Κυριακή 26 Ιουλίου 2026

 

                             Παναγιώτης  Αντωνόπουλος

Διήγημα    


 

 

                          Το φάντασμα του μαύρου καβαλάρη

 

          Μέρες τώρα η πόλη ήταν ανάστατη από τις φήμες που κυκλοφορούσαν και μιλούσαν για την επίσκεψη του μαύρου καβαλάρη. Ήρθε έλεγαν από μακριά για να βρει τον άνθρωπο με τα εφτά θανάσιμα αμαρτήματα και να αποδώσει Δικαιοσύνη, σκοτώνοντάς τον σε μονομαχία μια ασέληνη νύχτα, στο νεκροταφείο της πόλης. Ο πρώτος άνθρωπος που τον είδε να διατρέχει βράδυ την πόλη στα νότια, δεν είχε συνέλθει ακόμη και ο φόβος του είχε φωλιάσει για καλά στην καρδιά του. Ωστόσο μπορούσε να τον περιγράψει και να θυμηθεί και τις πιο ασήμαντες λεπτομέρειές του.

          Πρώτα – πρώτα έλεγε, έδειχνε δυνατός κι ασυμβίβαστος. Το αρρενωπό και τραχύ πρόσωπό του με τα σχιστά μάτια και τα πυκνά φρύδια τού προσέδιδαν εμπιστοσύνη και σιγουριά. Ύστερα η κατάμαυρη δερμάτινη στολή που φορούσε με το μεγάλο καπέλο και τις καλοφτιαγμένες μπότες τού έδιναν μεγάλη εκκεντρικότητα και προκαλούσε  ασύγκριτη εντύπωση. Το χρυσοκέντητο τώρα σήμα της νεκροκεφαλής στο μέρος της καρδιάς του μαζί με το μεγάλο κι ευλύγιστο σπαθί που κρατούσε στο δεξί του χέρι και το ανέμιζε με δύναμη και δεξιοτεχνία στον αέρα ολοκλήρωναν το ελκυστικό πορτραίτο του μαύρου καβαλάρη και το ‘καναν συμπαθητικό μαζί και μισητό.

          Ο μύθος έλεγε πως πριν πάρει την απόφαση να γίνει εκδικητής των αμαρτωλών, ο ίδιος είχε πέσει θύμα τους και είχε πληγωθεί πολύ! Ήταν δεκαοχτώ χρονών όταν αγάπησε μια όμορφη γυναίκα και την παντρεύτηκε.  Πάνω  όμως στο μήνα αναγκάστηκε να φύγει από την πόλη και να την αφήσει μόνη. Σαν γύρισε  πήρε ένα ανώνυμο γράμμα που του έλεγε πως όσο καιρό έλειπε η γυναίκα του τον απατούσε με τον πιο πλούσιο νέο της περιοχής. Αμέσως για να ξεπλύνει την ντροπή τον κάλεσε σε μονομαχία και τον σκότωσε. Ο ίδιος όμως τραυματίστηκε βαριά και σαν κατάλαβε πως δε θα ξέφευγε το θάνατο, παρακάλεσε το Θεό να τον κάνει φάντασμα και σαν θα γυρνά τον κόσμο να τιμωρεί τους κακούς και τους αμαρτωλούς. Ο Θεός τον άκουσε κι από τότε το φάντασμα του νεκρού μονομάχου καβάλα στο περήφανο άλογό του τρέχει στους δρόμους της κάθε πόλης και είναι έτοιμο να την προστατεύσει!

          Έτσι σαν  του το ζητούσε ανέβαινε στο ατίθασο άλογό του και την επισκεπτόταν σαν το πυκνό σκοτάδι τη σκέπαζε και η αναγνώρισή του γινόταν δύσκολη. Αφού έκανε τρεις γύρους έξω από τα σπίτια της κι εντόπιζε το νεκροταφείο της, τραβούσε κατευθείαν εκεί κι αφού ξεπέζευε κι άφηνε το άλογο έξω από το μαντρότοιχο, αυτός έμπαινε μέσα κι έψαχνε να βρει τον  τάφο της νεότερης πεθαμένης κοπέλας. Σαν τον έβρισκε, έβαζε ένα χοντρό μαύρο κερί στην είσοδό του για να τον γνωρίσει το πρωί που θα επέστρεφε να κρυφτεί μέσα και ξεκινούσε πάλι την ολονύκτια έφοδό του στους δρόμους της πόλης για να βρει το σπίτι του ανθρώπου με τα εφτά μεγάλα θανάσιμα αμαρτήματα.

          Σαν το έβρισκε, χάραζε στην πόρτα του ένα κόκκινο σταυρό και τα αρχικά του γράμματα και επέστρεφε στο νεκροταφείο όπου και τον περίμενε για τη μονομαχία του θανάτου.  Τον περίμενε εφτά νύχτες, αν δεν παρουσιαζόταν και την τελευταία νύχτα, αποφάσιζε να τον σκοτώσει πια, σε μια από τις πολλές ενέδρες που θα του ‘στηνε έξω από το σπίτι του.

           

 

 

               * * *

 

 

 

          Μόλις πληροφορήθηκαν οι αμαρτωλοί  της πόλης πως ο μαύρος καβαλάρης εθεάθη από τον άνθρωπο που αναφέραμε σε έναν από τους δρόμους της τρομοκρατήθηκαν.  Αμέσως άρχισαν να μετράνε τα μεγάλα αμαρτήματά τους και να ζητάνε απεγνωσμένα τη γνώμη και τη συμβουλή των δικών τους για το τι γενέσθαι.  Οι πιο δειλοί έφυγαν, άλλοι μετακόμισαν σε φιλικά σπίτια και κάποιοι χάνοντας την ψυχραιμία τους, μεταμόρφωσαν τα σπίτια τους κάνοντάς τα αγνώριστα για να ξεγελάσουν το μάτι του μαύρου καβαλάρη και να ξεφύγουν!

          Απ’ αυτή την υστερία πανικού δε γλίτωσε ούτε και ο πρώτος άρχοντας της πόλης, που οι ψίθυροι τον έφερναν σαν τον άνθρωπο που βαρυνόταν με τα εφτά μεγάλα αμαρτήματα και πως αυτόν ζητούσε το φάντασμα του μαύρου καβαλάρη. Σαν το ‘μαθε πανικόβλητος εγκατέλειψε την πόλη και πήγε να κλειστεί στην εξοχική του κατοικία, βόρεια της πόλης σε μια έρημη και απρόσιτη περιοχή που οι δρόμοι της φυλασσόταν από  εκπαιδευμένα λυκόσκυλα κι έκοβαν το δρόμο σε κάθε ανεπιθύμητο επισκέπτη.

          Τις τρεις πρώτες μέρες ο άρχοντας τις πέρασε κλεισμένος στο δωμάτιό του χωρίς να δει άνθρωπο. Την τέταρτη ξεθάρρεψε κάπως και ζήτησε να τον επισκεφτεί ο γραμματέας του. Σαν τον είδε αυτός να βρίσκεται στα πρόθυρα  νευρικής κρίσης, του είπε για να τον εμποδίσει από τίποτα χειρότερο:

        << Δεν έχεις διαπράξει το έβδομο αμάρτημα, άρχοντα. Γιατί φοβάσαι; >>

         Κούνησε το κεφάλι του εκείνος, κοκκίνισε το πρόσωπό του από την ενοχή και του ψιθύρισε άκοσμα με σβησμένη φωνή:

         << Το διέπραξα κι αυτό! >>

         << Πότε; Κρυφά από μένα; >>

         <<Ναι, δυστυχώς! >>

          Πήρε μια βαθιά ανάσα ο άρχοντας και σαν σκέφτηκε για λίγο του είπε δείχνοντας αποφασισμένος να μιλήσει:

          << Θα στα πω όλα! Θυμάσαι πριν ένα χρόνο που μας επισκέφτηκε ο επιθεωρητής υγιεινής της περιφέρειας και μου ζήτησε πάση θυσία να κάνει δειγματοληπτικό έλεγχο στο νερό της πόλης γιατί είχε καταγγελίες πως ήταν μολυσμένο;>>

          Τον κοίταξε μ’ ένα βλέμμα καχυποψίας ο γραμματέας και του έγνεψε καταφατικά με τα μάτια.

          << Το νερό ήταν μολυσμένο >> συνέχισε ο άρχοντας << κι εγώ το ‘ξερα! Πριν τρεις μέρες με ειδοποίησε ο γιατρός του νοσοκομείου πως ένα τρίχρονο αγοράκι έδειχνε ύποπτο να έχει το μεταδοτικό και θανατηφόρο ιό της χολέρας κι αυτό κατά πάσα πιθανότητα οφειλόταν στο μολυσμένο νερό! >>

          << Λέγε, θέλω ν’ ακούσω! >> τον προέτρεψε γεμάτος αγωνία ο γραμματέας κι έδειξε να  κυριεύεται  από  μίσος  για  τον άρχοντά του.          

         << Λοιπόν, μου είχαν πει δυο εργάτες πως βρήκαν μέσα στη δεξαμενή πολλά ψόφια ποντίκια να πλέουν στο νερό και με τα διαμελισμένα σώματά τους από τη σήψη έκαναν την ατμόσφαιρα εκεί μέσα αφόρητη!>>

          << Και δεν έκοψες την παροχή ύστερα απ’ όλα αυτά; >>

          << Όχι! Γιατί ο επιθεωρητής ήταν επί θύραις και δεν ήθελα ν’ αφήσω χωρίς νερό την πόλη και να εκτεθώ στα μάτια του! >>

          Δάγκωσε τα χείλη του ο γραμματέας και φανερά δυσαρεστημένος, τον ρώτησε με τη φωνή του υψωμένη:

         << Και ο δειγματοληπτικός έλεγχος στο νερό δεν έγινε από τον επιθεωρητή; >>

         << Δεν έγινε! Προφασίστηκα αδυναμία για τεχνικούς λόγους και δεν τον  άφησα να τον κάνει! >>

          Έδειχνε συντετριμμένος και μετά βίας συγκροτούσε τη σκέψη του. Ωστόσο μιλούσε κι ας έχανε που και που το ρυθμό του.

          << Μια μέρα πριν φθάσει στην πόλη ο επιθεωρητής >> συνέχισε, << ειδοποιήθηκα πάλι από τον ίδιο γιατρό πως το τρίχρονο αγοράκι πέθανε. Η αιτία του θανάτου του οφειλόταν με βεβαιότητα στον ιό της χολέρας που το είχε προσβάλει κι ευθυνόταν απόλυτα το μολυσμένο νερό της πόλης αφού οι τοξικολογικές και μικροβιολογικές εξετάσεις που έγιναν στο εργαστήριο του νοσοκομείου με πάσα μυστικότητα κι σοβαρότητα, έδειξαν πως ο θανατηφόρος ιός βρισκόταν στα μόρια του νερού και το είχε μολύνει!>>

          Έξαλλος έγινε ο γραμματέας και χτυπώντας το χέρι του με δύναμη πάνω στο τραπέζι, του φώναξε με όλη της δύναμη της φωνής του:

          << Κι εσύ μετά απ’ όλα αυτά, συνέχιζες να ΄χεις ανοιχτή την παροχή του νερού, ε;   Έπρεπε να  μετρήσεις  ακόμη κι  άλλο   θάνατο  για  να   την   κλείσεις ;>>

          Η δύσπνοια που ένιωσε για λίγο ο άρχοντας και η παροδική ζαλάδα που διαπέρασε το κεφάλι του δεν τον εμπόδισαν να συνεχίσει να μιλάει. Έτσι σαν στύλωσε τα ανέκφραστα μάτια του πάνω στο γραμματέα του, συνέχισε:

        <<Τη μέρα της συνάντησης με τον επιθεωρητή, άλλη μια πληροφορία που πήρα, μιλούσε για άλλα τρία παιδιά που νοσηλεύονταν στο νοσοκομείο, μολυσμένα από το θανατηφόρο ιό. Αντιλαμβάνεσαι την ψυχική μου αναστάτωση εκείνη τη στιγμή! Δεν μπορούσα όμως να κάνω τίποτα όσο ακόμη ο επιθεωρητής βρισκόταν στην πόλη και το μολυσμένο νερό συνέχιζε να τρέχει όλο το βράδυ και μόνο σαν έφυγε την άλλη μέρα έδωσα εντολή να σταματήσει η παροχή του >>.

          Απόμεινε για λίγο σιωπηλός σαν σταμάτησε την αφήγησή του κι έδειξε κάτι να σκέφτεται. Αμέσως ύστερα  άνοιξε ταραγμένος το συρτάρι του γραφείου του. Έβαλε το δεξί του χέρι μέσα και τρέμοντας έβγαλε ένα μεγάλο κι αστραφτερό μαχαίρι και το ακούμπησε με τη λαβή προς το στήθος του και την αιχμηρή λάμα του να κοιτάζει κατ’ ευθείαν  το πρόσωπο του γραμματέα του. Εκείνος όπως ήταν φυσικό φοβήθηκε και τραβήχτηκε πανικόβλητος προς τα πίσω. Τότε χαμογέλασε ο άρχοντας και του είπε χαμηλόφωνα για να τον ηρεμήσει και να δικαιολογήσει την εμφάνιση του μαχαιριού:

          << Μη φοβάσαι, δεν είναι για σένα το μαχαίρι! Για μένα είναι! Δες τι θα κάνω και κράτησε την ψυχραιμία σου! >>

          Έπιασε  σφιχτά το μαχαίρι από τη μαύρη λαβή και ακούμπησε την αιχμηρή λάμα του στο μέρος του δεξιού του μπράτσου. Έσυρε ύστερα μια βαθιά χαρακιά και με το αίμα που ανάβλυσε άφθονο και ζεστό άλειψε τη λάμα. Σαν έκανε το ίδιο και στο αριστερό του χέρι, πρότεινε το ματωμένο μαχαίρι στο γραμματέα, ψιθυρίζοντάς του στο αυτί με φωνή που έσβηνε :

           << Βγες έξω και χάραξε στην πόρτα τον κόκκινο σταυρό για να με βρει εύκολα ο μαύρος καβαλάρης! Έτσι κι αλλιώς δε θα του ξεφύγω, ας φανώ τουλάχιστον γενναιόδωρος! >>

          Σε λίγο ένας πελώριος κόκκινος σταυρός χαραγμένος στην πόρτα με το ίδιο το αίμα του άρχοντα, φανέρωνε τον άνθρωπο με τα εφτά μεγάλα αμαρτήματα κι έκανε την αναγνώρισή του από το φάντασμα του μαύρου καβαλάρη πιο εύκολη.

         

 

 

 

***

 

 

          Σαν το ρολόι της πόλης χτύπησε δώδεκα μεσάνυχτα οι δυο μονομάχοι συναντήθηκαν στην πόρτα του νεκροταφείου και μπήκαν μαζί μέσα. Αφού κοίταξε για λίγο με οίκτο τον άρχοντα ο μαύρος καβαλάρης, άπλωσε ύστερα το ξίφος του και του έδειξε μια μεγάλη ταφόπετρα που βρισκόταν δίπλα τους, γνέφοντάς του ταυτόχρονα με τα μάτια ν’  ανεβεί πάνω της. Πήδησε τότε πάνω της ο άρχοντας και πιάνοντας τη βορινή θέση, έτεινε με μια αδέξια κίνηση μπροστά το ξίφος του, έτοιμος ως φαίνεται ν’  αποκρούσει οποιαδήποτε επίθεση του μαύρου καβαλάρη. Με μια τώρα επίδειξη δυνάμεως που τη διαφήμισε ο μαύρος καβαλάρης μ’ ένα δικό του ανάλαφρο πήδημα πάνω στην ταφόπετρα έπιασε τη θέση του στα νότια.  Εκεί αφού με ιδιαίτερη δεξιοτεχνία ξεθηκάρωσε το ξίφος του από τη χρυσή θήκη του, και, πέρασε στην κόψη της λάμας επιδεικτικά τα δάχτυλα του αριστερού του χεριού, το πρόταξε κι αυτός με αστραπιαία κίνηση μπροστά, λέγοντάς του με ύφος αυστηρό:

          << Βιάζεσαι βλέπω, άρχοντά μου να τελειώσεις γρήγορα από τη δοκιμασία αυτή αλλά δε θα το καταφέρεις! Εγώ τώρα είμαι ο Ισχυρός κι εσύ ο Αδύνατος!  Και για να αισθανθείς αυτό που λέω, να πάρε και το πρώτο χτύπημα!>> και δίνοντάς του μια με το ξίφος στο αριστερό του χέρι, κοντά στον ώμο, του άνοιξε και την πρώτη πληγή!

           Έβγαλε μια κραυγή πόνου ο άρχοντας και οπισθοχώρησε. Κοίταξε το ματωμένο χέρι του κι αμέσως του επιτέθηκε, αλλά χωρίς αποτέλεσμα. Τότε ο μαύρος καβαλάρης έχοντας πάντα παρατεταμένο το ξίφος του, του είπε με τη δυνατή και μεταλλική φωνή του:

          << Δοκίμασες το ένα από τα εφτά χτυπήματα που θα σου καταφέρω, ένα για κάθε σου αμάρτημα, άρχοντα! Και πριν σου καταφέρω και το δεύτερο, θέλω να μου αναφέρεις τα εφτά σου αυτά αμαρτήματα! Μπορείς ; >>

          Κρύος ιδρώτας έλουσε τον άρχοντα και του φάνηκε πως ένιωσε την ταφόπετρα κάτω από τα πόδια του να υποχωρεί. Άπλωσε το ξίφος του να τον χτυπήσει αλλά επιδέξια ο μαύρος καβαλάρης το απέφυγε. Έτσι σαν απόμεινε μετέωρος με το αριστερό του πόδι  πίσω  και το χέρι του τεντωμένο, του ψιθύρισε εξαντλημένος:               

           << Ιδέα δεν έχω για τα αμαρτήματα που μου αναφέρεις, ιδέα! >>

             Τον κοίταξε με μισό μάτι ο μαύρος καβαλάρης και αστραπιαία χωρίς να προλάβει ν’ αντιδράσει ο άρχοντας, του κατάφερε και το δεύτερο δυνατό χτύπημα στο μέτωπο, πάνω από το δεξί του μάτι.  Το αίμα που έτρεξε γρήγορα κύλησε στο μάτι και του το τύφλωσε. Απεγνωσμένα προσπαθούσε ν’ αποφύγει τη ροή και στο άλλο, όταν κι ένα τρίτο χτύπημα στο δεξί του χέρι στο μέρος του μπράτσου, του τίναξε το ξίφος κάτω και τον άφησε άοπλο.

            << Σαν δεν τα ξέρεις εσύ τα αμαρτήματά σου τα ξέρω εγώ!>> άκουσε τότε σαστισμένος τη φωνή  του μαύρου καβαλάρη  κι ένιωσε στο χέρι του τη λαβή  του ξίφους του, που τόσο ιπποτικά του προσέφερε αφού το μάζεψε από κάτω. Για ν’ αρχίσει αμέσως σαν πήρε θέση απέναντι στον άρχοντα να απαριθμεί αργά - αργά και δυνατά τα εφτά του, θανάσιμα αμαρτήματα: <<υπερηφάνεια, πλεονεξία, πορνεία, φθόνος, γαστριμαργία, μνησικακία, αμέλεια >>. Κι αφού τον κοίταξε με ειρωνεία, του ψιθύρισε :

           << Αυτά τα αμαρτήματα σε βαραίνουν άρχοντα και γι’ αυτά θα πληρώσεις!>> και χωρίς να περιμένει την αντίδρασή του, του κατάφερε   το τέταρτο χτύπημα στο μηρό του αριστερού του ποδιού.  Το χτύπημα ήταν πολύ δυνατό και ο άρχοντας βγάζοντας ένα οξύ ουρλιαχτό πόνου έχασε την ισορροπία του και φάνηκε πως θα σωριαζόταν κάτω. Για καλή του όμως τύχη πιάστηκε από το μαρμαρένιο σταυρό της ταφόπετρας και συγκρατήθηκε. Ωστόσο όμως άφησε εκτεθειμένο το πρόσωπό του και ο μαύρος καβαλάρης που τον είχε πλησιάσει του ‘δωσε το πέμπτο χτύπημα στο αριστερό μάγουλο, κάνοντάς του μια βαθιά ουλή ως κάτω στο λαιμό του.

          Αιμόφυρτος τώρα ο άρχοντας και με τις δυνάμεις του εξασθενημένες, οπισθοχώρησε και ακούμπησε την πλάτη του στο μαντρότοιχο που βρέθηκε πίσω του. Η ασθενής όρασή του που οφειλόταν στα αίματα που έτρεχαν  ακόμη στα μάτια του από την πληγή του μετώπου του και οι οδυνηροί πόνοι που αισθανόταν από τα τραύματα τον οδήγησαν στη σκέψη να εγκαταλείψει τον αγώνα και να παραδοθεί στον ισχυρό αντίπαλό του άνευ όρων. Αλλά η προκλητικότητα του αντιπάλου του που τον ερέθισε για άλλη μια φορά με τα λόγια του, σαν του φώναξε << δειλέ, αυτή τη νύχτα θα πεθάνεις!>> τον έκαναν ν’ αλλάξει γνώμη και να συνεχίσει τον αγώνα μέχρι τέλος.  Γι’ αυτό αποφάσισε να τον μεταφέρει πάνω στο μαντρότοιχο όπου εκμεταλλευόμενος κάποια αδυναμία ή ατυχία του θα μπορούσε να ήταν αυτός ο νικητής.

          Έτσι αφού συγκέντρωσε όλες τις δυνάμεις που του απόμειναν, αρπάχτηκε από τον τοίχο και σκαρφάλωσε πάνω του. Εκεί σαν έτεινε το ξίφος ίσα πάνω στον αντίπαλό του που βρισκόταν από κάτω του, του φώναξε οργισμένος :

         << Έλα καβαλάρη μου, εδώ στα ψηλά! Σε περιμένω! >>

          Ο μαύρος καβαλάρης αντιλήφθηκε το πανούργο σχέδιό του και χωρίς καθυστέρηση βρέθηκε μ’ ένα σάλτο απέναντί του. Και μέχρι να πατήσει γερά στα πόδια του ο άρχοντας, του κατάφερε το έκτο χτύπημα στο μέρος της κοιλιάς  που τον έκανε να ουρλιάξει και να διπλωθεί στα δύο, δείχνοντας πως δύσκολα θα έμπαινε και πάλι στον αγώνα. Ύστερα τον πλησίασε και αφού τον άγγιξε με τη μύτη του ξίφους στο μέρος της καρδιάς, τον ρώτησε ψυχρά:

         << Έχεις καμία επιθυμία άρχοντα, πριν σου καταφέρω το έβδομο και τελευταίο χτύπημα; >>

          Η προθανάτια αγωνία του άρχοντα μεγάλωσε σαν άκουσε τούτα τα λόγια του και η σκέψη και μόνο πως σε λίγο θα μπορούσε να ήταν νεκρός τον έκανε υστερικό παίρνοντας έτσι την απόφαση ν’ αντισταθεί για άλλη μια φορά μέχρι εσχάτων στην αδιάλλακτη αυτή προκλητικότητά του.  Έτσι  σφίγγοντας το ξίφος επιτέθηκε λυσσαλέα προς το μέρος του μαύρου καβαλάρη σκοπεύοντας να τον χτυπήσει και να τον σπρώξει με όλη του τη δύναμη κάτω στους κοφτερούς βράχους. Λες και κατάλαβε όμως το ύπουλο σχέδιό του ο μαύρος καβαλάρης, τον απόφυγε με μια επιδέξια μετατόπιση του σώματός του όσο έπρεπε για να του δώσει έτσι το τελευταίο και έβδομο χτύπημα, παίρνοντάς του σύρριζα το κεφάλι που κύλησε με δυο μικρά πηδηματάκια και σταμάτησε στο κέντρο της ταφόπετρας ενώ το σώμα του γκρεμίστηκε έξω από τον τοίχο.

          Πηδώντας αμέσως κάτω το πλησίασε κι αφού έκανε εφτά κύκλους γύρω του, το άφησε και κινήθηκε προς την πόρτα του νεκροταφείου. Εκεί μ’ ένα του άλμα βρέθηκε στη ράχη του αλόγου που με το πρώτο σπιρούνισμα ξεκίνησε για την έξοδο της πόλης.

    ellinikoxronografima.blogspot.gr          

 

         

 

 

 

 

                             ΤΟ    Χ Ρ Ο Ν Ο Γ Ρ Α Φ Η Μ Α

 

                                     Οι καημένοι οι δημόσιοι


                   

                                       Του Παναγιώτη Αντωνόπουλου

                

              Κυψέλη το δημόσιο. Τροφοδοτεί τα χαρτένια όνειρα των νέων, επουλώνει πληγές της φτώχειας τους όταν περάσουν το κατώφλι του, θαμπίζουν οι νύχτες τους από το αστεράκι της μονιμότητας που τους φωτίζει, σπιθίζουν οι αυγές τους από το γλίσχρο μισθό που τους φιλοδωρεί.  Δουλεύουν και τους ραντίζει η ανάβρα της ευτυχίας, ντύνονται με την εθνική στολή του φυλακισμένου στο κάτεργο της εξουσίας, λιώνουν και σαπίζουν τριανταπέντε χρόνια δεμένοι με λουριά στις φάκες του δημοσίου υπόκοσμου.  

             Σ’ αυτό το μαγαζάκι φώλιασα κι εγώ για λίγο διαζευγμένος με την κιμωλία. Είδα κυρίες υπάλληλους με φτερά στο καπέλο, δράκους γραφιάδες να έχουν γραμμένο ανεξίτηλη στο στήθος την υποταγή στο κίβδηλο κόμμα, χαμερπείς  γραμματείς  να ξεσκονίζουν τα παπούτσια των προϊσταμένων.  Είδα και χαλβάδες, διοικητικά όργανα, τρόπος του λέγειν, με τούρκικα φέσια στο κεφάλι να υπογράφουν ύποπτες συμφωνίες, να γίνονται οσφυοκάμπτες μπροστά σε πολιτικούς, να χώνονται σαν γαιοσκώληκες  από γραφείο σε γραφείο, να κάνουν κλήσεις πονηρές σε ύποπτους χώρους. Είδα  βρικόλακες, λείψανα φριχτά με κάρα αδειανή και μάτι θολό οχιάς, λιμασμένους λύκους παντού σε κάθε γωνιά  Όλη τη λύσσα τους την ξερνούσαν σ’ ανθρώπους και χαρτιά, σε αποφάσεις οργής και διατάξεις βουτηγμένες στο μελάνι με το απόστημα της διαφθοράς.

          Νωρίτερα μαθητής στο γυμνάσιο, δημόσια υπηρεσία κι αυτό, συνάντησα πολλά ευτράπελα.  Αναφέρω ένα σχεδιασμένο υπό του εκλεκτού φιλολόγου μου. Αφού με ρήμαξε πρώτα στις σφαλιάρες για την οχληρή μου συμπεριφορά εντός της αιθούσης μου επέβαλε μια άσκηση για τιμωρία: << Είμ’ Οδυσσεύς Λαερτιάδης, ος πάσι δόλοισιν ανθρώποισι μέλω, και  μευ κλέος ουρανόν ίκει … >> μου είπε.  <<Θέλω ερμηνεία! >>  Του την είπα φαρσί. Άνοιξε τον κατάλογο, μου’ βαλε δέκα και μ’ έστειλε από τότε να βυζάξω το γάλα της στέρφας ζωής που με περίμενε. Πού το βρήκε το δέκα ο ταγματασφαλίτης και μου το κούρνιασε; Με εκείνο το δέκα η ζωή μου έμελλε να γίνει συντρίμμια.

             Ήξερε πως είχα μεγαλώσει με κούμαρο, την τύλωνα με καβούρια και το καρβέλι στο σακούλι που μου ερχόταν από τη Μουριατάδα, κόλλαγε στον κατήφορο στους Μύλους  τις μέρες της νεροποντής. Ακόμη είχε μυριστεί ο αρουραίος τούτος του δημοσίου πως είχα σταυρό βαρύ, μυαλό ξυράφι και μέλλον ευοίωνο. Φοβήθηκε ο ολίγιστος μη γίνω αστεράκι και φωτίσω την ξεζωμένη κοινωνία και με ξέκανε!  Ο ξεπεσμένος δημόσιος δερβίσης! Όπου ήθελε έβαζε το είκοσι και όπου γούσταρε το δέκα και το εφτά. Αλαλούμ στην παιδεία τότε, αλαλούμ και σήμερα. Οι ταγοί του υπουργείου τα ξέρουν αλλά ο κόσμος των παραισθήσεων που ζουν τα ξεπερνά χωρίς τριβές. Στο ίδιο μήκος κύματος εκπέμπουν και τα παχύδερμα των εκάστοτε κυβερνήσεων που στελεχώνουν το Μαξίμου.  Από το κεφάλι βρωμάει το ψάρι. Όταν στελεχώνεις με ημέτερους ανίκανους τις υπηρεσίες είναι απολύτως αναμενόμενο να ασθενεί και η διοίκηση.

                                            

 

                      ellinikoxronografima.blogspot.gr

 

Χρονογράφημα  Χρονογράφημα


 

 

 

 

                        Χαράζει η μέρα και η πόλη έχει ρεπό

 

 

 

                                                     Του Παναγιώτη  Αντωνόπουλου

 

 

 

 

              Ημέρα καθισμένη σε αγκάθι σκληρό, ζωσμένη απ’ τους τριβόλους της χρεωκοπίας  κι εγώ ραγισμένο ανθρωπάκι, το σχήμα μου εναπόθεσα κάτω από της καφετέριας την τέντα, τον πικρό μου καφέ να πιω με τους πένητες και τους δυστυχείς. Τους μετράς και είναι πολλοί, μέσης και τρίτης ηλικίας, κάποιοι στο τέρμα της ζωής, λένε ιστορίες από τις μάχες τους κοντά σε κάποιον Αρταφέρνη, έρωτες ατελείς διηγούνται, θυμούνται μέρες που φτερούγιζαν σαν αετοί στη στράτα, ανήμποροι τώρα, ούτε το πινέλο με την μπογιά να γράψουν << ελευθερία >> δεν μπορούν να σηκώσουν.

             Προστρέχω στου αλκοόλ τη μέθη. Παραγγέλνω ούζο, το πίνω και αναπολώ περασμένων στιγμών την  απόλαυση, φουντώσεις από Φραγκοσυριανές καυτές,  σκέπτομαι το βάσανο να ζεις μέσα στην ανικανότητα των κυβερνώντων, το νεκρό μεροκάματο, κάθε σκυφτό ανθρωπάκο  που του λείπει το ψωμί, τον Έλληνα που ζει δύσκολα κι έχει στο μέλλον του σκοτάδι ατελείωτο. Από το μεγάφωνο ξεχύνεται μουσικός αλαλαγμός, όμοιος μ’ εκείνον που έβγαινε από τα στόματα των στρατιωτών του Αττίλα. Σε σφίγγει, σου τρυπά τ’  αυτιά, σε πιάνει ντελίριο, μαδιέσαι σαν όρνιθα στα δόντια της αλεπούς.  << Εγώ είμαι για σένα, εσύ είσαι για μένα, δεν ζω χωρίς εσένα, ούτε εσύ χωρίς εμένα, κόλαση η ζωή χωρίς εμένα, κόλαση η ζωή χωρίς εσένα! Κόλασηηη! >>

               << Κανάγιες! >> φωνάζω. << Το σκουπίδι μπόλικο το κυλάτε στην πατρίδα >> και ρίχνω γροθιά στο τραπέζι. Το ούζο χύθηκε, το ποτήρι έπεσε κάτω κι έγινε θρύψαλα. Ο αγρυπνισμένος καταστηματάρχης ήρθε ταχύπους, με ρώτησε τι μ’ έπιασε στα καλά καθούμενα και έσφιξε στο χέρι την καρέκλα. Του είπα να μ’ αφήσει ήσυχο και να ξεκουμπιστεί. Ύστερα στο μυαλό μου μια αρμονία γλυκολάλησε, οι στίχοι του Άκη Αλκαίου σε μουσική Νότη Μαυρουδή, έδιωξαν με το σκήπτρο τους, τους λύκους στίχους του αμανέ: << Χαράζει η μέρα και η πόλη έχει ρεπό, στη γειτονιά μας καπνίζει ένα φουγάρο κι εγώ σε ζητάω σαν πρωινό τσιγάρο και σαν καφέ πικρό και σαν καφέ πικρό >>. Ο σαματάς στο μεγάφωνο συνεχίζεται. Ψελλίζω τη δεύτερη στροφή του Αλκαίου: << Άδειοι οι δρόμοι δε φάνηκε ψυχή και το φεγγάρι μόλις χάθηκε στη Δύση και ‘γω σε γυρεύω σαν μοιραία λύση και σαν Ανατολή και σαν Ανατολή >>.

           Στο τρίτο ούζο σηκώθηκα. Ένας φίλος με συνόδεψε ως τη θάλασσα, στην  παραλία   καθισμένοι σ’ ένα βράχο κοιτάζαμε στο βάθος της θάλασσας τις ράχες των δελφινιών και τα νούφαρα στα ήρεμα νερά, μακριά από την πλατεία με τους μουσικούς της αλαλαγμούς και το ρεπό της πλατείας με ανθρώπους χαρούμενους και γελαστούς.

                               ellinikoxronografima. blogspot.gr

 

  

 

 

 

 

                        Χαράζει η μέρα και η πόλη έχει ρεπό

 

 

 

                                                     Του Παναγιώτη  Αντωνόπουλου

 

 

 

 

              Ημέρα καθισμένη σε αγκάθι σκληρό, ζωσμένη απ’ τους τριβόλους της χρεωκοπίας  κι εγώ ραγισμένο ανθρωπάκι, το σχήμα μου εναπόθεσα κάτω από της καφετέριας την τέντα, τον πικρό μου καφέ να πιω με τους πένητες και τους δυστυχείς. Τους μετράς και είναι πολλοί, μέσης και τρίτης ηλικίας, κάποιοι στο τέρμα της ζωής, λένε ιστορίες από τις μάχες τους κοντά σε κάποιον Αρταφέρνη, έρωτες ατελείς διηγούνται, θυμούνται μέρες που φτερούγιζαν σαν αετοί στη στράτα, ανήμποροι τώρα, ούτε το πινέλο με την μπογιά να γράψουν << ελευθερία >> δεν μπορούν να σηκώσουν.

             Προστρέχω στου αλκοόλ τη μέθη. Παραγγέλνω ούζο, το πίνω και αναπολώ περασμένων στιγμών την  απόλαυση, φουντώσεις από Φραγκοσυριανές καυτές,  σκέπτομαι το βάσανο να ζεις μέσα στην ανικανότητα των κυβερνώντων, το νεκρό μεροκάματο, κάθε σκυφτό ανθρωπάκο  που του λείπει το ψωμί, τον Έλληνα που ζει δύσκολα κι έχει στο μέλλον του σκοτάδι ατελείωτο. Από το μεγάφωνο ξεχύνεται μουσικός αλαλαγμός, όμοιος μ’ εκείνον που έβγαινε από τα στόματα των στρατιωτών του Αττίλα. Σε σφίγγει, σου τρυπά τ’  αυτιά, σε πιάνει ντελίριο, μαδιέσαι σαν όρνιθα στα δόντια της αλεπούς.  << Εγώ είμαι για σένα, εσύ είσαι για μένα, δεν ζω χωρίς εσένα, ούτε εσύ χωρίς εμένα, κόλαση η ζωή χωρίς εμένα, κόλαση η ζωή χωρίς εσένα! Κόλασηηη! >>

               << Κανάγιες! >> φωνάζω. << Το σκουπίδι μπόλικο το κυλάτε στην πατρίδα >> και ρίχνω γροθιά στο τραπέζι. Το ούζο χύθηκε, το ποτήρι έπεσε κάτω κι έγινε θρύψαλα. Ο αγρυπνισμένος καταστηματάρχης ήρθε ταχύπους, με ρώτησε τι μ’ έπιασε στα καλά καθούμενα και έσφιξε στο χέρι την καρέκλα. Του είπα να μ’ αφήσει ήσυχο και να ξεκουμπιστεί. Ύστερα στο μυαλό μου μια αρμονία γλυκολάλησε, οι στίχοι του Άκη Αλκαίου σε μουσική Νότη Μαυρουδή, έδιωξαν με το σκήπτρο τους, τους λύκους στίχους του αμανέ: << Χαράζει η μέρα και η πόλη έχει ρεπό, στη γειτονιά μας καπνίζει ένα φουγάρο κι εγώ σε ζητάω σαν πρωινό τσιγάρο και σαν καφέ πικρό και σαν καφέ πικρό >>. Ο σαματάς στο μεγάφωνο συνεχίζεται. Ψελλίζω τη δεύτερη στροφή του Αλκαίου: << Άδειοι οι δρόμοι δε φάνηκε ψυχή και το φεγγάρι μόλις χάθηκε στη Δύση και ‘γω σε γυρεύω σαν μοιραία λύση και σαν Ανατολή και σαν Ανατολή >>.

           Στο τρίτο ούζο σηκώθηκα. Ένας φίλος με συνόδεψε ως τη θάλασσα, στην  παραλία   καθισμένοι σ’ ένα βράχο κοιτάζαμε στο βάθος της θάλασσας τις ράχες των δελφινιών και τα νούφαρα στα ήρεμα νερά, μακριά από την πλατεία με τους μουσικούς της αλαλαγμούς και το ρεπό της πλατείας με ανθρώπους χαρούμενους και γελαστούς.

                               ellinikoxronografima. blogspot.gr

 

  

 

 

 

 

                        Χαράζει η μέρα και η πόλη έχει ρεπό

 

 

 

                                                     Του Παναγιώτη  Αντωνόπουλου

 

 

 

 

              Ημέρα καθισμένη σε αγκάθι σκληρό, ζωσμένη απ’ τους τριβόλους της χρεωκοπίας  κι εγώ ραγισμένο ανθρωπάκι, το σχήμα μου εναπόθεσα κάτω από της καφετέριας την τέντα, τον πικρό μου καφέ να πιω με τους πένητες και τους δυστυχείς. Τους μετράς και είναι πολλοί, μέσης και τρίτης ηλικίας, κάποιοι στο τέρμα της ζωής, λένε ιστορίες από τις μάχες τους κοντά σε κάποιον Αρταφέρνη, έρωτες ατελείς διηγούνται, θυμούνται μέρες που φτερούγιζαν σαν αετοί στη στράτα, ανήμποροι τώρα, ούτε το πινέλο με την μπογιά να γράψουν << ελευθερία >> δεν μπορούν να σηκώσουν.

             Προστρέχω στου αλκοόλ τη μέθη. Παραγγέλνω ούζο, το πίνω και αναπολώ περασμένων στιγμών την  απόλαυση, φουντώσεις από Φραγκοσυριανές καυτές,  σκέπτομαι το βάσανο να ζεις μέσα στην ανικανότητα των κυβερνώντων, το νεκρό μεροκάματο, κάθε σκυφτό ανθρωπάκο  που του λείπει το ψωμί, τον Έλληνα που ζει δύσκολα κι έχει στο μέλλον του σκοτάδι ατελείωτο. Από το μεγάφωνο ξεχύνεται μουσικός αλαλαγμός, όμοιος μ’ εκείνον που έβγαινε από τα στόματα των στρατιωτών του Αττίλα. Σε σφίγγει, σου τρυπά τ’  αυτιά, σε πιάνει ντελίριο, μαδιέσαι σαν όρνιθα στα δόντια της αλεπούς.  << Εγώ είμαι για σένα, εσύ είσαι για μένα, δεν ζω χωρίς εσένα, ούτε εσύ χωρίς εμένα, κόλαση η ζωή χωρίς εμένα, κόλαση η ζωή χωρίς εσένα! Κόλασηηη! >>

               << Κανάγιες! >> φωνάζω. << Το σκουπίδι μπόλικο το κυλάτε στην πατρίδα >> και ρίχνω γροθιά στο τραπέζι. Το ούζο χύθηκε, το ποτήρι έπεσε κάτω κι έγινε θρύψαλα. Ο αγρυπνισμένος καταστηματάρχης ήρθε ταχύπους, με ρώτησε τι μ’ έπιασε στα καλά καθούμενα και έσφιξε στο χέρι την καρέκλα. Του είπα να μ’ αφήσει ήσυχο και να ξεκουμπιστεί. Ύστερα στο μυαλό μου μια αρμονία γλυκολάλησε, οι στίχοι του Άκη Αλκαίου σε μουσική Νότη Μαυρουδή, έδιωξαν με το σκήπτρο τους, τους λύκους στίχους του αμανέ: << Χαράζει η μέρα και η πόλη έχει ρεπό, στη γειτονιά μας καπνίζει ένα φουγάρο κι εγώ σε ζητάω σαν πρωινό τσιγάρο και σαν καφέ πικρό και σαν καφέ πικρό >>. Ο σαματάς στο μεγάφωνο συνεχίζεται. Ψελλίζω τη δεύτερη στροφή του Αλκαίου: << Άδειοι οι δρόμοι δε φάνηκε ψυχή και το φεγγάρι μόλις χάθηκε στη Δύση και ‘γω σε γυρεύω σαν μοιραία λύση και σαν Ανατολή και σαν Ανατολή >>.

           Στο τρίτο ούζο σηκώθηκα. Ένας φίλος με συνόδεψε ως τη θάλασσα, στην  παραλία   καθισμένοι σ’ ένα βράχο κοιτάζαμε στο βάθος της θάλασσας τις ράχες των δελφινιών και τα νούφαρα στα ήρεμα νερά, μακριά από την πλατεία με τους μουσικούς της αλαλαγμούς και το ρεπό της πλατείας με ανθρώπους χαρούμενους και γελαστούς.

                               ellinikoxronografima. blogspot.gr

 

  

 

 

 

 

                        Χαράζει η μέρα και η πόλη έχει ρεπό

 

 

 

                                                     Του Παναγιώτη  Αντωνόπουλου

 

 

 

 

              Ημέρα καθισμένη σε αγκάθι σκληρό, ζωσμένη απ’ τους τριβόλους της χρεωκοπίας  κι εγώ ραγισμένο ανθρωπάκι, το σχήμα μου εναπόθεσα κάτω από της καφετέριας την τέντα, τον πικρό μου καφέ να πιω με τους πένητες και τους δυστυχείς. Τους μετράς και είναι πολλοί, μέσης και τρίτης ηλικίας, κάποιοι στο τέρμα της ζωής, λένε ιστορίες από τις μάχες τους κοντά σε κάποιον Αρταφέρνη, έρωτες ατελείς διηγούνται, θυμούνται μέρες που φτερούγιζαν σαν αετοί στη στράτα, ανήμποροι τώρα, ούτε το πινέλο με την μπογιά να γράψουν << ελευθερία >> δεν μπορούν να σηκώσουν.

             Προστρέχω στου αλκοόλ τη μέθη. Παραγγέλνω ούζο, το πίνω και αναπολώ περασμένων στιγμών την  απόλαυση, φουντώσεις από Φραγκοσυριανές καυτές,  σκέπτομαι το βάσανο να ζεις μέσα στην ανικανότητα των κυβερνώντων, το νεκρό μεροκάματο, κάθε σκυφτό ανθρωπάκο  που του λείπει το ψωμί, τον Έλληνα που ζει δύσκολα κι έχει στο μέλλον του σκοτάδι ατελείωτο. Από το μεγάφωνο ξεχύνεται μουσικός αλαλαγμός, όμοιος μ’ εκείνον που έβγαινε από τα στόματα των στρατιωτών του Αττίλα. Σε σφίγγει, σου τρυπά τ’  αυτιά, σε πιάνει ντελίριο, μαδιέσαι σαν όρνιθα στα δόντια της αλεπούς.  << Εγώ είμαι για σένα, εσύ είσαι για μένα, δεν ζω χωρίς εσένα, ούτε εσύ χωρίς εμένα, κόλαση η ζωή χωρίς εμένα, κόλαση η ζωή χωρίς εσένα! Κόλασηηη! >>

               << Κανάγιες! >> φωνάζω. << Το σκουπίδι μπόλικο το κυλάτε στην πατρίδα >> και ρίχνω γροθιά στο τραπέζι. Το ούζο χύθηκε, το ποτήρι έπεσε κάτω κι έγινε θρύψαλα. Ο αγρυπνισμένος καταστηματάρχης ήρθε ταχύπους, με ρώτησε τι μ’ έπιασε στα καλά καθούμενα και έσφιξε στο χέρι την καρέκλα. Του είπα να μ’ αφήσει ήσυχο και να ξεκουμπιστεί. Ύστερα στο μυαλό μου μια αρμονία γλυκολάλησε, οι στίχοι του Άκη Αλκαίου σε μουσική Νότη Μαυρουδή, έδιωξαν με το σκήπτρο τους, τους λύκους στίχους του αμανέ: << Χαράζει η μέρα και η πόλη έχει ρεπό, στη γειτονιά μας καπνίζει ένα φουγάρο κι εγώ σε ζητάω σαν πρωινό τσιγάρο και σαν καφέ πικρό και σαν καφέ πικρό >>. Ο σαματάς στο μεγάφωνο συνεχίζεται. Ψελλίζω τη δεύτερη στροφή του Αλκαίου: << Άδειοι οι δρόμοι δε φάνηκε ψυχή και το φεγγάρι μόλις χάθηκε στη Δύση και ‘γω σε γυρεύω σαν μοιραία λύση και σαν Ανατολή και σαν Ανατολή >>.

           Στο τρίτο ούζο σηκώθηκα. Ένας φίλος με συνόδεψε ως τη θάλασσα, στην  παραλία   καθισμένοι σ’ ένα βράχο κοιτάζαμε στο βάθος της θάλασσας τις ράχες των δελφινιών και τα νούφαρα στα ήρεμα νερά, μακριά από την πλατεία με τους μουσικούς της αλαλαγμούς και το ρεπό της πλατείας με ανθρώπους χαρούμενους και γελαστούς.

                               ellinikoxronografima. blogspot.gr

 

  

Σάββατο 25 Ιουλίου 2026

 

                       ΤΟ       Χ Ρ Ο Ν Ο Γ Ρ Α Φ Η Μ Α

 

                                      Βρε, δεν πάν’ να…   


 

                                             Του Παναγιώτη Αντωνόπουλου

 

 

 

          << … και το ψομίν επιθυμώ, πότε θα το χορτάσω; >> έγραφε ο Θεόδωρος Πρόδρομος ή Πτωχοπρόδρομος  και του ‘πεφταν τα σάλια οσμίζοντας το  χουρδουβελία  στο ανάκτορο του αυτοκράτορα Μανουήλ Κομνηνού. Με τη λόρδα να τον κόβει, γυρνώντας στους δρόμους νηστικός, με τρύπιο ρούχο, ξυπόλητος, διαρκώς ορεγόταν ευωδιαστό μονοκυθρίτσιν,  χορδοκοιλίτσια  και σφουγγάτο που σε σωρούς άχνιζαν στα βασιλικά τραπέζια.

         Όσο και να παρακαλούσε τους Υπερίονες Ήλιους της βυζαντινής μάσας, ένα ψιχουλάκι δεν του πέταγαν. Έστελναν τα ορθοκέρατα βόδια της ακολουθίας τους και του έσπαζαν τα κόκαλα.  Κύματα του ‘ριχναν πάνω του, λεπιδόφορες ουρές, καυτές ψαρόσουπες και τον γέμιζαν εγκαύματα. Αυτός δεν το ‘βαζε κάτω. Από γειτονιά σε γειτονιά τους έψελνε τα εξ’ αμάξης,   με στίχους από ξίφη, τα μεριά τους χάραζε.

          Σήμερα και στους δικούς μας βασιλείς, μια Λαμπετώ και μια Φαέθουσα φυλάνε τα κοπάδια τους και άγριοι οπλισμένοι Μπραήμηδες τις εκτάσεις και τα λιβάδια τους. Κομματικός στρατός φρουρεί τις εισόδους των οικονομικών οίκων τους, εκπαιδευμένοι κομάντος με μαδέρια και σανίδια, μαυρίζουν στις ροπαλιές τον Έλληνα Πτωχοπρόδρομο  που θα ζυγώσει να γλείψει ένα πεσμένο  κόκαλο από το τραπέζι τους. 

         Ενθρονισμένοι έχουν και του πουλιού το γάλα, μάκαρες σαν θεοί τρώνε και κυβερνούν, σπονδές σταλάζουν στους πορφυρογέννητους της τρόικας και του Δ.Ν.Τ. να μην τους λείπει  το παραδάκι και ό,τι άλλο χρειάζονται για να στουμπώνουν τις γερές μασέλες τους. Και ζουν με τη μάσα. Μάσα γερή, μάσα που την βλέπεις εσύ ο νηστικός και σου φεύγει το τσερβέλο.  Όχι τίποτα γιαχνί φασόλια, αλλά  αστακοί ο γκρατέν, πιλάφια με μυαλά, κουσομέ με κρουτόν, αρνιά με άσπρη σάλτσα, γλώσσες πανέ, πέρδικες αλά Ισπανιόλ.

        Κι εσύ Πτωχοπρόδρομε, χαϊβάνι Έλληνα, καταπίνεις σάπιες ελιές Καλαμών με δάκο και κάνεις σωρούς φτύνοντας τα κουκούτσια. Ζεις μόνιμα σε απελπιστική πενία και πείνα. Το κουμούτσι σου ούτε και μουχλιασμένο δεν το ‘χεις και εν μέλλοντι χρόνω τους οδόντες θα σου εξορύξου ν’ αποσυρθείς από το μάσημα. Λες: Βρε δεν πάν’ να … κάνουν ότι θέλουν οι ένοικοι του Μαξίμου, εγώ να είμαι καλά. Ως Έλλην όμως μαχητής, πρέπει να ξεσπαθώσεις. Σου αρέσει να σε λένε, αλλά όχι και να είσαι Πτωχοπρόδρομος.

 

 

 

         ellinikoxronografima.blogspot.gr    panant1947@gmail.com

 

                  Τ Ο    Χ Ρ Ο Ν Ο Γ Ρ Α Φ Η Μ Α

 

                                Οι υποσχέσεις, τα χαστούκια και ο Αχιλλέας

                                            

                                          Του  Παναγιώτη  Αντωνόπουλου 


 

 

            Κάθε μέρα μια ολοδάκρυτη αυγούλα μας βρίσκει μ’ ένα ματσάκι αγριανθούς στο βαζάκι μας. Οι μεγάλες μας χαρές έγιναν Άρπυιες, η τσέπη μας τρύπησε, οι Τροϊκανές υποσχέσεις  πάνε κι έρχονται σε ατραπούς σκοτεινούς που συναντούν το Μερκέλιο Λαβύρινθο. Ούτε πιστεύουμε σε τίποτα, ούτε περιμένουμε κάτι, ούτε ελπίζουμε. Η καρδούλα μας τσόφλι, στοιχειά και δράκοι σχίζουν τα σωθικά μας, το λιγοστό πλιγούρι μας το αρταίνουμε με μούργα Μεσσηνίας. Στην τηλεόραση κόρσες αναύχενες μας ραντίζουν με εντομοκτόνα λόγια, φουσκωτοί πολιτικοί πετεινοί λαλούν και φλυαρούν ακαταπαύστως, επιτετραμμένοι θαυματοποιοί σγαρλίζουν μια κουτσουλιά στο κοτέτσι του υπουργού των οικονομικών και τη βαπτίζουν, ανάπτυξη.  Κι εσύ φουκαρά Έλληνα ραγιά κάθεσαι σταυροπόδι κοντά στο σβηστό παραγώνι σου και σκέφτεσαι. Τι σκέφτεσαι;  Τα χαστούκια που έχεις φάει, αυτά που τρως και τα άλλα που θα φας!

            Έλληνα οσφυοκάμπτη, σ’ έχουν τουλουμιάσει στο ξύλο κι έχεις φάει χαστούκια από τον πατέρα σου, τον παπά, το δάσκαλο, το μαθηματικό, την πρώτη  ροδούλα αγάπη σου που της άγγιξες τις μελιχρές ρόγες της, το λοχία, τον πιράνχας εργοδότη σου, την αόμματη γριά εφορεία, από τον επιτάφιο θρήνο σου για το απολωλός κουμούτσι σου.  Και συνεχίζεις να τρως από ευρωπαίους τσαρλατάνους που οδοιπορούν στη γαία σου και σου τάζουν λαγούς με πετραχήλια,  από εργολάβους που έχουν βίλες με κήπους γεμάτους με αργυρές αγράμπελες, από τριακόσιους κροίσους και ολίγιστους της βουλής.

          Τουλάχιστον ν’ άξιζε κάποιο χαστούκι να σε αφυπνίσει, όπως συνέβη στον γράφοντα σβουριγμένο  από το φιλόλογό του σε παρελθόντα χρόνο και τώρα  που το αναμιμνήσκω λέω χαλάλι του, δε μου σβούριζε κι άλλο ένα!  << Μήνιν άειδε, θεά, πηληϊάδεω Αχιλήος ουλομένην, η μυρί Αχαιοίς άλγε’ έθηκε… >> διάβασε και μου ζήτησε τη μετάφραση. << Ψάλλε, θεά τον τρομερό θυμόν του Αχιλλέα, πως έγινε στους Αχαιούς αρχή πολλών δακρύων… >>  απόδωσα  και χάρηκα.  << Αχιλλέα; είπες; >> φώναξε και μου άστραψε χαστούκι ισχύος πολλών μεγατόνων στο σβέρκο που κόντεψε να μου ξεκολλήσει το κεφάλι. << Αχιλλέως… ως… ως… ως… είναι η αρχαιοπρεπής κατάληξη και όχι ααααααα! όπως η δική σου η μαλλιαρή, ανάγωγε!>> Και με παιδαγωγικό οίστρο   μου κόλλησε το μούτρο στο βιβλίο.

               Αφυπνίστηκα. Το δώδεκα το έκανα δεκαεφτά. Όμως! Άλλο το χαστούκι του φιλόλογου κι άλλο του Τυφώνα καπιταλισμού. Ένα αν φας από το χέρι τούτου του τέρατος δε θέλεις δεύτερο! Κολλάς τη μούρη σου στη λάσπη και δε σηκώνεσαι! Μένεις εκεί και δεν ξεκολλάς!  Όπως τώρα, καλή μας ώρα, που το φάγαμε!    

              ellinikoxronografima.blogspot.gr   

 

 

                                   Παναγιώτης Αντωνόπουλος

 

    Διήγημα  


 

 

                                Ώρες τρόμου στην πόλη

 

 

                                                     

              Ο ιδρώτας ανάβλυζε από το πρόσωπο του υποψήφιου δημάρχου και οι παγωμένες σταγόνες  κυλούσαν ασταμάτητα στα μάτια  και στα μάγουλά του, όση ώρα μιλούσε στους ελάχιστους και αδιάφορους ψηφοφόρους του.  Έχοντας δε κι ένα κακοποιημένο με αμυχές και μώλωπες πρόσωπο από κάποιο προφανώς βίαιο σπρώξιμο, μιλούσε ακατάπαυστα, ενώ τα κοντά του πόδια ως το μέρος των γοφών, έτρεμαν που και που, ελαφρά σηκωμένα.

          Την προηγούμενη μέρα η τοπική εφημερίδα είχε δημοσιεύσει το σκίτσο του, που προκάλεσε τρομερή εντύπωση και σχολιάστηκε ποικιλοτρόπως από την κοινή γνώμη με κάποιο αίσθημα χαράς και χιούμορ. Το σκίτσο  έδειχνε ένα είδος ουραγκοτάγκου με γιγαντιαίο ανάστημα, εκπληκτική ύπουλη ματιά και τρομακτική αγριότητα στις μιμητικές του κινήσεις.          Ένα άλλο επίσης ευρείας κυκλοφορίας έντυπο με τίτλο << Η ώρα του πολίτη >> δημοσίευσε εκτεταμένο άρθρο για τη σχέση του υποψήφιου δημάρχου με το εργασιακό καθεστώς της εταιρείας << ΑΜΙΣΩ >> όπου φαινόταν όχι μόνο να ελέγχει το είκοσι τοις εκατό του κεφαλαίου αλλά να είναι και ο κύριος υπεύθυνος για τη χρόνια δηλητηρίαση από τον αμίαντο στους εργαζομένους και στους πολίτες από τη χρήση των αμιαντοσωλήνων της ύδρευσης. Το πρώτο σύμπτωμα της δηλητηρίασης παρουσιάστηκε λίγους μήνες από τη λειτουργία του εργοστασίου και σύμφωνα με τους υπεύθυνους της υγειονομικής επιτροπής, εκδηλωνόταν με την εμφάνιση βασεοφίλου στίξης στα ερυθροκύτταρά τους και ερεθισμό στην στοματική κοιλότητα. Γρήγορα όμως εξελισσόταν σε πεπτική διαταραχή με δυνατούς κωλικούς πόνους, ερεθισμούς στους μυς και ενοχλήσεις στις αρθρώσεις, παράλυση με μυϊκή ατροφία στα άνω και κάτω άκρα, παραλήρημα, σπασμούς, νεφρίτιδα και κώμα. Με τον καιρό αποδόθηκαν και κάποιοι ύποπτοι θάνατοι εξαιτίας της χρόνιας δηλητηρίασης από τον αμίαντο, αλλά  η επιχείρηση του μετάλλου, εξακολουθούσε να λειτουργεί και ο μέτοχός της να ζητά  την ψήφο των αδικημένων.

          Αυτές τις ατέλειωτες ώρες τρόμου που περνούσε η πόλη, εξαιτίας της σκληρής βαναυσότητας που έδειχνε το εργοστασιακό κατεστημένο του υποψήφιου, εκδήλωνε με την αγωνία ζωγραφισμένη στα πρόσωπά της και μια μικρή ομάδα πολιτών, που με τις διαμαρτυρίες τους ξεπερνούσαν τα ανθρώπινα όρια αντοχής, αγγίζοντας εκείνα της υστερίας και του παροξυσμού. Αυτή η ομάδα που έμοιαζε σαν στραγγαλισμένη, στεκόταν στην άκρη της μικρής βρώμικης παρόδου που συναντούσε την πλατεία και διαδήλωνε ως εξής: Κρατούσαν ένα μεγάλο πανό  με ζωγραφισμένο στην επιφάνειά του ένα λαμπερό φίδι που σύροντας το σώμα του μέσα από μαραμένα και σάπια λουλούδια, καταβρόχθιζε ένα αγόρι, στέλνοντάς το  στα ανήλιαγα βασίλεια του Άδη. Από κάτω μια μεγάλη λίμνη από αίμα μέσα σε πυκνή ατμόσφαιρα καπνού και σίδερου εξακόντιζε στο γύρω ασθενές δάσος εντυπωσιακές σταγόνες κόκκινου αίματος, όπου τα αιωρούμενα σωματίδια μεταμορφωμένα σε θανατηφόρους ιούς αμιάντου, έσπερναν ανελέητα σε χιλιάδες τερατόμορφα ζώα το θάνατο.

          Το επόμενο βήμα διαμαρτυρίας αυτών των απελπισμένων ήταν πολύ ρηξικέλευθο και πονούσε σαν καρφί στο σώμα. Γύρω στα εφτά μέτρα πιο πέρα από το σημείο που μιλούσε ο υποψήφιος, άφησαν ένα σιδερένιο κλουβί που μέσα του είχαν φυλακίσει ένα ανθρώπινο σκιάχτρο. Ήθελαν έτσι μ’ αυτό τον τρόπο να θυμίσουν τα θύματα που γίνονταν αγνώριστα μετά την προσβολή τους από το μικρόβιο της βαστεοφίλου στίξης που οφειλόταν στην μόλυνσή τους από τον αμίαντο.

          << Ε, λοιπόν >>, είπε μετά από μια μικρή παύση ο υποψήφιος σαν είδε το σκιάχτρο με το κλουβί, μπροστά του, << θα σας πω τώρα για όλα εκείνα τα καλά που θα σας κάνω σαν πάρω το χρίσμα του δημάρχου  που αγνόησαν οι προηγούμενοι >>. Καθώς όμως μιλούσε κι αναφερόταν σε όλα αυτά τα υποτιθέμενα καλά που θα τους έκανε, ξαφνικά σημειώθηκε μια τρομερή αλλαγή στην όψη του, που, στη θέα της, οι παρευρισκόμενοι ακροατές ένιωσαν φρίκη που τους ανάγκασε να αποτραβηχτούν λίγα μέτρα πιο πίσω κι  έντρομοι να εκφραστούν με ακατάληπτα και κακόηχα επιφωνήματα.  Και τούτο γιατί είχε την όψη άρρωστου με  τα μάτια του γυρισμένα προς τα πάνω και τις κόρες του, ξεθωριασμένες κι ακίνητες. Το πρόσωπό του χλομό με σκούρες αποχρώσεις γύρω από τα χείλη και το μέτωπο λευκό σαν το χαρτί. Οι έντονες στρογγυλές κηλίδες που του αυλάκωναν τα μάγουλα και μεγάλωναν όσο περνούσε η ώρα, τον έκαναν αποκρουστικό και με τον ασυνήθιστο φόβο που απλωνόταν στην έκφρασή του, έδειχναν πως χρειαζόταν βοήθεια στην προσπάθειά του να κρατηθεί και να παραμείνει στη θέση του.

           Έτσι μέσα σε αυτή την παρατεταμένη αγωνία και μέσα στο θόρυβο από τις φωνές των ακροατών  που είχαν μεταβληθεί σ’ ένα συγκεχυμένο συνονθύλευμα ιεροεξεταστών, κάποιος είπε με χιούμορ : << Η περιφρόνησή του για το ανθρώπινο μαρτύριο τον έκανε έτσι! Μας μιλά με νεκρική έκφραση και μας λέει ψέματα. Τίποτα δε θα ακολουθήσει απ’ όσα λέει. Ιδού και η τιμωρία του για τα σκούρα παραπετάσματα που καλύπτουν την αλήθεια των λόγων του >>  και με μια πύρινη ματιά που τον κοίταξε  έδειξε το αβυσσαλέο μίσος του.

          Ο υποψήφιος ωστόσο έδειξε να συνέρχεται από αυτή την ασυνήθιστη νευρική μεταμόρφωση που οφειλόταν σε ψυχοσωματική διαταραχή και με μια ζωηρή τώρα και οξύθυμη συμπεριφορά, άρχισε να ξαναμιλά με ιδιαίτερη έμφαση και ζωντάνια, επιδιώκοντας να τους πείσει με τη διαρκή και ψεύτικη φαντασμαγορία των λόγων του. Πέντε λεπτά όμως αργότερα αυτό που είδε στη μικρή και στενή πάροδο που οδηγούσε στη συνοικία των εξαθλιωμένων πολιτών,  έκανε  το αίμα του να τρέξει σαν χείμαρρος στην καρδιά του και να χάσει για λίγο τις αισθήσεις του.

          Με πόδια σηκωμένα  εκεί, ένα ψοφίμι πεταμένο στην άκρη του καλντεριμιού, σκορπούσε τη δύσοσμη οσμή του που έβγαινε από τη σάπια κοιλιά του και τα αποσυνθεμένα μέλη του. Πολλές μέρες εκεί ξαπλωμένο νωχελικά και κυνικά μπρος από τα σπίτια και τα μάτια των ανθρώπων, αψηφούσε το κακό που τους έκανε και τους χάριζε αρρώστιες, λιγοθυμιές και θανατηφόρα μικρόβια. Ο   ήλιος   είχε  κάνει τούτο το ψοφίμι τόπο και φωλιά για τα φοβερά έντομα κι ερπετά που έτρεχαν στα λασπόνερά του να τυλιχθούν με τις κουρελιασμένες σάρκες του που ξεκόλλαγαν από το βρωμερό  κορμί του. Και κολλημένα πια στη σάπια του κοιλιά, μύγες, κουνούπια στρατιές των σκουληκιών και ιοβόλα μικρόβια, ανεβοκατέβαιναν σαν σπίθες φωτεινές στο στόμα του φουσκωμένου ψοφιμιού που  σκορπούσε τη φρίκη σε χιλιάδες γύρω του ζωές.

          << Θα πρέπει να σας πω, πως τούτο το απαίσιο ψοφίμι που τόσα δεινά σας κουβαλά, κι  ασάλευτο όλο βρώμα και θυμό την πόλη μας, τυλίγει, θα το αποτελειώσω μια και καλή σαν δήμαρχος, χριστώ ! >> τους είπε με παρακαλεστή φωνή που ακούστηκε άγρια και σφυριχτή σαν απρόσμενου αγέρα ριπή. << Έτσι που η πόλη καθαρή χωρίς τη σαπίλα τη φριχτή θα παραδοθεί στη μοίρα της με χάρη που τη θέλει αξιοπρεπή θυγατέρα προσφιλή της τελειότητας του κάλλους >> πρόσθεσε ενώ ένιωσε την καρδιά του να την τρώει κάποιο σκουλήκι βρωμερό, όμοιο μ’  εκείνο  του αποσυνθεμένου ψοφιμιού !

          Κανείς όμως απ’ αυτούς που τον άκουγαν δεν πήρε τα λόγια του σοβαρά και πολλοί μουρμούρισαν πως ξεστόμισε λόγια  υβριστικά κι άνοστα. Και καθώς ο αέρας έπνιγε την ατμόσφαιρα με την απαίσια οσμή του ψοφιμιού, πολλοί ήταν εκείνοι που σκέφτηκαν ν’  απαλλαγούν από την τρομοκρατία και των δυο, ομιλητή και ψοφιμιού και να φύγουν. Και το έκαναν με τη σκέψη τους πως ότι είπε και είδαν ήταν προάγγελοι κακών στην πόλη.

         

 

 

                                     

 

                                                = = = 

 

 

 

 

          Ε, λοιπόν, τα πράγματα γι’ αυτόν τον ονειροπόλο κι αφηρημένο άνθρωπο ήρθαν την επομένη των εκλογών όπως τα ήθελε. Εκλέχθηκε δήμαρχος παρά τον εκνευρισμό των πολιτών κι άρχισε με τα σημάδια της απληστίας και της αλαζονείας να εκφράζει την ταραγμένη του  ψυχή! Έτσι με το μάτι του γυρισμένο προς τα πάνω, τα βλέφαρά του να τρεμοπαίζουν σαν τρελά και την ακαμψία του προσώπου του να τον δείχνει ασθενή που ψυχομαχεί, διάβασε τα θέματα της συζήτησης στην πρώτη του κιόλας συνεδρίαση του δημοτικού συμβουλίου με εξασθενημένη φωνή και τους κάλεσε να δώσουν ιδιαίτερη σημασία στο επείγον θέμα << εκχώρηση άδειας λειτουργίας σε θυγατρική  της εταιρείας << ΑΜΙΣΩ >> στα νότια της πόλης για την παρασκευή ακετυλενίου και την εφαρμογή του στη βιομηχανία για την παραγωγή πλαστικών σωλήνων >>.

          Και με ύφος σουλτάνου μεγαλοπρεπή, συνέχισε με κυνικότητα κι αυταρχισμό :

          << Θα πάρουμε όλα τα αναγκαία μέτρα που θα προστατέψουν τους πολίτες, ώστε να μηδενίσουμε τις επιβλαβείς συνέπειες,       που τυχόν θα παρουσιάζονταν κατά το γνωστό στάδιο της πυρόλυσης. Κι όσο για τα εκρηκτικά μίγματα που θα χρειαστούν να αναφλεγούν για τη διατήρηση και δημιουργία της οξυακετυλενικής φλόγας κατά τη συγκόλληση μετάλλων και κοπής αυτών, να είσαστε σίγουροι πως πρώτα μας ενδιαφέρει η υγεία και η ασφάλεια των πολιτών μας και μετά η παρασκευή συνθετικών ελαστικών >>. Ωστόσο δεν μπόρεσε να κρύψει τη δυσαρέσκειά του για κάποιον της αντιπολίτευσης που όση ώρα μιλούσε, σήκωνε επίμονα το χέρι του και ζητούσε το λόγο να μιλήσει. Έτσι στο τέλος της μικρής του εισήγησης, του έδωσε το λόγο.

          Κι εκείνος αποκαλύπτοντας μια σκληρή  γλώσσα του είπε με ασυνήθιστη επιθετικότητα, που άφηνε έντονες στρογγυλές κηλίδες στα ρουφηγμένα του μάγουλα : << Το ψοφίμι είναι ακόμη εκεί, και, βρωμίζει  την πόλη με τις μύγες να βουίζουν μαζί με τις στρατιές των σκουληκιών στο φριχτό του σκέλεθρο. Κι όμως στα λόγια σου  τίποτα δεν ακούσαμε που να μας χαροποιεί πως θα απαλλαγούμε απ’  αυτό >>. Και ύστερα όλο θυμό σαν το ψοφίμι σκέφτηκε το απαίσιο να βρωμίζει το κορμί και την ψυχή της πόλης, του φώναξε με άγρια φωνή σαν ριπή ανέμου : << Είχες πει, πως σαν έπαιρνες την εκλογή το φριχτό τούτο σκέλεθρο της δυσοσμίας θα πετούσες ! Τώρα τι σε κάνει να μασάς τα λόγια σου και να το αρνείσαι ; >>

          Κάτω από την πίεση αυτής της μαρτυρίας ο δήμαρχος τον κοίταξε με οργή που σφηνώθηκε σαν τσεκούρι στο κρανίο του. Με τον ίδιο τρόπο κοίταξε και τους άλλους και τους είπε με μια χλομή λάμψη στα μάτια:  << Σας λέω, λοιπόν πως οι αισθήσεις και μνήμη μου είναι οξύτατες και πως θυμάμαι καλά τι είχα πει στην προεκλογική περίοδο, ατενίζοντας το ψοφίμι. Ωστόσο τίποτα δεν μπορώ να κάνω για να  διώξω το σάπιο σκέλεθρό του. Και τούτο γιατί το κονδύλι που χρειάζεται δε γλίτωσε από τον ανεμοστρόβιλο της διαφθοράς του προκατόχου μου. Όσο κι αυτό που θα σας πω είναι φριχτό, με σύνεση όμως το ομολογώ, πως η σαπίλα τούτη η θλιβερή, εδώ θα μείνει για πολύ, γιατί νέα δαπάνη δεν προβλέπει ο κώδικας του νέου προϋπολογισμού >>.

          << Το ψοφίμι σκορπίζει θανατηφόρους ιούς. Ένα αγόρι νοσηλεύεται στην εντατική και οι γιατροί το έχουν ξεγράψει. Τρεις μέρες το βλέμμα του είναι άκαμπτο και το κορμί του παγωμένο. Κι εσύ συνεχίζεις το απαίσιο τραγούδι των λόγων σου! Ντροπή σου! >> του είπε με πνιγμένη φωνή ο ίδιος άνθρωπος δείχνοντας οργισμένος.

          Ο δήμαρχος τον άκουσε αλλά δεν έδειξε να πονάει. Πάντα όταν επρόκειτο να κάνει κάποια ποταπή ή ανόητη πράξη, γυρνούσε στα ερείπια της αποσυνθεμένης ψυχής του και ζητούσε να βρει κάποιο ελάχιστο έλεος. Αλλά ποτέ δεν το έβρισκε.  Έτσι και τώρα με μια θηλιά γύρω από το λαιμό του από την έλλειψη αισθημάτων, ζήτησε να διακοπεί η συνεδρίαση για προσωπικούς λόγους και να συνεχιστεί στο εγγύς μέλλον σε ημερομηνία που θα οριζόταν από τον ίδιο. Κι αυτός γλιστρώντας από την πίσω πόρτα της αίθουσας, μπήκε στην πολυτελή λιμουζίνα του και με την εύνοια της δύναμης που τον περιέβαλε η ισχύς της θέσης του, ετοιμάστηκε να τραβήξει για το παραθαλάσσιο παλάτι του, στα δυτικά της πόλης.

          Δυστυχώς όμως γι’ αυτόν τα πράγματα δεν του ήρθαν όπως τα περίμενε. 

          Και τούτο γιατί είδε με φρίκη στο μπαμπρίζ του αυτοκινήτου του ένα τρομερό ακέφαλο ψοφίμι, με σάπια κοιλιά, στρογγυλή με ρίγες μαύρες και χρώματα μουντά, να του γραπώνει θαρρείς το σώμα του και την ψυχή, θέλοντας να τον τινάξει πέρα μακριά σαν ένα βαρύ σάκο γεμάτο από σκουπίδια . Κι αυτός τότε αηδιάζοντας από τη θέα της σάπιας σάρκας που τον απειλούσε θανάσιμα, το’ βαλε στα πόδια κι έντρομος, χαμένος στον παραλογισμό του χάους και της ύπνωσης, άρχισε να τρέχει στους έρημους δρόμους της πόλης, συρρικνωμένος και θρυμματισμένος σαν το σάπιο ψοφίμι της, που δεν τον άφηνε ήσυχο ούτε στιγμή, αφού η κραυγή του που του τρυπούσε τ’ αυτιά κι έλεγε << νεκρός ! νεκρός ! >> του επεσήμανε την τρομερή θανατική καταδίκη του!

          ellinikoxronografima.blogspot.gr