Ήρθε και τούτο το καλοκαίρι μ’ άδεια τα αμπάρια του και το κορμί του πληγωμένο και βαριά άρρωστο. Οι λόγγοι έδιωχναν τους κότσυφες, κάθε κρουσταλλένιο σφύριγμα στον κάμπο έσβηνε στη σιωπή και οι ψυχές μας αφανίζονταν φυλακισμένες στης τσίτσιδης φτώχειας το κλουβί.
Ο άρτος σκαστός από την κόφα, το όσπριο λίγο, το κολοκύθι του κήπου άγλυκο και διψασμένο. Προσμέναμε τα χειρότερα και για να μη έρθουν, έπαιρνα το φίλο μου τον Πορφυρίωνα και σκαρφαλώναμε στο βουνό. Αφανισμένοι εκεί ημερεύαμε τις Λερναίες Ύδρες, ξεγελούσαμε τις Χίμαιρες και τις νύχτες το πνεύμα μας ασκούσαμε να βρούμε το σωματίδιο του θεού που έφτιαξε τον ουρανό, τη γη και τον ωκεανό.