Κυριακή 6 Ιουνίου 2021

ΧΡΟΝΟΓΡΑΦΗΜΑ

 

 10 από τα πιο όμορφα χωριά των Ελληνικών νησιών (Φωτογραφίες) - Εναλλακτική  Δράση

                                  Χωριό κρυμμένο στα βουνά

 

 

 

                                              Του Παναγιώτη Αντωνόπουλου

 

 

 

 

          Σε  καιρούς πίσω η γραφίδα, τότε που εύελπις νέος διορίστηκα γραμματοδιδάσκαλος σε χωριό κρυμμένο στα βουνά και σκαπετημένο στου βοδιού το κέρατο.  << Συγκοινωνία δεν έχει >> μου ‘πε ο βούβαλος επιθεωρητής, << κόφτο τώρα ποδαρόδρομο που είναι ο καιρός καλός γιατί αν βρέξει και φουσκώσει ο χείμαρρος θ’ αποκλειστείς >>.

         Το ‘κοψα με το διοριστήριο στην τσέπη και ανέβαινα το βουνό, πηδώντας από κοτρόνι σε κοτρόνι και γράνα σε γράνα, να φτάσω, βλαστημώντας την ώρα και τη στιγμή που έγινα δάσκαλος.

          Θα είχα κάνει δυο ώρες ποδαρόδρομο, αρδεύοντας τον πολιτισμό από τους γύπες και τα ουρλιαχτά των λύκων, όταν ένα τρακτέρ σταμάτησε και ο οδηγός του άγριος σαν μαλλιαρόγατος, μου ‘κανε νόημα να ανέβω στην καρότσα. Έφτασα στον προορισμό μου και με την ψυχή στα δόντια από το ταρακούνημα το σώμα μου  εναπόθεσα στο εκπαιδευτήριο να ξεκουραστώ.

         Σχολείο ερείπιο, οι σοβάδες πεσμένοι, οι τοίχοι γκρεμισμένοι, πόρτες και παράθυρα σάπια, με τον τσίγκινο απόπατο εκατό μέτρα χωμένο στο λόγγο. Το φαγητό σπαρτιάτικο, κονσέρβα, χόρτα και σάλιαγκοι ψητοί. Χωρίς συντροφιά, γυρνούσα σαν μαντρόσκυλο στους δρόμους, ζούσα σαν ερημίτης την απελέκητη ζωή του χωριού, ορφανός από πολιτισμό, φαμελίτης της παρέας της τράπουλας, πότης του ούζου, ένας μοιραίος πεταμένος σαν σκουπίδι σε χωματερή. Έβλεπα γουρούνια, γάτους, τράγους, άκουγα γελάδες να μουγκανίζουν,  ερίφια να βελάζουν ερωτύλους κριούς να εναποθέτουν το σπόρο τους σε τετράπαχες προβατίνες.

        Δυο μήνες και δεν το κούνησα ρούπι από το χτικιασμένο εκείνο τόπο. Έτσι ένα Σάββατο είπα να κατέβω στην πόλη, να φανώ άνθρωπος κι όχι κλέφτης στα βουνά. Με τι; ποδαρόδρομο, από κοτρόνι σε κοτρόνι κι από στουρνάρι σε στουρνάρι; Τέσσερις ώρες δρόμο με τα πόδια θα το άντεχα;

        Ευτυχώς το πρωί, ένας φίλος ευαίσθητος σαν χλόη φύλλου, πέρασε έξω από το σχολείο με το αγροτικό. Με είδε στο δρόμο να περιμένω, εννόησε και μου φώναξε: << Δάσκαλε πήδα πάνω στην καρότσα. Μπροστά  έχω  γυναίκα  και  πεθερά. Βολέψου όπως  - όπως,  με τα πόδια θα σου βγει η γλώσσα >>.  

           Η καρότσα ήταν γεμάτη αγγούρια, με το σάλτο που έδωσα βρέθηκα να κάθομαι πάνω τους! Γέλασα, ύστερα πόνεσα, μετά ντράπηκα και ως τις πρώτες τρεις στροφές ένιωθα σαν χοίρος σε κουμάσι. << Δάσκαλε δεν πιστεύω να έκατσες πάνω στ΄ αγγούρια; >> ακούστηκε η φωνή του οδηγού, αποχαυνωμένος να κοιτάζει τα στήθη της γυναίκας του. << Σπάνε! Γι’ αυτό κάτσε στην άκρη της καρότσας, πιάσου καλά και πρόσεξε να μη φύγεις σε καμιά στροφή! >> ξαναμίλησε και γλέντησε την ατάκα του μ΄ ένα κλέφτικο που έπιασε.

         Υπουργοί, βουλευτές, έμποροι, Νέρωνες  πολιτικοί μικρονοϊκοί και λοιποί, χρόνια έκανα τη διαδρομή αυτή στα χωριά της πατρίδας μας να μάθω γράμματα τα ελληνόπουλα και τώρα νιώθω πως είμαι χτήνος  μ’ αυτά που περνάω! Νιώθω όχι Έλληνας συνταξιούχος δάσκαλος αλλά νέγρος, ένας μανιακός, ένας αγριάνθρωπος. Και γι’ αυτό φταίτε εσείς! Εσείς  που ρουφήξατε    αφορολόγητο ποτό από το εργοστάσιο του σατανά και με στείλατε στην κόλαση! Με φτωχύνατε  ναι και γελιέστε αν νομίζετε πως είστε από τη φυλή του ανθρώπου.

         ellinikoxronogr;afima.mlogspot.gr                           

 

 

 

 

ΧΡΟΝΟΓΡΑΦΗΜΑ

 

 

 Ο Πτωχοπρόδρομος. Μία παράξενη ιστορία της Βυζαντινής λογοτεχνίας |  Πεμπτουσία

 

                                      Πτωχοπρόδρομε  Έλληνα!

 

 

 

                                                    Του Παναγιώτη Αντωνόπουλου

 

 

 

          << … και το ψομίν επιθυμώ, πότε θα το χορτάσω; >> έγραφε ο Θεόδωρος Πρόδρομος ή Πτωχοπρόδρομος  και του ‘πεφταν τα σάλια οσμίζοντας το  χουρδουβελία  στο ανάκτορο του αυτοκράτορα Μανουήλ Κομνηνού. Με τη λόρδα να τον κόβει, γυρνώντας στους δρόμους νηστικός, με τρύπιο ρούχο, ξυπόλητος, διαρκώς ορεγόταν ευωδιαστό μονοκυθρίτσιν,  χορδοκοιλίτσια  και σφουγγάτο που σε σωρούς άχνιζαν στα βασιλικά τραπέζια.

        Όσο και να παρακαλούσε τους Υπερίονες Ήλιους της βυζαντινής μάσας, ένα ψιχουλάκι δεν του πέταγαν. Έστελναν τα ορθοκέρατα βόδια της ακολουθίας τους και του έσπαζαν τα κόκαλα.  Κύματα του ‘ριχναν πάνω του τις καυτές ψαρόσουπες και τον γέμιζαν εγκαύματα και λεπιδόφορες ουρές. Αυτός δεν το ‘βαζε κάτω. Από γειτονιά σε γειτονιά τους έψελνε τα εξ’ αμάξης,   με στίχους από ξίφη, τα μεριά τους χάραζε.

         Και σήμερα και στους δικούς μας βασιλείς, μια Λαμπετώ και μια Φαέθουσα φυλάνε τα κοπάδια τους και άγριοι οπλισμένοι Μπραήμηδες τις εκτάσεις και τα λιβάδια τους. Κομματικός στρατός φρουρεί τις εισόδους των οικονομικών οίκων τους, εκπαιδευμένοι κομάντος με μαδέρια και σανίδια, μαυρίζουν στις ροπαλιές τον Έλληνα Φτωχοπρόδρομο  που θα ζυγώσει να γλείψει ένα πεσμένο  κόκαλο από το τραπέζι τους.   Ενθρονισμένοι έχουν και του πουλιού το γάλα, μάκαρες σαν θεοί τρώνε και κυβερνούν, σπονδές σταλάζουν στους πορφυρογέννητους της τρόικας και του Δ.Ν.Τ. να μην τους λείπει  το παραδάκι και ότι άλλο χρειάζεται για να στουμπώνουν τις γερές μασέλες τους. Και ζουν με τη μάσα. Μάσα γερή, μάσα που την βλέπεις εσύ ο νηστικός και σου φεύγει το τσερβέλο.  Όχι τίποτα γιαχνί γυφτοφάσουλα, αλλά  αστακοί ο γκρατέν, πιλάφια με μυαλά, κουσομέ με κρουτόν, αρνιά με άσπρη σάλτσα, γλώσσες πανέ, πέρδικες αλά Ισπανιόλ.

        Κι εσύ Φτωχοπρόδρομε, χαϊβάνι Έλληνα, καταπίνεις σάπιες ελιές Καλαμών με δάκο και κάνεις σωρούς φτύνοντας τα κουκούτσια. Ζεις μόνιμα σε απελπιστική πενία και πείνα. Το κουμούτσι σου ούτε και μουχλιασμένο δεν το έχεις και με το νέο μνημόνιο θα σου βγάλουν τα δόντια να αποσυρθείς από το μάσημα. Τι περιμένεις; Γιατί δε φωνάζεις; Γιατί δεν παίρνεις το ρόπαλο; Τι περιμένεις;

                                    ellinikoxronografima.blogs

 

Σάββατο 8 Μαΐου 2021

 

ΧΡΟΝΟΓΡΑΦΗΜΑ

 

 Ο φωτογράφος που κρύβεται πίσω από τις εντυπωσιακές φωτογραφίες της πόλης!  - Kalamata IN

 

 

                                            Φυσάει ο ριχ

 

 

                                                         Του Παναγιώτη  Αντωνόπουλου

 

 

        Τον τρίβει η σκόνη και κάθεται στο παγκάκι. Είναι πρόσφυγας, μαύρος, με σκλάβα ψυχή κι ένα σώμα βαπτισμένο στη δυσοσμία των λασπόνερων της χώρας του.  Τα μάτια του είναι σταχτιά όπως η σκόνη της ερήμου. Τον ζώνει ένας μίσχος θρήνου από αιώνιο δάκρυ. Στον ορίζοντα  τα σκουπίδια της χωματερής που άφησε στην Ανατολή ζεύουν σαν άρρωστο ψοφίμι. Ο κόμπος της εξομολόγησης σαλεύει στα σάπια του σωθικά. Βγάζει την πρώτη λέξη βαμμένη στο αίμα. Δείχνει να πονά. Βγάζει και τη δεύτερη και λιποθυμά. Συνέρχεται. Μπαίνει στο χορό κι αρχίζει να μιλά με λέξεις σαν σουβλερά καρφιά:

       << Οι μονάρχες μας πιστεύουν στο Θεό της Συμμορίας. Γύρω από τους χρυσούς θρόνους τους, η δόξα ξεψυχά με δάκρυ πικρό.  Στις εμπύρετες βραδιές λένε παραμύθια καθισμένοι σε σωρούς μαργαριτάρια.  Ο λαός δεν έχει ούτε ένα αγιασμένο όνειρο. Σε τενεκεδένια μπρικάκια κατρακυλάει τη ζωή του. Σε κομμάτια γυαλιού εναποθέτει το άχραντό του σώμα. Σε γήπεδα με βαμμένες λεπίδες από αίμα, ροκανίζει τους σβίγκους με τη μουχλιασμένη ζύμη.  Στους σωρούς από τα ροκανίδια κηδεύει τη σιωπή του. Στο μουγκρητό της χαλασμένης γεννήτριας αναδύεται το φως που τον φωτίζει. Στον πυκνό καπνό του Αμερικάνικου φουγάρου αποκτάει τον καρκίνο του πνεύμονα. Στις άρρωστες μαϊμούδες τον ιό του ΑΙDS.

          Στο χωριό μου τα σπίτια δεν έχουν μπάνιο. Πλενόμαστε στη λεκάνη. Το νερό είναι βούρκος, γεμάτο σκουλήκια. Σαπίζουν το σώμα μας και το πληγιάζουν. Το κάνουν φουσκωτό ψοφίμι. Οι δρόμοι του γεμάτοι άμμο και ιούς. Παιδιά γυμνά τους περπατούν, ξυπόλητα με βλέμμα δαγκωμένο από τα φίδια. Σπουδάζουν στις αλάνες και στις αποθήκες γλείφουν τις ξερές πίτες. Γυναίκες με μαντίλες βόσκουν κατσίκια. Μαυροντυμένες γριές, με σαρίκια απλώνουν τις ανοιχτές παλάμες τους για ένα κόκκο ψωμιού. Μεσόκοπες παρθένες κάθονται ανακούρκουδα σαν κουρούνες τραυματισμένες και χαζολογούν με το άστρο τους το σκοτεινό.  Πρόβατα νεκρά στους δρόμους και πρησμένα σκυλιά σέρνονται με σάβανο από μύγες. Κι ως εκεί που σταματά ο δρόμος του, αρχίζει η έρημος, και η άμμος και ύστερα κι άλλη άμμος και σωροί ο ένας πάνω στον άλλο που τελειωμό δεν έχουν.

      Τα δικαιώματα φτερουγίζουν σαν κοράκια. Οι νόμοι αιωρούνται σαν  ανάπηροι γύπες. Και οι ψυχές που αντιστέκονται σκοτώνονται στα ματωμένα σώματα. Αγόρια και κορίτσια γλυκά σαν αγγελάκια θάβονται στο τραγούδι της ερήμου.

      Στην πατρίδα μου φυσάει ο ριχ. Ένας τρελός αέρας που μας φυλακίζει στις σάπιες παράγκες. Η ανεμοθύελλα, τρομακτική μας στραβώνει. Τον λέμε Μαύρο άνεμο. Μας χαράζει το πρόσωπο με οργισμένες ριπές μίσους.  Όλο το χωριό μου υποτάσσεται σ’ αυτόν, όπως και στους αφέντες. Όταν κλείνει ο κύκλος του αφήνει πίσω του τα σκισμένα σάρκινα κουρέλια του. Ένα σχισμένο χαλί από σαπίλα που την ψήνει ο ήλιος τής ερήμου.  Όταν ο ριχ ματώνει με γυαλόχαρτο τις φιλοδοξίες μας έρχεται η ακινησία. Θα ‘χεις ακούσει για το Ραμαζάνι. Τότε φτάνουμε στο αιφνίδιο τέρμα. Τριάντα μέρες, ήλιο με ήλιο χωρίς νερό με νηστεία και προσευχή. Προσευχή την προσευχή και πάλι προσευχή και δώσ’ του προσευχή όσες φορές μας καλεί ο μουεζίνης. Και μετά πάλι μπροστά μας η έρημος, που μας φωνάζει: ότι η φτώχεια μας είναι ελευθερία, μπισμιλλάχ.  ( Στο όνομα του Αλλάχ! )  >>.

      Τελείωσε. Τα λόγια του γέμισαν τον ουρανό με φλόγες. Το πρόσωπό του έμεινε νεκρό, ασάλευτο. Κι ο ίδιος παγωμένος, ακίνητος. Το υγρό βλέμμα του βασίλευε προς την πατρίδα. Με κοίταξε και το δάκρυ του έσταζε ένα κόμπο λύπης. Κι όσο ο κόμπος μεγάλωνε η εξομολόγησή του λοξοδρομούσε, χτυπώντας πάνω μου, προς τ΄ άστρα.

     ellinikoxronografima.blogapot.gr

 

 

Καραντίνα, κορονοϊός και ο γέρο Κάρολος

Χρονογράφημα


 Του Παναγιώτη Αντωνόπουλου 


                 Κατέβαινα την Ελευθερίου Βενιζέλου όταν ήρθα φάτσα με φάτσα με τον Πλάτωνα. Σταματήσαμε πέραν του ορίου του ενός μέτρου και πριν τον καλημερίσω , μου είπε εκπνέοντας δακτυλίδια καπνού σε ύψη και σε μάκρη. << Παρακούς την εντολή, ΜΕΙΝΕΤΕ ΣΠΙΤΙ και γυρνάς; Γιατί; >> Γέλασε και συμπλήρωσε: << Κι εγώ επίορκος θα μου πεις είμαι ή ο αναμάρτητος πρώτος το λίθο βαλέτω >> και μου ‘δειξε sτον ακάλυπτο  του << Onore >> που είχε κατεβάσει τα ρολά, ένα τραπέζι με δυο καθίσματα.

            Καθίσαμε. << Καιρούς και ζαμάνια έχω να σε δω, πώς πάει; >> τον ρώτησα. << Ας όψεται ο εστεμμένος >> ψέλλισε, υπονοώντας τον κορονοϊό κι έβαλε το χέρι στην τσέπη. 

Διαβάστε περισσότερα » 

Παρασκευή 7 Μαΐου 2021

 

χρονογράφημα

 

 

 

 

                       Κυπαρισσία, φεγγαράδα, η βόλτα και η πλατεία της πάνω πόλης 

 

                                               Του Παναγιώτη  Αντωνόπουλου

 


 

               Επωφελήθηκα από την πανσέληνο χθες και είπα να απολαύσω βόλτα και φεγγαράδα. Βόλτα στην εμβληματική πλατεία της πάνω πόλης που ανακαινισμένη δεν εκπληρώνει γαστριμαργικές ή  αισθητικές απολαβές, αλλά όπως εφορμά από παλιά σε υψώνει με το φως και τις μνήμες της σε ενθουσιώδεις πανηγυρισμούς ανάγνωσης, σκέψης και καλαισθησίας.

            Τα μέτρα δεν ήρθησαν, ο ιός θερίζει και η καραντίνα καλά κρατεί να μας εθίζει σαν πρέζα. Αν εθιστείς δύσκολα ξεκαρφώνεσαι από τον καναπέ.  Για να μην καρφωθώ, άδραξα την ευκαιρία της πανσελήνου, και ξεπόρτισα.  Αν και ήξερα πως θα επικρατεί ερημιά εκεί πάνω, το τόλμησα να ανηφορίσω, για να χαρώ με ρομαντική και μοναχική διάθεση την αργυρόφαντη  φωτοχυσία. Εφοδιάστηκα με φακό για τις παγίδες του δρόμου, τις αφρόντιστες στροφές, τις εξερευνήσεις των σκοτεινών κήπων και με αντισηπτικό πλήρους ιοκάθαρσης, το ‘κοψα  ποδαράτο με τις ψυχικές μου ευφορικές κεραίες ενεργοποιημένες με ταχύτητα 5G.

        Η διαδρομή χωρίς οχήματα και πεζούς. Κι όσο η ώρα έφτανε δέκα τίποτα δε θύμιζε αλλοτινές εποχές της εφηβείας μου, ούτε και πριν τον τρισκατάρατο εστεμμένο κορονοϊό.  Που και που σε κοιτούσε κανένας τεμπέλης σκύλος, κάποια μοναχική  γριά γάτα ή ο ξεχασμένος γκιώνης στο πάρκο σου θύμιζε θλιμμένες ένδοξες μέρες με το κλάμα του.  Ηττημένος ολοσχερώς  από δυσάρεστα συναισθήματα σκέφτηκα πως έκανα άσχημα, να διαλέξω να επισκεφτώ ένα πληγωμένο μέρος, που η πληγή του θα πλήγωνε και μένα. Λιγότερο δημοφιλές μέρος, θα ήταν καλύτερα. Στο πλάτωμα, πάνω, μόλις πέρασα το Ηρώο, να ‘σου ο Καβάφης μπροστά μου, να μου λέει: << Είπες >>, θα πάγω σ’ άλλη γη / θα πάγω σ’ άλλη θάλασσα //. Μια πόλις άλλη θα βρεθεί καλύτερη απ΄ αυτή //. Καινούριους τόπους δε θα βρεις / δεν θάβρεις  άλλες  θάλασσες //. Η πόλις θα σε ακολουθεί //. Στους δρόμους θα γυρνάς τους ίδιους //. Και στες γειτονιές τες ίδιες θα γερνάς / και μες στα ίδια σπίτια θ’  ασπρίζεις //. Πάντα στην πόλη αυτή θα φτάνεις //. Για το αλλού – μη ελπίζεις – δεν έχει πλοίο για σε, δεν έχει οδό […]

     Η πλατεία καλλιτεχνημένη αλλά στην ακινησία καθημένη. Τα μαγαζιά κλειστά, λίγα  παράθυρα ανοιχτά, μια διακριτική μουσική πίσω από ένα χάλασμα, ακουγόταν με στίχο εποχής: << Αλλοτινές μου εποχές,  αλλοτινοί μου χρόνοι. Ερωτικές μου συντροφιές, ερωτικοί μου πόνοι, αχ και να ΄ρχόσαστε ξανά… >>  Βρήκα μια ήσυχη γωνιά και αποτραβήχτηκα. Οι αισθήσεις μου εν γρηγόρσει,  όμως αισθητική συγκίνηση καμιά, με το βλέμμα μου στραμμένο στην παρήγορο Αγία Τριάδα, γευόμουν τον άσπρο πάτο μιας ανίερης στιγμής.

    Σκέφτηκα πως είχα υποστεί μετάλλαξη. Θέλεις ο φλύαρος χρόνος που βρήκε απάγκιο πάνω μου, και, με κούρασε, θέλεις το γενετικό αποτύπωμα του εστεμμένου ιού, που ενεγράφη ανεξίτηλο στο ασυνείδητό μου, θέλεις η καραντίνα, αλλοίωσαν τη συμπεριφορά μου και ένιωθα απερίγραπτος και τα έβλεπα όλα ξενέρωτα. Δεν άντεχα να παρακολουθώ άλλο τα παιχνίδια του ολόγιομου φεγγαριού με τα σύννεφα κι έφυγα, αφήνοντας την πλατεία στο ζωικό βασίλειο της νύχτας. Ολομόναχος και πάλι, κάθισα  στο προσφιλές μου παγκάκι στο Ηρώο. Ήθελα να σκεφτώ με την ψευδαίσθηση  της συναναστροφής κάποιων δίπλα μου. Φαντάστηκα πολλούς αργόσχολους να συζητούν ζωηρά. Άλλος από παλιά, άλλος από το χθες, άλλος από το σήμερα. Η εικόνα αποκαρδιωτική. Έφυγα κι από κει. Στο δρόμο για το σπίτι αγέλη αδέσποτων σκύλων έτρεξαν αίφνης προς το μέρος μου.  Τα χρειάστηκα. Πέρασαν δίπλα μου, ευτυχώς και δεν με πείραξαν. Ένα το τελευταίο, κουνώντας την ουρά του, πονηρό, εχθρικό και θυμωμένο, με κοίταξε και δείχνοντας απορημένο, έμοιαζε σαν να με ρώτησε: << Πού είναι όλοι; >>

   ellinikoxronografima.blogspot.gr