Γι’ άλλους οι διπλές, γι’ άλλους οι εξάρες. Και η χήρα η Θανάσαινα, το δεξί χέρι του γαιοκτήμονα Αβούτσου, έφερνε όλο διπλές και άσπρη μέρα δεν έβλεπε. Ζούσε σε χαμόσπιτο, η αυλή βρώμικη, η λάσπη με τις σαπουνάδες την έπνιγε, τα τρία παιδιά της μεγάλωναν με αραποσίτια και οι θέρμες τα ξάπλωναν στο στρώμα με την καρδούλα τους να χορεύει τρελό βαλσάκι.
Πιο πέρα το λαμόγιο, είχε το δικό του παλάτι, κυριλίτικο, περιωπής, με πίνακες του Ρενάν και του Μανέ στολισμένο. Μπαινόβγαινε με την κηλίδα του χορτασμένου στο μάτι, κοιτούσε στη σκάφη με τα άπλυτα της παραδουλεύτρας, ξίνιζε τα μούτρα του και στόλιζε με αγίους και γαμοσταυρούς τα μουσκεμένα κοντοβράκια των παππούδων της μπουγάδας.
Η παραδουλεύτρα Θανάσαινα όταν δεν έπλενε, λανάριζε μαλλιά στην αυλή της λότζας, αμίλητη κοιτούσε τους τοίχους του λαμόγιου, το μάτι της ακόνι τους γκρέμιζε, τους έκανε σωρούς από χώμα και χωρίδια. Ζητούσε να βρει χαραμάδα να μάθει πως χτίστηκε τέτοια σπιταρόνα, βλογιοκοπιόταν να της έρθει έμπνευση να ανακαλύψει πούθε ξεφουρνίστηκε τόσο λεφτό, τα κουρέλια της πόλκα της στριφογύριζε στα χέρια της και ζήλευε το casual ντύσιμο που φορούσε το βδέλυγμα, ο πλούσιος γείτονά της.
