Του Παναγιώτη Αντωνόπουλου
Νέος, μακριά από το ραγισμένο πατρικό κεραμίδι, βρέθηκα σε χωριό σφηνωμένο στους βράχους και πνιγμένο στο γαϊδουράγκαθο. Είχα χάσει τον ουρανό, οι άνεμοι ούρλιαζαν μέσα στα θάμνα, οι μέρες μου απλώνονταν μπροστά μου σαν κιτρινισμένα χαρτιά.
Με κράτησαν κοντά του οι ψυχές των μαθητών μου. Όλες τους ζυμαράκι ζητούσαν κάποιον να τις πλάσει. Κι εγώ μπορούσα να το κάνω δαρμένος στον ανεμοστρόβιλο του βιβλίου. Πώς να τις αφήσω; Φιλιώθηκα με την ερημιά και νανουρισμένος από το τραγούδι τους, έμεινα να τις νοιαστώ τρία χρόνια.
Εκεί γνώρισα και το αϊτόπουλο τον Οδυσσέα. Είχε πάρει το αποφυλακιστήριο από τη χούντα, ζούσε σε καλύβη και τον χόρταινε ο γείτονας με ψίχουλα. Είχε τα πνευμόνια του σάπια, το δεξί του ποδάρι κουτσό και περπατούσε βασταζόμενος σε βακτηρία. Η σύνταξη αναπηρίας φορτωμένη σε πεζοπόρα χελώνα δεν έλεγε να φανεί στη στροφή και το ζην του αξιοπρεπώς συνθλιβόταν σε βράχους κοφτερούς.