Τρίτη 8 Σεπτεμβρίου 2026

ΧΡΟΝΟΓΡΑΦΗΜΑ

 

 

 

                                   Το σακούλι


 

 

 

                                           Του Παναγιώτη Αντωνόπουλου

 

 

 

 

              Κοντά στο σπίτι μου, έχει στηθεί ένα κολαστήριο ζωής. Οι άνθρωποι μένουν σε κοτετσόσπιτα, είναι άνεργοι, πεινασμένοι, βρώμικοι και μεθυσμένοι. Δεν μπορούν να χορτάσουν τα στόματά τους ψωμί και μοιάζουν σαν μπελέχαροι ποντικοί.

              Τους κιαλάρω από την αυλόπορτα και με πιάνει ντελίριο. Άγνωστοι με κτηνώδη πρόσωπα, κουρελήδες, άπλυτοι, ξυπόλητοι, βρίζονται και πλακώνονται στις μπουνιές για ψύλλου πήδημα. Μερικοί ξοδεύουν και το τελευταίο τους σέντσι στο αλκοόλ, οι καπνιστές καπνίζουν μισαδάκια, όσοι λιάζονται στο χώμα ξαπλωμένοι, κοιτάζουν τη δούκισσα αυλή  μου και της κλείνουν το μάτι πονηρά.

              Την ίδια ώρα που άλλα ατσαλάκωτα ανθρωπάκια καλαντρίζουν τον άνομο πλούτο τους, τούτοι οι πολιορκημένοι στο πορδοκλανείο, στραγγίζουν και την τελευταία σταγόνα των ούρων τους να την πιουν. Και όταν σαχλεπίσαχλες φιγούρες τύπου Αδ- όνειδος ορύονται ως αναξιοπαθούσες από την πτώχευση του Τσίπρα, τούτες οι άδειες σκιές κατεβάζουν απ’ το λαιμό τους για να ταϊσουν το πεπτικό τους σύστημα, σάπιο κηπευτικό. Κι όσο  τα δικά μας και των Βρυξελλών τα τιποτάκια, εμμένουν να έχουν ακόμη πιτυρούχα γκλάβα, εγώ θα βρίσκω στην είσοδο της πόρτας μου, γράμματα σωρό να μου ζητάνε άρτο και ζωμό για τους πεινασμένους.  Διαβάζω ένα: Να μου στίλις κάτι να φάμε. Λίγω γάλα, ψομί κι ένα σιρόπι για τον Αντρέ μου. Βάνια.

             Σ’ ένα από τα πολλά γράμματα, έσπασα, συντρίφτηκε η ψυχή μου κι από Κιουταχής έγινα Χριστός. Παρφουμαρισμένος από τις τέφρες του αρχικλέφταρου καπιταλισμού, ανάνηψα και πήρα το σακούλι. Το γέμισα πλούτο νόμιμο, πιπεριές, μελιτζάνες, μακαρόνια, ρύζι, έβαλα κι ένα κατεψυγμένο κοτόπουλο και ρίχνοντάς το στον ώμο, το ‘κοψα για της Βάνιας την παράγκα. Με είδαν οι πεινασμένοι να τραβάω την κουρελού της πόρτας για να μπω μέσα κι έπιασαν σειρές. Όταν κατάλαβαν πως δεν ήταν για τα δόντια τους, έστριψαν κι έπιασαν πάλι τα σκαμνιά.

          Η Βάνια άνοιξε το σακούλι. Τάιζε τα γερανισμένα παιδιά της με τη σούπα που έφτιαξε και μου ‘λεγε, πως είναι: πάμφτωχοι, δουλεύει νταντά τη μια, νοσοκόμα σε γριές την άλλη, καθαρίζει απόπατους, στα θερμοκήπια όλη μέρα φυτεύει σκυφτή. Ο άντρας της μεροδούλι, μεροφάι, ό,τι φέρνει πηγαίνει στα φάρμακα των παιδιών.

         Έσκαγε, μου ‘λεγε, να βρει ποιος τραβάει τα χοντρά λεφτά κι έβαζε κάτω την κούτρα της να σκεφτεί γιατί είναι τόσο φτωχοί. Δεν μπορούσε να χωνέψει, γιατί ο ένας τρώει μπριζόλα κι ο άλλος   χάφτει τα κόλλυβα της κηδείας να τυλωθεί. Να δουλεύεις δεκάωρο κι αντί να κουβαλάς σακούλια με ψωμί στο σπίτι να τα φέρνεις άδεια κι εσύ γδαρμένος από την κούραση να κοιμάσαι και να πονάς ολόκληρος. Να μη σου μένει σέντσι να μείνεις σ’ ένα  σπίτι της προκοπής, να χορτάσεις τα παιδιά σου, να μην ψοφάς σαν όρνιο όταν αρρωσταίνεις, να μη σκέφτεσαι να φορτωθείς πάλι τα συμπράγκαλά σου και να φύγεις γι’ αλλού.

         Τι να πω; Να φτύσω; Τέτοια νερώνεια ψυχική βλάβη που ΄χει ο πλανήτης δεν ξεπλένεται ούτε μ’ όλα τα ποτάμια του.

         ellinikoxronografima.blogdspot.gr

 

 

 

 

  

 

Χρονογράφημα

 

 

 

 

 

                                Το ψίχουλο μασουλίζει η ασήκωτη φτώχεια μας


 

 

                                               Του Παναγιώτη Αντωνόπουλου

 

 

 

 

         Μοσχοβολούσε ο κήπος μου γαρύφαλλα και δυόσμο, η γύρη έσμιγε με το ενεργειακό πεδίο των ωαρίων, οι φυλλωσιές θρόιζαν περνώντας μέσα τους ο ήρεμος Ζέφυρος. Η ζεστή μέρα με ύπνωνε, την ελεημοσύνη της ζητούσα   να  με ‘βρει το βράδυ   αναμάρτητο, οικοδομώντας το είναι μου μακριά από το μοιχεύσεις, το φονεύσεις και το κλέψεις. Ονειρευόμουν τα παλιά, τη μασταρού Ευρώπη που μας βρίζει ραγιάδες, το άηθες  << GREXIT >> που έχει κολλήσει στη σάρκα μου, τη γυμνή πατρίδα που τρώει τις σάρκες της, τον κάθε πίθηκο της ξένης και της εγχώριας τρόικας  που μας πουλάει νερώνεια ψυχική βλάβη. Κοιτούσα τη σόλα μου την κολλημένη με UHU, το πορτοφόλι μου που σάπιζε άδειο, το ψίχουλο που μασουλίζει η ασήκωτη φτώχεια μας.

          Ώσπου ένας μαυροντυμένος καλόγερος, ασπρομάλλης, μαυροφρύδης με χέρια μακριά σαν κουπιά, σαν αστραπή πέρασε δίπλα μου και θρονιάστηκε στην καρέκλα. Ερχόταν από το Ιόνιο. Φοβήθηκα, χλόμιασα, η καρδιά μου έπαιζε βαλσάκι τρελό.       << Ειρήνη τεκνό μου! >> ψιθύρισε.  << Σε ζηλεύω!  Δε σου ‘χει σφίξει το λαιμό το λουρί της κρίσης, λάμπεις σαν πολυέλαιος κάτω από τον ίσκιο, ο κήπος σου ζούγκλα στο λάπατο, τα δέντρα σου φίσκα στο φρούτο, οι κοκόροι σου κρεατωμένοι, τα κουνέλια σου τετράπαχα,  δείχνεις καπιταλιστής κρυφούλης >>.

      << Εξόχως ωραία τα λες, άγιε δέσποτά μου >> του ανταπάντησα, αλλά κοίτα με καλά.  << Το  παπούτσι μου ξεσολιασμένο, το τζιν μου μανταρισμένο, το κοντοπόλκι μου τρύπιο, άκουρος, το γένι βρώμικο, η σκόρτσα δυο δάχτυλα στο πετσί μου. Άφραγκος, θεονήστικος, τρέφομαι στη χάση και στη φέξη με ξερό ψωμί, και ωμή λαχανίδα. Ο καταπιώνας μου ξέχασε το κρέας, η συνταξούλα μου μέρα παρά μέρα τα τινάζει, δε μου μένει σέντσι, όλα μου τα παίρνουν οι τριακόσιοι συγκλητικοί. Ζω στη μυλόπετρα, στυμμένος είμαι,  λιώμα, τελειωμένος, ένας Έλληνας λεχρίτης >>. Η συμβία ορθή στην πόρτα, φωνή λάλησε δυνατή: << Με ποιον μιλάς, άντρα μου; Λώλανες; >>  << Με τον   καλόγερο! Έλα  να  τον δεις! >>  << Καλόγερο  δε  βλέπω, αλλά έλα μου, έλα μου  και προσκύνα!  >>   Ξεδίπλωσε από το προσόψι το εικόνισμα του άγιου Καρτέριου και μου  το  ‘βαλε στα χείλη. << Προσκύνα το, φίλα το και πες: Ιησούς  Χριστός νικά κι όλα τα κακά σκορπά! Έτσι θα ράψουν οι άγγελοι την τρυπούλα του μυαλού  σου και δε   θα μπαίνουν  πια οράματα >>.

         Χρηματοδοτικό κενό μας μαστορεύουν οι φιλελεύθεροι ευρωπαίοι, με νευρωτικό παροξυσμό ξεσπάμε οι αξιολύπητοι!

          ellinikoxronografima.bmogspot.gr

           

 

 

                          

Δευτέρα 7 Σεπτεμβρίου 2026

 

ΤΟ ΧΡΟΝΟΓΡΑΦΗΜΑ

 

 

 

 

 

                     Τότε που πυρπολούσαν τα κιόσκια


 

 

                                                              Του Παν. Αντωνόπουλου

 

 

 

 

            Θυμάμαι Δεκέμβρηδες θλιμμένους και καλοκαίρια καμένα με δαυλί. Κι εμείς στους Μορφωτικούς Συλλόγους σιγοσβούσαμε τις ώρες μας για να δείξουμε στον κόσμο, Λενώρες ποίησης, βιβλία με μετάξινους κι άυλους αστερισμούς και προτομές Παλλάδος σμιλεμένες από γραφές σοφίας. Τότε κάποιοι δήμαρχοι με μαύρες στολές έκαιγαν  τους πνευματικούς μας τύμβους με φωτιές του διαβόλου και μας ενταφίαζαν σε μνήματα λησμονημένα. Οι ίδιοι καμώνονταν πως τους θείους καρπούς της γνώσης κατείχαν. Ω! τους άθλιους! Κι έστελναν κοπάδια τους μελανοχίτωνες μισθοφόρους τους να μας διαλύσουν σπάζοντας τα παίδια μας. Και μας έδιωχναν από την πλατεία, πυρπολούσαν τα κιόσκια, ποδοπατούσαν ποιητικές συλλογές της Ρωμιοσύνης, έσκιζαν τις επαναστατικές μπροσούρες του αντάρτη συγγραφέα, κουρέλιαζαν με μίσος τις αφίσες της ειρήνης, και μας οδηγούσαν στο τμήμα μπροστά στους εντεταλμένους  της  σιδηράς ασφάλειας.

           Σήμερα είναι όλοι τους κοράκια μαδημένα. Αδύνατοι, σουφρωμένοι γέροι, άρρωστοι και με ψυχή συντρίμμι. Και συνεχίζουν να πηγαίνουν σε εκδηλώσεις πνευματικές που δεν πιστεύουν. Ερείπια πια, με όψη δεσποτική και σκέψη ωχρή για τον τιμώμενο. Γιατί το κάνουν; Γιατί πάνε; Να δείξουν το λόρδικο αίμα τους; Ίσως το παίζουν διανόηση! Ιντελιγκέντσια!  Σοφοί δεν υπήρξαν. Τους << λαπάδες>> ποιητές τους αποστρέφονται. Τη γιγάντια σκέψη τη μισούν. Το συγγραφέα φτύνουν. Η δράση του τους ενοχλεί. Αμ η ζωή του; Ποιος νοιάστηκε απ΄ αυτούς, πώς βγάζει το ψωμί του;  Τι στέρηση πέρασε  ν’ αφήσει τη γραφή του και πόσες μπόρες έφαγε να βγάλει ένα βιβλίο, γυμνός μέσα στις καλαμιές και στ’ άγρια αγκάθια;

         Το νεκρικό ψαλμό μας αυτοί ζητούσαν και ζητούν. Είναι οι άθλιοι που χαίρονταν ν΄ ακούν την πένθιμη καμπάνα για τον ποιητή, το μυθιστοριογράφο, το χρονογράφο,  που κάνουν τον πόνο του ανθρώπου θείο μεθύσι της γραφής σε χοντρόδετο βιβλίο. Με τους Αττίλες, τους Ισραφήλιδες  και τους Ηρώδες τους αιμοσταγείς, θαρρώ πως μοιάζουν! Κι αν έχω άδικο, ας με σταυρώσει η  σιωπηλή στιγμή!

   ellinikoxronografima.blogspot.gr

 

                       ΤΟ       Χ Ρ Ο Ν Ο Γ Ρ Α Φ Η Μ Α

 

                                      Βρε, δεν πάν’ να…


 

                                             Του Παναγιώτη Αντωνόπουλου

 

 

 

          << … και το ψομίν επιθυμώ, πότε θα το χορτάσω; >> έγραφε ο Θεόδωρος Πρόδρομος ή Πτωχοπρόδρομος  και του ‘πεφταν τα σάλια οσμίζοντας το  χουρδουβελία  στο ανάκτορο του αυτοκράτορα Μανουήλ Κομνηνού. Με τη λόρδα να τον κόβει, γυρνώντας στους δρόμους νηστικός, με τρύπιο ρούχο, ξυπόλητος, διαρκώς ορεγόταν ευωδιαστό μονοκυθρίτσιν,  χορδοκοιλίτσια  και σφουγγάτο που σε σωρούς άχνιζαν στα βασιλικά τραπέζια.

         Όσο και να παρακαλούσε τους Υπερίονες Ήλιους της βυζαντινής μάσας, ένα ψιχουλάκι δεν του πέταγαν. Έστελναν τα ορθοκέρατα βόδια της ακολουθίας τους και του έσπαζαν τα κόκαλα.  Κύματα του ‘ριχναν πάνω του, λεπιδόφορες ουρές, καυτές ψαρόσουπες και τον γέμιζαν εγκαύματα. Αυτός δεν το ‘βαζε κάτω. Από γειτονιά σε γειτονιά τους έψελνε τα εξ’ αμάξης,   με στίχους από ξίφη, τα μεριά τους χάραζε.

          Σήμερα και στους δικούς μας βασιλείς, μια Λαμπετώ και μια Φαέθουσα φυλάνε τα κοπάδια τους και άγριοι οπλισμένοι Μπραήμηδες τις εκτάσεις και τα λιβάδια τους. Κομματικός στρατός φρουρεί τις εισόδους των οικονομικών οίκων τους, εκπαιδευμένοι κομάντος με μαδέρια και σανίδια, μαυρίζουν στις ροπαλιές τον Έλληνα Πτωχοπρόδρομο  που θα ζυγώσει να γλείψει ένα πεσμένο  κόκαλο από το τραπέζι τους. 

         Ενθρονισμένοι έχουν και του πουλιού το γάλα, μάκαρες σαν θεοί τρώνε και κυβερνούν, σπονδές σταλάζουν στους πορφυρογέννητους της τρόικας και του Δ.Ν.Τ. να μην τους λείπει  το παραδάκι και ό,τι άλλο χρειάζονται για να στουμπώνουν τις γερές μασέλες τους. Και ζουν με τη μάσα. Μάσα γερή, μάσα που την βλέπεις εσύ ο νηστικός και σου φεύγει το τσερβέλο.  Όχι τίποτα γιαχνί φασόλια, αλλά  αστακοί ο γκρατέν, πιλάφια με μυαλά, κουσομέ με κρουτόν, αρνιά με άσπρη σάλτσα, γλώσσες πανέ, πέρδικες αλά Ισπανιόλ.

        Κι εσύ Πτωχοπρόδρομε, χαϊβάνι Έλληνα, καταπίνεις σάπιες ελιές Καλαμών με δάκο και κάνεις σωρούς φτύνοντας τα κουκούτσια. Ζεις μόνιμα σε απελπιστική πενία και πείνα. Το κουμούτσι σου ούτε και μουχλιασμένο δεν το ‘χεις και εν μέλλοντι χρόνω τους οδόντες θα σου εξορύξου ν’ αποσυρθείς από το μάσημα. Λες: Βρε δεν πάν’ να … κάνουν ότι θέλουν οι ένοικοι του Μαξίμου, εγώ να είμαι καλά. Ως Έλλην όμως μαχητής, πρέπει να ξεσπαθώσεις. Σου αρέσει να σε λένε, αλλά όχι και να είσαι Πτωχοπρόδρομος.

 

 

 

         ellinikoxronografima.blogspot.gr    panant1947@gmail.com

 

                             ΤΟ    Χ Ρ Ο Ν Ο Γ Ρ Α Φ Η Μ Α

 

                                     Οι καημένοι οι δημόσιοι


                   

                                       Του Παναγιώτη Αντωνόπουλου

                

              Κυψέλη το δημόσιο. Τροφοδοτεί τα χαρτένια όνειρα των νέων, επουλώνει πληγές της φτώχειας τους όταν περάσουν το κατώφλι του, θαμπίζουν οι νύχτες τους από το αστεράκι της μονιμότητας που τους φωτίζει, σπιθίζουν οι αυγές τους από το γλίσχρο μισθό που τους φιλοδωρεί.  Δουλεύουν και τους ραντίζει η ανάβρα της ευτυχίας, ντύνονται με την εθνική στολή του φυλακισμένου στο κάτεργο της εξουσίας, λιώνουν και σαπίζουν τριανταπέντε χρόνια δεμένοι με λουριά στις φάκες του δημοσίου υπόκοσμου.  

             Σ’ αυτό το μαγαζάκι φώλιασα κι εγώ για λίγο διαζευγμένος με την κιμωλία. Είδα κυρίες υπάλληλους με φτερά στο καπέλο, δράκους γραφιάδες να έχουν γραμμένο ανεξίτηλη στο στήθος την υποταγή στο κίβδηλο κόμμα, χαμερπείς  γραμματείς  να ξεσκονίζουν τα παπούτσια των προϊσταμένων.  Είδα και χαλβάδες, διοικητικά όργανα, τρόπος του λέγειν, με τούρκικα φέσια στο κεφάλι να υπογράφουν ύποπτες συμφωνίες, να γίνονται οσφυοκάμπτες μπροστά σε πολιτικούς, να χώνονται σαν γαιοσκώληκες  από γραφείο σε γραφείο, να κάνουν κλήσεις πονηρές σε ύποπτους χώρους. Είδα  βρικόλακες, λείψανα φριχτά με κάρα αδειανή και μάτι θολό οχιάς, λιμασμένους λύκους παντού σε κάθε γωνιά  Όλη τη λύσσα τους την ξερνούσαν σ’ ανθρώπους και χαρτιά, σε αποφάσεις οργής και διατάξεις βουτηγμένες στο μελάνι με το απόστημα της διαφθοράς.

          Νωρίτερα μαθητής στο γυμνάσιο, δημόσια υπηρεσία κι αυτό, συνάντησα πολλά ευτράπελα.  Αναφέρω ένα σχεδιασμένο υπό του εκλεκτού φιλολόγου μου. Αφού με ρήμαξε πρώτα στις σφαλιάρες για την οχληρή μου συμπεριφορά εντός της αιθούσης μου επέβαλε μια άσκηση για τιμωρία: << Είμ’ Οδυσσεύς Λαερτιάδης, ος πάσι δόλοισιν ανθρώποισι μέλω, και  μευ κλέος ουρανόν ίκει … >> μου είπε.  <<Θέλω ερμηνεία! >>  Του την είπα φαρσί. Άνοιξε τον κατάλογο, μου’ βαλε δέκα και μ’ έστειλε από τότε να βυζάξω το γάλα της στέρφας ζωής που με περίμενε. Πού το βρήκε το δέκα ο ταγματασφαλίτης και μου το κούρνιασε; Με εκείνο το δέκα η ζωή μου έμελλε να γίνει συντρίμμια.

             Ήξερε πως είχα μεγαλώσει με κούμαρο, την τύλωνα με καβούρια και το καρβέλι στο σακούλι που μου ερχόταν από τη Μουριατάδα, κόλλαγε στον κατήφορο στους Μύλους  τις μέρες της νεροποντής. Ακόμη είχε μυριστεί ο αρουραίος τούτος του δημοσίου πως είχα σταυρό βαρύ, μυαλό ξυράφι και μέλλον ευοίωνο. Φοβήθηκε ο ολίγιστος μη γίνω αστεράκι και φωτίσω την ξεζωμένη κοινωνία και με ξέκανε!  Ο ξεπεσμένος δημόσιος δερβίσης! Όπου ήθελε έβαζε το είκοσι και όπου γούσταρε το δέκα και το εφτά. Αλαλούμ στην παιδεία τότε, αλαλούμ και σήμερα. Οι ταγοί του υπουργείου τα ξέρουν αλλά ο κόσμος των παραισθήσεων που ζουν τα ξεπερνά χωρίς τριβές. Στο ίδιο μήκος κύματος εκπέμπουν και τα παχύδερμα των εκάστοτε κυβερνήσεων που στελεχώνουν το Μαξίμου.  Από το κεφάλι βρωμάει το ψάρι. Όταν στελεχώνεις με ημέτερους ανίκανους τις υπηρεσίες είναι απολύτως αναμενόμενο να ασθενεί και η διοίκηση.

                                            

 

                      ellinikoxronografima.blogspot.gr

Κυριακή 6 Σεπτεμβρίου 2026

 

ΧΡΟΝΟΓΡΑΦΗΜΑ

 

 

 

                                            Οι τενόροι της φανφάρας


 

 

 

                                                      Του Παναγιώτη Αντωνόπουλου

 

 

 

         << Πήραν τ’ αρνάκια μας και τα κατσικάκια μας και το λάγνο αρνί, που ‘χε το χρυσό μαλλί, τ’  ασημένιο χαϊμαλί. Πήραν την καρδάρα μου που ‘πηζα το γάλα μου, πήραν τη φλογέρα μου μεσ’ από τα χέρια μου. και πάνε, πάνε, παν, άιντε μανούλα μ’ παν! >>

               Και ζούνε στην ευμάρεια οι κηφήνες και οι αφεντοαγάδες, λιμώττει ο λαός,  νηστικός περπατάει με τρύπιο παπούτσι και μπαλωμένο σκουτί.  Έριξαν στο λάκκο  οι τουρκανάκατοι τις κοινωνικές κατακτήσεις και τα ιερά δικαιώματα του ελληνάκου και με βλάσφημη γλώσσα, τρώνε και πίνουν σε χλιδάτα εστιατόρια, ολημερίς λιμνάζουν στις καφετέριες, σε νυχτερινά κέντρα μεθάνε μαζί με τη διαφθορά, τον αμοραλισμό τους και την εξηλιθιωμένη μικρόνοιά τους.

                 Κι εσύ πατρίς μου, βρέθηκες με τα ροδοκλώνια σου ξερά, τα αηδόνια σου μουγκά, τα άνθη σου μαραμένα.  Με τον κάθε πολιτικό λωποδύτη, τον κάθε ποίσα, και δείξα αρχηγό μιας απόφυσης βολεμένων, τον κάθε προπαγανδιστή διαφημιστή, να σε κάνουν ρεντίκολο. Με πλύση εγκεφάλου και επαγγελίες που σ’ έστυψαν σε συμπληγάδες πέτρες σ’ άρμεξαν σαν γαλακτερή προβάτα και σ’ έβαλαν στο μαντρί. Το πολιτικό σύστημα έχει αχρηστευθεί, έχει καταρρεύσει, να δούμε πότε θα βγεις. 

                 Και συνεχίζουν οι τενόροι της φανφάρας, οι αγορητές της πλάνης να σου ψέλνουν τίποτα, να κάνουν τον τελάλη χωρίς μήνυμα. Σου πασάρουν έναν κυβερνητικό τσελεμεντέ  που πρέπει να τον εφαρμόσεις. Σου ελαχιστοποιούν μ’ αυτόν το κράτος, καταργούν την κοινωνική σου πρόνοια, σε αναγκάζουν να απολύσεις, να κόψεις το φάρμακο του άρρωστου, να στείλεις στους κάδους τους πεινασμένους, στα λιμάνια και στους σταθμούς να συνάξεις τους εξαθλιωμένους που φεύγουν στα ξένα.   Έχουν κάνει την αυλή σου << μπείτε σκύλοι αλέστε και αλεστικά μη δώσετε >> και αυξάνουν τη συνομοταξία του αφεντοσογιού τους και της κλίκας τους.

             Πατρίς μου! Επίπλαστη εικόνα σου ‘φτιαξαν τούτοι οι τιποτάκηδες πολιτικοί, οι παραφυάδες τους τα ΜΜΕ και οι γλείφτες τους επικοινωνιολόγοι. Χωρίς μέγεθος, με προσωπείο φερέλπιδος ειδικού, με κρύο λόγο, ατσαλάκωτοι και εθνικοί ψευτορήτορες, με τα μούτρα έπεσαν στο ισχνό θησαυροφυλάκιό σου, το ρήμαξαν και τ’ άφησαν αδειανό.

            Σαχλεπίσαχλες φιγούρες σε ζώνουν από παντού. Η ανικανότητά τους σε πνίγει, σε κάνει λιώμα. Τα μυαλά τους δεν είναι παρά ένας ντορβάς γεμάτος χαμούρι. Όλοι χωρίς των δημάρχων εξαιρουμένων. Πομπώδεις, στομφώδεις και κούφιοι ούτε τα σκουπίδια δεν είναι ικανοί να μαζέψουν. Και μεγαλώνουν οι σωροί, υψώνεται το σκουπίδι, τενεκέδες, σύρματα, σαρδελοκούτια, κουτσές καρέκλες, μουσαμαδένιες ποδιές, γίνονται ένας αχταρμάς.

             Και η ζωή συνεχίζεται με το λαό σου ριγμένο στη στάχτη της ανέχειας, να αρταίνει το χόρτο του με μούργα, να μένει άνεργος, σύνταξη να περιμένει στα εκατό του!

              Έργο κι αυτό των λακέδων σου που πιστεύουν πως κρατούν το δίκιο από τα ευμεγέθη γεννητικά τους όργανα.

               ellinikoxronografima.blogspot.gr           

 ΧΡΟΝΟΓΡΑΦΗΜΑ

 

 

 

                                                   Ζωή όχεντρα


 

 

 

                                                            Του Παναγιώτη Αντωνόπουλου

 

 

 

 

              Φουκαράς ο έρημος. Με δυο ευσχήμονες υιούς και μια θυγατέρα περδικούλα πλουμιστή. Με συμβία αποκλεισμένη στο Δερβένι της κουζίνας. Ο ίδιος μεροδούλι στον κήπο του γείτονα να κόβει χόρτο, εργάτης στους δρόμους της πόλης να βουλώνει με την τσάπα τις γράνες, μπαρμπέρης να κουρεύει το ποίμνιο του βοσκού.  Τα χρέη βουνό σαν την Γκιόνα, το κατσαρόλι άδειο, οι παίδες να γράφουν στην χαρτοπετσέτα τη γραφή τους, αυτός να ρουφάει σέρτικο και να ντουμανιάζει η χαμοκέλα.

              Ώσπου ο εργάτης της εταιρείας σκαρφαλωμένος σαν γάτος στο φράχτη, του ‘κοψε το ρεύμα.  Φεύγοντας του άφησε ζόρια και μέρες σκληρές σαν το καύκαλο της χελώνας. Οι πληγές του όχι δέκα αλλά στο τετράγωνο. Πώς να στήσει κατσαρόλι με το μάτι της κουζίνας τυφλό; Να ζεσταθεί με το σύρμα της ηλεκτρικής σόμπας απυράκτωτο; Να φωτιστεί με λάμπες σβηστές; Να διασκεδάσει τη βραδινή ανάπαυλα βλέποντας στη γεραιά  τι- βί τον Τούρκο Σουλεϊμάν;  Ο φωτισμός τις πρώτες μέρες με κερί δωρισμένο από τον πάγκο της Αγίας Φωτεινής. Ύστερα με λάμπα πετρελαίου, το γυαλί έχον ραγισμένο και το φιτίλι πετσάκι ξερό.  Το καύσιμο στη ζούλα απ’ το ρεζερβουάρ του γεωργικού ανελκυστήρα του αδερφού.

                Σάρακας το κρύο τους παγώνει. Το ξύλο ακριβό,  κούτσουρο στα τζάκι δεν καίγεται. Ο άντρας ζεσταίνεται με μια τρύπια χλαίνη του στρατού, η συμβία διπλωμένη με την κουβέρτα καμηλό, οι παίδες  ντυμένοι με σκουτιά της γειτονιάς.

                Τούτες τις μέρες της κατάψυξης ευτυχώς που ο ήλιος σκάει μάτι και ζεσταίνει. Όταν όμως ο μπαμπαλής χειμώνας ασπρίσει Τετράζι και Ταύγετο και σκεπάσει με την άσπρη του ταφόπλακα τα χαμηλά, τι θα γίνουν οι έρημοι; Τα χεράκια τους που θα τρέμουν πιο μαραφέτι Στουρναρίσιο θα τα σταματήσει;

               Κι αν έρθει ένας Μάρτης μπατίρης  από άνθη και χελιδόνες κι ανοίξει τη στρόφιγγα μ’ όλη του την ψύξη, πώς το προζυμάκι τους θα μπορέσει να πλάσσει τη ζωή τους γαλακτερή; Θα ζήσουν; Θα πεθάνουν όπως η γριούλα του παραμυθιού, χωμένοι στο λεβέτι; Αυτή είπε << πριτς >> στο Μάρτη τον κακό και την εκδικήθηκε. Τούτοι οι άγιοι Αντώνιοι σε ποιον είπαν << πριτς >> και τους  κόβουν φετούλες την καρδιά;

              Κι όσο τούτοι σφίγγονται ο ένας πάνω στον άλλο να ζεσταθούν οι Αρλεκίνοι που μας κυβερνούν το χαβά τους. Φόρους κι άλλους φόρους, και το κοινό αγαθό όνειρο απατηλό. Κι όσο ζεσταθούν οι τρωγλοδύτες της χαμοκέλας  άλλο τόσο θα ζεσταθούν εκατομμύρια καταψυγμένοι Έλληνες. 

                                       ellinikoxronografima. blogspot.gr

 

 ΧΡΟΝΟΓΡΑΦΗΜΑ

 

 

 

                                                   Ζωή όχεντρα

 

 

 

                                                            Του Παναγιώτη Αντωνόπουλου

 

 

 

 

              Φουκαράς ο έρημος. Με δυο ευσχήμονες υιούς και μια θυγατέρα περδικούλα πλουμιστή. Με συμβία αποκλεισμένη στο Δερβένι της κουζίνας. Ο ίδιος μεροδούλι στον κήπο του γείτονα να κόβει χόρτο, εργάτης στους δρόμους της πόλης να βουλώνει με την τσάπα τις γράνες, μπαρμπέρης να κουρεύει το ποίμνιο του βοσκού.  Τα χρέη βουνό σαν την Γκιόνα, το κατσαρόλι άδειο, οι παίδες να γράφουν στην χαρτοπετσέτα τη γραφή τους, αυτός να ρουφάει σέρτικο και να ντουμανιάζει η χαμοκέλα.

              Ώσπου ο εργάτης της εταιρείας σκαρφαλωμένος σαν γάτος στο φράχτη, του ‘κοψε το ρεύμα.  Φεύγοντας του άφησε ζόρια και μέρες σκληρές σαν το καύκαλο της χελώνας. Οι πληγές του όχι δέκα αλλά στο τετράγωνο. Πώς να στήσει κατσαρόλι με το μάτι της κουζίνας τυφλό; Να ζεσταθεί με το σύρμα της ηλεκτρικής σόμπας απυράκτωτο; Να φωτιστεί με λάμπες σβηστές; Να διασκεδάσει τη βραδινή ανάπαυλα βλέποντας στη γεραιά  τι- βί τον Τούρκο Σουλεϊμάν;  Ο φωτισμός τις πρώτες μέρες με κερί δωρισμένο από τον πάγκο της Αγίας Φωτεινής. Ύστερα με λάμπα πετρελαίου, το γυαλί έχον ραγισμένο και το φιτίλι πετσάκι ξερό.  Το καύσιμο στη ζούλα απ’ το ρεζερβουάρ του γεωργικού ανελκυστήρα του αδερφού.

                Σάρακας το κρύο τους παγώνει. Το ξύλο ακριβό,  κούτσουρο στα τζάκι δεν καίγεται. Ο άντρας ζεσταίνεται με μια τρύπια χλαίνη του στρατού, η συμβία διπλωμένη με την κουβέρτα καμηλό, οι παίδες  ντυμένοι με σκουτιά της γειτονιάς.

                Τούτες τις μέρες της κατάψυξης ευτυχώς που ο ήλιος σκάει μάτι και ζεσταίνει. Όταν όμως ο μπαμπαλής χειμώνας ασπρίσει Τετράζι και Ταύγετο και σκεπάσει με την άσπρη του ταφόπλακα τα χαμηλά, τι θα γίνουν οι έρημοι; Τα χεράκια τους που θα τρέμουν πιο μαραφέτι Στουρναρίσιο θα τα σταματήσει;

               Κι αν έρθει ένας Μάρτης μπατίρης  από άνθη και χελιδόνες κι ανοίξει τη στρόφιγγα μ’ όλη του την ψύξη, πώς το προζυμάκι τους θα μπορέσει να πλάσσει τη ζωή τους γαλακτερή; Θα ζήσουν; Θα πεθάνουν όπως η γριούλα του παραμυθιού, χωμένοι στο λεβέτι; Αυτή είπε << πριτς >> στο Μάρτη τον κακό και την εκδικήθηκε. Τούτοι οι άγιοι Αντώνιοι σε ποιον είπαν << πριτς >> και τους  κόβουν φετούλες την καρδιά;

              Κι όσο τούτοι σφίγγονται ο ένας πάνω στον άλλο να ζεσταθούν οι Αρλεκίνοι που μας κυβερνούν το χαβά τους. Φόρους κι άλλους φόρους, και το κοινό αγαθό όνειρο απατηλό. Κι όσο ζεσταθούν οι τρωγλοδύτες της χαμοκέλας  άλλο τόσο θα ζεσταθούν εκατομμύρια καταψυγμένοι Έλληνες. 

                                       ellinikoxronografima. blogspot.gr

 

 

 

Χρονογράφημα

 

 

 

                   Στης  Αρκαδιάς  τον  πλάτανο

 

                                   Του Παναγιώτη Αντωνόπουλου

 

 

    Χρωματισμένο  το δείλι, η κίνηση χαλαρή, ο θόρυβος απ’ τα βήματά μου στο καλντερίμι με απόκρουση Μπαχ και προορισμός μου ο πλάτανος της Αρκαδιάς. Εκεί από κάτω του,  ένας ανώφελος ερημίτης, τη μνήμη μου άρχισα να τυπώνω στους νευρώνες του μυαλού μου. Ιερό δέντρο ο πλάτανος συνδεδεμένο με ιστορίες και θρύλους. Κι εδώ έγιναν ολοζώντανα πράγματα επί τουρκοκρατίας μας λέει το τραγούδι: << Στο κάστρο βγαίνει ο Αυγερινός και στο παζάρι η Πούλια, στης Αρκαδιάς τον πλάτανο βγαίνει ο κατής και κρένει και κρένει τους ανύπαντρους, όποιος αγαπάει να παίρνει… >> Και ο Τούρκος Αγάς της Αρκαδιάς αγαπάει την Ελένη Χαμέρη. Εκείνη δεν τον θέλει, αγαπούσε τον Αυγερινό Χούντρα γι’ αυτό ο Αγάς τη φυλάκισε, τη βασάνισε και είχε θάνατο φριχτό.

   Στη μυθολογία << Η πλάτανος >> ήταν κόρη του Ποσειδώνα. Αγαπούσε το υγρό στοιχείο και είχε δυο αδέρφια Γίγαντες. Όταν πέθαναν λυπήθηκε τόσο που παρακάλεσε τους θεούς να την κάνουν δέντρο να λυτρωθεί από το μαρτύριο της απώλειάς τους. Εισακούσθηκε κι έγινε ο πλάτανος, το αιωνόβιο και ιερό δέντρο.

   Στη δεκαετία του εξήντα, μαθητής Λυκείου, σε μια εκδρομή κάτω από τον πλάτανο της Αρκαδιάς μας μίλησε μια  σκέτη << ξουραφού >> φιλόλογος και μας είπε τούτα τα ωραία:   πως ένας τελάλης προς τιμή της Ελένης βγήκε και την υπερασπίστηκε. Ακόμα πως η λαϊκή μούσα κατέγραψε: <<Ντελάλη γίνηκε στη γειτονιά. Στο μαχαλά στη ρούγα. Και τόμαθε ο κόσμος ο πολύς. Κι ολάκερος ο τόπος. Θυμώσανε οι άνθρωποι. Ντροπιάστηκαν τα ήθη. Ο νόμος εξοργίστηκε και δίκασε σε θάνατο την όμορφη Ελένη και κρέμασαν το μπόι της στης Αρκαδιάς τον πλάτανο>>.

   Στη συνέχεια μας είπε, πως στην Κω δείχνουν ακόμα τον πλάτανο κάτω από τον οποίο δίδασκε ο Ιπποκράτης. Πως ο Ξέρξης μαγεύτηκε στην κοιλάδα του Λυδικού Μαιάνδρου μ’ έναν πλάτανο που έδωσε εντολή να τον στολίσουν με χρυσάφι και να τον φροντίζουν. Ακόμη στη Σικελία όταν πρωτοεμφανίστηκε ο πλάτανος εντυπωσιάστηκαν τόσο που τον πότιζαν με κρασί και πλήρωναν ένα ποσό για να έχουν δικαίωμα στη σκιά του.

    ellinikoxronografima.blogspot.gr







 
                                





 








 
                                





 

ΤΟ    Χ Ρ Ο Ν Ο Γ Ρ Α Φ Η Μ Α

 

                  Φιδωτά κι ευθεία καλντερίμια


 

                                Του Παναγιώτη Αντωνόπουλου

 

 

  Βαρέθηκα ν’ ακούω στην τιβί πως στο εφεξής θα μας  ταϊζουν με γκουρμεδάτους λαγούς και είπα να κόψω δρόμο για το κάστρο.  Η Κυπαρισσία και δη η Πάνω Πόλη, παρά τα αβάσταχτα ρωμαίικα οικονομικά βάρη, που μας σφίγγουν όπως ο  βρόχος το λαιμό, γοητεύει και συγκινεί τον επισκέπτη με τα κάλλη της, σε πείσμα της αδιαφορίας των αχρείων ηγεμόνων της.

   Οδοιπορώντας, ήρθε στο νου μου το λήμμα << καλντερίμι >>.  Τέτοιες σκέψεις είναι καλές, τι να λέμε και σκέφτηκα να δώσω επί χάρτου μια εξήγηση.  Όσοι αναγνώστες έχουν γνώσεις και άφθονο χρόνο ας τη ρετουσάρουν επί το βέλτιστο. Συνέχεια στην εξήγηση:  Καλντερίμι είναι λιθόστρωτος δρόμος, συνήθως στενός με  ακανόνιστες στο σχήμα και στη μορφή πέτρες. Και φυσικά μιλάμε μόνο για τα καλντερίμια σε αρυμοτόμητους, παραδοσιακά χτισμένους οικισμούς, ορεινών περιοχών.  Εξυπηρετούνταν με τη διάβαση και οι πεζοί, αλλά και τ’  άλογα και οι όνοι. Δεν αποκλείονταν ουδέ οι χοίροι και τα αμνοερίφια.

   Η Πηνελόπη Δέλτα, << Στα μυστικά του βάλτου >> λέει: <<…πού θα σας βρουν τ’  άλογα; Δεν κάνει  ν’  ακουστούν   στο  καλντερίμι τέτοια ώρα… >>

   Στην πάνω πόλη είναι πολλά, έρχονται από παλιά, γοητεύουν τον περιπατητή, επιβεβαιώνουν στον εύπιστο τη ζωή της παράδοσης, ενθαρρύνουν το δημιουργό γιατί μετατρέπουν τη μουσικότητα του ήχου που αφήνουν τα πέλματα πάνω στις πέτρες σε άφθαρτες χρυσές μνήμες. Φιδωτά, ευθεία, στενά, φαρδιά, είναι όλα σταυροί ενός βίου αβίωτου των προγόνων μας.

  Στα καλντερίμια συζητούσαν ως το πρωί οι γειτόνοι, τα άμοιρα κορίτσια που << έκαναν καλντερίμι >>, το βράδυ εκεί έβρισκαν τους πελάτες τους, ως και η καλντεριμιτζού ( γυναίκα του πεζοδρομίου, πόρνη ) εκδιδόταν εκεί τις νύχτες.

   Καλντερίμι στη νεοελληνική, kaldirim στην τουρκική, καλός + δρόμος ( αντιδάνειο ) στα αρχαιοελληνικά.   Αγγλικά: cobblet.  Βουλγαρικά: Kaldaram.  Σερβοκροατικά: kaldrma.

     ellinikoxronografima.blogspot.gr

 

 

Χρονογράφημα

 

 

                    Δεν ωφελεί να καρτερείς


 

                              Του Παναγιώτη Αντωνόπουλου

 

   Ψοφολόγαγε ο δόλιος να την αγαπάει. Εκείνη ποιος ξέρει τι είχε μέσα της. Τον εξαπατούσε οικτρά, αύριο και αύριο θα σε δω του έλεγε, και ποτέ δε τον έβλεπε. Κι όσο περνούσε ο καιρός ανακηρυσσόταν σε κυρίαρχη ψεύτρα  και τον βύθιζε στα βάραθρα της απελπισίας. Τον πείραζε απ’ όλες τις ψευτιές της, το στήσιμο έξω από το σπίτι της. Ελπίδες φρούδες σε μικρές δόσεις  ώσπου να τον ξεκάνει.

   Πάντα είχε τον τρόπο να του πουλά ευτελή φύκια για μεταξωτές κορδέλες. << Απόψε >> μου είπε, << θα συναντηθούμε >> μου εξομολογήθηκε πανευτυχής ο φίλος μια φορά. Ήταν γκαρδιακός μου κι έπρεπε να μου το εμπιστευθεί. << Μπράβο! επιτέλους θα πάψεις να κουβαλάς σαν το Σίσυφο το λιθάρι της κοροϊδίας στην πλάτη σου >>. Στήθηκε πάλι έξω από το σπίτι της. Τα ίδια. Εκείνη δεν πήγε, τον κορόιδεψε. Όταν μου το είπε, ίσα που δεν έκλαιγε. << Τα μεγαλύτερα ψέματα λέγονται ύστερα από το κυνήγι, κατά τη διάρκεια του πολέμου και πριν από τις εκλογές. Ακόμα λέγονται κι από τις γυναίκες όταν δεν σ’ αγαπάνε >> του είπα και του απάγγειλα ένα ποίημα του Κώστα Ουράνη:

    << Η ΑΓΑΠΉ Α! Τι ωφελεί να καρτεράς όρθιος στην πόρτα του σπιτιού/ και με τα μάτια στους νεκρούς τους δρόμους στυλωμένα/ αν είναι να ΄ρθει θε να ΄ρθει δίχως να νιώσεις από πού/ και πίσω σου πλησιάζοντας με βήματα σβησμένα/ θε να σου κλείσει απαλά, με τ’  ‘ασπρα χέρια της τα δυο/ τα μάτια που κουράστηκαν τους δρόμους να κοιτάνε/ κι όταν γελώντας να της πεις θα σε ρωτήσει: << Ποια είμ’  εγώ;>>/ απ’ της καρδιάς το σκίρτημα θα καταλάβεις ποια ‘ναι.// Δεν ωφελεί να καρτεράς… Αν είναι να ‘ρθει θε να ‘ρθει./ Κλειστά όλα να ‘ναι, θα τη δεις, άξαφνα μπρος σου να βρεθεί/ κι ανοίγοντας τα χέρια της πρώτη θα σ’ αγκαλιάσει.//  Ειδέ, κι αν έχεις ανοιχτή την πόρτα για να τη δεχτείς/ και σαν φανεί τρέξεις σ’ αυτήν κι εμπρός στα πόδια της συρθείς/ αν είναι να ‘ρθει θε να ‘ρθει αλλιώς θα προσπεράσει.

     ellinikoxrongrafima.blogspot.gr

 

 

 

 

Τρίτη 1 Σεπτεμβρίου 2026

 

  Χρονογράφημα

 

                                   Τα καινούρια παπούτσια


 

                                                   Παναγιώτη Αντωνόπουλου

 

            Ο γεννήτοράς μου ήταν φτωχός, πένης.  Δεν τον θυμάμαι ποτέ να φόρεσε παπούτσια αλλά σχισμένες αρβύλες που σειόταν ο τόπος με την προκαδούρα στις σόλες τους.  Η δεξιά αρβύλα ήταν πιο παλιά, είχε μπαλωθεί δεκάκις και η τρύπα στο μπροστινό μέρος άφηνε να μπαινοβγαίνει ένα οσμηρό δάχτυλο σαν κεφάλι χελώνας. Τούτες οι  τελειωμένες και άκομψες αρβύλες ήταν και τα καλά του παπούτσια, μ’ αυτές πήγαινε στο χωράφι, μ’ αυτές στο παζάρι, στην εκκλησία και στις πανηγύρεις. Όταν πέζευε στην αυλή τις ξελάσπωνε με το μυστρί, τις έπλενε και τις κρέμαγε στο πάτερο να στεγνώσουν.

             Κι εγώ δεν πήγαινα πίσω. Είχα σιχαθεί να φοράω δυο χρόνια τις ίδιες  σολιασμένες βακέτες, να μην τις ξεκολλάω από τα πόδια μου χειμώνα καλοκαίρι, να νιώθω γελοίος, ύβρεις να εκτοξεύω και κατάρες σε όποιον ανίχνευε τα πέλματά μου. Ένα ποντικός ευτυχώς τις έφαγε, τις έκανε λουρίδες μια νύχτα και με απάλλαξε. Πριν μου τις φάει, ντρεπόμουν να τις φορέσω, στο σχολείο πήγαινα από το μπουγάζι, στην τάξη μέσα άφηνα να πέσει πάνω τους μια κόλλα της αναφοράς και να τις κρύβει. Τις είδε κομματιασμένες ο γεννήτορας, κούνησε το κεφάλι του, άφησε ένα φιλοσοφικό αναστεναγμό και μου είπε:  <<  Αύριο  στο  πανηγύρι  του  Σταυρού θα  υποδυθείς με καινούρια υποδήματα >>.   

            Το είπε και το ‘κανε. Τα φόρεσα, τα έδειξα στους φίλους, έφερα βόλτες στους δρόμους της πόλης, πέρασα κάτω από τα παράθυρα του κοριτσόκοσμου και καμάρωνα σαν γύφτικο σκεπάρνι. Η φρεσκάδα τους δυστυχώς, κράτησε λίγο, γιατί με την πρώτη  βροχή μούσκεψαν, σκέβρωσαν, ξεχείλωσαν και φούσκωσαν σαν χαρτένια κουτιά. Οι συμμαθητές μου μαζεύονταν γύρω μου, τα κοίταζαν, γελούσαν, με κορόιδευαν και με φώναζαν << τσαρούχι >>. Δεν άντεξα τον εμπαιγμό, πήρα  το μαχαίρι  και τα ‘κανα φέτες.

                Εν τη παρόδω του χρόνου  αν και το βαλάντιό μου ισχνό, φόρεσα πολλά παπούτσια. Όταν ήρθε όμως η κολπατζού κρίση και μου  ‘βαλε το πιστόλι στον κρόταφο, έχω να φορέσω μοντελάκι παπούτσι εδώ και δέκα χρόνια. Συναλλάσσω δυο φτηνά ζευγάρια, ένα σολιασμένο για την καθημερινότητα κι ένα σεβρό για τις κοσμικές μου εξόδους, κηδείες, μνημόσυνα και πανηγύρια.  Μπροστά στην τιβί που κάθομαι και τα γυαλίζω, το κάνω επίτηδες για να βλέπω τι φοράνε οι Νέρωνες στο πολιτικό και οικονομικό γκουβέρνο, αυτοί οι γελοίοι Καλιγούλες, που τους έχω στην μπούκα! Μ’ ανοιχτές παλάμες και με μουσική υπόκριση ενός κλέφτικου, τις απλώνω σ’ όλους αυτούς τους Κίναιδους που παρελαύνουν με VERRAROS και  MORESCHI και χαίρεται η ψυχή μου! Σ’ όλους αυτούς που κοιμούνται σε κρεβάτι στολισμένο με κοραλλένιους αετούς, ήσυχοι, ευτυχείς και ασυνείδητοι που εγώ κι εσύ δε φτάνει που χάσαμε τα πάντα, περπατάμε ξυπόλυτοι.

           ellinikoxronografima.blogspot.gr  

              

 

                     ΤΟ      Χ Ρ Ο Ν Ο Γ Ρ Α Φ Η Μ Α


                      Τέρμα οι παρέες, οι ταβέρνες και οι ουζοποσίες

                                  Του Παναγιώτη Αντωνόπουλου

 

                   Κλειστήκαμε στα τέσσερα ντουβάρια αναγκαστικά,   λόγω οικονομικής κρίσης και αφραγκίας και χάσαμε  την κοινωνικότητα, τη συναναστροφή  και τις παρέες ως ιδιάζοντα στοιχεία της ανθρώπινης υποστάσεως.  Στα << Πολιτικά >> ο Αριστοτέλης γράφει: <<Ο δε μη δυνάμενος δι’  αυτάρκειαν ούθεν μέρος πόλεως, ώστε ή θηρίον ή θεός >>.  Μεταφραζόμενο σημαίνει: << όποιος δεν είναι ικανός να συμμετάσχει  σε μια κοινότητα ή δεν του χρειάζεται επειδή είναι αυτάρκης, σε καμιά περίπτωση δεν αποτελεί μέρος της πόλης και κατά συνέπεια είναι ή άγριο ζώο ή θεός>>.

                Αναγκαστικά έγκλειστοι  ξεκόψαμε από τους φίλους, τέρμα τα μπαρ και τα καφενεία, οι χειραψίες, οι ασπασμοί, οι φιλικές σφαλιάρες στην πλάτη, όλα αυτά σαν φυσικά επακόλουθα, υποκαταστάθηκαν από την ψηφιακή προσομοίωση. Λάικ, κόκκινες καρδούλες, φατσούλες γελαστές ή μη, κι άλλα ιδεογράμματα της κοινωνικής δικτύωσης έφτασαν στο φόρτε τους, έγιναν καλούπια συμπεριφοράς σε κωδικούς από του μακρόθεν.

             Η παρέα τουτέστιν  ή  παρεούλα, αντικαταστάθηκε από την κλεισούρα, σε σημείο που σαν το σκέφτεσαι, σαλτάρεις, πάει να πει. Ενδιαφέρον έχει εδώ η ετυμολογία της λέξης << παρέα >>. Ισπανοεβραϊκός ο όρος, που έρχεται από την << parea >>, Ισπανική λέξη για  το  ανδρόγυνο  από το  επίθετο <<parejo >>  που σημαίνει << όμοιος >>.  Στο συμπόσιο  ο  Πλάτων  λέει:  <<  Όμοιος ομοίω αεί πελάζει >>.

            << Πάρε την παρέα σου κι έλα >> λέμε στο φίλο, <<πρόσεχε μη σε καταστρέψουν οι παρέες >> στο παιδί, << παρεϊτσα >> και << παρεούλα >> οι δόκιμες λέξεις που ξεχειλίζουν τρυφερότητα και ακούγονται καθημερινά. Ακόμη και η πινακίδα << Γεωργίου και Σία >> έχει να πει κάτι για την << παρέα >> και τη << συντροφιά >>. Η συντροφιά βγαίνει από το << σύντροφος >> που είναι ο φίλος, ο συμπαραστάτης, αυτός που συνδέεται πολύ στενά με κάποιον: φιλικά, ερωτικά, συζυγικά, πολιτικά. Στον κομμουνισμό σύντροφος είναι αυτός που έχετε ανατραφεί μαζί κι έχετε φάει ψωμί και αλάτι. Το ετυμολογικό << συντρέφω >>, συν+τρέφω.  Καραμπινάτη λέξη της Αριστεράς, έχει σχέση με το σύντροφο και τα πισώπλατα μαχαιρώματα ή συντροφικά. Δυστυχώς το μαχαίρι δεν είναι μόνο να κόβει το ψωμί αλλά και να σκοτώνει. Πολλά μαχαίρια μπήκαν σε κορμιά σε όλες τις κομματικές και πολιτικές αποχρώσεις.

       Ερήμην αφραγκίας και κρίσης, παρέα, συντροφιά, κοινωνικότητα, πήγαν περίπατο. Μόνος στο σπίτι διαβάζεις βιβλία, βλέπεις ειδήσεις, ταινίες, γκρινιάζεις με τη συμβία και τους λοιπούς, από το σαλόνι πας στο υπνοδωμάτιο με τη φόρμα, τις παντόφλες και τον καφέ στο χέρι. Συνηθισμένος από το έξω, ρίχνεις και καμιά ματιά  από το παράθυρο να δεις τις γαλάζιες λωρίδες του ουρανού και επιστρέφεις στα ίδια πέρα δώθε, μουρμουρίζοντας και προσευχόμενος  << ο θεός να βάλει το χέρι του >>.

                                                                                                           ellinikoxronografima.blogspot.gr   

Δευτέρα 31 Αυγούστου 2026

        Χρονογράφημα

                       Η πείνα, η κορούλα και ο δωδεκάχρονος μελαψός

                                      Παναγιώτη Αντωνόπουλου


          Με ματωμένη την ψυχή, βλέποντας τους πατριώτες μου να τρώνε στους δρόμους μπισκότο και φρυγανιά που << ξάφρισαν >> απ’ το σούπερ μάρκετ της γειτονιάς, κόβω τις ρουφηξιές του σκέτου μου και αυτοτιμωρούμαι με αποχή από το υπόλοιπο του περιεχομένου. << Η  πείνα χτυπάει κόκκινο και στην επαρχία>>  εμποιεί γελώντας με το λόγο του ένας << απελέκητος >>  στο διπλανό τραπέζι και σφραγίζει το λογύδριό του περί πείνας με τούτο το σοφό και αστείο: << Οι ολιγάρχες που μας κυβερνούν είναι αχόρταγοι. Προβλέπω την πλήρη διαμέλιση μας>>.

        Τούτος άφηνε το λαϊκό ευωδιαστό του λόγο και το γκαρσόνι μούσκεμα, κουβαλούσε το φορτωμένο δίσκο σαν μέρμηγκας. Το λιοπύρι καυτό, ο ιδρώτας ρύαξ στο μέτωπό του, οι παραγγελιές η μία πίσω από την άλλη σαν ρουκέτες. Όταν ο αισθητήρας του άναβε αλάρμ, άδειαζε ένα μπουκάλι εμφιαλωμένο νερό στο κεφάλι και συνερχόταν. Ύστερα συνέχιζε το αλώνισμα πέρα δώθε πέρα δώθε σαν πιγκουίνος. Στο ελαφρύ φορτίο κούτσαινε, στο βαρύ  έβαζε το χέρι στη μέση. Έτριβε το λειψό σπόνδυλο και καρτέραγε λίγο την ανακούφιση. Όταν ερχόταν έκανε  πάλι το βάδισμα του πιγκουίνου, μία από ‘δω μία από ‘κει.

       Στον ίδιο δρόμο ένας κατηφής και βουρκωμένος οδηγός, τροφοδοτούσε το ζαχαροπλαστείο. Το μαύρο μάτι του έπαιζε και κουβαλούσε, κουτιά στην αγκαλιά, ντάνες στο καρότσι. Πόσους άραγε να τάιζε με τα ψίχουλα που του ‘δινε ο παχύσαρκος εργοδότης του; Σε λίγο στο σκληρό τούτο κόσμο της φωτιάς, ήρθε και το αγροτικό. Χώθηκε εισηγμένο με το << έτσι γουστάρω >> σφήνα εκεί που δε χώραγε με τη μούρη στο πεζοδρόμιο και την καρότσα στη λωρίδα του δρόμου. Ξεφόρτωσε δυο ωραίους. Μια κορούλα δώδεκα χρονών κι ένα μεγαλύτερό της μελαψό. Στο άψε σβήσε γέμισαν πεπόνια τις σακούλες και σκόρπισαν πηγαίνοντας από τραπέζι σε τραπέζι. << Δύο ευρώ τα τέσσερα >>  παρακαλούσε με μοσχοβολημένη φωνούλα η μικρούλα, ένα αγριμάκι λερωμένο με το μικρό αμάραντο κόρφο της να σαλεύει άταχτος. Όταν δεν έπαιρνες, στεκόταν σαν κλαράκι έτοιμο να σπάσει και επέμενε: << Πάρε καλέ, κύριε, γιατί το βράδυ πέφτει πείνα στο σπίτι. Δέκα ζούμε σε μια καλύβη, ποιος να πρωτοχορτάσει με το επίδομα της τυφλής μάνας μας >>.

        Σ’ όλο το περήφανο τετράγωνο έτσι βγάζει το ψωμάκι του ο κοσμάκης. Και σ‘ όλα τα τετράγωνα της πατρίδας. Σ’ όλα τα αγροτεμάχια της Θεσσαλίας, στους κάμπους της Μανωλάδας, στα διάσελα, στις φάμπρικες, και στα λιμάνια. Πότε με  την κάψα στο κεφάλι και πότε με τον άγριο πουνέντε. Το κορμί σκοτωμένο, το σπαθί στο κόκαλο, το ψωμί λιγοστό. Κι από πάνω τα σκουριασμένα σκεύη της εξουσίας να φτύνουν στο χυμένο αίμα και τον ιδρώτα του κάθε άμοιρου.

        Μόνη έννοια τους να μη σβήσει η φλογίτσα στο βουλευτικό κεράκι τους. Με παχυλούς μισθούς, τουρλωτές συντάξεις  κοτεράκια στο Αιγαίο, με τη συναγρίδα μέρα νύχτα στο πιάτο τους. Και συ Ελαδίτσα, κοιμήσου! Ραγιά Έλληνα ζήσε στην άχαρη ερημιά σου! Ως πότε!

    ellinkoxronografima.blogspot.gr           panant1947