Σάββατο 29 Μαρτίου 2025

 

                              Παναγιώτης  Αντωνόπουλος

    


    
Διήγημα

                             Το θαλάσσιο κήτος

 

 

             Μέρες τώρα ένας ασυνήθιστος αφηγηματικός  λόγος σκορπούσε το φόβο και τον πανικό στους κατοίκους της κωμόπολης στα νοτιοδυτικά του νομού και τους αφαιρούσε τη γαλήνη και την ησυχία τους.  Έλεγε πως ένα θαλάσσιο κήτος ξεβράστηκε στα νερά της θάλασσας, κοντά στο μικρό λιμανάκι της Αγίας Κυριακής και τις εγκαταστάσεις του βιολογικού καθαρισμού. Ο όγκος του ήταν μεγάλος και εκτόπιζε κάθε μικρό πλεούμενο και περίεργο κολυμβητή επισκέπτη που το πλησίαζε.

            Οι αφηγήσεις για την εξωτερική εμφάνιση του κήτους ήταν πολλές, αντιφατικές και συγκρουόμενες και δύσκολα τις πίστευαν οι κάτοικοι. Ωστόσο η Φαντασία, ο Μύθος και ο Φόβος με το δικό τους τρόπο μιλούσαν για ένα αδίστακτο και αιμοσταγές θαλάσσιο τέρας που του άρεσε να σπάζει κόκαλα και να κόβει μέλη. Όταν αγρίευε ανατάραζε τα νερά που τα κύματά τους έκρυβαν τον ήλιο τη μέρα και το φεγγάρι τη νύχτα. Κι όταν τραβιόταν παρέσυραν τους βράχους της ακτής με πρωτοφανή ορμή και δυνατή βουή.  Μια όμως αφήγηση ενός ερασιτέχνη ψαρά θεωρήθηκε αληθινή και γρήγορα μεταδόθηκε με αριστοτεχνικό τρόπο σ’ ολόκληρη την κωμόπολη. Είδε  κι έπαθε, έλεγε ο θαλασσόλυκος αυτός, να γλιτώσει από τα δόντια του σαν το συνάντησε μια άγρια νύχτα με πανσέληνο στα αφρισμένα νερά και ένιωσε τη φοβερή ανάσα του να του καίει το κορμί!

                Το πρώτο πράγμα που τον εντυπωσίασε όταν το πλησίασε ήταν, όπως έλεγε, το μεγάλο μήκος του που έφτανε τα τριάντα μέτρα. Ακόμη το μαυροπράσινο χρώμα του που γυάλιζε εκτυφλωτικά κάτω από το φως του φεγγαριού σαν πελώριο σκουλήκι. Ωστόσο παρά το φόβο του, άρχισε να πλέει με το σκαρί του δίπλα του και να καταγράφει με κάθε προφύλαξη σαν ειδικός ερευνητής την ενστικτώδη και ζωώδη συμπεριφορά του.    Η μεγάλη ποικιλία των χρωμάτων στην επιφάνεια και στο βάθος του νερού, του έδινε την αίσθηση πως κάθε τόσο και λιγάκι το κήτος μεταμορφωνόταν, άλλαζε όψη και γινόταν πιο απειλητικό. Κι αυτό το ένιωσε πολύ σαν ήρθε η στιγμή να παρασυρθεί από το κήτος και να βρεθεί μέσα στη δύνη του εκτοπίσματός του. Τα νερά που με ορμή σκέπασαν το σκάφος του λίγο έλειψε να το βυθίσουν. Έντρομος μετά απ’ αυτό απομακρύνθηκε με μικρές κινήσεις σε ασφαλή απόσταση. Ένας ίσκιος που κινήθηκε κοντά στην πρύμνη του σκάφους και τον αντιλήφθηκε με την αριστερή κόγχη του ματιού του, τον κράτησε σε αγωνία και του ανέβασε τη φιλοπόλεμη διάθεσή του. Έτσι στρέφοντας το κεφάλι προς το μέρος του νυχτερινού επισκέπτη, άρχισε να τον παρακολουθεί.

        Στην αρχή νόμισε πως ένα μικρό  σύννεφο που πλησίασε κι άγγιξε το σώμα του φεγγαριού, θέλησε να τον τρομάξει και ταίριαξε με αφάνταστη πονηριά τροχιά και φως, έτσι για να τον σκιάσει, χωρίς οίκτο και έλεος στην πιο κρίσιμη στιγμή της αγωνία του!  Γρήγορα κατάλαβε πως δεν ήταν έτσι! Κι αμέσως μια κραυγή τρόμου ξέφυγε απ΄ τα χείλη του, τα χέρια του γλίστρησαν απ’ το πηδάλιο κι ο ίδιος βρέθηκε μπρούμυτα στην κουπαστή!  Πεσμένος εκεί μπόρεσε και είδε στην αχλή της νύχτας το θαλάσσιο κήτος που λικνιζόταν σαν δεινόσαυρος πιο πέρα στα μαυρογάλανα νερά! Προσπάθησε να σηκωθεί και να πιάσει το τιμόνι αλλά γλίστρησε και βρέθηκε και πάλι ξαπλωμένος. Και τότε μέσα στους πόνους και τη ζάλη του διέκρινε στην ξέφρενη αντάρα των νερών το κήτος να ‘ρχεται κατά πάνω του! Στην κυριαρχία πλέον της δύναμής του περίμενε την επίθεση, ανήμπορος ν’ αντιδράσει και ν’ αντισταθεί. Χαμένος δεν του ‘μενε τίποτ’ άλλο πριν επέλθει το τέλος του, να ψηλαφίσει με το βλέμμα του στη θαμπή λευκότητα των νερών, να δει και να πάρει κάτι  μαζί του στο σκοτεινό βασίλειο του Άδη που θα κατέβαινε. Σύγκρυο τον έπιασε μ’ αυτό που είδε, φτερό στον άνεμο η ψυχή του πετάρισε κι έλειψε να σβήσει. Στα αφρισμένα νερά δυο κόκκινα μάτια τον κοίταζαν, ένα ανοιχτό στόμα με κοφτερά δόντια τον ορέγονταν!

          Το κήτος ακίνητο λικνιζόταν, παίζοντας με τα νερά και την  αγωνία του. Έβγαζε το κεφάλι του πότε – πότε έξω από τα νερά, κουνούσε την ουρά, βουτούσε και σηκωνόταν με απρόσμενη φιλική και χαλαρή συμπεριφορά. Ο ψαράς όλα αυτά τα θεώρησε καλό σημάδι, έλεγε. Θάρρεψε κι αποφάσισε να επιτεθεί και να δώσει την έσχατη μάχη μαζί του. Έτσι με μα αποφασιστική στροφή του σώματός του, κατόρθωσε και έπιασε το τιμόνι. Με μια απαράμιλλη ύστερα δεξιοτεχνία και με υψηλό σθένος έστρεψε το σκάφος του πάνω στο κήτος. Κι αμέσως ετοιμάστηκε για τη θανατηφόρο εμβολή του.

         Η σκέψη του ήταν να το χτυπήσει μετωπικά και να του λιώσει την κεφαλή με την προπέλα του σκάφους! Άλλαξε όμως γνώμη γιατί θεώρησε υπερβολικό πως μπορούσε να σκοτώσει με τη μία ένα τόσο μεγάλο κι άγριο κήτος. Κι αν αποτύγχανε και η δίνη των νερών αναποδογύριζε το σκάφος; Κινήθηκε  έτσι δεξιά του για να το τραυματίσει και μετά με συνεχείς πλαγιοκοπήσεις και χτυπήματα να το αποτελειώσει. Έτσι με αρκετή ικανότητα έφερε το σκάφος του κοντά του  και ετοιμάστηκε με την πλώρη στραμμένη πάνω  του να το εμβολίσει.

        Το εγχείρημα φαινόταν εύκολο αλλά δεν ήταν. Και τούτο γιατί η θέση του κήτους άρχισε ξαφνικά να μετατοπίζεται από ισχυρά υπόγεια ρεύματα και να πηγαίνει σαν καρυδότσουφλο πότε αριστερά και πότε δεξιά. Έτσι τη στιγμή που το σκάφος πήρε τη σωστή θέση και ο εμβολισμός του κήτους ήταν βέβαιος η ένταση  των υπόγειων ρευμάτων το μετακίνησε πιο πολύ απ’ ότι έπρεπε και το μικρό πλεούμενο δε βρήκε στόχο και παρασύρθηκε από τη δίνη του νερού. Ο ψαράς με απίστευτο θάρρος και τεχνική μπόρεσε και το έφερε στα ίσια του πριν βυθιστεί. Νιώθοντας πια ασφαλής ετοιμάστηκε για το μεγάλο χτύπημα.

          Η μικρή όμως τώρα ορατότητα λόγω των αφρισμένων νερών τον ανάγκασαν να αποφύγει κι αυτή τη φορά τη σύγκρουση και να χρησιμοποιήσει άλλη τεχνική. Έτσι σε απειροελάχιστο χρόνο του ‘στειλε με δύναμη τη βαριά σιδερένια τρίαινα κατ’ ευθείαν στο δεξί μάτι του. Μια απερίγραπτη γοητεία τον πλημμύρισε για το θάρρος του και μαζί με τον επικείμενο τραυματισμό του κήτους που τον περίμενε, ένιωσε ευτυχής. Αλλά δυστυχώς δεν πρόλαβε ούτε ένα δευτερόλεπτο να νιώσει νικητής γιατί ένας οξύς πόνος στο δεξί του χέρι μαζί  με την πλήρη παράλυσή του τον σύνθλιψαν σωματικά  και ψυχικά και τον έκαναν να συνειδητοποιήσει πως ήταν ανήμπορος να συνεχίσει μέχρι τέλους τη μάχη με το θηρίο. Κι όταν έβαλε το αριστερό του χέρι πάνω στην πληγή του δεξιού για να βεβαιωθεί για το μέγεθος της πληγής, με φρίκη άγγιξε μια μεγάλη ουλή που άρχιζε από το μέρος του ώμου κι έφτανε ως τον αγκώνα. Πρώτη σκέψη του ήταν να βρει την αιτία αυτού του σοβαρού τραυματισμού του.  Και με την αγωνία ζωγραφισμένη στο πρόσωπό του άρχισε να ψάχνει παντού σ’ όλο το κατάστρωμα τον αόρατο εχθρό του. Ώσπου το γερό χέρι του έπιασε ένα σιδερένιο κρύο αντικείμενο ανάμεσα στο σωσίβιο και το χοντρό καραβόσκοινο. Το ‘φερε στα μάτια του και το γνώρισε. Ήταν ένα από τα κομμάτια της τρίαινας που έσπασε όταν χτύπησε το σώμα του κήτους! Αυθόρμητα τότε ξεφώνισε μέσα στην παγερή νύχτα του τρόμου που τον έσφιγγε: << καταραμένο τέρας!  Μου ξέφυγες τώρα αλλά την άλλη φορά θα τα πούμε! >> και πανικόβλητος το άφησε στα κρύα νερά τραβώντας νότια, έξω από το χώρο της σύγκρουσης. Ήξερε ένας μέρος που η θάλασσα γαλήνευε, τα ρεύματα σταματούσαν και η έξοδός του στη στεριά θα γινόταν με ασφάλεια και σιγουριά.

 

 

                                            = = = 

    

 

       Τούτη η ιστορία με την απερίγραπτη μαεστρία που τη διηγιόταν ο ψαράς έγινε πιστευτή, εντυπωσίασε τον κόσμο και την είχε στα χείλη  του σ΄ όλες τις στιγμές της καθημερινότητας του. Κι όπως την διάνθιζε πολλές φορές και την άλλαζε με άλλες ηρωικές αφηγήσεις, απόκτησε αρκετούς οπαδούς που την διέδιδαν με υπέρμετρο ζήλο τονίζοντας με έμφαση τα μυθοπλαστικά στοιχεία της.

        Ωστόσο η παραφιλολογία που αναπτύχθηκε σε βάρος της ιστορίας την αποδυνάμωσε αρκετά με τον καιρό χωρίς όμως και να τη ρίξει στον κάδο της λήθης. Αρκετούς τους έκανε καχύποπτους αμφιβάλλοντας για την αληθοφάνειά της και τις αγαθές προθέσεις των αφηγητών. Πολλοί άρχισαν να φοβούνται, οι πιο αφελείς απόφευγαν την επαφή τους με τη θάλασσα και οι  ψυχικώς νοσούντες έβλεπαν την κατάθλιψή τους να επιδεινώνεται.

 

 

                                             = = =

 

 

            Η αναπάντεχη αυτή εμφάνιση του κήτους στα αβαθή νερά της θάλασσας κοντά στην ακτή της Αγίας Κυριακής, ανησύχησε τους άρχοντες της πόλης, που αποφάσισαν να κινητοποιηθούν και να αντιμετωπίσουν το σκληρό επισκέπτη. Γι’ αυτό μια νύχτα βρέθηκαν με κάθε μυστικότητα κοντά στην ακτή που είχε εμφανιστεί το φοβερό κήτος.

            Το σκοτάδι ήταν πυκνό, η θάλασσα αγριεμένη και ο κρύος δυνατός αέρας που ξέβραζε το πέλαγος έκανε πολλούς να μετανιώσουν για την επιλογή τους να βρεθούν εκεί. Προστατεύτηκαν στη στέγη του μικρού υπόστεγου, κτισμένου για τις ανάγκες του προσωπικού του βιολογικού καθαρισμού και δέχονταν με ανακούφιση την προστασία του από τα άσχημα καιρικά φαινόμενα.  Η ώρα περνούσε, η αγωνία κορυφωνόταν και ο πρώτος άρχοντας που είχε και το πρόσταγμα της επιχείρησης στα νερά αργούσε και δεν έλεγε να φανεί! Επί τέλους φάνηκε να περνά την σιδερένια πόρτα του χώρου, να τους πλησιάζει και να σταματά μπροστά τους, φανερά ανήσυχος. Ελάχιστα δευτερόλεπτα μετά τους είπε: <<Δυστυχώς φίλοι μου, είμαστε υποχείριοι  ενός αδίστακτου τέρατος που η περιπλάνησή του στα νερά της θάλασσάς μας, μας γεμίζει Υστερία και Φόβο!  Πιστεύω πως απόψε  η αγωνία μας θα λήξει αφού δυο δύτες μας θα το εντοπίσουν και θα μάθουν πολλά γι’ αυτό. Και τότε εύκολα θα μιλάμε για την αποθέωση του ανθρώπου να τιμωρά τους εχθρούς του, προστατεύοντάς τον από την αλόγιστη αρπακτικότητά τους >>.

             Και μετά απ’ αυτά έδωσε εντολή στους δυο οπλισμένους     δύτες

να βουτήξουν. Τους ζήτησε να εντοπίσουν το τέρας, και με τη βοήθεια του ναυτικού συνεργείου  να το ανασύρουν στη ακτή. Οι δυο δύτες βυθίστηκαν στα νερά, και με ιδιαίτερη προσοχή κατευθύνονταν προς το μέρος που έλεγαν οι φήμες πως ξεβράστηκε το τέρας. Κολυμπώντας και πλησιάζοντας το μέρος του  στο μυαλό τους δεν υπήρχε  άλλη σκέψη  εκτός απ’ αυτή που είχαν πάρει και ρητά έλεγε: << Αν το εντοπίσουν να μην προσπαθήσουν να το σκοτώσουν μόνοι τους. Κάθε σύγκρουση μαζί του ν’ αποφευχθεί  και να επιστρέψουν να πάρουν ενισχύσεις. Ηρωισμοί που θα έθεταν σε κίνδυνο τη ζωή τους δεν χρειάζονταν >>.

          Οι δύτες έψαχναν, η αγωνία των αρχόντων μεγάλωνε, ο Φόβος τους για μια κακή στιγμή των δυτών κάτω από τα αφρισμένα νερά τούς  τρέλαινε.  Τότε ένας  φαντασιόπληκτος μην μπορώντας να τιθασεύσει τα φοβισμένα ένστιχτά του, νόμισε πως διέκρινε στον ορίζοντα της θάλασσας που τον σκέπαζε πυκνό σκοτάδι το φοβερό τέρας! Αμέσως στην ομήγυρη ξέσπασε μια παρά φύση συμπεριφορά, με εκδηλώσεις υστερίας, έξαλλες κραυγές και κινήσεις αλλοφροσύνης. Κι όταν ύστερα από ώρα πολλή είδαν τους δυο δύτες να βγαίνουν από τη θάλασσα και να τους πλησιάζουν, κοντά τους έτρεξαν τα νέα τους ν’ ακούσουν. Τότε ο ένας απ’ αυτούς με κουρασμένη  φωνή τους είπε: << Τέρας δεν υπάρχει αλλά ένας τσιμεντένιος αγωγός, ασύνδετος που κολυμπάει! Θα ‘ναι του βιολογικού καθαρισμού, έργο κακής κατασκευής που η θάλασσα τον νανουρίζει! Ψέματα είναι όλα αυτά, το τέρας τέλος! >>

          Μια φλύαρη κουβέντα για λίγο, ένα μουρμουρητό μετά και οι άνθρωποι στο υπόστεγο προσπάθησαν να φανούν γενναίοι. Πίστεψαν πως τα κακό τέρας χάθηκε, η αγωνία τους έληξε και η φήμη που το ‘θελε κοντά τους θα το ξέχναγε στο εξής. Κοιτάχτηκαν με υγιή συναισθήματα, χτύπησαν με στοργή τις πλάτες ο ένας του άλλου, με όψη χαρούμενη στοιχήθηκαν να πάρουν το δρόμο της επιστροφής.  

         Όμως η υπόκωφη βουή της θάλασσας με τα κύματα βουνά που ξέρασε τους σταμάτησαν. Όλα τα σπλάχνα της χύθηκαν πάνω τους, όλοι οι αέρηδες ενώθηκαν και τους σάρωσαν. Ήρθε και η βροχή, η καταιγίδα, ο άγριος δρόλαπας ο φοβερός και τους τσάκισε, τους έριξε στα γόνατα. Ο ένας έπιανε τον άλλον, οι τοίχοι έπεφταν, οι πόρτες και τα παράθυρα ξεκαρφώνονταν και τα κομμάτια τους σκορπίζονταν εδώ κι εκεί. Σκληρό και ανελέητο το ξέσπασμα της φύσης και δεν έλεγε να σταματήσει. Ώσπου βούλιαξε το υπόστεγο, οι τοίχοι του έγιναν σωροί από σκουπίδια. Την πρώτη ομάδα που ξέφυγε από τα συντρίμμια, στη θάλασσα τους έσπρωξε ένα μεγάλο κύμα.

          << Ένα καταραμένο μπουρίνι είναι που θα περάσει γρήγορα! >> είπε ο δήμαρχος σε όσους έμειναν γύρω του  και κρατήθηκε με το χέρι του στο σφηνωμένο σίδερο του τοίχου. Δεν πρόλαβε να πει τίποτ’ άλλο. Ένα λυσσασμένο κύμα τον ρούφηξε, ύστερα τους άλλους, και τους έπνιξε μες στα θολά νερά του. Πίσω τους νερά πολλά νερά και λερωμένα από σκουριές, λάδια και μπογιές παλιά φτιασίδια μιας όμορφης ζωής ακολουθούσαν και ύστερα πάλι πιο πίσω άλλη φουρνιά με πέτρες, ξύλα και αέρα ψυχρό, κυλούσαν κάτω από το μαύρο ουρανό.

            ellinikoxronogragima.blogspot.gr

 

  

          

 

 

                            Παναγιώτης  Αντωνόπουλος

   Διήγημα


                       Η άνθηση της διαφθοράς      

 

           Εδώ και μέρες η πόλη έβραζε σαν ηφαίστειο. Και αιτία ήταν η απόφαση που πήραν και διέρρευσε οι επώνυμοι άρχοντες και οι ισχυροί οικονομικοί παράγοντες, πως  θα  μαζεύονταν  αρχές  του  καλοκαιριού, << στο σπίτι της διαφθοράς >>  για την ετήσια συνάντηση οργίων! Πολλοί ήταν εκείνοι που σκέφτηκαν  ν’ αρπάξουν τα μαχαίρια και να τους σταματήσουν, άλλοι πως το πιο σωστό ήταν να τους κάψουν το βράδυ της συνάντησης και οι πιο συνετοί μίλησαν για μια δίκαιη τιμωρία που θα ερχόταν από τη Θεία Δίκη και την Εκδίκηση.

          Ο πρώτος που δίδαξε τούτη τη συνάντηση των οργίων ήταν ο βαρόνος Ντε Πιε, Φράγκος στην καταγωγή, που  ήρθε σαν καταχτητής κι αφού απόχτησε πολλά λεφτά και χτήματα, σκέφτηκε να τα ξοδέψει σε  ακολασίες, σαρκικές επαφές, ερωτικά διεφθαρμένα βίτσια, και συμπόσια με κακόγουστα αναγνώσματα και συζητήσεις μεταξύ των καλεσμένων. Η παράδοση ανέφερε πως ο ίδιος ήταν πνευματικά καθυστερημένος και σωματικά ανάπηρος, με το δεξί του πόδι ξύλινο και το αριστερό του μάτι βγαλμένο. Παρά ταύτα ήταν δεινός εραστής που έφτανε ως τον παραλογισμό και τη διαφθορά. Σαν αποφάσιζε, έλεγε ο μύθος, να σμίξει με γυναίκα, κλειδωνόταν τρεις μέρες και τρεις νύχτες στην κάμαρά του ολομόναχος και σαν ο μαζοχισμός του τον έφερνε σε κατάσταση τρέλας, έπεφτε πάνω της με τόση μανία και πάθος που την άφηνε μόνο σαν την έβλεπε αναίσθητη και ταπεινωμένη.Άλλες φορές έβαζε κάτω στο πάτωμα τα ολόχρυσα κηροπήγια, άναβε τα κατάμαυρα κεριά τους και σαν οι φλόγες τους τα έλιωναν ως τη μέση, τα έσβηνε για  να γεμίζει έτσι ασφυκτικά η κάμαρά του καπνό. Αυτός τότε  σχεδόν αναίσθητος πάνω στο κρεβάτι, καλούσε με δυνατές κραυγές υστερίας τη γυναίκα που θα πλάγιαζε μαζί του.

          Τα ομαδικά όμως ερωτικά όργια ο βαρόνος Ντε Πιε τα έκανε στην πολυτελέστατη αίθουσα του σπιτιού της διαφθοράς που ομολογουμένως ήταν μια από τις καλύτερες που έχει δει ανθρώπινο μάτι εξαιτίας της πρωτότυπης και εκκεντρικής διακόσμησή της. Έτσι οι κληρονόμοι συνέχιζαν και σήμερα τα βίτσια του βαρόνου και ο ιδιοκτήτης του σπιτιού, ένας επώνυμος, στυγνός και αδίσταχτος επιχειρηματίας, <<διαχειριστής τοξικών ουσιών >> υπερέβαλε τον προκάτοχό του εραστή στην ακολασία και φιλοδοξούσε να φτάσει αυτός πιο βαθιά στο σκαλί της διαφθοράς.Τη φιλοδοξία του αυτή την αποτύπωσε ακόμη και στην εξωτερική όψη του σπιτιού.  Στο τριώροφο αυτό σπίτι με τα πολλά παράθυρα, την κόκκινη σκεπή και τον ψηλό μαντρότοιχο, έβαλε πέντε θεότρελους ζωγράφους κι έφτιαξαν πάνω στους τοίχους του, ό,τι χειρότερο μπορούσε να δώσει και η πιο αρρωστημένη φαντασία, έτσι που οι παραστάσεις προκαλούσαν τρόμο και φρίκη στο βλέμμα του κάθε επισκέπτη.

          Στη δεξιά πλευρά αιμοσταγείς δράκοντες έσμιγαν μπροστά από τις θεόρατες σπηλιές τους με ολόγυμνες γυναίκες που ανάμεσα στα μυτερά δόντια τους, πάλευαν τρεμάμενες να ξεφύγουν και ν’ απαλλαγούν από το σαρκικό τους μαρτύριο που τις περίμενε. Ενώ  στα πόδια τους τα πυρακτωμένα καρφιά που έμπαιναν στα πέλματά τους και τα έκαναν να αιμορραγούν έδειχναν να δυσκόλευαν το πάλεμά τους με τους δράκους που έκαναν ό,τι μπορούσαν να κρατήσουν πάνω τους τα ματωμένα κορμιά τους.

          Στην αριστερή πλευρά σκληροτράχηλοι σάτυροι είχαν στήσει τα δικά τους ερωτικά παιχνίδια με γυναίκες ζωόμορφες. Και καθώς οι σάτυροι έσφιγγαν στις αγκαλιές τους τα κορμιά τους, ανάμεσα στα δυο πόδια τους ανέβαινε ένα πελώριο φίδι με εφτά κεφάλια και τρεις ουρές δείχνοντας πως ήθελε να φτάσει εκεί που τα δυο κορμιά έσμιγαν.

          Στην πρόσοψη τώρα οι εικόνες  θύμιζαν σκηνές από την Κόλαση. Δε θα τις περιγράψουμε όλες αλλά θα σταθούμε σ’ εκείνες που έδειχναν τους Κενταύρους και τις νεκρές γυναίκες. Ήταν μια σκηνή που σοκάρισε και τους πιο επιρρεπείς σε τέτοιες απεικονίσεις φρίκης και συζητήθηκε πολύ αν  έπρεπε ο καλλιτέχνης να δείξει όλη του την πρωτόγονη αγριότητα ή να την αποκρύψει. Όσοι λοιπόν άντεχαν να κοιτάξουν τούτη την εικόνα και δεν απέστρεφαν τα μάτια τους από αηδία, μπορούσαν να διακρίνουν όπως είπαμε τα ερωτικά παιχνίδια των Κενταύρων με τις νεκρές γυναίκες, που, οι πιο πολλές ξαπλωμένες  μπρούμυτα και σκεπασμένες με τις φυλλωσιές, έδειχναν να κακοποιήθηκαν βάναυσα από τους ερωμένους τους, κατά τη στιγμή της ερωτικής πράξης πριν φθάσουν στην κατάσταση που τις ήθελε η αρρωστημένη φαντασία του ζωγράφου.                                                                                            

          Μια φαντασία που αν σταματούσε εδώ ίσως τη δικαιολογούσαν μερικοί αλλά δυστυχώς συνέχιζε την αρρωστημένη του έκφρασή της μ’ ένα πίδακα στο κέντρο της παράστασης να εξακοντίζει το αίμα που έβγαινε με δύναμη πάνω στα ξαπλωμένα κορμιά και να τα ραντίζει με μεγάλες και πολλές πιτσιλιές, κάνοντάς τα τόσο μακάβρια και αποκρουστικά που το μάτι δύσκολα άντεχε να συνεχίσει να κοιτάζει.

            Ύστερα απ’ όλα αυτά εύκολα δικαιολογεί κανείς εκείνους τους εμπρηστές που ήθελαν να το κάψουν το σπίτι μαζί με τη διαφθορά που λίμναζε τους χώρους του. Επικρατούσε όμως πάντοτε η ψυχραιμία και η λογική κάποιων που έλεγαν πως η διατήρησή του ήταν εθνική και ιστορική επιταγή για να θυμίζει στους νεότερους << τη δόξα και τα κλέη των προγόνων τους >>.  Έτσι << το σπίτι της διαφθοράς >> έμενε όρθιο και συνέχιζε μαζί με τους καλεσμένους του το δρόμο που χάραξε αιώνες πριν ο βαρόνος Ντε Πιε.

          Οι πιο πολλοί όμως συνδαύλιζαν την καταστροφή του κι από ζήλια. Και τούτο γιατί η τάξη τους, φτωχή και περιθωριακή που ήταν, ποτέ δε θα ‘παιρνε εισιτήριο εισόδου στους κρυφούς και μυστηριώδεις χώρους του. Και η εμπειρία μιας τόσο αισθησιακής απόλαυσης που κυριαρχούσαν τα όργια θα ήταν γι’ αυτούς όνειρο απατηλό. Έτσι αποκλεισμένοι από το παιχνίδι, ετοίμαζαν και ύφαιναν το σάβανό του. Ακόμη η σύγχυση που επικρατούσε γύρω από τα τεκταινόμενα μέσα στους τέσσερις τοίχους τούτου του σπιτιού, μεγάλωνε την περιέργειά τους και κάλπαζε την αρρωστημένη φαντασία τους. Έτσι πολλές ιστορίες που έπλαθαν υπερέβαλαν ακόμη και την πραγματικότητα. Μια πραγματικότητα που μόνο οι προνομιούχοι και οι περιούσιοι την γνώριζαν και που ποτέ δε θα τη φανέρωναν στα κατώτερα στρώματα

         

 

 

                                                * * *

         

 

 

 

 

          Έτσι μια ασέληνη νύχτα του Ιουνίου οι επισκέπτες εισέβαλαν με κάθε μυστικότητα στο σπίτι των οργίων και πήραν τις θέσεις τους στην τεράστια και πλούσια διακοσμημένη αίθουσα. Αμέσως ο επιχειρηματίας και ιδιοκτήτης του σπιτιού, καθισμένος στον εβένινο θρόνο του και ντυμένος με μαύρο πανάκριβο κουστούμι, έδωσε εντολή στο υπηρετικό του προσωπικό να σερβίρει τους καλεσμένους. Κι αυτοί χωρίς καθυστέρηση τον άκουσαν και γύρισαν με τους δίσκους φορτωμένους κολονάτα ποτήρια, γεμάτα με μαύρο μυρωδάτο, ποτό. Σαν τ’ άφησαν πάνω στο τραπέζι έφυγαν εκτός από έναν ο οποίος σαν χαμήλωσε τα φώτα τους ευχήθηκε καλή διασκέδαση και αποτραβήχτηκε διακριτικά στο διάδρομο που βρισκόταν στα αριστερά της αίθουσας.

          Τότε ο ιδιοκτήτης στράφηκε δεξιά του και παίρνοντας  ένα δίσκο από μια ξυλόγλυπτη θήκη τον έβαλε με επιτηδειότητα στο πικάπ που άρχισε να παίζει με γρήγορο ρυθμό μια αισθησιακή μουσική που φάνηκε ν’ άρεσε σε όλους. Σαν τους συνέστησε να πιουν με την ησυχία τους το ποτό τους, ο ίδιος πέρασε απ’ όλα τα τραπέζια και ζήτησε ιπποτικά το χέρι κάθε γυναίκας. Ύστερα σαν τα φίλησε και τους είπε από ένα κολακευτικό λόγο, κάθισε πάλι στη θέση του απολαμβάνοντας κι αυτός το ποτό του και τη μουσική. Όταν  προχώρησε η ώρα και το μεγάλο ρολόι του τοίχου χτύπησε μεσάνυχτα ο ιδιοκτήτης σηκώθηκε, κατευθύνθηκε στη βορινή πλευρά της αίθουσας, σταμάτησε όταν έφτασε και πατώντας ένα πράσινο διακόπτη, τη βύθισε στο σκοτάδι.  Ο φόβος των καλεσμένων ξεπεράστηκε γρήγορα και οι πρώτοι ψίθυροι διαμαρτυρίας σταμάτησαν σαν ένα μικρό κόκκινο φωτάκι φώτισε αδρά την αίθουσα. Και τότε οι καλεσμένοι είδαν ν’ ανοίγει το παραβάν που ως τότε ήταν κλειστό  και να εμφανίζεται στα έκπληκτα μάτια τους ένα εντυπωσιακό ολόχρυσο κρεβάτι που τους τρόμαξε. Και τούτο γιατί τα τέσσερα πόδια του είχαν τη μορφή της  ύαινας και στα υπόλοιπα μέρη του είχαν σφυρηλατηθεί διάφορα κεφάλια φιδιών που άφηναν όλα απ’ τα ανοιχτά στόματά τους να φαίνονται τα φοβερά κεντριά τους. Στην πλάτη τώρα του κρεβατιού δυο γεράκια άγρια συμπλέκονταν με τα μυτερά τους ράμφη, ενώ από τα ματωμένα  τους κεφάλια το αίμα τιναζόταν σαν πίδακας  γύρω τους.

          Η αντίδραση των  καλεσμένων σε τούτη τη φριχτή θέα του κρεβατιού ήταν άμεση και γρήγορη. Πολλοί ψιθύρισαν, άλλοι φώναξαν και μερικοί κινήθηκαν με άγριες διαθέσεις από τις θέσεις τους. Μόνο ο ιδιοκτήτης παρέμεινε ατάραχος και ψύχραιμος στη θέση του, για να τους πει λακωνικά, δείχνοντας με το δεξί του χέρι στο βάθος του διαδρόμου: << Και τώρα κοιτάξτε όλοι σας τη γυναίκα που οι άντρες θα ήθελαν να την είχαν δική τους και οι γυναίκες θα  ζήλευαν  το κορμί της και τις σεξουαλικές της επιδόσεις! >>Πράγματι μια εντυπωσιακή ξανθιά γυναίκα, γλυκύτατη και γυμνή τους μάγεψε με την κορμοστασιά τους, το έντονο θηλυπρεπές περπάτημά της και το λάγνο βλέμμα της. Κι αμέσως βρέθηκε ξαπλωμένη στα λευκά σεντόνια του κρεβατιού, αφήνοντας τα αφράτα στήθια της και τα τορνευτά μακριά πόδια της στολίδια του σκανδάλου σε τόσα πεινασμένα μάτια.

          Πάλι τότε ο ιδιοκτήτης παρενέβη ανάμεσα στους καλεσμένους και το πύρινο κορμί της γυναίκας για να τους πει με φωνή αισθησιακή: << Πριν αποσυρθείτε στα δωμάτια με τις γυναίκες σας, η γυναίκα που βλέπετε ξαπλωμένη στο κρεβάτι θα σας διαβάσει μια περικοπή από το βιβλίο << Η άνθηση της διαφθοράς >> που τόσες σεξουαλικές συγκινήσεις έχει προσφέρει στον κόσμο των οργίων. Καλή σας ακρόαση!>>Απλώνοντας ύστερα το χέρι έδωσε στη γυναίκα το χρυσόδετο  βιβλίο. Σαν ανασηκώθηκε εκείνη και το πήρε, ακούμπησε την πλάτη της στο προσκεφάλι του κρεβατιού  και άρχισε να διαβάζει καθαρά και δυνατά:

          << Σαν έβγαλε το ρούχο της η γυναίκα κι απόμεινε γυμνή, αρωματίστηκε και έπεσε με την πλάτη στην καρέκλα του Έρωτα. Ο άντρας ολόγυμνος κι αυτός, πλησίασε κι αφού πάτησε στις μεταλλικές βάσεις της καρέκλας, έσκυψε, ανασήκωσε απαλά τα πόδια της και τα ‘φερε στη μέση του. Με  τα χέρια του  έπιασε τη δερμάτινη ζώνη που κρεμόταν στα πλάγια της καρέκλας κι αφού την πέρασε πάνω από το  σώμα της, το ασφάλισε προσεχτικά. Μετά κοίταξε το γυμνό σώμα, έβαλε απαλά τα χέρια του στα δυο στήθη της κι άρχισε να τα χαϊδεύει επιτήδεια κοντά στις θηλές. Σε λίγο από τα χείλη της ερεθισμένης γυναίκας ακούστηκαν οι πρώτες δυνατές  κραυγές της ηδονής… >>.

          Σ’ αυτό το σημείο η φωνή της έσβησε. Κι όλοι οι καλεσμένοι είδαν το βιβλίο να φεύγει από τα χέρια της και να πέφτει στο δάπεδο χτυπημένο με απερίγραπτη δεξιοτεχνία από ένα μαχαίρι που πέρασε το παράθυρο κι έσκισε με φοβερή δύναμη τον αέρα. Και πριν οι καλεσμένοι προλάβουν να αντιδράσουν βλέπουν έναν υπηρέτη να φτάνει τρέχοντας και ν’ αναγγέλλει στον ιδιοκτήτη, φοβισμένος: << Ο λαός της πόλης είναι απέξω και πολιορκεί το σπίτι! Είναι εξαγριωμένος και κινδυνεύετε! Δώστε εντολή να εκκενωθεί και να φύγετε! >>

          Στην κατάσταση πανικού που επακολούθησε ο ιδιοκτήτης έδειξε ασυνήθιστη ψυχραιμία. Και σαν έσπρωξε τον υπηρέτη από μπρος του με το χέρι του, κινήθηκε αργά - αργά και τελετουργικά πάνω από το πεσμένο μαχαίρι και σταμάτησε. Έσκυψε το πήρε κι αφού καθάρισε με το δείκτη του αριστερού του χεριού τις λίγες σταγόνες αίματος που ήταν απλωμένες στην κόψη της λάμας του, προχώρησε και στάθηκε τώρα στο ύψος του παράθυρου. Εκεί κόλλησε το πρόσωπό του στο μέρος που έχασκε από το πέρασμα του μαχαιριού και κοίταξε έξω. Αυτό που είδε τον γέμισε τρόμο και φρίκη. Τραβήχτηκε έτσι πανικόβλητος πίσω και ψιθύρισε κάτωχρος, στους καλεσμένους: << Τα άγρια ένστιχτά τους ζητούν εκδίκηση! Ο κακός δαίμονας που υπάρχει εδώ μέσα ας σκεφτεί κάτι να γλιτώσουμε >>.

          Και τότε είδε τη γυναίκα του κρεβατιού,   μεταμορφωμένη  σε  μια αηδιαστική κι αποκρουστική γριά, να ‘ρχεται προς το μέρος του, κρατώντας στα δυο της ισχνά χέρια, το βιβλίο  και να του το δείχνει ενώ έσταζε αίμα από τις κουρελιασμένες σελίδες του. Για να την αποφύγει κινήθηκε προς το βάθος της αίθουσας. Αυτή όμως συνέχιζε να τον ακολουθεί δείχνοντας την απειλητική της διάθεση.  Τότε ο ιδιοκτήτης για ν’ απαλλαγεί από τη δυσάρεστη παρουσία της, σήκωσε το μαχαίρι και ετοιμάστηκε να της επιτεθεί, ξεστομίζοντας τη μία ύβρη μετά την άλλη.  Κι ενώ όλοι περίμεναν το μοιραίο ένας υπηρέτης πρόλαβε και του άρπαξε το χέρι, κάνοντας το μαχαίρι να πέσει και να συρθεί στο διάδρομο και τον ιδιοκτήτη ν’ απομένει ακίνητος σαν στήλη άλατος. Και πριν προλάβει να κάνει οτιδήποτε, βλέπει τον υπηρέτη να τον πλησιάζει και να του ψιθυρίζει στο αυτί: << Το αίμα της είναι αθώο, αλλού να ψάξεις να βρεις την ενοχή >>. Τον κοίταξε με περιφρόνηση ο ιδιοκτήτης και τον ρώτησε με αγωνία: << Άφησε τέτοια ώρα τις ενοχές και πες μου πως θα γλιτώσουμε!>> Ήταν η σειρά τώρα του υπηρέτη   να τον κοιτάξει με περιφρόνηση. Κι αφού το έκανε, του είπε μ’ ένα ειρωνικό χαμόγελο: << Φύγετε! Φύγετε από την πίσω πόρτα! >>

          Οι φωνές έξω του κόσμου, όσο περνούσε η ώρα γίνονταν πιο απειλητικές. Έτσι οι καλεσμένοι έδειξαν έντονη ανησυχία και οι πιο πολλοί σηκώθηκαν από τις θέσεις τους, θέλοντας να κινηθούν προς την έξοδο. Τους είδε ο ιδιοκτήτης και σαν τους έδειξε το βάθος του διαδρόμου, τους είπε προτρεπτικά: << Κατεβείτε από τη σκάλα της πίσω εξόδου και βγείτε στον κήπο. Από κει παραβιάστε τη σιδερένια καγκελόπορτα και κρυφτείτε στο δάσος >>. Σε λίγο ακούστηκαν σπαρακτικές φωνές. Λίγες στην αρχή αλλά μετά πλήθυναν. Το ορμητικό κύμα που δημιούργησε ο συνωστισμός τους παρέσυρε και τους κατρακύλησε ως το τελευταίο σκαλί. Ο χώρος γέμισε μια μάζα από ανθρώπους κι έγινε τόπος μαρτυρίου.

          Πολλοί ακρωτηριάστηκαν, άλλοι έχασαν τα μάτια τους, οι πιο δειλοί λιποθύμησαν και οι πιο άτυχοι έβλεπαν τα παραμορφωμένα σώματά τους και ξεσπούσαν σ’ ένα ανελέητο θρήνο.  Όσοι τώρα κατόρθωσαν ν’ ανοίξουν την πόρτα και να περάσουν στον κήπο, σύρθηκαν κακήν κακώς ως την καγκελόπορτα κι αφού την παραβίασαν βγήκαν έξω και με κάθε προφύλαξη έφτασαν στο πυκνό δάσος όπου και κρύφτηκαν πίσω από τους  χονδρούς   κορμούς των δέντρων που μαζί με το θρόισμα των φύλλων  ακούστηκαν και τα πρώτα ουρλιαχτά των λύκων.

          ellinikoxronografima.blogspot.gr

         

         

         

 

Δευτέρα 14 Οκτωβρίου 2024

 

    Με την πένα

                                                        Η   παρέα    


                                                       

             Κλειστήκαμε στα τέσσερα ντουβάρια αναγκαστικά, είτε λόγω κορoνοϊού είτε λόγω οικονομικής κρίσης, τη ζωή μας να σώσουμε, χάσαμε όμως την κοινωνικότητα, τη συναναστροφή ως ιδιάζοντα στοιχεία της ανθρώπινης υποστάσεως.  Στα << Πολιτικά >> ο Αριστοτέλης γράφει: <<Ο δε μη δυνάμενος δι’  αυτάρκειαν ούθεν μέρος πόλεως, ώστε ή θηρίον ή θεός >>.  Μεταφραζόμενο σημαίνει: << όποιος δεν είναι ικανός να συμμετάσχει  σε μια κοινότητα ή δεν του χρειάζεται επειδή είναι αυτάρκης, σε καμιά περίπτωση δεν αποτελεί μέρος της πόλης και κατά συνέπεια είναι ή άγριο ζώο ή θεός>>.

                Αναγκαστικά έγκλειστοι  ξεκόψαμε από τους φίλους, τέρμα τα μπαρ και τα καφενεία, οι χειραψίες, οι ασπασμοί, οι φιλικές σφαλιάρες στην πλάτη, όλα αυτά σαν φυσικά επακόλουθα, υποκαταστάθηκαν από την ψηφιακή προσομοίωση. Λάικ, κόκκινες καρδούλες, φατσούλες γελαστές ή μη, κι άλλα ιδεογράμματα της κοινωνικής δικτύωσης έφτασαν στο φόρτε τους, έγιναν καλούπια συμπεριφοράς σε κωδικούς από του μακρόθεν.

             Η παρέα τουτέστιν  ή  παρεούλα, αντικαταστάθηκε από την κλεισούρα, σε σημείο που σαν το σκέφτεσαι, σαλτάρεις, πάει να πει. Ενδιαφέρον έχει εδώ η ετυμολογία της λέξης << παρέα >>. Ισπανοεβραϊκός ο όρος, που έρχεται από την << parea >>, Ισπανική λέξη για  το  ανδρόγυνο  από το  επίθετο <<parejo >>  που σημαίνει << όμοιος >>.  Στο συμπόσιο  ο  Πλάτων  λέει:  <<  Όμοιος ομοίω αεί πελάζει >>.

            << Πάρε την παρέα σου κι έλα >> λέμε στο φίλο, <<πρόσεχε μη σε καταστρέψουν οι παρέες >> στο παιδί, << παρεϊτσα >> και << παρεούλα >> οι δόκιμες λέξεις που ξεχειλίζουν τρυφερότητα και ακούγονται καθημερινά. Ακόμη και η πινακίδα << Γεωργίου και Σία >> έχει να πει κάτι για την << παρέα >> και τη << συντροφιά >>. Η συντροφιά βγαίνει από το << σύντροφος >> που είναι ο φίλος, ο συμπαραστάτης, αυτός που συνδέεται πολύ στενά με κάποιον: φιλικά, ερωτικά, συζυγικά, πολιτικά. Στον κομμουνισμό σύντροφος είναι αυτός που έχετε ανατραφεί μαζί κι έχετε φάει ψωμί και αλάτι. Το ετυμολογικό << συντρέφω >>, συν+τρέφω.  Καραμπινάτη λέξη της Αριστεράς, έχει σχέση με το σύντροφο και τα πισώπλατα μαχαιρώματα ή συντροφικά. Δυστυχώς το μαχαίρι δεν είναι μόνο να κόβει το ψωμί αλλά και να σκοτώνει. Πολλά μαχαίρια μπήκαν σε κορμιά σε όλες τις κομματικές και πολιτικές αποχρώσεις.

       Ερήμην κορονοϊού και κρίσης, παρέα, συντροφιά, κοινωνικότητα, πήγαν περίπατο. Μόνος στο σπίτι διαβάζεις βιβλία, βλέπεις ειδήσεις, ταινίες, γκρινιάζεις με τη συμβία και τους λοιπούς, από το σαλόνι πας στο υπνοδωμάτιο με τη φόρμα, τις παντόφλες και τον καφέ στο χέρι. Συνηθισμένος από το έξω, ρίχνεις και καμιά ματιά  από το παράθυρο να δεις τις γαλάζιες λωρίδες του ουρανού κι επιστρέφεις στα ίδια πέρα δώθε, μουρμουρίζοντας και προσευχόμενος  << ο θεός να βάλει το χέρι του >>.

                                                                                                           ΠΑΝ

 

     ellinikoxronografima.blogspot.gr    panant1947@gmail.com

Πέμπτη 10 Οκτωβρίου 2024

 

Χρονογράφημα

 

 

                       Ο  Φλούφλης και η πενταήμερη αποβολή 


 

                                        Του Παναγιώτη  Αντωνόπουλου

 

 

      Από εφημερίδα της εποχής:  Ιλαροτραγικαί σκηναί συνέβησαν την εσπέραν της Κυριακής εις τινα οικίαν της πόλεως μας, όπου  μαθηταί και μαθήτριαι του ενταύθα Γυμνασίου  διασκεδάζοντες δια  μοντέρνων χορών, << ροκ- εντ-ρολ >> κ.λ.π. αιφνιδιάστηκαν παρά του γυμνασιάρχου των, όστις κατέλαβε και τινάς εξ αυτών καπνίζοντας,

    Ευθύς ως αντίκρισαν τον γυμνασιάρχην των, οι νεαροί και αι νεαραί, πανικοβλήθησαν, ως εγκλωβισθέντες εις φάκαν. Εγνώσθη ότι κατά των μαθητών τούτων θα επιβληθούν βαρύταται κυρώσεις.

     Περίπου τα ίδια είχε κάνει και ο δικός μου γυμνασιάρχης τη δεκαετία του ΄70 που κατέστρωσε ακαριαίως το σχέδιο του να μας κάνει τσακωτούς καπνίζοντες στο ξενοδοχείο. Άλλωστε θεωρούσε εαυτόν και έξοχο ντετέκτιβ πέρα από τα φιλολογικά του καθήκοντα.  Έτσι οσάκις μυριζόταν ύποπτες τις κινήσεις μας, φορούσε στραβά το τραγιασκάκι του και επιτελούσε στο ακέραιο το καθήκον της προστασίας μας.

     Στο ξενοδοχείο  << Χελμός  >> λοιπόν που  καταλύσαμε όλο το τσούρμο του λυκείου, μετά την ολοήμερη περιπλάνησή μας στα ιστορικά μέρη της περιοχής, της Αγίας Λαύρας και του Μεγάλου Σπηλαίου, πιστέψαμε πως θα βρίσκαμε την ησυχία μας από τους φαντομάδες καθηγητές μας, που άλλο δεν έκαναν από το πρωί από το να μας κιαλαρίζουν, που πάμε και τι κάνουμε. Βυθισμένοι άλλοι στον ύπνο κι άλλοι στο πινακ το απολάμβαναν και το διασκέδαζαν. Εγώ με το φίλο μου, ένα σπίρτο στις βρομοδουλειές, το ρίξαμε στο κάπνισμα. Ενώ στην ηλικία μας απαγορευόταν ρητώς από τη σύγκλητο του σχολείου το τσιγάρο, ο φίλος έκανε τον ψόφιο κοριό κι όπου πηγαίναμε με το εκδρομικό φουσάτο, παφ πουφ το αρχινούσε και δεν το σταμάταγε. Έτσι αιφνιδίως βγάζει από τη θήκη των αποσκευών του ένα πακέτο << Άσσο >> και μου προσφέρει ένα. << Ο  << Φλούφλης >> παραφιλάει έξω >> του λέω, εννοώντας  το   γυμνασιάρχη, αν  μπει καήκαμε! Τι θα κάνουμε; >>  << Σιώπα >> μου απαντάει, << φλερτάρει με τις καθηγήτριες και τους  δείχνει την πλαδαρότητα της σαρκός του >>  και κάνοντας ένα τσαφ με το σπίρτο στο κουτί μου δίνει φωτιά.

       Τραβούσαμε ξαπλωμένοι στα κρεβάτια μας, προβάλλοντες κουτοπόνηρες δικαιολογίες τι θα πούμε αν μπουκάροντας μέσα μας έπιανε. Και να όμως που η πόρτα άνοιξε και σαν σίφουνας μπήκε μέσα! Και τότε ποιος είδε το Θεό και δεν το φοβήθηκε!  Μας άρχισε στις φάπες, στο κλοτσοσκούφι και στις βρισιές  με φράσεις ακατονόμαστες και  φωνή χαλασμένου φλάουτου. Γαμψόνυχοι κόρακες οι καθηγητές μας στο συμβούλιο διδασκόντων που μας πέρασε, μαζί του κράζοντας άγρια, ζητούσαν την τιμωρία μας. Μας έστειλαν στην << κρεμάλα >> με πενταήμερη αποβολή για  να << συνετιστούμε και να το κόψουμε το ρημάδι τo σιγαρέτο >> ως μας ανακοίνωσε ο Φλούφλης, υπενθυμίζοντας πως απαραιτήτως πρέπει να παρουσιαστούν και οι κηδεμόνες μας. 

     Ο γεννήτορας στο χωριό, τρεις ώρες ποδαράτο πώς να πας;  Μπακαλόγατος. Κι αν εκείνη τη στιγμή ήταν πάνω απ’ το γκαζοτενεκέ με τις ρέγκες πώς να το πεις;  Πώς να του εξηγήσεις πως κάναμε μια εφηβική τρέλα;

ellinikoxronografima.blogspot.gr

 

Χρονογράφημα

 

 

 

 

 


                                    Ελλάδα, έρημη  χώρα

 

 

                                             

 

                                         

 

                                         Του Παναγιώτη Αντωνόπουλου

 

 

 

              Με  το ταμείο μου μείον και  σκονισμένο αέρα γεμάτο φούμαρα από ολίγιστους πολιτικούς το ευ ζην μου σιγοντάριζα έχοντας στο on το παμπάλαιο δέκτη μου. Τρεφόμενος μόνιμα από τη σακούλα που μου διανέμει το κοινωνικό παντοπωλείο της γειτονιάς μου, περίμενα να κόψουν κι ένα << κοντύλι >> για το ισχνό σαρκίο μου που φορεί σχισμένο παπούτσι, ζεσταίνεται με κάρβουνο και χορταίνει με  όσπριο και ληγμένο  γάλα από το ευρωπαϊκό μπακάλικο.  Τζίφος, δεν έγινε τίποτα. Πάλι το ψίχουλο μου πέταξαν, τη μπουκιά μου στεγνωμένη θα κατεβάζω, μια μαριονέτα μαϊμού ανάπτυξη  θα με ξεσφερτσάζει αθροίζοντας τα βερεσέδια μου, ζητώντας να με ρίξει στο Άουσβιτς για σαπούνι.

              Πολύ θα ήθελα, περπατώντας στο στρωμένο χαλί του γραφείου τους να τους πλησιάσω και τη γροθιά μου να χτυπήσω μπροστά τους. Ν’ αναπηδήσει το τασάκι, να χυθούν οι στάχτες, τα χαρτιά τους να σκορπίσουν και όπως θα ‘ναι λαγοί λερωμένοι, στο λαιμό να τους σφίξω με τον τρίχινο λαιμοδέτη. Ύστερα  απροσκύνητος σαν τον Κολοκοτρώνη την καχεκτική τους ψυχή να στολίσω με λόγο μασκοφόρου  εκδικητή:  << Για δέστε πως μας κατάντησαν τα άθλια κόμματά σας, πενήντα πέντε το ψωμί και δέκα το λεμόνι.  Η πείνα μας θερίζει,  στις τσέπες μας δεν υπάρχει δίλεπτο, ζούμε στην κατάψυξη του αρκτικού χειμώνα, έχουμε άδειο το ντεπόζιτο του καλοριφέρ,  καύσιμη ύλη δεν υπάρχει ούτε για δείγμα. Ζούμε με  όσπριο, λίγο ψωμί, νερό και ζοχούς.

            Στο νέο καπετάνιο της  πατρίδας που διέλυσε έτι εις τα ων συνετέθη την αμαρτωλή κολπατζού κοινωνία των προηγουμένων, τούτα τα λιτά να πω: << Ουδείς βεβαίως σήμερα υπάρχει στην Ελλάδα όστις να πιστεύει ότι επί ρόδων κοιμόμαστε, ουδέ πως η κλινοστρωμνή που σεις στρώνετε για το λαό θα είναι στρωμένη με αβρά και πέταλα ανθηρά. Πεινασμένοι γαυγίσαμε τη νίκη σας όπως οι δαιμονιώντες σκύλοι. Απολυμένοι   με μουντζουρωμένα χέρια  σας έφεραν στην εξουσία γιατί θέλουν δουλειά. Πένητες και φτωχοί σας ψήφισαν γιατί τους έλειπε το φάρμακο και  ο γιατρός.   Ξεβρασμένοι με σάπιες πλώρες στην ξενιτιά την υπόσχεσή σας περιμένουν  να επιστρέψουν στα πάτρια, κάτω από την ουράνια χάρη να λάμψουν της πούλιας.

        Αλλά ποια πούλια! Αν ήταν έτσι δε θα αναγκαζόταν ο Παλαμάς να γράψει: << Βοσκοί στη μάντρα της πολιτείας, οι λύκοι! Στα όπλα Ακρίτες! Μακριά και οι φαύλοι και οι περιττοί. Καλαμαράδες και δημοκόποι και μπολσεβίκοι. Για λόγους άδειους ή για του ολέθρου το έργο βαλτοί >>.

       Έρημη χώρα!

             ellinikoxronografima.blogspot.gr

         

 

                                                  Τ Ο      Χ Ρ Ο Ν Ο Γ Ρ Α Φ Η Μ Α

                                               Τι είναι ο πίθηκος για τον άνθρωπο;


                                               Του    Παναγιώτη  Αντωνόπουλου

 

               Στο Παιδαγωγικό σε πίσω καιρούς είχα ένα διευθυντή, ένα βρώμικο ποτάμι που μόνο μια θάλασσα φαρδιά μπορούσε να το δεχτεί χωρίς να λερωθεί από τα δυσώδη λύματά του. Το χαρτί απορίας δε μου είχε έρθει και μου έκανε έξωση από το εστιατόριο της σχολής, έτσι διάβαζα νηστικός, κοιμόμουν νηστικός και στο νοσοκομείο μπαινόβγαινα να γιατρευτώ από την ασιτία μου. Όταν τις ελάχιστες φορές το ισχνό βαλάντιό μου φούσκωνε, τις δραχμές του ξόδευα σ’ ένα υπόγειο τεκέ να τρώω γίγαντες, κολοκύθια βραστά και σούπες από κρεμμύδι.

              Έξι μήνες κράτησε αυτό, μ’ όλη τη λέρα του μισάνθρωπου αυτού να με βρωμίζει. Και δεν τα γράφω αυτά γιατί προτίθεμαι να διαβάλω τον άντρα αυτό. Την αλήθεια καταγράφω. Η εξουσία των διευθυντών είναι τόσο ισχυρή, που καταντά βάναυση σε σημείο που καταρρακώνει το ηθικό των σπουδαστών.  Αφήστε που πίσω από το παραβάν της θέσης του ενίοτε σκάρωνε τρελά κέφια που κατέληγαν σε αμίμητες κασκαρίνες.   Η εκλογή του στη θέση αυτή αποκάλυπτε εύγλωττη επιβεβαίωση πως κάποιος πολιτικός τον διόρισε.  Κι αυτό γιατί κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσιν αυτού πολιτευόταν κι ο ίδιος! Έτσι μετά απ’ αυτά, συνεχίζω για τον κουρσάρο αυτόν της ανώτατης εκπαίδευσης.  Στάθηκα στα πόδια μου, χάρη στο Νίτσε, το μέγα άνθρωπο και αναμορφωτή. Ο Ζαρατούστρα που τον διάβασα και μίλησε μέσα μου  από ‘να παλιό βιβλίο σχισμένο και ραμμένο με σύρμα, μ’ έσωσε. Χαλύβδινη έκανε την ψυχή μου, το σκότος και το μίσος γύρω μου για λύτρωση πηγής και ευχαρίστησης τα έβλεπα!

            Αντιγράφω μια παράγραφο, μια καλή γραφή που ο Ζαρατούστρα λέει, ευαγγελίζοντας τον Υπεράνθρωπο:  << ‘Όλα τα όντα μέχρι τώρα  πλαστουργήσαν κάτι αψηλότερο από τον εαυτό τους και σεις θέλετε να είσαστε του μεγάλου κύματος η φυρονεριά και βρίσκετε καλύτερο να γυρίσετε πίσω κατά το ζώο κι όχι να ξεπεράσετε τον άνθρωπο; Τι είναι ο πίθηκος για τον άνθρωπο; περίγελο, ντροπή λυπητερή. Ολόιδιος πρέπει να γίνει ο άνθρωπος για τον Υπεράνθρωπο:  περίγελο, ντροπή λυπητερή. Διαβείτε το δρόμο, που πάει από το σκουλήκι στον άνθρωπο και περισσεύει μέσα σας πολύ σκουλήκι ακόμη. Παλιά, είσαστε πίθηκοι, και, τώρα ακόμα ο άνθρωπος είναι απ’  τον πίθηκο πιο πίθηκος… >>

     Από τέτοιους πιθήκους είναι γεμάτη η πατρίδα μας! Είναι ο κάθε Μακιαβέλι της εξουσίας, οι μέθυσοι της χλιδής, οι μικρονοϊκοί τεμπελχανάδες της διοίκησης, οι πάσης φύσεως κρατικοί λειτουργοί οι θωπεύοντες τους σπερματοδόχους αδένες τους!  Άλλο δεν ξέρουν από το να μας βασανίζουν και να μας δηλητηριάζουν στάζοντας στον ουρανίσκο μας κώνειο. Είναι οι αιμοβόρες πολιτικές τίγρεις  που κομματιάζουν, τον εργάτη, τον πεινασμένο και τον άρρωστο. Εν ολίγοις αυτοί είναι το κράτος!  Και ο Νίτσε, συνεχίζει: << Κράτος; τι είναι αυτό; Ε, λοιπόν ξεβουλώστε τ’ αυτιά σας: Τώρα θα σας μιλήσω για το θάνατο των λαών. Κράτος είναι το παγερό, από τα πιο παγερά τέρατα. Και τούτο  το ψέμα ξεφεύγει απ’ το στόμα του: << Εγώ το κράτος, είμαι ο λαός >>.

     ellinikoxronografima.blogspot.gr

   

 

Τρίτη 8 Οκτωβρίου 2024

 

           Χρονογράφημα

                                          Μίνι, κοντά φουστάνια και μακριές φούστες    


    

                                                     Παναγιώτη Αντωνόπουλου

               Κεριά λιωμένα οι πίσω μέρες μας. Η μνήμη οιονεί εικονολήπτρια ανακτά τις στιγμές τους, σιωπηλά τις φανερώνει όταν στη Μονή της Ζωής ασκητεύεις και  ζητάς τη συντροφιά τους.   Σπούδαζα, την πνευματική μου γενναιότητα ν’ αυξήσω, τους νευρώνες μου σε φύτρα γνώσης θαλερής να μεταλλάξω. Στην πόρτα της Σχολής, ένας Νέρωνας διευθυντής, ένας κακιωμένος δικτάτορας  με σταμάτησε και σαν νυχάτος αετός μου ‘κλεισε το δρόμο και με κατέψυξε με λέξεις που τρύπησαν το κόκαλο βαθιά: << Πού πας με φτούνη τη μαλλούρα; Θες κούρεμα, τράβα στον μπαρμπέρη γρήγορα!>>

               Αποχωρούντος πήγα. Είπα στον κουρέα τα καθέκαστα. Εκείνος τσακισμένος απ’ τις ανηφοριές της ζωής, γέλασε και μου ‘πε: << Είναι δικτάτορας, και, το κάνει για προκάλυμμα ηθικής. Τακτική που ακολουθούν και τα δικτατορικά καθεστώτα. Έχεις ακούσει για τον Πάγκαλο; >>

              Ισχνά θυμόμουν κάτι. Νέος ακόμη έσκυβα το κεφάλι στο βιβλίο περισσότερο, ακόναγα το πνεύμα μου σε ουσίας πράγματα, δεν είχα χρόνο να το λιπαρίζω με ανοησίες ανθρώπων.  Ο κουρέας συνέχισε: << Αυτός ο λαλημένος ήθελε οι γυναίκες να έχουν μακριές φούστες! Απαγόρευσε στις γυναίκες να φοράνε κοντά φουστάνια, Ανακοίνωσε << η διάταξις θα τεθεί εις εφαρμογήν και θα ισχύει μόνον δια τον δρόμον και τα δημόσια μέρη. Η εφαρμογή της δε, θα ελέγχεται από ορισμένους αξιωματικούς της αστυνομίας πόλεως και ηθών! >>  Θεωρούσε άσεμνο να φαίνεται και η καλτσοδέτα των γυναικών κι αυτό << επειδή η μόδα αντίκειται εις τας ελληνικάς παραδόσεις και δεν επιτρέπεται πιθηκοειδώς μιμούμενοι τας ξένας μόδας να καταστρέψωμεν τα ωραία μας ελληνικά έθιμα! Ακόμη και το στέγνωμα των εσωρούχων των γυναικών είναι άσεμνον αλλά δυστυχώς κυρίαι και δεσποινίδες επιδεικνύουν όχι μόνον την καλτσοδέτα των αλλά και τα εσώρουχα >>.

         Κουρεμένος πια, δήλωνα παρόντας κάτω από το βλέμμα του διευθυντή, θαυμαστή του Θεόδωρου, απολαυστικού αργότερα να μετρά το μήκος της φούστας στις πιθηκοειδώς μιμούμενες την ξενόφερτη μόδα σπουδάστριες.

       ellinikoxronografima.blogspot.gr                 panant1947@gmail.com

 

Σάββατο 5 Οκτωβρίου 2024

 

                                 Τ Ο  ΧΡΟΝΟΓΡΑΦΗΜΑ

 

                                     Σκλάβοι, δούλοι και υπηρέτες των ισχυρών


                                          Του Παναγιώτη Αντωνόπουλου

            Με όσα συμβαίνουν στην πατρίδα μας, δύσκολο να είσαι ψύχραιμος, καθότι η νηφαλιότητα προϋποθέτει κρύο αίμα. Οι γλωσσολογικές έριδες λόγω της κρίσης είναι παντού, έχουν γίνει μάστιγες  αθεράπευτα στους Έλληνες. Έτσι από πρωίας μέχρι   νυχτερινής δεν ακούς παρά << είμαστε σκλάβοι, δούλοι και υπηρέτες του ΔΝΤ, της Ευρωπαϊκής Τράπεζας και της Ευρώπης>>. Ιδιαζόντως να αποκαλύπτω στους αναγνώστες τις καταγωγές των << ηχηρών >> λέξεων θα καταπιαστώ και σήμερα με τη γέννηση του τρίπτυχου, << σκλάβος, δούλος, υπηρέτης >>.

               << Σκλάβος >> έλκει την καταγωγή από το εθνωνύμιο << Σλάβος >>. Κι αυτό από τον 8ον αιώνα που αριθμός Σλάβων αιχμαλωτίστηκε από τους Βυζαντινούς. Κι έχουμε τη συγγένεια, το λατινικό << sclavus >> που έδωσε το γαλλικό <<esclave >> κι αυτό έφερε το αγγλικό <<slave >>. Σκλάβος και δούλος, λέξεις οικείες τοις πάσι αλλά και συνώνυμες. Περιγράφουν το άτομο που έχει στερηθεί την ελευθερία του και αποτελεί ιδιοκτησία άλλου ανθρώπου. Σκλάβοι και δούλοι εργάζονται σκληρά στο χωράφι, στο στάβλο,  κουβαλούν τις πέτρες για τις πυραμίδες και τα μάρμαρα για τον Παρθενώνα, αφήνουν τα κόκαλά τους στα βάθη των ορυχείων, φροντίζουν να αυξηθεί ο πλούτος του αφεντικού, δουλεύοντας ως μούτσοι στα καράβια του, στα εργοστάσιά του και στις ανήλιαγες τρώγλες των γραφείων και στις φυτείες καφέ και καπνού, πεθαίνοντας από τις αναθυμιάσεις που αφήνουν τα φάρμακα  συντήρησης των καλλιεργειών.

     Δούλος είναι και ο δεσμώτης των παθών του.  Υποταγμένος στο άρμα του αλκοόλ, της χαρτοπαιξίας, της ασωτίας. Δούλος στην αρχαία εποχή ήταν ο γεννημένος από δούλους γονείς. Κι αυτοί που πιάνονταν στη μάχη ήταν δούλοι. Αιχμάλωτοι πολέμου. Ο δούλος ήταν και υπηρέτης ελεύθερου πολίτη. Τον υπηρετούσε με φιλοσοφική απάθεια  και εγκαρτέρηση  μέχρι να τον ελευθερώσει.

     Η προέλευση της λέξης  << υπηρέτης >>  από το [ υπο +ερέτης ] δηλαδή κωπηλάτης. Αναφέρεται στους δούλους που σάπιζαν στα καραβιά να κωπηλατούν  για να κινούνται τα αρχαία πλοία. Τα αλυσοδεμένα χέρια έκαναν χρυσές δουλειές. Μοναδικά μνημεία, παγκόσμια κοσμήματα του πολιτισμού, φτιάχτηκαν από στρατιές εξανδραποδισμένων ανθρώπων. Αυτοί έκαναν τις εξορύξεις  για το ασήμι των Αθηναίων, οι ίδιοι για το χρυσάφι της Αιγύπτου. Τα μέταλλα των Βαβυλωνίων, των Εβραίων, των Ρωμαίων, των Κινέζων των Άγγλων και των Αμερικανών αυτοί τα εξόρυξαν.  

     Η ιστορία έδειξε πως περνούσαν δύσκολα κάτω από την μπότα του άποικου. Γι’ αυτό οι εξεγέρσεις πολλές. Αναφέρουμε μερικές: Εξέγερση του Τσάρλεστον, βρετανικής αποικίας στη βόρεια Αμερική. Επανάσταση των zan, νέγρων, Νοτιονατολική Αφρική. Εξέγερση των Τσερόκι, Ινδιάνων Αμερικής. Επανάσταση του Σπάρτακου.

      ellinikoxronografima.blogspot.gr

 

Πέμπτη 3 Οκτωβρίου 2024

 

Έτσι τα βλέπω

 


                          

                            Άσε το Φθινόπωρο γύρω σου να στρώσει τ’  άνθη

                             

 τα στερνά

                                                  

                                                 Παναγιώτη  Αντωνόπουλου

 

 

 

                        Μόνοι. Με τι καρδιά, με τι ψυχή να λησμονήσεις την αφράτη ξανθιά που άφησε ζωγραφισμένες τις καμπύλες της στη μαγική αμμουδιά. Με τι νου που δε λέει να ξεκολλήσει από τους φίλους του καλοκαιριού, να  πορευτείς για τον επερχόμενο χειμώνα. Πώς να  ονειρευτείς με τόσο χάος μέσα σου, με τη ζωή σου δοσμένη σε μια στρίγκλα ερημιά που σου μεταδίδει μεταγγισμένη κάθε στιγμή την ασθματική της αρρώστια.  Με τι καρδιά να μαζέψεις το σκουπίδι που άφησαν οι έποικοι της πόλης. Δε φτάνει  το χλωμό χρώμα της φθοράς που σε βάφει το μουντό φθινόπωρο, πρέπει να σκύψεις να μπεις σε ρυθμό και κόκκινος κατακόκκινος του αιμάτου να ξεβρομίσεις ότι αχνίζον ακάθαρτο  σκόρπισε το ασθενές γονίδιο του Έλληνα στη γη σου.

          Λιγοστεύει η ψυχή σου να βλέπεις αυτά που άφησε πίσω του. Πάνω στην άμμο η σπασμένη ρακέτα, πιο πέρα το πεταμένο πλαστικό ποτήρι, στους σωρούς με τα φύλλα οι άδειες σακούλες, στις παραλίες σκισμένα χαρτομάντιλα, στους κάδους το βιβλίο που το βαρέθηκε.  Κι αφού δεν άφησε σουπερμάρκετ για σουπερμάρκετ άδειο, έφυγε άνιφτος για την πόλη κι εκεί τρέχει στους δρόμους της, ψωνίζει πάλι, λερώνει και ιδρώνει.  Ύστερα θα πέσει στη δουλειά, που χρόνος για καλημέρα με το γείτονα, το φίλο,  την κουβέντα, την ποίηση. Που χρόνος για να μη βαριέται και να μη χασμουριέται να απαγγείλει τον ποιητή: << Άσε το φθινόπωρο γύρω σου να στρώσει τ’  άνθη τα στερνά, μια ζωή πεθαίνει μια πνοή περνά, τάχα σε προσμένει μια άνοιξη ξανά; >>   Ακόμη: << Όλα με ρόδα του φθινόπωρου να στεφανώσω τα μαλλιά σου, αυτά ταιριάζουν ομορφότερα στη χλωμιασμένη ομορφιά σου >>. Κι εκεί με το τσιμέντο στην καρδιά θα συνάξει δυνάμεις για να μας ποδοπατήσει πάλι το ερχόμενο καλοκαίρι. Εμείς εδώ με την ερωτιάρα επαρχία που όσο το φθινόπωρο βηματίζει, βάφεται όπως της καπνίσει. Πότε ξεμυτίζει δακρυσμένη γκρίζα, πότε ντυμένη με ανάλαφρο ροζ νυφικό, πότε χρωματισμένη με κόκκινες φουγγαρίες και πότε στολισμένη με ξεφυλλισμένα χρυσάνθεμα.

        Και μετράμε όσα φθινόπωρα έφυγαν και καρτερούμε τα κρυφά που θα ‘ρθουν.  Στο σύννεφο το βραδινό τραγουδάμε, στην αυγή που ‘ρχεται, ταξιδιάρηδες  στο καράβι της  ζητάμε να μπούμε. Κι όταν αυτή περνάει και μας παίρνει, νανουρισμένοι στους βελουδένιους κάλυκες και στα μεταξωτά άνθη τους, σωπαίνουμε, στους αέρηδες που δε μας σήκωσαν χαμογελάμε.

         Φθινόπωρο χλωμό, ηρωικό, φυλλοβόλο, ετοιμοθάνατο σαν τη ρημαγμένη κοινωνία μας. Δεμένο μαζί μας, αλητάκι με το τρύπιο σκουτί και το γρατσουνισμένο γόνατο. Αλητάκι που ΄χεις φίλους εμάς τους τιποτάκηδες και τους χωμάτινους. Εμάς  που μια μέρα σαν το στερνό το φύλλο θα πέσουμε από κάποιο  κλαδί σου!

     ellinikoxronografima.blogspot.gr       panant1947@gmail.com

             

 

Χρονογράφημα

                


                     
  Όταν ήμουν δάσκαλος

 

                                                        Παναγιώτη Αντωνόπουλου

 

 

                 Στο νου μου ήρθε απρόσμενα η πίσω εποχή. Τότε που με το διοριστήριο στην πισωτσέπη ανέβαινα το βουνό να πάω στο χωριό, να βγάλω το μεροκάματο στο σχολειό του. Από κοτρόνι σε κοτρόνι κι από στουρνάρι σε στουρνάρι, περπατούσα κι όλο περπατούσα και χωριό δεν έβλεπα. Ώσπου το ‘ριξα στο κλέφτικο, ν’ ακούσει το χωριό και να βγει στο ξάγναντο!  << Ανάθεμά τα,  τα βουνά με το ζακόνι πόχουν, το καλοκαίρι κίτρινα και το χειμώνα μαύρα και την πικρή την άνοιξη πολύ ροδαμισμένα. Κανένας δεν τα χάρηκε μες στον απάνω κόσμο, η κλεφτουριά τα χαίρεται και τα μικρά κλεφτόπλα. Πηδάνε, παίζουν και γλεντάν και ρίχνουν στο σημάδι, γυρίζουν και στη σούγλα τους τα παχουλά κριάρια, ποκεί οι Τούρκοι δεν πατάν, φοβούνται τα κλεφτόπλα>>.

                   Το τραγούδι το ‘φερε στο αγνάντιο και παινεμένος  πια ορειβάτης και γραμματοδιδάσκαλος, παρουσιάστηκα στον πρόεδρο. Ο πρόεδρος πρώην χίτης με κοίταξε με μάτι πολιτικής προστασίας, μου ‘φερε λίγο τυρί κι ένα ποτήρι κρασί, μου ‘δειξε στο κάδρο τον Κωνσταντίνο μετά της βασιλίσσης Άννας Μαρίας, το σχολείο μετά και μου ‘πε: << Είναι γεμάτο σκορπιούς, κουκουβάγιες και κοράκια και πρέπει να μάθεις τα παιδιά μας ελληνοχριστιανικά γράμματα μην το ξεχνάς! >>. Κατέβασε ύστερα τις εικόνες του Χίτλερ και του Μουσολίνι, τις έβαλε στην μασχάλη κι έφυγε.

                Έπιασα δουλειά, νεοδιόριστος δάσκαλος, το χωρίο ορεινό και η λόρδα να με κόβει. Πώς να κάνεις μάθημα θεονήστικος; Με σώμα ατάιστο, ψυχή σαν ξεκούρτιστη κιθάρα πώς να τραγουδήσεις με τα παιδιά: << Ένα παλικάρι είκοσι χρονών, άρματα του ζώσαν για τον πόλεμο .. >>

             Ευτυχώς ήταν Νοέμβρης και δεν ήταν όλα στο μηδέν. Το λιοτρίβι δούλευε στο φουλ, το βίντζι κάργαρε  τη μηχανή, αυτή πίεζε τα γεμάτα με χαμούρι τσαντήλια και το λάδι έρρεε χρυσός στο λιμπί. Και όταν η σαραντακέρατη πείνα με σούβλιζε πήγαινα εκεί και χωνόμουν ανάμεσα στους λαδωμένους εργάτες. Προσμπούκιζα δυο τρία λαλαγκόψωμα από το φανάρι τους, έκοβα και μια φέτα ψωμί από το καρβέλι τους, την έκανα καψάλα και την πέτσωνα. Έπινα και  δυο τρεις καταψιές κοκκινέλι από τον μπότη τους και ήμουν πλήρης. Στην αίθουσα πια  αεράτος Αστραπόγιαννος, οξεία δε μου ξέφευγε.

           Επιτελεύτια. Μητριά πατρίδα μου! Όπως με τάιζες τότε έτσι με ταϊζεις και σήμερα. Φτου σου να μη σε ματιάσω! Και μου στέλνεις κουτσουρεμένη και τη σύνταξη μη γεμίσω το πιάτο μου και γίνω υπέρβαρος! Φτου σου! Φτου σου!, να μη σε ματιάσω, πατρίς μου πολυαγαπημένη!

           ellinikoxronografima.blogspot.gr

                                                      

 

ΧΡΟΝΟΓΡΑΦΗΜΑ

 

 

                                       Φαγάδες 


 

 

 

                                           Του Παν. Αντωνόπουλου 

 

 

            Τούτες τις φρυγμένες μέρες της ζωής μας, τρεις φίλοι αποφασίσαμε να βαπτιστούμε στη νυχτερινή Σιλωάμ της Πάνω Πόλης. Ταξιδάκι που συνεχίζεται να γίνεται από την πρώτη νεότητα, τότε που ένα Δόξα σοι ανάβρυζε από το πελώριο κιούπι του στέρνου μας. 

           Χέρι με χέρι, βαστάζοντας ο ένας τον άλλο στις ανηφοριές, τραβώντας τον πιο γέρικο δρομέα από το μανίκι στις στροφές, φτάσαμε στο καλαίσθητο μεζεδεπωλείο << Δεξαμενή >>. Μια παρεούλα λαϊκή γύρω από το ξύλινο τραπέζι, έπινε το ξανθό κρασί της, γελούσε, κουβέντιαζε και βροντούσε τον καριοφίλικο λόγο της περνώντας από γενεές δεκατέσσερις  τους κατσαπλιάδες του κυβερνητικού όρνεου.

           Πήραμε μια ανάσα, είπαμε τραγουδιστί : <<Σταυρέ βοήθει >> και ξεκινήσαμε. Λίγα μέτρα και τώρα φτάνουμε στην πλατεία της Αρκαδιάς αλλά δε φτάναμε κι όλο ο δρόμος γλίστραγε κάτω από τα πόδια μας αλλά δε σωνόταν, κι όλο τα γόνατα έτριζαν και τα πέλματα σούρνονταν σαν κουτσές χελώνες.

          Στη στροφή για τον Αι- Δημήτρη ο νεότερος ανέκραξε ψέλνοντας: << Κύριε! Κύριε! Τι βλέπω! >>  Μια κόλαση άρχιζε από λαμαρίνες, στην τύχη σωριασμένες, έμπροσθεν, όπισθεν και πλάγια, δεξιά, αριστερά και μέχρι εκεί που έσβηνε ο κόσμος.

           << Ου, μωρέ, πιάσ’ τονε τον Έλληνα ! >>ψιθύρισε ο πρεσβύτερος και έσκυψε στην τρύπα μιας εξάτμισης. Χολιασμένος φαρμάκι, την άγγιξε, τα χείλη του ξαγριωμένα έτρεμαν, τα μάτια του άσπρισαν σαν νταντελίτσες.

            Από το μετερίζι μιας πόρτας ύστερα μαζεύαμε τις νυχτερινές πινελιές που άφησε ο τραγίσιος  νους του νεοέλληνα.

             Όσο έβλεπε το μάτι μας, ήταν τίγκα στο αυτοκίνητο. Ρόδες στις στροφές, στα πεζοδρόμια, στα φρεάτια, στις εισόδους, σε ιδιωτικούς χώρους και δημόσιους. Τζιπάκια καβάλα στα καλντερίμια, γουρούνες μεγάλου κυβισμού στα σκαλιά, ρεμούλκες και καρότσες στη θέση των αναποδογυρισμένων κάδων. Οι οδηγοί του ναργιλέ, οι καπετάνιοι πασάδες με τις πάλες και οι πιστολάδες της ασφάλτου  τα ΄’δεσαν εκεί με τα λουριά σαν να’ τανε γαϊδάροι.  

          Το σκουπιδαριό των οχημάτων, βρώμισε και το κορμάκι της πλατείας που στ’ απόκρυφά του διολισθαίνοντες οι φαγάδες έπιαναν τραπέζια για το βραδινό καταπέτασμα. Κι όταν ήρθαν τα χοιρινά ξύγκια και τα σπληνάντερα, μασέλες και στομάχια πήραν φωτιά.

          Κι έγινε ένα χλαπάκιασμα, ριζωμένο από πάππου προσπάππου που κοροϊδεύοντας ο ένας τον άλλο έλεγαν: << Αυτός έφαγε τον αγλέουρα >> ή << Αυτός έφαγε τον άμπακα >>.

        Τη δεκαετία του εξήντα στον ίδιο πατρώο τόπο, έτρωγαν οι πατεράδες μας που είχαν την κοιλιά μέσα και το πρόσωπο ματωμένο με ραγάδες. Ήτανε καλοφαγάδες αλλά το δείπνο τους λιτό. Σήμερα τρώνε φαγάδες με φουσκωμένες κοιλιές και πρησμένα μάγουλα. Τότε τα φωσφορικά μάτια της Μαγδούλας που περνούσε δίπλα στα τραπέζια, έκαναν τα πεινασμένα αγριμάκια να σηκώνουν τα κεφάλια και να μυρίζουν τη διαδρομή της. Σήμερα τα κεφάλια μένουν σκυμμένα στα πιάτα. Ούτε  η Τζούλια Ρόμπερτς τα σηκώνει!

                                                        ellinikoxronografima.blogspot.gr