Χρονογράφημα
Τα φορτηγά καράβια συλλογίζομαι
Του Παναγιώτη
Αντωνόπουλου
Δεκαετία του εξήντα,
τέλος Μαϊου και την έκανα κοπάνα απ’ την πολύβοη τάξη. Φυσιολάτρης και
θαλασσόφιλος, περιπατητής της αποβάθρας ποντάρισα στη γοητεία της που απόπνεε
ιώδιο και καθαρό αέρα να λυτρωθώ, βάρος γαρ δυσβάσταχτο ο σάκος των γραμμάτων.
Καθηγητές βγαλμένοι από σχολές φακίρηδων ήθελαν με τη μία να μάθουμε τον
Ευριπίδη, απέξω, παιδαγωγοί απαίδευτοι, στο σκοτάδι μας έστελναν αγνοώντας το
φως. Ήξεις αφήξεις οι θεωρίες τους, τα λόγια τους μπλα - μπλα, τα χρυσά σκαλοπάτια μέσω των οποίων θα
αναρριχόμαστε σε θώκους έβλεπαν, τίποτα
για το πνεύμα, την παιδεία της ψυχής και το ζην. Μυρίστηκε την κοπάνα μου ο ψαράς, κάθε έφηβος
βολταδόρος στο λιμάνι της Κυπαρισσίας εκείνη την εποχή ήταν σκασιάρχης ή
τεμπέλης και με ρώτησε: << Κοπάνα νεαρέ; Σου ‘καναν το βίο αβίωτο οι
καθηγητές σου και το ‘σκασες; Έλα να σε
πάω βαρκάδα να ξεχλιάνεις! >>
Τώρα η ζωή μου
εφθάρη, ανηλεής ο χρόνος με ακινητοποιεί. Το ξέρω θαύματα δε γίνονται να
επανεκλεγώ νέος, το έδρανο της γερουσίας με στενοχωρεί, φεύγω που και που να
ρετουσάρω τις μνήμες μου, την υφαρπαγή της ομορφιάς ν’ απολαύσω.
Για να δώσω χθες
θριαμβευτικές διαστάσεις στην έξοδό μου, κάθισα στο ταβερνάκι της αποβάθρας.
Τον ψαρά θυμήθηκα που πήγαμε βαρκάδα, την κουβέντα που πιάσαμε για τη θάλασσα,
τις ναυτικές λέξεις που διακοσμούν το λεξιλόγιό μου, εξαιτίας του. Κι όσο οι
μνήμες έρχονταν απ’ όλη τη θητεία της ζωής μου, το καρτούτσο άδειασε, οι
βαρκούλες στα ρηχά έγιναν αγάπες, το γερασμένο ψαροκάικο στο ακρολίμανο μου
θύμισε τον Κώστα Ουράνη με το ποίημα του:
Τα φορτηγά καράβια
συλλογίζομαι/ που γέρασαν και τώρα λαβωμένα/ χωρίς ούτε μια βάρδια στο
κατάστρωμα/ σαπίζουν στ’ ακρολίμανα δεμένα.//
Τα φορτηγά καράβια που ταξίδεψαν/ στων πέντε των ηπείρων τα πελάγη/ απ’
του Μουρμάνσκ την παγερή τη θάλασσα/ ‘ισαμε του Αμαζόνα τα τενάγη.// Τους ναυτικούς τους γέρους συλλογίζομαι/ που
στα μεγάλα των χειμώνων βράδια/ με υπομονή κι αγάπη για τα εγγόνια τους/- είτε
γι’ αυτούς- μικρά φτιάχνουν καράβια.// Και δεν μπορούνε πια να ταξιδέψουνε/ μα
κάθε μέρα ως το λιμάνι πάνε/ και άνεργοι, ανώφελοι και πένθιμοι/ σαν κάτι να
χάσανε κοιτάνε.
ellinikoxronografima.blogspot.gr