Του Παν. Αντωνόπουλου
Σαν το ρολόι της πόλης χτύπησε μία πρωινή, ο άντρας στο μπαρ που καθόταν στο μαύρο δερμάτινο καναπέ κι έπινε το τρίτο του ποτό, έδειξε να ξαφνιάζεται. Ύστερα έστρεψε το θυμώδες πρόσωπό του προς την πόρτα και την κοίταξε για λίγο επίμονα με το κοφτερό του βλέμμα. Σαν βεβαιώθηκε πως έμενε εφτασφράγιστη, επέστρεψε πάλι στη ζοφερή και πνιγηρή ατμόσφαιρα της αίθουσας.
Ερχόταν τακτικά εδώ κι ένα μήνα από τότε που αποφάσισε να μείνει στη στεριά και να σταματήσει τα ταξίδια. Η θάλασσα τον είχε κουράσει αφήνοντάς του πολλά κουσούρια και κυρίως ψυχικές διαταραχές, επίμονους εφιάλτες και άκρατο εθισμό στον αλκοολισμό.
Ωστόσο παρέμενε ο ζιγκολό για τις ωραίες και αφελείς γυναίκες που πλήρωναν την ικανότητα της μυθοπλασίας του να τις τέρπει και να τις πιάνει στα δίχτυα του, με το αζημίωτο.