Του Παναγιώτη Αντωνόπουλου
Δώθε κατά τα χωριά του Νότου πολλοί ήταν οι σπουδαγμένοι. Έτσι με το πτυχίο στο χέρι ένιωθαν δυνατοί, εξασφάλιζαν τον άρτο τον επιούσιο και ξεχώριζαν μέσα στο πλήθος.
Γι’ αυτό αποφάσισα κι εγώ να τελειώσω τη Σχολή και να είμαι πεφωτισμένος αστέρας και διαλεχτός στην κοινωνία που θα ζούσα. Εξάλλου μου το είχε πει κοφτά και ο γεννήτοράς μου στην κουβέντα μας που κάναμε σχετικά με τα γράμματα: << Εγώ. γιε μου, πλούτη δεν έχω για να σου δώσω. Αγαπάς τα βιβλία σου; έχει καλώς! Δεν τ’ αγαπάς; τότε κλάψε με την τύχη σου! Το πολύ - πολύ να σε στείλω στο θείο σου στην Αθήνα να σε πάρει στο μαγαζί του και να πουλάτε μαζί τα είδη της μπακαλικής! Τι άλλο να σου προσφέρω; >>
Αποφάσισα πως είχε δίκιο και βρέθηκα ένα μουχρωμένο πρωί στην αγκαλιά του να τον αποχαιρετώ.
--- Στο καλό! μου είπε με το μάτι του να λάμπει.
--- Ναι, πατέρα!


























