Τετάρτη 5 Αυγούστου 2026

 

Κυπαρισσιώτικες ιστορίες

                                  Κέφια στην ταβέρνα της Αρκαδιάς << Ο ΠΛΑΤΑΝΟΣ >>                                                     Παναγιώτη Αντωνόπουλου


               Καθώς ψυλλιαστήκατε από τον τίτλο το χρονογράφημα θα είναι εύθυμο και συναρπαστικό! Κι αυτό γιατί θα αναφερθώ στον Πλάτωνα. Όχι το φιλόσοφο, που φύλαξε μετερίζι στις πνευματικές Θερμοπύλες της Αθήνας, αλλά τον τροβαδούρο ποιητή της καθημερινότητας. Του σκασμού να έχει πιει, ανέβηκε στην καρέκλα στην ταβέρνα << Ο ΠΛΑΤΑΝΟΣ >> και άρχισε εν μέσω πανηγυρικών χειροκροτημάτων να εξαπολύει το δικανικό του.

                   << Σειρήνες πάνε κι έρχονται και θα τραγουδάνε ακατανόμαστα πράγματα για μένα στ’ αυτιά σας, όχι για τη μαγεμένη μου ζωή στο ξάγναντο αλλά για τη μίζερη στα απόσκια της σπηλιάς.  Σας λέω πως ήμουν λύκος με τους κακούς και αμνός με τους καλούς. Σπουδαγμένος αλλά οι όμορφες γοργόνες με ξώκοιλαν κι έμεινα ταπής από πλούτη και εξουσιολαγνείες.  Όμως το δράκο τον χτύπησα, τον σκότωσα και νιώθω ευτυχής. Και όταν τον βρίσκω ακόμη τον σκοτώνω. Όπως τότε. Φοιτητής, γιόρταζε η πατρίς το ’40, η αίθουσα τελετής της Σχολής φίσκα, όλη η σάρα και η μάρα της χούντας παρούσα, το πατριωτικό τραγούδι σύννεφο, τα Μαουτχάουζεν σ’ όλη την Ελλάδα να βογκάνε, τα κομμένα κεφάλια πεταμένα στους κρίνους και τα σκίνα  να περιμένουν την ταφή τους.

                 Τραγούδησα το << Γέρο Δήμο >>, χειροκροτήθηκα μέχρι δακρύων, στον άγιο καβαλάρη Γιώργη που είδα μπροστά μου προσευχήθηκα την αρματωσιά και το θάρρος του να μου δώσει αντίσταση να κάνω. << Και τώρα θα σας παίξω ένα απόσπασμα από τη << Ρωμιοσύνη >> του Γιάννη Ρίτσου>> είπα κι άρχισα να παίζω στο πιάνο και να τραγουδάω. << Σώπα όπου να ‘ναι θα σημάνουν οι καμπάνες. Αυτό το χώμα είναι δικό τους και δικό μας, δεν μπορεί κανείς να μας το πάρει>>.

                Τρεις ένστολοι πέσανε πάνω μου. Όταν ο ένας μ’ έπιασε απ’ το λαιμό νόμισα πως θα μ’ έστελνε στη γειτονιά των αγγέλων. Βρέθηκα σ’ ένα κελί  με το δεσμοφύλακα να με δέρνει, το δάπεδο βρώμικο, το σκοτάδι να με τυφλώνει, μόνος κι έρημος. Ένας Θεός ξέρει πως γλίτωσα, ένας Θεός ξέρει πως ήρθε ο ήλιος εκεί μέσα και μ’ έκλεψε, για να ‘μαι τώρα άστρο φωτεινό μπροστά σας. Ενώπιό σας να πίνω, στη Δραματική Σχολή της Ζωής να ‘μαι παρόντας και να απαγγέλω: << Θέλω να σ’ έχω και να μ’ έχεις, τα μυστικά μου να κατέχεις/. Τα μάτια σου είναι ο ουρανός και το τραγούδι σου ο καημός μου/. Γαλάζια θάλασσα η ποδιά σου, άστρα στολίζουν τα μαλλιά σου /. Ο Αυγερινός σαν πρωτοφέξει, ο ήλιος θα  ‘ρθει να σε κλέψει /. Θα ‘χει βιολιά για να χορέψει και δώρα για να σε πλανέψει… //

       Μ’ ένα σάλτο βρέθηκε κάτω από την καρέκλα. Κάθισε στο τραπέζι της παρέας του, άδειασε μέχρι πάτο το ποτήρι του και άρχισε ένα της τάβλας: << Απόψ’ είδα στον ύπνο μου, στον ύπνο που κοιμόμουν, τον άγγελό μου φίλευα και το Χριστό κερνούσα και την κυρά την Παναγιά πολύ την προσκαλούσα, να μου χαρίσει τα κλειδιά, κλειδιά του παραδείσου, ν’ ανοίξω τον παράδεισο >>.

            ellinikoxronografima.blogspot.gr

 

                       Παναγιώτης  Αντωνόπουλος

Διήγημα


                               Μια νύχτα με πανσέληνο

 

           Όταν το ρολόι της πόλης χτύπησε μία πρωινή, ο άντρας στο μπαρ που καθόταν στο μαύρο δερμάτινο καναπέ κι έπινε το τρίτο του ποτό, έδειξε να ξαφνιάζεται. Ύστερα  έστρεψε το θυμώδες πρόσωπό του προς την πόρτα και την κοίταξε για λίγο επίμονα με το κοφτερό του βλέμμα. Σαν βεβαιώθηκε πως έμενε εφτασφράγιστη, επέστρεψε πάλι στη ζοφερή και πνιγηρή ατμόσφαιρα της αίθουσας. Ερχόταν τακτικά εδώ κι ένα μήνα από τότε που αποφάσισε να μείνει στη στεριά και να σταματήσει τα ταξίδια. Η θάλασσα τον είχε κουράσει αφήνοντάς του πολλά κουσούρια και κυρίως ψυχικές διαταραχές, επίμονους εφιάλτες και άκρατο εθισμό στον αλκοολισμό. 

Ωστόσο παρέμενε ο ζιγκολό για τις ωραίες και αφελείς γυναίκες που πλήρωναν την ικανότητα της μυθοπλασίας του να τις τέρπει και να τις πιάνει στα δίχτυα του, με το αζημίωτο.  Του άρεσε στα λιμάνια που ξεμπάρκαρε να τις πλησιάζει στα μπαρ και στα μπορντέλα και ν’ ανοίγει μαζί τους ατέλειωτη κουβέντα. Αραχτός ύστερα στην καρέκλα, σαν τις έβαζε στη φωτιά του λόγου του, κάπνιζε το χοντρό του πούρο και καμάρωνε για τη μαστοριά του, να τις ανάβει και να τις αναστατώνει!  Τα επόμενα βήματα ήταν τα γνωστά ! Ποτήρια γεμάτα με σαμπάνια, καπνοί από ακριβά τσιγάρα και άγριος έρωτας μέχρι το πρωί!

Εδώ στο << Ντόλτσε >> που ερχόταν κάθε βράδυ και τα έπινε το ήθελε πολύ να γνωρίσει καμιά και να δεθεί μαζί της. Κι αυτό γιατί του’ χε λείψει πολύ το κορμί και η συντροφιά της γυναίκας!  Κι αν τις πρώτες μέρες η παρουσία των θαμώνων που τους γνώριζε όλους αλλά και του ήταν άγνωστοι, και, το ποτό που το αγαπούσε πολύ, τον συντρόφευαν και του κοίμιζαν τα ένστιχτα, όσο περνούσε όμως ο καιρός ένιωθε τις λανθάνουσες επιθυμίες του να τον σφίγγουν και να τον πνίγουν!

Έτσι αφού έμεινε σαστισμένος από την ακινησία που ‘δειχνε η είσοδος της πόρτας, άπλωσε ύστερα από λίγο αμήχανα το χέρι του στο ποτήρι κι αφού το ‘πιασε το ‘φερε στα χείλη. Αφού το άδειασε μονορούφι, έστρεψε τα εκφραστικά και λαμπερά του μάτια, έξω, κοιτάζοντας μέσα από την τζαμαρία τη νυχτερινή ομορφιά της πόλης. Η μαγεία κάτω από το χρυσαφένιο φως της πανσέληνου ήταν ονειρώδης. Η διάχυσή του σε σπίτια και δέντρα απειρόχρωμη με μια ανεξίτηλη στιλπνότητα που θύμιζε πίνακα του Γκόγια.

Παραδόξως όμως αυτή η νυχτερινή παραδεισένια εικόνα του προξένησε φόβο. Και ενστικτωδώς έφερε το δεξί του χέρι στο μέρος της καρδιάς κι άγγιξε το περίστροφο.  Αμέσως μια αίσθηση ασφάλειας τον κυρίεψε και μια παράφορη ηρεμία τον γαλήνεψε. Έτσι μπόρεσε και είδε ψύχραιμα την είσοδο της κομψής γυναίκας με το μαύρο ταγιέρ που μπήκε μέσα και κάθισε στο διπλανό τραπέζι.

Στον άντρα που την κοίταξε με ανακριτικό βλέμμα, του ‘κανε εντύπωση το άριστο συνταίριασμα σώματος και ρούχων. Και χωρίς ενδοιασμό σκέφτηκε << πως δε θα ήταν και καμιά αγία, ούτε και η ζωή της θα ήταν ασκητική, αφού ερχόταν εδώ μέσα στην Κόλαση, αλλά κάποια με βατώδη δρόμο που της άρεσαν οι προστυχιές που άφηνε πάνω της το κορμί του άντρα! >> Σκέψη που την έκανε  για κάθε γυναίκα που σύχναζε σε τέτοια κακόφημα μπαρ και που πάντα τον δικαίωνε. Έτσι αποφάσισε σαν το αρπακτικό πουλί που ορμά στο θύμα του να κάνει κι αυτός το ίδιο! Κι αμέσως με μια αστραπιαία κίνηση στράφηκε και είπε στη γυναίκα:

 << Επιτρέψτε μου, το πρώτο σας ποτό να είναι από μένα! Το ζητά η ευγένειά μου! >>  

Η γυναίκα τον κοίταξε μ’ ένα χαμόγελο που ‘σταζε μέλι! Ύστερα αφού τον έφαγε με τα μάτια από τα πόδια μέχρι το κεφάλι, του αποκρίθηκε, τρυφερά:

 << Μου είσαι άγνωστος, πώς να το δεχτώ;>>

Ο άντρας συνέχισε να την πολιορκεί ασφυκτικά με τα γοητευτικά του μάτια και μόνο σαν η γυναίκα έκανε μια κίνηση να βγάλει τα τσιγάρα  από τη μαύρη δερμάτινη τσάντα της, της είπε με μια μουσικότητα στη φωνή του:

<<Δεν είναι άσεμνο και κακό να δεχτείς το κέρασμά μου! Το θεωρώ υπέροχο και ανθρώπινο να πιούμε μαζί!>>

Τα λόγια του είχαν κάτι το επιτακτικό και της αφόπλισαν τις όποιες αμφιβολίες της. Και τότε χωρίς δισταγμό σηκώθηκε και με μια χορευτική κίνηση βρέθηκε να κάθεται κοντά του.

Ο  άντρας ένιωσε πολύ ευτυχής. Προσπάθησε να το κρύψει αλλά δεν μπόρεσε. Έτσι χωρίς την παραμικρή καθυστέρηση εξεδήλωσε τα ευχάριστα συναισθήματά του, λέγοντάς  της,   χαμηλόφωνα και γλυκά:

  << Είσαι ευπρεπής! Είσαι ένα κομμάτι χρυσός που λάμπει!>>

Στην  αρχή ο καθωσπρεπισμός ήταν ψεύτικος. Σαν όμως τα γεμάτα ποτήρια επαναλήφθηκαν πολλές φορές, το χτήνος που ζούσε μέσα τους, άρχισε να μιλάει ελεύθερα. Έτσι είπαν πολλά και διάφορα, Άλλα ενδιαφέροντα κι άλλα φθηνά. Ώσπου ο άντρας της αποκάλυψε την ιδιότητα του ναυτικού. 

<< Ώστε είσαι, ναυτικός;>> του έκανε με έκπληξη η γυναίκα και κρέμασε στα σαρκώδη χείλη της το τσιγάρο, έτοιμη να το ανάψει. Εκείνος της έγνεψε <<ναι>> κι έπιασε σφιχτά το ποτήρι του.

<<Τότε θα ΄χεις γνωρίσει πολλές γυναίκες;>> τον ρώτησε με χαμηλή κι απαλή φωνή κι άναψε το τσιγάρο.

          <<Έχω, αλλά δε μου λέει, τίποτα αυτό!>> της έκανε αδιάφορα κι απόμεινε για λίγο σιωπηλός και σκεφτικός. Και σε λίγο με μια ρομαντική κίνηση, ακούμπησε τα δάχτυλά του στο μπράτσο της και την άγγιξε με την ίδια τρυφερότητα που δείχνει ο μουσικός στα πλήκτρα του πιάνου του.

         << Γιατί; >> τον ρώτησε με περιέργεια και τον κοίταξε με κυνικότητα σαν να τον μισούσε που ψευδόταν.

       << Γιατί, θέλω να τις ξεχάσω λίγο πριν γίνω εραστής σου!>> της σιγοψιθύρισε  και της έσφιξε το μπράτσο.

          Στη μικρή σιωπή που ακολούθησε η γυναίκα ετοιμάστηκε ν’ ανοίξει τις πύλες της καρδιάς και του κορμιού της και να τον βάλει μέσα. Για τον άντρα η είσοδος ήταν ζήτημα χρόνου. Ήδη το γλυκό του τραγούδι που της είχε πει και την είχε μαγέψει, κάνοντάς την να τον ποθήσει αυτό το σκοπό είχε.

          << Θα γίνεις εραστής μου, αλλά τους κανόνες του παιχνιδιού θέλω να τους ορίσω εγώ!>> του ‘κανε η γυναίκα, τονίζοντας την εγωιστική της διάθεση.

          Ρόδισε το πρόσωπο του άντρα και χαμογέλασε. << Με τύλιξε  με ατόφιο χρυσάφι, έτσι που μου μίλησε >> σκέφτηκε και αυθόρμητα άφησε να φύγει από τα χείλη του ένα άτονο << εντάξει>>.

<< Η κάμαρά μου, στο σπίτι, είναι άδεια και με πληγώνει η μοναξιά. Έτσι το αγκάθι της  κάθε βράδυ αγγίζει το κορμί και την καρδιά μου και μου τα τρυπάει. Υποφέρω! Χάρισέ μου, σε παρακαλώ μια όμορφη βραδιά να βγάλω έστω και για λίγο τη ζωή μου από τα συντρίμμια >>.

Η χαρούμενη μουσική που έπαιζε εκείνη τη  στιγμή, έδρασε σαν ηρεμιστικό στην ψυχή του άντρα που τον έκανε να προσέξει ακόμη πιο πολύ τη γυναίκα. Έτσι πριν της απαντήσει, την κοίταξε πιο επίμονα, πράγμα που δεν είχε κάνει ως εκείνη την ώρα για να την βρει αρκετά θηλυπρεπή και του γούστου του.    

Τα μαλλιά της μαύρα και σγουρά, τα χείλη της κόκκινα σαν του ροδιού το χρώμα και τα μάτια της λαμπερά κι ονειροπόλα. << Είναι κι αυτή η λευκή της επιδερμίδα που με αναστατώνει και δεν μπορώ να αντισταθώ >> μονολόγησε και σύρθηκε κοντά της. Εκεί αφού την κοίταξε κατάματα, τη ρώτησε:

 << Ποιοι είναι οι κανόνες του παιχνιδιού; Δε μου τους λες;>>

<< Το σπίτι μου,  είναι μια μονοκατοικία στα Ανατολικά και στην άκρη της πόλης με κήπο και περίφραξη. Δύσκολα θα μας αντιληφθεί ανθρώπινο μάτι και η είσοδός μας θα είναι ασφαλής. Σαν μπούμε μέσα και κλειδώσουμε την πόρτα θα σερβιριστούμε ένα δυνατό ποτό και θα το πιούμε καθισμένοι στον καναπέ του σαλονιού, ο ένας απέναντι στον άλλο. Το πικάπ ύστερα θα μας παίξει μια ρομαντική χαβανέζικη μουσική κι εμείς θα σηκωθούμε και θα χορέψουμε σαν να είμαστε σε πάρτι.  Έτσι ξετρελαμένη απ’  τα στριφογυρίσματα που θα κάνει το κορμί μου σπρωγμένο απ ΄τα απαλά και τρυφερά σου χέρια, θα σε παρασύρω στο τέλος σε μια γλυκιά κι ερωτική κουβέντα >>.

<< Είναι σαφείς οι κανόνες σου και δε συγχωρούν απόκλιση >> της ψιθύρισε ο άντρας και της ζήτησε να συνεχίσει.

<< Κι αφού σε πάω και καθίσουμε στην άκρη του κρεβατιού, λόγο το λόγο, κουβέντα την κουβέντα, θα ξυπνήσουμε τα άγρια ένστιχτά μας και με τη φωτιά τους που θα ‘ναι έτοιμη να μας κάψει τα κορμιά, θα ξαπλώσουμε σαν γνώριμοι από παλιά να ονειρευτούμε! >>

<< Και μετά; >>

<< Μετά σαν το μελένιο φεγγάρι θα κρέμεται στον σκουρόχρωμο ουρανό, θ’  αρχίσεις να με γδύνεις με επιδεξιότητα, χωρίς να μ’  αγγίζεις, ρούχο το ρούχο, σπιθαμή προς σπιθαμή, όπως ακριβώς να ξεφλουδίζεις κρεμμύδι!  Κι αφού το κάνεις τότε, θα πάρεις αυτό που θέλεις! Την ασύλληπτη ευχαρίστηση του κορμιού μου!>>

 

 

 

 

 

                             *  *  *

 

 

 

Το ρολόι της πόλης χτύπησε πέντε το πρωί σαν περπατούσαν αγκαζέ στον κεντρικό δρόμο  με τον πλούσιο φωτισμό που θα τους οδηγούσε στο σπίτι της γυναίκας. Στη νυχτερινή σιωπή ακούγονταν μόνο ο μονότονος και άχρωμος ήχος  που άφηναν πάνω στη σκληρή άσφαλτο τα βήματά τους. Στον ουρανό η σελήνη δεν είχε ακόμη τελειώσει το ταξίδι της και το συνέχιζε καθισμένη μεγαλόπρεπα στο μαργαριταρένιο άρμα της. Σαν έφτασαν κάτω από τους πέντε ευκαλύπτους, η γυναίκα έκανε μια χαριτωμένη γκριμάτσα σαν κοίταξε το μικρό δασάκι που απλωνόταν μπροστά τους και του είπε:

<< Εδώ στρίβουμε! Λίγο πιο πέρα είναι το σπίτι μου >> και τραβώντας τον με μια μεγαλόπρεπη κίνηση τον πήρε μαζί της στο χωματόδρομο. 

Περπάτησαν άλλα δυο λεπτά κι έφτασαν στην εξώπορτα. Ο λιγοστός φωτισμός τους προφύλαξε αρκετά έτσι που η είσοδός τους έγινε απαρατήρητη. Διάβηκαν ύστερα το λιθόστρωτο διάδρομο ανάμεσα από τις πυκνές και φροντισμένες πορτοκαλιές και σταμάτησαν κάτω απ’ το βορινό ξύλινο χαγιάτι. Η θέα του όμορφου κατάλευκου σπιτιού που φάνηκε σαν πίνακας ζωγραφικής μπροστά τους, έκανε τον άντρα να βγάλει ένα  έντονο επιφώνημα θαυμασμού. Ύστερα αγκάλιασε τη γυναίκα και την έσφιξε τρυφερά πάνω του. Κι εκείνη τότε κούρνιασε για λίγο στην αγκαλιά του όπως το κυνηγημένο πουλί στη φωλιά του κι ανάσαινε γρήγορα, δείχνοντας φοβισμένη. Ανάγειρε σε λίγο το κεφάλι της προς τα αριστερά και κοίταξε το παράθυρο της κάμαράς της. Έβγαλε το κλειδί από την τσάντα, ξεκλείδωσε και γλίστρησαν μέσα.

 Στο κρεβάτι μετά  έκανε όπως του είπε. Την έγδυσε επιδέξια σαν να καθάρισε κρεμμύδι και μέσα σε ασύλληπτη ηδονή την έκανε  δική του.

ellinikoxronografima.blogspot.gr

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

                ΔΙΗΓΗΜΑ

 

 

                                      Το  προσφυγόπουλο


 

                                                            Του Παναγιώτη Αντωνόπουλου 

 

 

              Ένα προσφυγόπουλο ο Βλαδίμηρος Τζώρτζεβιτς που ύφαινε όνειρα φτερωτά ήρθε στην τάξη.  Άφησε  το χαμόγελό του στη ματωμένη  πατρίδα του, το Κόσοβο   και έφτασε  στη δική μας να στερέψει το κλάμα του και να ξαναμετρήσει τ’  άστρα στο γαλάζιο ουρανό μας. Στο δικό του τα αεροπλάνα του εχθρού βομβαρδίζουν, σκοτώνουν και διαμελίζουν αμάχους, γκρεμίζουν σπίτια και εκκλησιές, ότι είναι όρθιο το ισοπεδώνουν.

              Δεκαεφτάχρονος ο Βλαδίμηρος, όμορφος σαν Άδωνης, ξανθός σαν άγγελος και λυγερός σαν κυπαρίσσι, κάθισε στο θρανίο του, σοβαρός, αμίλητος, με χείλη σφιγμένα και μ’  ένα βλέμμα στα μάτια του που σε τρυπούσε σαν δόρυ Μακεδονικής σάρισας. Κοίταξε ολοτρόγυρα να δει τους συμμαθητές του, το φιλόλογό του και την αίθουσα και μετά με μια θαρραλέα κίνηση ακούμπησε τα δυο του κομμένα χέρια χαμηλά στον καρπό πάνω στο θρανίο. Τα στοίχισε σαν δυο κουτσουράκια το ένα απέναντι απ’ το άλλο και σε κατάσταση μιας εσωτερικής μέθης πήρε θέση για ν’ αφοσιωθεί στο μάθημα της μέρας.

            Όλη η τάξη στη θωριά των δυο κομμένων χεριών πάγωσε. Δυο τρεις μαθητές φώναξαν έντρομοι, κάποιοι σήκωσαν τα κεφάλια τους να δουν τα χέρια του και ο Στέφανος δίπλα του, είπε έξαλλος και φοβισμένος:

            --- Είναι κομμένα τα χέρια του! Ποπό! Κοιτάξτε!

            Τότε πήρε το λόγο ο καθηγητής και είπε:

            --- Παιδιά μου, σήμερα έχουμε στην τάξη μας ένα φίλο, το Βλαδίμηρο που ήρθε απ’ το Κόσοβο πρόσφυγας και θα μείνει  όσο ο πόλεμος συνεχίζεται. Όταν  σταματήσει και η Ειρήνη απλώσει πάλι τα φτερά της και αγκαλιάσει την πατρίδα του, θα φύγει και θα βρεθεί πάλι κοντά στους  φίλους του. Δυστυχώς οι τόσοι πόλεμοι, οι χιλιάδες σκοτωμένοι, οι τραυματίες και οι ξεριζωμένοι δε βάζουν μυαλό στους ανθρώπους που συνεχίζουν να παλεύουν σαν τα άγρια θηρία,  να χύνουν  το αίμα τους και να σκοτώνονται.

                   Κοίταξε με  τρυφερότητα στο βλέμμα του  το Βλαδίμηρο και πρόσθεσε συγκινημένος:

                    --- Μπορείτε να μιλάτε μαζί του, ξέρει καλά ελληνικά, η ηλιόλουστη πατρίδα μας είναι φίλη του, έχει συγγενείς εδώ, έχει διαβάσει τη μαχόμενη ιστορία μας, ξέρει πολλά μέρη που ο πολιτισμός μας τα είχε για λίκνο του, έχει γευτεί το άρωμα του κρασιού μας και έχει ακούσει τη μελωδία των κυμάτων και των πουλιών μας.

        Δυο τρία γελάκια έσκασαν αμέσως, οι ψίθυροι άρχισαν και πάλι ν’ ακούγονται και οι πρώτες ματιές συμπάθειας των μαθητών  να ραίνουν το Βλαδίμηρο σαν τριαντάφυλλα γύρω του. Έπαιξε ζωηρά τα καστανά του μάτια τότε εκείνος, σήκωσε το δεξί κουτσουρεμένο χέρι του και ζήτησε την άδεια να μιλήσει:

        --- Έξω ένας συμμαθητής μου με ρώτησε γιατί είναι κομμένα τα χέρια μου! Δεν του είπα, γιατί το άφησα για εδώ μέσα! Με όση δύναμη κρύβουν τα σπλάχνα μου θα προσπαθήσω να τα θυμηθώ όλα τα κακά που με βρήκαν και χωρίς υπέρβαση να τα διηγηθώ. Δε θα τα τσιγκουνευτώ και θα τα πω με την πάσα αλήθεια τα όσα συνέβησαν πέρα από τις βόρειες κορυφογραμμές της ηλιόλουστης πατρίδας σας. Το χωριό μου το λένε Κοσίγκι, είναι τέσσερα χιλιόμετρα έξω από την Πρίστινα στις πλαγιές ενός καταπράσινου λόφου, γεμάτου οξιές και έλατα, με πηγές που τρέχουν γάργαρα νερά, με τους κατοίκους του να αγαπάνε τα χρώματα του ουρανού και της γης και να την  καλλιεργούν  με αγάπη να καρποφορήσει. Εδώ ζούσα με τους γονείς μου και τα τρία μου αδέρφια, δυο αγόρια μεγαλύτερα και μια νεραϊδούλα αδελφή, μικρότερη  Είμαστε ευτυχισμένοι και ρουφούσαμε αχόρταγα το μεδούλι της ζωής. Πότε με το διάβασμα, πότε με το παιχνίδι και πότε ανακαλύπτοντας τις ομορφιές και τις χαρές της φύσης.

           Ώσπου ένα βράδυ, μεσάνυχτα ήρθε ο πόλεμος και μας έκανε το χωριό ερείπια, καμένες σάρκες και σωρούς από κόκαλα! Εγώ εκείνη τη στιγμή ήμουν ξύπνιος γιατί διάβαζα την << Ειρήνη >> του  Αριστοφάνη. Είχα φτάσει στο σημείο που οι πολεμοκάπηλοι  είχαν κλείσει την Ειρήνη στη σπηλιά και οι ειρηνόφιλοι απέξω προσπαθούσαν να τη λευτερώσουν από τις αλυσίδες της. Κι εκεί που με είχε  συναρπάσει η εικόνα, ακούω τους πρώτους βομβαρδισμούς μαζί με τις  φωνές υστερίας των συγχωριανών μου και μου πάγωσε το αίμα. Έτρεξα στο παράθυρο και κοίταξα έξω. Τι να δω! Λίγα μέτρα από το σπίτι μου φλόγες τεράστιες ανέβαιναν στον ουρανό γεμάτες μαύρους καπνούς και κατάκαιαν  τα πάντα. Από τα φλεγόμενα σπίτια ακούγονταν ουρλιαχτά και κάποιοι ξεχύνονταν στους δρόμους  τρέχοντας σαν τρελοί φωνάζοντας, βοήθειααα! βοήθειααα! Φοβήθηκα, έβαλα τις φωνές, τα κλάματα  και φώναξα τους δικούς μου. Ξύπνησαν, έτρεξαν κοντά μου, είδαν κι αυτοί τις εικόνες έξω της κόλασης, κατέβασαν τα μάτια και ρώτησαν με απόγνωση: γιατί; γιατί;

         Σε λίγο κρότος και πάλι, λάμψη και μαύρες φλόγες να τρώνε αχόρταγα το δυτικό μέρος του χωριού. Ύστερα δε θυμάμαι τίποτα!  Στο νοσοκομείο τότε κατάλαβα τι είχε γίνει όταν είδα τις γάζες στα δυο μου κομμένα χέρια και τη νοσοκόμα πάνω από το κεφάλι μου να με χαϊδεύει και να μου λέει:  << Κουράγιο, Βλαδίμηρε και σφίξε την καρδιά σου όσο μπορείς! Γλίτωσες αλλά έχασες τα χέρια σου, χαμηλά στους καρπούς! Δεν τα σώσαμε γιατί ήταν λιώμα και δάχτυλα δεν ξεχώριζαν! >>

         Έβαλα τα κλάματα, ένας κόμπος  κάθισε  στο λαιμό μου, η αναπνοή μου κόπηκε και νόμισα πως θα πεθάνω! Η νοσοκόμα με συνέφερε, άγγιξε με τα ζεστά χέρια της τα μάγουλά μου, με κοίταξε στοργικά σαν μάνα και με φίλησε. Όταν σε λίγο ένιωσα τη φωνή της στ’ αυτί μου να μου σιγοτραγουδάει ένα χαρούμενο τραγούδι, θάρρεψα και τη ρώτησε τι ξέρει για τους δικούς μου. Έσφιξε τα χείλη, κούνησε το κεφάλι και σιώπησε. Το δάκρυ  όμως που  κύλησε στο μάγουλό της μου έλεγε πολλά. Ήταν περισσότερο κακός οιωνός παρά καλός.

         Δύο μήνες νοσηλεύτηκα και όταν βγήκα άρχισε το άλλο μαρτύριο του καταυλισμού. Ένα πρωί με φόρτωσαν μ’ άλλους πρόσφυγες στα φορτηγά και μας έφεραν είκοσι χιλιόμετρα έξω από τα  Σκόπια. Ήταν ένας κάμπος γεμάτος λασπόνερα, ψηλά αγκάθια και γούρνες γεμάτες βατράχια. Μ’ έβαλαν σε μια σκηνή με μια οικογένεια για ν’  αρχίσει η προσφυγική μου Οδύσσεια με τη σκέψη μου στα κομμένα μου χέρια και στους δικούς μου που δεν ήξερα αν ζούσαν ή είχαν πεθάνει. Η ζωή στον καταυλισμό ήταν άθλια!  Ώρες – ώρες νόμιζα  πως ήμουν ανάμεσα σε δυο μυλόπετρες που γύριζαν να με συνθλίψουν κι ένιωθα τα κόκαλά μου να τρίζουν και να τρίβονται. Η τροφή λίγη και κακή,  οι αρρώστιες πολλές, τα φάρμακα ελάχιστα, το κρύο ανυπόφορο, ο φόβος και η ανασφάλεια να καραδοκούν παντού σαν τη Σκύλλα και τη Χάρυβδη να με κατασπαράξουν και να μου ξεριζώσουν την ψυχή!  

           Θα ‘χα πεθάνει σ’  εκείνη την κόλαση αν τυχαία δε διάβαζα  το << Μαουτχάουζεν >> του Ιάκωβου Καμπανέλλη. Ο φόβος, η πείνα, οι ακρωτηριασμένοι, οι πεθαμένοι, όλη αυτή η τρέλα εκεί μέσα στο στρατόπεδο συγκέντρωσης με βοήθησαν. Γλίτωσαν πολλοί απ΄ αυτούς είπα και δε θα γλιτώσω εγώ;  Στο κάτω – κάτω δεν είχα απέναντί μου Ες- Ες ούτε φούρνους αποτέφρωσης. Είχα ανθρώπους κυνηγημένους αφύσικα σαν και μένα και με βοηθούσαν.

            Στον καταυλισμό έμεινα άλλους δυο μήνες. Λίγο πριν έρθω εδώ έμαθα το δράμα των δικών μου. Δεν έμεινε κανένας ζωντανός και τους βρήκαν απανθρακωμένους. Δεν γνώρισαν τα πτώματά τους και τους έθαψαν και τους πέντε μαζί σ’ έναν τάφο.  Μόνος ένιωθα σαν ένα τσουβάλι άχυρο, ένας μοναχικός τρομοκρατημένος ερημίτης με μέλλον γεμάτο από σαρκοβόρα ζώα και φίδια.

            Έδειξε να τελείωσε και φαινόταν συγκινημένος. Απόμεινε όμως σοβαρός και γαλήνιος να τους κοιτάζει όσο κι αν ένιωθε πως βρισκόταν σε πεδίο μάχης. 

             Η  Μαριάντη απέναντι τον ρώτησε:

             --- Ποιος σ’ έφερε στην Ελλάδα ο Ερυθρός Σταυρός;

             --- ‘Όχι! Η γιαγιά μου, η μάνα της μητέρας μου ήταν Ελληνίδα. Δε νιώθω μοναξιά  γιατί η ρίζα  αυτή με δένει με την ψυχή της Ελλάδας. Είναι η δεύτερη πατρίδα μου, έχω δει πολλές φορές τα ξέφωτα του Μαγιού της και έχω συγγενείς εδώ που θα στεγνώσουν με λόγια παρηγοριάς τα δάκρυά μου. Το μισό χρόνο είμαι ταμένος στην πατρίδα μου και τον άλλο μισό στη δική σας.

             --- Σπίτι, γονείς, αδέρφια δεν έχεις! Ο λύχνος σου σβηστός πού θα βρεις φως να τον ανάψεις;

             --- Το ξέρω. Πρέπει όμως να ζήσω! Οι τελάληδες του θανάτου θέλουν να κιοτέψω και να τα εγκαταλείψω. Με συμβουλεύουν να κλειστώ σε ορφανοτροφείο και να υποκύψω στη βάρβαρη φυλακή του. Δε θα το κάνω όμως! Εμένα μου αρέσουν ο ήλιος, η θάλασσα και το δάσος και θα ζήσω! Θα ζήσω με τα κομμένα μου χέρια, σ΄ όλους τους περιττούς ν’ αποδείξω πως δεν γεννήθηκα για να πεθάνω αλλά σαν το δέντρο να καρποφορήσω. Με λυπούνται πολλοί, μου δείχνουν οίκτο και μου λένε: << Κακόμοιρο παιδί! Τι έπαθες! >> Τους μισώ  και τους θεωρώ φθαρμένους και τιποτένιους.  Όσους πάλι μου λένε: << Πάλεψε μικρέ θα τα καταφέρεις, έχεις φωτιά μέσα σου! >> τους ντύνω με την αγάπη μου!

           Ήρθε η σειρά του καθηγητή να μιλήσει. Να ρίξει και αυτός με τον καλό του λόγο μπόι στο δικό του για να μην καταλυθεί η ικμάδα του ποτέ από τη μνήμη των μαθητών του. Είπε:

           --- Θυμάμαι κάποτε βρέθηκα σ΄ ένα σχολείο για παιδιά με << ειδικές ανάγκες >> και έμεινα κατάπληκτος από το πάθος τους για τη ζωή μ’  αυτά που έκαναν. Εκείνη όμως η εικόνα που είδα στην ώρα της ζωγραφικής μου έμεινε ανεξίτηλη και ήταν από τις καλύτερες σταξιές ομορφιάς στη ζωή μου. Αψηφώντας  τα παραλυμένα χέρια τους, έφερναν το πινέλο στο στόμα, το δάγκωναν και ζωγράφιζαν τρελά πράγματα. Πράγματα που και ένας αρτιμελής ζωγράφος θα ζήλευε.

           Τα λόγια του στεφάνωσαν με το δοξαστικό μεγαλείο τους την κορυφαία εκείνη στιγμή. Ο καπνός του πολέμου χάθηκε και οι φωτιές των ονείρων δυνάμωσαν. Ευχαριστημένος από τα λόγια του ο Βλαδίμηρος μάζεψε πάλι ένα μπουκέτο λόγια και τα σκόρπισε, λέγοντας:

           --- Κι εγώ ζωγραφίζω με τα δυο μου κομμένα χέρια! Να ‘ρθω στον πίνακα να σας δείξω;

           --- Έλα!

           Πήγε. Έσφιξε την κιμωλία ανάμεσα στους δυο βραχίονές του κι άρχισε να ζωγραφίζει. Ασυγκράτητος με μια θεϊκή θα ‘λεγες οργή, έφτιαξε δυο ζωγραφιές, άστραμμα. Ύστερα εξήγησε: << Εδώ στην πρώτη βλέπετε ένα σπίτι πετρόκτιστο απλό και λιτό με κήπο, χωρίς να προκαλεί όπως τα σπίτια των πλουσίων. Μέσα του βασιλεύει η αγάπη και η ευτυχία εκείνων που ζουν, πίνουν από τη ζωντανή πηγή της δημιουργίας τους και χαίρονται τα βράδια όταν κοιμούνται και ακούνε τον ανασασμό τους. Το πρωί που ξυπνούν ακούνε τα θροίσματα των φύλλων του κήπου, μυρίζουν τις οσμές των λουλουδιών και χαίρονται ν΄ ακούνε τα τιτιβίσματα των πουλιών. Ένα τέτοιο σπίτι ονειρεύομαι δικό μου, ένα τέτοιο σπίτι για τα παιδιά όλου του κόσμου! Στην άλλη εικόνα βλέπετε το σπίτι των τρελών!  Εδώ ζούνε τρελοί! Είναι εχθροί της ειρήνης, ζηλεύουν αυτούς που ζούνε στο πέτρινο σπίτι και θέλουν να τους εξοντώσουν. Οι άνθρωποι του πέτρινου σπιτιού αντιστέκονται, τους ειρωνεύονται για την τρέλα τους   και ετοιμάζονται να τους στείλουν  στο τρελοκομείο να κάνουν συντροφιά με τα ουρλιαχτά των ανέμων. Κι αφού μείνουν μόνοι τους και γλυκάνει το άγριο τοπίο, χωρίς την απειλή τους πια θα προσευχηθούν για μια καινούρια άνοιξη στον κόσμο!

              ellinikoxronografima.blogspot.gr 

             

 

 

             

                            

 

                   

Τρίτη 4 Αυγούστου 2026

 

χρονογράφημα 


 

 

 

 

                       Κυπαρισσία, φεγγαράδα, η βόλτα και η πλατεία της πάνω πόλης 

 

                                               Του Παναγιώτη  Αντωνόπουλου

 

 

               Επωφελήθηκα από την πανσέληνο χθες και είπα να απολαύσω βόλτα και φεγγαράδα. Βόλτα στην εμβληματική πλατεία της πάνω πόλης που ανακαινισμένη δεν εκπληρώνει γαστριμαργικές ή  αισθητικές απολαβές, αλλά όπως εφορμά από παλιά σε υψώνει με το φως και τις μνήμες της σε ενθουσιώδεις πανηγυρισμούς ανάγνωσης, σκέψης και καλαισθησίας.

            Τα μέτρα δεν ήρθησαν, ο ιός θερίζει και η καραντίνα καλά κρατεί να μας εθίζει σαν πρέζα. Αν εθιστείς δύσκολα ξεκαρφώνεσαι από τον καναπέ.  Για να μην καρφωθώ, άδραξα την ευκαιρία της πανσελήνου, και ξεπόρτισα.  Αν και ήξερα πως θα επικρατεί ερημιά εκεί πάνω, το τόλμησα να ανηφορίσω, για να χαρώ με ρομαντική και μοναχική διάθεση την αργυρόφαντη  φωτοχυσία. Εφοδιάστηκα με φακό για τις παγίδες του δρόμου, τις αφρόντιστες στροφές, τις εξερευνήσεις των σκοτεινών κήπων και με αντισηπτικό πλήρους ιοκάθαρσης, το ‘κοψα  ποδαράτο με τις ψυχικές μου ευφορικές κεραίες ενεργοποιημένες με ταχύτητα 5G.

        Η διαδρομή χωρίς οχήματα και πεζούς. Κι όσο η ώρα έφτανε δέκα τίποτα δε θύμιζε αλλοτινές εποχές της εφηβείας μου, ούτε και πριν τον τρισκατάρατο εστεμμένο κορονοϊό.  Που και που σε κοιτούσε κανένας τεμπέλης σκύλος, κάποια μοναχική  γριά γάτα ή ο ξεχασμένος γκιώνης στο πάρκο σου θύμιζε θλιμμένες ένδοξες μέρες με το κλάμα του.  Ηττημένος ολοσχερώς  από δυσάρεστα συναισθήματα σκέφτηκα πως έκανα άσχημα, να διαλέξω να επισκεφτώ ένα πληγωμένο μέρος, που η πληγή του θα πλήγωνε και μένα. Λιγότερο δημοφιλές μέρος, θα ήταν καλύτερα. Στο πλάτωμα, πάνω, μόλις πέρασα το Ηρώο, να ‘σου ο Καβάφης μπροστά μου, να μου λέει: << Είπες >>, θα πάγω σ’ άλλη γη / θα πάγω σ’ άλλη θάλασσα //. Μια πόλις άλλη θα βρεθεί καλύτερη απ΄ αυτή //. Καινούριους τόπους δε θα βρεις / δεν θάβρεις  άλλες  θάλασσες //. Η πόλις θα σε ακολουθεί //. Στους δρόμους θα γυρνάς τους ίδιους //. Και στες γειτονιές τες ίδιες θα γερνάς / και μες στα ίδια σπίτια θ’  ασπρίζεις //. Πάντα στην πόλη αυτή θα φτάνεις //. Για το αλλού – μη ελπίζεις – δεν έχει πλοίο για σε, δεν έχει οδό […]

     Η πλατεία καλλιτεχνημένη αλλά στην ακινησία καθημένη. Τα μαγαζιά κλειστά, λίγα  παράθυρα ανοιχτά, μια διακριτική μουσική πίσω από ένα χάλασμα, ακουγόταν με στίχο εποχής: << Αλλοτινές μου εποχές,  αλλοτινοί μου χρόνοι. Ερωτικές μου συντροφιές, ερωτικοί μου πόνοι, αχ και να ΄ρχόσαστε ξανά… >>  Βρήκα μια ήσυχη γωνιά και αποτραβήχτηκα. Οι αισθήσεις μου εν γρηγόρσει,  όμως αισθητική συγκίνηση καμιά, με το βλέμμα μου στραμμένο στην παρήγορο Αγία Τριάδα, γευόμουν τον άσπρο πάτο μιας ανίερης στιγμής.

    Σκέφτηκα πως είχα υποστεί μετάλλαξη. Θέλεις ο φλύαρος χρόνος που βρήκε απάγκιο πάνω μου, και, με κούρασε, θέλεις το γενετικό αποτύπωμα του εστεμμένου ιού, που ενεγράφη ανεξίτηλο στο ασυνείδητό μου, θέλεις η καραντίνα, αλλοίωσαν τη συμπεριφορά μου και ένιωθα απερίγραπτος και τα έβλεπα όλα ξενέρωτα. Δεν άντεχα να παρακολουθώ άλλο τα παιχνίδια του ολόγιομου φεγγαριού με τα σύννεφα κι έφυγα, αφήνοντας την πλατεία στο ζωικό βασίλειο της νύχτας. Ολομόναχος και πάλι, κάθισα  στο προσφιλές μου παγκάκι στο Ηρώο. Ήθελα να σκεφτώ με την ψευδαίσθηση  της συναναστροφής κάποιων δίπλα μου. Φαντάστηκα πολλούς αργόσχολους να συζητούν ζωηρά. Άλλος από παλιά, άλλος από το χθες, άλλος από το σήμερα. Η εικόνα αποκαρδιωτική. Έφυγα κι από κει. Στο δρόμο για το σπίτι αγέλη αδέσποτων σκύλων έτρεξαν αίφνης προς το μέρος μου.  Τα χρειάστηκα. Πέρασαν δίπλα μου, ευτυχώς και δεν με πείραξαν. Ένα το τελευταίο, κουνώντας την ουρά του, πονηρό, εχθρικό και θυμωμένο, με κοίταξε και δείχνοντας απορημένο, έμοιαζε σαν να με ρώτησε: << Πού είναι όλοι; >>

   ellinikoxronografima.blogspot.gr

 

  ΣΧΟΛΙΚΑ  χρονογραφήματα

                                        Ένας φιλόλογος ολίγιστος


                                                              Παναγιώτη Αντωνόπουλου

              Δεκαετία του εξήντα, κράτος διαλυμένο, κοινωνία ερωτοτροπούσα με τους  βολεμένους, παιδεία  αναμασούσα τους  υπερσυντέλικους και τα << γαρ σφετέρησιν >>.  Κι εγώ βρέθηκα  στη δευτέρα γυμνασίου  μ’ ένα φιλόλογο μικρονοϊκό, ολίγιστο και πάσχοντα από ψυχική βλάβη νερώνειου βαρβαρισμού, εν ολίγοις ένα  λακέ της εξουσίας που εκπροσωπούσε άριστα την τυραννία  των ηλιθίων εκπαιδευτικών.

           Αν και δεν είχα χορτάσει τη φραντζόλα η θρυαλλίδα που έκαιγε μέσα μου για την Αρχαία Γλώσσα μου είχε φέρει ένα δεκαοχτώ στην δευτέρα τάξη από την πρώτη, επιβράβευση της αριστείας και της γνώσης μου στα αρχαία κείμενα.  Ο εμπρηστής φιλόλογος του καταθλιπτικού τότε ελληνικού κρατιδίου και εκπαιδευτικός δράκουλας της δευτέρας τάξης ουδόλως το εκτίμησε και χωρίς να με εξετάσει,  δείχνοντας τον πρωτογονισμό του, μου ‘βαλε δέκα στο πρώτο τρίμηνο, στέλνοντάς με στη λίστα των ανεπίδεκτων μαθήσεως.  Εξανέστην!  Πώς ήταν δυνατόν να λιμώττω εγώ ο εργατικός και ταλαντούχος μαθητής και να αμείβομαι ως κηφήνας και οι σκράπες  να χαρακτηρίζονται υψηλόβαθμοι; Επειδή ήμουν άσημος, δεντρίτης  εκ Μουριατάδας; Γνώριζα όμως τον επικό κύκλο τόσο καλά!

         Ζήτησα ακρόαση από το σάλιαγκα πεπαιδευμένο και του απάγγειλα σε μετάφραση το μάθημα της μέρας, τις γνώσεις μου να του θέσω επί τάπητος.   Άρχισα: << Έτσι είπε κι ο Αχιλλέας συγχύστηκε, στα δασωμένα στήθια διχόγνωμη η καρδιά του εδούλευε κι αναρωτιόταν, τάχα το κοφτερό σπαθί που εκρεμόνταν πλάι στο μερί να σύρει, κι ως διασκορπίσει όλη τη σύναξη, το γιο, του Ατρέα να σφάξει, για να μερώσει το άγριο πάθος του και το θυμό του να πνίξει; >>

        << Τώρα κάτι μου λες! >> με διέκοψε και με πέταξε έξω από το γραφείο. << Πήρες αυτό που άξιζες! >> μου φώναξε και μ’  ένα ξιπασμένο πιθηκισμό άρχισε να συνομιλεί και να στάζει σιρόπια στη νεαρά συνάδελφό του.

       Από τότε με εξολόθρευσε. Υποβαθμισμένος δεν μπήκα στο Πανεπιστήμιο αλλά στην Παιδαγωγική Ακαδημία κι έγινα ελληνοδιδάσκαλος. Έβγαζα τον επιούσιο με την ψυχή στο στόμα, ρέματα φουσκωμένα περνούσα δεμένος με τριχιά, τον πολιτισμό των λύκων σπούδασα και την κακαράτζα της γίδας στα όρη και στα βουνά. Κι αυτό χάρη στον ελεεινό  ελάχιστο φιλόλογο της μίζερης ελληνικής παιδείας.

 ellinikoxronografima.blogspot.gr                  panant1947@gmail.com

 

Κυπαρισσιώτικες εικόνες

  

                                       Το ηρώο, η ερημιά και η μετάλλαξη


                                                               Του Παναγιώτη Αντωνόπουλου

 

               Ο αναγκαστικός εγκλεισμός λόγω ιού, με πιέζει. Ξεπορτίζω όταν το επιθυμώ να πάρω λίγο αέρα, την προσωπική μου πλήξη να γιατρέψω, να μην καταστεί χρόνια ανίατος. Προχθές Σάββατο βράδυ, απεχθανόμενος την ταινία τρόμου που έπαιζε η χαζοκούτα, κίνησα για την πλατεία της πάνω πόλης. Αρέσκομαι να περπατάω κάτω από το φως των λαμπτήρων του δρόμου και ν’ ακούω τους ψιθύρους από τα φυλλώματα των δέντρων, καθώς και το τραγούδι του γκιώνη.

              Λίγο πριν το ηρώο, το  ερειπωμένο ογκώδες  κτήριο, ξενοδοχείο << Μορφέας >> παλιά στις δόξες του, με σταμάτησε, στους ανθούς της ποίησης για να με βάλει ο ποιητής και να ψάλλω: << Μες στο υπόγειο το κλειστό/ βρίσκονται στοιβαγμένες στιγμές αγαπημένες/ κάτω  απ’ της λήθης τον ιστό//. Βινίλια και ροκ εντ ρολ,/ αφίσες του Γκεβάρα μια γέρικη κιθάρα/ και άδεια μπουκάλια αλκοόλ//. Uranya τηλεόραση/ πικάπ μ’ ένα ηχείο/ ασπρόμαυροι κι οι δύο/σε σχολική απόδραση//. Κόμικς σε χάρτινα κουτιά,/ ένα μπλουτζίν καμπάνα,/ νότες Κάρλος Σαντάνα/ σε ξέθωρα παλιά χαρτιά//. Χακί στρατιωτικό μπουφάν,/ βυζαντινές σημαίες,/ αριστερές ιδέες/ σε σκισμένα σελοφάν//. Παλιά βιβλία με παλιές/ σε μένα αφιερώσεις,/ γραπτές φαντασιώσεις/ που μας βαπτίζουν ποιητές//.

        Καθισμένος ύστερα στο παγκάκι του ηρώου, νοερά ατενίζω τις πίσω στενάχωρες εποχές, που το μέρος σε ζάλιζε απ’  τον αντίλαλο της φλυαρίας των ανθρώπων, τις φωνές των παιδιών και σε ξεκούφαινε ο ρυθμός των τραγουδιών από τις γεμάτες πολύβουες ταβέρνες. Τότε ο συνωστισμός ήταν μεγάλος, ο ένας δεν φοβόταν τη φάτσα του άλλου, ούτε κυκλοφορούσαν μικρόβια και θανατεροί ιοί. Ο κόσμος τελούσε εν ευθυμία, γελούσε, γλεντούσε αγκαλιαζόταν, το πρόσωπο άφηνε ελεύθερο, ακάλυπτος έμενε, χωρίς μάσκες και καλύπτρες.

      Ως φαίνεται, έχει υποστεί μετάλλαξη όχι μόνο ο τρόπος ζωής μας, αλλά και ο ψυχισμός μας. Νομίζω το παρακάτω συμβάν θα ξεγυμνώσει το πελιδνό εαυτό μας. Μόνος λοιπόν μέσα στη νύχτα, απολάμβανα τη φωτοχυσία της φεγγαράδας, την πλατεία με τα νεοκλασικά,  τις ανταύγειες  της Αγίας Τριάδας, τις σθεναρές επιθυμίες των νυκτόβιων ζώων να διανικτερεύουν σε ιδιωτικούς χώρους. Απορροφημένος απ’ την ομορφιά, δέχτηκα επίσκεψη αγνώστου ανδρός, προφανώς κάτοικου της περιοχής που χωρίς ευαισθησίες με ρώτησε: << Ποιος είσαι; Νυχτόβιος γιατί; Φαίνεσαι ύποπτος! >> Του εξήγησα πως είμαι νορμάλ άνθρωπος, σιχάθηκα τα  σήριαλ στη μικρή οθόνη, βγήκα έξω και στάθμευσα εδώ για να ‘ρθω στα ίσα μου. Φάνηκε να τα άκουσε όλα αυτά βερεσέ, και για να με αφοπλίσει να μη συνεχίσω τις δικαιολογίες, άπλωσε το χέρι του για να με σταματήσει. Έφυγε κουνώντας το κεφάλι  του, με περιφρόνηση, ενώ εκφράστηκε χύδην όταν απομακρύνθηκε.

       Στο νου μου ήρθε ο Καρυωτάκης. Οι εποχές αλλάζουν οι άνθρωποι όχι. << […] Κράτησε κάποιον τόπο μυστικό,/ στον πλατύ κόσμο μια θέση//. Όταν οι άνθρωποι θέλουν το κακό,/ του δίνουν όψη ν’ αρέσει//. Όταν έχεις μια παιδική καρδιά/ και δεν έχεις ένα φίλο,/ πήγαινε βάλε βέρα στην καρδιά,/ στη μπουτονιέρα σου φύλλο […] >>.

 

 

 

 

 

           


Τ Ο   Χ Ρ Ο Ν Ο Γ Ρ Α Φ Η Μ Α

                             Σωροί βιβλίων

                             Του    Παναγιώτη Αντωνόπουλου

           Οι δόλιοι! Άνοες πιστεύουν πως το βιβλίο είναι εύκολο όπως κάνεις παιδί!  Συμπεριφέρονται ως ανάγωγοι χωριάτες και αβασάνιστα γίνονται τσαλαπετεινοί,  ντύνονται με λαμπρό πτέρωμα, βάζουν και το λοφίο στο κεφάλι και πετάνε! Γίνονται συγγραφείς πιστεύοντας πως η αφήγηση είναι χλωριωμένη κότα προς αποκομιδή στη χωματερή.

        Έτσι έχουμε σωρούς βιβλίων! Ο γιδοβοσκός γράφει την ιστορία του χωριού του, ο μπακάλης για τα παραδοσιακά κτήρια της πόλης, ο ταχυδρόμος για τα τοπωνύμια και τη μάχη που έδωσε ο παππούς τού γονέα του στο χωράφι με τον Ιμπραήμ και ο πολιτικός για την ψήφιση δρακόντειων νόμων προς ανακούφιση της τάξης και της ασφάλειας των πολιτών! Αγνοούν εριστικώς  πως ο ξυλουργός ή ο φούρναρης δεν μπορούν να γράψουν βιβλίο! Γιατί είναι μαθητές του πέντε! Ακόμη αγνοούν πως και αυτοί δεν είναι ΣΤΑΝΤΑΛ να γράψουν << ΤΟ ΚΟΚΚΙΝΟ ΚΑΙ ΤΟ ΜΑΥΡΟ >>, ΑΝΤΟΝ ΤΣΕΧΩΦ να γράψουν το << ΓΛΑΡΟ >>, ΚΩΝ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ, τον << ΚΑΤΑΔΙΚΟ >>.

        Χωρίς κότσια, εγκαλούν υπερκόσμιες δυνάμεις, να κάνουν το θαύμα και τα ψίχουλα γραφής που αφήνουν στις λευκές σελίδες να γίνουν ένα βιβλίο αριστούργημα. Αν είναι δυνατόν! Αποκλείεται να έχουν διαβάσει και το δαιμόνιο Ιταλό Μακιαβέλι και παραφράζοντάς τον, να ανέκτησαν θάρρος. Αποκλείεται! Είχε πει: <<Να θυμάστε πως πάντα οι άνθρωποι θα επιδιώκουν να βελτιώνουν τη ζωή τους αλλάζοντας αρχηγό>>. Αυτοί προσπαθούν να βελτιώσουν τη ζωή τους, γράφοντας βιβλία!

        Διορισμένος γραμματοδιδάσκαλος πριν χρόνια σε ορεινό χωρίο, αφού βασανίστηκα ένα μήνα να με κόβει η λόρδα, είπα να χορτάσω τουλάχιστον με πνευματική τροφή. Έτσι έστρεψα το ενδιαφέρον μου στη βιβλιοθήκη του σχολείου. Όλα τα βιβλία παλιάς κοπής, γραμμένα μετεμφυλιακά, μύριζαν πνευματική μούχλα. Τα μόλυνε και το κάδρο του Κωνσταντίνου μετά της βασιλίσσης Άννας Μαρίας και η κατάσταση ήταν, μαύρη, ασιατική. Σκορπιοί, ποντικοί, κατσαρίδες και  στρατιές  σκωλήκων τα μάχονταν μέχρι εσχάτων. Όλα απόπνεαν σαπίλα, σήψη και λοιμογόνο πατριωτισμό. Περίσσευαν τα ελληνοχριστιανικά και οι τίτλοι με κηπουρικές εργασίες. Παρών και << Ο Αγών μου >> του Αδόλφου Χίτλερ! Και μια βιογραφία του εθνοσωτήρα Μεταξά! Ντοστογιέφσκι, Καζαντζάκης, Καρυωτάκης ούτε για δείγμα. Οι συγγραφείς αυτοί γραμμένοι στη μαύρη λίστα των καταραμένων ανθρώπων, συνομιλούσαν ευτυχώς σιωπηλώς ακαταπαύστως.

        Άντε μετά με τόση λάσπη στην ψυχή να τραγουδήσεις με τους μαθητές: << Ένα παλληκάρι είκοσι χρονών, άρματα το ζώσαν      για τον πόλεμο >>.  Ανέκαθεν οι λειράτες όρνιθες  του κοινοβουλίου και των κυβερνήσεων πίστευαν τον ίδιο χαβά. Οι σχολικές βιβλιοθήκες να είναι << χολεριασμένες >> και ο λαός ερίφιο.

   ellinikoxronografima.blogspot.gr