκε. Τούτοι οι άγιοι Αντώνιοι σε ποιον είπαν << πριτς >> και τους  κόβουν φετούλες την καρδιά;

              Κι όσο τούτοι σφίγγονται ο ένας πάνω στον άλλο να ζεσταθούν οι Αρλεκίνοι που μας κυβερνούν το χαβά τους. Φόρους κι άλλους φόρους, και το κοινό αγαθό όνειρο απατηλό. Κι όσο ζεσταθούν οι τρωγλοδύτες της χαμοκέλας  άλλο τόσο θα ζεσταθούν εκατομμύρια καταψυγμένοι Έλληνες. 

                                       ellinikoxronografima. blogspot.gr

 

 ΧΡΟΝΟΓΡΑΦΗΜΑ

 

 

 

                                                   Ζωή όχεντρα

 

 

 

                                                            Του Παναγιώτη Αντωνόπουλου

 

 

 

 

              Φουκαράς ο έρημος. Με δυο ευσχήμονες υιούς και μια θυγατέρα περδικούλα πλουμιστή. Με συμβία αποκλεισμένη στο Δερβένι της κουζίνας. Ο ίδιος μεροδούλι στον κήπο του γείτονα να κόβει χόρτο, εργάτης στους δρόμους της πόλης να βουλώνει με την τσάπα τις γράνες, μπαρμπέρης να κουρεύει το ποίμνιο του βοσκού.  Τα χρέη βουνό σαν την Γκιόνα, το κατσαρόλι άδειο, οι παίδες να γράφουν στην χαρτοπετσέτα τη γραφή τους, αυτός να ρουφάει σέρτικο και να ντουμανιάζει η χαμοκέλα.

              Ώσπου ο εργάτης της εταιρείας σκαρφαλωμένος σαν γάτος στο φράχτη, του ‘κοψε το ρεύμα.  Φεύγοντας του άφησε ζόρια και μέρες σκληρές σαν το καύκαλο της χελώνας. Οι πληγές του όχι δέκα αλλά στο τετράγωνο. Πώς να στήσει κατσαρόλι με το μάτι της κουζίνας τυφλό; Να ζεσταθεί με το σύρμα της ηλεκτρικής σόμπας απυράκτωτο; Να φωτιστεί με λάμπες σβηστές; Να διασκεδάσει τη βραδινή ανάπαυλα βλέποντας στη γεραιά  τι- βί τον Τούρκο Σουλεϊμάν;  Ο φωτισμός τις πρώτες μέρες με κερί δωρισμένο από τον πάγκο της Αγίας Φωτεινής. Ύστερα με λάμπα πετρελαίου, το γυαλί έχον ραγισμένο και το φιτίλι πετσάκι ξερό.  Το καύσιμο στη ζούλα απ’ το ρεζερβουάρ του γεωργικού ανελκυστήρα του αδερφού.

                Σάρακας το κρύο τους παγώνει. Το ξύλο ακριβό,  κούτσουρο στα τζάκι δεν καίγεται. Ο άντρας ζεσταίνεται με μια τρύπια χλαίνη του στρατού, η συμβία διπλωμένη με την κουβέρτα καμηλό, οι παίδες  ντυμένοι με σκουτιά της γειτονιάς.

                Τούτες τις μέρες της κατάψυξης ευτυχώς που ο ήλιος σκάει μάτι και ζεσταίνει. Όταν όμως ο μπαμπαλής χειμώνας ασπρίσει Τετράζι και Ταύγετο και σκεπάσει με την άσπρη του ταφόπλακα τα χαμηλά, τι θα γίνουν οι έρημοι; Τα χεράκια τους που θα τρέμουν πιο μαραφέτι Στουρναρίσιο θα τα σταματήσει;

               Κι αν έρθει ένας Μάρτης μπατίρης  από άνθη και χελιδόνες κι ανοίξει τη στρόφιγγα μ’ όλη του την ψύξη, πώς το προζυμάκι τους θα μπορέσει να πλάσσει τη ζωή τους γαλακτερή; Θα ζήσουν; Θα πεθάνουν όπως η γριούλα του παραμυθιού, χωμένοι στο λεβέτι; Αυτή είπε << πριτς >> στο Μάρτη τον κακό και την εκδικήθηκε. Τούτοι οι άγιοι Αντώνιοι σε ποιον είπαν << πριτς >> και τους  κόβουν φετούλες την καρδιά;

              Κι όσο τούτοι σφίγγονται ο ένας πάνω στον άλλο να ζεσταθούν οι Αρλεκίνοι που μας κυβερνούν το χαβά τους. Φόρους κι άλλους φόρους, και το κοινό αγαθό όνειρο απατηλό. Κι όσο ζεσταθούν οι τρωγλοδύτες της χαμοκέλας  άλλο τόσο θα ζεσταθούν εκατομμύρια καταψυγμένοι Έλληνες. 

                                       ellinikoxronografima. blogspot.gr

 

 

 

Χρονογράφημα

 

 

 

                   Στης  Αρκαδιάς  τον  πλάτανο

 

                                   Του Παναγιώτη Αντωνόπουλου

 

 

    Χρωματισμένο  το δείλι, η κίνηση χαλαρή, ο θόρυβος απ’ τα βήματά μου στο καλντερίμι με απόκρουση Μπαχ και προορισμός μου ο πλάτανος της Αρκαδιάς. Εκεί από κάτω του,  ένας ανώφελος ερημίτης, τη μνήμη μου άρχισα να τυπώνω στους νευρώνες του μυαλού μου. Ιερό δέντρο ο πλάτανος συνδεδεμένο με ιστορίες και θρύλους. Κι εδώ έγιναν ολοζώντανα πράγματα επί τουρκοκρατίας μας λέει το τραγούδι: << Στο κάστρο βγαίνει ο Αυγερινός και στο παζάρι η Πούλια, στης Αρκαδιάς τον πλάτανο βγαίνει ο κατής και κρένει και κρένει τους ανύπαντρους, όποιος αγαπάει να παίρνει… >> Και ο Τούρκος Αγάς της Αρκαδιάς αγαπάει την Ελένη Χαμέρη. Εκείνη δεν τον θέλει, αγαπούσε τον Αυγερινό Χούντρα γι’ αυτό ο Αγάς τη φυλάκισε, τη βασάνισε και είχε θάνατο φριχτό.

   Στη μυθολογία << Η πλάτανος >> ήταν κόρη του Ποσειδώνα. Αγαπούσε το υγρό στοιχείο και είχε δυο αδέρφια Γίγαντες. Όταν πέθαναν λυπήθηκε τόσο που παρακάλεσε τους θεούς να την κάνουν δέντρο να λυτρωθεί από το μαρτύριο της απώλειάς τους. Εισακούσθηκε κι έγινε ο πλάτανος, το αιωνόβιο και ιερό δέντρο.

   Στη δεκαετία του εξήντα, μαθητής Λυκείου, σε μια εκδρομή κάτω από τον πλάτανο της Αρκαδιάς μας μίλησε μια  σκέτη << ξουραφού >> φιλόλογος και μας είπε τούτα τα ωραία:   πως ένας τελάλης προς τιμή της Ελένης βγήκε και την υπερασπίστηκε. Ακόμα πως η λαϊκή μούσα κατέγραψε: <<Ντελάλη γίνηκε στη γειτονιά. Στο μαχαλά στη ρούγα. Και τόμαθε ο κόσμος ο πολύς. Κι ολάκερος ο τόπος. Θυμώσανε οι άνθρωποι. Ντροπιάστηκαν τα ήθη. Ο νόμος εξοργίστηκε και δίκασε σε θάνατο την όμορφη Ελένη και κρέμασαν το μπόι της στης Αρκαδιάς τον πλάτανο>>.

   Στη συνέχεια μας είπε, πως στην Κω δείχνουν ακόμα τον πλάτανο κάτω από τον οποίο δίδασκε ο Ιπποκράτης. Πως ο Ξέρξης μαγεύτηκε στην κοιλάδα του Λυδικού Μαιάνδρου μ’ έναν πλάτανο που έδωσε εντολή να τον στολίσουν με χρυσάφι και να τον φροντίζουν. Ακόμη στη Σικελία όταν πρωτοεμφανίστηκε ο πλάτανος εντυπωσιάστηκαν τόσο που τον πότιζαν με κρασί και πλήρωναν ένα ποσό για να έχουν δικαίωμα στη σκιά του.

    ellinikoxronografima.blogspot.gr







 
                                





 








 
                                





 

ΤΟ    Χ Ρ Ο Ν Ο Γ Ρ Α Φ Η Μ Α

 

                  Φιδωτά κι ευθεία καλντερίμια


 

                                Του Παναγιώτη Αντωνόπουλου

 

 

  Βαρέθηκα ν’ ακούω στην τιβί πως στο εφεξής θα μας  ταϊζουν με γκουρμεδάτους λαγούς και είπα να κόψω δρόμο για το κάστρο.  Η Κυπαρισσία και δη η Πάνω Πόλη, παρά τα αβάσταχτα ρωμαίικα οικονομικά βάρη, που μας σφίγγουν όπως ο  βρόχος το λαιμό, γοητεύει και συγκινεί τον επισκέπτη με τα κάλλη της, σε πείσμα της αδιαφορίας των αχρείων ηγεμόνων της.

   Οδοιπορώντας, ήρθε στο νου μου το λήμμα << καλντερίμι >>.  Τέτοιες σκέψεις είναι καλές, τι να λέμε και σκέφτηκα να δώσω επί χάρτου μια εξήγηση.  Όσοι αναγνώστες έχουν γνώσεις και άφθονο χρόνο ας τη ρετουσάρουν επί το βέλτιστο. Συνέχεια στην εξήγηση:  Καλντερίμι είναι λιθόστρωτος δρόμος, συνήθως στενός με  ακανόνιστες στο σχήμα και στη μορφή πέτρες. Και φυσικά μιλάμε μόνο για τα καλντερίμια σε αρυμοτόμητους, παραδοσιακά χτισμένους οικισμούς, ορεινών περιοχών.  Εξυπηρετούνταν με τη διάβαση και οι πεζοί, αλλά και τ’  άλογα και οι όνοι. Δεν αποκλείονταν ουδέ οι χοίροι και τα αμνοερίφια.

   Η Πηνελόπη Δέλτα, << Στα μυστικά του βάλτου >> λέει: <<…πού θα σας βρουν τ’  άλογα; Δεν κάνει  ν’  ακουστούν   στο  καλντερίμι τέτοια ώρα… >>

   Στην πάνω πόλη είναι πολλά, έρχονται από παλιά, γοητεύουν τον περιπατητή, επιβεβαιώνουν στον εύπιστο τη ζωή της παράδοσης, ενθαρρύνουν το δημιουργό γιατί μετατρέπουν τη μουσικότητα του ήχου που αφήνουν τα πέλματα πάνω στις πέτρες σε άφθαρτες χρυσές μνήμες. Φιδωτά, ευθεία, στενά, φαρδιά, είναι όλα σταυροί ενός βίου αβίωτου των προγόνων μας.

  Στα καλντερίμια συζητούσαν ως το πρωί οι γειτόνοι, τα άμοιρα κορίτσια που << έκαναν καλντερίμι >>, το βράδυ εκεί έβρισκαν τους πελάτες τους, ως και η καλντεριμιτζού ( γυναίκα του πεζοδρομίου, πόρνη ) εκδιδόταν εκεί τις νύχτες.

   Καλντερίμι στη νεοελληνική, kaldirim στην τουρκική, καλός + δρόμος ( αντιδάνειο ) στα αρχαιοελληνικά.   Αγγλικά: cobblet.  Βουλγαρικά: Kaldaram.  Σερβοκροατικά: kaldrma.

     ellinikoxronografima.blogspot.gr

 

 

Χρονογράφημα

 

 

                    Δεν ωφελεί να καρτερείς


 

                              Του Παναγιώτη Αντωνόπουλου

 

   Ψοφολόγαγε ο δόλιος να την αγαπάει. Εκείνη ποιος ξέρει τι είχε μέσα της. Τον εξαπατούσε οικτρά, αύριο και αύριο θα σε δω του έλεγε, και ποτέ δε τον έβλεπε. Κι όσο περνούσε ο καιρός ανακηρυσσόταν σε κυρίαρχη ψεύτρα  και τον βύθιζε στα βάραθρα της απελπισίας. Τον πείραζε απ’ όλες τις ψευτιές της, το στήσιμο έξω από το σπίτι της. Ελπίδες φρούδες σε μικρές δόσεις  ώσπου να τον ξεκάνει.

   Πάντα είχε τον τρόπο να του πουλά ευτελή φύκια για μεταξωτές κορδέλες. << Απόψε >> μου είπε, << θα συναντηθούμε >> μου εξομολογήθηκε πανευτυχής ο φίλος μια φορά. Ήταν γκαρδιακός μου κι έπρεπε να μου το εμπιστευθεί. << Μπράβο! επιτέλους θα πάψεις να κουβαλάς σαν το Σίσυφο το λιθάρι της κοροϊδίας στην πλάτη σου >>. Στήθηκε πάλι έξω από το σπίτι της. Τα ίδια. Εκείνη δεν πήγε, τον κορόιδεψε. Όταν μου το είπε, ίσα που δεν έκλαιγε. << Τα μεγαλύτερα ψέματα λέγονται ύστερα από το κυνήγι, κατά τη διάρκεια του πολέμου και πριν από τις εκλογές. Ακόμα λέγονται κι από τις γυναίκες όταν δεν σ’ αγαπάνε >> του είπα και του απάγγειλα ένα ποίημα του Κώστα Ουράνη:

    << Η ΑΓΑΠΉ Α! Τι ωφελεί να καρτεράς όρθιος στην πόρτα του σπιτιού/ και με τα μάτια στους νεκρούς τους δρόμους στυλωμένα/ αν είναι να ΄ρθει θε να ΄ρθει δίχως να νιώσεις από πού/ και πίσω σου πλησιάζοντας με βήματα σβησμένα/ θε να σου κλείσει απαλά, με τ’  ‘ασπρα χέρια της τα δυο/ τα μάτια που κουράστηκαν τους δρόμους να κοιτάνε/ κι όταν γελώντας να της πεις θα σε ρωτήσει: << Ποια είμ’  εγώ;>>/ απ’ της καρδιάς το σκίρτημα θα καταλάβεις ποια ‘ναι.// Δεν ωφελεί να καρτεράς… Αν είναι να ‘ρθει θε να ‘ρθει./ Κλειστά όλα να ‘ναι, θα τη δεις, άξαφνα μπρος σου να βρεθεί/ κι ανοίγοντας τα χέρια της πρώτη θα σ’ αγκαλιάσει.//  Ειδέ, κι αν έχεις ανοιχτή την πόρτα για να τη δεχτείς/ και σαν φανεί τρέξεις σ’ αυτήν κι εμπρός στα πόδια της συρθείς/ αν είναι να ‘ρθει θε να ‘ρθει αλλιώς θα προσπεράσει.

     ellinikoxrongrafima.blogspot.gr

 

 

 

 

Τρίτη 1 Σεπτεμβρίου 2026

 

  Χρονογράφημα

 

                                   Τα καινούρια παπούτσια


 

                                                   Παναγιώτη Αντωνόπουλου

 

            Ο γεννήτοράς μου ήταν φτωχός, πένης.  Δεν τον θυμάμαι ποτέ να φόρεσε παπούτσια αλλά σχισμένες αρβύλες που σειόταν ο τόπος με την προκαδούρα στις σόλες τους.  Η δεξιά αρβύλα ήταν πιο παλιά, είχε μπαλωθεί δεκάκις και η τρύπα στο μπροστινό μέρος άφηνε να μπαινοβγαίνει ένα οσμηρό δάχτυλο σαν κεφάλι χελώνας. Τούτες οι  τελειωμένες και άκομψες αρβύλες ήταν και τα καλά του παπούτσια, μ’ αυτές πήγαινε στο χωράφι, μ’ αυτές στο παζάρι, στην εκκλησία και στις πανηγύρεις. Όταν πέζευε στην αυλή τις ξελάσπωνε με το μυστρί, τις έπλενε και τις κρέμαγε στο πάτερο να στεγνώσουν.

             Κι εγώ δεν πήγαινα πίσω. Είχα σιχαθεί να φοράω δυο χρόνια τις ίδιες  σολιασμένες βακέτες, να μην τις ξεκολλάω από τα πόδια μου χειμώνα καλοκαίρι, να νιώθω γελοίος, ύβρεις να εκτοξεύω και κατάρες σε όποιον ανίχνευε τα πέλματά μου. Ένα ποντικός ευτυχώς τις έφαγε, τις έκανε λουρίδες μια νύχτα και με απάλλαξε. Πριν μου τις φάει, ντρεπόμουν να τις φορέσω, στο σχολείο πήγαινα από το μπουγάζι, στην τάξη μέσα άφηνα να πέσει πάνω τους μια κόλλα της αναφοράς και να τις κρύβει. Τις είδε κομματιασμένες ο γεννήτορας, κούνησε το κεφάλι του, άφησε ένα φιλοσοφικό αναστεναγμό και μου είπε:  <<  Αύριο  στο  πανηγύρι  του  Σταυρού θα  υποδυθείς με καινούρια υποδήματα >>.   

            Το είπε και το ‘κανε. Τα φόρεσα, τα έδειξα στους φίλους, έφερα βόλτες στους δρόμους της πόλης, πέρασα κάτω από τα παράθυρα του κοριτσόκοσμου και καμάρωνα σαν γύφτικο σκεπάρνι. Η φρεσκάδα τους δυστυχώς, κράτησε λίγο, γιατί με την πρώτη  βροχή μούσκεψαν, σκέβρωσαν, ξεχείλωσαν και φούσκωσαν σαν χαρτένια κουτιά. Οι συμμαθητές μου μαζεύονταν γύρω μου, τα κοίταζαν, γελούσαν, με κορόιδευαν και με φώναζαν << τσαρούχι >>. Δεν άντεξα τον εμπαιγμό, πήρα  το μαχαίρι  και τα ‘κανα φέτες.

                Εν τη παρόδω του χρόνου  αν και το βαλάντιό μου ισχνό, φόρεσα πολλά παπούτσια. Όταν ήρθε όμως η κολπατζού κρίση και μου  ‘βαλε το πιστόλι στον κρόταφο, έχω να φορέσω μοντελάκι παπούτσι εδώ και δέκα χρόνια. Συναλλάσσω δυο φτηνά ζευγάρια, ένα σολιασμένο για την καθημερινότητα κι ένα σεβρό για τις κοσμικές μου εξόδους, κηδείες, μνημόσυνα και πανηγύρια.  Μπροστά στην τιβί που κάθομαι και τα γυαλίζω, το κάνω επίτηδες για να βλέπω τι φοράνε οι Νέρωνες στο πολιτικό και οικονομικό γκουβέρνο, αυτοί οι γελοίοι Καλιγούλες, που τους έχω στην μπούκα! Μ’ ανοιχτές παλάμες και με μουσική υπόκριση ενός κλέφτικου, τις απλώνω σ’ όλους αυτούς τους Κίναιδους που παρελαύνουν με VERRAROS και  MORESCHI και χαίρεται η ψυχή μου! Σ’ όλους αυτούς που κοιμούνται σε κρεβάτι στολισμένο με κοραλλένιους αετούς, ήσυχοι, ευτυχείς και ασυνείδητοι που εγώ κι εσύ δε φτάνει που χάσαμε τα πάντα, περπατάμε ξυπόλυτοι.

           ellinikoxronografima.blogspot.gr  

              

 

                     ΤΟ      Χ Ρ Ο Ν Ο Γ Ρ Α Φ Η Μ Α


                      Τέρμα οι παρέες, οι ταβέρνες και οι ουζοποσίες

                                  Του Παναγιώτη Αντωνόπουλου

 

                   Κλειστήκαμε στα τέσσερα ντουβάρια αναγκαστικά,   λόγω οικονομικής κρίσης και αφραγκίας και χάσαμε  την κοινωνικότητα, τη συναναστροφή  και τις παρέες ως ιδιάζοντα στοιχεία της ανθρώπινης υποστάσεως.  Στα << Πολιτικά >> ο Αριστοτέλης γράφει: <<Ο δε μη δυνάμενος δι’  αυτάρκειαν ούθεν μέρος πόλεως, ώστε ή θηρίον ή θεός >>.  Μεταφραζόμενο σημαίνει: << όποιος δεν είναι ικανός να συμμετάσχει  σε μια κοινότητα ή δεν του χρειάζεται επειδή είναι αυτάρκης, σε καμιά περίπτωση δεν αποτελεί μέρος της πόλης και κατά συνέπεια είναι ή άγριο ζώο ή θεός>>.

                Αναγκαστικά έγκλειστοι  ξεκόψαμε από τους φίλους, τέρμα τα μπαρ και τα καφενεία, οι χειραψίες, οι ασπασμοί, οι φιλικές σφαλιάρες στην πλάτη, όλα αυτά σαν φυσικά επακόλουθα, υποκαταστάθηκαν από την ψηφιακή προσομοίωση. Λάικ, κόκκινες καρδούλες, φατσούλες γελαστές ή μη, κι άλλα ιδεογράμματα της κοινωνικής δικτύωσης έφτασαν στο φόρτε τους, έγιναν καλούπια συμπεριφοράς σε κωδικούς από του μακρόθεν.

             Η παρέα τουτέστιν  ή  παρεούλα, αντικαταστάθηκε από την κλεισούρα, σε σημείο που σαν το σκέφτεσαι, σαλτάρεις, πάει να πει. Ενδιαφέρον έχει εδώ η ετυμολογία της λέξης << παρέα >>. Ισπανοεβραϊκός ο όρος, που έρχεται από την << parea >>, Ισπανική λέξη για  το  ανδρόγυνο  από το  επίθετο <<parejo >>  που σημαίνει << όμοιος >>.  Στο συμπόσιο  ο  Πλάτων  λέει:  <<  Όμοιος ομοίω αεί πελάζει >>.

            << Πάρε την παρέα σου κι έλα >> λέμε στο φίλο, <<πρόσεχε μη σε καταστρέψουν οι παρέες >> στο παιδί, << παρεϊτσα >> και << παρεούλα >> οι δόκιμες λέξεις που ξεχειλίζουν τρυφερότητα και ακούγονται καθημερινά. Ακόμη και η πινακίδα << Γεωργίου και Σία >> έχει να πει κάτι για την << παρέα >> και τη << συντροφιά >>. Η συντροφιά βγαίνει από το << σύντροφος >> που είναι ο φίλος, ο συμπαραστάτης, αυτός που συνδέεται πολύ στενά με κάποιον: φιλικά, ερωτικά, συζυγικά, πολιτικά. Στον κομμουνισμό σύντροφος είναι αυτός που έχετε ανατραφεί μαζί κι έχετε φάει ψωμί και αλάτι. Το ετυμολογικό << συντρέφω >>, συν+τρέφω.  Καραμπινάτη λέξη της Αριστεράς, έχει σχέση με το σύντροφο και τα πισώπλατα μαχαιρώματα ή συντροφικά. Δυστυχώς το μαχαίρι δεν είναι μόνο να κόβει το ψωμί αλλά και να σκοτώνει. Πολλά μαχαίρια μπήκαν σε κορμιά σε όλες τις κομματικές και πολιτικές αποχρώσεις.

       Ερήμην αφραγκίας και κρίσης, παρέα, συντροφιά, κοινωνικότητα, πήγαν περίπατο. Μόνος στο σπίτι διαβάζεις βιβλία, βλέπεις ειδήσεις, ταινίες, γκρινιάζεις με τη συμβία και τους λοιπούς, από το σαλόνι πας στο υπνοδωμάτιο με τη φόρμα, τις παντόφλες και τον καφέ στο χέρι. Συνηθισμένος από το έξω, ρίχνεις και καμιά ματιά  από το παράθυρο να δεις τις γαλάζιες λωρίδες του ουρανού και επιστρέφεις στα ίδια πέρα δώθε, μουρμουρίζοντας και προσευχόμενος  << ο θεός να βάλει το χέρι του >>.

                                                                                                           ellinikoxronografima.blogspot.gr   

Δευτέρα 31 Αυγούστου 2026

        Χρονογράφημα

                       Η πείνα, η κορούλα και ο δωδεκάχρονος μελαψός

                                      Παναγιώτη Αντωνόπουλου


          Με ματωμένη την ψυχή, βλέποντας τους πατριώτες μου να τρώνε στους δρόμους μπισκότο και φρυγανιά που << ξάφρισαν >> απ’ το σούπερ μάρκετ της γειτονιάς, κόβω τις ρουφηξιές του σκέτου μου και αυτοτιμωρούμαι με αποχή από το υπόλοιπο του περιεχομένου. << Η  πείνα χτυπάει κόκκινο και στην επαρχία>>  εμποιεί γελώντας με το λόγο του ένας << απελέκητος >>  στο διπλανό τραπέζι και σφραγίζει το λογύδριό του περί πείνας με τούτο το σοφό και αστείο: << Οι ολιγάρχες που μας κυβερνούν είναι αχόρταγοι. Προβλέπω την πλήρη διαμέλιση μας>>.

        Τούτος άφηνε το λαϊκό ευωδιαστό του λόγο και το γκαρσόνι μούσκεμα, κουβαλούσε το φορτωμένο δίσκο σαν μέρμηγκας. Το λιοπύρι καυτό, ο ιδρώτας ρύαξ στο μέτωπό του, οι παραγγελιές η μία πίσω από την άλλη σαν ρουκέτες. Όταν ο αισθητήρας του άναβε αλάρμ, άδειαζε ένα μπουκάλι εμφιαλωμένο νερό στο κεφάλι και συνερχόταν. Ύστερα συνέχιζε το αλώνισμα πέρα δώθε πέρα δώθε σαν πιγκουίνος. Στο ελαφρύ φορτίο κούτσαινε, στο βαρύ  έβαζε το χέρι στη μέση. Έτριβε το λειψό σπόνδυλο και καρτέραγε λίγο την ανακούφιση. Όταν ερχόταν έκανε  πάλι το βάδισμα του πιγκουίνου, μία από ‘δω μία από ‘κει.

       Στον ίδιο δρόμο ένας κατηφής και βουρκωμένος οδηγός, τροφοδοτούσε το ζαχαροπλαστείο. Το μαύρο μάτι του έπαιζε και κουβαλούσε, κουτιά στην αγκαλιά, ντάνες στο καρότσι. Πόσους άραγε να τάιζε με τα ψίχουλα που του ‘δινε ο παχύσαρκος εργοδότης του; Σε λίγο στο σκληρό τούτο κόσμο της φωτιάς, ήρθε και το αγροτικό. Χώθηκε εισηγμένο με το << έτσι γουστάρω >> σφήνα εκεί που δε χώραγε με τη μούρη στο πεζοδρόμιο και την καρότσα στη λωρίδα του δρόμου. Ξεφόρτωσε δυο ωραίους. Μια κορούλα δώδεκα χρονών κι ένα μεγαλύτερό της μελαψό. Στο άψε σβήσε γέμισαν πεπόνια τις σακούλες και σκόρπισαν πηγαίνοντας από τραπέζι σε τραπέζι. << Δύο ευρώ τα τέσσερα >>  παρακαλούσε με μοσχοβολημένη φωνούλα η μικρούλα, ένα αγριμάκι λερωμένο με το μικρό αμάραντο κόρφο της να σαλεύει άταχτος. Όταν δεν έπαιρνες, στεκόταν σαν κλαράκι έτοιμο να σπάσει και επέμενε: << Πάρε καλέ, κύριε, γιατί το βράδυ πέφτει πείνα στο σπίτι. Δέκα ζούμε σε μια καλύβη, ποιος να πρωτοχορτάσει με το επίδομα της τυφλής μάνας μας >>.

        Σ’ όλο το περήφανο τετράγωνο έτσι βγάζει το ψωμάκι του ο κοσμάκης. Και σ‘ όλα τα τετράγωνα της πατρίδας. Σ’ όλα τα αγροτεμάχια της Θεσσαλίας, στους κάμπους της Μανωλάδας, στα διάσελα, στις φάμπρικες, και στα λιμάνια. Πότε με  την κάψα στο κεφάλι και πότε με τον άγριο πουνέντε. Το κορμί σκοτωμένο, το σπαθί στο κόκαλο, το ψωμί λιγοστό. Κι από πάνω τα σκουριασμένα σκεύη της εξουσίας να φτύνουν στο χυμένο αίμα και τον ιδρώτα του κάθε άμοιρου.

        Μόνη έννοια τους να μη σβήσει η φλογίτσα στο βουλευτικό κεράκι τους. Με παχυλούς μισθούς, τουρλωτές συντάξεις  κοτεράκια στο Αιγαίο, με τη συναγρίδα μέρα νύχτα στο πιάτο τους. Και συ Ελαδίτσα, κοιμήσου! Ραγιά Έλληνα ζήσε στην άχαρη ερημιά σου! Ως πότε!

    ellinkoxronografima.blogspot.gr           panant1947

 

 ΧΡΟΝΟΓΡΑΦΗΜΑ

 

 

 

 

                                          Δαρμένες πολιτείες


 

 

 

                                                    Του Παναγιώτη  Αντωνόπουλου

 

 

 

 

          Μας έκανες και θρηνούμε << Καλλικράτη >>. Σε χρίσαμε αυτοκράτορα της τοπικής αυτοδιοίκησης για να γεμίσεις τις αυλές μας με άνθη κι εσύ έγινε επίορκος. Φύτεψες κεντριά θανάτου στις βραγιές τους και η ζωή μας σταμάτησε με τα τσιμπήματά τους. Ο ήλιος μας  έγινε φωτιά κι όπου βρεθούμε κι όπου σταθούμε ξεραίνει τη μυρσίνη μας και οι πόλεις πια δε μας χωρούν. Δεν γέμισαν μόνο φίδια και μελαγχολία αλλά και πληγές. Πληγές του Φαραώ, αγιάτρευτες που σκορπίζουν πένθιμες πομπές από αρουραίους, άρρωστες ύαινες, δικέφαλους σκύλους, νεκρές γάτες και ψειριασμένους γύπες.

       Στις πλατείες τα περιττώματα των σκύλων ζεύουν σαν ξεπεσμένοι αυτοκράτορες, στους δρόμους  σέρνονται ματωμένες λακκούβες, μελανιασμένα χείλη γυναικών και  κυλούν σκουριασμένα πριονόδοντα σαν εωσφόροι. Στα ρείθρα  πήζουν τα φτύματα, και οι σκώληκες κολυμπούν στα μολυσμένα ύδατα. Οι πεινασμένοι κάδοι ξερνάνε τα απορρίμματά τους, και, οι αλλοδαποί ψάχνουν στον εμετό τους να δουν το θάνατο που τους περιμένει.  Οχήματα σάπια στήνουν μακάβριο χορό στους ακάλυπτους και στις σκουριασμένες κοιλιές τους τα φουσκωμένα ψοφίμια αποσυντίθενται από τις στρατιές των σκουληκιών. Οι στροφές κλαίνε από τους τόσους θανάτους και οι θρήνοι των γονιών και των γειτόνων για το χαμένο τους αγγελούδι ξετυλίγονται σαν όφεις και γίνονται φωτιά. Στα καντούνια κοιμάται ο τρόμος και ξυπνάει όταν στη μεσονύχτια στράτα, ακουστούν τα βήματα του περαστικού. Στα πάρκα τα φύλλα πέφτουν. Τα δέντρα λυγάνε με τα κλαράκια τους ξερά, οι ανθοί των λουλουδιών μαραίνονται και ό,τι φυτρώσει δεν ανασαίνει.  Λείπουν οι εργάτες που θα τα φρόντιζαν, αραίωσαν τα χέρια τους με τις απολύσεις που ψήφισαν οι τριακόσιοι Δερβέναγες. 

      Ταράζεται η ανάσα μας σαν περπατάμε εκεί μέσα. Η χλόη τους είναι πατημένη από τους εισβολείς, και το χρυσό χαμόγελό της το σφάζει η λάμα από το πεσμένο μαχαίρι του αλλοδαπού. Κι όπου άκρη από σύννεφο στον ουρανό, από κάτω του, άδεια κουτιά μπίρας, φλούδια πασατέμπου και ναυαγισμένα προφυλακτικά μιας μολυσμένης θάλασσας.

      << Καλλικράτη >>. Οι ώρες μας στις πόλεις που ζούμε είναι φριχτές κι απ’ τ’ ανοιχτά παράθυρα ο ήλιος που γλιστράει μέσα μας σφάζει σαν λεπίδι. Μια γλυκιά χαρά ζητήσαμε να  μας δώσεις κι εσύ ντύθηκες Σαουδάραβας πετρελαιάς κι εγκατέλειψες τους μαύρους δούλους σου.  Ώρες- ώρες μεταμορφώνεσαι σε άλογο και με την οπλή του μοιάζεις σαν να θα θέλεις να μας συντρίψεις. Όσο είσαι θεσμός είσαι αόρατος. Δε σε βλέπουμε ούτε στο δρόμο αλλά και στο καφενείο. Εκεί που μας πήρες την ψήφο με μπαμπεσιά. Στη δώσαμε για να σκορπίσεις στις πόλεις χρυσόσκονη κι εσύ τη γέμισες με ακαθαρσίες, ούρα σκύλων και αλλοδαπών. Έσταξες στις φλέβες τους κώνειο και στο άχραντό τους σώμα, πασάλειψες την τέφρα των αποξηραμένων κοπράνων.

     Δεν θέλουμε να βουλώσεις τις λακκούβες με διαμαντόσκονη. Μας αρκεί το λευκό χαλικάκι. Ούτε και τους κάδους να τους μεταμορφώσεις σε ορειχάλκινους. Να τους πλένεις θέλουμε και να τους αδειάζεις.  Να ξεβρομίσουν από τη μπόχα να μη φτάνει στα τραπέζια μας. Ακόμα να στηρίξεις και τις τρώγλες της φτωχογειτονιάς με πασσάλους να αποφύγουμε καμιά θανατηφόρα κατάρρευση. Και ύστερα με σεμνό τρόπο να βγάλεις τους υπαλλήλους σου για δουλειά. Οι κακόμοιροι! Λειώνουν εκεί μέσα να ξύνουν μολύβια! Ας αφήσουν <<τις παρούσες αλληλογραφίες >> κι ας πιάσουν το φτυάρι. Έτσι οι ροδονυφούλες τριανταφυλλιές θα σκορπίσουν μύρα και ηδονές στις πόλεις μας.

      ellinikoxronografima.blogspot.gr

  

                                               

 

ΧΡΟΝΟΓΡΑΦΗΜΑ

 

 

 

                     Βουλή πεδίο λυσσαλέας αμάχης  


 

 

 

                                           Του Παναγιώτη  Αντωνόπουλου

 

 

 

 

            Δυστυχώς Λουδοβίκοι της βουλής  δεν υπάρχει ελληνική ζώσα κοινωνία, ούτε θα αναστηθεί εν μέλλοντι χρόνω. Το βλέπουν οι πάντες, όλο και βυθίζεται καθημερινά  στη  λάσπη. Φτάσαμε να έχουμε Κροίσους στην Ελλάδα, οι οποίοι δε χαρίζουν το χρήμα τους << για την ψυχή της γιαγιάς τους >>, δεν το επενδύουν και το στέλνουν έξω. Κι εσείς  αντιτάσσετε την παιδαριώδη ουτοπία της ανάκαμψης σαν χαλινό της αλλοφροσύνης που φωλιάζει μέσα σας  η νερώνεια βιοδομή σας για να κρατήσετε το στέμμα σας.

            Όλο διακηρύξεις πομπώδεις είσαστε, εθελότυφλη εμμονή σάς διακατέχει να χτίζετε στην άμμο, χωρίς πρόγραμμα κυβερνάτε τη χώρα και ούτε ψύλλος στον κόρφο σας. Συνεχή  απαξίωση διδάσκετε στις ιδέες, στο ήθος, στο πνεύμα, στα έργα των πνευματικών ανθρώπων και δημιουργών. Δεν πιστεύω να ξεχάσατε τι έπαθαν, Παρορίτης, Καρυωτάκης, Βάρναλης, Ρίτσος, Θεοδωράκης, Καζαντζάκης, Καβάφης, από   τους φίλους σας που κυριαρχούσαν πριν στο πολιτικό φακλαναριό που τώρα σεις επαξίως τους διαδεχτήκατε. Με τη ζύμη της σαπίλας τους, και, της δικής σας σαπίλας ζυμώθηκε και η σημερινή κοινωνική σαπίλα  που  αν κάποιος και στις μέρες μας δηλώσει Ψυχαριστής δεν το έχουν τίποτα << οι  φανατισμένοι >> καθαρευουσιάνοι  να τον λυντσάρουν.   

           Ώσπου ήρθε η ωραιολογία, κάλυψη κι αυτή του ψεύδους σας, να βαφτιστεί ο μικρομεσαίος, μοχλός της ελληνικής οικονομίας και ο βιοτέχνης, ο σουβλατζής, ο κουρέας, ο λινοτύπης και ο  αχινοσυλλέκτης, ακρογωνιαίοι λίθοι της.  Δυστυχώς τους θάψατε.  Πριν την καταστροφή ζούσαν λιτά αλλά είχαν και ένα νεφελώδες όραμα ζωής. Τώρα τι έχουν; Την τριχιά στο λαιμό τους και το ζυγό της φτώχειας στον τράχηλο;

          Στην πόλη που έχω κατασκηνώσει είναι θαύμα που ζει  ένας μικρομεσαίος μετά από αυτό που έπαθε. Είχε ένα μαγαζάκι, μια κάμαρα στενάχωρη, αλλά παραφορτωμένη στις μέρες της δόξας, με βιβλία, χαρτικά και παιχνίδια. Έτρωγε κι αυτός, έριχνε και το φόρο με το ΦΠΑ του στον εθνικό κορβανά να σωθεί κανένας γέρος με το τρισάθλιο εθνικό σύστημα υγείας.  Ώσπου η όχεντρα κρίση του κατέβασε τα ρολά. Άνοιξε άλλο με κονσέρβες, τσιγάρα, εργαλεία ψαρικής, σκοινιά, παντούφλες,  σκούπες και απορρυπαντικά. Το κράτησε ένα χρόνο, το χρέος στον ΟΑΕΕ λίγο έλειψε να τον στείλει φυλακή. Έμεινε στο δρόμο, τον τάιζε η γειτονιά, η Τράπεζα με το παχουλό της χέρι τον φοβέριζε να του πάρει το σπίτι, ένα μακρόστενο χαμώγι που βάζει μέσα γυναίκα και παιδιά.

         Και τώρα κόβει χορτάρια να μη το χάσει, καθαρίζει κήπους και αυλές, βουλώνει γράνες  στους δρόμους, πλένει βιτρίνες, θελήματα κάνει να ‘χει γεμάτο το ροί  και χορτασμένη την κοιλιά.

         Οι μισοί Έλληνες είναι σαν κι αυτόν φαληριμένοι, η μισή Ελλάδα ήδη κατοικεί  σε είδη τσαντιριών.  Κι εσείς Λουδοβίκοι μου, κάνατε τη βουλή πεδίο λυσσαλέας αμάχης, εξαντλήστε σε ψηφοθηρικές μεταρρυθμίσεις, χαίρεστε για τον αμοραλισμό και τη μικρόνοιά σας, κυβερνάτε χωρίς πρόγραμμα και πανηγυρίζετε σε κάθε μέτρο δρόμου που ασφαλτοστρώνετε και κόβετε την κορδέλα!  Η κομματική και η πολιτική σας καμαρίλα δεν έχει όρια!

      ellinikoxronografima.blogspot.gr   

 

                              Παναγιώτης  Αντωνόπουλος

Χρονογράφημα


                                         Ο  πεινασμένος

            Γαμψόνυχες κόρακες  κράζοντας πετούσαν από πάνω του. Κι αυτός ο ταλαίπωρος, ο πεινασμένος της πολιτείας, καθισμένος στο πεζοδρόμιο, δίπλα στον κάδο, έτρωγε ότι έβρισκε μέσα στα σκουπίδια. Ανάγκη το ‘χε να λαδώσει το πεπτικό του σύστημα και να τυλώσει την άδεια του κοιλιά.  Στο δρόμο μασκαράδες, χορτασμένοι από λουκούλλεια γεύματα  και με όρεξη λιονταριού να μασάνε ακόμη, τον κοιτούσαν και τον περιέπαιζαν που τους χαλούσε το κέφι. Θορυβούσε, χτυπούσε τα άδεια τελάρα, άνοιγε σακούλες, σωρούς εδώδιμων αποικιακών σκορπούσε, ανασκάλευε κι έψαχνε μανιωδώς κι αρειμανίως. Ένας μασκαρεμένος << έμπορας όπλων >> τον πλησίασε. Λύθηκε στα γέλια, έβγαλε σπαρταριστό χαμόγελο, τον στόλισε με κοσμητικά επίθετα, με κανόνα φασιστικής συμπεριφοράς του είπε: <<  φάε κι αυτό τον ντοματοπελτέ>> και του αλίευσε ένα κουτί με μια κλωτσιά κοντά του.

         << Δεν έχεις Όλυμπε Θεούς, μηδέ λεβέντες η Όσσα, ραγιάδες έχεις, μάνα γη, σκυφτούς για το χαράτσι, των Ευρωπαίων περίγελο και των αρχαίων παλιάτσοι… >>. Κι εσύ πολιτεία δεν έχεις έναν πατρίκιο, έναν ερυθροσταυρίτη, να στείλει στα τάρταρα  την πείνα του φτωχού, το σαβουάρ βιβρ να δείξεις!

         Στον πάτο οι Αρχές. Και οι βουλευτές μονάρχες. Μοιράζουν φέουδα να κρατηθούν στο θρόνο τους, βαρόνους  στηρίζουν, τιμάρια  υπόσχονται, αξιωματούχους  χρήζουν. Καμιά μοσχαροκεφαλή για τον πεινασμένο, δράμι, κάνα παστωμένο αλίευμα για το ματωμένο και χρεωμένο φαμελίτη. Κάτι να κάνουν για τη φτώχεια. Τουλάχιστον να θυμηθούνε την Ωδή της:

        << Όταν γεννήθηκα φτώχεια, με ακολουθούσες. Οι σταλαγματιές τη νύχτα επαναλάμβαναν το όνοματεπώνυμό σου ή μερικές φορές, η άδεια αλατιέρα, το σκισμένο σακάκι, τα τρύπια παπούτσια, με προειδοποιούσαν, ήταν εκεί παραμονεύοντάς με, τα όμοια με σαράκι δόντια σου, τα μάτια σου, τέλματα σωστά, η σταχτιά σου γλώσσα που κόβει τα ρούχα, το ξύλο, τα κόκκαλα και το αίμα, ήσουν εκεί, ψάχνοντάς με, ακολουθώντας με στους δρόμους από τότε που γεννήθηκα…

        Φτώχεια με ακολούθησες στις γειτονιές και στα νοσοκομεία, στην ειρήνη και στον πόλεμο, όταν αρρώστησα χτυπήσαν την πόρτα, δεν ήταν ο γιατρός, παρά ερχόταν ξανά η φτώχεια… Εγώ με άλλους μαζί σ’ εξορίζουμε από τη γη στη σελήνη, για να μείνεις εκεί παγωμένη κι αιχμάλωτη κοιτώντας με μάτι μισό το ψωμί και το αλεύρι που θα καλύψουν τη γη από αύριο >>.

      ellinikoxronografima.blogspot.gr

Κυριακή 30 Αυγούστου 2026

 

ΧΡΟΝΟΓΡΑΦΗΜΑ

 

 

                                        Ένας σεισμός


 

 

                                                       Του Παναγιώτη   Αντωνόπουλου

 

 

 

            Ένας εγκατακρημνισιγενής σεισμός χρειάζεται εκεί στο Σύνταγμα, της κλίμακας των δέκα ρίχτερ. Και ν’ ανοιχτεί ρήγμα βαθύ, ρήγμα λασπουριάς, να θάψει ότι άχρηστο νομοθέτησαν οι γραικύλοι του βουλευτικού παλατιού.  Ότι σάπιο ξεσκάλισαν κι έγραψαν οι πατριάρχες των νόμων για να φτιάξουν ένα λαό λεκέ και στημένο σαν πατσαβούρι. Ότι ανήλεο  νομοσχέδιο φτιάχτηκε και ψηφίστηκε να γδάρει τους πειναλέους γραικούς. Ότι σουλτάνικο φιρμάνι εκβαρβαρίζει τη ζωή του Έλληνα.

           Γιατί αν δεν χαθούν οι νόμοι των Δράκων, ο Έλληνας από κρυμμένος ποντικός που είναι στην τρύπα του θα γίνει γενίτσαρος. Και δε θα χωρατέψει.  Θα ζητήσει το δίκιο του και θα γυρέψει με καρδιά Κολοκοτρωναίικη τα κλεμμένα του.  Τετρακόσια χρόνια στη σκλαβιά του Τούρκου  ξέρει καλά να πολεμά Σουλτάνους. Αρκεί μια σπίθα και θ’ αφήσει το αφέψημα της λεβάντας και της βαλεριάνας που τον κοιμίζει. Θα ξυπνήσει, θα ζωστεί το δίκιο και το θυμό του και θα ορμήσει. Θα ορμήσει να σείσει τα άχθη του, να κάνει κουρέλι τη μαντίλα που του φόρεσαν οι αφέντες του και να σβήσει τη γραμμή με τα χρέη του που του φόρτωσαν οι επίορκοι αντιπρόσωποί του.

             Σε τι θεμέλια στέριωσαν τούτοι οι νόμοι; Τι έκανε να πιστεύουν οι νομοθέτες τους πως αυτοί είναι οι πυλώνες της αψίδας που θα σώσουν την οικονομία της πατρίδας μας; Τι γελοίο και άθλιο να νομίζουν οι κακορίζικοι πως θα μας σώσουν με νόμους της αφρικάνικης ζούγκλας και με ξορκισμούς των Απάτσι; Και τι γελοίο να αποκαλούνται << σωτήρες αυτοκράτορες >> οι 300 με  το μυαλό τους που δεν είναι ούτε καν κουκούτσι.  Οι λεγόμενοι << ελληνική τρόικα >> που ως βδέλλες κάνουν αφαίμαξη στο αίμα του λαού.

               Και στο ρήγμα  που θα ανοίξει ο σεισμός να φυτρώσει μια λάμπουσα πολιτική, φιλολαϊκή και πατριωτική. Να δώσει ένα αχτινοστρόβιλο φύσημα στους σάπιους τροχούς του υπάρχοντος πολιτικού άρματος και να το αναποδογυρίσει, συντρίβοντάς το. Να φύγουν οι πίπιδες και να ‘ρθουν πολιτικοί ντόμπροι, ταϊσμένοι στη φτώχεια, γαλουχημένοι στην ευωδιά της τιμιότητας και αγνοούντες τη ρεμούλα και την ιχνηλασία του πλούτου.

                 Να είναι όλοι τους προπονημένοι στο άδειο στομάχι, λιγνεμένοι από τις στερήσεις και δοκιμασμένοι στο κρύο. Διαβασμένοι στα δημόσια ελληνικά σχολεία και διακεκριμένοι με περγαμηνές στα οικεία πανεπιστήμια. Με βιογραφικά τσιτσιρισμένων γόνων και ανατρεφόμενοι με γάλα κατσίκας και εθνική φασολάδα. Χωρίς χρωματιστούς λαιμοδέτες, αρωματισμένα φράκα και στολισμένους με μπριλάντια. Πολιτικοί, που να έχουν μάθει να λένε: << πρόσταξον αυθέντη, λαέ >> κι όχι  << προστάζω εγώ!>> Τέτοιοι να έρθουν να κυβερνήσουν!  Αυτούς που έχουμε στο σβέρκο μας τους βαρεθήκαμε! Άει σιχτίρ πια!

              ellinikoxronografima.blogspot.gr

 

 

Χρονογράφημα

 

 

 

 

                                          Τίγκα στο σκουπίδι


 

 

                                                  Του Παναγιώτη Αντωνόπουλου

 

 

 

                Άνω θρώσκω, ίσον άνθρωπος κατά το έτυμον.  Άρα έχω μυαλό, ξεχωρίζω την πέτρα από το μέταλλο, τη φωτιά από τη στάχτη, τα καλό από το κακό, το σκουπίδι στο πιάτο από το εκλεκτό κυνήγι.  Και δε θέλω να πιάνομαι κορόιδο από τη δημοτική αρχή, να μου γεμίζει  τίγκα στο σκουπίδι τη λιακάδα μου, το σεληνόφως μου, το πεζοδρόμιο και την αυλή μου.  Είναι άκρως επαχθές να βλέπω τον κάδο στη γειτονιά μου, τίγκα στο σκουπίδι, να νιώθω ζωντόβολο, να αναπνέω την κακοσμία και να εκβάλω το περιεχόμενο του στομάχου μου. Πικρόχολος ύστερα να κατεβάζω γαμοσταυρούς και να εξακοντίζω οικείες ύβρεις στα λατρεμένα τέκνα της καθαριότητας.

                 Οι κάδοι τρώνε με βουλιμία, είναι αναίσθητες κοιλιές, επιρρεπείς να βαραίνουν και όχι να ξαλαφρώνουν. Το πλεόνασμά τους το    αποβάλουν και πάνω στο σωρό του πετάς εσύ ο γκιαούρης τις γεμάτες σακούλες σου, ο γείτονας τα ξερόφυλλα κλαδιά, ο περαστικός το άδειο κουτί της μπύρας.  Και μεγαλώνει ο σωρός, υψώνεται το σκουπιδαριό, τεντώνεται πάνω στα σίδερα, στους τενεκέδες, στα σύρματα, στα κουτιά, στις πεταμένες καρέκλες, στις πλαστικές γαλότσες, και, στα σχισμένα υποδήματα..

                 Ριγμένος στο χόβολη της ανέχειας, δεν  τρως, αλλά βλέπεις και μυρίζεις. Μυρίζεις κλάρες ψεκασμένες με εντομοκτόνα, ξερά χόρτα, νοτισμένο σανό, σανίδι σκεβρωμένο, πριονίδι οσμηρό, πελεκούδι ψεκασμένο με σκόνη. Πας να φύγεις, χάσκει ο κάδος, πιάνεις τη μύτη σου  και σαν τουφεκισμένος λαγός  τρέχεις να κρυφτείς. Πίσω σου, να οι χορτάτοι γάτοι, οι ταχύποδες ποντικοί, οι  σκύλοι σε στρώνουν στα κοντά.  Ο  κάδος κάνει το ίδιο, διογκώνεται, τρέχει σε ακολουθεί, τον νιώθεις μ’ ένα πήδο να ‘ρχεται πίσω σου και να σε ακολουθεί.

                  Στυμμένος από χαράτσια και χωμένος στο σκουπίδι, νιώθεις άβουλος, μόνος, απροστάτευτος, ξοφλημένος δερβίσης. Γελάς με τις νεκροφιλικές μεγαλοστομίες των δημάρχων και των πολιτικών για ποιότητα ζωής και ανάπτυξη, επιστρέφεις τη φαύλη κομπορρημοσύνη τους και μουντζώνεις τις άδειες σκιές στους δημόσιους οίκους τους. Και οι μέρες περνούν, το απορριμματοφόρο όμως πάλι μένει από λεβιέ, οι εργάτες δηλώνουνε αργοί, οι δήμαρχοι ανούσιοι και μωροί, μένουν στα ίδια και σε εγκαταλείπουν. Φεύγει; δε φεύγει έτσι το σκουπίδι!

                   ellinikoxronografima.blogspot.ge