Σάββατο 29 Μαρτίου 2025

 

Παναγιώτης  Αντωνόπουλος

           Διήγημα


                             Η μοναξιά του συγγραφέα

 

 

                Προτιμούσε το καφέ Αρχαίο γιατί πίστευε πως η περίσσια διακόσμηση της αίθουσας, του πήγαινε. Στην αρχή πέρασε μια μικρή επώδυνη δοκιμασία μέχρι να αφομοιώσει το αλληλέγγυο της αρχαίας και της σύγχρονης  διακοσμητικής τέχνης, αλλά η σιγουριά του πως κάτι καλό κουβαλούσαν και οι δυο πολιτισμοί, τον έκανε να αγαπήσει το χώρο και να απολαμβάνει τον πρωινό του καφέ.  Έτσι κάπου δέκα χρόνια τώρα, περνούσε την κομψή ξύλινη πόρτα του κι έπιανε θέση στον κίτρινο καναπέ με το οβάλ τραπέζι.  Εκεί έπινε για δυο περίπου ώρες τον καφέ του, διαβάζοντας την αγαπημένη του εφημερίδα << Ο τύπος των ήλων >> και ξεφύλλιζε στο τέλος της ανάγνωσης κάποια λογοτεχνικά βιβλία που τα έφερνε μαζί του.

              Ιδιαίτερους φίλους δεν είχε και οι παρέες του ήταν επιλεγμένες. Έτσι χωρίς να αισθάνεται ταπεινωμένος ζούσε με τη μοναξιά του, αντλώντας από το απύθμενο βάθος της την ομορφιά και τη λάμψη των έργων του. Γι’ άλλη μια φορά, δυστυχώς και σήμερα, ανακάλυψε το παλιό και χρόνιο πρόβλημα των εφημερίδων, την επανάληψη! Τα ίδια και τα ίδια με μια μόνιμη διαφήμιση των ανθρώπων της χλιδής και τη σιγή ιχθύος για την καταπάτηση των δικαιωμάτων του λαού. Έτσι την έκλεισε και έφερε μπροστά του το ογκώδες βιβλίο με τον τίτλο <<  Η θεραπεία του Σοπενάουερ >> του IRVIN YALOM. Αφού το κράτησε απαλά στα δυο του χέρια και θαύμασε το θάμπος και την ομορφιά του εξωφύλλου του, άρχισε να το φυλλομετρά με μάτια που αναριγούσαν αγωνία κι έπαρση.  Δεν ήξερε το γιατί αλλά όταν έπαιρνε στα χέρια του ένα βιβλίο με δυνατό ρεύμα σκέψης, πάντα ένιωθε δέος! << Η δύναμη του κάθε καλού βιβλίου μου δίνει χαρά γιατί με φέρνει κοντά στον πλησίον >> εξομολογιόταν στους φίλους του.

           Η γυναίκα που μπήκε εκείνη τη στιγμή μέσα κι έψαχνε τραπέζι να καθίσει τον διέκοψε από την πνευματική του σχέση με το βιβλίο. Και χωρίς και ο ίδιος να το καταλάβει την κοίταξε κι έδειξε ξαφνιασμένος. Εντυπωσιασμένος αμέσως από τη φροντισμένη εμφάνισή της, κράτησε το βλέμμα του πιο πολύ απ’ ότι έπρεπε πάνω της, θαυμάζοντας το σώμα της που έμοιαζε σαν μοντέλο μέσα στη ζεστασιά της λευκής φούστας από ακριβό άκαμπτο ύφασμα και στο μαύρο δερμάτινο μπουφάν που έπεφτε τέλεια στους συμμετρικούς  ώμους της. Τα καστανά κοντά και ίσα μαλλιά της, της έδιναν γοητευτική όψη κι όσο για το πρόσωπό της, ω! θεία τύχη, εξέπεμπε μια έντονη θηλυκότητα και λάμψη.

       << Θα θεωρηθώ αγενής έτσι που την κοιτάζω >> σκέφτηκε ο συγγραφέας κι έριξε πάλι τα μάτια του στο βιβλίο, τραβώντας τα απρόθυμα από το ερέθισμα.  Η γυναίκα στάθηκε στο διπλανό τραπέζι λίγο και κάθισε απέναντί του. Ύστερα ανοίγοντας τη δερμάτινη τσάντα της έβγαλε τα τσιγάρα με τον αναπτήρα και τα ακούμπησε μπροστά της. Η ματιά της πήρε το σκυμμένο άντρα στο βιβλίο, εντυπωσιάστηκε από τη μοναχική του διάθεση κι ένιωσε μια μικρή ενδόμυχη δόνηση έτσι γνώριμος που της φάνηκε. Κι απρόσμενα η δόνηση έγινε συμπάθεια για τον άντρα που καθόταν απέναντί της και η μια ματιά έφερε την άλλη για να γίνουν συνεχείς και τρυφερές.

       << Τον έχω δει πολλές φορές και φαίνεται να ‘ναι άνθρωπος της τέχνης >> σκέφτηκε κι ένιωσε ερεθισμένη σαν κοριτσάκι. Κι αφού χαμογέλασε αόριστα ετοιμάστηκε ν’  ανάψει τσιγάρο.

        Ο άντρας εκείνη τη στιγμή σήκωσε το κεφάλι του απ’ το βιβλίο και την κοίταξε με μάτια που έλαμπαν. Και υπακούοντας στο ένστικτό του που του ‘λεγε πως η γυναίκα αυτή σαν καλλιεργημένη που ήξερε πως ήταν, είχε τρόπους, τη ρώτησε σίγουρος πως δεν θα την προσέβαλε:

        << Έχω την εντύπωση πως σας έχω δει πολλές φορές στην πόλη μας! Και είμαι βέβαιος πως είσαστε άνθρωπος του καλού κόσμου! Γιατί όμως δεν έτυχε να συναντηθούμε; >>

      Η κολακεία την ενεθάρρυνε που ένιωσε ένα ευχάριστο αίσθημα δύναμης κι απελευθέρωσης. Έτσι γοητευμένη από τα πρώτα κιόλας λόγια του, του απάντησε με μια γλυκιά ικανοποίησης για το θάρρος που πήρε να μιλήσει μαζί του:

       << Αχ, να ξέρατε πόσες φορές κι εγώ όταν σας έβλεπα, αναρωτιόμουν, ποιος είσαστε, δε θα το πιστέψετε! >>

      Ο συγγραφέας οξυδερκής όπως ήταν επωφελήθηκε από τα αυθόρμητα λόγια της για να της αποκριθεί  ευθέως κι ενθουσιασμένος:

       << Υπάρχει πολύ υλικό, βλέπω ανάμεσά μας για να το συζητήσουμε. Δεν έρχεσθε στο τραπέζι μου; >>

      Αυτή θαύμασε τη συμπεριφορά του και ωθούμενη από τη  λυσσασμένη περιέργειά της να μιλήσει μαζί του, τον άκουσε και πήγε στο τραπέζι του.

       << Αφού το ζητάτε  και ο ένας θαυμάζει τον άλλον είμαι σίγουρη πως θα πούμε ενδιαφέροντα πράγματα και θα φτάσουμε και σ’ αυτό που  ξέρω πως  θέλεις να με κατακτήσεις, όπως θέλω κι εγώ! >> του ψιθύρισε και τον κοίταξε βαθιά στα μάτια.

     Ο άντρας έκανε  πως δεν την άκουσε και είπε, χαμηλόφωνα:

     << Έρχομαι εδώ χρόνια, πίνω, καπνίζω, συζητώ και φυλλομετρώ βιβλία και εφημερίδες. Τι άλλο να κάνω; Οι φωνές της αίθουσας και τα γέλια των θαμώνων φτιάχνουν ένα κλίμα γιορτινό και χαρούμενο που μου ταιριάζει πολύ! Έξω δεν μου αρέσει! >>

     << Θέλετε να πείτε δεν σου αρέσουν οι άνθρωποι; >>

     << Ναι. Είναι αδιάφοροι, εγωιστές και κακομαθημένοι. Κάνουν βόλτες στην πλατεία και χορεύουν τα βράδια στις ταβέρνες. Όλα τα παίρνουν επιπόλαια  Δεν τους νοιάζει το πνεύμα, δεν διαβάζουν βιβλία και αγνοούν τους ανθρώπους σαν κι εμένα! >>

     << Σαν κι εσάς; >>  

     << Ναι, σαν και μένα! >>

     << Είσαστε διάσημος; >>

     << Όχι! >>

     << Τότε; >>

     << Είμαι συγγραφέας! >>

     Στο  άκουσμα της λέξης η γυναίκα χαμογέλασε. Κι αφού σιώπησαν για λίγο του είπε έκπληκτη και γοητευμένη:

     << Είσαστε ένας άνθρωπος που γράφει βιβλία και ξεχωρίζει από τον κόσμο! Τι υπέροχο! >>

      Ο άντρας έδειξε δυσαρεστημένος  για τον πανηγυρικό της αυθορμητισμό και με απαλή φωνή της είπε:

      << Αν το θεωρείς υπέροχο πως η πρόοδος του καλλιτέχνη είναι μια διαρκής αυτοθυσία μια διαρκής απόσβεση της προσωπικότητάς του συμφωνώ. >>

      << Δε θεωρώ μόνο αυτό >>

      << Τότε, τι άλλο; >>     

      << Πως είσαστε ένας δημιουργός και πως με την τέχνη σας έχετε σκοπό να κάνετε τον κόσμο ν’ ανησυχεί! >>

     << Ωστόσο, νιώθω εγκαταλειμμένος!  Κανείς δε με γνωρίζει κι ελάχιστοι μου δίνουν σημασία. Στην αδρανή ύπαρξή τους, ενδιαφέρονται περισσότερο για τους τοκογλύφους και τους συκοφάντες, παρά για το άρωμα που αφήνουν οι σελίδες των βιβλίων μου. Το  τελευταίο  μου μυθιστόρημα << Στην Αυλή των Αρχιερέων >> πούλησε μόνο τρία αντίτυπα ενώ οι κριτικές γι’ αυτό βιβλίο ήταν σκοτεινές και κακόγουστες. Δυστυχώς οι άνθρωποι αισθάνονται μια ζωηρή ευχαρίστηση να αγνοούν, να περιφρονούν  και να πληγώνουν. Αν σε δουν να λάμπεις σαν χρυσός κάνουν ότι μπορούν για να σε περιβάλλουν με σκουριά. Αυτή είναι η μοίρα των ανθρώπων του πνεύματος να εισπράττουν την περιφρόνηση και να ζουν στη μοναξιά >>.

      << Είσθε απογοητευμένος; >>

      <<  Θα το ‘λεγα δυσαρεστημένος. Αυτή η έλλειψη ευαισθησίας των ανθρώπων σε πνευματικά θέματα ουσίας μ’  εκνευρίζει >>.

      << Θέλετε να πείτε για τους ανύπαρκτους δεσμούς τους με τον έρωτα του βιβλίου και την εκτίμηση του συγγραφέα; >>

     << Έστω. Δε σας τρομάζει αυτό; Ν’ αγνοούν αυτή την παράξενη ζεστασιά που αισθάνομαι εγώ  γι’ αυτούς κι εκείνοι να μου δείχνουν τη σκληρή καρδιά τους; >>

     << Μα, αυτό συμβαίνει πάντα. Οι άνθρωποι να αγνοούνται μεταξύ τους. Γιατί σου κάνει εντύπωση; >>

     << Ναι, αλλά εγώ γιατί γνωρίζω τόσα πολλά πράγματα γι’ αυτούς; >>

     Η γυναίκα δεν μπορούσε να παραδεχτεί αυτό που άκουσε. Και του είπε:    

     <<  Υπερβάλετε! >>

     << Δεν υπερβάλω! Ενδιαφέρομαι για τον άνθρωπο ενώ αυτοί δεν ενδιαφέρονται.  Θέλετε ένα παράδειγμα; >>

     << Πως δε θέλω! >>

     << Ας πάρουμε παράδειγμα για σένα και συγγνώμη για τον ενικό. Από τότε που σε πρωτοείδα στην πόλη  έμαθα πολλά πράγματα που σε αφορούν! Ενώ εσύ; >>

    << Μάθατε, τι; >>

    << Πως εκδίδεις το περιοδικό << Γνώση >>, είσαι μέλος του Συλλόγου Γυναικών >> και γράφεις τακτικά άρθρα πολιτισμού σε περιοδικά. Έχεις ακόμη έντονη παρουσία στα δρώμενα της πόλης και οι φιλελεύθερες ιδέες σου είναι μια  ισχυρή  γροθιά  ενάντια  στη συντήρηση >>.

     Έδειξε ιδιαίτερα χαρούμενη.

      << Εγώ όμως δεν ξέρω τίποτα για σένα >> του είπε στον ενικό πια κι αυτή. << Τι δυσάρεστα νιώθω! Κι όμως ζούμε στην ίδια πόλη για πολλά χρόνια. Δεν φαίνεται αστείο και υποκριτικό; >>

       << Ότι και να είναι, είναι  δικό  μας  λάθος! Η  θέληση  τα ορίζει όλα! >>

        Έβαλε και τα δυο του χέρια πάνω στο βιβλίο και ετοιμάστηκε να σηκωθεί.

        << Δυστυχώς δεν μπορώ να καθίσω άλλο, το μυθιστόρημα που γράφω με περιμένει! >>

         Κοίταξε το ρολόι στον τοίχο και άρχισε να μαζεύει τα πράγματά του. Η γυναίκα διαμαρτυρήθηκε, λέγοντάς του:

        << Κι εγώ που νόμιζα πως θα καθόσουν ακόμη… >>

        << … για να συνεχίσουμε την κουβέντα! >> συμπλήρωσε την φράση της και την αγκάλιασε τρυφερά με το βλέμμα του.

        << Τότε θα έρθω μαζί σου για τη συνέχεια >> του ψιθύρισε επιτακτικά και σηκώθηκε.

       << Ε! Αφού τόσο το θέλεις, πάμε! >> της είπε στοργικά και την έπιασε από τη μέση πριν κάνουν τα πρώτα βήματα.

 

 

 

                                                    = = = 

 

 

 

          Στο σπίτι κάθισαν στο διθέσιο καναπέ ο άντρας στη μια άκρη και η γυναίκα στην άλλη. Για το συγγραφέα ο χώρος ήταν γνώριμος για τη γυναίκα που πρώτη φορά τον έβλεπε της έκανε ιδιαίτερη εντύπωση. Έτσι άρχισε να τον κοιτάζει αχόρταγα και να τον εξετάζει σπιθαμή προς σπιθαμή. Έκπληξη της έκανε η τεράστια βιβλιοθήκη  που στόλιζε  τρεις τοίχους του σαλονιού και ήταν φορτωμένη από παλιά και καινούργια βιβλία. Δε χόρταινε να τα κοιτά και να διαβάζει τους καλογραμμένους και πολύχρωμους τίτλους στις ράχες τους. Κι ένιωθε ωραία που άνθρωποι νέοι και γέροντες με άσπρες γενειάδες είχαν αφήσει στις σελίδες τους, τους πνευματικούς τους λειμώνες.

         Ο άντρας την είδε να χάνεται στην ομορφιά των βιβλίων και την άφησε για λίγο μόνη να  αφιερωθεί ολοκληρωτικά στην αδάμαστη γοητεία τους. Έφυγε και γύρισε σε λίγο με δυο γεμάτα ποτήρια κι αφού της πρόσφερε το ένα, της είπε με την αισθησιακή του φωνή:

          << Μετά από το ποτό και την κουβέντα θα σου διαβάσω μια ωραία παράγραφο από το μυθιστόρημα που γράφω >>.

         Αυτή τρελή από χαρά για την τιμή που της έκανε να την βάλει στα άδυτα της σκέψης του, χαμογέλασε, του έγνεψε << ναι >> και του ψιθύρισε  κάτι που έμοιαζε σαν φωτοβολίδα:

         << Ελπίζω να κάνει και μια ωραία ατμόσφαιρα! >>

          Αποκαμωμένοι από την κουβέντα η ώρα έφτασε πέντε το απόγευμα. Τότε ο συγγραφέας άνοιξε τα χειρόγραφά του κι αφού τα ξεφύλλισε και στάθηκε σε μια σελίδα, άρχισε να τη διαβάζει:

          << Η γυναίκα αντιστάθηκε λίγο στην αρχή αλλά όταν ο άντρας την τράβηξε πάνω του, παραδόθηκε μέσα σε μια υπέροχη γαλήνη. Κι έτσι όπως την έριξε με τόση τρυφερότητα στο κρεβάτι, εκείνη έλιωνε αφάνταστα ενώ η υπέρτατη θέλησή της να την κάνει δική του έγινε τόσο απέραντη που της φάνηκε για μια στιγμή πως οι φλέβες της καίγονταν και μια χαλαρή και γλυκιά ηδονή  διαπέρασε το σώμα της. Κι όσο το υπέροχο χάδι του άγγιζε κάθε τόσο και λιγάκι τις καμπύλες και τις ευαίσθητες καυτές ζώνες του κορμιού της άλλο τόσο και ο ερωτικός πόθος τής πλήρους εξουθένωσης μαζί του γινόταν  πιο ορμητικός. Ώσπου οι ζεστοί γλουτοί της άνοιξαν και το ζεστό κορμί του άντρα μπήκε μέσα της, κάνοντάς την να νιώσει το είναι της να χάνεται  στη φλόγα του πάθους και να υποτάσσεται μ’ ένα ρίγος στη γλύκα του άγριου και πρωτόγονου ενστίχτου >>.

       Θαύμασε τη ρωμαλέα ομορφιά της για άλλη μια φορά σαν τελείωσε το διάβασμα και της είπε:

       << Και τώρα σ’ αφήνω στην κρίση σου, να κάνεις το σχόλιό σου, σ’ αυτό που άκουσες >>

       Έβγαλε μια φωνή σαν γλυκό τραγούδι και του απάντησε:

       << Το ‘νιωσα σαν βέλος που μου τρύπησε την καρδιά και μ’ έκανε ανυπεράσπιστη και μένα! >>

        Σύρθηκε κοντά του με μια αδυσώπητη έλξη και τον αγκάλιασε. Ύστερα τον τράβηξε με μια αισθησιακή κραυγή πάνω της κι άρχισε να ξεντύνεται.

                        ellinikoxronografima.blogspot.gr

 

 

 

 

 

      

    

 

       

 

                              Παναγιώτης  Αντωνόπουλος

    


    
Διήγημα

                             Το θαλάσσιο κήτος

 

 

             Μέρες τώρα ένας ασυνήθιστος αφηγηματικός  λόγος σκορπούσε το φόβο και τον πανικό στους κατοίκους της κωμόπολης στα νοτιοδυτικά του νομού και τους αφαιρούσε τη γαλήνη και την ησυχία τους.  Έλεγε πως ένα θαλάσσιο κήτος ξεβράστηκε στα νερά της θάλασσας, κοντά στο μικρό λιμανάκι της Αγίας Κυριακής και τις εγκαταστάσεις του βιολογικού καθαρισμού. Ο όγκος του ήταν μεγάλος και εκτόπιζε κάθε μικρό πλεούμενο και περίεργο κολυμβητή επισκέπτη που το πλησίαζε.

            Οι αφηγήσεις για την εξωτερική εμφάνιση του κήτους ήταν πολλές, αντιφατικές και συγκρουόμενες και δύσκολα τις πίστευαν οι κάτοικοι. Ωστόσο η Φαντασία, ο Μύθος και ο Φόβος με το δικό τους τρόπο μιλούσαν για ένα αδίστακτο και αιμοσταγές θαλάσσιο τέρας που του άρεσε να σπάζει κόκαλα και να κόβει μέλη. Όταν αγρίευε ανατάραζε τα νερά που τα κύματά τους έκρυβαν τον ήλιο τη μέρα και το φεγγάρι τη νύχτα. Κι όταν τραβιόταν παρέσυραν τους βράχους της ακτής με πρωτοφανή ορμή και δυνατή βουή.  Μια όμως αφήγηση ενός ερασιτέχνη ψαρά θεωρήθηκε αληθινή και γρήγορα μεταδόθηκε με αριστοτεχνικό τρόπο σ’ ολόκληρη την κωμόπολη. Είδε  κι έπαθε, έλεγε ο θαλασσόλυκος αυτός, να γλιτώσει από τα δόντια του σαν το συνάντησε μια άγρια νύχτα με πανσέληνο στα αφρισμένα νερά και ένιωσε τη φοβερή ανάσα του να του καίει το κορμί!

                Το πρώτο πράγμα που τον εντυπωσίασε όταν το πλησίασε ήταν, όπως έλεγε, το μεγάλο μήκος του που έφτανε τα τριάντα μέτρα. Ακόμη το μαυροπράσινο χρώμα του που γυάλιζε εκτυφλωτικά κάτω από το φως του φεγγαριού σαν πελώριο σκουλήκι. Ωστόσο παρά το φόβο του, άρχισε να πλέει με το σκαρί του δίπλα του και να καταγράφει με κάθε προφύλαξη σαν ειδικός ερευνητής την ενστικτώδη και ζωώδη συμπεριφορά του.    Η μεγάλη ποικιλία των χρωμάτων στην επιφάνεια και στο βάθος του νερού, του έδινε την αίσθηση πως κάθε τόσο και λιγάκι το κήτος μεταμορφωνόταν, άλλαζε όψη και γινόταν πιο απειλητικό. Κι αυτό το ένιωσε πολύ σαν ήρθε η στιγμή να παρασυρθεί από το κήτος και να βρεθεί μέσα στη δύνη του εκτοπίσματός του. Τα νερά που με ορμή σκέπασαν το σκάφος του λίγο έλειψε να το βυθίσουν. Έντρομος μετά απ’ αυτό απομακρύνθηκε με μικρές κινήσεις σε ασφαλή απόσταση. Ένας ίσκιος που κινήθηκε κοντά στην πρύμνη του σκάφους και τον αντιλήφθηκε με την αριστερή κόγχη του ματιού του, τον κράτησε σε αγωνία και του ανέβασε τη φιλοπόλεμη διάθεσή του. Έτσι στρέφοντας το κεφάλι προς το μέρος του νυχτερινού επισκέπτη, άρχισε να τον παρακολουθεί.

        Στην αρχή νόμισε πως ένα μικρό  σύννεφο που πλησίασε κι άγγιξε το σώμα του φεγγαριού, θέλησε να τον τρομάξει και ταίριαξε με αφάνταστη πονηριά τροχιά και φως, έτσι για να τον σκιάσει, χωρίς οίκτο και έλεος στην πιο κρίσιμη στιγμή της αγωνία του!  Γρήγορα κατάλαβε πως δεν ήταν έτσι! Κι αμέσως μια κραυγή τρόμου ξέφυγε απ΄ τα χείλη του, τα χέρια του γλίστρησαν απ’ το πηδάλιο κι ο ίδιος βρέθηκε μπρούμυτα στην κουπαστή!  Πεσμένος εκεί μπόρεσε και είδε στην αχλή της νύχτας το θαλάσσιο κήτος που λικνιζόταν σαν δεινόσαυρος πιο πέρα στα μαυρογάλανα νερά! Προσπάθησε να σηκωθεί και να πιάσει το τιμόνι αλλά γλίστρησε και βρέθηκε και πάλι ξαπλωμένος. Και τότε μέσα στους πόνους και τη ζάλη του διέκρινε στην ξέφρενη αντάρα των νερών το κήτος να ‘ρχεται κατά πάνω του! Στην κυριαρχία πλέον της δύναμής του περίμενε την επίθεση, ανήμπορος ν’ αντιδράσει και ν’ αντισταθεί. Χαμένος δεν του ‘μενε τίποτ’ άλλο πριν επέλθει το τέλος του, να ψηλαφίσει με το βλέμμα του στη θαμπή λευκότητα των νερών, να δει και να πάρει κάτι  μαζί του στο σκοτεινό βασίλειο του Άδη που θα κατέβαινε. Σύγκρυο τον έπιασε μ’ αυτό που είδε, φτερό στον άνεμο η ψυχή του πετάρισε κι έλειψε να σβήσει. Στα αφρισμένα νερά δυο κόκκινα μάτια τον κοίταζαν, ένα ανοιχτό στόμα με κοφτερά δόντια τον ορέγονταν!

          Το κήτος ακίνητο λικνιζόταν, παίζοντας με τα νερά και την  αγωνία του. Έβγαζε το κεφάλι του πότε – πότε έξω από τα νερά, κουνούσε την ουρά, βουτούσε και σηκωνόταν με απρόσμενη φιλική και χαλαρή συμπεριφορά. Ο ψαράς όλα αυτά τα θεώρησε καλό σημάδι, έλεγε. Θάρρεψε κι αποφάσισε να επιτεθεί και να δώσει την έσχατη μάχη μαζί του. Έτσι με μα αποφασιστική στροφή του σώματός του, κατόρθωσε και έπιασε το τιμόνι. Με μια απαράμιλλη ύστερα δεξιοτεχνία και με υψηλό σθένος έστρεψε το σκάφος του πάνω στο κήτος. Κι αμέσως ετοιμάστηκε για τη θανατηφόρο εμβολή του.

         Η σκέψη του ήταν να το χτυπήσει μετωπικά και να του λιώσει την κεφαλή με την προπέλα του σκάφους! Άλλαξε όμως γνώμη γιατί θεώρησε υπερβολικό πως μπορούσε να σκοτώσει με τη μία ένα τόσο μεγάλο κι άγριο κήτος. Κι αν αποτύγχανε και η δίνη των νερών αναποδογύριζε το σκάφος; Κινήθηκε  έτσι δεξιά του για να το τραυματίσει και μετά με συνεχείς πλαγιοκοπήσεις και χτυπήματα να το αποτελειώσει. Έτσι με αρκετή ικανότητα έφερε το σκάφος του κοντά του  και ετοιμάστηκε με την πλώρη στραμμένη πάνω  του να το εμβολίσει.

        Το εγχείρημα φαινόταν εύκολο αλλά δεν ήταν. Και τούτο γιατί η θέση του κήτους άρχισε ξαφνικά να μετατοπίζεται από ισχυρά υπόγεια ρεύματα και να πηγαίνει σαν καρυδότσουφλο πότε αριστερά και πότε δεξιά. Έτσι τη στιγμή που το σκάφος πήρε τη σωστή θέση και ο εμβολισμός του κήτους ήταν βέβαιος η ένταση  των υπόγειων ρευμάτων το μετακίνησε πιο πολύ απ’ ότι έπρεπε και το μικρό πλεούμενο δε βρήκε στόχο και παρασύρθηκε από τη δίνη του νερού. Ο ψαράς με απίστευτο θάρρος και τεχνική μπόρεσε και το έφερε στα ίσια του πριν βυθιστεί. Νιώθοντας πια ασφαλής ετοιμάστηκε για το μεγάλο χτύπημα.

          Η μικρή όμως τώρα ορατότητα λόγω των αφρισμένων νερών τον ανάγκασαν να αποφύγει κι αυτή τη φορά τη σύγκρουση και να χρησιμοποιήσει άλλη τεχνική. Έτσι σε απειροελάχιστο χρόνο του ‘στειλε με δύναμη τη βαριά σιδερένια τρίαινα κατ’ ευθείαν στο δεξί μάτι του. Μια απερίγραπτη γοητεία τον πλημμύρισε για το θάρρος του και μαζί με τον επικείμενο τραυματισμό του κήτους που τον περίμενε, ένιωσε ευτυχής. Αλλά δυστυχώς δεν πρόλαβε ούτε ένα δευτερόλεπτο να νιώσει νικητής γιατί ένας οξύς πόνος στο δεξί του χέρι μαζί  με την πλήρη παράλυσή του τον σύνθλιψαν σωματικά  και ψυχικά και τον έκαναν να συνειδητοποιήσει πως ήταν ανήμπορος να συνεχίσει μέχρι τέλους τη μάχη με το θηρίο. Κι όταν έβαλε το αριστερό του χέρι πάνω στην πληγή του δεξιού για να βεβαιωθεί για το μέγεθος της πληγής, με φρίκη άγγιξε μια μεγάλη ουλή που άρχιζε από το μέρος του ώμου κι έφτανε ως τον αγκώνα. Πρώτη σκέψη του ήταν να βρει την αιτία αυτού του σοβαρού τραυματισμού του.  Και με την αγωνία ζωγραφισμένη στο πρόσωπό του άρχισε να ψάχνει παντού σ’ όλο το κατάστρωμα τον αόρατο εχθρό του. Ώσπου το γερό χέρι του έπιασε ένα σιδερένιο κρύο αντικείμενο ανάμεσα στο σωσίβιο και το χοντρό καραβόσκοινο. Το ‘φερε στα μάτια του και το γνώρισε. Ήταν ένα από τα κομμάτια της τρίαινας που έσπασε όταν χτύπησε το σώμα του κήτους! Αυθόρμητα τότε ξεφώνισε μέσα στην παγερή νύχτα του τρόμου που τον έσφιγγε: << καταραμένο τέρας!  Μου ξέφυγες τώρα αλλά την άλλη φορά θα τα πούμε! >> και πανικόβλητος το άφησε στα κρύα νερά τραβώντας νότια, έξω από το χώρο της σύγκρουσης. Ήξερε ένας μέρος που η θάλασσα γαλήνευε, τα ρεύματα σταματούσαν και η έξοδός του στη στεριά θα γινόταν με ασφάλεια και σιγουριά.

 

 

                                            = = = 

    

 

       Τούτη η ιστορία με την απερίγραπτη μαεστρία που τη διηγιόταν ο ψαράς έγινε πιστευτή, εντυπωσίασε τον κόσμο και την είχε στα χείλη  του σ΄ όλες τις στιγμές της καθημερινότητας του. Κι όπως την διάνθιζε πολλές φορές και την άλλαζε με άλλες ηρωικές αφηγήσεις, απόκτησε αρκετούς οπαδούς που την διέδιδαν με υπέρμετρο ζήλο τονίζοντας με έμφαση τα μυθοπλαστικά στοιχεία της.

        Ωστόσο η παραφιλολογία που αναπτύχθηκε σε βάρος της ιστορίας την αποδυνάμωσε αρκετά με τον καιρό χωρίς όμως και να τη ρίξει στον κάδο της λήθης. Αρκετούς τους έκανε καχύποπτους αμφιβάλλοντας για την αληθοφάνειά της και τις αγαθές προθέσεις των αφηγητών. Πολλοί άρχισαν να φοβούνται, οι πιο αφελείς απόφευγαν την επαφή τους με τη θάλασσα και οι  ψυχικώς νοσούντες έβλεπαν την κατάθλιψή τους να επιδεινώνεται.

 

 

                                             = = =

 

 

            Η αναπάντεχη αυτή εμφάνιση του κήτους στα αβαθή νερά της θάλασσας κοντά στην ακτή της Αγίας Κυριακής, ανησύχησε τους άρχοντες της πόλης, που αποφάσισαν να κινητοποιηθούν και να αντιμετωπίσουν το σκληρό επισκέπτη. Γι’ αυτό μια νύχτα βρέθηκαν με κάθε μυστικότητα κοντά στην ακτή που είχε εμφανιστεί το φοβερό κήτος.

            Το σκοτάδι ήταν πυκνό, η θάλασσα αγριεμένη και ο κρύος δυνατός αέρας που ξέβραζε το πέλαγος έκανε πολλούς να μετανιώσουν για την επιλογή τους να βρεθούν εκεί. Προστατεύτηκαν στη στέγη του μικρού υπόστεγου, κτισμένου για τις ανάγκες του προσωπικού του βιολογικού καθαρισμού και δέχονταν με ανακούφιση την προστασία του από τα άσχημα καιρικά φαινόμενα.  Η ώρα περνούσε, η αγωνία κορυφωνόταν και ο πρώτος άρχοντας που είχε και το πρόσταγμα της επιχείρησης στα νερά αργούσε και δεν έλεγε να φανεί! Επί τέλους φάνηκε να περνά την σιδερένια πόρτα του χώρου, να τους πλησιάζει και να σταματά μπροστά τους, φανερά ανήσυχος. Ελάχιστα δευτερόλεπτα μετά τους είπε: <<Δυστυχώς φίλοι μου, είμαστε υποχείριοι  ενός αδίστακτου τέρατος που η περιπλάνησή του στα νερά της θάλασσάς μας, μας γεμίζει Υστερία και Φόβο!  Πιστεύω πως απόψε  η αγωνία μας θα λήξει αφού δυο δύτες μας θα το εντοπίσουν και θα μάθουν πολλά γι’ αυτό. Και τότε εύκολα θα μιλάμε για την αποθέωση του ανθρώπου να τιμωρά τους εχθρούς του, προστατεύοντάς τον από την αλόγιστη αρπακτικότητά τους >>.

             Και μετά απ’ αυτά έδωσε εντολή στους δυο οπλισμένους     δύτες

να βουτήξουν. Τους ζήτησε να εντοπίσουν το τέρας, και με τη βοήθεια του ναυτικού συνεργείου  να το ανασύρουν στη ακτή. Οι δυο δύτες βυθίστηκαν στα νερά, και με ιδιαίτερη προσοχή κατευθύνονταν προς το μέρος που έλεγαν οι φήμες πως ξεβράστηκε το τέρας. Κολυμπώντας και πλησιάζοντας το μέρος του  στο μυαλό τους δεν υπήρχε  άλλη σκέψη  εκτός απ’ αυτή που είχαν πάρει και ρητά έλεγε: << Αν το εντοπίσουν να μην προσπαθήσουν να το σκοτώσουν μόνοι τους. Κάθε σύγκρουση μαζί του ν’ αποφευχθεί  και να επιστρέψουν να πάρουν ενισχύσεις. Ηρωισμοί που θα έθεταν σε κίνδυνο τη ζωή τους δεν χρειάζονταν >>.

          Οι δύτες έψαχναν, η αγωνία των αρχόντων μεγάλωνε, ο Φόβος τους για μια κακή στιγμή των δυτών κάτω από τα αφρισμένα νερά τούς  τρέλαινε.  Τότε ένας  φαντασιόπληκτος μην μπορώντας να τιθασεύσει τα φοβισμένα ένστιχτά του, νόμισε πως διέκρινε στον ορίζοντα της θάλασσας που τον σκέπαζε πυκνό σκοτάδι το φοβερό τέρας! Αμέσως στην ομήγυρη ξέσπασε μια παρά φύση συμπεριφορά, με εκδηλώσεις υστερίας, έξαλλες κραυγές και κινήσεις αλλοφροσύνης. Κι όταν ύστερα από ώρα πολλή είδαν τους δυο δύτες να βγαίνουν από τη θάλασσα και να τους πλησιάζουν, κοντά τους έτρεξαν τα νέα τους ν’ ακούσουν. Τότε ο ένας απ’ αυτούς με κουρασμένη  φωνή τους είπε: << Τέρας δεν υπάρχει αλλά ένας τσιμεντένιος αγωγός, ασύνδετος που κολυμπάει! Θα ‘ναι του βιολογικού καθαρισμού, έργο κακής κατασκευής που η θάλασσα τον νανουρίζει! Ψέματα είναι όλα αυτά, το τέρας τέλος! >>

          Μια φλύαρη κουβέντα για λίγο, ένα μουρμουρητό μετά και οι άνθρωποι στο υπόστεγο προσπάθησαν να φανούν γενναίοι. Πίστεψαν πως τα κακό τέρας χάθηκε, η αγωνία τους έληξε και η φήμη που το ‘θελε κοντά τους θα το ξέχναγε στο εξής. Κοιτάχτηκαν με υγιή συναισθήματα, χτύπησαν με στοργή τις πλάτες ο ένας του άλλου, με όψη χαρούμενη στοιχήθηκαν να πάρουν το δρόμο της επιστροφής.  

         Όμως η υπόκωφη βουή της θάλασσας με τα κύματα βουνά που ξέρασε τους σταμάτησαν. Όλα τα σπλάχνα της χύθηκαν πάνω τους, όλοι οι αέρηδες ενώθηκαν και τους σάρωσαν. Ήρθε και η βροχή, η καταιγίδα, ο άγριος δρόλαπας ο φοβερός και τους τσάκισε, τους έριξε στα γόνατα. Ο ένας έπιανε τον άλλον, οι τοίχοι έπεφταν, οι πόρτες και τα παράθυρα ξεκαρφώνονταν και τα κομμάτια τους σκορπίζονταν εδώ κι εκεί. Σκληρό και ανελέητο το ξέσπασμα της φύσης και δεν έλεγε να σταματήσει. Ώσπου βούλιαξε το υπόστεγο, οι τοίχοι του έγιναν σωροί από σκουπίδια. Την πρώτη ομάδα που ξέφυγε από τα συντρίμμια, στη θάλασσα τους έσπρωξε ένα μεγάλο κύμα.

          << Ένα καταραμένο μπουρίνι είναι που θα περάσει γρήγορα! >> είπε ο δήμαρχος σε όσους έμειναν γύρω του  και κρατήθηκε με το χέρι του στο σφηνωμένο σίδερο του τοίχου. Δεν πρόλαβε να πει τίποτ’ άλλο. Ένα λυσσασμένο κύμα τον ρούφηξε, ύστερα τους άλλους, και τους έπνιξε μες στα θολά νερά του. Πίσω τους νερά πολλά νερά και λερωμένα από σκουριές, λάδια και μπογιές παλιά φτιασίδια μιας όμορφης ζωής ακολουθούσαν και ύστερα πάλι πιο πίσω άλλη φουρνιά με πέτρες, ξύλα και αέρα ψυχρό, κυλούσαν κάτω από το μαύρο ουρανό.

            ellinikoxronogragima.blogspot.gr

 

  

          

 

 

                            Παναγιώτης  Αντωνόπουλος

   Διήγημα


                       Η άνθηση της διαφθοράς      

 

           Εδώ και μέρες η πόλη έβραζε σαν ηφαίστειο. Και αιτία ήταν η απόφαση που πήραν και διέρρευσε οι επώνυμοι άρχοντες και οι ισχυροί οικονομικοί παράγοντες, πως  θα  μαζεύονταν  αρχές  του  καλοκαιριού, << στο σπίτι της διαφθοράς >>  για την ετήσια συνάντηση οργίων! Πολλοί ήταν εκείνοι που σκέφτηκαν  ν’ αρπάξουν τα μαχαίρια και να τους σταματήσουν, άλλοι πως το πιο σωστό ήταν να τους κάψουν το βράδυ της συνάντησης και οι πιο συνετοί μίλησαν για μια δίκαιη τιμωρία που θα ερχόταν από τη Θεία Δίκη και την Εκδίκηση.

          Ο πρώτος που δίδαξε τούτη τη συνάντηση των οργίων ήταν ο βαρόνος Ντε Πιε, Φράγκος στην καταγωγή, που  ήρθε σαν καταχτητής κι αφού απόχτησε πολλά λεφτά και χτήματα, σκέφτηκε να τα ξοδέψει σε  ακολασίες, σαρκικές επαφές, ερωτικά διεφθαρμένα βίτσια, και συμπόσια με κακόγουστα αναγνώσματα και συζητήσεις μεταξύ των καλεσμένων. Η παράδοση ανέφερε πως ο ίδιος ήταν πνευματικά καθυστερημένος και σωματικά ανάπηρος, με το δεξί του πόδι ξύλινο και το αριστερό του μάτι βγαλμένο. Παρά ταύτα ήταν δεινός εραστής που έφτανε ως τον παραλογισμό και τη διαφθορά. Σαν αποφάσιζε, έλεγε ο μύθος, να σμίξει με γυναίκα, κλειδωνόταν τρεις μέρες και τρεις νύχτες στην κάμαρά του ολομόναχος και σαν ο μαζοχισμός του τον έφερνε σε κατάσταση τρέλας, έπεφτε πάνω της με τόση μανία και πάθος που την άφηνε μόνο σαν την έβλεπε αναίσθητη και ταπεινωμένη.Άλλες φορές έβαζε κάτω στο πάτωμα τα ολόχρυσα κηροπήγια, άναβε τα κατάμαυρα κεριά τους και σαν οι φλόγες τους τα έλιωναν ως τη μέση, τα έσβηνε για  να γεμίζει έτσι ασφυκτικά η κάμαρά του καπνό. Αυτός τότε  σχεδόν αναίσθητος πάνω στο κρεβάτι, καλούσε με δυνατές κραυγές υστερίας τη γυναίκα που θα πλάγιαζε μαζί του.

          Τα ομαδικά όμως ερωτικά όργια ο βαρόνος Ντε Πιε τα έκανε στην πολυτελέστατη αίθουσα του σπιτιού της διαφθοράς που ομολογουμένως ήταν μια από τις καλύτερες που έχει δει ανθρώπινο μάτι εξαιτίας της πρωτότυπης και εκκεντρικής διακόσμησή της. Έτσι οι κληρονόμοι συνέχιζαν και σήμερα τα βίτσια του βαρόνου και ο ιδιοκτήτης του σπιτιού, ένας επώνυμος, στυγνός και αδίσταχτος επιχειρηματίας, <<διαχειριστής τοξικών ουσιών >> υπερέβαλε τον προκάτοχό του εραστή στην ακολασία και φιλοδοξούσε να φτάσει αυτός πιο βαθιά στο σκαλί της διαφθοράς.Τη φιλοδοξία του αυτή την αποτύπωσε ακόμη και στην εξωτερική όψη του σπιτιού.  Στο τριώροφο αυτό σπίτι με τα πολλά παράθυρα, την κόκκινη σκεπή και τον ψηλό μαντρότοιχο, έβαλε πέντε θεότρελους ζωγράφους κι έφτιαξαν πάνω στους τοίχους του, ό,τι χειρότερο μπορούσε να δώσει και η πιο αρρωστημένη φαντασία, έτσι που οι παραστάσεις προκαλούσαν τρόμο και φρίκη στο βλέμμα του κάθε επισκέπτη.

          Στη δεξιά πλευρά αιμοσταγείς δράκοντες έσμιγαν μπροστά από τις θεόρατες σπηλιές τους με ολόγυμνες γυναίκες που ανάμεσα στα μυτερά δόντια τους, πάλευαν τρεμάμενες να ξεφύγουν και ν’ απαλλαγούν από το σαρκικό τους μαρτύριο που τις περίμενε. Ενώ  στα πόδια τους τα πυρακτωμένα καρφιά που έμπαιναν στα πέλματά τους και τα έκαναν να αιμορραγούν έδειχναν να δυσκόλευαν το πάλεμά τους με τους δράκους που έκαναν ό,τι μπορούσαν να κρατήσουν πάνω τους τα ματωμένα κορμιά τους.

          Στην αριστερή πλευρά σκληροτράχηλοι σάτυροι είχαν στήσει τα δικά τους ερωτικά παιχνίδια με γυναίκες ζωόμορφες. Και καθώς οι σάτυροι έσφιγγαν στις αγκαλιές τους τα κορμιά τους, ανάμεσα στα δυο πόδια τους ανέβαινε ένα πελώριο φίδι με εφτά κεφάλια και τρεις ουρές δείχνοντας πως ήθελε να φτάσει εκεί που τα δυο κορμιά έσμιγαν.

          Στην πρόσοψη τώρα οι εικόνες  θύμιζαν σκηνές από την Κόλαση. Δε θα τις περιγράψουμε όλες αλλά θα σταθούμε σ’ εκείνες που έδειχναν τους Κενταύρους και τις νεκρές γυναίκες. Ήταν μια σκηνή που σοκάρισε και τους πιο επιρρεπείς σε τέτοιες απεικονίσεις φρίκης και συζητήθηκε πολύ αν  έπρεπε ο καλλιτέχνης να δείξει όλη του την πρωτόγονη αγριότητα ή να την αποκρύψει. Όσοι λοιπόν άντεχαν να κοιτάξουν τούτη την εικόνα και δεν απέστρεφαν τα μάτια τους από αηδία, μπορούσαν να διακρίνουν όπως είπαμε τα ερωτικά παιχνίδια των Κενταύρων με τις νεκρές γυναίκες, που, οι πιο πολλές ξαπλωμένες  μπρούμυτα και σκεπασμένες με τις φυλλωσιές, έδειχναν να κακοποιήθηκαν βάναυσα από τους ερωμένους τους, κατά τη στιγμή της ερωτικής πράξης πριν φθάσουν στην κατάσταση που τις ήθελε η αρρωστημένη φαντασία του ζωγράφου.                                                                                            

          Μια φαντασία που αν σταματούσε εδώ ίσως τη δικαιολογούσαν μερικοί αλλά δυστυχώς συνέχιζε την αρρωστημένη του έκφρασή της μ’ ένα πίδακα στο κέντρο της παράστασης να εξακοντίζει το αίμα που έβγαινε με δύναμη πάνω στα ξαπλωμένα κορμιά και να τα ραντίζει με μεγάλες και πολλές πιτσιλιές, κάνοντάς τα τόσο μακάβρια και αποκρουστικά που το μάτι δύσκολα άντεχε να συνεχίσει να κοιτάζει.

            Ύστερα απ’ όλα αυτά εύκολα δικαιολογεί κανείς εκείνους τους εμπρηστές που ήθελαν να το κάψουν το σπίτι μαζί με τη διαφθορά που λίμναζε τους χώρους του. Επικρατούσε όμως πάντοτε η ψυχραιμία και η λογική κάποιων που έλεγαν πως η διατήρησή του ήταν εθνική και ιστορική επιταγή για να θυμίζει στους νεότερους << τη δόξα και τα κλέη των προγόνων τους >>.  Έτσι << το σπίτι της διαφθοράς >> έμενε όρθιο και συνέχιζε μαζί με τους καλεσμένους του το δρόμο που χάραξε αιώνες πριν ο βαρόνος Ντε Πιε.

          Οι πιο πολλοί όμως συνδαύλιζαν την καταστροφή του κι από ζήλια. Και τούτο γιατί η τάξη τους, φτωχή και περιθωριακή που ήταν, ποτέ δε θα ‘παιρνε εισιτήριο εισόδου στους κρυφούς και μυστηριώδεις χώρους του. Και η εμπειρία μιας τόσο αισθησιακής απόλαυσης που κυριαρχούσαν τα όργια θα ήταν γι’ αυτούς όνειρο απατηλό. Έτσι αποκλεισμένοι από το παιχνίδι, ετοίμαζαν και ύφαιναν το σάβανό του. Ακόμη η σύγχυση που επικρατούσε γύρω από τα τεκταινόμενα μέσα στους τέσσερις τοίχους τούτου του σπιτιού, μεγάλωνε την περιέργειά τους και κάλπαζε την αρρωστημένη φαντασία τους. Έτσι πολλές ιστορίες που έπλαθαν υπερέβαλαν ακόμη και την πραγματικότητα. Μια πραγματικότητα που μόνο οι προνομιούχοι και οι περιούσιοι την γνώριζαν και που ποτέ δε θα τη φανέρωναν στα κατώτερα στρώματα

         

 

 

                                                * * *

         

 

 

 

 

          Έτσι μια ασέληνη νύχτα του Ιουνίου οι επισκέπτες εισέβαλαν με κάθε μυστικότητα στο σπίτι των οργίων και πήραν τις θέσεις τους στην τεράστια και πλούσια διακοσμημένη αίθουσα. Αμέσως ο επιχειρηματίας και ιδιοκτήτης του σπιτιού, καθισμένος στον εβένινο θρόνο του και ντυμένος με μαύρο πανάκριβο κουστούμι, έδωσε εντολή στο υπηρετικό του προσωπικό να σερβίρει τους καλεσμένους. Κι αυτοί χωρίς καθυστέρηση τον άκουσαν και γύρισαν με τους δίσκους φορτωμένους κολονάτα ποτήρια, γεμάτα με μαύρο μυρωδάτο, ποτό. Σαν τ’ άφησαν πάνω στο τραπέζι έφυγαν εκτός από έναν ο οποίος σαν χαμήλωσε τα φώτα τους ευχήθηκε καλή διασκέδαση και αποτραβήχτηκε διακριτικά στο διάδρομο που βρισκόταν στα αριστερά της αίθουσας.

          Τότε ο ιδιοκτήτης στράφηκε δεξιά του και παίρνοντας  ένα δίσκο από μια ξυλόγλυπτη θήκη τον έβαλε με επιτηδειότητα στο πικάπ που άρχισε να παίζει με γρήγορο ρυθμό μια αισθησιακή μουσική που φάνηκε ν’ άρεσε σε όλους. Σαν τους συνέστησε να πιουν με την ησυχία τους το ποτό τους, ο ίδιος πέρασε απ’ όλα τα τραπέζια και ζήτησε ιπποτικά το χέρι κάθε γυναίκας. Ύστερα σαν τα φίλησε και τους είπε από ένα κολακευτικό λόγο, κάθισε πάλι στη θέση του απολαμβάνοντας κι αυτός το ποτό του και τη μουσική. Όταν  προχώρησε η ώρα και το μεγάλο ρολόι του τοίχου χτύπησε μεσάνυχτα ο ιδιοκτήτης σηκώθηκε, κατευθύνθηκε στη βορινή πλευρά της αίθουσας, σταμάτησε όταν έφτασε και πατώντας ένα πράσινο διακόπτη, τη βύθισε στο σκοτάδι.  Ο φόβος των καλεσμένων ξεπεράστηκε γρήγορα και οι πρώτοι ψίθυροι διαμαρτυρίας σταμάτησαν σαν ένα μικρό κόκκινο φωτάκι φώτισε αδρά την αίθουσα. Και τότε οι καλεσμένοι είδαν ν’ ανοίγει το παραβάν που ως τότε ήταν κλειστό  και να εμφανίζεται στα έκπληκτα μάτια τους ένα εντυπωσιακό ολόχρυσο κρεβάτι που τους τρόμαξε. Και τούτο γιατί τα τέσσερα πόδια του είχαν τη μορφή της  ύαινας και στα υπόλοιπα μέρη του είχαν σφυρηλατηθεί διάφορα κεφάλια φιδιών που άφηναν όλα απ’ τα ανοιχτά στόματά τους να φαίνονται τα φοβερά κεντριά τους. Στην πλάτη τώρα του κρεβατιού δυο γεράκια άγρια συμπλέκονταν με τα μυτερά τους ράμφη, ενώ από τα ματωμένα  τους κεφάλια το αίμα τιναζόταν σαν πίδακας  γύρω τους.

          Η αντίδραση των  καλεσμένων σε τούτη τη φριχτή θέα του κρεβατιού ήταν άμεση και γρήγορη. Πολλοί ψιθύρισαν, άλλοι φώναξαν και μερικοί κινήθηκαν με άγριες διαθέσεις από τις θέσεις τους. Μόνο ο ιδιοκτήτης παρέμεινε ατάραχος και ψύχραιμος στη θέση του, για να τους πει λακωνικά, δείχνοντας με το δεξί του χέρι στο βάθος του διαδρόμου: << Και τώρα κοιτάξτε όλοι σας τη γυναίκα που οι άντρες θα ήθελαν να την είχαν δική τους και οι γυναίκες θα  ζήλευαν  το κορμί της και τις σεξουαλικές της επιδόσεις! >>Πράγματι μια εντυπωσιακή ξανθιά γυναίκα, γλυκύτατη και γυμνή τους μάγεψε με την κορμοστασιά τους, το έντονο θηλυπρεπές περπάτημά της και το λάγνο βλέμμα της. Κι αμέσως βρέθηκε ξαπλωμένη στα λευκά σεντόνια του κρεβατιού, αφήνοντας τα αφράτα στήθια της και τα τορνευτά μακριά πόδια της στολίδια του σκανδάλου σε τόσα πεινασμένα μάτια.

          Πάλι τότε ο ιδιοκτήτης παρενέβη ανάμεσα στους καλεσμένους και το πύρινο κορμί της γυναίκας για να τους πει με φωνή αισθησιακή: << Πριν αποσυρθείτε στα δωμάτια με τις γυναίκες σας, η γυναίκα που βλέπετε ξαπλωμένη στο κρεβάτι θα σας διαβάσει μια περικοπή από το βιβλίο << Η άνθηση της διαφθοράς >> που τόσες σεξουαλικές συγκινήσεις έχει προσφέρει στον κόσμο των οργίων. Καλή σας ακρόαση!>>Απλώνοντας ύστερα το χέρι έδωσε στη γυναίκα το χρυσόδετο  βιβλίο. Σαν ανασηκώθηκε εκείνη και το πήρε, ακούμπησε την πλάτη της στο προσκεφάλι του κρεβατιού  και άρχισε να διαβάζει καθαρά και δυνατά:

          << Σαν έβγαλε το ρούχο της η γυναίκα κι απόμεινε γυμνή, αρωματίστηκε και έπεσε με την πλάτη στην καρέκλα του Έρωτα. Ο άντρας ολόγυμνος κι αυτός, πλησίασε κι αφού πάτησε στις μεταλλικές βάσεις της καρέκλας, έσκυψε, ανασήκωσε απαλά τα πόδια της και τα ‘φερε στη μέση του. Με  τα χέρια του  έπιασε τη δερμάτινη ζώνη που κρεμόταν στα πλάγια της καρέκλας κι αφού την πέρασε πάνω από το  σώμα της, το ασφάλισε προσεχτικά. Μετά κοίταξε το γυμνό σώμα, έβαλε απαλά τα χέρια του στα δυο στήθη της κι άρχισε να τα χαϊδεύει επιτήδεια κοντά στις θηλές. Σε λίγο από τα χείλη της ερεθισμένης γυναίκας ακούστηκαν οι πρώτες δυνατές  κραυγές της ηδονής… >>.

          Σ’ αυτό το σημείο η φωνή της έσβησε. Κι όλοι οι καλεσμένοι είδαν το βιβλίο να φεύγει από τα χέρια της και να πέφτει στο δάπεδο χτυπημένο με απερίγραπτη δεξιοτεχνία από ένα μαχαίρι που πέρασε το παράθυρο κι έσκισε με φοβερή δύναμη τον αέρα. Και πριν οι καλεσμένοι προλάβουν να αντιδράσουν βλέπουν έναν υπηρέτη να φτάνει τρέχοντας και ν’ αναγγέλλει στον ιδιοκτήτη, φοβισμένος: << Ο λαός της πόλης είναι απέξω και πολιορκεί το σπίτι! Είναι εξαγριωμένος και κινδυνεύετε! Δώστε εντολή να εκκενωθεί και να φύγετε! >>

          Στην κατάσταση πανικού που επακολούθησε ο ιδιοκτήτης έδειξε ασυνήθιστη ψυχραιμία. Και σαν έσπρωξε τον υπηρέτη από μπρος του με το χέρι του, κινήθηκε αργά - αργά και τελετουργικά πάνω από το πεσμένο μαχαίρι και σταμάτησε. Έσκυψε το πήρε κι αφού καθάρισε με το δείκτη του αριστερού του χεριού τις λίγες σταγόνες αίματος που ήταν απλωμένες στην κόψη της λάμας του, προχώρησε και στάθηκε τώρα στο ύψος του παράθυρου. Εκεί κόλλησε το πρόσωπό του στο μέρος που έχασκε από το πέρασμα του μαχαιριού και κοίταξε έξω. Αυτό που είδε τον γέμισε τρόμο και φρίκη. Τραβήχτηκε έτσι πανικόβλητος πίσω και ψιθύρισε κάτωχρος, στους καλεσμένους: << Τα άγρια ένστιχτά τους ζητούν εκδίκηση! Ο κακός δαίμονας που υπάρχει εδώ μέσα ας σκεφτεί κάτι να γλιτώσουμε >>.

          Και τότε είδε τη γυναίκα του κρεβατιού,   μεταμορφωμένη  σε  μια αηδιαστική κι αποκρουστική γριά, να ‘ρχεται προς το μέρος του, κρατώντας στα δυο της ισχνά χέρια, το βιβλίο  και να του το δείχνει ενώ έσταζε αίμα από τις κουρελιασμένες σελίδες του. Για να την αποφύγει κινήθηκε προς το βάθος της αίθουσας. Αυτή όμως συνέχιζε να τον ακολουθεί δείχνοντας την απειλητική της διάθεση.  Τότε ο ιδιοκτήτης για ν’ απαλλαγεί από τη δυσάρεστη παρουσία της, σήκωσε το μαχαίρι και ετοιμάστηκε να της επιτεθεί, ξεστομίζοντας τη μία ύβρη μετά την άλλη.  Κι ενώ όλοι περίμεναν το μοιραίο ένας υπηρέτης πρόλαβε και του άρπαξε το χέρι, κάνοντας το μαχαίρι να πέσει και να συρθεί στο διάδρομο και τον ιδιοκτήτη ν’ απομένει ακίνητος σαν στήλη άλατος. Και πριν προλάβει να κάνει οτιδήποτε, βλέπει τον υπηρέτη να τον πλησιάζει και να του ψιθυρίζει στο αυτί: << Το αίμα της είναι αθώο, αλλού να ψάξεις να βρεις την ενοχή >>. Τον κοίταξε με περιφρόνηση ο ιδιοκτήτης και τον ρώτησε με αγωνία: << Άφησε τέτοια ώρα τις ενοχές και πες μου πως θα γλιτώσουμε!>> Ήταν η σειρά τώρα του υπηρέτη   να τον κοιτάξει με περιφρόνηση. Κι αφού το έκανε, του είπε μ’ ένα ειρωνικό χαμόγελο: << Φύγετε! Φύγετε από την πίσω πόρτα! >>

          Οι φωνές έξω του κόσμου, όσο περνούσε η ώρα γίνονταν πιο απειλητικές. Έτσι οι καλεσμένοι έδειξαν έντονη ανησυχία και οι πιο πολλοί σηκώθηκαν από τις θέσεις τους, θέλοντας να κινηθούν προς την έξοδο. Τους είδε ο ιδιοκτήτης και σαν τους έδειξε το βάθος του διαδρόμου, τους είπε προτρεπτικά: << Κατεβείτε από τη σκάλα της πίσω εξόδου και βγείτε στον κήπο. Από κει παραβιάστε τη σιδερένια καγκελόπορτα και κρυφτείτε στο δάσος >>. Σε λίγο ακούστηκαν σπαρακτικές φωνές. Λίγες στην αρχή αλλά μετά πλήθυναν. Το ορμητικό κύμα που δημιούργησε ο συνωστισμός τους παρέσυρε και τους κατρακύλησε ως το τελευταίο σκαλί. Ο χώρος γέμισε μια μάζα από ανθρώπους κι έγινε τόπος μαρτυρίου.

          Πολλοί ακρωτηριάστηκαν, άλλοι έχασαν τα μάτια τους, οι πιο δειλοί λιποθύμησαν και οι πιο άτυχοι έβλεπαν τα παραμορφωμένα σώματά τους και ξεσπούσαν σ’ ένα ανελέητο θρήνο.  Όσοι τώρα κατόρθωσαν ν’ ανοίξουν την πόρτα και να περάσουν στον κήπο, σύρθηκαν κακήν κακώς ως την καγκελόπορτα κι αφού την παραβίασαν βγήκαν έξω και με κάθε προφύλαξη έφτασαν στο πυκνό δάσος όπου και κρύφτηκαν πίσω από τους  χονδρούς   κορμούς των δέντρων που μαζί με το θρόισμα των φύλλων  ακούστηκαν και τα πρώτα ουρλιαχτά των λύκων.

          ellinikoxronografima.blogspot.gr

         

         

         

 

Δευτέρα 14 Οκτωβρίου 2024

 

    Με την πένα

                                                        Η   παρέα    


                                                       

             Κλειστήκαμε στα τέσσερα ντουβάρια αναγκαστικά, είτε λόγω κορoνοϊού είτε λόγω οικονομικής κρίσης, τη ζωή μας να σώσουμε, χάσαμε όμως την κοινωνικότητα, τη συναναστροφή ως ιδιάζοντα στοιχεία της ανθρώπινης υποστάσεως.  Στα << Πολιτικά >> ο Αριστοτέλης γράφει: <<Ο δε μη δυνάμενος δι’  αυτάρκειαν ούθεν μέρος πόλεως, ώστε ή θηρίον ή θεός >>.  Μεταφραζόμενο σημαίνει: << όποιος δεν είναι ικανός να συμμετάσχει  σε μια κοινότητα ή δεν του χρειάζεται επειδή είναι αυτάρκης, σε καμιά περίπτωση δεν αποτελεί μέρος της πόλης και κατά συνέπεια είναι ή άγριο ζώο ή θεός>>.

                Αναγκαστικά έγκλειστοι  ξεκόψαμε από τους φίλους, τέρμα τα μπαρ και τα καφενεία, οι χειραψίες, οι ασπασμοί, οι φιλικές σφαλιάρες στην πλάτη, όλα αυτά σαν φυσικά επακόλουθα, υποκαταστάθηκαν από την ψηφιακή προσομοίωση. Λάικ, κόκκινες καρδούλες, φατσούλες γελαστές ή μη, κι άλλα ιδεογράμματα της κοινωνικής δικτύωσης έφτασαν στο φόρτε τους, έγιναν καλούπια συμπεριφοράς σε κωδικούς από του μακρόθεν.

             Η παρέα τουτέστιν  ή  παρεούλα, αντικαταστάθηκε από την κλεισούρα, σε σημείο που σαν το σκέφτεσαι, σαλτάρεις, πάει να πει. Ενδιαφέρον έχει εδώ η ετυμολογία της λέξης << παρέα >>. Ισπανοεβραϊκός ο όρος, που έρχεται από την << parea >>, Ισπανική λέξη για  το  ανδρόγυνο  από το  επίθετο <<parejo >>  που σημαίνει << όμοιος >>.  Στο συμπόσιο  ο  Πλάτων  λέει:  <<  Όμοιος ομοίω αεί πελάζει >>.

            << Πάρε την παρέα σου κι έλα >> λέμε στο φίλο, <<πρόσεχε μη σε καταστρέψουν οι παρέες >> στο παιδί, << παρεϊτσα >> και << παρεούλα >> οι δόκιμες λέξεις που ξεχειλίζουν τρυφερότητα και ακούγονται καθημερινά. Ακόμη και η πινακίδα << Γεωργίου και Σία >> έχει να πει κάτι για την << παρέα >> και τη << συντροφιά >>. Η συντροφιά βγαίνει από το << σύντροφος >> που είναι ο φίλος, ο συμπαραστάτης, αυτός που συνδέεται πολύ στενά με κάποιον: φιλικά, ερωτικά, συζυγικά, πολιτικά. Στον κομμουνισμό σύντροφος είναι αυτός που έχετε ανατραφεί μαζί κι έχετε φάει ψωμί και αλάτι. Το ετυμολογικό << συντρέφω >>, συν+τρέφω.  Καραμπινάτη λέξη της Αριστεράς, έχει σχέση με το σύντροφο και τα πισώπλατα μαχαιρώματα ή συντροφικά. Δυστυχώς το μαχαίρι δεν είναι μόνο να κόβει το ψωμί αλλά και να σκοτώνει. Πολλά μαχαίρια μπήκαν σε κορμιά σε όλες τις κομματικές και πολιτικές αποχρώσεις.

       Ερήμην κορονοϊού και κρίσης, παρέα, συντροφιά, κοινωνικότητα, πήγαν περίπατο. Μόνος στο σπίτι διαβάζεις βιβλία, βλέπεις ειδήσεις, ταινίες, γκρινιάζεις με τη συμβία και τους λοιπούς, από το σαλόνι πας στο υπνοδωμάτιο με τη φόρμα, τις παντόφλες και τον καφέ στο χέρι. Συνηθισμένος από το έξω, ρίχνεις και καμιά ματιά  από το παράθυρο να δεις τις γαλάζιες λωρίδες του ουρανού κι επιστρέφεις στα ίδια πέρα δώθε, μουρμουρίζοντας και προσευχόμενος  << ο θεός να βάλει το χέρι του >>.

                                                                                                           ΠΑΝ

 

     ellinikoxronografima.blogspot.gr    panant1947@gmail.com

Πέμπτη 10 Οκτωβρίου 2024

 

Χρονογράφημα

 

 

                       Ο  Φλούφλης και η πενταήμερη αποβολή 


 

                                        Του Παναγιώτη  Αντωνόπουλου

 

 

      Από εφημερίδα της εποχής:  Ιλαροτραγικαί σκηναί συνέβησαν την εσπέραν της Κυριακής εις τινα οικίαν της πόλεως μας, όπου  μαθηταί και μαθήτριαι του ενταύθα Γυμνασίου  διασκεδάζοντες δια  μοντέρνων χορών, << ροκ- εντ-ρολ >> κ.λ.π. αιφνιδιάστηκαν παρά του γυμνασιάρχου των, όστις κατέλαβε και τινάς εξ αυτών καπνίζοντας,

    Ευθύς ως αντίκρισαν τον γυμνασιάρχην των, οι νεαροί και αι νεαραί, πανικοβλήθησαν, ως εγκλωβισθέντες εις φάκαν. Εγνώσθη ότι κατά των μαθητών τούτων θα επιβληθούν βαρύταται κυρώσεις.

     Περίπου τα ίδια είχε κάνει και ο δικός μου γυμνασιάρχης τη δεκαετία του ΄70 που κατέστρωσε ακαριαίως το σχέδιο του να μας κάνει τσακωτούς καπνίζοντες στο ξενοδοχείο. Άλλωστε θεωρούσε εαυτόν και έξοχο ντετέκτιβ πέρα από τα φιλολογικά του καθήκοντα.  Έτσι οσάκις μυριζόταν ύποπτες τις κινήσεις μας, φορούσε στραβά το τραγιασκάκι του και επιτελούσε στο ακέραιο το καθήκον της προστασίας μας.

     Στο ξενοδοχείο  << Χελμός  >> λοιπόν που  καταλύσαμε όλο το τσούρμο του λυκείου, μετά την ολοήμερη περιπλάνησή μας στα ιστορικά μέρη της περιοχής, της Αγίας Λαύρας και του Μεγάλου Σπηλαίου, πιστέψαμε πως θα βρίσκαμε την ησυχία μας από τους φαντομάδες καθηγητές μας, που άλλο δεν έκαναν από το πρωί από το να μας κιαλαρίζουν, που πάμε και τι κάνουμε. Βυθισμένοι άλλοι στον ύπνο κι άλλοι στο πινακ το απολάμβαναν και το διασκέδαζαν. Εγώ με το φίλο μου, ένα σπίρτο στις βρομοδουλειές, το ρίξαμε στο κάπνισμα. Ενώ στην ηλικία μας απαγορευόταν ρητώς από τη σύγκλητο του σχολείου το τσιγάρο, ο φίλος έκανε τον ψόφιο κοριό κι όπου πηγαίναμε με το εκδρομικό φουσάτο, παφ πουφ το αρχινούσε και δεν το σταμάταγε. Έτσι αιφνιδίως βγάζει από τη θήκη των αποσκευών του ένα πακέτο << Άσσο >> και μου προσφέρει ένα. << Ο  << Φλούφλης >> παραφιλάει έξω >> του λέω, εννοώντας  το   γυμνασιάρχη, αν  μπει καήκαμε! Τι θα κάνουμε; >>  << Σιώπα >> μου απαντάει, << φλερτάρει με τις καθηγήτριες και τους  δείχνει την πλαδαρότητα της σαρκός του >>  και κάνοντας ένα τσαφ με το σπίρτο στο κουτί μου δίνει φωτιά.

       Τραβούσαμε ξαπλωμένοι στα κρεβάτια μας, προβάλλοντες κουτοπόνηρες δικαιολογίες τι θα πούμε αν μπουκάροντας μέσα μας έπιανε. Και να όμως που η πόρτα άνοιξε και σαν σίφουνας μπήκε μέσα! Και τότε ποιος είδε το Θεό και δεν το φοβήθηκε!  Μας άρχισε στις φάπες, στο κλοτσοσκούφι και στις βρισιές  με φράσεις ακατονόμαστες και  φωνή χαλασμένου φλάουτου. Γαμψόνυχοι κόρακες οι καθηγητές μας στο συμβούλιο διδασκόντων που μας πέρασε, μαζί του κράζοντας άγρια, ζητούσαν την τιμωρία μας. Μας έστειλαν στην << κρεμάλα >> με πενταήμερη αποβολή για  να << συνετιστούμε και να το κόψουμε το ρημάδι τo σιγαρέτο >> ως μας ανακοίνωσε ο Φλούφλης, υπενθυμίζοντας πως απαραιτήτως πρέπει να παρουσιαστούν και οι κηδεμόνες μας. 

     Ο γεννήτορας στο χωριό, τρεις ώρες ποδαράτο πώς να πας;  Μπακαλόγατος. Κι αν εκείνη τη στιγμή ήταν πάνω απ’ το γκαζοτενεκέ με τις ρέγκες πώς να το πεις;  Πώς να του εξηγήσεις πως κάναμε μια εφηβική τρέλα;

ellinikoxronografima.blogspot.gr

 

Χρονογράφημα

 

 

 

 

 


                                    Ελλάδα, έρημη  χώρα

 

 

                                             

 

                                         

 

                                         Του Παναγιώτη Αντωνόπουλου

 

 

 

              Με  το ταμείο μου μείον και  σκονισμένο αέρα γεμάτο φούμαρα από ολίγιστους πολιτικούς το ευ ζην μου σιγοντάριζα έχοντας στο on το παμπάλαιο δέκτη μου. Τρεφόμενος μόνιμα από τη σακούλα που μου διανέμει το κοινωνικό παντοπωλείο της γειτονιάς μου, περίμενα να κόψουν κι ένα << κοντύλι >> για το ισχνό σαρκίο μου που φορεί σχισμένο παπούτσι, ζεσταίνεται με κάρβουνο και χορταίνει με  όσπριο και ληγμένο  γάλα από το ευρωπαϊκό μπακάλικο.  Τζίφος, δεν έγινε τίποτα. Πάλι το ψίχουλο μου πέταξαν, τη μπουκιά μου στεγνωμένη θα κατεβάζω, μια μαριονέτα μαϊμού ανάπτυξη  θα με ξεσφερτσάζει αθροίζοντας τα βερεσέδια μου, ζητώντας να με ρίξει στο Άουσβιτς για σαπούνι.

              Πολύ θα ήθελα, περπατώντας στο στρωμένο χαλί του γραφείου τους να τους πλησιάσω και τη γροθιά μου να χτυπήσω μπροστά τους. Ν’ αναπηδήσει το τασάκι, να χυθούν οι στάχτες, τα χαρτιά τους να σκορπίσουν και όπως θα ‘ναι λαγοί λερωμένοι, στο λαιμό να τους σφίξω με τον τρίχινο λαιμοδέτη. Ύστερα  απροσκύνητος σαν τον Κολοκοτρώνη την καχεκτική τους ψυχή να στολίσω με λόγο μασκοφόρου  εκδικητή:  << Για δέστε πως μας κατάντησαν τα άθλια κόμματά σας, πενήντα πέντε το ψωμί και δέκα το λεμόνι.  Η πείνα μας θερίζει,  στις τσέπες μας δεν υπάρχει δίλεπτο, ζούμε στην κατάψυξη του αρκτικού χειμώνα, έχουμε άδειο το ντεπόζιτο του καλοριφέρ,  καύσιμη ύλη δεν υπάρχει ούτε για δείγμα. Ζούμε με  όσπριο, λίγο ψωμί, νερό και ζοχούς.

            Στο νέο καπετάνιο της  πατρίδας που διέλυσε έτι εις τα ων συνετέθη την αμαρτωλή κολπατζού κοινωνία των προηγουμένων, τούτα τα λιτά να πω: << Ουδείς βεβαίως σήμερα υπάρχει στην Ελλάδα όστις να πιστεύει ότι επί ρόδων κοιμόμαστε, ουδέ πως η κλινοστρωμνή που σεις στρώνετε για το λαό θα είναι στρωμένη με αβρά και πέταλα ανθηρά. Πεινασμένοι γαυγίσαμε τη νίκη σας όπως οι δαιμονιώντες σκύλοι. Απολυμένοι   με μουντζουρωμένα χέρια  σας έφεραν στην εξουσία γιατί θέλουν δουλειά. Πένητες και φτωχοί σας ψήφισαν γιατί τους έλειπε το φάρμακο και  ο γιατρός.   Ξεβρασμένοι με σάπιες πλώρες στην ξενιτιά την υπόσχεσή σας περιμένουν  να επιστρέψουν στα πάτρια, κάτω από την ουράνια χάρη να λάμψουν της πούλιας.

        Αλλά ποια πούλια! Αν ήταν έτσι δε θα αναγκαζόταν ο Παλαμάς να γράψει: << Βοσκοί στη μάντρα της πολιτείας, οι λύκοι! Στα όπλα Ακρίτες! Μακριά και οι φαύλοι και οι περιττοί. Καλαμαράδες και δημοκόποι και μπολσεβίκοι. Για λόγους άδειους ή για του ολέθρου το έργο βαλτοί >>.

       Έρημη χώρα!

             ellinikoxronografima.blogspot.gr