Του Παναγιώτη Αντωνόπουλου
Ο φίλος εράσμιος και σοφός, με λόγο που άγγιζε τις ουράνιες αψίδες, με την αφήγηση γάργαρη σαν το νερό στον ρύακα, στο πρώτο ποτήρι έπιασε την κουβέντα. Τον άκουγα ευσεβώς να γυμνώνει μιας παλιάς εποχής τα κρυμμένα, ιστορίες με δαφνόφυλλα και θυμάρι του βουνού ντυμένες να φανερώνει.
Η γλώσσα του ροδάνι, στο ένα ποτήρι μετά το άλλο, το κάλλος της κουβέντας μας να αναμορφώνει. Έλεγε, έλεγε και συγχορεύανε μέσα μας τα παρελθόντα με τα παρόντα, οι μακρινοί πόθοι ΄έρχονταν εγγύς, αδελφωμένες οι νίκες μας με δόξες παλιές μας στόλιζαν. <<… Και κείνος ο γάτος τι άμωμος, θυμάσαι, πως έξυσε τα πόδια της καθηγήτριας των οικοκυρικών και βγήκε από την αίθουσα φαιδρώς πανηγυρίζων, την τρίχα ανορθωμένη, τα νιάου του και το δαιμόνιο βλέμμα του! Είμαστε νέοι τότε που το κάναμε, αμάραντοι, Μπακούνηδες, της επανάστασης γιοι. Μαθητές Λυκείου με μοχλούς τη νιότη, το θράσος και τη μαγκιά. Ας το κάνουν και σήμερα οι νεολαίοι έτσι μαδημένοι σαν γυμνολαίμηκα κοκόρια! >>
