Του Παναγιώτη Αντωνόπουλου
<< Πιστεύω ότι ένα φύλλο χλόης δεν είναι κάτι πιο μικρό απ’ των αστεριών το μεροδούλι. Και το μερμήγκι είναι όμοια τέλειο και της άμμου ένα σπυράκι και τ’ αυγό μιανού σπουργίτι κι ο βάτραχος αταίριαστο αριστούργημα κι ο ποντικός ακόμα είν’ ένα θάμα που φτάνει να κλονίσει εκατομμύρια άπιστους >>.
Αυτά διάβαζα κείνα τα πέτρινα Χριστούγεννα από <<Το τραγούδι του εαυτού μου >> του ποιητή, μακράν της πόλης, πέντε ώρες ποδαράτο, χωρίς πολιτισμό και με τους λύκους να με κοιτάνε σαν χίτες να με κατασπαράξουν έξω από το ερείπιο σχολείο. Θεονήστικος, άφραγκος, το χρόνο μου σπαταλούσα στο αδελφάτο των χαρτοπαικτών, μαζί τους άκουγα το ίδιο τραγούδι: << Ληστή μου, πιες κρασί στης ερημιάς την κρήνη κι εσύ, φονιά μου, εσύ, παντρέψου την ειρήνη >>.
