Δευτέρα 25 Μαρτίου 2024

 

                        Γιαννάκης  Γκρίτζαλης:  << Αδίκως πεθαίνω αδέρφια  >>

                                    [γράφει ο Παναγιώτης Αντωνόπουλος]

                                            


           Από την εποχή του Ομήρου ήρωες θεωρούνται αυτοί που πραγματοποιούν μεγάλα κατορθώματα, είναι γενναίοι, δίκαιο, τίμιοι, που   κερδίζουν φήμη και δόξα από ανδρείες πράξεις, αφιερώνουν τη ζωή τους σε ανώτερα ιδεώδη και μένουν  φωτεινά παραδείγματα μίμησης στους νεότερους. Στη διηγηματική μορφή που ακολουθεί, καταγράφω τη δράση, τα ιδανικά, τις υψιπετείς  ιδέες και τη θυσία, του αγωνιστή της Ελληνικής Επανάστασης του ΄21,  Γιαννάκη Γκρίτζαλη από την Τριφυλία, τη στεφανωμένη με πυκνόφυλλες ελιές, τριαντάφυλλα και άλλα πορφυρά λουλούδια.  Άνδρες ηρωικοί, μορφές μείζονες του παρελθόντος, που αξίζουν το θαυμασμό μας.

 

                                                      * * *

 

              Άνοιξη του 1834. Ο χιλίαρχος Γιαννάκης Γκρίτζαλης από το σπίτι του στο Ψάρι, αγνάντευε τα Κοντοβούνια σιωπηλός και θλιμμένος. Στο μυαλό του, ήρθε η κουβέντα που είχε πει ο Ιμπραήμ στο  Γάλλο  ναύαρχο Δεριγνύ.  << Βλέπεις πώς λιώνει το χιόνι εκεί ψηλά στα βουνά;  Έτσι θα λιώναμε  και μεις αν το Μεσολόγγι είχε τροφές και πολεμοφόδια για τρεις βδομάδες ακόμα! >>  Τώρα η πατρίς ελεύθερη έλιωνε κάτω από τη σκληρή μοναρχία του Όθωνα, με τη γη συγκεντρωμένη στα χέρια των τζακιών και των μοναστηριών, τους αγρότες σε άθλια κατάσταση, τη φτώχεια να μαστίζει το λαό,  την πειρατεία να αποτελεί τη μάστιγα των θαλασσών, την οικονομία να νοσεί επικίνδυνα, με τη βουλή ως διορισμένο σώμα του άνακτα να παίζει διακοσμητικό ρόλο στη διακυβέρνηση της χώρας.

      Ο χιλίαρχος ποτέ δεν υπήρξε ριψάσπιδας. Ανυποχώρητος αγωνιστής και που δεν πολέμησε. Ποτέ δεν έχασε την εθνική του συνείδηση και ούτε αλλοτριώθηκε να μεταμορφωθεί σε πειθήνιο, βολεμένο άνθρωπο της εξουσίας. Το πάθος του να δει την πατρίδα ελεύθερη, του στέρησε την ησυχία, δούλευε και πολεμούσε ήλιο με ήλιο, μέσα στη χαμένη αίγλη των συνανθρώπων του και των Ελλήνων, έβλεπε τον εαυτό του έναν ελευθερωτή για να ανακτήσουν τα δίκαιά τους.

     Μετερχόμενος τους ισχυρισμούς του πως Κολοκοτρώνης και Πλαπούτας ήταν άδικα στη φυλακή, έβγαλε ένα χαρτί από τον κόρφο του κι άρχισε να διαβάζει ένα απόσπασμα από την επιστολή του Γέρου στην κυβέρνηση, που είχε στείλει τα χρόνια που περνούσε ο Ιμπραήμ από φωτιά και τσεκούρι τη Μεσσηνία και οι κοτζαμπάσηδες της βουλής και του εκτελεστικού, ανίκανοι, δεν του έστελναν βοήθεια να  πολεμήσει τους Τουρκοαιγύπτιους. <<… Κύριοι αντιπρόσωποι του λαού! Δια τον θεόν, δια την αγάπην της πατρίδας, λάβετε μέτρα σωστικά δι’ αυτήν καν τώρα εσχάτως, δεν  χρειάζεται κατά τούτο παρά η θέλησίς σας, προβλέψατέ μας φουσέκια και τροφάς, μη αμελείτε παν ότι γνωρίζετε συντελεστικόν διότι θα δώσετε λόγον εις τον θεόν και την αδέκαστον ιστορίαν, γράφω με πόνον της ψυχής μου. [… ] Αν ηξεύρετε καμίαν μηχανήν να τρέφονται τα στρατεύματα, σας παρακαλώ να μου την στείλετε.  Αν ηξεύρετε ότι είναι καμία μηχανή να κάνει το χώμα μπαρούτι  και ταις πέτραις μολύβι, στείλετέ μου τους μηχανικούς δια να τα κάμωμεν.  Επειδή και ακόμη τέτοια εφεύρεσιν δεν την έκαναν οι άνθρωποι, σας λέγω στείλετέ μου όλα αυτά… >>

      Έβαλε το χαρτί πάλι στον κόρφο του κι έριξε πάλι τη ματιά του στις προσφιλείς κορυφές των βουνών. Σαν οπτασία πέρασε από τη μνήμη του η νεότητά του, με το ευθυτενές παράστημά του, τα μακριά και πυκνά μαλλιά του, το σφρίγος του κορμιού του, που με μόνες αποσκευές του, το σπαθί και το τουφέκι έδινε στις χούνες και στα φαράγγια μάχες με τα θηρία του εχθρού, για να σηκώσει η πατρίδα το ανάστημά της και να βαδίσει λεύτερη στον εθνικό της προορισμό. Η πεποίθησή του ότι η απελευθέρωση της Ελλάδας ήταν υπόθεση εσωτερική κι όχι των ξένων, τον έκανε να μυηθεί στη Φιλική Εταιρία από το Ι818. Ιδιαίτερη συγκίνηση ένιωσε όταν άκουσε από μυημένους πως οι ιδρυτές << αποφάσισαν  να επιχειρισθώσι την σύστασιν τοιαύτης Εταιρίας δια να ενεργήσωσι μόνοι των ότι ματαίως και προ πολλού χρόνου ήλπιζαν από την φιλανθρωπίαν των χριστιανών βασιλέων >>. Γι’ αυτό εντάχθηκε αμέσως σε ένοπλο τμήμα κλεφτών. Οι καταπιέσεις των Τούρκων στους αγροτικούς πληθυσμούς των γύρω χωριών, του γεννούσε μέσα του κίνημα ανταρσίας, και ο ηρωικός του χαρακτήρας, τους στήριζε, ενώ στρεφόταν ισχυρός εναντίον των μεγάλων Ελλήνων γαιοκτημόνων και των Τούρκων. Κι όσο έβλεπε πως οι Τούρκοι τους καταπίεζαν και οι άρχοντες, το γουναρικό [ οι κοτζαμπάσηδες ]  έλεγαν  << κλέφτες>> για να τους συκοφαντήσουν, όσους ανέβαιναν στα βουνά, τόσο αυτός όσο και η ομάδα του έδειχναν με τις πράξεις τους τι σημαίνει << αγωνιστής αντάρτης >>.

        Καυχιόταν που ήταν απόγονος των Ντρέδων και τον διέκρινε  η ευθύτητα και η μπέσα, αισθήματα της ράτσας του. Του ίδιου του άρεσε να λέει είμαι << Ντρες >> για να τονίσει πως ήταν << ευθύς >> και << ίσιος >>. Η ράτσα του έδωσε τα πάντα στον αγώνα της Επανάστασης, δε λογάριασε τον τύραννο, είτε Τούρκο είτε Αιγύπτιο. Εκεί στα άγρια λημέρια των Σουλιμοχωριών με το γιαταγάνι και το τουφέκι κράτησαν όρθια την περιοχή και στην Ελλάδα άνοιξαν το δρόμο για τη λευτεριά. Γι’ αυτό και η δημοτική μούσα λέει, περήφανα πως << το Ψάρι και το Σουλιμά/ τα δυο κεφαλοχώρια,/ χαράτσι δεν πληρώνουνε,/ Τούρκους δεν προσκυνάνε…// Ο αγώνας τους εναντίον των Τούρκων άρχισε νωρίς, από τα μέσα του 17ου αιώνα και κορυφώθηκε το ΄21. Η συμμετοχή τους στη Μεσσηνιακή Επανάσταση έκανε τους ιστορικούς να είναι φειδωλοί στις αναφορές τους,  σκοπό έχοντας να  υποβιβάσουν την ιστορία τους.

    Κοντά στη Γαράντζα απόκτησε δικό του χώρο για να προετοιμασθεί και να υπερασπιστεί το εθνικό και πολεμικό δίκαιο. Με απόλυτο σεβασμό στα βάσανα του λαού που ζούσε στα Σουλιμοχώρια, εκπαιδευόταν στην πολεμική τέχνη και οργάνωνε το κλέφτικο κίνημα. Η ζωή του έγινε σκληρή, γεμάτη κινδύνους, αβέβαιη. Ωστόσο αν κι έβλεπε πολλά από τα απάνθρωπα μέσα που έκαναν οι Τούρκοι στους συγχωριανούς του, παλούκωμα, ανασκολωπισμούς, κρέμασμα, ακρωτηριασμούς,  θανατικές εκτελέσεις, δεν λιποψυχούσε αλλά οπλιζόταν με αυξανόμενη δύναμη υπεράσπισης του δοκιμαζόμενου λαού. Εκεί ανάμεσα Ψάρι και Γαράντζα, γνώρισε και τη γυναίκα του τη Γιαννούλα. Ο πατέρας της Μητροπέτροβας, γενναίος και ασυμβίβαστος οπλαρχηγός της Επανάστασης, δέχτηκε στο δρόμο ενώ περπατούσε με την κόρη του, επίθεση από τρεις Τούρκους ενόπλους. Μετά από μάχη σκότωσε τον έναν ενώ οι άλλοι δυο τράπηκαν σε φυγή. Οι φωνές της σύγκρουσης και το τρίξιμο των σπαθιών, έφεραν και το Γιαννάκη εκεί, αφού παρόντας στο στρατόπεδο γύμναζε τους ένοπλους άντρες του. Παράφορα συγκινημένος  από την εικόνα που είδε, τον Τούρκο νεκρό, τον οπλαρχηγό τραυματισμένο και τη Γιαννούλα να κλαίει, καταράστηκε τον κατακτητή και μίσησε τη σκλαβιά και τους σκοτωμούς πιο πολύ. Έδρασε αποφασιστικά, τους μετέφερε στο στρατόπεδο, κι αφού τους πρόσφερε τις πρώτες βοήθειες μέσα στο διαπεραστικό χρυσαφί χρώμα των βουνών συζήτησαν εγκάρδια και φιλικά.

         Η Γιαννούλα ήταν μια  όμορφη γυναίκα με πλούσιο σώμα, ωραία χαρακτηριστικά προσώπου και βαθιά φωνή. Γοήτευσε το Γιαννάκη και την ερωτεύτηκε. Το ίδιο έγινε και από την ίδια.  << Ερωτεύτηκε τον πολεμιστή και τον τραγουδιστή >> όπως έλεγε μετά το γάμο. Γιατί ο χιλίαρχος ήξερε και να πολεμά αλλά και να τραγουδά. Ήταν λίγο πριν από την Επανάσταση του ΄21 που παντρεύτηκαν. Όταν η Γιαννούλα πάτησε το πόδι της στην εκκλησία μια γενναία  Σουλιμιώτισσα  έριξε μια χούφτα νομίσματα, σύμβολο ευημερίας και ελευθερίας. Της είχε πει ακόμα τη στιγμή που θα πατούσε το πόδι του γαμπρού να μην ξεχάσει να κρατάει και το κερί ψηλά για να έχει το πάνω χέρι στο σπίτι στα σίγουρα. Το γλέντι ήταν τρικούβερτο, οι καλεσμένοι πολλοί, οι ευχές εγκάρδιες και καλές. Όταν τελείωνε το κρασί οι πότες φώναζαν εύθυμα και χαρούμενα: << Είναι πικρό, δεν πίνεται, φέρτε το άλλο! >> Από τη δίπλα αίθουσα απαντούσαν: << Πρέπει να γλυκαθεί, να ξεπικρίσει! >> Γελώντας μετά όλοι μαζί, εύχονταν στο ζεύγος βίον ανθόσπαρτον και την ευτυχία τους να την ανεβάσουν στα ύψη οι απόγονοι που θα γεννηθούν. Σε μια στιγμή  ο << κράτιστος εκ των οπλαρχηγών της Μεσσηνίας >> τραγούδησε. Το μέγα λάβαρο της χαράς και της ελευθερίας  θέλησε μ’ αυτό τον τρόπο να υψώσει. Είπε:  Στο Σουλιμά οι έμορφες,/ στο Ψάρι οι μαυρομάτες / και στον καημένο  Αετό,/ κοντούλες και γεμάτες //. Τα παλικάρια τα καλά,/ ωχ γρήγορα γερνάνε,/ μα δε γερνάνε από δουλειά,/ ούτ’ από γηρατεία,/ γερνάνε από τις έμορφες/ κι από τις μαυρομάτες / που κάθονται αντίπερα,/ ψηλά στα μπαλκονάκια,/ ψηλά στα μπαλκονάκια/και στα παραθυράκια//.

 

                                                    ***

 

      Θλιβόταν για τη διαμάχη των κοτζαμπάσηδων και των καπεταναίων. Πάσχισε για την εθνική ενότητα και το δίκαιο του λαού.  Οι εμφύλιοι τον είχαν πληγώσει και υπόφερε να βλέπει σκοτωμούς και λεηλασίες μεταξύ  ομόγλωσσων, ομόθρησκων και ομόαιμων. Πάντα ερχόταν στη σκέψη του η κουβέντα Κολοκοτρώνη και Ζαϊμη. Τότε που σε μια συνάντησή τους έκαναν τον εξής διάλογο. Του είπε ο Ζαϊμης:

 --- Κολοκοτρώνη, Κολοκοτρώνη, έξι χρόνους πασχίζεις να ενώσεις τα άρματα και ειδέ σε άφησα να τα ενώσεις, ειδέ θέλει σε αφήσω!

       Και ο Γέρος αηδιασμένος από τις κοτζαμπάσικες μηχανορραφίες του απαντά:

---  Εύγε καλέ πατριώτη, οπού δεν αφήνεις να ενωθούν τα άρματα κι αν ήταν ενωμένα δεν έκαιγε ο Ιμπραήμης τα χωριά και να σκλαβώνει τον κόσμο!

      Συνεχώς επαναλάμβανε στα χρόνια πριν την επανάσταση και κατά τη διάρκεια του αγώνα:  << Σκλάβοι ποτέ μη ζήσουμε σε Λιάπηδες και Τούρκους !>> Μια ιστορία στο πολυστένακτο νησί την Ύδρα, που λεγόταν πολύ, του άρεσε και τη διηγιόταν  παντού και μια μέρα την είπε στη γυναίκα του και στους δυο γιούς του, το Δημήτρη και το Γιώργη.  Ο Χατζή Καραντάνης, μονογενής, ορφανός, ανήκων σε μεγάλη οικογένεια ναυτολογήθηκε ως επίλεκτος από την Οθωμανική Αυτοκρατορία και υπηρετούσε στο ναυτικό της. Επιστρέφει κάποτε όχι ως αφυπηρετήσας ναύτης αλλά ως κυβερνήτης δίκροτου, ένας σκληρός σαρικοφόρος, περαστικός στην πατρίδα του για να δει τη μητέρα του κι όλους τους συγγενείς. Το γεγονός κατέπληξε το νησί, ο κόσμος σχολίαζε, τι θα κάνει η μάνα; πώς θα τον δεχθεί;  Μια μάνα Ελληνίδα αρχόντισσα, η οποία ως κόσμημα είχε στο στήθος της ένα ελεφάντινο σταυρό. Την επισκέφθη ο γιος της και όταν από τον ίδιο έμαθε πως ήρθε στην Ύδρα ως κυβερνήτης τούρκικου δίκροτου, του ζήτησε ν’ ανεβούν στον εξώστη για να δει το πλοίο. Κι από κει τον έριξε κάτω στο λιθόστρωτο, τον σκότωσε και τον καταράστηκε μ’ όλη της την ψυχή. Στο τέλος τους τραγούδησε και το δημώδες άσμα που περίτεχνα η λαϊκή μούσα μας κληρονόμησε: Το μάθατε τι γένηκε στης Κιάφας τ’  αγροτόπι; / Του Καραντάνη το παιδί, το Καραντανοπαίδι, / το ‘ριξε η Καραντάναινα, κείνη η αντρογυναίκα,/ στο καλντερίμι απ’ τον οντά και μνήσκει ακόμη το αίμα / στα πετρολίθαρα της γης που χύθει σαν ποτάμι //. Και το ΄μαθεν η γειτονιά κι η παραπέρα ρούγα/ και το ‘δαν οι άντρες, τα παιδιά κι οι νέες και τα κορίτσια,/ μανάδες που ΄χανε παιδιά και νιες που ‘χαν αδέρφια //.

      Η σύζυγός του Γιαννούλα, τώρα που το αγροτικό ζήτημα στη Μεσσηνία είχε οξυνθεί, του συμπαραστεκότανε στην αγωνία του, να βλέπει την επαρχία να λιμοκτονεί, το λαό να υποφέρει από την εξουσία της αντιβασιλείας, ενώ οι ισχυροί άνθρωποι των τζακιών αδιάφοροι για την τύχη του, τον εκμεταλλεύονταν και τον αδικούσαν. Πάντα με τον καλό λόγο και την αγαθότητα της λαϊκής της προέλευσης, του τόνωνε την αξία του κοινωνικού αγώνα και τη συνειδητή οργάνωσή του. Μια μέρα αγανακτισμένη κι αυτή  από τα φεουδαρχικά σχέδια της αντιβασιλείας, του είπε κάτι ξεχωριστό, που ο Γιαννάκης το έκλεισε στο μυαλό του σαν διαχρονική αιώνια αξία. Και η ίδια δε θυμόταν πως αντιγράφτηκε στη μνήμη της και ούτε θυμόταν αν το είχε διαβάσει. Όμως είχε τη διαίσθηση πως κάποιου μεγάλου ποιητή ήταν τα λόγια. Του είπε λοιπόν:  Με ανέλπιστα και φοβερά πράγματα / οι θεοί υφαίνουν τη ζωή μας//. Εκείνα που ήταν να γίνουν δεν έγιναν ποτέ//. Κι αυτά που γίνονται/ δεν ήταν για να γίνουν //. Πιο τραγικοί της είχαν φανεί οι δυο τελευταίοι στίχοι. Αυτά που συμβαίνουν γύρω μας κανένας δεν τα περίμενε. Κι αυτή ποτέ δεν περίμενε να έχει το κεφάλι της στο ζυγό του Τούρκου και του ξένου μονάρχη.

 

                                                      ***

 

       Άνοιξη λοιπόν του 1834 και ο Γιαννάκης Γκρίτζαλης, στο μπαλκόνι του σπιτιού του στο Ψάρι σκεφτόταν: << Αν εκτελεσθεί ο Κολοκοτρώνης η πατρίς αιώνες θα  κουβαλάει το στίγμα της ντροπής και της αχαριστίας >>. Θυμήθηκε τον Καποδίστρια. Εξαιτίας της δολοφονίας του ήρθε ο Βαυαρός βασιλιάς να κυβερνήσει το νεοσύστατο ελληνικό κρατίδιο.  Ο ίδιος ο Εφτανήσιος αυτός ευγενής, όταν κλήθηκε από τους ιδρυτές της Φιλικής Εταιρείας να αναλάβει την αρχηγία, αρνήθηκε λέγοντας, << ότι υπουργός ων του Τσάρου δεν ηδύνατο >>. Τους βαθύτερους λόγους της άρνησής του, τους αποκάλυπτε αργότερα γραμμένους στη συνομιλία του με τον Αλέξανδρο Υψηλάντη: << Οι καταστρώσαντες τοιαύτα σχέδια είναι περισσότερον ένοχοι και αυτοί ωθούν την Ελλάδα προς τον όλεθρον. Είναι ελεεινοί  εμποροϋπάλληλοι καταστραφέντες λόγω της κακής των διαγωγής και αφαιρούντες και το χρήμα των αφελών ψυχών εν ονόματι μιας πατρίδας ην αυτοί δεν έχουν. Θέλουν να σας έχουν εις την συνωμοσίαν των δια να εμπνεύσουν πίστιν εις τα επιχειρήματά των. Σας επαναλαμβάνω: Φυλαχτείτε από τοιούτους άνδρας >>.

          Ως κυβερνήτης αναφερόμενος στις φριχτές καταστροφές της Ελλάδας είχε πει από την Αίγινα, μέσω του Γ. Τερτσέτη στα << Απόλογα για τον Καποδίστρια >>:  [… ] Είδα πολλά εις την ζωή μου, αλλά σαν το θέαμα όταν έφθασα εδώ στην Αίγινα δεν είδα το παρόμοιο ποτέ και άλλος μην το δει. << Ζήτω ο κυβερνήτης, ο σωτήρας μας, ο ελευθερωτής μας! >> εφώναζαν γυναίκες αναμαλλιασμένες, άνδρες με λαβωματιές πολέμου, ορφανά γδυτά, κατεβασμένα από τις σπηλιές.  Δεν ήταν το συναπάντημά μου φωνή χαράς,  αλλά θρήνος. Η γη εβρέχετο από δάκρυα. Εβρέχετο η μυρτιά και η δάφνη του στολισμένου δρόμου από το γιαλό ως την εκκλησία. Ανατρίχιασα, μου έτρεμαν τα γόνατα,  η ψυχή του λαού μου έσχιζε την καρδία μου. Μαυροφορεμένες γυναίκες, γέροντες, μου εζητούσαν ν’ αναστήσω τους απεθαμένους τους, μανάδες μου έδειχναν εις το βυζί τα παιδιά τους και μου έλεγαν να τα ζήσω και ότι δεν τους απέμειναν παρά εκείνα κι εγώ και με δίκαιο μου εζητούσαν όλα αυτά, διότι εγώ ήλθα και σεις με προσελάβατε να οικοδομήσω, να  θεμελιώσω κυβέρνησιν και κυβέρνησις καθώς πρέπει ζει, ευτυχεί τους ζωντανούς, ανασταίνει και αποθαμένους, διατί διορθώνει την ζημίαν του θανάτου και της αδικίας. Δεν ζει ο άνθρωπος, ζει το έργο του, καρποφορεί, αν ο διοικητής είναι δίκαιος, αν το κράτος έχει συνείδηση, ευσπλαχνία, μέσα σοφίας. […]Ένα μόνο φοβούμαι πολύ και με δέρνει υποψία, τρέμω την απειρία σας. Αν η νέα κυβέρνηση τύχει να συγκρουσθεί  με συμφέροντα ξένων δυνάμεων, αν πλανευτεί ο ελληνισμός και σηκώσει σκοτάδι μεταξύ μας, ώστε εσείς να μη διαβάζετε εις την καρδίαν μου, θολωθούν και εμένα οι οφθαλμοί μου, ποιος ηξεύρει; που θα πάμε, τι θα γενούμε; ετινάξαμε το καβούκι των αλλοφύλων, αλλ’ οι πλεκτάνες της διαπλοκής έχουν κλωστές πλανήτριες, φαρμακερές, κλωστές θανάτου, άφαντες και εσείς δεν τις εννοείτε. Κατεβαίνω πολεμιστής εις το στάδιον, θα πολεμήσω ως κυβερνήτης, δεν λαθεύομαι τον έρωτα των προνομίων που είναι φυτευμένος εις ψυχάς πολλών, τα ονειροπολήματα των λογιοτάτων, ξένων πρακτικής ζωής, το φιλύποπτο, κυριαρχικό και ανήμερο αλλοεθνών ανδρών. Η νίκη θα είναι δική μας αν βασιλεύσει εις την καρδίαν μας μόνον το αίσθημα το ελληνικό, ο φιλήκοος των ξένων είναι προδότης. […]

     Μόλις πήρε τα ηνία της εξουσίας, εφάρμοσε τις καισαρικές τάσεις του. Ανέστειλε το σύνταγμα της Τροιζήνας, βάζοντας στον πολιτικό κόσμο της χώρας το δίλημμα: ή παραμερίζεται το σύνταγμα ή φεύγει από την Ελλάδα. Διέλυσε τη βουλή και την αντικατάστησε με διορισμένο συμβουλευτικό σώμα,  από κοτζαμπάσηδες και μεγαλοκαραβοκύρηδες. Ιδρύει την Κεντρική Γραμματεία, είδος υπουργικού συμβουλίου, με την πολιτική γραμμή του να την ορίζει ο ίδιος. Ουσιαστικά η εξουσία συγκεντρώθηκε στα χέρια του. Έγινε δικτάτορας γιατί νόμισε πως έτσι έπρεπε να κάνει. Οι αντιδράσεις ήταν μεγάλες από τους εσωτερικούς κύκλους που επηρεάζονταν από την Αγγλική και Γαλλική επιρροή. Έτσι οι κύκλοι αυτοί υπονόμευσαν το αξιόλογο πρόγραμμά του και την ανάπτυξη της χώρας, με αποτέλεσμα να επεκτείνεται η αναρχία και η οικονομική κακοδαιμονία. Έκανε πολλά για να εμπεδώσει τη στοιχειώδη έννοια του κράτους. Αμέσως χτύπησε την πειρατεία. Έτσι απαλλάχτηκε η θάλασσα από τους πειρατές. Έβαλε στο στρατό και το  στόλο κάτω από τις οδηγίες του κράτους. Ο στόλος αποσπάστηκε από τους Υδραίους μεγαλοκαπεταναίους. Τον απασχόλησε η δημόσια διοίκηση και άρχισε να τη βελτιώνει. Ενδιαφέρθηκε και για το οικονομικό. Δανείστηκε από το εξωτερικό και έβαλε μπροστά την ανίσχυρη οικονομία. Η τάξη και η ασφάλεια μέσα στη χώρα τον άγγιξε και πήρε τα πρώτα μέτρα για να σταματήσει τη ληστοκρατία. Ίδρυσε σχολεία,  γεωργικές σχολές, οργάνωσε τη δημόσια υγεία, έφτιαξε νοσοκομεία και την ταχυδρομική υπηρεσία. Στο μεγάλο πρόβλημα της διανομής της εθνικής γης δεν τα κατάφερε. Η γη στα χέρια των τζακιών και των μοναστηριών ήταν δύσκολο να πάει στους ακτήμονες αγρότες. Χρειαζόταν επαναστατικά μέτρα. Τα εθνικοποιημένα τουρκικά κτήματα ήταν δεσμευμένα στους δανειστές. Διανομή γης για καλλιέργεια σε αγρότες σ’ ένα κράτος που βασίλευε το χάος ήταν αδύνατη. Η αποτυχία αυτή, σφραγίζει και τη γενική αποτυχία  πολιτικής, του κυβερνήτη. Όμως οι προσπάθειές του να προσεγγίσει σε μια δυνατή λύση στο θέμα αυτό ήταν μεγάλες και αγωνιώδεις και προσέκρουσαν στην αντίδραση. Αντίδραση μεγάλη που σχεδίασε και πέτυχε τη δολοφονία του.

      Η γυναίκα του τον διέκοψε από τις σκέψεις του, δίνοντάς του ένα γράμμα. Το άνοιξε και το διάβασε με αγωνία. Ήταν από το θρυλικό κλέφτη, Μητροπέτροβα και πεθερό του.  Του   ‘γραφε: <<Αντί η κυβέρνηση της αντιβασιλείας να μοιράσει την εθνική γη στους ακτήμονες αγρότες και αγωνιστές για να την καλλιεργήσουν και να  αυξηθούν οι παραγωγικές δυνάμεις και να έρθει ο πλούτος στα σπίτια τους, αντίθετα κάνει τα στραβά μάτια στη ρεμούλα των εθνικών κτημάτων από τους προεστούς, που τα αγοράζουν για ένα κομμάτι ψωμί στις δημοπρασίες και τα παίρνουν από το λαό, αφήνοντάς τα χέρσα. Σαν να μην φτάνει η ληστεία της εθνικής γης η κοτζαμπάσικη νοοτροπία μαζί με ανοχή της αντιβασιλείας φτωχαίνει το λαό με φόρους και πλουταίνει τους έχοντες γη με απαλλαγές φόρων. Γίνονται τα ίδια που ίσχυαν και στην Τουρκοκρατία. Κι εδώ στη Μεσσηνία το αίμα των αγροτών και των αγωνιστών που το έχυσαν να πάρουν γη, πήγε χαμένο. Για να μη συνεχιστεί η ίδια κατάσταση θα εξεγερθούμε. Οπλαρχηγός. Μητροπέτροβας. >>

     Αυτός που είχε πολεμήσει στο Βαλτέτσι, στα Δολιανά, στα Δερβενάκια στην άλωση της Τριπολιτζάς και σε τόσες μάχες τον Τούρκο, έπρεπε να πολεμήσει τον άλλο μονάρχη κατακτητή, βασιλιά! Κι αυτό για το δίκιο του λαού. Του λαού που έχυσε το αίμα του να φέρει τη λευτεριά και τώρα πεινούσε! Ο γίγας οπλαρχηγός που φυλακίστηκε στο δεύτερο εμφύλιο το 1824 με Μητροπέτραβα, Κολοκοτρώνη στο μοναστήρι του προφήτη Ηλία στην Ύδρα από την κυβέρνηση Κουντουριώτη, Κωλέττη, θα έπιανε πάλι το σπαθί για να τα βάλει με Έλληνες και  Βαυαρούς στρατιώτες. Το καλοκαίρι τέθηκαν επικεφαλής με το Μητροπέτροβα, ηγέτες στη Μεσσηνιακή Επανάσταση. Με τα αιτήματα όπως απελευθέρωση Κολοκοτρώνη, Πλαπούτα, εκχώρηση συντάγματος,  θέσπιση φορολογικού και  θεσμικού πλαισίου δικαίου για το λαό, το μοίρασμα της γης, απονομή δικαιοσύνης στους αδύνατους, στήριξη των οπλαρχηγών, έδωσαν φιλολαϊκό και κοινωνικό χαρακτήρα στην Επανάσταση. Στο ένα από τα τέσσερα κινήματα που εκδηλώθηκαν, δύο στην Αρκαδία και δύο στη Μεσσηνία, τέθηκε ο ίδιος επικεφαλής και με 200 πολεμιστές μπήκε μεσάνυχτα στην Κυπαρισσία. Κατέλυσε όλες τις αρχές και εξήγησε στο λαό της πόλης τους επαναστατικούς σκοπούς του. Στόχος του ήταν η  κατάργηση της Αντιβασιλείας, ανάληψη της εξουσίας από τον Όθωνα, στήριξη του αγροτικού πληθυσμού, μείωση της βαριάς φορολογίας, απαλλαγή από τις ληστρικές μέθοδες είσπραξης των φόρων από τους ενοικιαστές γαιοκτήμονες εκ των οποίων οι πλείστοι ήταν ευνοούμενοι της κυβέρνησης.

     Οι Βαυαροί όμως δεν έμειναν με σταυρωμένα τα χέρια. Έστειλαν ισχυρές στρατιωτικές δυνάμεις εναντίον του. Μετά από πολλές συγκρούσεις, στο χωριό Σούλου κοντά στη Μεγαλόπολη, οι κυβερνητικές δυνάμεις επικράτησαν. Οι επαναστάτες διαλύθηκαν και υποχώρησαν. Ο Γιαννάκης Γκρίτζαλης εξακολουθούσε τον αγώνα, καταδιωκόμενος από τόπο σε τόπο.  Τελικά παραδόθηκε, η επανάσταση είχε κατασταλεί, οι δίκες  των αρχηγών της στάσης άρχιζαν. Το έκτακτο στρατοδικείο συνεδρίασε στην Κυπαρισσία και καταδίκασε το γενναίο Γιαννάκη Γκρίτζαλη σε θάνατο. Χωρίς μισθό, τιμές και διακρίσεις, στήθηκε μπροστά στο απόσπασμα για να φωνάξει πριν πέσει νεκρός: << Άδικα πεθαίνω, αδέρφια, αγωνίστηκα για την Ελλάδα! >>

     Και τότε στα Σουλιμοχώρια, στη Μεσσηνία και σε όλη τη  Ελλάδα όταν η πνοή του πετούσε για τις επουράνιες μονές, τα θερισμένα στάρια, τα βάτα και τα αγριόχορτα που είχαν κιτρινίσει από τη ζέστη και φαίνονταν μισοξεραμένα, μόλις τα έλουσε  η δροσιά της γενναίας του ψυχής  και τα χάδεψε, ξαναζωντάνεψαν για να ανθίσουν και πάλι. Το ημερολόγιο έδειχνε 17 Σεπτέμβρη του 1834.

 ellinikoxronografima.blogspot.gr

       

 

 

 

        Δερβενάκια. Μεγάλη νίκη του λαού. Κολοκοτρώνης

                                                                      [ Ημερολόγιο του ’21 ]


                                        Του Παναγιώτη Αντωνόπουλου

                Ο Μαυροκορδάτος τα ‘κανε θάλασσα στο Πέτα και καλά που βρέθηκε ο Κολοκοτρώνης και οι λοιποί καπεταναίοι  να επανορθώσουν τα  λάθη των κοτζαμπάσηδων. Πέτυχαν μία από τις μεγαλύτερες νίκες της επανάστασης στα Δερβενάκια τη στιγμή που  Κιουταχής και Βρυώνης στρατοπέδευαν αμαχητί έξω από το Μεσολόγγι. Μαζί τους κατεβαίνει κι από την Ανατολική Ελλάδα και ο Δράμαλης με χιλιάδες πεζούς, ιππείς, σπαχήδες, πυροβόλα και άφθονα εφόδια. Ο Άρειος Πάγος φοβήθηκε και κάνει έδρα το  Ξηροχώρι Ευβοίας. Ανδρούτσος και Νικηταράς πιάνουν τις ορεινές πλαγιές του Παρνασσού.  Ανενόχλητος ο Δράμαλης στις 30 Ιουνίου 1822 καίει τη Θήβα και βαδίζει προς Κόρινθο.

      Πανικός πιάνει Εκτελεστικό και Βουλευτικό των κοτζαμπάσηδων. Οι κοτζαμπάσηδες Ζαϊμης, Λόντος, Χαραλάμπης, Νοταράς, κ.ά. παίρνουν εντολή να στρατολογήσουν όσους μαχητές μπορούν για να σταματήσουν τις ορδές του Δράμαλη που ερήμωναν τον τόπο που περνούσαν. Δύσκολη στρατολόγηση για τους προύχοντες, εύκολη όμως για τις λαϊκές δυνάμεις που τα έδωσαν όλα για τον υπέρ πάντων αγώνα με ισχυρές προσελεύσεις μαχητών. Γράφει ο Οικονόμου: << Οι προύχοντες δεν ηδυνήθησαν να στρατολογήσουν, των στρατιωτών μη ακολουθούντων αυτοίς ως άπειρους και ουδεμίαν εμπνέοντας πεποίθησιν >>.

     Στην κρίσιμη αυτή κατάσταση δυστυχώς η κυβέρνηση κάνει ολέθριο σφάλμα. Ο Κολοκοτρώνης πολιορκεί την Πάτρα κι ενώ είναι έτοιμος να την πάρει του ζητάνε να φύγει και να πάει να αντιμετωπίσει το Δράμαλη.  [Ο σκοπός των ήτο να μην πάρω την Πάτρα και να μου σηκώσουν τη δύναμη τη στρατιωτική] γράφει ο ίδιος. Ο Γέρος του Μοριά υπακούει και βαδίζει στη Δημητσάνα.  Από κει στέλνει μήνυμα στο Εκτελεστικό και του ζητάει να στρατολογήσει δυνάμεις και η ανάσχεση του Δράμαλη να γίνει στα Δερβενάκια της Νεμέας στο δρόμο Κορίνθου – Άργους.  Στην Καρύταινα όμως που είχε πάει παίρνει ένα έγγραφο του Κωλέττη, υπουργού πολέμου που του λέει να επιστρέψει πάλι στην Πάτρα και να συνεχίσει την πολιορκία!  << Η κυβέρνησις της εκακοφάνη πολύ, διότι διέλυσες την πολιορκία της Πάτρας, όσο δια την εξασφάλισιν  των Δερβενίων έλαβα τα αναγκαία μέτρα >> του έγραφε.

   Ο Κολοκοτρώνης αηδιασμένος τραβάει για την Τριπολιτζά με άγριες διαθέσεις και προβληματισμένος  αν πρέπει να τους βάλει στη θέση τους ακόμα και με τα όπλα. Μπαίνει στην Τριπολιτζά και δρα πραξικοπηματικά. Διορίζει δικούς του γερουσιαστές αφού οι άλλοι το ‘βαλαν στα πόδια, ενώ φήμες ακούγονται πως και οι στρατιωτικοί διοικητές λιποτάκτησαν ενώ δεν παύουν και οι μηχανορραφίες από τους αντιπάλους του Κολοκοτρώνη να διαδίδουν πως ο Δράμαλης κατέβαινε με χιλιάδες στρατό που σπέρνει τον πανικό. Ο Τούρκος επικεφαλής στις 6 Ιουνίου 1822 μπαίνει στην Κόρινθο. Εγωιστής και κομπαστής  δεν κάνει την Κόρινθο κέντρο βάσης και ανεφοδιασμού όπως του συνιστούν οι επιτελείς του, αλλά προχωράει να πάρει το Ναύπλιο, τον πολιτικό εγκέφαλο της επανάστασης.

    Κολοκοτρώνης και Δ. Υψηλάντης δεν ξέρουν τι πάει να πει φόβος και πανικός. Αποφασίζουν να στηριχθούν στον Έλληνα αγρότη. Στρατολογούν κάμποσους και γεμίζουν το κάστρο του Άργους με τρόφιμα και πολεμοφόδια. Όσο ο Κολοκοτρώνης να μαζέψει αξιόλογη δύναμη ο Υψηλάντης θα εμποδίζει τους Τούρκους. Η ώρα του Γέρου του Μοριά ήρθε. Η δραστηριότητά του υψηλή, πάει παντού, στέλνει ανθρώπους του, επιστολές με αγγελιοφόρους και καλεί καπεταναίους και στρατιώτες για τη σωτηρία της πατρίδας. Δεκάδες φθάνουν οι ένοπλοι, μεγαλώνει η δύναμη και στήνουν ισχυρό στρατόπεδο στους Μύλους. Αμέσως φτάνουν εκεί και Παπαφλέσσας, Νικηταράς, Πετρόμπεης. Ο Υψηλάντης στο Άργος έχει σταματήσει το Δράμαλη μπροστά στο κάστρο με συνέπεια το στράτευμα των Τούρκων να αντιμετωπίζει έλλειψη τροφίμων και νερού. Πεινασμένοι οι στρατιώτες του Δράμαλη έτρωγαν άγουρα φρούτα και η δυσεντερία τους χτύπησε με τα μποστανικά. Ζέστη, ανομβρία, συντέλεσαν να υποφέρουν πολύ οι στρατιώτες και εξαντλημένοι να πεθαίνουν και να αρρωσταίνουν. Ακόμη για να εξουδετερωθεί ο στρατός του Δράμαλη εφαρμόστηκε από τους Έλληνες  το σχέδιο της καμένης γης  για να μη βρίσκουν τίποτα για τροφή και για εφοδιασμό οι στρατιώτες. Έτσι η θέση τους έγινε απελπιστική.

    Το μόνο που μπορούσε τότε να κάνει ο Δράμαλης ήταν να γυρίσει πίσω στην Κόρινθο. Για Ναύπλιο ούτε λόγος. Ο Κολοκοτρώνης διαισθάνθηκε πως θα γυρίσει πίσω πράγμα που δεν το σκέφτηκαν οι κοτζαμπάσηδες και επέμεναν να χτυπήσουν το Δράμαλη στους Μύλους. Εν τω μεταξύ ο Δράμαλης διέδιδε μέσω κατασκόπων Τουρκορωμιών πως τάχα θα χτυπήσει τ’  Ανάπλι.  Ο Κολοκοτρώνης δε γελάστηκε και με Υψηλάντη, Παπαφλέσσα, Νικηταρά, Δ. Κολοκοτρώνη κ.α. ταμπουρώνονται στα Δερβενάκια. Στις 26 Ιουνίου 1822 οι Τούρκοι επιχειρούν να περάσουν τη διάβαση  πηγαίνοντας για Κόρινθο. Το χτύπημα του Κολοκοτρώνη είναι αποφασιστικό και εξοντώνει μεγάλο μέρος του τούρκικου στρατού. Ο Δράμαλης αλλάζει δρόμο την άλλη μέρα και πάει να περάσει από το Αγιονόρι,  νομίζοντας πως ο Κολοκοτρώνης είναι κολλημένος στα Δερβενάκια. Ο Γέρος όμως τον ξεγελά ανάβοντας φωτιές στις πλαγιές για να νομίσει ο Δράμαλης πως είναι ακόμη εκεί ο στρατός του. Στη διάβαση οι δυο στρατοί συναντήθηκαν και οι Τούρκοι έπαθαν μεγάλη καταστροφή. Υψηλάντης, Παπαφλέσσας, Νικηταράς, με εύστοχα χτυπήματα δεν άφησαν σχεδόν τίποτα από την πολυάριθμη στρατιά του Δράμαλη. Χιλιάδες όπλα και λάφυρα έπεσαν στα χέρια των Ελλήνων. Η νίκη στα Δερβενάκια έσωσε θα λέγαμε την επανάσταση στο δεύτερο έτος κι  έδειξε  στους Έλληνες πως οι Τούρκοι δεν ήταν ανίκητοι. Ακόμη ενθουσίασε τις λαϊκές δυνάμεις που είδαν πως αυτές και μόνο ενωμένες μπορούσαν να φέρουν την ανεξαρτησία στο υποδουλωμένο έθνος. Ακόμη ευνοϊκά στοιχεία για τους Έλληνες μετά τη νίκη ήταν και οι θάνατοι του Χουρσίτ πασά και του Δράμαλη που εξάλειψαν την απειλή για Ναύπλιο και Παλαμήδι.  Η νίκη αυτή στα Δερβενάκια τιμά την ηγεσία των λαϊκών δυνάμεων που ισχυρές πια μπαίνουν για τα καλά στη μάχη της ανεξαρτησίας.

 ellinikoxronografima.blogspot.gr   [Συνεχίζεται]

Πηγές:  Φωτάκος, Σπ. Μελάς, Σπ. Τρικούπης, Γιάννης Σκαρίμπας, Τ. Βουρνάς, Μακρυγιάννης, Θ. Κολοκοτρώνης, Στρίγκος, Κιτρομηλίδης, Πασπαλιάρης, Μιχαηλίδης.

 

Κυριακή 24 Μαρτίου 2024

 

    Σφαγή της Χίου. Καταστροφή του Πέτα

                                               [ Ημερολόγιο του ’21]


                                                Του Παναγιώτη Αντωνόπουλου

                Στα  νησιά το πνεύμα ήταν  το ίδιο με της Φιλικής Εταιρείας, δημοκρατικό και επαναστατικό. Στη Σάμο ο λαός είχε πάρει την εξουσία και είχε επαναστατήσει με το Λογοθέτη  Λυκούργο. Παρά τη λυσσώδη αντίδραση των κοτζαμπάσηδων οι καρμανιόλοι Σαμιώτες αποφάσισαν να φέρουν την επανάσταση και στη Χίο.  Στις 10 Μαρτίου 1822 οι κάτοικοι κλείνουν τους Τούρκους στα κάστρα και στην ύπαιθρο οι ένοπλοι δεν αφήνουν Τούρκο για Τούρκο ήσυχο. Οι Χιώτες ζητούν ενίσχυση από το εκτελεστικό να συνεχίσουν τον αγώνα αλλά αυτό δεν στέλνει κανένα πλοίο με εφόδια και μάχιμους. Κι ενώ όλα πάνε καλά έστω και με τις δυνάμεις της Χίου, φτάνει στο νησί αιφνιδιαστικά  και ο στόλος του Τούρκου ναύαρχου Καρά Αλή με 45 πλοία και 7.οοο άνδρες. Αφού αποβιβάστηκαν στο νησί οι εμπειροπόλεμες δυνάμεις έκαμψαν γρήγορα την αντίσταση των επαναστατών και άρχισαν άγρια σαγή στο νησί. Η καταστροφή μεγάλη, 25.000 Χιώτες σφάχτηκαν, 47.000 αιχμάλωτοι στάλθηκαν για πούλημα και οι απομείναντες  σκόρπισαν στα βουνά για να γλιτώσουν.

        Η Ευρώπη αντέδρασε στις άγριες σφαγές  των αμάχων, ένα μεγάλο κύμα συμπαραστάθηκε στους Έλληνες και γενικώς οι θηριωδίες των Τούρκων άφησαν κακές εντυπώσεις στους ευρωπαϊκούς λαούς για την τακτική που ακολουθούσε η Τουρκία στους άμαχους.

          Ο ελληνικός στόλος κινήθηκε κατόπιν εορτής. Όταν η καταστροφή είχε συντελεστεί.   Εξήντα καράβια βγήκαν στις ακτές του νησιού και περισυνέλλεξαν  όποιους γλίτωσαν από τη σφαγή.  Μετά αποφάσισαν οι ναύαρχοι να χτυπήσουν τον τουρκικό στόλο με πυρπολικά. Ο Κων. Κανάρης και ο Πιπίνος πρότειναν να κάψουν την τουρκική ναυαρχίδα του Καρά Αλή που βρισκόταν στο λιμάνι της Χίου με περίπου 2.000 ναύτες και αξιωματικούς.  Έτσι στις 8 Ιουνίου 1822 μέσα στο σκοτάδι αθέατοι, πλησιάζουν και κολλάνε  τα πυρπολικά τους στη ναυαρχίδα. Η ναυαρχίδα ανατινάχτηκε και οι 2.000 Τούρκοι παρασύρθηκαν στον υγρό τάφο. Η θαρραλέα αυτή επιχείρηση ήταν θα λέγαμε η απάντηση στις σφαγές της Χίου και είχε πανελλήνια και παγκόσμια απήχηση. Ακόμη  ενίσχυσε και το φρόνημα των Ελλήνων που είδαν να μετράνε κι άλλη μια καταστροφή στον εχθρό στις τόσες άλλες εναντίον του.

        Ο Χουρσίτ στο σχέδιό του να καταστείλει  την επανάσταση έβαλε σαν προτεραιότητα την εκμηδένιση του θύλακα του Σουλίου. Επιλέγεται από την κυβέρνηση ο Μαυροκορδάτος να πάει και να τον αντιμετωπίσει. Αυτός πήγε και στην ουσία διέλυσε το στρατό αφού τον σκόρπισε σε ομάδες  γύρω από  το Σούλι. Τον Κυριακούλη Μαυρομιχάλη  τον έστειλε στα Φανάρι κοντά στην Κιάφα. Στις 10 Ιουνίου ο ίδιος ο Μαυροκορδάτος φτάνει στο Κομπότι της Άρτας για να σταματήσει εκεί τους Τούρκους. Στους Σουλιώτες έστειλε μικρή ενίσχυση υπό τον Μπότσαρη. Στο Πέτα και στα γύρω υψώματα σκόρπισε άντρες. Εκεί χτύπησε ο ίδιος ο Ρασίντ Μεχμέτ. Η επίθεση ήταν σκληρή. Ο Μαυροκορδάτος απών έλειπε στη Λαγκάδα πηγαίνοντας για τροφές και ανεφοδιασμό ως είχε διαδώσει. Έτσι χωρίς κεφαλή  ο  στρατός του Γώγου Μπακόλα διαλύθηκε και όλοι οι άντρες σχεδόν έπεσαν στο πεδίο της μάχης. Στη μάχη του Πέτα ήταν και πολλοί φιλέλληνες. Ένας ήταν και ο Νόρμαν που τραυματισμένος γλίτωσε με μια ομάδα μαχητών καταφεύγοντας στη Λαγκάδα.

      Η ήττα αυτή  ήταν έργο του άπειρου περί τα πολεμικά και υπερφίαλου, Μαυροκορδάτου. Ευθύνονται ακόμη και οι φίλοι του κοτζαμπάσηδες της κυβέρνησης που τον διόρισαν αρχηγό μιας κρίσιμης επιχείρησης έναν τέτοιο << μαχητή >>. Η καταστροφή του Πέτα έφερε οριστικά το χάσιμο του Σουλίου. Οι μαχητές του στις 28 Ιουνίου 1822 συνθηκολόγησαν  μες τους Τούρκους και πήραν το δρόμο πάλι για τα Εφτάνησα να ζήσουν εκεί ξεριζωμένοι μακριά από τις εστίες τους. Αλλά κι από κει δεν έμειναν ήσυχοι και όταν χρειαζόταν να έρθουν στο Μοριά να πολεμήσουν τον κατακτητή το έκαναν αγογγύστως. Η επαναστατημένη Ελλάδα χρωστούσε πολλά σ’ ατούς τους ηρωικούς Σουλιώτες.

     ellinikoxronografima.blogspot.gr      [Συνεχίζεται]

Πηγές:  Στρίγκος Λεωνίδας, Βασ. Κρεμμυδάς, Σπύρος Μελάς, Πασχ. Κιτρομηλίδης,  Παν. Πασπαλιάρης, Σπ. Τρικούπης, Γιάννης Σκαρίμπας, Τάσος Βουρνάς, Ιωάννης Μακρυγιάννης, Θ. Κολοκοτρώνης. Ιάκ. Μιχαηλίδης.

 

Σάββατο 23 Μαρτίου 2024

 

    Ανικανότητα κοτζαμπάσηδων. Επιχειρήσεις των Τούρκων.

                                                                          [ Ημερολόγιο του ΄21]


                                                               Του Παναγιώτη Αντωνόπουλου

                Μέσα στο δεύτερο εξάμηνο του 1822 η Τουρκία μπόρεσε να κινητοποιήσει δυνάμεις εναντίον των Ελλήνων. Κι αυτό γιατί απαλλάχτηκε από τον Αλή πασά και τη διατήρηση δυνάμεων στα ρωσικά σύνορα. Η κοτζαμπάσικη όμως εξουσία ανίκανη δεν το εκμεταλλεύτηκε νωρίτερα να οργανώσει το στρατό της και να βρεθεί ετοιμοπόλεμος στις επιχειρήσεις της Τουρκίας. Ο στρατός είχε τη μορφή μικρών ιδιωτικών ομάδων, η ευθύνη ήταν στα χέρια των κοτζαμπάσηδων, καθώς και  η στρατολόγηση των μαχητών και ο εφοδιασμός.  Το ναυτικό κι αυτό στα χέρια των κοτζαμπάσηδων ήταν κατακερματισμένο. Οι επιχειρήσεις τους εμπειρικές, η αντιμετώπιση του τούρκικου στόλου με κουρσάρικο ρεσάλτο, κίνητρο για τη βύθισή του η λεία που θα άρπαζαν ναύτες και καπεταναίοι.  Τα οικονομικά κι αυτά άθλια. Τα τούρκικα τσιφλίκια δεν πέρασαν στο λαό, οι φόροι δεν έφταναν στο κρατικό ταμείο και οι τοπικές γεροντίες  φορολογούσαν με αβάσταχτους φόρους τις λαϊκές μάζες και λυμαίνονταν τα πάντα. Ο λαός δεν είχε γη να καλλιεργήσει και η φτώχεια μάστιζε ύπαιθρο και κέντρα. Γι’ αυτό και τα αγροτικά κινήματα ήταν πολλά και η κυβέρνηση τα έπνιγε με βίαιες συγκρούσεις.

.     Για να εδραιώσουν το καθεστώς τους οι κοτζαμπάσηδες και να απομονώσουν τις λαϊκές μάζες βασιζόμενοι στις εισηγήσεις του Α. Μαυροκορδάτου αποφάσισαν να βρουν βασιλιά στην Ευρώπη. Έτσι στάλθηκαν αποστολές στο εξωτερικό σε μια εποχή που η επανάσταση περνούσε κρίσιμη φάση.  Εντωμεταξύ ο Δ. Υψηλάντης δυσαρεστημένος πολιορκούσε τον Ακροκόρινθο, ο Κολοκοτρώνης την Πάτρα, έχοντας πισώπλατα τη δυσαρέσκεια των κοτζαμπάσηδων και η Μπουμπουλίνα κρατούσε τ’  Ανάπλι αποκλεισμένο.

    Η Τουρκία με τον Ρεϊζ εφέντη σχεδίαζε πολεμικό σχέδιο να καταπνίξει την επανάσταση. Το σχέδιο  προέβλεπε: Ενώ ο τουρκικός στόλος θα έπλεε στο Αιγαίο και θα απόκλειε  τα νησιά και τα φρούρια, ο Χουρσίτ πασάς θα κατέβαινε στο Μοριά από δυο δρόμους: Ήπειρο, Μεσολόγγι, Πάτρα και Θεσσαλία, Ανατολική Ελλάδα, Μοριά. Ο Χουρσίτ ισχυρός και γνώστης των στρατιωτικών πραγμάτων έγινε μεγάλη απειλή για την επανάσταση. Στις 12 Γενάρη στο Στύρα της Εύβοιας νικιέται ο Ηλίας Μαυρομιχάλης. Ο  Ανδρούτσος πολιορκεί την Κάρυστο ενώ τον καλούν στη Ρούμελη, που περνά δύσκολες ώρες. Η κυβέρνηση στέλνει το Νικηταρά και μαζί του αποφασίζει να πάει και ο Υψηλάντης. Η αντίδραση δεν τον θέλει και οι κοτζαμπάσηδες τον πολεμούν λυσσαλέα. Υποχθόνια Μαυροκορδάτος και Κωλέττης  κάνουν ότι μπορούν για να διασπάσουν το μέτωπό του. Με μυστικά γράμματα τον συκοφαντούν. Λέει ο Μακρυγιάννης:  << Έβγαλε ο Δυσσέας το γράμμα και τους το ‘δειξε οπού τόγραφαν εναντίον τους. Έβγαλε και ο Νικήτας το δικό του. Πιάστηκαν και οι τρεις και φιλήθηκαν κι ορκίστηκαν νάναι αχώριστοι δια το καλόν και στερέωσιν της πατρίδος >>.

       Οδυσσέας, Νικηταράς, Κοντογιάννης χτυπούν το Χουρσίτ στην Υπάτη. Συναντά δυσκολίες ο Οδυσσέας και  ζήτησε  βοήθεια από   τον << Άρειο Πάγο >> να περάσει με καράβι στη Λοκρίδα.  Με μίσος η κοτζαμπάσικη εξουσία τον διατάσσει να μείνει ακίνητος στη θέση του και να μην πάει πουθενά. Κι όταν με δικά του μέσα ο γενναίος αυτός Έλληνας  έκανε αυτό που ήθελε  τον κατηγόρησαν για προδότη, άνανδρο και συνεργό των Τούρκων με τη δικαιολογία πως εγκατέλειψε τις θέσεις του! Δυσαρεστημένος ο Ανδρούτσος παραιτείται. Ο << Άρειος Πάγος >> στέλνει έναν έμπιστό του να πει στο Νικηταρά να τον σκοτώσει και να πάρει αυτός το πόστο του Ανδρούτσου!

    Ο κίνδυνος του Χουρσίτ για την επανάσταση ήταν θανάσιμος και  στέλνουν το Ντούτσο με δυο ένοπλους να τον απομονώσουν και να του πάρουν το αρχηγιλίκι στο στράτευμα κι αυτός τους σφάζει σαν τραγιά. Επικηρύσσεται για 5.000 γρόσια και ο στρατός του στη Ρούμελη διαλύεται. Ο  << Άρειος Πάγος>> αλλάζει έδρα και πάει στα Σάλωνα, [ Άμφισσα], φοβούμενος αντίποινα, ενώ οι τούρκικες δυνάμεις σχεδιάζουν να περάσουν το Σπερχειό και να << οργώσουν >> την Α. Ρούμελη.

      Στην κρίσιμη εκείνη στιγμή για την ανάσχεση της τουρκικής πλημμυρίδας  μια εξέγερση των αρματολών και των κλεφτών στην περιοχή της Νάουσας και Ολύμπου φάνηκε πως θα έκανε κάτι. Ο Ναουσαίος Ζαφειράκης σκέφτηκε ν’  αποκλειστεί το πέρασμα του Αξιού και να καταληφθούν τα Τέμπη ως και η περιοχή της Δ. Μακεδονίας.  Το σχέδιο δυστυχώς δεν απέδωσε και γύρω στους 5.000 Ναουσαίους στρατιώτες βρήκαν άγριο θάνατο από τα σπαθιά των Τούρκων. Η δίοδος έτσι Θεσσαλονίκης- Λάρισας έμεινα  ανοικτή  και η Ρούμελη ανυπεράσπιστη χωρίς δυνάμεις, ήταν εύκολη λεία στα τουρκικά στρατεύματα.

    ellinikoxrografima.blogspot.gr       [Συνεχίζεται]

Πηγές:   Σπύρος Μελάς, Πασπαλιάρης, Σπηλιάδης, Τ. Βουρνάς, Σπ. Τρικούπης, Γιάννης Σκαρίμπας, Μακρυγιάννης, Θ. Κολοκοτρώνης.

   

  

Παρασκευή 22 Μαρτίου 2024

 

                      Θεσμοί ολιγαρχικοί. [Πελοποννησιακή  Γερουσία, Εθνοσυνέλευση Επιδαύρου ]

                                                            [ Ημερολόγιο του ’21 ]


                                                          Του Παναγιώτη Αντωνόπουλου

                   Οι κοτζαμπάσηδες για να υπερκεράσουν τις λαϊκές δημοκρατικές δυνάμεις συγκαλούν την  1 Δεκέμβρη 1821 στο Άργος την  <<Πελοποννησιακή Γερουσία>>. Σκοπός τους ήταν να πάρουν στα χέρια τους την πολική εξουσία και την πλειοψηφία στην εθνοσυνέλευση. Στη Ρούμελη και ο Μαυροκορδάτος είχε δημιουργήσει σώμα τη << Συνέλευση της Δυτικής Χέρσου Ελλάδος >> ενώ ο Νέγρης στην Ανατολική είχε κάνει το ίδιο με τον  <<Άρειο πάγο >>, σώμα κοτζαμπάσηδων. Έτσι μέσα στην <<Πελοποννησιακή Γερουσία>> κατορθώνουν οι κοτζαμπάσηδες ν’ αποκηρύξουν  το επαναστατικό πνεύμα της Φιλικής και να πάρουν με το μέρος τους και τους Υδραίους. Κολοκοτρώνης και Υψηλάντης δυσαρεστημένοι εγκαταλείπουν το Άργος. Οι συνεδριάσεις μεταφέρονται στην Επίδαυρο  όπου εκεί υπογράφεται στις 28 Δεκέμβρη ο οργανισμός που στην ουσία βάζει φρένο στις αποφάσεις της βουλής σε θέματα διπλωματικά, στρατιωτικά και οικονομικά, όλη η εξουσία δηλαδή περνά στα χέρια των κοτζαμπάσηδων. Υψηλάντης και Κολοκοτρώνης συμβιβάστηκαν και υπόγραψαν όπως και Παπαφλέσσας, Αναγνωσταράς. Έτσι έχουμε εκτόπιση της Φιλικής από τα πράγματα και ο τυπικός θάνατος του πνεύματός της μετά την επανάσταση.

      Στις 20 Δεκέμβρη έως 15 Ιανουαρίου 1822 άρχισαν οι λειτουργίες της Α’ Εθνικής Συνέλευσης της Επιδαύρου, σώμα αποκλειστικά κοτζαμπάσηδων, όλοι τους σχεδόν διορισμένοι ή εκλεγμένοι με ψευτοεκλογές.  Στο Εκτελεστικό  [κυβέρνηση ] μπήκαν ο Α. Δεληγιάννης, ο  Ορλάνδος και ο Λογοθέτης. Ψηφίστηκε σύνταγμα, πενταμελές Εκτελεστικό και 70μελή Βουλή, ενώ  αναγνωρίζεται η διάκριση  των εξουσιών σε νομοθετική, εκτελεστική και δικαστική. Ακόμη κατάργησε τους θεσμούς της αρχιστρατηγίας και του στρατιωτικού αρχηγού του Μοριά για να αφαιρεθούν κι από τους Υψηλάντη και Κολοκοτρώνη. Διαχώρισε και την επανάσταση << από τις στασιώδεις εξεγέρσεις >> της Ευρώπης και τις κατήγγειλε σαν έργο των καρμπονάρων, καθιέρωσε το χρώμα της σημαίας σε κυανό και λευκό, καταργώντας έτσι τα χρώματα της επαναστατικής σημαίας της Φιλικής. Το πρόβλημα της γης δεν μπόρεσε να το λύσει η Εθνοσυνέλευση.  Οι αγρότες δεν πήραν τίποτα και τα τούρκικα κτήματα ανακηρύχθηκαν εθνικά. Οι αγρότες τα δούλευαν με βαριές συνθήκες και πλήρωναν αβάσταχτους φόρους.

    Ο Σπηλιάδης γράφει: <<Την  της εκποιήσεως της εθνικής γης  πρότασιν έκαμαν οι ολιγαρχικοί εις την Εθνοσυνέλευσιν.  Σκοπός των ήτο να κυριεύσωσι τας ευφορωτέρας γαίας εις μηδαμινής τιμήν ή να αρπάσωσιν επί λόγω στρατιωτικών μισθών και άλλων δήθεν αποζημιώσεων αξιώσεων >>. << Να δώσετε εις τους απλούς – γράφει κι ο Μακρυγιάννης – πενήντα στρέμματα γης οπούναι μιλιούνια και κάθονται χέρσα […]  Μ’ αυτόν τον τρόπον να γίνουν οι Έλληνες νοικοκυραίοι  και να πλουτίσει το ταμείον >>.   Και ο Σπηλιάδης συμπληρώνει: <<Οι πλειότεροι των ολιγαρχικών  εφαντάστηκαν να συστήσωσιν τιμαριωτισμόν εις την Ελλάδα αντικαθιστώντας τους Τούρκους τοπάρχες. Ήθελαν λοιπόν να διευθύνουν στρατιωτικώς τας επαρχίας των και να κυριαρχούν δια των όπλων, αρπάζοντες τα δημόσια έσοδα και εξασκούντες την πολιτικήν εξουσίαν>>. Και ο Φλογαϊτης προσθέτει:  << Εις τινα, λοιπόν, ήθελεν,  εκποιηθεί η εθνική γη; Όχι βέβαια εις άλλον, αλλ’ εις ολίγους τινάς ευκατάστατους και εις τιμήν τόσον ευτελή  ώστε το εθνικόν ταμείον μικρόν ήθελεν ωφεληθεί καθ’ ον καιρόν μόνον δια την ευπόρησίν του θέλει γίνει εκποίησις >>.

[ Στρίγκος ]: <<… αναλόγως των χρηματικών αναγκών και πάντοτε δια της συγκαταθέσεως του Βουλευτικού, πάρθηκε η πονηρή απόφαση στην Εθνοσυνέλευση για την εκποίηση διαφόρων τμημάτων της ελληνικής γης. Η διάταξη αυτή άνοιξε την πόρτα για καταχρήσεις και διαρπαγή της ελληνικής γης από τους κοτζαμπάσηδες >>.

   Η καθοδήγηση πια της επανάστασης μετά την  Εθνοσυνέλευση της Επιδαύρου χάνεται, το κύρος και η δύναμή της εξασθενούνται ενώ τα λάθη που έγιναν από τις λαϊκές δυνάμεις να υποχωρούν συνέχεια στις απαιτήσεις της ολιγαρχίας οδήγησε στους δυο εμφύλιους. Η εξουσία πια στα χέρια των ισχυρών κοτζαμπάσηδων οδηγεί την επανάσταση σε δύσκολο δρόμο, εξουδετερώνοντας τις κοινωνικές δυνάμεις. Η άβυσσος πια περιμένει την Ελλάδα και το χάος του γκρεμού διαφαίνεται στον ορίζοντα.

  ellinikoxronografima.blogspot.gr               [Συνεχίζεται]

Πηγές: Β. Κρεμμυδάς, Λ. Στρίγκος, Σπ. Μελάς, Πασχ. Κιτρομηλίδης, Π. Πασπαλιάρης, Σπ. Τρικούπης, Ιακ. Μιχαηλίδης, Γιάννης Σκαρίμπας,  Τ. Βουρνάς, Ιωάννης Μακρυγιάννης, Θεόδωρος Κολοκοτρώνης.

Πέμπτη 21 Μαρτίου 2024

 

                                         Πέφτει  η   Τριπολιτζά. Η σφαγή

                                                          [Ημερολόγιο του ’21]


                                                        Του Παναγιώτη Αντωνόπουλου

               Σε κλίμα έντασης συνεχίζονται οι επιχειρήσεις για την ανεξαρτησία. Στις 23 Ιουλίου του 1821 πέφτει το κάστρο της Μονεμβασίας και στις 6 Αυγούστου του Ναυαρίνου.  Η Τριπολιτζά πολιορκείται από τους Έλληνες και περνά δύσκολες ώρες.  ΟΙ Τούρκοι απεγνωσμένα προσπαθούν να μπουν μέσα και να ενισχύσουν τους πολιορκημένους με τρόφιμα και πολεμοφόδια αλλά δεν το κατορθώνουν.  Ο Τουρκικός στόλος με τον Καρά Αλή κάνει μια προσπάθεια να βγάλει στις ακτές του Μοριά χιλιάδες στρατιώτες αλλά αποτυγχάνει. Η κατάσταση στην Τριπολιτζά είναι φριχτή και αρχίζουν οι διαπραγματεύσεις. Δύσκολη η διαπραγμάτευση με τους Τούρκους  και ο Κολοκοτρώνης συνδιαλέγεται με τους 1500  Αλβανούς μισθοφόρους στρατιώτες που τους υπόσχεται πως θα τους αφήσει ελεύθερους αρκεί να μην πολεμήσουν.  Αυτοί οι Αλβανοί πουλούσαν στη μαύρη αγορά τρόφιμα στους πολιορκημένους, συνεργάζονταν μαζί τους, είχαν σχέσεις μεταξύ τους  και ήταν εύκολα να δεχτούν μια συμφωνία με τους Έλληνες. Στις 23 Σεπτέμβρη 1821 έγινε η πτώση της Τριπολιτζάς, νωρίτερα από ότι είχε προβλεφθεί. Μια ομάδα πολιορκητών με το Π. Δούνια σκαρφάλωσε στα τείχη και από την << πόρτα τ’  Αναπλιού >> μπήκαν μέσα. Οι Έλληνες  ορμούν μέσα και η σφαγή ήταν άγρια. Κράτησε τρεις μέρες, ήταν γενική, χιλιάδες σφάχτηκαν. Ο  Κολοκοτρώνης είδε τις θηριωδίες και προσπάθησε να τις σταματήσει αλλά δεν τα κατάφερε. Την Τετάρτη μέρα η πόλη θύμιζε νεκροταφείο, όλα είχαν διαρπαχτεί και η τρομοκρατία απλωνόταν παντού. Μόνο οι Αλβανοί σώθηκαν χάρη στη συμφωνία με το γέρο του Μοριά και ελάχιστοι από τους πολιορκημένους.

   Ο Κολοκοτρώνης λέει πως από το κονάκι του ως την εκκλησιά το άλογό του πατούσε μόνο πάνω σε πτώματα! Αιώνων μαρτύρια τα ανταπόδωσαν μ’ αυτή την αγριότητα οι Έλληνες! Ωστόσο η άγρια σφαγή των Τούρκων είχε κακή απήχηση στο εξωτερικό. Δημιουργήθηκε κλίμα δυσπιστίας της ελληνικής επανάστασης και έκανε την προσωρινή διοίκηση να εκδώσει φυλλάδιο στο Λονδίνο με το οποίο δικαιολογούσε τη σφαγή και βεβαίωνε πως η Τριπολιτζά έπεσε με πολεμική πράξη και όχι με συνθήκη. Στη συνέχεια συμπλήρωναν πως στις αρχές της επανάστασης οι ωμότητες των Τούρκων ήταν εξίσου σκληρές. Τέλος μια σχετική πληροφορία ήθελε να γίνεται έρανος υπέρ των πληγέντων Τούρκων που δείχνει τον ουμανισμό των Ελλήνων απέναντι στους αντιπάλους.

   Στο πολιτικό και στρατιωτικό τώρα μέρος η πτώση της Τριπολιτζάς ήταν σημαντικό πολεμικό γεγονός γιατί εξουδετέρωσε την έδρα της Τουρκίας στο Μοριά και ενίσχυσε το ηθικό των αγωνιζομένων Ελλήνων  που έβλεπαν πως σιγά – σιγά  οι εδαφικές περιοχές έπεφταν στα χέρια τους  και το όνειρο για μια ανεξάρτητη πατρίδα  πραγματοποιούταν. Ακόμη η νίκη αυτή χρεώθηκε στις δημοκρατικές δυνάμεις, τόνωσε το κύρος τους και άνοιγε το δρόμο για ουσιαστικές πολιτικές ενέργειες όπως η σύγκληση εθνικής συνέλευσης. Ο Υψηλάντης δεν άφησε την ευκαιρία να πάει χαμένη και στην εγκύκλιο που κυκλοφόρησε αναφέρει μεταξύ άλλων: << Μετά την πτώσιν της Τριπολιτζάς έπαυσαν οι τυραννοκτόνοι και παν είδος τουρκολατρείας >>. Λόγια σκληρά που ξένισαν τους κοτζαμπάσηδες και αντέδρασαν με διαμαρτυρίες κι έντονες συμπεριφορές. Όμως παρά ταύτα δέχτηκε η δημοκρατική παράταξη να κυκλοφορήσει εγκύκλιο συμβιβαστική στις 9 Οκτωβρίου και να καλέσει να οριστούν αντιπρόσωποι για να συγκληθεί << εθνικό σύστημα >> κάτι όπως θα λέγαμε σύνταγμα. Κάποια διαμαρτυρία από τους καπεταναίους δεν έπιασε και ο Υψηλάντης υποχώρησε τόσο όσο αρκούσε για να υπαγορεύσουν οι κοτζαμπάσηδες  τα δικά τους σχέδια και τις  δικές τους λύσεις.  Ο δε Μαυροκορδάτος ενήργησε τυχοδιωκτικά και ως αλαζόνας έστειλε γράμμα στον Υψηλάντη που κατηγορούσε τους φιλικούς ως απατεώνες και Καλβίνους που άχρηστοι όντες και ανίδεοι έστρεψαν εναντίον τού αγώνα την οργή των ευρωπαίων. Πρότεινε δε όλη η εξουσία να  ασκείται από τους κοτζαμπάσηδες και να πάψουν οι Φιλικοί να έχουν επιδιώξεις στην πολιτική εξουσία και στα πολιτικά δικαιώματα.  Γράφει: << … πρέπει  ν’ αφήσωμεν αρχηγούς πληρεξούσιους και επιτρόπους να οργανώσωμεν την εξουσίαν εις άλλας χείρας και να προσκαλέσωμεν κανένα υποκείμενον ως ο πρίγκιψ Ευγένιος [πρόγονος του Ναπολέοντα] ή ο κόμης Καποδίστριας ή πας τις άλλος ικανότερος ημών …>>

    Τα ίδια έλεγε και ο ρασοφόρος Ιγνάτιος προς τον Π. Γερμανό το Νοέμβρη του 1824: <<Η πατρίς κινδυνεύει αν δεν συστηθεί  εθνική διοίκησις και να είναι άριστη όχι μόνον εις το γένος αλλά και προς τας ξένας δυνάμεις, αίτινες νομίζουν ότι πειράζεται η ησυχία των λαών από κάθε νεοφανές σύστημα. Το σύστημά μας το βλέπουν ως καρβουναρικόν, το διαβάλλουν ως τοιούτον και έχουν δίκαιον >>.

   ellinikoxromografima.blogspt.gr

 

 

 

 

Τετάρτη 20 Μαρτίου 2024

 

      Εξέγερση στα Βέρβαινα. Κολοκοτρώνης, Υψηλάντης, Μαυροκορδάτος

                                               [ Ημερολόγιο του ’21 ]


   Του Παναγιώτη Αντωνόπουλου

              Οι κοτζαμπάσηδες τα ήθελαν όλα δικά τους. Κάποια στιγμή ελισσόμενοι προτείνουν να γίνει ένα μεικτό διοικητικό όργανο που να επιλύει τα στρατιωτικά και πολιτικά προβλήματα. Ο Υψηλάντης αρνείται και κατηγορώντας τους  κοτζαμπάσηδες πως βάζουν το προσωπικό τους συμφέρον πάνω από της πατρίδας, αναχωρεί για τη Μεγαλόπολη.  Ο λαός όμως ξεσηκώνεται στα Βέρβαινα όπου ήταν συναγμένοι οι κοτζαμπάσηδες και οι καπεταναίοι συζητώντας για το διοικητικό όργανο και την τακτική του αγώνα.  Τρεις χιλιάδες αντιστέκονται στις 27 Ιουνίου 1821 και με την πολιτική καθοδήγηση Παπαφλέσσα, Αναγνωσταρά, οπλισμένοι διαδηλώνουν στους δρόμους και με στεντόρεια φωνή έξω από το σπίτι του Πετρόμπεη ζητούν τα δίκαιά τους λέγοντας: <<Θέλουμε σύστημα! [ σύνταγμα ]. << Θέλουμε τον Υψηλάντη που ήρθε να σώσει την πατρίδα! >> Αμέσως έριξαν και μερικές τουφεκιές στο αέρα να τρομοκρατήσουν τους κοτζαμπάσηδες και δεν έφευγαν αλλά περίμεναν να βγει κάποιος έξω να συζητήσουν.

   Τότε ο Κολοκοτρώνης για να μην έχουμε αιματοχυσίες μεταξύ Ελλήνων πήρε τα πράγματα πάνω του και με τις συμβιβαστικές του τάσεις ηρέμησε τους στρατιώτες αλλά και την κατάσταση προς όφελος όμως δυστυχώς των κοτζαμπάσηδων. Διηγείται ο ίδιος: << Εις τα Βέρβαινα ήσαν συναγμένοι έως 5.000 στρατιώτες. Αυτοί πήραν όλα τα άρματα δια να σκοτώσουν όλους τους  άρχοντες. Ήρθαν και μας πολιόρκησαν εις το κονάκι του             Πετρόμπεη, όπου είμεθα συναγμένοι. Ήκουσα το θόρυβο και ηθέλησα να βγω έξω, ο Κανέλλος  Δεληγιάννης μ’ εμπόδιζε, τους είπα:  << Αφήστε να βγω μήπως γίνει αρχή και πέσει κανένα τουφέκι και  τότε μας σκοτώνουν όλους >>.  Εγώ στρατιώτες δεν είχα τότε, εβγήκα έξω και μίλησα: << Έλληνες τι θέλετε; Ελάτε εδώ >> και ευθύς έτρεξαν να με σηκώσουν εις τον αέρα. Μου έλεγαν ότι: << Θέλουμε να σκοτώσουμε τους  άρχοντες  ότι μας  έδιωξαν τον Υψηλάντη >>.  […] Τους τράβηξα εις μία βρύση και τους είπα: << Διατί θέλομε το χαϊμό μας μοναχοί μας; Εμείς εσηκώσαμε τα άρματα δια τους Τούρκους και έτσι ακουστήκαμε εις τους ευρωπαίους  ότι εσηκωθήκαμεν οι Έλληνες δια τους τυράννους και στέκεται όλη η Ευρώπη να ιδή τι πράγμα είναι τούτο. Οι Τούρκοι όλοι είναι απείραγοι εις τα κάστρα και εις ταις χώραις και ημείς εις τα βουνά κι αν σκοτώσωμεν τους προεστούς θα ειπούν οι βασιλείς ότι τούτοι δεν εσηκώθηκαν για την ελευθερίαν των αλλά δια να σκοτωθούν συνατοί τους και είναι κακοί άνθρωποι, καρβονάροι, και τότε ημπορεί οι βασιλείς να βοηθήσουν τον Τούρκο και να λάβωμεν ζυγόν βαρύτερον από εκείνον που έχομεν. Γράφομε και έρχεται πίσω ο Υψηλάντης και μην πάρει ο νους σας  αέρα >>.

   Ολίγον δημαγωγός ο Κολοκοτρώνης αφού τους υποσχέθηκε πως θα ικανοποιηθεί το αίτημά τους να επιστρέψει ο Υψηλάντης τους ηρέμησε και οι προύχοντες σώθηκαν. Αρχίζουν διερευνητικές συζητήσεις και οι κοτζαμπάσηδες δέχονται το αίτημα για εκλογή Βουλής αλλά με όρους να υπάρχει Γερουσία η οποία θα προσυπογράφει ότι αποφασίζει η Βουλή δηλαδή τα διπλωματικά, τα οικονομικά και τα διοικητικά προβλήματα.  Αποκτούσε έτσι δύναμη η Γερουσία αλλά και οι κοτζαμπάσηδες αφού θα είχαν την πλειοψηφία.

   Ο Υψηλάντης δέχεται μόνο προσυπογραφή σε ζητήματα διπλωματικών και πολεμικών αποφάσεων και λέει <<ναι>> στην ίδρυση Βουλής και Γερουσίας. Υποχώρηση της δημοκρατικής παράταξης ήταν αυτή η απόφαση και ενίσχυση των κοτζαμπάσηδων αλλά οι πιέσεις που δεχόταν ήταν μεγάλες και υποχώρησε. Μπροστά στην ιδεολογική πίεση της ολιγαρχίας οι πανίσχυρες λαϊκές δυνάμεις κάμφθηκαν για να οδηγήσει αυτή η υποχώρηση  στις εμφύλιες διαμάχες αργότερα. Το διεθνές κλίμα έπαιξε κι αυτό ρόλο στην υποχώρηση των λαϊκών δυνάμεων αφού Κολοκοτρώνης και οι δικοί του φοβήθηκαν μήπως χαρακτηριστεί ο αγώνας εξέγερση καρμπονάρων.

   Δεν έφταναν αυτά ήρθε και ο Μαυροκορδάτος, άνθρωπος της μηχανορραφίας και σύμμαχος της Αγγλικής επιρροής να ενισχύσει τους κοτζαμπάσηδες. Στις 31 Ιουλίου πήγε στην Πάτρα και συναντήθηκε  με  Ζαϊμη, Κανακάρη, κι άλλους. Μαζί τους και οι Φαναριώτες οπαδοί του Κ. Καρατζά και Θ. Νέγρη << και μαζί με τους κοτζαμπάσηδες έβαλαν τις πρώτες βάσεις της πολιτικής συμμαχίας τους >>. Εκφραστής λοιπόν της ολιγαρχίας ο Μαυροκορδάτος πηγαίνει στα Τρίκορφα και συναντά τον Υψηλάντη.  Του ζητάει κυνικά να παραιτηθεί από εκπρόσωπος της φιλικής της Ανωτάτης Αρχής με το επιχείρημα ότι η ήττα των δυνάμεων στα ρουμανικά πριγκιπάτα και η φυγή του Α. Υψηλάντη στην Αυστρία δεν δικαιολογούσε τη θέση του Δ. Υψηλάντη και των Φιλικών στο Μοριά. Ζητούσε δηλαδή να ξεριζώσει μια και καλή τη δημοκρατική φωνή από τον κορμό της Επανάστασης. Ο Δ. Υψηλάντης είπε <<όχι>> αλλά έπεσε σε λάθος, διορίζοντάς τον σαν εκπρόσωπο της Αρχής στη Δυτική Ελλάδα. Αυτός δέχτηκε, τράβηξε για τη θέση του και με σατανικότητα μαζί με τους κοτζαμπάσηδες οργάνωσε υπό την αιγίδα της  προσωρινής διοίκησης της Δυτικής Χέρσου Ελλάδος, τη λειτουργία της έτσι,, που οδήγησε στο χαλκείο εμφυλιοπολεμικού κλίματος, χαλκείο που εκκολάφθηκε από πιστά όργανά του και είχε ως αποτέλεσμα και την εκμηδένιση της Φιλικής Εταιρείας.

    elllinikoxronografima.blogspot.gr                   [Συνεχίζεται]

Πηγές:  Βασίλης Κρεμμυδάς, Σπύρος Μελάς, Τάσος Βουρνάς, Πασχάλης Κιτρομηλίδης, Παν. Πασπαλιάρης,  Σπυρίδων Τρικούπης,  Ιακ. Μιχαηλίδης, Γιάννης Σκαρίμπας, Ιωάννης Μακρυγιάννης, Θεόδωρος Κολοκοτρώνης.

 

Τρίτη 19 Μαρτίου 2024

        Κοτζαμπάσηδες, ολιγαρχία, Πελοποννησιακή Γερουσία, λαϊκές δυνάμεις           

                                                         [ Ημερολόγιο του ’21]


                                                                        Του Παναγιώτη Αντωνόπουλου

             Μόλις η αστική ισχύ εμφανίστηκε στο μεταίχμιο του 18ου προς τον 19ο αιώνα άρχισε και η ταξική πάλη στον ελληνικό χώρο.     Πρώτες συγκρούσεις έχουμε ανάμεσα στους κλέφτες και τους κοτζαμπάσηδες. Οι μεν πρώτοι εκπροσωπούν τις κοινωνικές δυνάμεις της λαϊκής τάξης ενώ οι κοτζαμπάσηδες της ανερχόμενης πλούσιας αστικής τάξης. Και στη Φιλική Εταιρεία είχαμε αντιδραστικές ροπές. Από τη μια οι αντιδράσεις των συντηρητικών αστικών στοιχείων και από την άλλη οι λαϊκές μάζες με τους εκπροσώπους τους να ζητούν την απαλλαγή τους από Τούρκους και κοτζαμπάσηδες. Τα γεγονότα ισχυρά έκαναν τους κοτζαμπάσηδες να τα δεχτούν ως τετελεσμένα και να ακολουθήσουν τον αγώνα, όμως με αδιάκοπη σύγκρουση για το σφετερισμό της εξουσίας που ήταν καθημερινή και δεν έλεγαν να ησυχάσουν αν δεν την έπαιρναν στα χέρια τους.

    Ο κοτζαμπασισμός καιροφυλακτεί παντού.  Πίσω από τις μάζες των αγροτών, των κλεφτών, των επαναστατών και των μικρών καραβοκυραίων. Μόλις μια περιοχή ή πόλη γινόταν ελεύθερη, έκαναν πέρα με δικούς τους τρόπους την λαϊκή εξουσία και έπαιρναν αυτοί την εξουσία.  Η διακίνηση πλέον στα χέρια τους ξερνούσε όλο το αντιδραστικό μηχανισμό που εποφθαλμιούσε κάθε κοινωνική ή πολεμική εξέλιξη. Στην περιοχή της Πάτρας οι κοτζαμπάσηδες έστησαν το << Αχαϊκό Διευθυντήριο >> εξουσία καθαρά κοτζαμπάσικη με τους Ζαϊμη, Λόντο, Χαραλάμπη, Π. Γερμανό. Στη Μεσσηνία, Μαυρομιχάλης και οι δικοί του δημιούργησαν τη << Μεσσηνιακή Γερουσία >>. Κυριαρχούν παντού και τσακίζουν όποιον έχει αντίθετη γνώμη απ’ αυτούς και δε διστάζουν κάθε φτερούγισμα λαϊκής εξουσίας να το τσακίσουν κόβοντας τα φτερά του. Στην Ύδρα τσάκισαν το κίνημα του Οικονόμου, στην Πάτρα του Παναγιώτη Καρατζά, Αττική του Βασιλείου και στην Άνδρο του Μπαλή για να αναφέρουμε λίγα από τα πολλά επαναστατικά κινήματα που έγιναν στη διάρκεια της επανάστασης από τις λαϊκές δυνάμεις.

     Οι νίκες του Κολοκοτρώνη στο  Βαλτέτσι και στα Δολιανά ισχυροποίησαν τη λαϊκή παράταξη κάνοντας την εξουσία των κοτζαμπάσηδων να φοβηθεί αλλά και να λάβει τα μέτρα της να συμπτυχθεί επί το ισχυρότερον. Άνοδος της εξουσίας των λαϊκών μαζών σήμαινε αντίστοιχη πτώση της ισχύος του κοτζαμπασισμού. Αυτό  βάζει σε ανησυχία τους ολιγαρχικούς και παίρνουν την απόφαση  λίγους μήνες μετά την επανάσταση να κάνουν τα πάντα για να μη διαφύγει η εξουσία από τα χέρια τους.

   Στις 26 Μάη του 1821 στις Καλτετζές μαζεύονται τριάντα έξι κοτζαμπάσηδες του Μοριά και ιδρύουν την << Πελοποννησιακή Γερουσία >> όργανο, κυβέρνηση που είναι ικανή να υποτάξει κάθε αντίθετη άποψη στην εξουσία της. Είχε μέλη, πρόεδρο, τον Πετρόμπεη με συνοδοιπόρους  τον επίσκοπο Βρεσθένης, τους κοτζαμπάσηδες Χαραλάμπη, Κανακάρη, Ρέντη, Αναγνώστη, Δεληγιάννη και τον έμπορο Ν. Παπαρρηγόπουλο. Στις επαρχίες φρόντισαν και διόρισαν τοπικά όργανα υπάκουα σε αυτούς, τις δημογεροντίες. Ο ερχομός στις 8 Ιουνίου 1821 στην Ύδρα του Δημήτρη Υψηλάντη και του Π. Αναγνωστόπουλου, μέλη της Φιλικής δίδουν κάποια ενίσχυση στις προοδευτικές δυνάμεις. Και οι δυο τους ήταν πολέμιοι του κοτζαμπασισμού και φυσικά της παράταξής τους και σκόπευαν να τα βάλουν μαζί τους για όφελος του αγώνα. Από την Ύδρα έρχονται στα Βέρβαινα του Μοριά όπου ο λαός τους υποδέχεται με ενθουσιασμό και συσπειρώνεται μαζί τους. Ακολουθούν κι άλλοι καπεταναίοι και μέλη της Φιλικής, όπως ο Κολοκοτρώνης, ο Παπαφλέσσας και ο Αναγνωσταράς, όλοι τους εκφραστές των ιδεών της φιλικής αλλά και σκληροί αντιφεουδάρχες.

  Η ζυγαριά έτσι των δυο παρατάξεων γέρνει προς το μέρος  << των κλεφτοκαπεταναίων και του μικρού λαού >> όπως γράφει ο Φωτάκος και τίθεται επί τάπητος το θέμα της προβολής των αιτημάτων της μερίδας των δημοκρατικών και της επαναστατημένης αστικής τάξης. Έτσι η ομάδα του Υψηλάντη ζητά να καταργηθεί η Πελοποννησιακή Γερουσία μαζί με τις δημογεροντίες και όλες οι εξουσίες στρατιωτικές και πολιτικές να περάσουν στα χέρια των Φιλικών.  Οι κοτζαμπάσηδες τα άκουσαν αυτά με δυσαρέσκεια.  Υπερασπίστηκαν τον εαυτό τους λέγοντας πως μόνο αυτοί είναι ικανοί να γνωρίζουν τα προβλήματα και ξέρουν να διοικούν. Δεν υποχώρησαν αλλά αντιπρότειναν όχι μόνο η εξουσία δε θα μετακινηθεί αλλά και κάθε μέτρο που θα παίρνει ο Υψηλάντης θα εγκρίνεται από την << Πελοποννησιακή Γερουσία >> και τις τοπικές γεροντίες. Εφόσον οι εγκρίσεις των μέτρων θα ψηφίζονται θα έχουν ισχύ. Μετά από αυτά το χάσμα μεταξύ κοτζαμπάσηδων και προοδευτικών δυνάμεων φαινόταν να είναι μεγάλο. Δεν είχε άδικο ο Παλαμάς όταν έγραφε:  […] Διαβασμένοι, ντοτόροι, σπιρουνάτοι / ρασοφόροι, δασκάλοι, ρουσφετλήδες, /οικοπεδοφάγοι, αβοκάτοι, κομματάρχες  και κοτζαμπασήδες / και της γραμματείας οι μανταρίνοι και της πολιτικής  οι  φασουλήδες /  ταρτούφοι,  ραμπαγιάδες,  τορτίνοι! // Αμάν! αγά, στα πόδια σου! άκου! στάσου! / Βυζαντινοί – Γασμούλοι – Λεβαντίνοι /  ρωμαίικο, να! Με γεια σου, με χαρά σου //.

     ellinikoxronografima.blogspot.gr    [Συνεχίζεται]

 

  Πηγές:   Βασίλης Κρεμμυδάς, Σπύρος Μελάς, Τάσος Βουρνάς, Πασχάλης Κιτρομηλίδης, Παναγιώτης Πασπαλιάρης,  Σπυρίδων Τρικούπης, Ιάκωβος Μιχαηλίδης, Γιάννης Σκαρίμπας, Ιωάννης Μακρυγιάννης, Θεόδωρος Κολοκοτρώνης.