Κυριακή 6 Σεπτεμβρίου 2026

 ΧΡΟΝΟΓΡΑΦΗΜΑ

 

 

 

                                                   Ζωή όχεντρα


 

 

 

                                                            Του Παναγιώτη Αντωνόπουλου

 

 

 

 

              Φουκαράς ο έρημος. Με δυο ευσχήμονες υιούς και μια θυγατέρα περδικούλα πλουμιστή. Με συμβία αποκλεισμένη στο Δερβένι της κουζίνας. Ο ίδιος μεροδούλι στον κήπο του γείτονα να κόβει χόρτο, εργάτης στους δρόμους της πόλης να βουλώνει με την τσάπα τις γράνες, μπαρμπέρης να κουρεύει το ποίμνιο του βοσκού.  Τα χρέη βουνό σαν την Γκιόνα, το κατσαρόλι άδειο, οι παίδες να γράφουν στην χαρτοπετσέτα τη γραφή τους, αυτός να ρουφάει σέρτικο και να ντουμανιάζει η χαμοκέλα.

              Ώσπου ο εργάτης της εταιρείας σκαρφαλωμένος σαν γάτος στο φράχτη, του ‘κοψε το ρεύμα.  Φεύγοντας του άφησε ζόρια και μέρες σκληρές σαν το καύκαλο της χελώνας. Οι πληγές του όχι δέκα αλλά στο τετράγωνο. Πώς να στήσει κατσαρόλι με το μάτι της κουζίνας τυφλό; Να ζεσταθεί με το σύρμα της ηλεκτρικής σόμπας απυράκτωτο; Να φωτιστεί με λάμπες σβηστές; Να διασκεδάσει τη βραδινή ανάπαυλα βλέποντας στη γεραιά  τι- βί τον Τούρκο Σουλεϊμάν;  Ο φωτισμός τις πρώτες μέρες με κερί δωρισμένο από τον πάγκο της Αγίας Φωτεινής. Ύστερα με λάμπα πετρελαίου, το γυαλί έχον ραγισμένο και το φιτίλι πετσάκι ξερό.  Το καύσιμο στη ζούλα απ’ το ρεζερβουάρ του γεωργικού ανελκυστήρα του αδερφού.

                Σάρακας το κρύο τους παγώνει. Το ξύλο ακριβό,  κούτσουρο στα τζάκι δεν καίγεται. Ο άντρας ζεσταίνεται με μια τρύπια χλαίνη του στρατού, η συμβία διπλωμένη με την κουβέρτα καμηλό, οι παίδες  ντυμένοι με σκουτιά της γειτονιάς.

                Τούτες τις μέρες της κατάψυξης ευτυχώς που ο ήλιος σκάει μάτι και ζεσταίνει. Όταν όμως ο μπαμπαλής χειμώνας ασπρίσει Τετράζι και Ταύγετο και σκεπάσει με την άσπρη του ταφόπλακα τα χαμηλά, τι θα γίνουν οι έρημοι; Τα χεράκια τους που θα τρέμουν πιο μαραφέτι Στουρναρίσιο θα τα σταματήσει;

               Κι αν έρθει ένας Μάρτης μπατίρης  από άνθη και χελιδόνες κι ανοίξει τη στρόφιγγα μ’ όλη του την ψύξη, πώς το προζυμάκι τους θα μπορέσει να πλάσσει τη ζωή τους γαλακτερή; Θα ζήσουν; Θα πεθάνουν όπως η γριούλα του παραμυθιού, χωμένοι στο λεβέτι; Αυτή είπε << πριτς >> στο Μάρτη τον κακό και την εκδικήθηκε. Τούτοι οι άγιοι Αντώνιοι σε ποιον είπαν << πριτς >> και τους  κόβουν φετούλες την καρδιά;

              Κι όσο τούτοι σφίγγονται ο ένας πάνω στον άλλο να ζεσταθούν οι Αρλεκίνοι που μας κυβερνούν το χαβά τους. Φόρους κι άλλους φόρους, και το κοινό αγαθό όνειρο απατηλό. Κι όσο ζεσταθούν οι τρωγλοδύτες της χαμοκέλας  άλλο τόσο θα ζεσταθούν εκατομμύρια καταψυγμένοι Έλληνες. 

                                       ellinikoxronografima. blogspot.gr

 

 ΧΡΟΝΟΓΡΑΦΗΜΑ

 

 

 

                                                   Ζωή όχεντρα

 

 

 

                                                            Του Παναγιώτη Αντωνόπουλου

 

 

 

 

              Φουκαράς ο έρημος. Με δυο ευσχήμονες υιούς και μια θυγατέρα περδικούλα πλουμιστή. Με συμβία αποκλεισμένη στο Δερβένι της κουζίνας. Ο ίδιος μεροδούλι στον κήπο του γείτονα να κόβει χόρτο, εργάτης στους δρόμους της πόλης να βουλώνει με την τσάπα τις γράνες, μπαρμπέρης να κουρεύει το ποίμνιο του βοσκού.  Τα χρέη βουνό σαν την Γκιόνα, το κατσαρόλι άδειο, οι παίδες να γράφουν στην χαρτοπετσέτα τη γραφή τους, αυτός να ρουφάει σέρτικο και να ντουμανιάζει η χαμοκέλα.

              Ώσπου ο εργάτης της εταιρείας σκαρφαλωμένος σαν γάτος στο φράχτη, του ‘κοψε το ρεύμα.  Φεύγοντας του άφησε ζόρια και μέρες σκληρές σαν το καύκαλο της χελώνας. Οι πληγές του όχι δέκα αλλά στο τετράγωνο. Πώς να στήσει κατσαρόλι με το μάτι της κουζίνας τυφλό; Να ζεσταθεί με το σύρμα της ηλεκτρικής σόμπας απυράκτωτο; Να φωτιστεί με λάμπες σβηστές; Να διασκεδάσει τη βραδινή ανάπαυλα βλέποντας στη γεραιά  τι- βί τον Τούρκο Σουλεϊμάν;  Ο φωτισμός τις πρώτες μέρες με κερί δωρισμένο από τον πάγκο της Αγίας Φωτεινής. Ύστερα με λάμπα πετρελαίου, το γυαλί έχον ραγισμένο και το φιτίλι πετσάκι ξερό.  Το καύσιμο στη ζούλα απ’ το ρεζερβουάρ του γεωργικού ανελκυστήρα του αδερφού.

                Σάρακας το κρύο τους παγώνει. Το ξύλο ακριβό,  κούτσουρο στα τζάκι δεν καίγεται. Ο άντρας ζεσταίνεται με μια τρύπια χλαίνη του στρατού, η συμβία διπλωμένη με την κουβέρτα καμηλό, οι παίδες  ντυμένοι με σκουτιά της γειτονιάς.

                Τούτες τις μέρες της κατάψυξης ευτυχώς που ο ήλιος σκάει μάτι και ζεσταίνει. Όταν όμως ο μπαμπαλής χειμώνας ασπρίσει Τετράζι και Ταύγετο και σκεπάσει με την άσπρη του ταφόπλακα τα χαμηλά, τι θα γίνουν οι έρημοι; Τα χεράκια τους που θα τρέμουν πιο μαραφέτι Στουρναρίσιο θα τα σταματήσει;

               Κι αν έρθει ένας Μάρτης μπατίρης  από άνθη και χελιδόνες κι ανοίξει τη στρόφιγγα μ’ όλη του την ψύξη, πώς το προζυμάκι τους θα μπορέσει να πλάσσει τη ζωή τους γαλακτερή; Θα ζήσουν; Θα πεθάνουν όπως η γριούλα του παραμυθιού, χωμένοι στο λεβέτι; Αυτή είπε << πριτς >> στο Μάρτη τον κακό και την εκδικήθηκε. Τούτοι οι άγιοι Αντώνιοι σε ποιον είπαν << πριτς >> και τους  κόβουν φετούλες την καρδιά;

              Κι όσο τούτοι σφίγγονται ο ένας πάνω στον άλλο να ζεσταθούν οι Αρλεκίνοι που μας κυβερνούν το χαβά τους. Φόρους κι άλλους φόρους, και το κοινό αγαθό όνειρο απατηλό. Κι όσο ζεσταθούν οι τρωγλοδύτες της χαμοκέλας  άλλο τόσο θα ζεσταθούν εκατομμύρια καταψυγμένοι Έλληνες. 

                                       ellinikoxronografima. blogspot.gr

 

 

 

Χρονογράφημα

 

 

 

                   Στης  Αρκαδιάς  τον  πλάτανο

 

                                   Του Παναγιώτη Αντωνόπουλου

 

 

    Χρωματισμένο  το δείλι, η κίνηση χαλαρή, ο θόρυβος απ’ τα βήματά μου στο καλντερίμι με απόκρουση Μπαχ και προορισμός μου ο πλάτανος της Αρκαδιάς. Εκεί από κάτω του,  ένας ανώφελος ερημίτης, τη μνήμη μου άρχισα να τυπώνω στους νευρώνες του μυαλού μου. Ιερό δέντρο ο πλάτανος συνδεδεμένο με ιστορίες και θρύλους. Κι εδώ έγιναν ολοζώντανα πράγματα επί τουρκοκρατίας μας λέει το τραγούδι: << Στο κάστρο βγαίνει ο Αυγερινός και στο παζάρι η Πούλια, στης Αρκαδιάς τον πλάτανο βγαίνει ο κατής και κρένει και κρένει τους ανύπαντρους, όποιος αγαπάει να παίρνει… >> Και ο Τούρκος Αγάς της Αρκαδιάς αγαπάει την Ελένη Χαμέρη. Εκείνη δεν τον θέλει, αγαπούσε τον Αυγερινό Χούντρα γι’ αυτό ο Αγάς τη φυλάκισε, τη βασάνισε και είχε θάνατο φριχτό.

   Στη μυθολογία << Η πλάτανος >> ήταν κόρη του Ποσειδώνα. Αγαπούσε το υγρό στοιχείο και είχε δυο αδέρφια Γίγαντες. Όταν πέθαναν λυπήθηκε τόσο που παρακάλεσε τους θεούς να την κάνουν δέντρο να λυτρωθεί από το μαρτύριο της απώλειάς τους. Εισακούσθηκε κι έγινε ο πλάτανος, το αιωνόβιο και ιερό δέντρο.

   Στη δεκαετία του εξήντα, μαθητής Λυκείου, σε μια εκδρομή κάτω από τον πλάτανο της Αρκαδιάς μας μίλησε μια  σκέτη << ξουραφού >> φιλόλογος και μας είπε τούτα τα ωραία:   πως ένας τελάλης προς τιμή της Ελένης βγήκε και την υπερασπίστηκε. Ακόμα πως η λαϊκή μούσα κατέγραψε: <<Ντελάλη γίνηκε στη γειτονιά. Στο μαχαλά στη ρούγα. Και τόμαθε ο κόσμος ο πολύς. Κι ολάκερος ο τόπος. Θυμώσανε οι άνθρωποι. Ντροπιάστηκαν τα ήθη. Ο νόμος εξοργίστηκε και δίκασε σε θάνατο την όμορφη Ελένη και κρέμασαν το μπόι της στης Αρκαδιάς τον πλάτανο>>.

   Στη συνέχεια μας είπε, πως στην Κω δείχνουν ακόμα τον πλάτανο κάτω από τον οποίο δίδασκε ο Ιπποκράτης. Πως ο Ξέρξης μαγεύτηκε στην κοιλάδα του Λυδικού Μαιάνδρου μ’ έναν πλάτανο που έδωσε εντολή να τον στολίσουν με χρυσάφι και να τον φροντίζουν. Ακόμη στη Σικελία όταν πρωτοεμφανίστηκε ο πλάτανος εντυπωσιάστηκαν τόσο που τον πότιζαν με κρασί και πλήρωναν ένα ποσό για να έχουν δικαίωμα στη σκιά του.

    ellinikoxronografima.blogspot.gr







 
                                





 








 
                                





Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου