Δευτέρα 31 Αυγούστου 2026

        Χρονογράφημα

                       Η πείνα, η κορούλα και ο δωδεκάχρονος μελαψός

                                      Παναγιώτη Αντωνόπουλου


          Με ματωμένη την ψυχή, βλέποντας τους πατριώτες μου να τρώνε στους δρόμους μπισκότο και φρυγανιά που << ξάφρισαν >> απ’ το σούπερ μάρκετ της γειτονιάς, κόβω τις ρουφηξιές του σκέτου μου και αυτοτιμωρούμαι με αποχή από το υπόλοιπο του περιεχομένου. << Η  πείνα χτυπάει κόκκινο και στην επαρχία>>  εμποιεί γελώντας με το λόγο του ένας << απελέκητος >>  στο διπλανό τραπέζι και σφραγίζει το λογύδριό του περί πείνας με τούτο το σοφό και αστείο: << Οι ολιγάρχες που μας κυβερνούν είναι αχόρταγοι. Προβλέπω την πλήρη διαμέλιση μας>>.

        Τούτος άφηνε το λαϊκό ευωδιαστό του λόγο και το γκαρσόνι μούσκεμα, κουβαλούσε το φορτωμένο δίσκο σαν μέρμηγκας. Το λιοπύρι καυτό, ο ιδρώτας ρύαξ στο μέτωπό του, οι παραγγελιές η μία πίσω από την άλλη σαν ρουκέτες. Όταν ο αισθητήρας του άναβε αλάρμ, άδειαζε ένα μπουκάλι εμφιαλωμένο νερό στο κεφάλι και συνερχόταν. Ύστερα συνέχιζε το αλώνισμα πέρα δώθε πέρα δώθε σαν πιγκουίνος. Στο ελαφρύ φορτίο κούτσαινε, στο βαρύ  έβαζε το χέρι στη μέση. Έτριβε το λειψό σπόνδυλο και καρτέραγε λίγο την ανακούφιση. Όταν ερχόταν έκανε  πάλι το βάδισμα του πιγκουίνου, μία από ‘δω μία από ‘κει.

       Στον ίδιο δρόμο ένας κατηφής και βουρκωμένος οδηγός, τροφοδοτούσε το ζαχαροπλαστείο. Το μαύρο μάτι του έπαιζε και κουβαλούσε, κουτιά στην αγκαλιά, ντάνες στο καρότσι. Πόσους άραγε να τάιζε με τα ψίχουλα που του ‘δινε ο παχύσαρκος εργοδότης του; Σε λίγο στο σκληρό τούτο κόσμο της φωτιάς, ήρθε και το αγροτικό. Χώθηκε εισηγμένο με το << έτσι γουστάρω >> σφήνα εκεί που δε χώραγε με τη μούρη στο πεζοδρόμιο και την καρότσα στη λωρίδα του δρόμου. Ξεφόρτωσε δυο ωραίους. Μια κορούλα δώδεκα χρονών κι ένα μεγαλύτερό της μελαψό. Στο άψε σβήσε γέμισαν πεπόνια τις σακούλες και σκόρπισαν πηγαίνοντας από τραπέζι σε τραπέζι. << Δύο ευρώ τα τέσσερα >>  παρακαλούσε με μοσχοβολημένη φωνούλα η μικρούλα, ένα αγριμάκι λερωμένο με το μικρό αμάραντο κόρφο της να σαλεύει άταχτος. Όταν δεν έπαιρνες, στεκόταν σαν κλαράκι έτοιμο να σπάσει και επέμενε: << Πάρε καλέ, κύριε, γιατί το βράδυ πέφτει πείνα στο σπίτι. Δέκα ζούμε σε μια καλύβη, ποιος να πρωτοχορτάσει με το επίδομα της τυφλής μάνας μας >>.

        Σ’ όλο το περήφανο τετράγωνο έτσι βγάζει το ψωμάκι του ο κοσμάκης. Και σ‘ όλα τα τετράγωνα της πατρίδας. Σ’ όλα τα αγροτεμάχια της Θεσσαλίας, στους κάμπους της Μανωλάδας, στα διάσελα, στις φάμπρικες, και στα λιμάνια. Πότε με  την κάψα στο κεφάλι και πότε με τον άγριο πουνέντε. Το κορμί σκοτωμένο, το σπαθί στο κόκαλο, το ψωμί λιγοστό. Κι από πάνω τα σκουριασμένα σκεύη της εξουσίας να φτύνουν στο χυμένο αίμα και τον ιδρώτα του κάθε άμοιρου.

        Μόνη έννοια τους να μη σβήσει η φλογίτσα στο βουλευτικό κεράκι τους. Με παχυλούς μισθούς, τουρλωτές συντάξεις  κοτεράκια στο Αιγαίο, με τη συναγρίδα μέρα νύχτα στο πιάτο τους. Και συ Ελαδίτσα, κοιμήσου! Ραγιά Έλληνα ζήσε στην άχαρη ερημιά σου! Ως πότε!

    ellinkoxronografima.blogspot.gr           panant1947

 

 ΧΡΟΝΟΓΡΑΦΗΜΑ

 

 

 

 

                                          Δαρμένες πολιτείες


 

 

 

                                                    Του Παναγιώτη  Αντωνόπουλου

 

 

 

 

          Μας έκανες και θρηνούμε << Καλλικράτη >>. Σε χρίσαμε αυτοκράτορα της τοπικής αυτοδιοίκησης για να γεμίσεις τις αυλές μας με άνθη κι εσύ έγινε επίορκος. Φύτεψες κεντριά θανάτου στις βραγιές τους και η ζωή μας σταμάτησε με τα τσιμπήματά τους. Ο ήλιος μας  έγινε φωτιά κι όπου βρεθούμε κι όπου σταθούμε ξεραίνει τη μυρσίνη μας και οι πόλεις πια δε μας χωρούν. Δεν γέμισαν μόνο φίδια και μελαγχολία αλλά και πληγές. Πληγές του Φαραώ, αγιάτρευτες που σκορπίζουν πένθιμες πομπές από αρουραίους, άρρωστες ύαινες, δικέφαλους σκύλους, νεκρές γάτες και ψειριασμένους γύπες.

       Στις πλατείες τα περιττώματα των σκύλων ζεύουν σαν ξεπεσμένοι αυτοκράτορες, στους δρόμους  σέρνονται ματωμένες λακκούβες, μελανιασμένα χείλη γυναικών και  κυλούν σκουριασμένα πριονόδοντα σαν εωσφόροι. Στα ρείθρα  πήζουν τα φτύματα, και οι σκώληκες κολυμπούν στα μολυσμένα ύδατα. Οι πεινασμένοι κάδοι ξερνάνε τα απορρίμματά τους, και, οι αλλοδαποί ψάχνουν στον εμετό τους να δουν το θάνατο που τους περιμένει.  Οχήματα σάπια στήνουν μακάβριο χορό στους ακάλυπτους και στις σκουριασμένες κοιλιές τους τα φουσκωμένα ψοφίμια αποσυντίθενται από τις στρατιές των σκουληκιών. Οι στροφές κλαίνε από τους τόσους θανάτους και οι θρήνοι των γονιών και των γειτόνων για το χαμένο τους αγγελούδι ξετυλίγονται σαν όφεις και γίνονται φωτιά. Στα καντούνια κοιμάται ο τρόμος και ξυπνάει όταν στη μεσονύχτια στράτα, ακουστούν τα βήματα του περαστικού. Στα πάρκα τα φύλλα πέφτουν. Τα δέντρα λυγάνε με τα κλαράκια τους ξερά, οι ανθοί των λουλουδιών μαραίνονται και ό,τι φυτρώσει δεν ανασαίνει.  Λείπουν οι εργάτες που θα τα φρόντιζαν, αραίωσαν τα χέρια τους με τις απολύσεις που ψήφισαν οι τριακόσιοι Δερβέναγες. 

      Ταράζεται η ανάσα μας σαν περπατάμε εκεί μέσα. Η χλόη τους είναι πατημένη από τους εισβολείς, και το χρυσό χαμόγελό της το σφάζει η λάμα από το πεσμένο μαχαίρι του αλλοδαπού. Κι όπου άκρη από σύννεφο στον ουρανό, από κάτω του, άδεια κουτιά μπίρας, φλούδια πασατέμπου και ναυαγισμένα προφυλακτικά μιας μολυσμένης θάλασσας.

      << Καλλικράτη >>. Οι ώρες μας στις πόλεις που ζούμε είναι φριχτές κι απ’ τ’ ανοιχτά παράθυρα ο ήλιος που γλιστράει μέσα μας σφάζει σαν λεπίδι. Μια γλυκιά χαρά ζητήσαμε να  μας δώσεις κι εσύ ντύθηκες Σαουδάραβας πετρελαιάς κι εγκατέλειψες τους μαύρους δούλους σου.  Ώρες- ώρες μεταμορφώνεσαι σε άλογο και με την οπλή του μοιάζεις σαν να θα θέλεις να μας συντρίψεις. Όσο είσαι θεσμός είσαι αόρατος. Δε σε βλέπουμε ούτε στο δρόμο αλλά και στο καφενείο. Εκεί που μας πήρες την ψήφο με μπαμπεσιά. Στη δώσαμε για να σκορπίσεις στις πόλεις χρυσόσκονη κι εσύ τη γέμισες με ακαθαρσίες, ούρα σκύλων και αλλοδαπών. Έσταξες στις φλέβες τους κώνειο και στο άχραντό τους σώμα, πασάλειψες την τέφρα των αποξηραμένων κοπράνων.

     Δεν θέλουμε να βουλώσεις τις λακκούβες με διαμαντόσκονη. Μας αρκεί το λευκό χαλικάκι. Ούτε και τους κάδους να τους μεταμορφώσεις σε ορειχάλκινους. Να τους πλένεις θέλουμε και να τους αδειάζεις.  Να ξεβρομίσουν από τη μπόχα να μη φτάνει στα τραπέζια μας. Ακόμα να στηρίξεις και τις τρώγλες της φτωχογειτονιάς με πασσάλους να αποφύγουμε καμιά θανατηφόρα κατάρρευση. Και ύστερα με σεμνό τρόπο να βγάλεις τους υπαλλήλους σου για δουλειά. Οι κακόμοιροι! Λειώνουν εκεί μέσα να ξύνουν μολύβια! Ας αφήσουν <<τις παρούσες αλληλογραφίες >> κι ας πιάσουν το φτυάρι. Έτσι οι ροδονυφούλες τριανταφυλλιές θα σκορπίσουν μύρα και ηδονές στις πόλεις μας.

      ellinikoxronografima.blogspot.gr

  

                                               

 

ΧΡΟΝΟΓΡΑΦΗΜΑ

 

 

 

                     Βουλή πεδίο λυσσαλέας αμάχης  


 

 

 

                                           Του Παναγιώτη  Αντωνόπουλου

 

 

 

 

            Δυστυχώς Λουδοβίκοι της βουλής  δεν υπάρχει ελληνική ζώσα κοινωνία, ούτε θα αναστηθεί εν μέλλοντι χρόνω. Το βλέπουν οι πάντες, όλο και βυθίζεται καθημερινά  στη  λάσπη. Φτάσαμε να έχουμε Κροίσους στην Ελλάδα, οι οποίοι δε χαρίζουν το χρήμα τους << για την ψυχή της γιαγιάς τους >>, δεν το επενδύουν και το στέλνουν έξω. Κι εσείς  αντιτάσσετε την παιδαριώδη ουτοπία της ανάκαμψης σαν χαλινό της αλλοφροσύνης που φωλιάζει μέσα σας  η νερώνεια βιοδομή σας για να κρατήσετε το στέμμα σας.

            Όλο διακηρύξεις πομπώδεις είσαστε, εθελότυφλη εμμονή σάς διακατέχει να χτίζετε στην άμμο, χωρίς πρόγραμμα κυβερνάτε τη χώρα και ούτε ψύλλος στον κόρφο σας. Συνεχή  απαξίωση διδάσκετε στις ιδέες, στο ήθος, στο πνεύμα, στα έργα των πνευματικών ανθρώπων και δημιουργών. Δεν πιστεύω να ξεχάσατε τι έπαθαν, Παρορίτης, Καρυωτάκης, Βάρναλης, Ρίτσος, Θεοδωράκης, Καζαντζάκης, Καβάφης, από   τους φίλους σας που κυριαρχούσαν πριν στο πολιτικό φακλαναριό που τώρα σεις επαξίως τους διαδεχτήκατε. Με τη ζύμη της σαπίλας τους, και, της δικής σας σαπίλας ζυμώθηκε και η σημερινή κοινωνική σαπίλα  που  αν κάποιος και στις μέρες μας δηλώσει Ψυχαριστής δεν το έχουν τίποτα << οι  φανατισμένοι >> καθαρευουσιάνοι  να τον λυντσάρουν.   

           Ώσπου ήρθε η ωραιολογία, κάλυψη κι αυτή του ψεύδους σας, να βαφτιστεί ο μικρομεσαίος, μοχλός της ελληνικής οικονομίας και ο βιοτέχνης, ο σουβλατζής, ο κουρέας, ο λινοτύπης και ο  αχινοσυλλέκτης, ακρογωνιαίοι λίθοι της.  Δυστυχώς τους θάψατε.  Πριν την καταστροφή ζούσαν λιτά αλλά είχαν και ένα νεφελώδες όραμα ζωής. Τώρα τι έχουν; Την τριχιά στο λαιμό τους και το ζυγό της φτώχειας στον τράχηλο;

          Στην πόλη που έχω κατασκηνώσει είναι θαύμα που ζει  ένας μικρομεσαίος μετά από αυτό που έπαθε. Είχε ένα μαγαζάκι, μια κάμαρα στενάχωρη, αλλά παραφορτωμένη στις μέρες της δόξας, με βιβλία, χαρτικά και παιχνίδια. Έτρωγε κι αυτός, έριχνε και το φόρο με το ΦΠΑ του στον εθνικό κορβανά να σωθεί κανένας γέρος με το τρισάθλιο εθνικό σύστημα υγείας.  Ώσπου η όχεντρα κρίση του κατέβασε τα ρολά. Άνοιξε άλλο με κονσέρβες, τσιγάρα, εργαλεία ψαρικής, σκοινιά, παντούφλες,  σκούπες και απορρυπαντικά. Το κράτησε ένα χρόνο, το χρέος στον ΟΑΕΕ λίγο έλειψε να τον στείλει φυλακή. Έμεινε στο δρόμο, τον τάιζε η γειτονιά, η Τράπεζα με το παχουλό της χέρι τον φοβέριζε να του πάρει το σπίτι, ένα μακρόστενο χαμώγι που βάζει μέσα γυναίκα και παιδιά.

         Και τώρα κόβει χορτάρια να μη το χάσει, καθαρίζει κήπους και αυλές, βουλώνει γράνες  στους δρόμους, πλένει βιτρίνες, θελήματα κάνει να ‘χει γεμάτο το ροί  και χορτασμένη την κοιλιά.

         Οι μισοί Έλληνες είναι σαν κι αυτόν φαληριμένοι, η μισή Ελλάδα ήδη κατοικεί  σε είδη τσαντιριών.  Κι εσείς Λουδοβίκοι μου, κάνατε τη βουλή πεδίο λυσσαλέας αμάχης, εξαντλήστε σε ψηφοθηρικές μεταρρυθμίσεις, χαίρεστε για τον αμοραλισμό και τη μικρόνοιά σας, κυβερνάτε χωρίς πρόγραμμα και πανηγυρίζετε σε κάθε μέτρο δρόμου που ασφαλτοστρώνετε και κόβετε την κορδέλα!  Η κομματική και η πολιτική σας καμαρίλα δεν έχει όρια!

      ellinikoxronografima.blogspot.gr   

 

                              Παναγιώτης  Αντωνόπουλος

Χρονογράφημα


                                         Ο  πεινασμένος

            Γαμψόνυχες κόρακες  κράζοντας πετούσαν από πάνω του. Κι αυτός ο ταλαίπωρος, ο πεινασμένος της πολιτείας, καθισμένος στο πεζοδρόμιο, δίπλα στον κάδο, έτρωγε ότι έβρισκε μέσα στα σκουπίδια. Ανάγκη το ‘χε να λαδώσει το πεπτικό του σύστημα και να τυλώσει την άδεια του κοιλιά.  Στο δρόμο μασκαράδες, χορτασμένοι από λουκούλλεια γεύματα  και με όρεξη λιονταριού να μασάνε ακόμη, τον κοιτούσαν και τον περιέπαιζαν που τους χαλούσε το κέφι. Θορυβούσε, χτυπούσε τα άδεια τελάρα, άνοιγε σακούλες, σωρούς εδώδιμων αποικιακών σκορπούσε, ανασκάλευε κι έψαχνε μανιωδώς κι αρειμανίως. Ένας μασκαρεμένος << έμπορας όπλων >> τον πλησίασε. Λύθηκε στα γέλια, έβγαλε σπαρταριστό χαμόγελο, τον στόλισε με κοσμητικά επίθετα, με κανόνα φασιστικής συμπεριφοράς του είπε: <<  φάε κι αυτό τον ντοματοπελτέ>> και του αλίευσε ένα κουτί με μια κλωτσιά κοντά του.

         << Δεν έχεις Όλυμπε Θεούς, μηδέ λεβέντες η Όσσα, ραγιάδες έχεις, μάνα γη, σκυφτούς για το χαράτσι, των Ευρωπαίων περίγελο και των αρχαίων παλιάτσοι… >>. Κι εσύ πολιτεία δεν έχεις έναν πατρίκιο, έναν ερυθροσταυρίτη, να στείλει στα τάρταρα  την πείνα του φτωχού, το σαβουάρ βιβρ να δείξεις!

         Στον πάτο οι Αρχές. Και οι βουλευτές μονάρχες. Μοιράζουν φέουδα να κρατηθούν στο θρόνο τους, βαρόνους  στηρίζουν, τιμάρια  υπόσχονται, αξιωματούχους  χρήζουν. Καμιά μοσχαροκεφαλή για τον πεινασμένο, δράμι, κάνα παστωμένο αλίευμα για το ματωμένο και χρεωμένο φαμελίτη. Κάτι να κάνουν για τη φτώχεια. Τουλάχιστον να θυμηθούνε την Ωδή της:

        << Όταν γεννήθηκα φτώχεια, με ακολουθούσες. Οι σταλαγματιές τη νύχτα επαναλάμβαναν το όνοματεπώνυμό σου ή μερικές φορές, η άδεια αλατιέρα, το σκισμένο σακάκι, τα τρύπια παπούτσια, με προειδοποιούσαν, ήταν εκεί παραμονεύοντάς με, τα όμοια με σαράκι δόντια σου, τα μάτια σου, τέλματα σωστά, η σταχτιά σου γλώσσα που κόβει τα ρούχα, το ξύλο, τα κόκκαλα και το αίμα, ήσουν εκεί, ψάχνοντάς με, ακολουθώντας με στους δρόμους από τότε που γεννήθηκα…

        Φτώχεια με ακολούθησες στις γειτονιές και στα νοσοκομεία, στην ειρήνη και στον πόλεμο, όταν αρρώστησα χτυπήσαν την πόρτα, δεν ήταν ο γιατρός, παρά ερχόταν ξανά η φτώχεια… Εγώ με άλλους μαζί σ’ εξορίζουμε από τη γη στη σελήνη, για να μείνεις εκεί παγωμένη κι αιχμάλωτη κοιτώντας με μάτι μισό το ψωμί και το αλεύρι που θα καλύψουν τη γη από αύριο >>.

      ellinikoxronografima.blogspot.gr

Κυριακή 30 Αυγούστου 2026

 

ΧΡΟΝΟΓΡΑΦΗΜΑ

 

 

                                        Ένας σεισμός


 

 

                                                       Του Παναγιώτη   Αντωνόπουλου

 

 

 

            Ένας εγκατακρημνισιγενής σεισμός χρειάζεται εκεί στο Σύνταγμα, της κλίμακας των δέκα ρίχτερ. Και ν’ ανοιχτεί ρήγμα βαθύ, ρήγμα λασπουριάς, να θάψει ότι άχρηστο νομοθέτησαν οι γραικύλοι του βουλευτικού παλατιού.  Ότι σάπιο ξεσκάλισαν κι έγραψαν οι πατριάρχες των νόμων για να φτιάξουν ένα λαό λεκέ και στημένο σαν πατσαβούρι. Ότι ανήλεο  νομοσχέδιο φτιάχτηκε και ψηφίστηκε να γδάρει τους πειναλέους γραικούς. Ότι σουλτάνικο φιρμάνι εκβαρβαρίζει τη ζωή του Έλληνα.

           Γιατί αν δεν χαθούν οι νόμοι των Δράκων, ο Έλληνας από κρυμμένος ποντικός που είναι στην τρύπα του θα γίνει γενίτσαρος. Και δε θα χωρατέψει.  Θα ζητήσει το δίκιο του και θα γυρέψει με καρδιά Κολοκοτρωναίικη τα κλεμμένα του.  Τετρακόσια χρόνια στη σκλαβιά του Τούρκου  ξέρει καλά να πολεμά Σουλτάνους. Αρκεί μια σπίθα και θ’ αφήσει το αφέψημα της λεβάντας και της βαλεριάνας που τον κοιμίζει. Θα ξυπνήσει, θα ζωστεί το δίκιο και το θυμό του και θα ορμήσει. Θα ορμήσει να σείσει τα άχθη του, να κάνει κουρέλι τη μαντίλα που του φόρεσαν οι αφέντες του και να σβήσει τη γραμμή με τα χρέη του που του φόρτωσαν οι επίορκοι αντιπρόσωποί του.

             Σε τι θεμέλια στέριωσαν τούτοι οι νόμοι; Τι έκανε να πιστεύουν οι νομοθέτες τους πως αυτοί είναι οι πυλώνες της αψίδας που θα σώσουν την οικονομία της πατρίδας μας; Τι γελοίο και άθλιο να νομίζουν οι κακορίζικοι πως θα μας σώσουν με νόμους της αφρικάνικης ζούγκλας και με ξορκισμούς των Απάτσι; Και τι γελοίο να αποκαλούνται << σωτήρες αυτοκράτορες >> οι 300 με  το μυαλό τους που δεν είναι ούτε καν κουκούτσι.  Οι λεγόμενοι << ελληνική τρόικα >> που ως βδέλλες κάνουν αφαίμαξη στο αίμα του λαού.

               Και στο ρήγμα  που θα ανοίξει ο σεισμός να φυτρώσει μια λάμπουσα πολιτική, φιλολαϊκή και πατριωτική. Να δώσει ένα αχτινοστρόβιλο φύσημα στους σάπιους τροχούς του υπάρχοντος πολιτικού άρματος και να το αναποδογυρίσει, συντρίβοντάς το. Να φύγουν οι πίπιδες και να ‘ρθουν πολιτικοί ντόμπροι, ταϊσμένοι στη φτώχεια, γαλουχημένοι στην ευωδιά της τιμιότητας και αγνοούντες τη ρεμούλα και την ιχνηλασία του πλούτου.

                 Να είναι όλοι τους προπονημένοι στο άδειο στομάχι, λιγνεμένοι από τις στερήσεις και δοκιμασμένοι στο κρύο. Διαβασμένοι στα δημόσια ελληνικά σχολεία και διακεκριμένοι με περγαμηνές στα οικεία πανεπιστήμια. Με βιογραφικά τσιτσιρισμένων γόνων και ανατρεφόμενοι με γάλα κατσίκας και εθνική φασολάδα. Χωρίς χρωματιστούς λαιμοδέτες, αρωματισμένα φράκα και στολισμένους με μπριλάντια. Πολιτικοί, που να έχουν μάθει να λένε: << πρόσταξον αυθέντη, λαέ >> κι όχι  << προστάζω εγώ!>> Τέτοιοι να έρθουν να κυβερνήσουν!  Αυτούς που έχουμε στο σβέρκο μας τους βαρεθήκαμε! Άει σιχτίρ πια!

              ellinikoxronografima.blogspot.gr

 

 

Χρονογράφημα

 

 

 

 

                                          Τίγκα στο σκουπίδι


 

 

                                                  Του Παναγιώτη Αντωνόπουλου

 

 

 

                Άνω θρώσκω, ίσον άνθρωπος κατά το έτυμον.  Άρα έχω μυαλό, ξεχωρίζω την πέτρα από το μέταλλο, τη φωτιά από τη στάχτη, τα καλό από το κακό, το σκουπίδι στο πιάτο από το εκλεκτό κυνήγι.  Και δε θέλω να πιάνομαι κορόιδο από τη δημοτική αρχή, να μου γεμίζει  τίγκα στο σκουπίδι τη λιακάδα μου, το σεληνόφως μου, το πεζοδρόμιο και την αυλή μου.  Είναι άκρως επαχθές να βλέπω τον κάδο στη γειτονιά μου, τίγκα στο σκουπίδι, να νιώθω ζωντόβολο, να αναπνέω την κακοσμία και να εκβάλω το περιεχόμενο του στομάχου μου. Πικρόχολος ύστερα να κατεβάζω γαμοσταυρούς και να εξακοντίζω οικείες ύβρεις στα λατρεμένα τέκνα της καθαριότητας.

                 Οι κάδοι τρώνε με βουλιμία, είναι αναίσθητες κοιλιές, επιρρεπείς να βαραίνουν και όχι να ξαλαφρώνουν. Το πλεόνασμά τους το    αποβάλουν και πάνω στο σωρό του πετάς εσύ ο γκιαούρης τις γεμάτες σακούλες σου, ο γείτονας τα ξερόφυλλα κλαδιά, ο περαστικός το άδειο κουτί της μπύρας.  Και μεγαλώνει ο σωρός, υψώνεται το σκουπιδαριό, τεντώνεται πάνω στα σίδερα, στους τενεκέδες, στα σύρματα, στα κουτιά, στις πεταμένες καρέκλες, στις πλαστικές γαλότσες, και, στα σχισμένα υποδήματα..

                 Ριγμένος στο χόβολη της ανέχειας, δεν  τρως, αλλά βλέπεις και μυρίζεις. Μυρίζεις κλάρες ψεκασμένες με εντομοκτόνα, ξερά χόρτα, νοτισμένο σανό, σανίδι σκεβρωμένο, πριονίδι οσμηρό, πελεκούδι ψεκασμένο με σκόνη. Πας να φύγεις, χάσκει ο κάδος, πιάνεις τη μύτη σου  και σαν τουφεκισμένος λαγός  τρέχεις να κρυφτείς. Πίσω σου, να οι χορτάτοι γάτοι, οι ταχύποδες ποντικοί, οι  σκύλοι σε στρώνουν στα κοντά.  Ο  κάδος κάνει το ίδιο, διογκώνεται, τρέχει σε ακολουθεί, τον νιώθεις μ’ ένα πήδο να ‘ρχεται πίσω σου και να σε ακολουθεί.

                  Στυμμένος από χαράτσια και χωμένος στο σκουπίδι, νιώθεις άβουλος, μόνος, απροστάτευτος, ξοφλημένος δερβίσης. Γελάς με τις νεκροφιλικές μεγαλοστομίες των δημάρχων και των πολιτικών για ποιότητα ζωής και ανάπτυξη, επιστρέφεις τη φαύλη κομπορρημοσύνη τους και μουντζώνεις τις άδειες σκιές στους δημόσιους οίκους τους. Και οι μέρες περνούν, το απορριμματοφόρο όμως πάλι μένει από λεβιέ, οι εργάτες δηλώνουνε αργοί, οι δήμαρχοι ανούσιοι και μωροί, μένουν στα ίδια και σε εγκαταλείπουν. Φεύγει; δε φεύγει έτσι το σκουπίδι!

                   ellinikoxronografima.blogspot.ge  

 

 

 

 

 

 

 

                                          

 

Χρονογράφημα

 

 

                                      Το  υστερόγραφο, το 1950 και ο Μιχάλης κατσαρός


 

                                                                Του Παναγιώτη  Αντωνόπουλου

 

            Γύμνια κράτους το 1950, ανύπαρκτο πολιτικό σύστημα, ελευθερία έκφρασης φιμωμένη, η δημοσιογραφία σφιγμένη στο λαιμό με τη θηλιά του νόμου 509 που μια << ύποπτη >> λέξη αρκούσε να σε στείλει με συνοπτικές διαδικασίες να περάσεις τα κάγκελα. Τότε  δημοσιεύτηκε και << Η διαθήκη μου >> του Μιχάλη Κατσαρού στο Δημοκρατικό Τύπο, έντυπο του Κ.Κ.Ε. Στο προηγούμενο χρονογράφημα τη δημοσιεύσαμε σαν εγερτήριο σάλπισμα αντίστασης στη σημερινή εποχή του βούρκου.

         Η εφημερίδα για να προστατευτεί λογόκρινε το ποίημα. Έτσι φράσεις όπως, αντισταθείτε στην κρατική εκπαίδευση,  στα εργοστάσια πολεμικών υλών, στον πρόεδρο του Εφετείου, παραλήφθηκαν. Ο ποιητής θύμωσε και απάντησε στην ίδια εφημερίδα με το << Υστερόγραφο >>. 

        Η διαθήκη μου πριν διαβαστεί – καθώς διαβάστηκε –

ήταν ένα ζεστό  άλογο

ακέραιο – πριν διαβαστεί –

όχι οι κληρονόμοι που περίμεναν

αλλά σφετεριστές καταπάτησαν

τις εντολές της.

        Η διαθήκη μου για σένα και για σε

χρόνια καταχωνιάστηκε σε χρονοντούλαπα

από γραφιάδες πονηρούς συμβολαιογράφους.

        Άλλαξαν φράσεις  σημαντικές –  είχαν την εξουσία –

με τρόπο εξαφανίσανε την αντίσταση σ’  ότι τους αφορούσε.

      Σας κλέψανε τα μέρη με τους ποταμούς

τη νέα βουή στα δάση

τον άνεμο τον σκότωσαν – τώρα καταλαβαίνω πια τι έχασα –

ποιος είναι αυτός που πνίγει.

        Και συ λοιπόν

στέκεσαι έτσι βουβός με τόσες παρατήσεις

από φωνή

από τροφή

από άλογο

από σπίτι

στέκεσαι απαίσια βουβός σαν πεθαμένος.

Δεν θα μιλάς λοιπόν ποτέ;

Ελευθερία ανάπηρη πάλι σου τάζουν.

      Η εφημερίδα με δελφικό χρησμό δικαιολογήθηκε με εκτενέστερο κείμενο που μέσες άκρες ήθελε να πει: Με το νόμο 509 δεν ξέρεις τι σου ξημερώνει. Η Αγία Λογοκρισία  ενεργούσα σωστά κατακρήμνισε τον ποιητή στον Καιάδα για να σωθούμε εμείς! 

           ellinikoxronografima.blo

Τετάρτη 5 Αυγούστου 2026

 

Κυπαρισσιώτικες ιστορίες

                                  Κέφια στην ταβέρνα της Αρκαδιάς << Ο ΠΛΑΤΑΝΟΣ >>                                                     Παναγιώτη Αντωνόπουλου


               Καθώς ψυλλιαστήκατε από τον τίτλο το χρονογράφημα θα είναι εύθυμο και συναρπαστικό! Κι αυτό γιατί θα αναφερθώ στον Πλάτωνα. Όχι το φιλόσοφο, που φύλαξε μετερίζι στις πνευματικές Θερμοπύλες της Αθήνας, αλλά τον τροβαδούρο ποιητή της καθημερινότητας. Του σκασμού να έχει πιει, ανέβηκε στην καρέκλα στην ταβέρνα << Ο ΠΛΑΤΑΝΟΣ >> και άρχισε εν μέσω πανηγυρικών χειροκροτημάτων να εξαπολύει το δικανικό του.

                   << Σειρήνες πάνε κι έρχονται και θα τραγουδάνε ακατανόμαστα πράγματα για μένα στ’ αυτιά σας, όχι για τη μαγεμένη μου ζωή στο ξάγναντο αλλά για τη μίζερη στα απόσκια της σπηλιάς.  Σας λέω πως ήμουν λύκος με τους κακούς και αμνός με τους καλούς. Σπουδαγμένος αλλά οι όμορφες γοργόνες με ξώκοιλαν κι έμεινα ταπής από πλούτη και εξουσιολαγνείες.  Όμως το δράκο τον χτύπησα, τον σκότωσα και νιώθω ευτυχής. Και όταν τον βρίσκω ακόμη τον σκοτώνω. Όπως τότε. Φοιτητής, γιόρταζε η πατρίς το ’40, η αίθουσα τελετής της Σχολής φίσκα, όλη η σάρα και η μάρα της χούντας παρούσα, το πατριωτικό τραγούδι σύννεφο, τα Μαουτχάουζεν σ’ όλη την Ελλάδα να βογκάνε, τα κομμένα κεφάλια πεταμένα στους κρίνους και τα σκίνα  να περιμένουν την ταφή τους.

                 Τραγούδησα το << Γέρο Δήμο >>, χειροκροτήθηκα μέχρι δακρύων, στον άγιο καβαλάρη Γιώργη που είδα μπροστά μου προσευχήθηκα την αρματωσιά και το θάρρος του να μου δώσει αντίσταση να κάνω. << Και τώρα θα σας παίξω ένα απόσπασμα από τη << Ρωμιοσύνη >> του Γιάννη Ρίτσου>> είπα κι άρχισα να παίζω στο πιάνο και να τραγουδάω. << Σώπα όπου να ‘ναι θα σημάνουν οι καμπάνες. Αυτό το χώμα είναι δικό τους και δικό μας, δεν μπορεί κανείς να μας το πάρει>>.

                Τρεις ένστολοι πέσανε πάνω μου. Όταν ο ένας μ’ έπιασε απ’ το λαιμό νόμισα πως θα μ’ έστελνε στη γειτονιά των αγγέλων. Βρέθηκα σ’ ένα κελί  με το δεσμοφύλακα να με δέρνει, το δάπεδο βρώμικο, το σκοτάδι να με τυφλώνει, μόνος κι έρημος. Ένας Θεός ξέρει πως γλίτωσα, ένας Θεός ξέρει πως ήρθε ο ήλιος εκεί μέσα και μ’ έκλεψε, για να ‘μαι τώρα άστρο φωτεινό μπροστά σας. Ενώπιό σας να πίνω, στη Δραματική Σχολή της Ζωής να ‘μαι παρόντας και να απαγγέλω: << Θέλω να σ’ έχω και να μ’ έχεις, τα μυστικά μου να κατέχεις/. Τα μάτια σου είναι ο ουρανός και το τραγούδι σου ο καημός μου/. Γαλάζια θάλασσα η ποδιά σου, άστρα στολίζουν τα μαλλιά σου /. Ο Αυγερινός σαν πρωτοφέξει, ο ήλιος θα  ‘ρθει να σε κλέψει /. Θα ‘χει βιολιά για να χορέψει και δώρα για να σε πλανέψει… //

       Μ’ ένα σάλτο βρέθηκε κάτω από την καρέκλα. Κάθισε στο τραπέζι της παρέας του, άδειασε μέχρι πάτο το ποτήρι του και άρχισε ένα της τάβλας: << Απόψ’ είδα στον ύπνο μου, στον ύπνο που κοιμόμουν, τον άγγελό μου φίλευα και το Χριστό κερνούσα και την κυρά την Παναγιά πολύ την προσκαλούσα, να μου χαρίσει τα κλειδιά, κλειδιά του παραδείσου, ν’ ανοίξω τον παράδεισο >>.

            ellinikoxronografima.blogspot.gr

 

                       Παναγιώτης  Αντωνόπουλος

Διήγημα


                               Μια νύχτα με πανσέληνο

 

           Όταν το ρολόι της πόλης χτύπησε μία πρωινή, ο άντρας στο μπαρ που καθόταν στο μαύρο δερμάτινο καναπέ κι έπινε το τρίτο του ποτό, έδειξε να ξαφνιάζεται. Ύστερα  έστρεψε το θυμώδες πρόσωπό του προς την πόρτα και την κοίταξε για λίγο επίμονα με το κοφτερό του βλέμμα. Σαν βεβαιώθηκε πως έμενε εφτασφράγιστη, επέστρεψε πάλι στη ζοφερή και πνιγηρή ατμόσφαιρα της αίθουσας. Ερχόταν τακτικά εδώ κι ένα μήνα από τότε που αποφάσισε να μείνει στη στεριά και να σταματήσει τα ταξίδια. Η θάλασσα τον είχε κουράσει αφήνοντάς του πολλά κουσούρια και κυρίως ψυχικές διαταραχές, επίμονους εφιάλτες και άκρατο εθισμό στον αλκοολισμό. 

Ωστόσο παρέμενε ο ζιγκολό για τις ωραίες και αφελείς γυναίκες που πλήρωναν την ικανότητα της μυθοπλασίας του να τις τέρπει και να τις πιάνει στα δίχτυα του, με το αζημίωτο.  Του άρεσε στα λιμάνια που ξεμπάρκαρε να τις πλησιάζει στα μπαρ και στα μπορντέλα και ν’ ανοίγει μαζί τους ατέλειωτη κουβέντα. Αραχτός ύστερα στην καρέκλα, σαν τις έβαζε στη φωτιά του λόγου του, κάπνιζε το χοντρό του πούρο και καμάρωνε για τη μαστοριά του, να τις ανάβει και να τις αναστατώνει!  Τα επόμενα βήματα ήταν τα γνωστά ! Ποτήρια γεμάτα με σαμπάνια, καπνοί από ακριβά τσιγάρα και άγριος έρωτας μέχρι το πρωί!

Εδώ στο << Ντόλτσε >> που ερχόταν κάθε βράδυ και τα έπινε το ήθελε πολύ να γνωρίσει καμιά και να δεθεί μαζί της. Κι αυτό γιατί του’ χε λείψει πολύ το κορμί και η συντροφιά της γυναίκας!  Κι αν τις πρώτες μέρες η παρουσία των θαμώνων που τους γνώριζε όλους αλλά και του ήταν άγνωστοι, και, το ποτό που το αγαπούσε πολύ, τον συντρόφευαν και του κοίμιζαν τα ένστιχτα, όσο περνούσε όμως ο καιρός ένιωθε τις λανθάνουσες επιθυμίες του να τον σφίγγουν και να τον πνίγουν!

Έτσι αφού έμεινε σαστισμένος από την ακινησία που ‘δειχνε η είσοδος της πόρτας, άπλωσε ύστερα από λίγο αμήχανα το χέρι του στο ποτήρι κι αφού το ‘πιασε το ‘φερε στα χείλη. Αφού το άδειασε μονορούφι, έστρεψε τα εκφραστικά και λαμπερά του μάτια, έξω, κοιτάζοντας μέσα από την τζαμαρία τη νυχτερινή ομορφιά της πόλης. Η μαγεία κάτω από το χρυσαφένιο φως της πανσέληνου ήταν ονειρώδης. Η διάχυσή του σε σπίτια και δέντρα απειρόχρωμη με μια ανεξίτηλη στιλπνότητα που θύμιζε πίνακα του Γκόγια.

Παραδόξως όμως αυτή η νυχτερινή παραδεισένια εικόνα του προξένησε φόβο. Και ενστικτωδώς έφερε το δεξί του χέρι στο μέρος της καρδιάς κι άγγιξε το περίστροφο.  Αμέσως μια αίσθηση ασφάλειας τον κυρίεψε και μια παράφορη ηρεμία τον γαλήνεψε. Έτσι μπόρεσε και είδε ψύχραιμα την είσοδο της κομψής γυναίκας με το μαύρο ταγιέρ που μπήκε μέσα και κάθισε στο διπλανό τραπέζι.

Στον άντρα που την κοίταξε με ανακριτικό βλέμμα, του ‘κανε εντύπωση το άριστο συνταίριασμα σώματος και ρούχων. Και χωρίς ενδοιασμό σκέφτηκε << πως δε θα ήταν και καμιά αγία, ούτε και η ζωή της θα ήταν ασκητική, αφού ερχόταν εδώ μέσα στην Κόλαση, αλλά κάποια με βατώδη δρόμο που της άρεσαν οι προστυχιές που άφηνε πάνω της το κορμί του άντρα! >> Σκέψη που την έκανε  για κάθε γυναίκα που σύχναζε σε τέτοια κακόφημα μπαρ και που πάντα τον δικαίωνε. Έτσι αποφάσισε σαν το αρπακτικό πουλί που ορμά στο θύμα του να κάνει κι αυτός το ίδιο! Κι αμέσως με μια αστραπιαία κίνηση στράφηκε και είπε στη γυναίκα:

 << Επιτρέψτε μου, το πρώτο σας ποτό να είναι από μένα! Το ζητά η ευγένειά μου! >>  

Η γυναίκα τον κοίταξε μ’ ένα χαμόγελο που ‘σταζε μέλι! Ύστερα αφού τον έφαγε με τα μάτια από τα πόδια μέχρι το κεφάλι, του αποκρίθηκε, τρυφερά:

 << Μου είσαι άγνωστος, πώς να το δεχτώ;>>

Ο άντρας συνέχισε να την πολιορκεί ασφυκτικά με τα γοητευτικά του μάτια και μόνο σαν η γυναίκα έκανε μια κίνηση να βγάλει τα τσιγάρα  από τη μαύρη δερμάτινη τσάντα της, της είπε με μια μουσικότητα στη φωνή του:

<<Δεν είναι άσεμνο και κακό να δεχτείς το κέρασμά μου! Το θεωρώ υπέροχο και ανθρώπινο να πιούμε μαζί!>>

Τα λόγια του είχαν κάτι το επιτακτικό και της αφόπλισαν τις όποιες αμφιβολίες της. Και τότε χωρίς δισταγμό σηκώθηκε και με μια χορευτική κίνηση βρέθηκε να κάθεται κοντά του.

Ο  άντρας ένιωσε πολύ ευτυχής. Προσπάθησε να το κρύψει αλλά δεν μπόρεσε. Έτσι χωρίς την παραμικρή καθυστέρηση εξεδήλωσε τα ευχάριστα συναισθήματά του, λέγοντάς  της,   χαμηλόφωνα και γλυκά:

  << Είσαι ευπρεπής! Είσαι ένα κομμάτι χρυσός που λάμπει!>>

Στην  αρχή ο καθωσπρεπισμός ήταν ψεύτικος. Σαν όμως τα γεμάτα ποτήρια επαναλήφθηκαν πολλές φορές, το χτήνος που ζούσε μέσα τους, άρχισε να μιλάει ελεύθερα. Έτσι είπαν πολλά και διάφορα, Άλλα ενδιαφέροντα κι άλλα φθηνά. Ώσπου ο άντρας της αποκάλυψε την ιδιότητα του ναυτικού. 

<< Ώστε είσαι, ναυτικός;>> του έκανε με έκπληξη η γυναίκα και κρέμασε στα σαρκώδη χείλη της το τσιγάρο, έτοιμη να το ανάψει. Εκείνος της έγνεψε <<ναι>> κι έπιασε σφιχτά το ποτήρι του.

<<Τότε θα ΄χεις γνωρίσει πολλές γυναίκες;>> τον ρώτησε με χαμηλή κι απαλή φωνή κι άναψε το τσιγάρο.

          <<Έχω, αλλά δε μου λέει, τίποτα αυτό!>> της έκανε αδιάφορα κι απόμεινε για λίγο σιωπηλός και σκεφτικός. Και σε λίγο με μια ρομαντική κίνηση, ακούμπησε τα δάχτυλά του στο μπράτσο της και την άγγιξε με την ίδια τρυφερότητα που δείχνει ο μουσικός στα πλήκτρα του πιάνου του.

         << Γιατί; >> τον ρώτησε με περιέργεια και τον κοίταξε με κυνικότητα σαν να τον μισούσε που ψευδόταν.

       << Γιατί, θέλω να τις ξεχάσω λίγο πριν γίνω εραστής σου!>> της σιγοψιθύρισε  και της έσφιξε το μπράτσο.

          Στη μικρή σιωπή που ακολούθησε η γυναίκα ετοιμάστηκε ν’ ανοίξει τις πύλες της καρδιάς και του κορμιού της και να τον βάλει μέσα. Για τον άντρα η είσοδος ήταν ζήτημα χρόνου. Ήδη το γλυκό του τραγούδι που της είχε πει και την είχε μαγέψει, κάνοντάς την να τον ποθήσει αυτό το σκοπό είχε.

          << Θα γίνεις εραστής μου, αλλά τους κανόνες του παιχνιδιού θέλω να τους ορίσω εγώ!>> του ‘κανε η γυναίκα, τονίζοντας την εγωιστική της διάθεση.

          Ρόδισε το πρόσωπο του άντρα και χαμογέλασε. << Με τύλιξε  με ατόφιο χρυσάφι, έτσι που μου μίλησε >> σκέφτηκε και αυθόρμητα άφησε να φύγει από τα χείλη του ένα άτονο << εντάξει>>.

<< Η κάμαρά μου, στο σπίτι, είναι άδεια και με πληγώνει η μοναξιά. Έτσι το αγκάθι της  κάθε βράδυ αγγίζει το κορμί και την καρδιά μου και μου τα τρυπάει. Υποφέρω! Χάρισέ μου, σε παρακαλώ μια όμορφη βραδιά να βγάλω έστω και για λίγο τη ζωή μου από τα συντρίμμια >>.

Η χαρούμενη μουσική που έπαιζε εκείνη τη  στιγμή, έδρασε σαν ηρεμιστικό στην ψυχή του άντρα που τον έκανε να προσέξει ακόμη πιο πολύ τη γυναίκα. Έτσι πριν της απαντήσει, την κοίταξε πιο επίμονα, πράγμα που δεν είχε κάνει ως εκείνη την ώρα για να την βρει αρκετά θηλυπρεπή και του γούστου του.    

Τα μαλλιά της μαύρα και σγουρά, τα χείλη της κόκκινα σαν του ροδιού το χρώμα και τα μάτια της λαμπερά κι ονειροπόλα. << Είναι κι αυτή η λευκή της επιδερμίδα που με αναστατώνει και δεν μπορώ να αντισταθώ >> μονολόγησε και σύρθηκε κοντά της. Εκεί αφού την κοίταξε κατάματα, τη ρώτησε:

 << Ποιοι είναι οι κανόνες του παιχνιδιού; Δε μου τους λες;>>

<< Το σπίτι μου,  είναι μια μονοκατοικία στα Ανατολικά και στην άκρη της πόλης με κήπο και περίφραξη. Δύσκολα θα μας αντιληφθεί ανθρώπινο μάτι και η είσοδός μας θα είναι ασφαλής. Σαν μπούμε μέσα και κλειδώσουμε την πόρτα θα σερβιριστούμε ένα δυνατό ποτό και θα το πιούμε καθισμένοι στον καναπέ του σαλονιού, ο ένας απέναντι στον άλλο. Το πικάπ ύστερα θα μας παίξει μια ρομαντική χαβανέζικη μουσική κι εμείς θα σηκωθούμε και θα χορέψουμε σαν να είμαστε σε πάρτι.  Έτσι ξετρελαμένη απ’  τα στριφογυρίσματα που θα κάνει το κορμί μου σπρωγμένο απ ΄τα απαλά και τρυφερά σου χέρια, θα σε παρασύρω στο τέλος σε μια γλυκιά κι ερωτική κουβέντα >>.

<< Είναι σαφείς οι κανόνες σου και δε συγχωρούν απόκλιση >> της ψιθύρισε ο άντρας και της ζήτησε να συνεχίσει.

<< Κι αφού σε πάω και καθίσουμε στην άκρη του κρεβατιού, λόγο το λόγο, κουβέντα την κουβέντα, θα ξυπνήσουμε τα άγρια ένστιχτά μας και με τη φωτιά τους που θα ‘ναι έτοιμη να μας κάψει τα κορμιά, θα ξαπλώσουμε σαν γνώριμοι από παλιά να ονειρευτούμε! >>

<< Και μετά; >>

<< Μετά σαν το μελένιο φεγγάρι θα κρέμεται στον σκουρόχρωμο ουρανό, θ’  αρχίσεις να με γδύνεις με επιδεξιότητα, χωρίς να μ’  αγγίζεις, ρούχο το ρούχο, σπιθαμή προς σπιθαμή, όπως ακριβώς να ξεφλουδίζεις κρεμμύδι!  Κι αφού το κάνεις τότε, θα πάρεις αυτό που θέλεις! Την ασύλληπτη ευχαρίστηση του κορμιού μου!>>

 

 

 

 

 

                             *  *  *

 

 

 

Το ρολόι της πόλης χτύπησε πέντε το πρωί σαν περπατούσαν αγκαζέ στον κεντρικό δρόμο  με τον πλούσιο φωτισμό που θα τους οδηγούσε στο σπίτι της γυναίκας. Στη νυχτερινή σιωπή ακούγονταν μόνο ο μονότονος και άχρωμος ήχος  που άφηναν πάνω στη σκληρή άσφαλτο τα βήματά τους. Στον ουρανό η σελήνη δεν είχε ακόμη τελειώσει το ταξίδι της και το συνέχιζε καθισμένη μεγαλόπρεπα στο μαργαριταρένιο άρμα της. Σαν έφτασαν κάτω από τους πέντε ευκαλύπτους, η γυναίκα έκανε μια χαριτωμένη γκριμάτσα σαν κοίταξε το μικρό δασάκι που απλωνόταν μπροστά τους και του είπε:

<< Εδώ στρίβουμε! Λίγο πιο πέρα είναι το σπίτι μου >> και τραβώντας τον με μια μεγαλόπρεπη κίνηση τον πήρε μαζί της στο χωματόδρομο. 

Περπάτησαν άλλα δυο λεπτά κι έφτασαν στην εξώπορτα. Ο λιγοστός φωτισμός τους προφύλαξε αρκετά έτσι που η είσοδός τους έγινε απαρατήρητη. Διάβηκαν ύστερα το λιθόστρωτο διάδρομο ανάμεσα από τις πυκνές και φροντισμένες πορτοκαλιές και σταμάτησαν κάτω απ’ το βορινό ξύλινο χαγιάτι. Η θέα του όμορφου κατάλευκου σπιτιού που φάνηκε σαν πίνακας ζωγραφικής μπροστά τους, έκανε τον άντρα να βγάλει ένα  έντονο επιφώνημα θαυμασμού. Ύστερα αγκάλιασε τη γυναίκα και την έσφιξε τρυφερά πάνω του. Κι εκείνη τότε κούρνιασε για λίγο στην αγκαλιά του όπως το κυνηγημένο πουλί στη φωλιά του κι ανάσαινε γρήγορα, δείχνοντας φοβισμένη. Ανάγειρε σε λίγο το κεφάλι της προς τα αριστερά και κοίταξε το παράθυρο της κάμαράς της. Έβγαλε το κλειδί από την τσάντα, ξεκλείδωσε και γλίστρησαν μέσα.

 Στο κρεβάτι μετά  έκανε όπως του είπε. Την έγδυσε επιδέξια σαν να καθάρισε κρεμμύδι και μέσα σε ασύλληπτη ηδονή την έκανε  δική του.

ellinikoxronografima.blogspot.gr

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

                ΔΙΗΓΗΜΑ

 

 

                                      Το  προσφυγόπουλο


 

                                                            Του Παναγιώτη Αντωνόπουλου 

 

 

              Ένα προσφυγόπουλο ο Βλαδίμηρος Τζώρτζεβιτς που ύφαινε όνειρα φτερωτά ήρθε στην τάξη.  Άφησε  το χαμόγελό του στη ματωμένη  πατρίδα του, το Κόσοβο   και έφτασε  στη δική μας να στερέψει το κλάμα του και να ξαναμετρήσει τ’  άστρα στο γαλάζιο ουρανό μας. Στο δικό του τα αεροπλάνα του εχθρού βομβαρδίζουν, σκοτώνουν και διαμελίζουν αμάχους, γκρεμίζουν σπίτια και εκκλησιές, ότι είναι όρθιο το ισοπεδώνουν.

              Δεκαεφτάχρονος ο Βλαδίμηρος, όμορφος σαν Άδωνης, ξανθός σαν άγγελος και λυγερός σαν κυπαρίσσι, κάθισε στο θρανίο του, σοβαρός, αμίλητος, με χείλη σφιγμένα και μ’  ένα βλέμμα στα μάτια του που σε τρυπούσε σαν δόρυ Μακεδονικής σάρισας. Κοίταξε ολοτρόγυρα να δει τους συμμαθητές του, το φιλόλογό του και την αίθουσα και μετά με μια θαρραλέα κίνηση ακούμπησε τα δυο του κομμένα χέρια χαμηλά στον καρπό πάνω στο θρανίο. Τα στοίχισε σαν δυο κουτσουράκια το ένα απέναντι απ’ το άλλο και σε κατάσταση μιας εσωτερικής μέθης πήρε θέση για ν’ αφοσιωθεί στο μάθημα της μέρας.

            Όλη η τάξη στη θωριά των δυο κομμένων χεριών πάγωσε. Δυο τρεις μαθητές φώναξαν έντρομοι, κάποιοι σήκωσαν τα κεφάλια τους να δουν τα χέρια του και ο Στέφανος δίπλα του, είπε έξαλλος και φοβισμένος:

            --- Είναι κομμένα τα χέρια του! Ποπό! Κοιτάξτε!

            Τότε πήρε το λόγο ο καθηγητής και είπε:

            --- Παιδιά μου, σήμερα έχουμε στην τάξη μας ένα φίλο, το Βλαδίμηρο που ήρθε απ’ το Κόσοβο πρόσφυγας και θα μείνει  όσο ο πόλεμος συνεχίζεται. Όταν  σταματήσει και η Ειρήνη απλώσει πάλι τα φτερά της και αγκαλιάσει την πατρίδα του, θα φύγει και θα βρεθεί πάλι κοντά στους  φίλους του. Δυστυχώς οι τόσοι πόλεμοι, οι χιλιάδες σκοτωμένοι, οι τραυματίες και οι ξεριζωμένοι δε βάζουν μυαλό στους ανθρώπους που συνεχίζουν να παλεύουν σαν τα άγρια θηρία,  να χύνουν  το αίμα τους και να σκοτώνονται.

                   Κοίταξε με  τρυφερότητα στο βλέμμα του  το Βλαδίμηρο και πρόσθεσε συγκινημένος:

                    --- Μπορείτε να μιλάτε μαζί του, ξέρει καλά ελληνικά, η ηλιόλουστη πατρίδα μας είναι φίλη του, έχει συγγενείς εδώ, έχει διαβάσει τη μαχόμενη ιστορία μας, ξέρει πολλά μέρη που ο πολιτισμός μας τα είχε για λίκνο του, έχει γευτεί το άρωμα του κρασιού μας και έχει ακούσει τη μελωδία των κυμάτων και των πουλιών μας.

        Δυο τρία γελάκια έσκασαν αμέσως, οι ψίθυροι άρχισαν και πάλι ν’ ακούγονται και οι πρώτες ματιές συμπάθειας των μαθητών  να ραίνουν το Βλαδίμηρο σαν τριαντάφυλλα γύρω του. Έπαιξε ζωηρά τα καστανά του μάτια τότε εκείνος, σήκωσε το δεξί κουτσουρεμένο χέρι του και ζήτησε την άδεια να μιλήσει:

        --- Έξω ένας συμμαθητής μου με ρώτησε γιατί είναι κομμένα τα χέρια μου! Δεν του είπα, γιατί το άφησα για εδώ μέσα! Με όση δύναμη κρύβουν τα σπλάχνα μου θα προσπαθήσω να τα θυμηθώ όλα τα κακά που με βρήκαν και χωρίς υπέρβαση να τα διηγηθώ. Δε θα τα τσιγκουνευτώ και θα τα πω με την πάσα αλήθεια τα όσα συνέβησαν πέρα από τις βόρειες κορυφογραμμές της ηλιόλουστης πατρίδας σας. Το χωριό μου το λένε Κοσίγκι, είναι τέσσερα χιλιόμετρα έξω από την Πρίστινα στις πλαγιές ενός καταπράσινου λόφου, γεμάτου οξιές και έλατα, με πηγές που τρέχουν γάργαρα νερά, με τους κατοίκους του να αγαπάνε τα χρώματα του ουρανού και της γης και να την  καλλιεργούν  με αγάπη να καρποφορήσει. Εδώ ζούσα με τους γονείς μου και τα τρία μου αδέρφια, δυο αγόρια μεγαλύτερα και μια νεραϊδούλα αδελφή, μικρότερη  Είμαστε ευτυχισμένοι και ρουφούσαμε αχόρταγα το μεδούλι της ζωής. Πότε με το διάβασμα, πότε με το παιχνίδι και πότε ανακαλύπτοντας τις ομορφιές και τις χαρές της φύσης.

           Ώσπου ένα βράδυ, μεσάνυχτα ήρθε ο πόλεμος και μας έκανε το χωριό ερείπια, καμένες σάρκες και σωρούς από κόκαλα! Εγώ εκείνη τη στιγμή ήμουν ξύπνιος γιατί διάβαζα την << Ειρήνη >> του  Αριστοφάνη. Είχα φτάσει στο σημείο που οι πολεμοκάπηλοι  είχαν κλείσει την Ειρήνη στη σπηλιά και οι ειρηνόφιλοι απέξω προσπαθούσαν να τη λευτερώσουν από τις αλυσίδες της. Κι εκεί που με είχε  συναρπάσει η εικόνα, ακούω τους πρώτους βομβαρδισμούς μαζί με τις  φωνές υστερίας των συγχωριανών μου και μου πάγωσε το αίμα. Έτρεξα στο παράθυρο και κοίταξα έξω. Τι να δω! Λίγα μέτρα από το σπίτι μου φλόγες τεράστιες ανέβαιναν στον ουρανό γεμάτες μαύρους καπνούς και κατάκαιαν  τα πάντα. Από τα φλεγόμενα σπίτια ακούγονταν ουρλιαχτά και κάποιοι ξεχύνονταν στους δρόμους  τρέχοντας σαν τρελοί φωνάζοντας, βοήθειααα! βοήθειααα! Φοβήθηκα, έβαλα τις φωνές, τα κλάματα  και φώναξα τους δικούς μου. Ξύπνησαν, έτρεξαν κοντά μου, είδαν κι αυτοί τις εικόνες έξω της κόλασης, κατέβασαν τα μάτια και ρώτησαν με απόγνωση: γιατί; γιατί;

         Σε λίγο κρότος και πάλι, λάμψη και μαύρες φλόγες να τρώνε αχόρταγα το δυτικό μέρος του χωριού. Ύστερα δε θυμάμαι τίποτα!  Στο νοσοκομείο τότε κατάλαβα τι είχε γίνει όταν είδα τις γάζες στα δυο μου κομμένα χέρια και τη νοσοκόμα πάνω από το κεφάλι μου να με χαϊδεύει και να μου λέει:  << Κουράγιο, Βλαδίμηρε και σφίξε την καρδιά σου όσο μπορείς! Γλίτωσες αλλά έχασες τα χέρια σου, χαμηλά στους καρπούς! Δεν τα σώσαμε γιατί ήταν λιώμα και δάχτυλα δεν ξεχώριζαν! >>

         Έβαλα τα κλάματα, ένας κόμπος  κάθισε  στο λαιμό μου, η αναπνοή μου κόπηκε και νόμισα πως θα πεθάνω! Η νοσοκόμα με συνέφερε, άγγιξε με τα ζεστά χέρια της τα μάγουλά μου, με κοίταξε στοργικά σαν μάνα και με φίλησε. Όταν σε λίγο ένιωσα τη φωνή της στ’ αυτί μου να μου σιγοτραγουδάει ένα χαρούμενο τραγούδι, θάρρεψα και τη ρώτησε τι ξέρει για τους δικούς μου. Έσφιξε τα χείλη, κούνησε το κεφάλι και σιώπησε. Το δάκρυ  όμως που  κύλησε στο μάγουλό της μου έλεγε πολλά. Ήταν περισσότερο κακός οιωνός παρά καλός.

         Δύο μήνες νοσηλεύτηκα και όταν βγήκα άρχισε το άλλο μαρτύριο του καταυλισμού. Ένα πρωί με φόρτωσαν μ’ άλλους πρόσφυγες στα φορτηγά και μας έφεραν είκοσι χιλιόμετρα έξω από τα  Σκόπια. Ήταν ένας κάμπος γεμάτος λασπόνερα, ψηλά αγκάθια και γούρνες γεμάτες βατράχια. Μ’ έβαλαν σε μια σκηνή με μια οικογένεια για ν’  αρχίσει η προσφυγική μου Οδύσσεια με τη σκέψη μου στα κομμένα μου χέρια και στους δικούς μου που δεν ήξερα αν ζούσαν ή είχαν πεθάνει. Η ζωή στον καταυλισμό ήταν άθλια!  Ώρες – ώρες νόμιζα  πως ήμουν ανάμεσα σε δυο μυλόπετρες που γύριζαν να με συνθλίψουν κι ένιωθα τα κόκαλά μου να τρίζουν και να τρίβονται. Η τροφή λίγη και κακή,  οι αρρώστιες πολλές, τα φάρμακα ελάχιστα, το κρύο ανυπόφορο, ο φόβος και η ανασφάλεια να καραδοκούν παντού σαν τη Σκύλλα και τη Χάρυβδη να με κατασπαράξουν και να μου ξεριζώσουν την ψυχή!  

           Θα ‘χα πεθάνει σ’  εκείνη την κόλαση αν τυχαία δε διάβαζα  το << Μαουτχάουζεν >> του Ιάκωβου Καμπανέλλη. Ο φόβος, η πείνα, οι ακρωτηριασμένοι, οι πεθαμένοι, όλη αυτή η τρέλα εκεί μέσα στο στρατόπεδο συγκέντρωσης με βοήθησαν. Γλίτωσαν πολλοί απ΄ αυτούς είπα και δε θα γλιτώσω εγώ;  Στο κάτω – κάτω δεν είχα απέναντί μου Ες- Ες ούτε φούρνους αποτέφρωσης. Είχα ανθρώπους κυνηγημένους αφύσικα σαν και μένα και με βοηθούσαν.

            Στον καταυλισμό έμεινα άλλους δυο μήνες. Λίγο πριν έρθω εδώ έμαθα το δράμα των δικών μου. Δεν έμεινε κανένας ζωντανός και τους βρήκαν απανθρακωμένους. Δεν γνώρισαν τα πτώματά τους και τους έθαψαν και τους πέντε μαζί σ’ έναν τάφο.  Μόνος ένιωθα σαν ένα τσουβάλι άχυρο, ένας μοναχικός τρομοκρατημένος ερημίτης με μέλλον γεμάτο από σαρκοβόρα ζώα και φίδια.

            Έδειξε να τελείωσε και φαινόταν συγκινημένος. Απόμεινε όμως σοβαρός και γαλήνιος να τους κοιτάζει όσο κι αν ένιωθε πως βρισκόταν σε πεδίο μάχης. 

             Η  Μαριάντη απέναντι τον ρώτησε:

             --- Ποιος σ’ έφερε στην Ελλάδα ο Ερυθρός Σταυρός;

             --- ‘Όχι! Η γιαγιά μου, η μάνα της μητέρας μου ήταν Ελληνίδα. Δε νιώθω μοναξιά  γιατί η ρίζα  αυτή με δένει με την ψυχή της Ελλάδας. Είναι η δεύτερη πατρίδα μου, έχω δει πολλές φορές τα ξέφωτα του Μαγιού της και έχω συγγενείς εδώ που θα στεγνώσουν με λόγια παρηγοριάς τα δάκρυά μου. Το μισό χρόνο είμαι ταμένος στην πατρίδα μου και τον άλλο μισό στη δική σας.

             --- Σπίτι, γονείς, αδέρφια δεν έχεις! Ο λύχνος σου σβηστός πού θα βρεις φως να τον ανάψεις;

             --- Το ξέρω. Πρέπει όμως να ζήσω! Οι τελάληδες του θανάτου θέλουν να κιοτέψω και να τα εγκαταλείψω. Με συμβουλεύουν να κλειστώ σε ορφανοτροφείο και να υποκύψω στη βάρβαρη φυλακή του. Δε θα το κάνω όμως! Εμένα μου αρέσουν ο ήλιος, η θάλασσα και το δάσος και θα ζήσω! Θα ζήσω με τα κομμένα μου χέρια, σ΄ όλους τους περιττούς ν’ αποδείξω πως δεν γεννήθηκα για να πεθάνω αλλά σαν το δέντρο να καρποφορήσω. Με λυπούνται πολλοί, μου δείχνουν οίκτο και μου λένε: << Κακόμοιρο παιδί! Τι έπαθες! >> Τους μισώ  και τους θεωρώ φθαρμένους και τιποτένιους.  Όσους πάλι μου λένε: << Πάλεψε μικρέ θα τα καταφέρεις, έχεις φωτιά μέσα σου! >> τους ντύνω με την αγάπη μου!

           Ήρθε η σειρά του καθηγητή να μιλήσει. Να ρίξει και αυτός με τον καλό του λόγο μπόι στο δικό του για να μην καταλυθεί η ικμάδα του ποτέ από τη μνήμη των μαθητών του. Είπε:

           --- Θυμάμαι κάποτε βρέθηκα σ΄ ένα σχολείο για παιδιά με << ειδικές ανάγκες >> και έμεινα κατάπληκτος από το πάθος τους για τη ζωή μ’  αυτά που έκαναν. Εκείνη όμως η εικόνα που είδα στην ώρα της ζωγραφικής μου έμεινε ανεξίτηλη και ήταν από τις καλύτερες σταξιές ομορφιάς στη ζωή μου. Αψηφώντας  τα παραλυμένα χέρια τους, έφερναν το πινέλο στο στόμα, το δάγκωναν και ζωγράφιζαν τρελά πράγματα. Πράγματα που και ένας αρτιμελής ζωγράφος θα ζήλευε.

           Τα λόγια του στεφάνωσαν με το δοξαστικό μεγαλείο τους την κορυφαία εκείνη στιγμή. Ο καπνός του πολέμου χάθηκε και οι φωτιές των ονείρων δυνάμωσαν. Ευχαριστημένος από τα λόγια του ο Βλαδίμηρος μάζεψε πάλι ένα μπουκέτο λόγια και τα σκόρπισε, λέγοντας:

           --- Κι εγώ ζωγραφίζω με τα δυο μου κομμένα χέρια! Να ‘ρθω στον πίνακα να σας δείξω;

           --- Έλα!

           Πήγε. Έσφιξε την κιμωλία ανάμεσα στους δυο βραχίονές του κι άρχισε να ζωγραφίζει. Ασυγκράτητος με μια θεϊκή θα ‘λεγες οργή, έφτιαξε δυο ζωγραφιές, άστραμμα. Ύστερα εξήγησε: << Εδώ στην πρώτη βλέπετε ένα σπίτι πετρόκτιστο απλό και λιτό με κήπο, χωρίς να προκαλεί όπως τα σπίτια των πλουσίων. Μέσα του βασιλεύει η αγάπη και η ευτυχία εκείνων που ζουν, πίνουν από τη ζωντανή πηγή της δημιουργίας τους και χαίρονται τα βράδια όταν κοιμούνται και ακούνε τον ανασασμό τους. Το πρωί που ξυπνούν ακούνε τα θροίσματα των φύλλων του κήπου, μυρίζουν τις οσμές των λουλουδιών και χαίρονται ν΄ ακούνε τα τιτιβίσματα των πουλιών. Ένα τέτοιο σπίτι ονειρεύομαι δικό μου, ένα τέτοιο σπίτι για τα παιδιά όλου του κόσμου! Στην άλλη εικόνα βλέπετε το σπίτι των τρελών!  Εδώ ζούνε τρελοί! Είναι εχθροί της ειρήνης, ζηλεύουν αυτούς που ζούνε στο πέτρινο σπίτι και θέλουν να τους εξοντώσουν. Οι άνθρωποι του πέτρινου σπιτιού αντιστέκονται, τους ειρωνεύονται για την τρέλα τους   και ετοιμάζονται να τους στείλουν  στο τρελοκομείο να κάνουν συντροφιά με τα ουρλιαχτά των ανέμων. Κι αφού μείνουν μόνοι τους και γλυκάνει το άγριο τοπίο, χωρίς την απειλή τους πια θα προσευχηθούν για μια καινούρια άνοιξη στον κόσμο!

              ellinikoxronografima.blogspot.gr