Του Παναγιώτη Αντωνόπουλου
Ο άντρας με την γκρίζα γενειάδα άφησε το χρυσόδετο βιβλίο στο ξύλινο ορθογώνιο τραπέζι σαν άκουσε το τηλέφωνο να χτυπά κι έτρεξε βιαστικά να το σηκώσει. << Η γυναίκα μου θα ‘ναι >> σκέφτηκε κι έβαλε το ακουστικό στ’ αυτί του.
--- Χλωμέ μου, πάνθηρα! Μ’ ακούς; Η φωνή της όπως πάντα θρυμμάτισε τη σιωπή που είχε απλωθεί στο σπίτι.
Η φωνή τού άντρα αντήχησε κι αυτή μουσικά και τρυφερά:
--- Μαγεμένη μου, εσύ! Σε πεθύμησα! Τι ώρα φτάνεις;
--- Στις μία το πρωί!
--- Πεθαίνω να πιω νερό από τις πηγές τού μαγικού σου κορμιού. Θα σε περιμένω στο σταθμό γυναίκα αγαπημένη!
--- Κι εγώ σε πεθύμησα αγνό μου πλάσμα. Θαρρώ απόψε ένα βράδυ θα σου δώσω ονειρικό!
Ο άντρας κατέβασε το ακουστικό και προσπάθησε να κρύψει τη χαρά του. Τη νύχτα δεν είχε κλείσει μάτι και δεν μπορούσε να διώξει από τη σκέψη του την όμορφη μορφή της. Και τώρα με το άκουσμα τής φωνής της η διάθεσή του άλλαξε και η κακή του ψυχολογία έφτιαξε. Έτσι νιώθοντας σαν ένας μικρός αυτοκράτορας της στιγμής από τα καλά της νέα, πήρε το χρυσόδετο τόμο στα χέρια του κι έπεσε με τα μούτρα στο διάβασμα.
