Του Παναγιώτη Αντωνόπουλου
Δειλινό. Στο βάθος η Πρώτη και στο σώμα της ένας Ύψιστος Πικάσο έβαφε με χρώματα Ωκεανίδες γυμνές ξαπλωμένες στα στιλπνά βότσαλα. Στ’ άγονο σπλάχνο του νησιού, λευκό το εκκλησάκι της Παναγιάς χαϊδευόταν στο λευκό γένι τ’ ουρανού, στολίδι ακριβό, μυρισμένο από ιωδιούχο αέρα της θάλασσας και υγρασία βλαστερή. Ο παράδεισός του ιαματικός, τις πληγές γιατρεύει με την ψίχα της άγιας αρμύρας του Ιονίου του ιαματικού. Στο ερημητήριο του χορτασμένοι γύπες δε χωράνε, τα βράχια του πατούν μόνο ξεριζωμένοι φτωχοί που τη ζωή τους έφαγαν ξεσκέπαστοι και ξόδεψαν το χρόνο τους στην πιλάλα του μεροκάματου και της όχεντρας βιοπάλης.
Εκεί στο νησί σαν πας να ζήσεις τη βγάζεις μ’ ένα ροή λάδι, δυο κατσίκες, λίγες κότες και έχεις για συντρόφια την προσευχή, τη νηστεία, τους γκιόνηδες και τα κοτσύφια. Θόλοι σκιεροί σε ζώνουν, άντρα βραχώδη κι ένα σύννεφο από μικρούς ιριδισμούς υφαίνουν τους λόφους με πέπλα σκουροπράσινα. Ακούγονται λογιών - λογιών ύμνοι, ψίθυροι από ψαρόνια, κραυγές γλάρων, τραγούδια αηδόνας, κηρύγματα ευαγγελικά της σουσουράδας κάτω στην ακρογιαλιά.