Του Παναγιώτη Αντωνόπουλου
Τα τσούζουμε συχνά με τον ποιητή. Του αρέσει στο μέσα μέρος της ταβέρνας, εκεί στον απάγκιο γιατί η ψυχή του σπάει τις αλυσίδες της σιωπής και παίζει με μαεστρία την άρπα των στίχων.
Στο δεύτερο ποτήρι μπαίνει στο γελαστό λαγκάδι της ποίησής του: << Είχε φωτίσει για καλά εκεί στο μόλο, είχανε δέσει οι ψαρόβαρκες και ξεψαρίζαν. Καλή ψαριά, μα τα γλαρόνια κλαψουρίζαν, φέρνοντας βόλτες στον ουράνιο θόλο… >> Με σταθερή φωνή, μελωδική, συνεχίζει: << Έγραφα από έφηβος.
