Του Παναγιώτη Αντωνόπουλου
Ο δρόμος στη γειτονιά μου έχει τις δεντροστοιχίες του γκρίζες και γερασμένες. Τα φύλλα τους είναι κίτρινα κι αραιά και οι κορμοί τους σάπιοι και ξεφλουδισμένοι. Ο αέρας φθισικός και μολυσματικός χλωμαίνει τις οδύνες στους διαβάτες που τυλιγμένοι στα χάρτινα όνειρά τους κυνηγούν λίγα παρθένα ευρώ στον Κένταυρο αφέντη.
Δεν περνάνε σάρκες γνώριμες από δω, με λαμέ γραβάτες, ελβετικά ρολόγια και δερμάτινα μποτίνια. Οι πατησιές είναι σχήματα από βράχους και οι φωνές τραχιές σαν ουρλιαχτά λύκου. Θυμίζουν τούτοι οι περαστικοί ξεχειλωμένες ιστορίες και παλιές φθορές από σφαίρες τρυπημένες. Τα πρόσωπά τους γεμάτα αυλακιές και οι ψυχές τους τριμμένες σαν σκόνη αστρική. Τα μάτια τους θολά σαν ρόδα μαραμένα. Τα χέρια τους ανοιχτά σαν αξίνες ατσαλωμένες. Μαλλιά αχτένιστα, τα ρούχα τους φτηνά ραμμένα με της ανάγκης τις κλωστές. Μπαλώματα πολλά, παντού, στα γόνατα, στους πισινούς, στα μέρη τα απόκρυφα κι εκεί που οι χούφτες της ερημιάς πίνουν το πηγμένο αίμα τους.