Η σκέψη σου προέλαυνε της μηχανής κι εκείνη σ’ εκδικήθηκε. Ζήλεψε, εξοργίστηκε και μ’ όλη της την αγριότητα σου επιτέθηκε με τον κεραυνοβόλο πόλεμό της. Αντιστάθηκες, γλίτωσες, μάζεψες τη ζωή σου από τις όχθες της Αχερουσίας και επέστρεψες στις απλές καρδιές των οικείων και των φίλων σου, στον ψίθυρο του κήπου σου και στα χρυσά γραφτά σου που πνέουν νιότη ανίκητη κι ανθίζουνε τις νύχτες μας που μαύρες κι άραχλες δεν παύουν ν’ αγκομαχάνε.
Η ζωή για κάποιους δεν έχει αξία. Γι’ άλλους σημαίνει ματαιότητα. Ο Σωκράτης λίγο πριν την εγκαταλείψει, είπε: << Η ζωή σημαίνει αδιάκοπος πόνος: χρωστώ έναν κόκορα στον Ασκληπιό που είναι έτοιμος να με λυτρώσει >>.
Εσύ δεν την χορταίνεις, έγραφες. Την στραγγίζεις όπως το ούζο ως τον πάτο του ποτηριού σου, τη γλυκιά συντροφιά της δε θέλεις να τη χάσεις. Δοκιμάστηκες, δεν την αποχωρίστηκες, μαζί στον κόσμο και πάλι με τη χρυσή πένα σου στα << όπλα >> θα φωνάζεις και κάθε φαύλο, επίορκο και δημοκόπο με το λόγο σου θα χαστουκίζεις.