Του Παν. Αντωνόπουλου
Ένας Δεκέμβρης με τον ήλιο του στον αστερισμό του Αιγόκερω. Ο αέρας του σφύριζε με άναρθρες κραυγές. Οι ρωγμές που μας άφηνε στα μάγουλα έσταζαν αίμα. Το κρύο έκοβε σαν γυαλί τα τρυφερά μας γυμνούλια μέλη. Τα Χριστούγεννα που ξημέρωσαν είχαν βουρκωμένη ψυχή κι ένα σκονισμένο πένθιμο δέντρο σε κάθε σπίτι. Χωρίς στολίδια και με τα λαμπάκια του σβηστά. Για να μη δυσαρεστήσω το μικρό Χριστό, και, για να τον ευθυμήσω, στο δικό μου δέντρο κρέμασα τρία βελανίδια, δυο τσαμπιά κούμαρα κι ένα ματσάκι λεμονανθούς. Ένα αστεράκι από τσιγαρόχαρτο στην κορυφή του και για φάτνη, έβαλα ένα κομμάτι δέρμα από τα παλιά τρύπια παπούτσια μου. Και στη φωλίτσα της σκόρπισα νοτισμένα άχυρα βουτηγμένα στο δάκρυ της φτώχειας. Μια Μέγαιρα φτώχεια που μας είχε του κλότσου και του μπάτσου. Νηστικά, ανυπόδητα και δίχως ρουχαλάκια. Χωρίς βιβλία, μολύβια και μπογιές. Με τα στομάχια μας άδεια και τις κουπίτσες μας στεγνές. Τη χαρά μας να μας τρυπά σαν αγκάθι και τα κορμιά μας τσουβαλιασμένα σε ραμμένα αποφόρια.