Παρασκευή 24 Ιουλίου 2026

 

                        Διήγημα

 

                                            Το ποτάμι  

 


                                       Παναγιώτη   Αντωνόπουλου

 

             Μέρες τώρα οι άνθρωποι του κάμπου  ανέβαιναν σ’ ένα βραχάκι στην όχθη του ποταμού και κοίταζαν το νερό, που κυλούσε στην κοίτη του  σαν τεράστιο μαύρο φίδι, αφήνοντας πίσω του, όχι το τραγούδι του κελαρύσματος  αλλά ένα τραυλό ψέλλισμα σαν επιθανάτιο ρόγχο. Κι όσο το κοίταζαν τούτο το αφύσικο κι ατέλειωτο κινούμενο τέρας ν’ αγκαλιάζει και να σκοτώνει  με τα βρώμικα πλοκάμια του κάθε έμψυχο στολίδι της φύσης, τόσο ο πόνος που τους είχε καθίσει στο στήθος σαν αχινός, μεγάλωνε και τους τρυπούσε την καρδιά, κάνοντάς τη να ματώνει και να κτυπά άρρυθμα και τρελά.

          Η  συμφορά ήταν μεγάλη και η απογραφή των όσων κακών έβλεπαν να συμβαίνουν, τραγική και ρεαλιστική. Ο θάνατος κοινός και στη χλωρίδα και στην πανίδα, θέριζε και σκορπούσε νεκρή τριγύρω του κάθε πνοή ζωής, αχόρταγα, αλόγιστα και με το πιο άγριο ένστιχτο του πλέον ειδεχθή κακούργου.

          Χορτάρια, αγριολούλουδα, καλάμια, σπάρτα, αγκάθια, κάρδαμα, ιτιές και λυγαριές, άρρωστα και μολυσμένα, αργοπέθαιναν στις όχθες, αφήνοντας πάνω στη μαύρη λάσπη που κυλούσε στις ρίζες τους, το παράπονο της διαμαρτυρίας τους μ’ ένα άψυχο θρόισμα που ήταν για πολλά και το τελευταίο τους επιθανάτιο τραγούδι. Κάμποσα αιωνόβια πλατάνια με τους γιγάντιους κορμούς τους λερωμένους από το μαύρο ζουμί του θανάτου που κυλούσε με βαρβαρότητα στις ρίζες τους, αντιστέκονταν όσο μπορούσαν σ’ αυτό το βούρκο, απλώνοντας που και που τα γυμνά κλαδιά τους να του σταματήσουν την ορμή, αλλά δεν το κατόρθωναν γιατί ο ιός του θανάτου που κουβαλούσε μέσα του τα αποδυνάμωνε και τα καθιστούσε  άρρωστα και αδύναμα.

          Έτσι ξεραμένα μέρα με τη μέρα αποσαθρώνονταν γρήγορα και σάπιζαν, ώσπου  η νεκρή τους όψη εκτόπιζε κάθε ομορφιά και χάρη εκεί που άλλοτε η ηδονή της θέας του μέρους αυτού ήταν εξαίσια και μοναδική. Και οι άγριες συκιές που θεωρούνται ανθεκτικές και μείζονος αντοχής σε τέτοιου είδους μολύνσεις, είχαν υποκύψει στη φοβερή αυτή πληγή που τις είχε βρει χωρίς ιδιαίτερη αντίσταση. Όσα μέρη των κλαδιών τους δεν ήταν ακόμη ξεραμένα, είχαν πετάξει κάτι εξογκώματα χοντρά σαν χαλασμένα μάτια, που έσταζαν συνέχεια άσπρο υγρό σαν πύο πληγής που είναι μολυσμένη και κακοφορμισμένη.

          Η ίδια όμως θανατερή κατάσταση, επικρατούσε και στην πανίδα του ποταμού. Ψάρια, καβούρια, βάτραχοι, χελώνες, σαλιγκάρια, πεταλούδες, μυρμήγκια, σκουλήκια, σκαθάρια και κάθε λογής  μικροοργανισμοί, βρίσκονταν νεκροί στη μαύρη και ξερή λάσπη που είχε ξεβραστεί στις όχθες του ποταμού και φάνταζαν μέσα στη βρώμα που έβγαζαν τα σάπια σώματά τους σαν σκουριασμένα μικρά τενεκεδάκια, γεμάτα ιζήματα και σκουπίδια. Και σα να μην έφτανε αυτός  ο βρώμικος πηλός που απλωνόταν μέχρι εκεί που έφτανε το μάτι σου, να δώσει το μέγεθος της καταστροφής, έρχονταν τώρα και τα ψόφια ζώα του δάσους που μολύνονταν από το νερό του ποταμού που  έπιναν, να προσθέσουν με το δικό τους τρόπο την ολοκληρωτική καταστροφή και στο βασίλειο των ζώων.

          Λαγοί, αλεπούδες, σκίουροι, κουνάβια, πουλιά και κάθε άλλα λογής - λογής ζώα του δάσους, ήταν σκορπισμένα ανάμεσα στα ξερά φυλλώματα με τα τυμπανισμένα σώματά τους.  Μύριζαν άσχημα και τ’ ακρωτηριασμένα και αποσυνθεμένα μέλη τους, κεφάλια, πόδια, έντερα και ουρές  προσφέρονταν τροφή στα σκουλήκια, στους γύπες και στα κοράκια, που είχαν στρωθεί για τα καλά πάνω απ’ το νεκροταφείο τούτο των βρώμικων σαρκών κι έτρωγαν με την ψυχή τους!

          Κι εκεί που μέχρι χθες άκουγες το κελάηδημα των πουλιών κι έβλεπες το χαρούμενο πέταγμα της αγριόχηνας, της χαλκόκοτας, του ασημόγλαρου, του ποταμόγλαρου και του τσαλαπετεινού, τώρα βασίλευε του τάφου η σιωπή και η φοβέρα κάποιου ακαθόριστου και τρομακτικού εχθρού. Ενός εχθρού που είχε νεκρώσει το σώμα του ποταμού από τη φοβερή αρρώστια του που κουβαλούσε στα σπλάχνα του, αλλά  και την ακτή της θάλασσας που χύνονταν τα νερά του και τα είχε γεμίσει με κοπάδια από ψόφια ψάρια, αλκυόνες και γλάρους.

          Βλέποντας τούτες τις φριχτές εικόνες της κόλασης μπρος τους οι άνθρωποι του κάμπου θυμήθηκαν τις παλιές καλές μέρες του ποταμού κι άρχισαν να τις ξεδιπλώνουν. Πριν από τον πόλεμο, ο παππούς του αγρότη  Καστρινού   είχε ψηλά, κοντά στους πρόποδες του βουνού, το πριονιστήριο. Ένα μικρό πέτρινο χτίριο με τη σκεπή του στεριωμένη με ξυλοδεσιά να στηρίζεται σε τέσσερις χοντρούς ξύλινους πασσάλους που με το πριόνι μέσα του να σχίζει με δυνατό θόρυβο μεγάλους και χοντρούς κορμούς δέντρων. Μετά τον πόλεμο ήρθε η σειρά του πατέρα του να δέσει τη ζωή του με το ποτάμι. Διορίστηκε υδροφύλακας και είχε την ευθύνη να διαχειρίζεται σωστά το νερό του ποταμού και να το κατανέμει με δικαιοπραξία στους ενδιαφερομένους καλλιεργητές που το χρησιμοποιούσαν για να ποτίζουν τα χωράφια τους. Και πριν από χρόνια ήταν ο ίδιος ο γιος Καστρινός που ένωσε την ψυχή του με το ποτάμι, γιατί έπρεπε να κερδίσει το ψωμί του και να ζήσει με αξιοπρέπεια. Έτσι αναγκάστηκε να θέσει πάλι σε λειτουργία ένα νερόμυλο που είχε εγκαταλειφθεί από τον ιδιοκτήτη του και ν’ αλέθει νυχτοήμερα, φορτώματα με σιτάρι και σίκαλη.

          Με τον καιρό γέρασε, το νερό λιγόστεψε, το ποτάμι μολύνθηκε κι αυτός σταμάτησε το μύλο και αποσύρθηκε στο αγροτόσπιτό του στον Αγρίλη. Εκεί ζούσε συντροφιά με τα ζώα και τα δέντρα του κήπου του, δεμένος  με τη φύση και τις ομορφιές της. Γι’ αυτό  τώρα ανεβασμένος πάνω στο βράχο  με τους ανθρώπους του κάμπου κοιτούσε το ποτάμι και θλιβόταν αφάνταστα για το κακό που έβλεπε να κυλάει στην κοίτη του. Έτσι με τον πόνο να φωλιάζει μέσα του για την πλήρη καταστροφή που έβλεπε ν’ απλώνεται γύρω του, έφυγε εξουσιοδοτημένος πηγαίνοντας να συναντήσει το δήμαρχο της περιοχής και να του καταγγείλει τη συμφορά.

          --- Τι τα θες τώρα και τα σκαλίζεις, Καστρινέ! Άφησέ τα όπως είναι και μη νοιάζεσαι για τίποτα! του είπε με κυνικότητα εκείνος και του ‘δειξε την περιφρόνησή του. Όλα τα ποτάμια του κόσμου έτσι είναι σήμερα, βρώμικα και μολυσμένα! Εμείς θα τα καθαρίσουμε;

          Και τότε ο Καστρινός του απάντησε με θλιμμένο ύφος, γεμάτο οργή:

          --- Το ποτάμι, δήμαρχε στο ξαναλέω, μεταμορφώθηκε από άγγελος πνοής που ήταν σε διάβολο θανάτου! Πολλές φορές όταν το κοιτάζω ανεβασμένος στο βράχο, το βλέπω να παίρνει διάφορες μορφές και να γίνεται πότε ένας πελώριος δράκοντας που ρουφάει το αίμα στα ζώα και πότε ένα πολυκέφαλο φίδι σαν τη Λερναία Ύδρα ν’ αγκαλιάζει θανατηφόρα ό,τι περνάει στην κοίτη του και να το κάνει ένα σωρό κόκαλα και λιωμένες σάρκες.  Φαίνεται από ό,τι είδα, σε λίγο κάθε ίχνος ζωής θα σταματήσει και τα υπάρχοντα ζώα, πριν εξαφανιστούν, θα μεταλλαχτούν σε τερατόμορφα όντα που θα θυμίζουν εξωγήινες εικόνες φρίκη της φύσης. Και δε θα φοβηθώ να εξομολογηθώ πως είδα βατράχους με θεόρατα πόδια, νερόφιδα χοντρά σαν παλούκια και χελώνες με ανίατες πληγές στα εμφανή τους μέρη. Και σαν πιστέψω τις φήμες που κυκλοφορούν σε λίγο από το ποτάμι θα ξεπηδήσουν οι δέκα πληγές του Φαραώ που θα μας καταστρέψουν!

          --- Δε λες τίποτα καινούργιο! του απάντησε πάλι ο δήμαρχος και στηρίχτηκε στα κάγκελα της εξώπορτας. Η μόλυνση είναι αναγκαίο κακό της τεχνολογικής εξέλιξης και δεν μπορούμε να την αποφύγουμε. Φαίνεται πως έχει αδέρφια, τους παγετώνες, τις μεγάλες θερμοκρασίες, τους τυφώνες, τους σεισμούς, τις ξηρασίας         και όλα τα καταστροφικά πλανητικά σύνδρομα που τόσα δεινά προκαλούν στους ανθρώπους!

          Γέλασε  και του είπε με σαρκασμό:

          --- Τα λες αυτά και θαρρώ πως δεν τα πιστεύεις, δήμαρχε! Ξέρεις τι συμβαίνει και το ποτάμι είναι μολυσμένο, αλλά δεν το λες!

          Έριξε το κεφάλι εκείνος κάτω και του ψιθύρισε μ’ ένα τρέμουλο στη φωνή του:

          --- Τα συμφέροντα! Αυτά ευθύνονται για τη μόλυνσή του, θες να πεις! Αυτά κάνουν το νερό του βρώμικο και ρυπαρό να σκορπά το θάνατο! Το ξέρω!

          --- Αλλά δεν κάνεις τίποτα για να το προστατέψεις! του ψέλλισε   δείχνοντας το άδολο ύφος του.

          --- Να τα βάλλω, θες, με τους  ισχυρούς; τον ρώτησε εκείνος και συνέχισε:  Μπορώ; Τα λύματα θα χύνονται στο ποτάμι όσο κι αν φαίνεται επικίνδυνο για μας κι ασήμαντο γι’ αυτούς! Το κέρδος βλέπεις τους ενθαρρύνει  να βιάζουν  περιβάλλον και φύση.

          Κι αφού  τον σκούντησε στον ώμο με φιλική διάθεση πρόσθεσε με κάποια προσποιητή μελαγχολία στα μάτια:

          --- Πάμε τώρα στις δουλειές μας κι ας αφήσουμε το ποτάμι να κυλάει ήσυχα!

 

 

 

                                        = = =

 

 

 

          Όλη αυτή η συζήτηση έγινε την άνοιξη.  Ώσπου ήρθε ο Αύγουστος με μια ζέστη ανυπόφορη και μια άπνοια θανατερή. Το νερό στο ποτάμι λιγόστεψε ακόμη πιο πολύ, η μόλυνσή του συνεχιζόταν και η παραγωγή των κηπευτικών μειωνόταν αισθητά. Σαν να μην έφταναν  αυτά ήρθε και η φήμη πως κάποια γεροντάκια ένιωσαν δυσφορία στο στομάχι κι επισκέφτηκαν το νοσοκομείο για τις απαραίτητες εξετάσεις. Και πως οι γιατροί διέγνωσαν έναν μολυσματικό ιό στο αίμα τους που οφειλόταν στη μόλυνση του νερού που διοχετευόταν στον οργανισμό τους μέσω των φυτών και των καρπών που κατανάλωναν!

          Όλοι άρχισαν να ανησυχούν και να συζητούν με ακατάσχετη παραφιλολογία το θέμα αυτό που τους τρόμαζε. Πολλοί μιλούσαν για θανάτους που είχαν γίνει στο παρελθόν εξαιτίας του μολυσμένου νερού, άλλοι για τους παράλυτους που είχε αφήσει και κάποιοι για επικείμενες τερατογεννήσεις. Μέρα με τη μέρα ο πανικός κι ο φόβος μεγάλωνε ανάμεσα στους ανθρώπους και η υστερία μπήκε για τα καλά με την καθημερινότητα στα σπίτια τους.

          Κι όταν πραγματικά ήρθε ο θάνατος, όλοι παραλήρησαν! Η είδηση, πως ένας μεσήλικας πέθανε στο νοσοκομείο, έπεσε σαν κεραυνός στα κεφάλια των ανθρώπων που απεγνωσμένα ζητούσαν από τις αρχές να τους προστατέψει από μια επικείμενη θανατηφόρα επιδημία.

          Η αγωνία τους μεγάλωνε σαν πληροφορήθηκαν από τους συγγενείς του νεκρού, το φριχτό τρόπο με τον οποίο πέθανε. Τον έπιασε, έλεγαν, στην αρχή ένας δυνατός πόνος στο στομάχι κι αφού τον παρέλυσε κυριολεκτικά, τον άφησε ύστερα από ώρα για να συνεχίσει αμέσως μετά ένα ασταμάτητο τρεμούλιασμα σε ολόκληρο το σώμα του, που το ‘κανε να τρέμει από δυνατούς σπασμούς. Κι αφού ο  άρρωστος μέσα σ’ ένα παραλήρημα ασυνειδησίας και παραισθήσεων κατέρρεε, γούρλωσε ύστερα τα μάτια και εξαντλημένος για πολλή ώρα από ένα έντονο και ακατάσχετο βήχα, έπεσε σε κώμα, περιμένοντας προφανώς το τέλος του, που δε θα αργούσε πράγμα που το επιβεβαίωνε κι ένας  αδύνατος ρόγχος που εμφανίστηκε και τον ενοχλούσε επίμονα με τη συνεχή παρουσία του.

           Ύστερα από όλη αυτή τη σκληρή δοκιμασία που περνούσε ο άρρωστος, εξαντλήθηκε τόσο που έμεινε ακίνητος με μόνο ζωντανό σημάδι στο κάτωχρο πρόσωπό του, μια αφρισμένη κρούστα σάλιου και κίτρινου υγρού γύρω απ’ τα  πρησμένα χείλη του. Κι αφού όλη αυτή η φριχτή κατάσταση κράτησε κοντά στις δυο ώρες, στο τέλος πέθανε.

          Μ’ αυτό τον τρόπο λοιπόν που περιγράψαμε πέθαναν πολλοί, όπως διαδόθηκε, που είχαν προσβληθεί από τον ιό του ποταμού. Ο αριθμός τους δεν είναι δυνατόν να εξακριβωθεί, η σύγχυση και ο πανικός που επικρατούσε τόσο στις αρχές όσο και στους κατοίκους της περιοχής αγνόησε τα στοιχεία.

          Τα κανάλια και οι εφημερίδες μιλούσαν για ογδόντα και παραπάνω θύματα από τα οποία, ευτυχώς τα παιδιά ήταν ελάχιστα. Προς το τέλος του Αυγούστου τα κακό περιορίστηκε, αλλά η φήμη μιλούσε για πρόσκαιρη εξασθένηση του ιού, που πάλι θα ξαναφούντωνε.

          Οι ανησυχίες και οι φόβοι κορυφώθηκαν, όλοι  μιλούσαν για   εκδίκηση του ποταμού που ήρθε σαν πληγή να τους τιμωρήσει για το κακό που του ‘καναν, και, για ανταμοιβή του έστειλε  τον ανελέητο ιό του.  

          ellinikoxronografima.blogspot.gr   panant1947@gmail.com

         

                   

 

 

 

 

 

 

                                                                                                                                               

 

                        Διήγημα

 

                                            Το ποτάμι   


 

                                       Παναγιώτη   Αντωνόπουλου

 

             Μέρες τώρα οι άνθρωποι του κάμπου  ανέβαιναν σ’ ένα βραχάκι στην όχθη του ποταμού και κοίταζαν το νερό, που κυλούσε στην κοίτη του  σαν τεράστιο μαύρο φίδι, αφήνοντας πίσω του, όχι το τραγούδι του κελαρύσματος  αλλά ένα τραυλό ψέλλισμα σαν επιθανάτιο ρόγχο. Κι όσο το κοίταζαν τούτο το αφύσικο κι ατέλειωτο κινούμενο τέρας ν’ αγκαλιάζει και να σκοτώνει  με τα βρώμικα πλοκάμια του κάθε έμψυχο στολίδι της φύσης, τόσο ο πόνος που τους είχε καθίσει στο στήθος σαν αχινός, μεγάλωνε και τους τρυπούσε την καρδιά, κάνοντάς τη να ματώνει και να κτυπά άρρυθμα και τρελά.

          Η  συμφορά ήταν μεγάλη και η απογραφή των όσων κακών έβλεπαν να συμβαίνουν, τραγική και ρεαλιστική. Ο θάνατος κοινός και στη χλωρίδα και στην πανίδα, θέριζε και σκορπούσε νεκρή τριγύρω του κάθε πνοή ζωής, αχόρταγα, αλόγιστα και με το πιο άγριο ένστιχτο του πλέον ειδεχθή κακούργου.

          Χορτάρια, αγριολούλουδα, καλάμια, σπάρτα, αγκάθια, κάρδαμα, ιτιές και λυγαριές, άρρωστα και μολυσμένα, αργοπέθαιναν στις όχθες, αφήνοντας πάνω στη μαύρη λάσπη που κυλούσε στις ρίζες τους, το παράπονο της διαμαρτυρίας τους μ’ ένα άψυχο θρόισμα που ήταν για πολλά και το τελευταίο τους επιθανάτιο τραγούδι. Κάμποσα αιωνόβια πλατάνια με τους γιγάντιους κορμούς τους λερωμένους από το μαύρο ζουμί του θανάτου που κυλούσε με βαρβαρότητα στις ρίζες τους, αντιστέκονταν όσο μπορούσαν σ’ αυτό το βούρκο, απλώνοντας που και που τα γυμνά κλαδιά τους να του σταματήσουν την ορμή, αλλά δεν το κατόρθωναν γιατί ο ιός του θανάτου που κουβαλούσε μέσα του τα αποδυνάμωνε και τα καθιστούσε  άρρωστα και αδύναμα.

          Έτσι ξεραμένα μέρα με τη μέρα αποσαθρώνονταν γρήγορα και σάπιζαν, ώσπου  η νεκρή τους όψη εκτόπιζε κάθε ομορφιά και χάρη εκεί που άλλοτε η ηδονή της θέας του μέρους αυτού ήταν εξαίσια και μοναδική. Και οι άγριες συκιές που θεωρούνται ανθεκτικές και μείζονος αντοχής σε τέτοιου είδους μολύνσεις, είχαν υποκύψει στη φοβερή αυτή πληγή που τις είχε βρει χωρίς ιδιαίτερη αντίσταση. Όσα μέρη των κλαδιών τους δεν ήταν ακόμη ξεραμένα, είχαν πετάξει κάτι εξογκώματα χοντρά σαν χαλασμένα μάτια, που έσταζαν συνέχεια άσπρο υγρό σαν πύο πληγής που είναι μολυσμένη και κακοφορμισμένη.

          Η ίδια όμως θανατερή κατάσταση, επικρατούσε και στην πανίδα του ποταμού. Ψάρια, καβούρια, βάτραχοι, χελώνες, σαλιγκάρια, πεταλούδες, μυρμήγκια, σκουλήκια, σκαθάρια και κάθε λογής  μικροοργανισμοί, βρίσκονταν νεκροί στη μαύρη και ξερή λάσπη που είχε ξεβραστεί στις όχθες του ποταμού και φάνταζαν μέσα στη βρώμα που έβγαζαν τα σάπια σώματά τους σαν σκουριασμένα μικρά τενεκεδάκια, γεμάτα ιζήματα και σκουπίδια. Και σα να μην έφτανε αυτός  ο βρώμικος πηλός που απλωνόταν μέχρι εκεί που έφτανε το μάτι σου, να δώσει το μέγεθος της καταστροφής, έρχονταν τώρα και τα ψόφια ζώα του δάσους που μολύνονταν από το νερό του ποταμού που  έπιναν, να προσθέσουν με το δικό τους τρόπο την ολοκληρωτική καταστροφή και στο βασίλειο των ζώων.

          Λαγοί, αλεπούδες, σκίουροι, κουνάβια, πουλιά και κάθε άλλα λογής - λογής ζώα του δάσους, ήταν σκορπισμένα ανάμεσα στα ξερά φυλλώματα με τα τυμπανισμένα σώματά τους.  Μύριζαν άσχημα και τ’ ακρωτηριασμένα και αποσυνθεμένα μέλη τους, κεφάλια, πόδια, έντερα και ουρές  προσφέρονταν τροφή στα σκουλήκια, στους γύπες και στα κοράκια, που είχαν στρωθεί για τα καλά πάνω απ’ το νεκροταφείο τούτο των βρώμικων σαρκών κι έτρωγαν με την ψυχή τους!

          Κι εκεί που μέχρι χθες άκουγες το κελάηδημα των πουλιών κι έβλεπες το χαρούμενο πέταγμα της αγριόχηνας, της χαλκόκοτας, του ασημόγλαρου, του ποταμόγλαρου και του τσαλαπετεινού, τώρα βασίλευε του τάφου η σιωπή και η φοβέρα κάποιου ακαθόριστου και τρομακτικού εχθρού. Ενός εχθρού που είχε νεκρώσει το σώμα του ποταμού από τη φοβερή αρρώστια του που κουβαλούσε στα σπλάχνα του, αλλά  και την ακτή της θάλασσας που χύνονταν τα νερά του και τα είχε γεμίσει με κοπάδια από ψόφια ψάρια, αλκυόνες και γλάρους.

          Βλέποντας τούτες τις φριχτές εικόνες της κόλασης μπρος τους οι άνθρωποι του κάμπου θυμήθηκαν τις παλιές καλές μέρες του ποταμού κι άρχισαν να τις ξεδιπλώνουν. Πριν από τον πόλεμο, ο παππούς του αγρότη  Καστρινού   είχε ψηλά, κοντά στους πρόποδες του βουνού, το πριονιστήριο. Ένα μικρό πέτρινο χτίριο με τη σκεπή του στεριωμένη με ξυλοδεσιά να στηρίζεται σε τέσσερις χοντρούς ξύλινους πασσάλους που με το πριόνι μέσα του να σχίζει με δυνατό θόρυβο μεγάλους και χοντρούς κορμούς δέντρων. Μετά τον πόλεμο ήρθε η σειρά του πατέρα του να δέσει τη ζωή του με το ποτάμι. Διορίστηκε υδροφύλακας και είχε την ευθύνη να διαχειρίζεται σωστά το νερό του ποταμού και να το κατανέμει με δικαιοπραξία στους ενδιαφερομένους καλλιεργητές που το χρησιμοποιούσαν για να ποτίζουν τα χωράφια τους. Και πριν από χρόνια ήταν ο ίδιος ο γιος Καστρινός που ένωσε την ψυχή του με το ποτάμι, γιατί έπρεπε να κερδίσει το ψωμί του και να ζήσει με αξιοπρέπεια. Έτσι αναγκάστηκε να θέσει πάλι σε λειτουργία ένα νερόμυλο που είχε εγκαταλειφθεί από τον ιδιοκτήτη του και ν’ αλέθει νυχτοήμερα, φορτώματα με σιτάρι και σίκαλη.

          Με τον καιρό γέρασε, το νερό λιγόστεψε, το ποτάμι μολύνθηκε κι αυτός σταμάτησε το μύλο και αποσύρθηκε στο αγροτόσπιτό του στον Αγρίλη. Εκεί ζούσε συντροφιά με τα ζώα και τα δέντρα του κήπου του, δεμένος  με τη φύση και τις ομορφιές της. Γι’ αυτό  τώρα ανεβασμένος πάνω στο βράχο  με τους ανθρώπους του κάμπου κοιτούσε το ποτάμι και θλιβόταν αφάνταστα για το κακό που έβλεπε να κυλάει στην κοίτη του. Έτσι με τον πόνο να φωλιάζει μέσα του για την πλήρη καταστροφή που έβλεπε ν’ απλώνεται γύρω του, έφυγε εξουσιοδοτημένος πηγαίνοντας να συναντήσει το δήμαρχο της περιοχής και να του καταγγείλει τη συμφορά.

          --- Τι τα θες τώρα και τα σκαλίζεις, Καστρινέ! Άφησέ τα όπως είναι και μη νοιάζεσαι για τίποτα! του είπε με κυνικότητα εκείνος και του ‘δειξε την περιφρόνησή του. Όλα τα ποτάμια του κόσμου έτσι είναι σήμερα, βρώμικα και μολυσμένα! Εμείς θα τα καθαρίσουμε;

          Και τότε ο Καστρινός του απάντησε με θλιμμένο ύφος, γεμάτο οργή:

          --- Το ποτάμι, δήμαρχε στο ξαναλέω, μεταμορφώθηκε από άγγελος πνοής που ήταν σε διάβολο θανάτου! Πολλές φορές όταν το κοιτάζω ανεβασμένος στο βράχο, το βλέπω να παίρνει διάφορες μορφές και να γίνεται πότε ένας πελώριος δράκοντας που ρουφάει το αίμα στα ζώα και πότε ένα πολυκέφαλο φίδι σαν τη Λερναία Ύδρα ν’ αγκαλιάζει θανατηφόρα ό,τι περνάει στην κοίτη του και να το κάνει ένα σωρό κόκαλα και λιωμένες σάρκες.  Φαίνεται από ό,τι είδα, σε λίγο κάθε ίχνος ζωής θα σταματήσει και τα υπάρχοντα ζώα, πριν εξαφανιστούν, θα μεταλλαχτούν σε τερατόμορφα όντα που θα θυμίζουν εξωγήινες εικόνες φρίκη της φύσης. Και δε θα φοβηθώ να εξομολογηθώ πως είδα βατράχους με θεόρατα πόδια, νερόφιδα χοντρά σαν παλούκια και χελώνες με ανίατες πληγές στα εμφανή τους μέρη. Και σαν πιστέψω τις φήμες που κυκλοφορούν σε λίγο από το ποτάμι θα ξεπηδήσουν οι δέκα πληγές του Φαραώ που θα μας καταστρέψουν!

          --- Δε λες τίποτα καινούργιο! του απάντησε πάλι ο δήμαρχος και στηρίχτηκε στα κάγκελα της εξώπορτας. Η μόλυνση είναι αναγκαίο κακό της τεχνολογικής εξέλιξης και δεν μπορούμε να την αποφύγουμε. Φαίνεται πως έχει αδέρφια, τους παγετώνες, τις μεγάλες θερμοκρασίες, τους τυφώνες, τους σεισμούς, τις ξηρασίας         και όλα τα καταστροφικά πλανητικά σύνδρομα που τόσα δεινά προκαλούν στους ανθρώπους!

          Γέλασε  και του είπε με σαρκασμό:

          --- Τα λες αυτά και θαρρώ πως δεν τα πιστεύεις, δήμαρχε! Ξέρεις τι συμβαίνει και το ποτάμι είναι μολυσμένο, αλλά δεν το λες!

          Έριξε το κεφάλι εκείνος κάτω και του ψιθύρισε μ’ ένα τρέμουλο στη φωνή του:

          --- Τα συμφέροντα! Αυτά ευθύνονται για τη μόλυνσή του, θες να πεις! Αυτά κάνουν το νερό του βρώμικο και ρυπαρό να σκορπά το θάνατο! Το ξέρω!

          --- Αλλά δεν κάνεις τίποτα για να το προστατέψεις! του ψέλλισε   δείχνοντας το άδολο ύφος του.

          --- Να τα βάλλω, θες, με τους  ισχυρούς; τον ρώτησε εκείνος και συνέχισε:  Μπορώ; Τα λύματα θα χύνονται στο ποτάμι όσο κι αν φαίνεται επικίνδυνο για μας κι ασήμαντο γι’ αυτούς! Το κέρδος βλέπεις τους ενθαρρύνει  να βιάζουν  περιβάλλον και φύση.

          Κι αφού  τον σκούντησε στον ώμο με φιλική διάθεση πρόσθεσε με κάποια προσποιητή μελαγχολία στα μάτια:

          --- Πάμε τώρα στις δουλειές μας κι ας αφήσουμε το ποτάμι να κυλάει ήσυχα!

 

 

 

                                        = = =

 

 

 

          Όλη αυτή η συζήτηση έγινε την άνοιξη.  Ώσπου ήρθε ο Αύγουστος με μια ζέστη ανυπόφορη και μια άπνοια θανατερή. Το νερό στο ποτάμι λιγόστεψε ακόμη πιο πολύ, η μόλυνσή του συνεχιζόταν και η παραγωγή των κηπευτικών μειωνόταν αισθητά. Σαν να μην έφταναν  αυτά ήρθε και η φήμη πως κάποια γεροντάκια ένιωσαν δυσφορία στο στομάχι κι επισκέφτηκαν το νοσοκομείο για τις απαραίτητες εξετάσεις. Και πως οι γιατροί διέγνωσαν έναν μολυσματικό ιό στο αίμα τους που οφειλόταν στη μόλυνση του νερού που διοχετευόταν στον οργανισμό τους μέσω των φυτών και των καρπών που κατανάλωναν!

          Όλοι άρχισαν να ανησυχούν και να συζητούν με ακατάσχετη παραφιλολογία το θέμα αυτό που τους τρόμαζε. Πολλοί μιλούσαν για θανάτους που είχαν γίνει στο παρελθόν εξαιτίας του μολυσμένου νερού, άλλοι για τους παράλυτους που είχε αφήσει και κάποιοι για επικείμενες τερατογεννήσεις. Μέρα με τη μέρα ο πανικός κι ο φόβος μεγάλωνε ανάμεσα στους ανθρώπους και η υστερία μπήκε για τα καλά με την καθημερινότητα στα σπίτια τους.

          Κι όταν πραγματικά ήρθε ο θάνατος, όλοι παραλήρησαν! Η είδηση, πως ένας μεσήλικας πέθανε στο νοσοκομείο, έπεσε σαν κεραυνός στα κεφάλια των ανθρώπων που απεγνωσμένα ζητούσαν από τις αρχές να τους προστατέψει από μια επικείμενη θανατηφόρα επιδημία.

          Η αγωνία τους μεγάλωνε σαν πληροφορήθηκαν από τους συγγενείς του νεκρού, το φριχτό τρόπο με τον οποίο πέθανε. Τον έπιασε, έλεγαν, στην αρχή ένας δυνατός πόνος στο στομάχι κι αφού τον παρέλυσε κυριολεκτικά, τον άφησε ύστερα από ώρα για να συνεχίσει αμέσως μετά ένα ασταμάτητο τρεμούλιασμα σε ολόκληρο το σώμα του, που το ‘κανε να τρέμει από δυνατούς σπασμούς. Κι αφού ο  άρρωστος μέσα σ’ ένα παραλήρημα ασυνειδησίας και παραισθήσεων κατέρρεε, γούρλωσε ύστερα τα μάτια και εξαντλημένος για πολλή ώρα από ένα έντονο και ακατάσχετο βήχα, έπεσε σε κώμα, περιμένοντας προφανώς το τέλος του, που δε θα αργούσε πράγμα που το επιβεβαίωνε κι ένας  αδύνατος ρόγχος που εμφανίστηκε και τον ενοχλούσε επίμονα με τη συνεχή παρουσία του.

           Ύστερα από όλη αυτή τη σκληρή δοκιμασία που περνούσε ο άρρωστος, εξαντλήθηκε τόσο που έμεινε ακίνητος με μόνο ζωντανό σημάδι στο κάτωχρο πρόσωπό του, μια αφρισμένη κρούστα σάλιου και κίτρινου υγρού γύρω απ’ τα  πρησμένα χείλη του. Κι αφού όλη αυτή η φριχτή κατάσταση κράτησε κοντά στις δυο ώρες, στο τέλος πέθανε.

          Μ’ αυτό τον τρόπο λοιπόν που περιγράψαμε πέθαναν πολλοί, όπως διαδόθηκε, που είχαν προσβληθεί από τον ιό του ποταμού. Ο αριθμός τους δεν είναι δυνατόν να εξακριβωθεί, η σύγχυση και ο πανικός που επικρατούσε τόσο στις αρχές όσο και στους κατοίκους της περιοχής αγνόησε τα στοιχεία.

          Τα κανάλια και οι εφημερίδες μιλούσαν για ογδόντα και παραπάνω θύματα από τα οποία, ευτυχώς τα παιδιά ήταν ελάχιστα. Προς το τέλος του Αυγούστου τα κακό περιορίστηκε, αλλά η φήμη μιλούσε για πρόσκαιρη εξασθένηση του ιού, που πάλι θα ξαναφούντωνε.

          Οι ανησυχίες και οι φόβοι κορυφώθηκαν, όλοι  μιλούσαν για   εκδίκηση του ποταμού που ήρθε σαν πληγή να τους τιμωρήσει για το κακό που του ‘καναν, και, για ανταμοιβή του έστειλε  τον ανελέητο ιό του. 

          ellinikoxronografima.blogspot.gr   panant1947@gmail.com

         

                  

 

 

 

 

 

 

Διήγημα

 

 

                       Παναγιώτης  Αντωνόπουλος   


 

 

                                               

                                        Το χειρόγραφο της Ελένης Χαμέρη

 

 

 

              Αυτή την είδηση που θα σας περιγράψω και διαδόθηκε στην πόλη σαν αστραπή από στόμα σε στόμα σε λίγες μόνο ώρες οι πιο πολλοί κάτοικοί της έλεγαν πως τη γέννησε το αρρωστημένο μυαλό του φαντασιοκόπου και παγερού εκείνου ανθρώπου που σε κρίση νευρικού ξεσπάσματος είδε ό,τι είδε και  θέλησε να διασκεδάσει με το φόβο τους.  Καυχιόταν δε μ’ ένα ειρωνικό γελάκι σαν διηγιόταν το  εντυπωσιακό επίτευγμα της φαντασίας του πως όσα είδε εκείνη τη νύχτα ήταν αληθινά και οφείλονταν στην επικοινωνία του με το παρελθόν χάρη στα ιδιαίτερα γονίδιά του που του τα είχε εξασκήσει το συναίσθημα και η γνώση.

            Ακόμη ο φίλος αυτός  είχε την έμμονη ιδέα να χαρακτηρίζεται ερωτευμένος με τη Νύχτα κι αυτή ως ανταπόδοση του φανέρωνε αβίαστα πολλές  εξωφρενικές στιγμές συμβάντων  ανθρώπων των θρύλων που του παρουσιάζονταν σαν φαντάσματα ή παραισθήσεις.

             Έτσι διηγήθηκε πως εκείνη τη νύχτα ακολούθησε τυχαία το  δρόμο μπροστά από το ερειπωμένο και στοιχειωμένο σπίτι της Ελένης του Χαμέρη όταν οι άλλοι συμπολίτες του μην μπορώντας να αποβάλλουν την εκκεντρικότητά τους απολάμβαναν τους περιπάτους τους στη φωτισμένη πλατεία, αγκαζέ με τις συμβίες τους ή συζητώντας με φίλους που είχαν ελάχιστες πνευματικές ανησυχίες και τα ενδιαφέροντά τους περιστρέφονταν σε θέματα ανούσια της καθημερινότητας.  Η νύχτα ήταν κρύα και υγρή. Ο αέρας δυνάστης φοβερός του χάραζε τα χέρια και το πρόσωπο όπως ένα κοφτερό γυαλί. Παντού αχαλίνωτη ερημιά και μόνο οι φωνές που έβγαιναν από τις κουκουβάγιες που κούρνιαζαν στα χαλάσματα του εκμυστηρεύονταν με ειλικρίνεια πως το μόνο συναίσθημα που τον κατείχε και τον κυριαρχούσε εκείνη τη στιγμή ήταν ο φόβος στηριγμένος πάνω στη διαβρωμένη του μελαγχολία. Η εγκαταλειμμένη και αλλόκοτη όψη του σπιτιού με τον ελάχιστο φωτισμό που το έκανε ορατό μεν αλλά του προσέδιδε φριχτή εικόνα, τον έκαναν να το προσέξει και να σταματήσει. Το κοίταξε όσο μπορούσε. Ο χρόνος διαπίστωσε πως όχι μόνο το είχε ξεχαρβαλώσει αλλά και το είχε ντύσει με το πέπλο μιας δεισιδαιμονικής υφής. Ένιωσε το βάρος του να τον πιέζει και νόμισε πως οι τοίχοι του έτριζαν. Ακόμη ομολόγησε και δεν ντράπηκε γι’ αυτό πως καθώς παρατηρούσε το σπίτι του φάνηκε σαν ένα σώμα νεκρό, αιωρούμενο στην άβυσσο της νύχτας. Και όσο το γερό του μνημονικό, είπε, μπορούσε να θυμηθεί, είδε στο δυτικό παράθυρο του σπιτιού να εξελίσσεται μια σκηνή που τον τρόμαξε  τόσο που δεν ήξερε από την ταραχή του να τη χαρακτηρίσει ψευδαίσθηση των αισθήσεων, θρίαμβο της φαντασίας του ή αποκύημα μιας εγκεφαλικής νεύρωσης.

      Για να γίνει πιο σαφής είπε πως το σπίτι  ήξερε πως ήταν ακατοίκητο, άρα άνθρωπος δεν πατούσε το πόδι του εκεί γιατί ο νους του θα μαχόταν σίγουρα με τα πνεύματα του κακού και το σώμα του με τους αρουραίους, τα φίδια και τις νυχτερίδες. Και χωρίς να μπλοφάρει, είπε, πως είδε ένα πρόσωπο νεανικό μιας όμορφης γυναίκας να προβάλλει μέσα απ΄ το ανοιχτό και σάπιο παραθυρόφυλλο και να τον κοιτάζει. Εδώ επέμενε πως δεν ήταν η ζωηρή φαντασία του που του προκάλεσε αυτό το όραμα, ούτε  η φοβισμένη και φουντωμένη ψυχή του. Ισχυρίστηκε πως είδε ό,τι υπήρχε. Μια ένοικο του χαλάσματος που ταίριαζε στη βραδινή μελαγχολική διάθεση. Η ένοικος αυτή ήταν η Ελένη που ο θρύλος της τη θέλει να ρεμβάζει σαν γλυπτή χλωμή νεράιδα πότε στα ουράνια και πότε στην ψυχή μας.

      Γεγονός είναι, έλεγε, ο άνθρωπος που είδε και άκουσε όσα διηγιόμαστε πως λίγα λεπτά μετά το όραμα που είδε στο παράθυρο του σπιτιού, άκουσε κι ένα ανεξήγητο είδος τούρκικης μουσικής, κάτι σαν αμανέ μοιρολογιού που η χροιά του τον έκανε να τον εκλάβει ως κάκιστο οιωνό. Τον τρόμαξε δε τόσο που του προκάλεσε σύγχυση και αναστάτωση και μόνο μετά από ελάχιστα λεπτά μπόρεσε να συνέλθει. Προς το τέλος του τραγουδιού κι ενώ στεκόταν μπροστά απ’  το ανοιχτό παράθυρο και προσπαθούσε να διακρίνει τι γινόταν μέσα   στο σκοτεινό χώρο, ένας διάλογος στην τουρκική γλώσσα του έκανε το λογισμό να πλανιέται ανάμεσα στη θλίψη και την απόγνωση. Κι ενώ έλεγε βρισκόταν σε μια παρανοϊκή σύγχυση μ’ αυτά που συνέβαιναν στο σπίτι είδε στο ίδιο παράθυρο να προβάλλει μαζί με την Ελένη  ο Τούρκος Βοεβόδας που την είχε αγαπήσει και στην άρνησή της να την κάνει γυναίκα του στον οντά του την βασάνισε στη φυλακή του κάστρου μέχρι θανάτου. Φάνηκε με τερατώδη μορφή  να την έχει αγκαλιάσει  και να προσπαθεί να τη θωπεύσει. Αυτή αντιστεκόταν και όταν του ξέφυγε και εξαφανίστηκε, ο Τούρκος μεταμορφώθηκε, άλλαξε όψη, έγινε ένας συμπαγής όγκος σαν Κύκλωπας με ένα μάτι και αβυσσαλέο στόμα.

     Για να αποφύγει το δυσάρεστο θέαμα που έβλεπε, έλεγε ο άνθρωπος αυτός, αποφάσισε να φύγει. Αλλά όμως κάτι που είδε μετά μέσα στο βάθος του τοίχου σαν χάθηκε η εικόνα του Τούρκου, ζωήρεψε το ενδιαφέρον του και ο ερημίτης αυτός της νύχτας άλλαξε γνώμη και δεν έφυγε αλλά έμεινε να το δει γιατί διέγνωσε πως τα οράματα αυτά είχαν παρουσιαστεί επίτηδες γι’ αυτόν και περιείχαν κάποια σημαντικά μηνύματα. Κι αυτό γιατί είχε ενορατικές ικανότητες που είχαν ενισχυθεί με την ασυνήθιστη ανάγνωση βιβλίων θρύλων.   

     Το φεγγάρι έλειπε στον ουρανό, ο χειμώνας είχε γεμίσει το δρόμο νερά κι αυτός για να βαδίσει και να πλησιάσει το παράθυρο τσαλαβουτούσε μέσα σ’ αυτά. Κι ενώ η εικόνα ήξερε πως υπήρχε μέσα στον τοίχο του σπιτιού δίσταζε να κοιτάξει από φόβο και κοιτούσε μόνο κάτω με τα μάτια κολλημένα στο χώμα.

     Αν και μαγκωμένος από το φόβο ξανακοίταξε στο ανοιχτό παράθυρο και κοιτάζοντας με προσοχή πρόσεξε καλά ότι υπήρχε κάτι στον τοίχο. Ζάρωσε ολόκληρος κι έμεινε έντρομος σαν στήλη άλατος. Νόμιζε πως φώναζε τρομαγμένος ζητώντας βοήθεια αλλά φωνές δεν έβγαιναν από τα χείλη του. Κολλημένα και σφραγισμένα όπως ήταν μόνο συριστικά γρυλίσματα σαν του ζώου ακούγονταν.  Δεν είχε τίποτα άλλο να κάνει και έβλεπε. Έβλεπε ένα αντικείμενο σε σκουρόχρωμη απόχρωση που έμοιαζε με ρολόι εκκρεμές να αιωρείται μπροστά από τον τοίχο και το τικ τακ που έκανε συνεχώς κροτάλιζε σαν ενοχλητικό πολυβόλο στ’ αυτιά του, ενώ σε κάθε ευθεία διαδρομή του μπρος πίσω άφηνε μια δυσδιάκριτη ρωγμή στην επιφάνειά του, μια ανεπαίσθητη γραμμή καλύτερα με κόκκινο χρώμα σαν το αίμα που αφήνει στην πληγή η βαθιά ουλή σαν πλημμυρίζει. Οι δείκτες έμοιαζαν με κεντριά εχιδνών και οι δώδεκα ώρες με κοφτερά δόντια σαρκοφάγου ζώου που κατέληγαν τόσο μακρόστενα και μυτερά που νόμιζε πως τα ένιωθε να μπαίνουν βαθιά μέσα στις σάρκες του. Στο κέντρο του ρολογιού οι άρρωστες χρυσίζουσες αχτίνες που έπεφταν από τη λάμπα φωτισμού του δρόμου κι έμπαιναν απ’ το ανοιχτό παράθυρο, έλεγχαν το σκοτάδι για να μην ενοχλούν τα μάτια του και να δουν και κάτι άλλο, τρεις εικόνες που όπως διηγήθηκε, του προξένησαν μια νοσηρή υπερδιέγερση των αισθήσεων που τον έκανε να παραληρήσει.

     Ο φίλος μας όπως παραδέχτηκε αργότερα μπροστά στον ανακριτή πως τα είδε όλα αυτά με κάποιο δισταγμό και τρόμο αλλά τα βρήκε πολύ ενδιαφέροντα και διασκεδαστικά και του άρεσαν που ασκούσαν πάνω του τόση γοητευτική επιρροή. Έτσι σ’ αυτό το διάστημα που κοιτούσε έκανε τα πάντα να μη χάσει καμία λεπτομέρεια από τους ίσκιους που προβάλλονταν στον τοίχο και εισχωρούσαν ανεμπόδιστοι ως τα μύχια του νου και της ψυχής του.

      Οι τρεις προσωπογραφίες ακαθορίστου φύλου, είπε που σχηματίστηκαν γύρω από ένα μάτι πανούργο και μυστηριώδες, με μια προσεκτική εξέταση αποφάνθηκε πως απεικόνιζαν το Χρόνο με τις τρεις εκφάνσεις του. Και οι τρεις προσωπογραφίες ήταν τα παρακλάδια του. Ήταν κι αυτές Χρόνοι που καταγράφουν τη μοίρα του καθενός μας και είναι αποτυπωμένη στο φριχτό του χάος σαν ανελέητο πεπρωμένο. Κι αυτό ο φίλος το κατάλαβε γιατί είχε διαβάσει ένα βιβλίο με τίτλο << Ο χρόνος και τα τρία παρακλάδια του σκοταδιού >> που έλεγε σε μια παράγραφο πως ο Χρόνος είναι σκοτάδι και το κενό του αναπληρώνεται με το θάνατό μας, Ακόμη πως και ο Χρόνος της νεότητάς μας, όσο και ο μέσος Χρόνος κι εκείνος του γήρατος, που αυτούς τους Χρόνους εξέφραζαν οι τρεις προσωπογραφίες του τοίχου, είναι παγωμένοι ωκεανοί που ανά πάσα στιγμή είναι έτοιμοι να μας πνίξουν στα κρύα νερά τους.  Έλεγε ακόμη το βιβλίο πως υπάρχει και ο Χρόνος των θρύλων που είναι απλησίαστος για τους πολλούς. Όποιος μπει σ’ αυτόν ξεφεύγει από το αιώνιο σκοτάδι και το κενό του Χρόνου και είναι φανερός και ζωντανός στο διηνεκές.   

    Μ’ όλα αυτά στο νου, είπε, είδε και τις τρεις μορφές του Χρόνου στον τοίχο. Έλειπε όμως η τέταρτη μορφή του Χρόνου των θρύλων. Αυτό τον έκανε να φοβηθεί και να τρέμει σύγκορμος και με σπασμούς. Και τούτο γιατί συμπέρανε πως ο τέταρτος Χρόνος των θρύλων ήταν υπεύθυνος για τις δεισιδαιμονίες που πίστευε και τα οράματα που έβλεπε εκείνη τη στιγμή ή καλύτερα τα φαντάσματα, τα ονειροπολήματα, τα τρελά και τα παράλογα του τοίχου.

     Τότε ακούστηκε έλεγε ένα βουητό από φωνές ανθρώπων που έδειχνε να έρχεται από το παρελθόν και μαζί μ’ ένα σάλπισμα από τρομπέτες που ακουγόταν περισσότερο σαν κρότος από σωριασμένα ερείπια έκαναν τα πάντα να σβηστούν στον τοίχο και για λίγα λεπτά ν’ απλωθεί ένα απέραντο και φριχτό σκοτάδι. Και τότε κάνοντας το πρώτο βήμα να φύγει, είδε στο ίδιο μέρος που πριν είχε καλυφτεί από το Χρόνο και τα παρακλάδια του να εμφανίζεται η προσωπογραφία μιας ρυτιδωμένης γριάς που του κουνούσε το σκελετωμένο χέρι της.

    Αυτό ήταν και το τέλος της αφήγησής του απ’ όσα είδε γιατί μετά έφυγε και πήγε στο σπίτι του να αποκωδικοποιήσει μέσ’ απ’ αυτά που  του φανερώθηκαν τα μηνύματά τους. Και για να το πετύχει κοιμήθηκε ως το πρωί. Φυσικά στον ύπνο του έγινε η όλη διεργασία της αποκωδικοποίησης των οραμάτων για να συμπεράνει πως στο χώρο του στοιχειωμένου σπιτιού αιωρούταν κάποια γραφή που είχε αφετηρία της το παρελθόν τότε που ζούσε εκεί μέσα η Ελένη και είχε φτάσει μέχρι τις μέρες μας. Αλλά έπρεπε να βρει αυτό το δυσδιάκριτο σημάδι που εξέπεμπε το τρομερό μυστήριο της  τόσο μακρινής επικοινωνίας. << Κάτι υπάρχει εκεί μέσα εξαιρετικά σημαντικό και δεν πρέπει να το χάσω >> συλλογίστηκε κι ετοιμάστηκε να επισκεφτεί πάλι το ερειπωμένο σπίτι σαν ερχόταν το βράδυ.

    Την ημέρα όμως  έκανε την αφήγηση αυτή σε κάποιον καταδότη της πόλης και τα λόγια του μεταδόθηκαν σαν αστραπή. Κι από στόμα σε στόμα έφτασαν και στ’ αυτιά του ανακριτή ο οποίος για να σταματήσει το φόβο που έσπερνε στους κατοίκους της πόλης  ο λόγος τούτου του φρούτου με τα οράματα που έβλεπε, συγκάλεσε επιτροπή, από τον ίδιο, τον αστυνομικό διευθυντή κι ένα υπάλληλο της δημαρχίας ειδικό στους  θρύλους και  μια ώρα πριν επισκεφτεί το στοιχειωμένο σπίτι, τον συνέλαβαν στην πόρτα του σπιτιού του. << Ο κόσμος φοβάται μ’ αυτά που λες και βλέπεις  στο σπίτι της Ελένης του Χαμέρη και βρίσκεται σε φοβερή ένταση απ΄ το φόβο του >> του είπε ο ανακριτής και του έδειξε ένα λάκκο μ’ ένα ψόφιο ποντικό στην άκρη του δρόμου. << Τα παιδιά είναι διαλυμένα, οι δειλοί λαγοκοιμούνται και οι προληπτικοί ξημεροβραδιάζονται με προσευχές και  μαγγανείες. Πρέπει το χρυσάφι αυτό του λόγου σου που ισχυρίζεσαι και λες πως είναι αληθινό για το καλό σου και για το καλό της πόλης με άλλα λόγια καμουφλαρισμένα να το ντύσεις. Να πεις δηλαδή πως όλα αυτά που είδες ήταν αποκυήματα της φαντασίας του αρρωστημένου σου μυαλού >>.

    << Δεν έχουμε παρά να πάμε εκεί στο έρημο σπίτι >> τους είπε αυτός και μπαίνοντας μπροστά ανέβαινε σιγά - σιγά το καλντερίμι. << Θα δείτε τι θα δω και τότε ας με βγάλετε ψεύτη >> πρόσθεσε και τους ζήτησε να τον ακολουθήσουν. Έξω από το σπίτι όταν έφτασαν το φως από τη λάμπα του δρόμου ήταν λιγοστό, η υγρασία πηχτή, ο αέρας  δυνατός κι ένα σωρό ασήμαντα πράγματα αιωρούνταν από την ορμή του στον ουρανό.  Σαν μπήκαν μέσα στο ισόγειο το σκοτάδι τους έκοψε την ανάσα και κάθε διάθεση για γκρίνια και σχόλια σταμάτησε.  Κοίταξαν να φροντίσουν  την ασφάλειά τους  στον αφιλόξενο χώρο που τους θύμιζε μπουντρούμι φυλακής και μύριζε μούχλα, υγρασία και οσμή από ψόφια ζώα, ενώ έτρεμαν μην ακούσουν κανένα βογκητό από κάποιον ρακοσυλλέκτη που είχε επιλέξει να ζήσει εκεί μέσα μακριά από τον παράδεισο των ευτυχισμένων συμπολιτών του. Ευτυχώς τέτοιο πράγμα δεν έγινε αλλά γρήγορα κατάλαβαν πως η  φριχτή και ερειπωμένη όψη του σπιτιού σίγουρα θα τους εξέπληττε με κάποια απρόβλεπτη αποκάλυψη τρόμου.   

    Φωτισμένο το σπίτι από τον έξω φανοστάτη, το ανέβηκαν στον πάνω όροφο πατώντας στην άκρη των σάπιων σκαλιών της ξύλινης σκάλας που έτριζαν μ’ ένα υπόκωφο θόρυβο επισημαίνοντάς τους πως η ακεραιότητά τους ήταν επικίνδυνα εύθραυστη. Εκεί έμειναν ελάχιστα γιατί η μούχλα και η υγρασία που τύλιγε τους λερούς τοίχους τους έφερε τέτοια δυσφορία  που την εξέλαβαν ως έμβλημα του θανάτου και κατέβηκαν πάλι στο ισόγειο. Στάθηκαν στη βορινή πλευρά κοντά σ΄ ένα σωρό από σκουριασμένα αντικείμενα, σιωπηλοί και συνοφρυωμένοι.  Ο άσχημος χώρος τους τάραξε, η όψη του που έμοιαζε  σαν τάφος πελώριος έτοιμος να τους συνθλίψει στα κρύα χρώματά του τους έφερε κατάθλιψη.  

    Ο ειδικός σε θέματα θρύλων έδειξε πως γρήγορα ανέκτησε την αυτοπεποίθησή του και με ηρεμία  βάδισε στον τοίχο που βρισκόταν δυτικά. Εκεί γονάτισε και αφού αναστέναξε βαθιά, σγάρλισε με τα χέρια του κάτι ύποπτο που είδε μέσα σ’ ένα σωρό σκουρόχρωμο και βρώμικο.  Αμέσως σαν υποψιάστηκε τι ήταν έβγαλε από την τσέπη του μια βούρτσα με σκληρή τρίχα και άρχισε να διώχνει τα χώματα. Κι όταν είδε να ξεφυτρώνει μια νεκροκεφαλή, έβγαλε μια κραυγή τρόμου και πετάχτηκε πάνω κάτωχρος ενώ οι γνάθοι του έτρεμαν λες και τους είχε ξεσφιχτεί ο χόντρος της κλείδωσης που τις συνέδεε. Οι άλλοι έκρυψαν τα μάτια με τις παλάμες τους για να αποφύγουν το μακάβριο θέαμα κι άρχισαν να κάνουν μερικά γελοία χοροπηδητά σαν να δήλωναν το φόβο που τους είχε περιζώσει. Ο ειδικός άφησε τότε το εύρημά του κι έκανε δυο βήματα αριστερά για να σταθεί μπροστά από ένα σωρό αραχνιασμένες σανίδες που τις ροκάνιζαν αβίαστα βρώμικα σκαθάρια και  τρωκτικά έντομα που έμοιαζαν σαν μαύρες μπαλίτσες στις άρρωστες αχτίνες της λάμπας του δρόμου που τα φώτιζε.

    Κι αφού έδιωξε με τα πόδια του ένα καύκαλο χελώνας και μετακίνησε τις σανίδες, έπιασε με το μάτι του αμέσως ένα ορθογώνιο σχήμα που έμοιαζε με βωμό. Τον πρόσεξε καλά και είδε στην πρόσοψή του να ξεχωρίζει μια σμιλεμένη αράχνη με τον ιστό της και γύρω - γύρω να τη στολίζουν μικρά και παραμορφωμένα ανθρώπινα μέλη. Έπιασε αμέσως το κεφάλι του ενώ εγκατέλειψε γρήγορα το χώρο αυτό, κάνοντας άλλα τρία βήματα αριστερά που η βλακεία κάποιων είχε ξεχάσει ένα μπαούλο από μαύρο ξύλο που με το χρόνο είχε σαπίσει και μόνο το σκέπασμα έδειχνε να είναι γερό. Ο αστυνομικός διευθυντής λόγω της πείρας του φαντάστηκε πως κάποιο δολοφονημένο σώμα κρυβόταν εκεί μέσα και πλησίασε να λύσει το μυστήριο.  Τον πρόλαβε όμως ο ειδικός που  σήκωσε το καπάκι για να το αφήσει αμέσως κάτωχρος με μια απελπισμένη κίνηση και γονάτισε δείχνοντας λιποθυμισμένος. Ένας  δυνατός ήχος ακούστηκε τότε  κι από τις τρύπες που άφηναν οι σάπιες σανίδες ξεπετάχτηκαν με ορμή κάμποσοι πελώριοι αρουραίοι. Έδειχναν ατέλειωτοι, αλλά γρήγορα εγκατέλειψαν τη φωλιά τους, τρέχοντας και σκούζοντας δαιμονισμένα.  Είχαν βρει τροφή στις σελίδες του αρχείου και  δεν το κούναγαν από κει. Τις είχαν κυριολεκτικά κουρελιάσει  και το πιο μικρό κομματάκι έδειχνε αγνώριστο. Η  ατμόσφαιρα ήταν αποπνικτική και η μυρωδιά από τον κλειστό χώρο μπορούσε να σκοτώσει άνθρωπο με την οξύτητά της. Σ’ αυτό δυστυχώς το χώρο που έμοιαζε με χωματερή έπρεπε να ψάξουν τα κουρελόχαρτα γιατί το συγκεχυμένο βούισμα που νόμισαν πως άκουσαν κι ερχόταν από το παρελθόν τους το επέβαλλε στο νου. Κι εκεί που και οι τέσσερις είχαν σκύψει πάνω στο μπαούλο και με τα χέρια τους  ανακάτευαν τα βρώμικα χαρτιά πλημμυρισμένοι από αηδία για ό,τι έκαναν, ο ειδικός στους θρύλους τους λύτρωσε γιατί μ’ ένα σάλεμα του χεριού του βρήκε κάτι ενδιαφέρον και το κυμάτισε στον αέρα σαν μικρό φλάμπουρο λευτεριάς. Οι άλλοι κουτρουβαλιάστηκαν σε μια φαρδιά πολυθρόνα και κάθισαν ενώ εκείνος ζαρώνοντας το σώμα του πάνω στο χειρόγραφο που ήταν προστατευμένο από ένα έλασμα πλατίνας  προσπάθησε να το ανοίξει και να διαβάσει τις αράδες του ενώ έτρεμε λες και βρισκόταν μπροστά στους δικαστές της Ιεράς Εξέτασης! Κι αφού το έκανε βρήκε τη δύναμη  να διαβάσει το χειρόγραφο που ήταν γραμμένο και από τις δυο πλευρές, στην τουρκική και την ελληνική γλώσσα, με το όνομα φαρδύ πλατύ από κάτω της Ελένης  Χαμέρη, που έλεγε:

       << Η σκέψη  και η φαντασίας σας γεννά αυτά τα μυστηριώδη που βλέπετε όλοι  οι κάτοικοι αυτής της πόλης αφού το πνεύμα μου ζει σ’ αυτό το ερειπωμένο σπίτι και το σώμα μου στο σιωπηλό κοιμητήριό της.   Όλα αυτά που δεν υπάρχουν αλλά τα βλέπετε είναι σαν καρφωμένα καρφιά στο θρύλο και δεν μπορούν να φύγουν και τα κουβαλάτε μέσα στην ψυχή σας γιατί τα έχετε ανάγκη. Αλίμονο αν ανακατεμένοι με τα δαιμονικά σας τραυλίσματα και μόνο γύρω από την ταπεινή ύπαρξή σας αγνοούσατε το θρύλο μου! Αυτό θα σας έκανε πιο δυστυχισμένους! Η γνώση του θρύλου μου ίσως σας κάνει το ταξίδι στο μέλλον σας λιγότερο οδυνηρό! >>

            Έδωσε το χειρόγραφο στον αστυνομικό διευθυντή που έδειχνε ελάχιστα ικανοποιημένος απ’ το εύρημά τους κι εκείνος με τη σειρά του στο φαντασιοκόπο που είχαν δει τόσα και τόσα τα μάτια του σ’ αυτό το σπίτι. Εκείνος αφού το γύρισε από την άλλη πλευρά που ήταν το γραμμένο κείμενο στην τουρκική, άγνωστο αν το διάβασε ή προσποιήθηκε πως το έκανε, πλησίασε το σάπιο παραθυρόφυλλο και μέσα από τις γρίλιες του κοίταξε το κάστρο που έμοιαζε σαν μαύρος όγκος  μέσα στο σκοτάδι κι έσφιξε τα χείλη. Εκείνο λες και ήθελε να τον τρελάνει του παρέσυρε τη ματιά στον πλάτανο της εισόδου όπου το ένα του μπράτσο είχε μεταμορφωθεί σε δρεπάνι του θανάτου και το ένιωσε να ακουμπά πάνω του και να τρέφεται από το χαμένο του καιρό. Ύστερα ωχρός παρέδωσε το χειρόγραφο στον ανακριτή  κοιτάζοντας τους άλλους με μια ματιά ολέθρου, δείχνοντας πως βρισκόταν στο άωτο της ανίας του και του δικού του κόσμου.   

                 ellinikoxronografima.blogspot.gr

 

                                  T O        Χ Ρ Ο Ν Ο Γ Ρ Α Φ Η Μ Α


                  Ιούλιος ο Αλωνάρης, ο Αηλιάτης και Γυαλιστής

                                                Του Παναγιώτη Αντωνόπουλου

 

                    Παιδίσκη δεν τα   ‘χει ακούσει όλα τα ονόματα αυτά. Γυαλίζει η ρώγα στο Δευτερόλη τούτο μήνα του καλοκαιριού κι αυτή το νου της έχει στα ξέπλεκα μαλλιά.  << Ο Αηλιάς κόβει σταφύλια και η Αγιά Μαρίνα σύκα >> και των ματιών της το μπλε κλείνει το οπτικό τους πεδίο. Τίποτα δε βλέπει να ωριμάζει στο φεγγοβόλο αλώνι του παππού, σκότος το άλως, τριγύρω  σιωπή.

                  Ξενοφάνης: << Εκ γαίης γαρ πάντα και  εις  γην  πάντα τελευτά >>.  Και ο λαμπρός σίτος απ’ αυτή.  Ιούνιος ο θεριστής, Ιούλιος ο αλωνιστής. Τα αλώνια ήταν πέτρινα ή χωμάτινα. Στη μέση ο ξύλινος στύλος, το στοιχερό, όπου μ’ ένα σχοινί (τριχιά )  δένονταν τα  άλογα. Γύριζαν γύρω -  γύρω, δεξιόστροφα ή αριστερόστροφα, τυλίγοντας και ξετυλίγοντας το σχοινί πάνω στο στοιχερό. Τα χειρόβολα σκορπισμένα, με το πάτημα των ζώων, γένναγαν το σπόρο τους, τα στάχυα μέσα από τις μήτρες τους  τη ζωή με την τροφή τους χάριζαν στο δίποδο και άπτερο σοφό άνθρωπο.

             Εργαλεία ουκ και ολίγα. Γνωστά τοις πάσι τότε, ακουστά στους σημερινούς εξελιγμένους, άγνωστα στους σκυμμένους στα κινητά, στα λάπτοπ και στο μακάριο << ουδενός επιθυμείν >>. Αναφέρω τα πιο επώνυμα και σημαντικά. Η βίτσα, το δεκριάνι, τα φτυάρια, τους κουβάδες, το κόσκινο ή αρίλογος ( ηρολόγος ), τα χαράρια (χαράργια), οι λαιμαργιές, οι σαρωματίνες ( σκούπες ), τα σακιά.

         Άλλες δουλειές. Καθαρισμός του σίτου από το άχυρο. Αποθήκευση στο αμπάρι. Το άχυρο, βασική τροφή των ζώων, το μετέφεραν στα παχνιά με τα χαράρια ( χαράργια ). Ακόμη με μπάλες, ( το μπάλιασμα ) και με τσουβάλια. Μετά πάμε στο Μύλο!  Το άλεσμα εκεί, νερόμυλος γαρ, το ζύμωμα και το φούρνισμα. Μεγάλη σημασία εδώ οι μυλόπετρες του Μύλου. Σκληρές εκείνες αλλά σκληρότερες οι σημερινές, οι κοινωνικές. Σε αλέθουν και γίνεσαι τέλος.

       << Μήτηρ απάντων γαία και κοινή τροφός >> κατά το Μένανδρο. Κάτω από τα πόδια μας υπάρχει ένα παραμελημένο σύμπαν. Αλλά και το επάνω φροντίζουμε να το παραμελούμε δεόντως, καταστρέφοντάς το.  Αν και το πάνω το στέρεο στοιχείο, συνδέεται με την μητρότητα και μας εξασφαλίζει την τροφή, το παραβλέπουμε ή το προσπερνάμε.  Το χώμα και η λάσπη εξαφανίστηκαν από την καθημερινότητά μας. Τα ακονισμένα σοκάκια καλύφθηκαν με τσιμέντο. Οι μουντζουριές στα χέρια και στα πόδια είναι απαγορευμένες. Και το παιδί αρχίζει και ξεχνά την οσμή της βροχής. Υπάρχει μια βαθιά αίσθηση πως δεν πάμε καλά.

          ellinikoxronografima.blogspot.gr    

                  

 

                               Τ Ο    Χ Ρ Ο Ν Ο Γ Ρ Α Φ Η Μ Α

                                             Τα σκιάχτρα


                                                Του Παναγιώτη  Αντωνόπουλου

 

                    Παις ήμουν  όταν ο γεννήτορας με πήγε στο αμπέλι να δω το σκιάχτρο. Μια ευφάνταστη χειροποίητη δημιουργία από παλιόρουχα με όψη ανθρώπου κρεμασμένο στην είσοδο για να διώχνει τα σπουργίτια και τα κοτσύφια που έτρωγαν τα σταφύλια.  Όλη αυτή η εικόνα και η συμβολική φράση του γεννήτορα << μας παίρνουν την μπουκιά    απ’ το στόμα κάποιοι >>- εννοώντας τα πουλιά-   ήταν και  η αρχή  του  <<  φιλοσοφείν >> μου στην επικρατούσα στυγνή αντιπαλότητα που θα συναντούσα στη ζωή όταν αργότερα θα μεγάλωνα.

                Στην έκτη τάξη δημοτικού ήρθε στο σχολείο από τα ορεινά ένα κορίτσι, πολύ αδύνατο, άσχημο και ασθενικό που μαχόταν να μας πλησιάσει και να μας κάνει φίλους. Δεν το θέλαμε και το πετροβολούσαμε. Το βαφτίσαμε << σκιάχτρο >> και όπου το βλέπαμε του γυρνούσαμε την πλάτη και φεύγαμε.

              Έφηβος σε μια κουβέντα της θείας μου με τη μάνα μου, άκουσα ανήκουστα πράγματα για τα << σκιάχτρα >>. Η Ανδριάνα η γειτονοπούλα κατά τα λεγόμενα της θείας, νέα νταρντάνα, όμορφη και ζουμερή ατύχησε στην παντρειά της γιατί της δώσανε για άντρα ένα τέρας, ένα << σκιάχτρο >>. Δεν τον ήθελε, αρνιόταν να κοιμηθεί μαζί του τα βράδια, εκείνος τη δάγκωνε, αυτή τον έβριζε, αυτός την έδερνε και της χάραζε τους γλουτούς με τα νύχια.

            Στην Ακαδημία μια σπουδάστρια,  σκέτο τέρας, μας δημιουργούσε ατμόσφαιρα γέλιου και ο αέρας γέμιζε μαζί με τις νότες την ώρα της μουσικής και από τόνους χλευασμού και αιχμηρές χειρονομίες. Την λέγαμε << σκατόσκιαχτρο >> και όταν τη συναντούσαμε το βάζαμε στα πόδια και όπου φύγει- φύγει. Αργότερα διάβασα στην εφημερίδα πως την έσφαξε η πεθερά της στον ύπνο της.

        Στη δουλειά γνώρισα πολλά σκιάχτρα και δη προϊσταμένους.  Ο πιο εμβληματικός που ήταν και τυραννικός, μου θύμιζε τον Αγιατολάχ Χομεϊνί.  Όλο περπατούσε μέσα στο γραφείο, πόρδιζε και γελούσε καμπανιστά. Εκτός από το παρατσούκλι << ο σκιαχτρόγερος >> τον λέγαμε και << χέστη >>.

       Στις μέρες μας ξεφύτρωσαν και τα σύγχρονα σκιάχτρα. Παρεπιδημούν στο μέγαρο Μαξίμου, στη βουλή, στα υπουργεία, σε οργανισμούς και σε κάθε συνωστισμό προθαλάμου υπηρεσίας που μυρίζει χρήμα. Είναι φτιαγμένα από νερό και χώμα, η ψυχή τους είναι διαποτισμένη από τα εφτά θανάσιμα αμαρτήματα και με το παραμικρό αεράκι αποκαλύπτονται η  αστική τους υποκρισία, το ψεύδος και η μακάβρια γύμνια τους.  Τούτα τα σκιάχτρα δεν  είναι για τους αγρούς και τα αμπέλια. Είναι σκιάχτρα για το λαό. Βλέποντας πολλά τέτοια από τα πέριξ μπαλκόνια της οδού Αττικού ή της πλατείας Συντάγματος μπορείς να φτιάξεις ένα ομοίωμά του  όπως το έκανε ο ποιητής:

       […] Ανέβηκα πάλι στο άδειο κάστρο,/ έσιαξα τη στολή του/ γέμισα τη φανέλα του τσουκνίδες,/ το βρακί του χαλίκια//. Το έστησα σκιάχτρο στα χαλάσματα για τα κοράκια και τους γλάρους//. Τα πουλιά ξεμακρύνουν ταραγμένα,/ μ’ αφήκανε μόνο//. Έγειρα τότε στον ώμο του σκιάχτρου μου/ κι έκλαιγα ευτυχισμένος/ νιώθοντας στα μαλλιά μου την ανάσα/  απ’ το σαρκώδες  ανύπαρκτο στόμα/  ευτυχισμένος ναι,/  γιατί μονάχος διάλεξα τούτη τη μοίρα/ όπως διάλεξα κάτω στο παζάρι τα καρφιά/ τις κλωστές, το πανί, τα σανίδια//.

        ellinikoxronografima.blogspot.gr         panant1947@gmail.com

   

 

   Τ Ο     Χ Ρ Ο Ν Ο Γ Ρ Α Φ Η Μ Α

                                      Το αλώνιον και ο


                              Του  Παναγιώτη  Αντωνόπουλου

            Τότε ο παις έφτιαχνε μ’ ένα μάτσο στάχυα ψάνη, γνώριζε την  προέλευσή τους από τα σπλάχνα της γαίας τροφού, την αύξησή τους και το τέλος τους στο αλώνι του παππού. Σήμερον ο παις αγνοεί την ύπαρξή τους, νομίζει πως κατασκευάζονται στα εργοστάσια της Γουατεμάλας, ιδέα δεν έχει περί θερισμού και αλωνίσματος. Γι’ αυτόν << χέστηκε η φοράδα στ’ αλώνι >> και να μην τα ξέρει και για << τα μαρμαρένια αλώνια >> αγρόν ηγόρασε αν δεν τα ‘χει ακούσει.

        Ας τα βάλουμε στη σειρά. Εν αρχή ην ο θέρος. Όστις γινόταν τον Ιούνιο ή θεριστή. Οι θεριστές ετοίμαζαν τα δρεπάνια, εργαλεία θερίσματος, γυριστά ως γιαταγάνια, με δόντια και ξύλινη χειρολαβή.  Το αριστερό χέρι έπιανε τα στελέχη των σταχύων και το δεξί  τα έκοβε χαμηλά. Τη χεριά την έβαζαν πίσω τους και συνέχιζαν. Άλλοι εργάτες επιδέξιοι συγκέντρωναν τις χεριές [ χειρόβολα ] και τις έκαναν δεμάτια. Τα έστηναν όρθια να αποφεύγουν την υγρασία και να μη σαπίζουν. Από κει τα μετέφεραν στ’ αλώνι, είτε ζαλίκα ( στην πλάτη ) είτε στα ζώα. Οι θημωνιές πλέον ανέμεναν το αλώνισμα. Μήνα Ιούλιο γινόταν αυτό εξ ου και τ’   όνομά του Αλωνάρης, κόπος τραχύς όπως και ο θέρος.

        Ο στάχυς ετυμολογικό. Η ρίζα Ινδοευρωπαϊκή (steg ), ( κεντώ, είμαι αιχμηρός, οξύς).   Στην αρχαιοελληνική ο στάχυς, του στάχυος, πληθυντικός οι στάχυες, των σταχύων. Στη νεοελληνική ουδέτερο, το στάχυ. 

      Αλώνι [ν] (ελληνιστική κοινή ), αλώνι (μεσαιωνική ελληνική ), αλώνιον, υποκοριστικό του άλως. Στρογγυλός επίπεδος χώρος για το αλώνισμα δημητριακών. Άλως ( οπτικό φαινόμενο που προκαλείται από τη διάθλαση του φωτός γύρω από τον ήλιο και το φεγγάρι κι έχει σχήμα στρογγυλό ).

      Σήμερα κανείς δε βλέπει  θερισμούς με λυσίκομες κόρες να φέγγουν στην πολεμική << Ιουνιανή >> μάχη με τους καρπούς της παμμήτορος γης. Υποτιμήθηκε η φύση, χάθηκε το αεράκι της συνύπαρξης, κοινότητας, οικογένειας, συντροφιάς.  Απ’ αυτή όλα τ’ αγαθά.  ( Ξενοφάνης.  Εκ γαίης γαρ πάντα και εις γην πάντα τελευτά ).

   Σίτος πονεμένος αλλά και το ψωμί γλυκό. Η εξέλιξη ωφέλιμη αλλά νεκρή, της λείπουν οι θεριστικοί και οι αλωνιστικοί αγώνες που της δίνουν τη ζωή, κανενός δεν του καίγεται καρφί για την αλλαγή. Γκαρσόνι στο άστυ κι ας είναι ποτισμένος στον ιδρώτα και στην σκληρή στιγμή.

    Ρήμαξαν οι αναβόλες, ρήμαξαν και οι βουνοπλαγιές. Το άροτρο δε φτάνει εκεί, ο λαμπρός σίτος φαίνεται μόνο στα παμχάφτικα στόματα των μηχανών και οι συγγενικές λέξεις να χάνονται αδιάβαστες στα λήμματα των λεξικών.  Έξω από το ομιλείν πλεονάζουν, ως ανοησίες πια ενδιαφέρουν λαογράφους φτηνούς και ερευνητές μωρούς.

     Στοιχερό, αγωγιάτης, αγκωνή,  άγανα, αγγειό, ήρα, βουκέντρα, αψίω, γεμενί, γκάνιαξα, γίγκλες, τι είναι αυτά; Ποιος τα ξέρει;

    ellinikoxronografima.blogspot.gr