--- Τέσσερις μήνες δάσκαλος! και δεν τ’ αντέχεις το χωριό, λες λεβέντη μου. Αμ ρώτα κι εμάς που θα μείνουμε εδώ ώσπου να μπούμε στο λάκκο μας!
Είπε αυτά ο Θανάσης ο κινητός εμποράκος και γέλασε μ’ ένα σπαρταριστό γέλιο.
--- Άσ’ το παιδί, Σάκη, μίλα του πιο γκαρδιακά γιατ’ έχει δίκιο. Δε βαστιέται άλλο αυτή η ζωή εδώ! Καλά το λέει! είπε τώρα ο Αλέκος ο ψάλτης και τεντώθηκε στην καρέκλα του σαν ανώτατος δικαστικός.
Η Κούλα η καφετζού χαμογέλασε. Ο νους της άναψε για κουβέντα.
Άφησε τον πάγκο και κάθισε στο τραπέζι. Τα κατακόκκινα μάγουλά της είχαν λαμπαδιάσει γιατί τα ‘χε τσούξει. Ήταν όμορφη και νέα. Θαμμένη όμως πίσω από το παράθυρο να τραβάει το μπερντεδάκι, ήξερε τι εστί ζωή σε χωριό άψυχο σαν γρανίτης. Και είπε σιγαλά και με στοχασμό:
--- Είναι νέος, γραμματισμένος με κουρδισμένη καρδιά από αόρατη δύναμη να δείχνει τη σοφία στα παιδιά και να τους μαθαίνει να θαυμάζουν τον Αυγερινό και να σιχαίνονται την Άβυσσο. Όμως εδώ που ήρθε χαντακώθηκε, η νιότη του λαβώνεται και η σοφία του μαραίνεται. Τόπος είναι αυτός για ένα τέτοιο πριγκιπόπουλο που το βλέμμα του σταλάζει ανάλαφρη την αφτέρουγη Νίκη! Κι αν αγαπάει; Τι τον κρατάει εδώ!
