Δευτέρα 14 Σεπτεμβρίου 2026

 

ΧΡΟΝΟΓΡΑΦΗΜΑ

 

 

                                           Ο γυμναστής 


 

                                                      Του  Παναγιώτη  Αντωνόπουλου 

 

         Σπούδαζα σ’ ένα πνευματικό ίδρυμα  και ο πίθηκος γυμναστής ήταν χαβαλετζής, ψευτόμαγκας, σκληρός και νεοναζί κρυφός. Μας έβγαζε το λάδι του νονού μας με ανακύψεις, επικύψεις και στρατιωτικό τροχάδην και όταν φεύγαμε μας πονούσαν αρθρώσεις, σπόνδυλοι,  ωλένες, μύες και καταπονημένοι τένοντες.  Ποιος τολμούσε να του μιλήσει. Όταν μας ξέκανε, μας μάζευε στο υπόστεγο και άρχιζε το κήρυγμα. << Βιβλία δεν παρέχονται, θα σας δίνουμε σημειώσεις, τις θέλω αυτολεξεί και όποιος δεν το κάνει καλύτερα να πέσει στο πυρ το εξώτερο να καεί μόνος του παρά να  ‘ρθει στο μάθημά μου αδιάβαστος και να τον ρίξω εγώ! >>

       Σημειώσεις   γραμμένες στη γλώσσα του Σοφοκλή. Διάβαζες και δεν καταλάβαινες γρι.  <<Η άθλησις του σώματος αποσβεννύει την οστέωση του αρχικού χόνδρου των ιστών οίων η πυκνότης της μάζης ενδυναμούται >>. Ακόμη όταν ήθελε να αναφερθεί στην καρδιά, έγραφε: << Το αίμα συγκεντρούται δια των φλεβών εις τον κοίλον μυν κι από κει τη βοηθεία των μυϊκών συστολών και διαστολών πληροί τα υπόλοιπα όργανα >>.

        << Ρε ραγιαδάκια πως τον ανεχόσαστε; Κάντε την επανάστασή σας, γίνετε Νικηταράδς και διώξτε τον από το σβέρκο σας >> μας είπε μια μέρα ένας περαστικός χαμάλης και μας άνοιξε τα μάτια. Και τότε ένας  σκράπας, αριστούχος όμως στις πλάκες, βγάζοντας τη σαραντακέρατη οργή του, τον παγίδεψε δήθεν να του δείξει την εκκίνηση των εκατό μέτρων και σκύβοντας ο γυμναστής ακούσαμε ένα χρατς στον καβάλο του παντελονιού του και είδαμε τους  σπερματοδόχους αδένες του να ξεπετάγονται στον αέρα! Έγινε το σώσε! Το ‘βαλε στα πόδια ο μανιακός και κρύφτηκε στα αποδυτήρια.  

     Σε μάς πίσω ανθίσανε τα σωθικά μας γέλιο, οι γλωσσικές μοσχοβολιές σπ’ το στόμα του σταμάτησαν για καιρό, για χρόνια πια έβραζε μέσα στο ζουμί της γκάφας του και που να ξαναμιλήσει για επικάρδια, χόνδρους και αποσβεννύει!

        ellinikoxronografima.blogspot.gr  

 

Κυπαρισσιώτικες εικόνες

  

                                       Το ηρώο, η ερημιά και η μετάλλαξη


                                                               Του Παναγιώτη Αντωνόπουλου

 

               Ο αναγκαστικός εγκλεισμός λόγω ιού, με πιέζει. Ξεπορτίζω όταν το επιθυμώ να πάρω λίγο αέρα, την προσωπική μου πλήξη να γιατρέψω, να μην καταστεί χρόνια ανίατος. Προχθές Σάββατο βράδυ, απεχθανόμενος την ταινία τρόμου που έπαιζε η χαζοκούτα, κίνησα για την πλατεία της πάνω πόλης. Αρέσκομαι να περπατάω κάτω από το φως των λαμπτήρων του δρόμου και ν’ ακούω τους ψιθύρους από τα φυλλώματα των δέντρων, καθώς και το τραγούδι του γκιώνη.

              Λίγο πριν το ηρώο, το  ερειπωμένο ογκώδες  κτήριο, ξενοδοχείο << Μορφέας >> παλιά στις δόξες του, με σταμάτησε, στους ανθούς της ποίησης για να με βάλει ο ποιητής και να ψάλλω: << Μες στο υπόγειο το κλειστό/ βρίσκονται στοιβαγμένες στιγμές αγαπημένες/ κάτω  απ’ της λήθης τον ιστό//. Βινίλια και ροκ εντ ρολ,/ αφίσες του Γκεβάρα μια γέρικη κιθάρα/ και άδεια μπουκάλια αλκοόλ//. Uranya τηλεόραση/ πικάπ μ’ ένα ηχείο/ ασπρόμαυροι κι οι δύο/σε σχολική απόδραση//. Κόμικς σε χάρτινα κουτιά,/ ένα μπλουτζίν καμπάνα,/ νότες Κάρλος Σαντάνα/ σε ξέθωρα παλιά χαρτιά//. Χακί στρατιωτικό μπουφάν,/ βυζαντινές σημαίες,/ αριστερές ιδέες/ σε σκισμένα σελοφάν//. Παλιά βιβλία με παλιές/ σε μένα αφιερώσεις,/ γραπτές φαντασιώσεις/ που μας βαπτίζουν ποιητές//.

        Καθισμένος ύστερα στο παγκάκι του ηρώου, νοερά ατενίζω τις πίσω στενάχωρες εποχές, που το μέρος σε ζάλιζε απ’  τον αντίλαλο της φλυαρίας των ανθρώπων, τις φωνές των παιδιών και σε ξεκούφαινε ο ρυθμός των τραγουδιών από τις γεμάτες πολύβουες ταβέρνες. Τότε ο συνωστισμός ήταν μεγάλος, ο ένας δεν φοβόταν τη φάτσα του άλλου, ούτε κυκλοφορούσαν μικρόβια και θανατεροί ιοί. Ο κόσμος τελούσε εν ευθυμία, γελούσε, γλεντούσε αγκαλιαζόταν, το πρόσωπο άφηνε ελεύθερο, ακάλυπτος έμενε, χωρίς μάσκες και καλύπτρες.

      Ως φαίνεται, έχει υποστεί μετάλλαξη όχι μόνο ο τρόπος ζωής μας, αλλά και ο ψυχισμός μας. Νομίζω το παρακάτω συμβάν θα ξεγυμνώσει το πελιδνό εαυτό μας. Μόνος λοιπόν μέσα στη νύχτα, απολάμβανα τη φωτοχυσία της φεγγαράδας, την πλατεία με τα νεοκλασικά,  τις ανταύγειες  της Αγίας Τριάδας, τις σθεναρές επιθυμίες των νυκτόβιων ζώων να διανικτερεύουν σε ιδιωτικούς χώρους. Απορροφημένος απ’ την ομορφιά, δέχτηκα επίσκεψη αγνώστου ανδρός, προφανώς κάτοικου της περιοχής που χωρίς ευαισθησίες με ρώτησε: << Ποιος είσαι; Νυχτόβιος γιατί; Φαίνεσαι ύποπτος! >> Του εξήγησα πως είμαι νορμάλ άνθρωπος, σιχάθηκα τα  σήριαλ στη μικρή οθόνη, βγήκα έξω και στάθμευσα εδώ για να ‘ρθω στα ίσα μου. Φάνηκε να τα άκουσε όλα αυτά βερεσέ, και για να με αφοπλίσει να μη συνεχίσω τις δικαιολογίες, άπλωσε το χέρι του για να με σταματήσει. Έφυγε κουνώντας το κεφάλι  του, με περιφρόνηση, ενώ εκφράστηκε χύδην όταν απομακρύνθηκε.

       Στο νου μου ήρθε ο Καρυωτάκης. Οι εποχές αλλάζουν οι άνθρωποι όχι. << […] Κράτησε κάποιον τόπο μυστικό,/ στον πλατύ κόσμο μια θέση//. Όταν οι άνθρωποι θέλουν το κακό,/ του δίνουν όψη ν’ αρέσει//. Όταν έχεις μια παιδική καρδιά/ και δεν έχεις ένα φίλο,/ πήγαινε βάλε βέρα στην καρδιά,/ στη μπουτονιέρα σου φύλλο […] >>.

 

 

 

 

 

 Χρονογράφημα


 

                Το Παναγιώτη Αντωνόπουλου

 

Απουσιολόγος το καλό παιδί που μέτραγε απόντες

 

 

      Άλλος ένας κρίκος της άρχουσας τάξης και του εκπαιδευτικού ολοκληρωτισμού για να ελέγχει τη σχολική ζωή στην τάξη του μαθητικού << υπόκοσμου >>.

     Μαθητής γυμνασίου αζύμωτος με τη δράκαινα κοινωνία, τούτη η καταγραφή των συμμαθητών μου που έκαναν κοπάνα ή δεν παρουσιάζονταν για άλλο λόγο στο μάθημα μου προκαλούσε ψυχολογική φθορά. Δηλαδή ο απουσιολόγος ήταν κολλητός των καθηγητών, πραιτοριανός του γυμνασιάρχη και χαφιές ενδεδυμένος με τη θεόφιλη αριστεία να καταδίδει τους μαθητές!

     Στην τελευταία τάξη είχαμε μια απέριττου κάλλους απουσιολόγο. Αριστούχα, θεούσα με βούλα, με στήθη ορθόστητα, γάμπες τορνευτές, βλέμμα << Γοργόνειο >>, μαύρο μαλλί αγκαθωτό σαν του αχινού. Η μικρονοϊκή τούτη υπηρέτρια της εκπαίδευσης, δυστυχώς είχε ξεφύγει από τα καθήκοντά της και είχε ανακηρυχθεί σε δεσμοφύλακά μας, σε μια μαύρη αράχνη δηλητηριώδη που μας τσιμπούσε να μας πεθάνει.

    Ο γυμναστής ένας εκκολαπτόμενος νεοναζί μας τρέλανε εκείνες τις μέρες στις ανακάμψεις, στις επικύψεις, στο σημειωτόν και στο τροχάδην, Στο τέλος καταπονημένος από τις αγκυλώσεις στις αρθρώσεις μου αποφάσισα να κάνω κοπάνα από το μάθημα των θρησκευτικών, Ήθελα όμως και να πεταχτώ κι ως το σταθμό του τρένου να πάρω το σακούλι με τα τρόφιμα που μου ερχόταν από το χωριό. Είπα στον απουσιολόγο να κάνει τα τραβά μάτια και να μη μου βάλει απουσία. Ορκίστηκε πως θα το κάνει. Έφυγα.

   Την άλλη μέρα ο θεολόγος με παρουσίασε στο γυμνασιάρχη. << Να τος ο σκασιάρχης! Ήταν περασμένος απόντας στο απουσιολόγιο! Καλά που το είδα!>> του είπε και με έσπρωξε κοντά του τραβώντας μου το αυτί. Τούτος ο άγριος Αττίλας δε χάριζε μαργαρίτες ούτε μας έκανε μάθημα  αλλά μας έσπαζε στο ξύλο. Μου ‘ριξε της χρονιάς μου!

   Ο απουσιολόγος ύστερα στην αίθουσα είχε ρίξει κάτω το κεφάλι κι έκανε πως έγραφε. Εγώ τον κοιτούσα και περίμενα να του ρίξω τη μούντζα μου και μετά με ελαφρά την καρδία να ακούσω από το φιλόλογο το αρχείο κείμενο του Σοφοκλή.

 

    Έτσι τα βλέπω

                                  Το κοκοράκι κι κι ρι κι κι !


 

                           Του Παναγιώτη Αντωνόπουλου

 

                            

 

    Με χιούμορ οι Άγγλοι στην καθημερινότητά τους αλλά με τις πληγές νωπές ακόμη στις σάρκες των ντόπιων, στα κράτη που έστηναν τις αποικίες τους .    << Χλωριωμένη κότα >> είπε ο Μπόρις τον Τζέρεμι Κόρμπιν στο κοινοβούλιο!  Κι εγώ θυμήθηκα τις φλύκταινες που βγάζω όταν στη γειτονιά μου σε μια λαϊκή αυλή, που στεγάζονται όρνιθες και ο αρχηγός τους ο πετεινός, ξεκουφαίνουν τον κόσμο με τα << κι κι ρι κου >> τους. Κραυγές άξεστου  ήχου από τα χαράματα που δε σώζονται ούτε με ωτοασπίδες οι περίοικοι.

  Περισσότερο ακούγονται του κόκορα και δη νυχθημερόν πλειστάκις. Ασυνήθιστες ραψωδίες αλλά μου αρέσουν γιατί ο κόκορας είναι συμπαθής, θρεμμένος, τροφαντός, χρωματιστός, πτέρωμα γυαλιστερό, λοφίο στητό, ένας αγέρωχος φρουρός που σαν θυρεός καμαρώνει στην πόρτα του κοτετσιού και προστατεύει τις όρνιθες παλλακίδες του.

    Παιδιόθεν θαύμαζα την απλόχερη ελευθερία των δικών μας πτηνών στο πατρικό κοτέτσι και χαιρόμουν για όποια επωδό άκουγα από κόκορα ή κότα. Στους πολλούς κοκόρους μια εποχή έτυχε ο ένας να ήταν γέροντας με πτέρωμα αραιό, πόδια στραβά, φωνή βραχνή, όμως καλοθρεμμένος σαν αστός καπιταλιστής που τον ορεγόσουν στο πιάτο.

    << Ρίξε του μια στο κεφάλι με τη σφεντόνα και φέρε τον κάτω να τον κάνουμε  μακαρονάδα, δεν μπορεί πια να βατέψει τις λειράτες κότες >> μου είπε  η μάνα  μου  και <<  πριν  αλέκτορα  φωνήσαι >> πήρε θέση για να δει το φονικό. Εγώ σημάδευα, τα χέρια μου έτρεμαν, η πέτρα δεν έφευγε, μ’ έπιασε ένας πόνος για το θρεμμένο πουλί, που είπα: << Πέντε χρόνια τον έχουμε στο κοτέτσι, τον αγαπώ σαν αδερφό μου, πώς να τον σκοτώσω; >> και το ‘βαλα στα πόδια.

    Την άλλη μέρα έστρωσε τραπέζι. Ακολουθώντας τον ίδιο χαβά να με ρωτά πάντα τι προτιμάω στη μερίδα μου, άκουσα τη φωνή της, ρυθμική: << Στήθος ή πόδι; >> << Αφού ξέρεις >> της απάντησα ξερά σαν ανάγωγος χωριάτης και περίμενα. Μου ‘φερε το πιάτο. << Αφού σένα τρέμανε τα χέρια σου τον ταχτοποίησα εγώ >> είπε και  κόσμησε το χώρο μ’ ένα γέλιο συρτό. Ύστερα κάρφωσε τον αχνιστό μεζέ και  με το βλέμμα της να φεγγοβολάει με προέτρεψε να κάνω κι εγώ το ίδιο.

   ellinikoxronografima.blogspot.gr

 

Χρονογράφημα

                            Το τσακμάκι άναβε φωτιές


                                                           Του Παναγιώτη Αντωνόπουλου          

                                Ο μπάρμπα Γιάννης, δεινός κρασοπότης, όπως έχουμε πει, τα ‘χε πιει εκείνο το μεσημέρι με παρέα στου Ψαρούλια το μαγαζί. Ο Μήτρος ένα ζερζέκι του χωριού τον πείραζε όπου τον έβλεπε. Οι ουκ ολίγοι κολλητοί τους γελούσαν και ο μπάρμπα Γιάννης γινόταν  γαμψόνυχας κόρακας έτοιμος να τους πιει το αίμα, βρίζοντάς τους σε γλώσσα γαλλιστί.

             Το καλοκαίρι ο μπάρμπα Γιάννης είχε  επαγγελματικά χαμόγελα μέχρι δακρύων. Διορίστηκε νεροφύλακας και θα γευόταν ψαρολιχουδιά, φθηνή μεν αλλά τονωτική που θα την κατέβαζε κάτω σαν πεινασμένος λέοντας. Αλίευσε μια αγροτική στολή, φόρεσε κάσκα, άφησε γένι μακρύ και πυκνό και έκανε δρομολόγια στα κηπευτικά να ρυθμίζει την ύδρευση. Κουρασμένος από ένα τέτοιο δρομολόγιο το μεσημέρι έκατσε στου Ψαρούλια το μαγαζί με την παρέα του κι άρχισε να τα πίνουν. Πιες – πιες έγιναν στουπί, οι νευρώνες τους χαλάρωσαν, τα λόγια τους σκορπούσαν σαν πουλιά, ο κόσμος έγινε μια γροθιά που τον χτυπούσαν με δύναμη στο τραπέζι.

               Ο Μήτρος κάθισε κι αυτός, ήπιε και ήρθε στο τσακίρ κέφι. Έβγαλε τσιγάρο ο μπάρμπα Γιάννης να φουμάρει,  το κόλλησε στο στόμα κι έκανε μια έτσι να βγάλει το τσακμάκι απ’  την τσέπη. Τον πρόλαβε ο Μήτρος τράβηξε το δικό του  και  μ’ ένα τσακ προθυμοποιήθηκε να του το ανάψει. Το χέρι έκανε πως του  ‘φυγε, η φλόγα βρήκε το γένι που άρπαξε φωτιά. Ευτυχώς ο κάπελας έριξε πάνω την πετσέτα, έσβησε τη φωτιά και μαζί το << οχ! >> των κολλητών. Το χρ…. … τον βλαστήμησε ο μπάρμπα Γιάννης και πήγε να τον αρπάξει. Ο  Μήτρος πετάχτηκε έξω, έγινε Λούης και σκαπέτηκε στο μαντρί.

         Μια βδομάδα αργότερα ο μπάρμπα Γιάννης τα ‘πινε πάλι. Καθόταν με τρεις καμινιάρηδες και τα ‘λεγαν. Έβαλε μια πινέζα ανάποδα σε μια καρέκλα και περίμενε το Μήτρο. Ήταν σούρουπο και είπε στον κάπελα όταν του κλείσει το μάτι να σβήσει τη λάμπα. Προχωρούσε το σούρουπο, η νύχτα έπεφτε στα πέριξ, στους δρόμους λίγοι θόρυβοι, στον ουρανό άστρα που τρεμόσβηναν. Η μυρωδιά του κρασιού έφερε το Μήτρο στο τραπέζι, όρθιος για λίγο άκουσε το μπάρμπα Γιάννη να τραγουδά, <<μια νύχτα θα μεθύσει και θα με παρατήσει να πιω ακόμα μια γουλιά… >> και κάθισε.

        Η πινέζα μπήκε στη σάρκα του, ο πόνος του έκοψε την ανάσα, το στερέωμα και η χίμαιρα τον πλάκωσαν και πετάχτηκε πάνω. << Να δω >> του είπε ο μπάρμπα Γιάννης, η λάμπα έσβησε, ακούμπησε το αναμμένο τσακμάκι στον πισινό του, έψαχνε,  ψηλαφούσε, ανίχνευε, μουρμούριζε, ώσπου τον τσουρούφλισε! Το ‘βαλε στα πόδια ο Μήτρος. Τώρα δεν είχε να πηδήσει σκίντα και βράχους αλλά χρυσαφένια και ξεκαρδιστικά γέλια που έμπαιναν μπροστά του απ’ όλο τον αχό του κόσμου. 

        Σε λίγο επέστρεψε. Ιδιόμορφος και πολυσχιδής, άπλωσε το χέρι. Το ‘δωσε  στον μπάρμπα Γιάννη, του ‘σφιξε το δικό του και του είπε, ιπποτικά και πανηγυρικά: << Μία μου και μία σου! Πατσίσαμε τώρα! >>

            ellinikoxronografima.blogapot.gr   panant1947@gmail.com

        

 

Χρονογράφημα


 

 

 

 

                           Τρομοκρατία στη μιζερόφιλη εκπαίδευση

 

 

                                                 Του Παναγιώτη  Αντωνόπουλου

 

 

 

            Πολλά χρόνια ελληνοδιδάσκαλος στη μιζερόφιλη πνευματική τροφό Δημοτική Εκπαίδευση, το μόνο που απεκόμισα ήταν η τρομοκρατία. Μικρονοϊκοί προϊστάμενοι, σπιθαμιαίοι διευθυντές, νεοναζί επιθεωρητές, ολίγιστοι σχολικοί σύμβουλοι, κηφήνες συνδικαλιστές, την είχαν για δύναμη τιμωρητική και για να κρύβουν τον αμοραλισμό και τη γύμνια της ασημαντότητας και της αμάθειάς τους.  Ώρες – ώρες μ’ όλους αυτούς  γύρω μου νόμιζα πως ήμουν σε ποιμνιοστάσιο και πως το μόνο που μοιραζόμουν  μαζί τους ήταν η ποιοτική τους ευτέλεια. Όλο νεκροφιλικές μεγαλοστομίες ξεφούρνιζαν και ενδιαφέρονταν πως να σε στραπατσάρουν με επιπλήξεις. Επιπλήξεις που δέχτηκα πολλές και καταγράφω μία για χάρη της ιστορίας.

            Καταλύοντας τη ραστώνη, έγραψα και εξέδωσα το πρώτο μου μυθιστόρημα με τίτλο << Φλόγες στην πόλη του Νότου >> το οποίο και δώρισα ως πνευματικό αγαθό από ένα αντίτυπο στους μαθητές μου της έκτης τάξης.  Ένας ανάγωγος πατέρας υποταγμένος στη γλύκα των εύπεπτων αναγνωσμάτων, θεώρησε καλό να τηλεφωνήσει στο διευθυντή, στο σκουριασμένο αυτό κρίκο της εξουσίας και να του παραπονεθεί για το ανεπίτρεπτο της πράξης μου. Αμέσως ο σπιθαμιαίος αυτός σάλιαγκας με κάλεσε στο γραφείο του για ανάκριση. Με ύφος μέγιστης ευτέλειας με ρώτησε: << Γνωρίζεις πώς η διακίνηση βιβλίων και εντύπων εντός του χώρου του σχολείου απαγορεύεται; >>  << Το γνωρίζω >> του απάντησα.  << Τότε γιατί το έκανες και μοίρασες το βιβλίο σου, σε μαθητές; Είναι παράνομο >>.  << Το θεώρησα σωστό! >>  Έγινε θηρίο.  << Το θεώρησες σωστό;  Τι θεώρησες σωστό να προκαλέσεις  ψυχική και πνευματική βλάβη στους μαθητές με τον πρωτογονισμό της γραφής σου; Είδα τι γράφεις! >>  << Τι γράφω; >>   << Φτηνιάρικα πράματα! Γκρεμίζεις την καθαρεύουσα,  θεωρείς επιδερμική την πίστη στη θρησκεία, χειροκροτείς τους λαϊκούς αγώνες, χαρακτηρίζεις αυταρχική την αστική εξουσία και λανσάρεις αριστερές εκπαιδευτικές ιδέες >>.

          Γέλασα για τον πιθηκισμό του και ετοιμάστηκα να φύγω.  << Θα σου κάνω αναφορά >> συνέχισε, << είσαι πελιδνός, αμοραλιστής και επικίνδυνος. Γι’ αυτό πρέπει να τιμωρηθείς! >> Τον άφησα να πνίγεται στην άνοια της ιλαροτραγωδίας του κι έφυγα.

          Δυστυχώς  με τέτοιους << ιδιοφυείς >> και ταλαντούχους παντοδύναμους διορισμένους υπηρέτες στην Εκπαίδευση  όχι μόνο διαπομπεύεται αλλά και την πλακώνει η συμφορά. Το παίζουν ευφυείς, ισχυροί, παντογνώστες, σοφοί, μοναδικοί κι ας λειτουργούν στη διάλυση της ανικανότητάς τους. Είναι τόσο γελοίοι και σπιθαμιαίοι που για να εξασφαλίσουν τη θέση τους προσκυνάνε ολοκληρωτικά την υποτέλεια στην άρχουσα τάξη και διακωμωδούνται στο διηνεκές, ώστε αν και γνωρίζουν πως είναι ένα τίποτα συνεχίζουν να εκμηδενίζουν και το ελάχιστο νόημα της ύπαρξής τους με τη μηδαμινότητά τους.

             ellinikoxronografima.blogspot.gr

 

 

Χρονογράφημα


 

 

 

 

 

 

                     Τσιφτάρα δάσκαλε, γιατί πας κόντρα στην εξουσία;

 

 

 

                                             Του Παναγιώτη  Αντωνόπουλου

 

 

             Σε πίσω καιρούς το χρονογράφημα, αυλακωμένο από τις σχισματιές του χρόνου και γραμμένο στον απόηχο της θλιμμένης νότας του κότσυφα.  Προορισμός μου το χωριό, θαμμένο στο βουνό, στις πέτρες και το σαρκοφάγο βάτο. Το σχολείο ερείπιο, οι τοίχοι σωριασμένοι, τα κουφώματα ροκανισμένα από τους μπελέχαρους ποντικούς.  Κοιμόμουν στρωματσάδα στο χολ, πλενόμουν στο λασπόνερο της γούρνας, όρθιο με κρατούσε την ώρα του μαθήματος η μπουκιά από το πρόσφορο του παπα – Βαγγέλη. Η υγιεινή μου τριτοκοσμική, η αφόδευσή μου στα χαλάσματα, ορδές οι κώνωπες από το χαμούρι της τσοπαναριάς, ορμούσαν πάνω μου να μου πιουν το αίμα.

              Τ’ ανθρωπάκια του χωριού φτύνανε μαύρη λάσπη όλη μέρα στις σποριές, λουσμένα στον ιδρώτα λούφαζαν στις στρωμνές τους τα βράδια με το μάτι τους γατίσιο και την ψυχή τους άγρια σαν πιράνχας να ονειρεύονται το στέρφο χωράφι τους, πλούσιο και καρπερό. Χαίρονταν στις γιορτές, άνοιγαν τα σπίτια τους διάπλατα στους καλεσμένους, με τους αγίους τις Κυριακές φωτογραφίζονταν να δείξουν πως είναι χορτοφάγα και όχι ανθρωποφάγα.  Ερχόταν ο πολιτικός και τα ανθρωπάκια του χωριού, τον άκουγαν και χασμουριόνταν. Έτσι είχαν φτιαχτεί κι έτσι έμεναν. Φτιαγμένα δίχως γνώμη, δίχως βούληση, δίχως άρνηση. Φοβόνταν τη βίτσια του εθνικού πολιτικού και στην κάλπη  το έριχναν δαγκωτό.

             Είχα ανοίξει το  βιβλίο της Φυσικής Ιστορίας στα σαπρόφυτα όταν μπήκε στην τάξη. Άπλωσε χέρι, γέλασε και μου ‘πε: << Τσιφτάρα, δάσκαλε, κάποιος μου ‘πε, πως πας κόντρα στην εξουσία! Γιατί; Τι σου λείπει; >>  << Εκπρόσωπε της πολιτείας >> του απάντησα. << Οι πόλεις απόχτησαν μουσεία εθνικών κειμηλίων και το χωριό  δεν έχει απόπατους. Ούτε και το σχολείο. Οι άνθρωποι βγαίνουν με τους λύχνους τη νύχτα κι αδειάζουν το σωλήνα τους στους δρόμους. Το ίδιο κάνω κι εγώ. Έχει γεμίσει το χωριό << μουρόφυλλα υγείας >> και κινδυνεύουμε από θανατηφόρο λοιμό >>.

            << Αυτό; >>

            << Έχω κι άλλα… Λουτρό κάνω στο πλυσταριό της παπαδιάς, ξεσκορτσάζομαι με κεραμίδι, η σόμπα μου είναι γερασμένη, το κρύο μού ’χει σκουριάσει τα σπονδύλια. Το νοικοκυριό μου λασπότοπος, η αίθουσα γεμάτοι ποντίκαρους, ροκανίζουν θρανία και βιβλία. Οι ποντικίνες τη νύχτα μου επιτίθενται και μου τρώνε τη μύτη. Κάντε κάτι να γίνει σπίτι τούτο το αχούρι… >>

             Γέλασε. << Εντάξει, ό,τι θες! >> Μύρισε ο χρόνος ψέμα, μύρισε και ο τέντζερης του πρόεδρου λαγό στιφάδο! Το ‘κοψε προς τα κει και σαν γάτος άνοιξε την πόρτα και μπήκε μέσα.

            ellinikoxronografima.blogspot.gr

 

Τετάρτη 9 Σεπτεμβρίου 2026

      Με τη πένα 

                                Λόγια ενός μεθύστακα


                                            Παναγιώτη Αντωνόπουλου

 

            Πριν με ρίξετε στον Καιάδα της χρεοκοπίας  δημαγωγοί Γκαίμπελς της εξουσίας ήμουνα ένα ευτυχισμένο ανθρωπάκι. Ξύπναγα το πρωί με τις πρώτες ηλιαχτίδες που φιλούσαν τη γη, χαιρόμουν τον αέρα που γιόμιζε με ήχους χαράς, θαύμαζα την επιδρομή που ‘καναν τα σύννεφα στον ουρανό και μιλούσα με τα μπουρμπούνια  που απολάμβαναν τους περιπάτους στα δέντρα του κήπου μου.  Ήμουν τυλωμένος, έγραφα στίχους, έπαιζα με τη φυσαρμόνικα τραγούδια και γέμιζα την ψυχή μου και των συνανθρώπων μου με δοξαστικά για τη ζωή, την άνοιξη, τη θάλασσα, τη μέρα, το καλό φαϊ, το κρασί, την όμορφη γυναίκα, το παιδί, τη δουλειά, για όλα  εκείνα που τα κάνατε και την κοπάνισαν κι έπεσε μαύρο στη ζωή μας.

           Και τώρα άφραγκος, έγινα μεθύστακας, πίνω για να ξεχάσω από πρωίας μέχρι νυκτερινής, ποτήρια κατεβάζω για να απονεκρωθώ να πάψω να θυμάμαι και να πονώ. Ύβρεις εκχύνω, κατάρες και αναθέματα για ψύλλου πήδημα, με τη συμβία και τους φίλους μου διαπληκτίζομαι και αισχρολογώ. Ενίοτε διημερεύω στο κρασοπουλειό, στουπί στον ελαιώνα τριγυρνώ, μέσα στις αγριλιές και τις ευώδεις μυρσίνες και ιτιές κοιμάμαι, σε γέρικους κορμούς φωλιάζω και διαμένω.  Κι όσο είμαι μεθύστακας εγώ, εσείς τρώτε τον άμπακα, πίνετε του σκασμού, τη ζωή σας και τη ζωή μου να μοιάζει κάνετε όσο η μέρα και η νύχτα.

           Χωρίσατε την Ελλάδα σε δυο κομμάτια, σε δυο φέτες. Τη μια την αλείψατε  με βούτυρο και μαρμελάδα που τρώνε οι ευπατρίδες της τιμής, την άλλη  με ξύδι και χολή που τρώνε εκατομμύρια Έλληνες πεινασμένοι και φτωχοί.  Τι να σας πω!   Κι εγώ πίνω, πίνω για να ξεχνώ πως δεν έχω ψωμί, χιτώνα να ντυθώ, φάρμακο να καταπιώ, πίνω να ξεχνώ πως είμαι χρεωμένος, πως το αίμα μου ρουφά ένα κράτος μπόγιας,   και μια δράκα διεθνών και ντόπιων απατεώνων. Πίνω, μεθώ και περιμένω πότε ο μνησιπήμων πόνος θα φύγει από τις αποσκευές μου για να κόψω το κρασί και άνθρωπος να γίνω.

       ellinikoxronografima.blogspot.gr  panant1947@gmail.com

 

                        Τ Ο        Χ Ρ Ο  Ν Ο Γ Ρ Α Φ Η Μ Α

 

 

 Το παντοπωλείο του Μπακολιά και η πάνω πόλη


 

 

                     Του  Παναγιώτη Αντωνόπουλου

 

   Οι συνθήκες αντίξοες. Πείσμωσε να ζήσει κι έζησε. Κόντρα στο ρεύμα δεν έφαγε τα μούτρα του, ούτε έβαλε λουκέτο, αλλά καμαρώνει στην  πλατεία της πάνω πόλης της Κυπαρισσίας, με σκόρπιες τις θύμισες από τα παλιά.

  Για το μπακάλικο του Παναγιώτη Μπακολιά ο λόγος, σήμερα με ιδιοκτήτη το γιο του που το λειτουργεί προς ίδιον όφελος.

  Δεκαετία του εξήντα με υποσχέσεις κάλπικες από το εθνοσωτήριο γκουβέρνο του υπουργείου παιδείας για ένα ισχυρό << χαρτί >> επαγγελματικής αποκατάστασης, πλασαρίστηκα ως μαθητής στο γυμνάσιο.  Διακοσμώντας το τραπέζι μου με λιτή τροφή, ενώ η ελίτ τάιζε τα παιδιά της με γκουρμεδάτους λαγούς, ότι χρειαζόμουνα το προμηθευόμουνα απ’ το μαγαζί του. Κι ότι άλλα τρόφιμα απ’ αυτό τ’  αγόραζα. Το ίδιο και οι ορεσίβιοι  συμμαθητές μου που κι αυτοί είχαν παραδοθεί στο αβάσταχτο βάρος των γραμμάτων και στο βάρος που ζύγιζε το σακούλι στις κυρτές πλάτες τους, κουβαλώντας το απ’ το σταθμό, τίγκα στη μυζήθρα και στον τραχανά.

    Ο μπακάλης είχε βρει τον τρόπο να τρυπώσει μέσα μας βλέποντας να ψοφολογάμε καθ’ όλη τη διάρκεια της θητείας μας στο γυμνάσιο και προσπαθούσε να μας κάνει κυρίαρχους με τον τρόπο του. Στις απενταρίες μας ψωνίζαμε βερεσέ, μας φίλευε σαρδέλες παστές, μας περίμενε το Σεπτέμβρη να τον ξεχρεώσουμε από το δανεισμό μας να αγοράσουμε το μεταχειρισμένο βιβλίο.

   Ξέροντας καλά τι πανηγύρι είναι η ζωή, μας έλεγε όταν τα είχε τσούξει πίνοντας με την παρέα: << Το νου σας  στα γράμματα, έχουν δύναμη. Μ’ αυτά πέφτουν οι αχρείοι ηγεμόνες. Αλλά κι εσείς όταν μεγαλώσετε δε θα γίνετε φακίρηδες και κομπογιαννίτες αλλά επιστήμονες >>.

   Ομολογώ, πως όταν μπαίνω και ψωνίζω εντυπωσιάζομαι. Δικαίως κατέχει τα πρωτεία στον κτηριακό διάκοσμο της πλατείας, όχι για την αισθητική του αλλά για το πείσμα και την επιμονή του να μη θέλει να << ξεριζωθεί >> από τις πλάκες του πεζοδρομίου, χρόνια πολλά από τότε που ριζώθηκε.

  Στην αντίπερα όχθη τώρα, στην πολιτική, άνθρωποι σε κουστούμια υπουργικά, υπεύθυνοι για τη διατήρηση της παράδοσης, καρφί δεν τους καίγεται να την κρατήσουνε ζωντανή. Μόνο να εκβιάζουν ξέρουν το πόπολο να προσδίδει θριαμβευτικές διαστάσεις νίκης στο κόμμα τους σε κάθε εκλογές. Και σαν ξέρουν πως το πόπολο όσο και να γαυγίζει δεν δαγκώνει,  κυβερνάνε κι έναν παρά δε δίνουν για το παλιό και το ωραίο.

      ellinikoxronografima.blogspot.gr

 

Χρονογράφημα


 

 

 

 

           Κυπαρισσία, η πάνω πόλη  και   το ρολόι της Αγίας Τριάδας

 

                                 Του Παναγιώτη  Αντωνόπουλου

 

    Πίσω γυρνώ να ψάξω το πικρό μου δάκρυ να βρω, να θυμηθώ που έφηβος άφησα το χωριό μου τη Μουριατάδα, για να πλασαριστώ ως μαθητής στο γυμνάσιο της πανέμορφης Κυπαρισσίας. Έπιασα δωμάτιο, ψηλά εκεί που τελειώνει το μεγάλο καλντερίμι κι έπεσα με τα μούτρα στο διάβασμα. Πρώτη Κυριακή και πάλευα να αποστηθίσω το << Άνδρα μοι έννεπε, Μούσα, πολύτροπον ος μάλα πολλά πλάγχθη, επεί Τροίης  ιερόν πτολίεθρον… >> για να είμαι έτοιμος τη Δευτέρα μπροστά στο φιλόλογο.

  Τελειώνοντας βγήκα στο μπαλκόνι ν’ αγναντέψω το σκούφο της  πάνω πόλης που απλωνόταν μπροστά μου. Και τότε κάποιος τοπικός θεός άφησε ν’ ακουστούν δώδεκα χτύποι και να σκορπίσουν σαν σμάρι από πουλιά στ’ αυτιά μου. Ήταν από το ρολόι της Αγίας Τριάδας. << Νταν… νταν…νταν… δώδεκα φορές, << δώδεκα >> και η λυγερόκορμη ώρα που σήμαινε: μεσημέρι!

    Από τότε  καθ’ όλη τη θητεία μου που ψοφολόγαγα ως μαθητής αυτό ήταν και το ρολόι μου. Κυρίαρχο του χρόνου μου, ήξερα πότε ήταν πρωί, μεσημέρι, βράδυ, μεταμεσονύκτιο, απόγευμα. Μου κανόνιζε το ραντεβού μου με το αμόρε μου, μου επιβεβαίωνε διαρκώς πως υπάρχω, με γοήτευε που ένα απαίδευτο εργαλείο μετρούσε το φλύαρο χρόνο μου.

    Ο φίλος μου, μελετηρός που αργότερα αναρριχήθηκε σε υψηλούς θώκους της αστυνομίας ενοχλούταν από τους χτύπους. Τον εμπόδιζαν στην αποστήθιση και με παρακίνησε να το χαλάσουμε. Έτσι ένα βράδυ, μπήκαμε στο χώρο της εκκλησίας. << Ιδιαίτερη προσοχή χρήζει το ανέβασμα της σκάλας >> μου ψιθύρισε και ανεβήκαμε τα σκαλιά. Με κυρτές πλάτες μπήκαμε στο μέρος που ήταν το ρολόι. Έβαλε το χέρι στην πισωτσέπη και σαν φακίρης έπαιξε στα δάχτυλά του ένα κατσαβίδι. << Μ’ αυτό θα το ξεκουρντίσω >> μου είπε σιγανά κι έψαξε να βρει τον τροχό με τα γρανάζια. Όμως  ακούστηκαν βήματα κι ένας ψαλμός θυμωμένος που μιλούσε για δαιμόνους. << Οχ! Ο παπάς! >> θρήνησε και έβαλε το κατσαβίδι στην τσέπη. Κι ώσπου να βγάλει το χέρι του από μέσα βρεθήκαμε πρόσωπο με πρόσωπο με τον ιερέα. << Τι ήρθατε να κάνετε στον οίκο του Θεού, τέκνα μου, δολιοφθορά; Πάρτε δρόμο μη σας κοπανίσω  κανένα καντήλι στο κεφάλι! >> μας φοβέρισε ο αγαθός υπηρέτης του θεού και μας άνοιξε δρόμο να κατεβούμε.

      Την άλλη μέρα μας κάλεσε ο γυμνασιάρχης. Ο σεβάσμιος ιερέας μας κάρφωσε. Εκείνος μας χόρτασε στο ξύλο και μας είπε: << Πέντε μέρες αποβολή έκαστος! Τσακιστείτε  από μπροστά  μου! >>

    ellinikoxronogr;afima.blogspot.gr

Τρίτη 8 Σεπτεμβρίου 2026

ΧΡΟΝΟΓΡΑΦΗΜΑ

 

 

 

                                   Το σακούλι


 

 

 

                                           Του Παναγιώτη Αντωνόπουλου

 

 

 

 

              Κοντά στο σπίτι μου, έχει στηθεί ένα κολαστήριο ζωής. Οι άνθρωποι μένουν σε κοτετσόσπιτα, είναι άνεργοι, πεινασμένοι, βρώμικοι και μεθυσμένοι. Δεν μπορούν να χορτάσουν τα στόματά τους ψωμί και μοιάζουν σαν μπελέχαροι ποντικοί.

              Τους κιαλάρω από την αυλόπορτα και με πιάνει ντελίριο. Άγνωστοι με κτηνώδη πρόσωπα, κουρελήδες, άπλυτοι, ξυπόλητοι, βρίζονται και πλακώνονται στις μπουνιές για ψύλλου πήδημα. Μερικοί ξοδεύουν και το τελευταίο τους σέντσι στο αλκοόλ, οι καπνιστές καπνίζουν μισαδάκια, όσοι λιάζονται στο χώμα ξαπλωμένοι, κοιτάζουν τη δούκισσα αυλή  μου και της κλείνουν το μάτι πονηρά.

              Την ίδια ώρα που άλλα ατσαλάκωτα ανθρωπάκια καλαντρίζουν τον άνομο πλούτο τους, τούτοι οι πολιορκημένοι στο πορδοκλανείο, στραγγίζουν και την τελευταία σταγόνα των ούρων τους να την πιουν. Και όταν σαχλεπίσαχλες φιγούρες τύπου Αδ- όνειδος ορύονται ως αναξιοπαθούσες από την πτώχευση του Τσίπρα, τούτες οι άδειες σκιές κατεβάζουν απ’ το λαιμό τους για να ταϊσουν το πεπτικό τους σύστημα, σάπιο κηπευτικό. Κι όσο  τα δικά μας και των Βρυξελλών τα τιποτάκια, εμμένουν να έχουν ακόμη πιτυρούχα γκλάβα, εγώ θα βρίσκω στην είσοδο της πόρτας μου, γράμματα σωρό να μου ζητάνε άρτο και ζωμό για τους πεινασμένους.  Διαβάζω ένα: Να μου στίλις κάτι να φάμε. Λίγω γάλα, ψομί κι ένα σιρόπι για τον Αντρέ μου. Βάνια.

             Σ’ ένα από τα πολλά γράμματα, έσπασα, συντρίφτηκε η ψυχή μου κι από Κιουταχής έγινα Χριστός. Παρφουμαρισμένος από τις τέφρες του αρχικλέφταρου καπιταλισμού, ανάνηψα και πήρα το σακούλι. Το γέμισα πλούτο νόμιμο, πιπεριές, μελιτζάνες, μακαρόνια, ρύζι, έβαλα κι ένα κατεψυγμένο κοτόπουλο και ρίχνοντάς το στον ώμο, το ‘κοψα για της Βάνιας την παράγκα. Με είδαν οι πεινασμένοι να τραβάω την κουρελού της πόρτας για να μπω μέσα κι έπιασαν σειρές. Όταν κατάλαβαν πως δεν ήταν για τα δόντια τους, έστριψαν κι έπιασαν πάλι τα σκαμνιά.

          Η Βάνια άνοιξε το σακούλι. Τάιζε τα γερανισμένα παιδιά της με τη σούπα που έφτιαξε και μου ‘λεγε, πως είναι: πάμφτωχοι, δουλεύει νταντά τη μια, νοσοκόμα σε γριές την άλλη, καθαρίζει απόπατους, στα θερμοκήπια όλη μέρα φυτεύει σκυφτή. Ο άντρας της μεροδούλι, μεροφάι, ό,τι φέρνει πηγαίνει στα φάρμακα των παιδιών.

         Έσκαγε, μου ‘λεγε, να βρει ποιος τραβάει τα χοντρά λεφτά κι έβαζε κάτω την κούτρα της να σκεφτεί γιατί είναι τόσο φτωχοί. Δεν μπορούσε να χωνέψει, γιατί ο ένας τρώει μπριζόλα κι ο άλλος   χάφτει τα κόλλυβα της κηδείας να τυλωθεί. Να δουλεύεις δεκάωρο κι αντί να κουβαλάς σακούλια με ψωμί στο σπίτι να τα φέρνεις άδεια κι εσύ γδαρμένος από την κούραση να κοιμάσαι και να πονάς ολόκληρος. Να μη σου μένει σέντσι να μείνεις σ’ ένα  σπίτι της προκοπής, να χορτάσεις τα παιδιά σου, να μην ψοφάς σαν όρνιο όταν αρρωσταίνεις, να μη σκέφτεσαι να φορτωθείς πάλι τα συμπράγκαλά σου και να φύγεις γι’ αλλού.

         Τι να πω; Να φτύσω; Τέτοια νερώνεια ψυχική βλάβη που ΄χει ο πλανήτης δεν ξεπλένεται ούτε μ’ όλα τα ποτάμια του.

         ellinikoxronografima.blogdspot.gr

 

 

 

 

  

 

Χρονογράφημα

 

 

 

 

 

                                Το ψίχουλο μασουλίζει η ασήκωτη φτώχεια μας


 

 

                                               Του Παναγιώτη Αντωνόπουλου

 

 

 

 

         Μοσχοβολούσε ο κήπος μου γαρύφαλλα και δυόσμο, η γύρη έσμιγε με το ενεργειακό πεδίο των ωαρίων, οι φυλλωσιές θρόιζαν περνώντας μέσα τους ο ήρεμος Ζέφυρος. Η ζεστή μέρα με ύπνωνε, την ελεημοσύνη της ζητούσα   να  με ‘βρει το βράδυ   αναμάρτητο, οικοδομώντας το είναι μου μακριά από το μοιχεύσεις, το φονεύσεις και το κλέψεις. Ονειρευόμουν τα παλιά, τη μασταρού Ευρώπη που μας βρίζει ραγιάδες, το άηθες  << GREXIT >> που έχει κολλήσει στη σάρκα μου, τη γυμνή πατρίδα που τρώει τις σάρκες της, τον κάθε πίθηκο της ξένης και της εγχώριας τρόικας  που μας πουλάει νερώνεια ψυχική βλάβη. Κοιτούσα τη σόλα μου την κολλημένη με UHU, το πορτοφόλι μου που σάπιζε άδειο, το ψίχουλο που μασουλίζει η ασήκωτη φτώχεια μας.

          Ώσπου ένας μαυροντυμένος καλόγερος, ασπρομάλλης, μαυροφρύδης με χέρια μακριά σαν κουπιά, σαν αστραπή πέρασε δίπλα μου και θρονιάστηκε στην καρέκλα. Ερχόταν από το Ιόνιο. Φοβήθηκα, χλόμιασα, η καρδιά μου έπαιζε βαλσάκι τρελό.       << Ειρήνη τεκνό μου! >> ψιθύρισε.  << Σε ζηλεύω!  Δε σου ‘χει σφίξει το λαιμό το λουρί της κρίσης, λάμπεις σαν πολυέλαιος κάτω από τον ίσκιο, ο κήπος σου ζούγκλα στο λάπατο, τα δέντρα σου φίσκα στο φρούτο, οι κοκόροι σου κρεατωμένοι, τα κουνέλια σου τετράπαχα,  δείχνεις καπιταλιστής κρυφούλης >>.

      << Εξόχως ωραία τα λες, άγιε δέσποτά μου >> του ανταπάντησα, αλλά κοίτα με καλά.  << Το  παπούτσι μου ξεσολιασμένο, το τζιν μου μανταρισμένο, το κοντοπόλκι μου τρύπιο, άκουρος, το γένι βρώμικο, η σκόρτσα δυο δάχτυλα στο πετσί μου. Άφραγκος, θεονήστικος, τρέφομαι στη χάση και στη φέξη με ξερό ψωμί, και ωμή λαχανίδα. Ο καταπιώνας μου ξέχασε το κρέας, η συνταξούλα μου μέρα παρά μέρα τα τινάζει, δε μου μένει σέντσι, όλα μου τα παίρνουν οι τριακόσιοι συγκλητικοί. Ζω στη μυλόπετρα, στυμμένος είμαι,  λιώμα, τελειωμένος, ένας Έλληνας λεχρίτης >>. Η συμβία ορθή στην πόρτα, φωνή λάλησε δυνατή: << Με ποιον μιλάς, άντρα μου; Λώλανες; >>  << Με τον   καλόγερο! Έλα  να  τον δεις! >>  << Καλόγερο  δε  βλέπω, αλλά έλα μου, έλα μου  και προσκύνα!  >>   Ξεδίπλωσε από το προσόψι το εικόνισμα του άγιου Καρτέριου και μου  το  ‘βαλε στα χείλη. << Προσκύνα το, φίλα το και πες: Ιησούς  Χριστός νικά κι όλα τα κακά σκορπά! Έτσι θα ράψουν οι άγγελοι την τρυπούλα του μυαλού  σου και δε   θα μπαίνουν  πια οράματα >>.

         Χρηματοδοτικό κενό μας μαστορεύουν οι φιλελεύθεροι ευρωπαίοι, με νευρωτικό παροξυσμό ξεσπάμε οι αξιολύπητοι!

          ellinikoxronografima.bmogspot.gr

           

 

 

                          

Δευτέρα 7 Σεπτεμβρίου 2026

 

ΤΟ ΧΡΟΝΟΓΡΑΦΗΜΑ

 

 

 

 

 

                     Τότε που πυρπολούσαν τα κιόσκια


 

 

                                                              Του Παν. Αντωνόπουλου

 

 

 

 

            Θυμάμαι Δεκέμβρηδες θλιμμένους και καλοκαίρια καμένα με δαυλί. Κι εμείς στους Μορφωτικούς Συλλόγους σιγοσβούσαμε τις ώρες μας για να δείξουμε στον κόσμο, Λενώρες ποίησης, βιβλία με μετάξινους κι άυλους αστερισμούς και προτομές Παλλάδος σμιλεμένες από γραφές σοφίας. Τότε κάποιοι δήμαρχοι με μαύρες στολές έκαιγαν  τους πνευματικούς μας τύμβους με φωτιές του διαβόλου και μας ενταφίαζαν σε μνήματα λησμονημένα. Οι ίδιοι καμώνονταν πως τους θείους καρπούς της γνώσης κατείχαν. Ω! τους άθλιους! Κι έστελναν κοπάδια τους μελανοχίτωνες μισθοφόρους τους να μας διαλύσουν σπάζοντας τα παίδια μας. Και μας έδιωχναν από την πλατεία, πυρπολούσαν τα κιόσκια, ποδοπατούσαν ποιητικές συλλογές της Ρωμιοσύνης, έσκιζαν τις επαναστατικές μπροσούρες του αντάρτη συγγραφέα, κουρέλιαζαν με μίσος τις αφίσες της ειρήνης, και μας οδηγούσαν στο τμήμα μπροστά στους εντεταλμένους  της  σιδηράς ασφάλειας.

           Σήμερα είναι όλοι τους κοράκια μαδημένα. Αδύνατοι, σουφρωμένοι γέροι, άρρωστοι και με ψυχή συντρίμμι. Και συνεχίζουν να πηγαίνουν σε εκδηλώσεις πνευματικές που δεν πιστεύουν. Ερείπια πια, με όψη δεσποτική και σκέψη ωχρή για τον τιμώμενο. Γιατί το κάνουν; Γιατί πάνε; Να δείξουν το λόρδικο αίμα τους; Ίσως το παίζουν διανόηση! Ιντελιγκέντσια!  Σοφοί δεν υπήρξαν. Τους << λαπάδες>> ποιητές τους αποστρέφονται. Τη γιγάντια σκέψη τη μισούν. Το συγγραφέα φτύνουν. Η δράση του τους ενοχλεί. Αμ η ζωή του; Ποιος νοιάστηκε απ΄ αυτούς, πώς βγάζει το ψωμί του;  Τι στέρηση πέρασε  ν’ αφήσει τη γραφή του και πόσες μπόρες έφαγε να βγάλει ένα βιβλίο, γυμνός μέσα στις καλαμιές και στ’ άγρια αγκάθια;

         Το νεκρικό ψαλμό μας αυτοί ζητούσαν και ζητούν. Είναι οι άθλιοι που χαίρονταν ν΄ ακούν την πένθιμη καμπάνα για τον ποιητή, το μυθιστοριογράφο, το χρονογράφο,  που κάνουν τον πόνο του ανθρώπου θείο μεθύσι της γραφής σε χοντρόδετο βιβλίο. Με τους Αττίλες, τους Ισραφήλιδες  και τους Ηρώδες τους αιμοσταγείς, θαρρώ πως μοιάζουν! Κι αν έχω άδικο, ας με σταυρώσει η  σιωπηλή στιγμή!

   ellinikoxronografima.blogspot.gr

 

                       ΤΟ       Χ Ρ Ο Ν Ο Γ Ρ Α Φ Η Μ Α

 

                                      Βρε, δεν πάν’ να…


 

                                             Του Παναγιώτη Αντωνόπουλου

 

 

 

          << … και το ψομίν επιθυμώ, πότε θα το χορτάσω; >> έγραφε ο Θεόδωρος Πρόδρομος ή Πτωχοπρόδρομος  και του ‘πεφταν τα σάλια οσμίζοντας το  χουρδουβελία  στο ανάκτορο του αυτοκράτορα Μανουήλ Κομνηνού. Με τη λόρδα να τον κόβει, γυρνώντας στους δρόμους νηστικός, με τρύπιο ρούχο, ξυπόλητος, διαρκώς ορεγόταν ευωδιαστό μονοκυθρίτσιν,  χορδοκοιλίτσια  και σφουγγάτο που σε σωρούς άχνιζαν στα βασιλικά τραπέζια.

         Όσο και να παρακαλούσε τους Υπερίονες Ήλιους της βυζαντινής μάσας, ένα ψιχουλάκι δεν του πέταγαν. Έστελναν τα ορθοκέρατα βόδια της ακολουθίας τους και του έσπαζαν τα κόκαλα.  Κύματα του ‘ριχναν πάνω του, λεπιδόφορες ουρές, καυτές ψαρόσουπες και τον γέμιζαν εγκαύματα. Αυτός δεν το ‘βαζε κάτω. Από γειτονιά σε γειτονιά τους έψελνε τα εξ’ αμάξης,   με στίχους από ξίφη, τα μεριά τους χάραζε.

          Σήμερα και στους δικούς μας βασιλείς, μια Λαμπετώ και μια Φαέθουσα φυλάνε τα κοπάδια τους και άγριοι οπλισμένοι Μπραήμηδες τις εκτάσεις και τα λιβάδια τους. Κομματικός στρατός φρουρεί τις εισόδους των οικονομικών οίκων τους, εκπαιδευμένοι κομάντος με μαδέρια και σανίδια, μαυρίζουν στις ροπαλιές τον Έλληνα Πτωχοπρόδρομο  που θα ζυγώσει να γλείψει ένα πεσμένο  κόκαλο από το τραπέζι τους. 

         Ενθρονισμένοι έχουν και του πουλιού το γάλα, μάκαρες σαν θεοί τρώνε και κυβερνούν, σπονδές σταλάζουν στους πορφυρογέννητους της τρόικας και του Δ.Ν.Τ. να μην τους λείπει  το παραδάκι και ό,τι άλλο χρειάζονται για να στουμπώνουν τις γερές μασέλες τους. Και ζουν με τη μάσα. Μάσα γερή, μάσα που την βλέπεις εσύ ο νηστικός και σου φεύγει το τσερβέλο.  Όχι τίποτα γιαχνί φασόλια, αλλά  αστακοί ο γκρατέν, πιλάφια με μυαλά, κουσομέ με κρουτόν, αρνιά με άσπρη σάλτσα, γλώσσες πανέ, πέρδικες αλά Ισπανιόλ.

        Κι εσύ Πτωχοπρόδρομε, χαϊβάνι Έλληνα, καταπίνεις σάπιες ελιές Καλαμών με δάκο και κάνεις σωρούς φτύνοντας τα κουκούτσια. Ζεις μόνιμα σε απελπιστική πενία και πείνα. Το κουμούτσι σου ούτε και μουχλιασμένο δεν το ‘χεις και εν μέλλοντι χρόνω τους οδόντες θα σου εξορύξου ν’ αποσυρθείς από το μάσημα. Λες: Βρε δεν πάν’ να … κάνουν ότι θέλουν οι ένοικοι του Μαξίμου, εγώ να είμαι καλά. Ως Έλλην όμως μαχητής, πρέπει να ξεσπαθώσεις. Σου αρέσει να σε λένε, αλλά όχι και να είσαι Πτωχοπρόδρομος.

 

 

 

         ellinikoxronografima.blogspot.gr    panant1947@gmail.com

 

                             ΤΟ    Χ Ρ Ο Ν Ο Γ Ρ Α Φ Η Μ Α

 

                                     Οι καημένοι οι δημόσιοι


                   

                                       Του Παναγιώτη Αντωνόπουλου

                

              Κυψέλη το δημόσιο. Τροφοδοτεί τα χαρτένια όνειρα των νέων, επουλώνει πληγές της φτώχειας τους όταν περάσουν το κατώφλι του, θαμπίζουν οι νύχτες τους από το αστεράκι της μονιμότητας που τους φωτίζει, σπιθίζουν οι αυγές τους από το γλίσχρο μισθό που τους φιλοδωρεί.  Δουλεύουν και τους ραντίζει η ανάβρα της ευτυχίας, ντύνονται με την εθνική στολή του φυλακισμένου στο κάτεργο της εξουσίας, λιώνουν και σαπίζουν τριανταπέντε χρόνια δεμένοι με λουριά στις φάκες του δημοσίου υπόκοσμου.  

             Σ’ αυτό το μαγαζάκι φώλιασα κι εγώ για λίγο διαζευγμένος με την κιμωλία. Είδα κυρίες υπάλληλους με φτερά στο καπέλο, δράκους γραφιάδες να έχουν γραμμένο ανεξίτηλη στο στήθος την υποταγή στο κίβδηλο κόμμα, χαμερπείς  γραμματείς  να ξεσκονίζουν τα παπούτσια των προϊσταμένων.  Είδα και χαλβάδες, διοικητικά όργανα, τρόπος του λέγειν, με τούρκικα φέσια στο κεφάλι να υπογράφουν ύποπτες συμφωνίες, να γίνονται οσφυοκάμπτες μπροστά σε πολιτικούς, να χώνονται σαν γαιοσκώληκες  από γραφείο σε γραφείο, να κάνουν κλήσεις πονηρές σε ύποπτους χώρους. Είδα  βρικόλακες, λείψανα φριχτά με κάρα αδειανή και μάτι θολό οχιάς, λιμασμένους λύκους παντού σε κάθε γωνιά  Όλη τη λύσσα τους την ξερνούσαν σ’ ανθρώπους και χαρτιά, σε αποφάσεις οργής και διατάξεις βουτηγμένες στο μελάνι με το απόστημα της διαφθοράς.

          Νωρίτερα μαθητής στο γυμνάσιο, δημόσια υπηρεσία κι αυτό, συνάντησα πολλά ευτράπελα.  Αναφέρω ένα σχεδιασμένο υπό του εκλεκτού φιλολόγου μου. Αφού με ρήμαξε πρώτα στις σφαλιάρες για την οχληρή μου συμπεριφορά εντός της αιθούσης μου επέβαλε μια άσκηση για τιμωρία: << Είμ’ Οδυσσεύς Λαερτιάδης, ος πάσι δόλοισιν ανθρώποισι μέλω, και  μευ κλέος ουρανόν ίκει … >> μου είπε.  <<Θέλω ερμηνεία! >>  Του την είπα φαρσί. Άνοιξε τον κατάλογο, μου’ βαλε δέκα και μ’ έστειλε από τότε να βυζάξω το γάλα της στέρφας ζωής που με περίμενε. Πού το βρήκε το δέκα ο ταγματασφαλίτης και μου το κούρνιασε; Με εκείνο το δέκα η ζωή μου έμελλε να γίνει συντρίμμια.

             Ήξερε πως είχα μεγαλώσει με κούμαρο, την τύλωνα με καβούρια και το καρβέλι στο σακούλι που μου ερχόταν από τη Μουριατάδα, κόλλαγε στον κατήφορο στους Μύλους  τις μέρες της νεροποντής. Ακόμη είχε μυριστεί ο αρουραίος τούτος του δημοσίου πως είχα σταυρό βαρύ, μυαλό ξυράφι και μέλλον ευοίωνο. Φοβήθηκε ο ολίγιστος μη γίνω αστεράκι και φωτίσω την ξεζωμένη κοινωνία και με ξέκανε!  Ο ξεπεσμένος δημόσιος δερβίσης! Όπου ήθελε έβαζε το είκοσι και όπου γούσταρε το δέκα και το εφτά. Αλαλούμ στην παιδεία τότε, αλαλούμ και σήμερα. Οι ταγοί του υπουργείου τα ξέρουν αλλά ο κόσμος των παραισθήσεων που ζουν τα ξεπερνά χωρίς τριβές. Στο ίδιο μήκος κύματος εκπέμπουν και τα παχύδερμα των εκάστοτε κυβερνήσεων που στελεχώνουν το Μαξίμου.  Από το κεφάλι βρωμάει το ψάρι. Όταν στελεχώνεις με ημέτερους ανίκανους τις υπηρεσίες είναι απολύτως αναμενόμενο να ασθενεί και η διοίκηση.

                                            

 

                      ellinikoxronografima.blogspot.gr