Του Παναγιώτη Αντωνόπουλου
Δεκαετία του εβδομήντα. Ένας γαμψονύχης δράκος μ’ έσπρωχνε στο γκρεμό, μια ζαβή εξουσία βράδιαζε τη βιασμένη μέρα μου. Έπρεπε να σπουδάσω, να βγάλω στο μέλλον τον επιούσιο και να φωτίσω λίγο από το φως μου την υπνωτισμένη κοινωνία να ξυπνήσει και να απαλλαγεί από την καρπαζιά.
Αν και συνάντησα σκιάχτρα και Δούρειους, οπαδούς της ξιφολόγχης και αντλίες με χημικά στο χώρο του Παιδαγωγικού, φοιτούσα ανελλιπώς και ποτέ δεν έσκυψα να φιλήσω κατουρημένες ποδιές για εύνοιες και ρουσφέτια. Οι εκδρομές με το πνευματικό ίδρυμα πολλές και σε χώρους μαχών εκεί που τα σκέλεθρα ακόμη των σκοτωμένων κουνιόνταν κι έδειχναν προς τα κει που βρίσκονταν οι φονιάδες τους.