Κυριακή 13 Ιουνίου 2021

 

                            ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ          ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ   

 

 

 

 

 Οι 25 ωραιότερες γυναίκες σε ασπρόμαυρες φωτογραφίες - Thessaloniki Arts  and Culture

 

                           

 

 

 

 

 

 

                                                    Ρόζα          

 

 

 

 

 

 

 

 

 

                                    

 

 

 

 

 

 

 

                                     Μ   Υ  Θ  Ι  Σ  Τ  Ο   Ρ  Η  Μ  Α

 

 

 

 

 

 

 

                                    ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΠΡΩΤΟ

 

 

 

          Καθόταν ο παπα- Καλλίνικος στο μπαλκόνι του σπιτιού του, που ήταν κάτω από το κάστρο της πόλης κι έριχνε συνεχείς κι αχόρταγες ματιές προς το νότο, θαυμάζοντας πότε τον καταπράσινο κάμπο που απλωνόταν με περίσσια χάρη μπροστά του και πότε τη θάλασσα που λαμποκοπούσε κάτω από το απογευματινό χρυσαφένιο φως του ήλιου.

          Ευθεία κι αριστερά του φαινόταν ολοκάθαρα η πόλη της Κυπαρισσίας ξαπλωμένη η μισή μέχρι τα νερά του κόλπου και η άλλη μισή να κάθεται αμφιθεατρικά στους πρόποδες του Ψυχρού με την έντονη επιβλητική όψη και την εντυπωσιακή παρουσία του ερειπωμένου κάστρου του. Αυτή η πολιτεία ερχόταν από πολύ μακριά, από τους χρόνους του Νέστορα και πιο πριν και είχε στο χώμα της μέσα  θαμμένους πολιτισμούς και πολιτισμούς. Γίγαντες, Ρωμαίοι, Φράγκοι, Βυζαντινοί, Ενετοί, Τούρκοι, πέρασαν από πάνω της κι έκαναν του κεφαλιού τους. Την ποδοπάτησαν οι πιο πολλοί και γκρέμισαν ό,τι ιερό και όσιο είχαν φτιάξει οι κάτοικοί της.  Για να κλείσει αυτή η φοβερή εποχή των σφαγών και των καταστροφών με τον Ιμπραήμ που ξαμόλησε τους άγριους αραπάδες του στα χρόνια της ελληνικής επανάστασης και δεν άφησαν τίποτα όρθιο στην πόλη και με την εισβολή στο δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο των Γερμανών και των Ιταλών που συνέχισαν τις σφαγές και τις λεηλασίες των προκατόχων τους.

          Να όμως που πέρασε ο καιρός κι έφυγαν οι εχθροί για να βρει και πάλι η πολιτεία την ησυχία της και τον καλό της εαυτό. Ωστόσο όμως κάποιος καλός Θεός δε θέλησε να ξεγραφτεί ολωσδιόλου αυτή η εικόνα της παλιάς εποχής κι άφησε σημάδι ανεξίτηλο το ερειπωμένο κάστρο της στο  ανατολικό μέρος της που εύκολα το βλέπει ο καθένας να ορθώνεται ψηλό, θεόρατο, και γεμάτο πολεμίστρες, διαχρονικό σήμα μιας αθάνατης μνήμης. Δούλεψε πολύς κόσμος για να χτιστεί και χρειάστηκαν πολλά χρόνια για να το στεριώσουν και να το τελειώσουν. Σαν στήθηκε  η σκληρότητά του ήταν ανελέητη απέναντι στους εχθρούς  και η μεταμέλειά τους ήταν οδυνηρή που τα έβαλαν μαζί του. Ελάχιστοι το εκπόρθησαν ενώ οι πιο πολλοί έφυγαν αποδεκατισμένοι και ντροπιασμένοι στη σύγκρουση με τους ηρωικούς πολεμιστές του και  την απαράμιλλη δομική αντοχή των τειχών του.

          Αυτή την όμορφη πόλη με τη μεγάλη και μακραίωνη ιστορία κοιτούσε αλλοπαρμένος ο παπα- Καλλίνικος και κουνούσε συγκαταβατικά το κεφάλι του λες και  μιλούσε μαζί της ενώ κάποιες άλλες στιγμές φαινόταν προβληματισμένος που το έδειχνε με μια φανερή νευρικότητα που τον είχε κυριέψει κι εκφραζόταν με το στριφογύρισμα στη θέση του. Κι αυτό γιατί χθες του είχε συμβεί κάτι τραγικό κι αναπάντεχο που όσο το θυμόταν αισθανόταν υπερβολικά δυστυχισμένος.

        Ο ήλιος ήταν άβγαλτος ακόμη που ξεκίνησαν για το μοναστήρι της Κατσιμικάδας να βαφτίσουν ένα αγοράκι οι γονείς, οι νονοί κι άλλοι συγγενείς, όλοι τους εποχούμενοι, χαρούμενοι και γελαστοί με τις καλύτερες προϋποθέσεις για το ιερό μυστήριο.  Ο δρόμος ήταν ανηφορικός αλλά ασφαλτοστρωμένος και η μισή ώρα ως την πόρτα του μοναστηριού ήταν για όλους μια χαρούμενη κι ευτυχισμένη στιγμή.  Ο παπα- Καλλίνικος ακολουθούσε με το φορτηγάκι, ένα γερό δυνατό όχημα που είχε για συνοδηγό του το μητροπολίτη για να παρευρεθεί κι αυτός στο μυστήριο αφού η παρουσία και η ευλογία του είχαν κριθεί άκρως απαραίτητες κι αναγκαίες από το θρησκόληπτο πατέρα μιας κι ο μικρός ήταν όχι μόνο μοναχοπαίδι αλλά και η σύλληψή του στη μήτρα της μητέρας του ήταν επεισοδιακή αφού στηρίχτηκε στην πρόοδο της γενετικής και όχι στη σεξουαλική ικανότητα του σπορέως.

          Σε κάποια στροφή του δρόμου το φορτηγάκι ξέφυγε ελάχιστα από την πορεία του  κι ο δεσπότης φοβήθηκε. Κι αμέσως χωρίς να κρύψει την ανησυχία του για την ασφάλειά του, είπε με χαμηλή και γλυκιά φωνή στον παπα- Καλλίνικο, ενώ έπιασε σφιχτά το εγκόλπιό του :

          --- Εύχομαι να μην τσακιστούμε κάτω στον γκρεμό, τέκνο μου!

          Ο παπα- Καλλίνικος έκανε μια προσπάθεια να συγκρατήσει το όχημα ενώ του αποκρίθηκε ψύχραιμα και με μια φιλική διάθεση:

          --- Η αγιοσύνη σου δε θα πάθει τίποτα, άγιε δέσποτα! Πολλές φορές οι μηχανές σκέπτονται σαν και μας και προσπαθούν να κάνουν χιούμορ! Έτσι δείχνουν να παίζουν μαζί μας!

          Ο δεσπότης γέλασε και πιάστηκε γερά από τη χειρολαβή που βρισκόταν πιο πάνω από τον ώμο του. Σαν ηρέμησε και βρήκε το κέφι του, τον ρώτησε:

          --- Ποιοι είναι αυτοί που βαφτίζουν; Είναι βασταγμένοι ή φτωχοί;

          Ο παπα- Καλλίνικος χάιδεψε με το αριστερό του χέρι τα καστανά του γένια  και του αποκρίθηκε με συγκρατημένη διάθεση:

          --- Βασταγμένοι, ναι! Θα δεις τι γλέντι θα γίνει μετά το μυστήριο! Ως και όργανα έχουν καλέσει! Έψαξαν και βρήκαν τους καλύτερους μουσικούς της περιοχής. Αυτοί μόνο για τους πλούσιους παίζουν κι εδώ δεν μπορούσαν ν’ αρνηθούν.

          --- Τι δουλειά κάνουν ;

          --- Οι γονείς;

          --- Ναι, τέκνο μου!

        --- Έχουν επιχειρήσεις στον Καναδά! Διαθέτουν εκεί αλυσίδα εστιατορίων και έτοιμων τροφών   με εισπράξεις χιλιάδων δολαρίων το χρόνο. Είναι τεράστια η περιουσία τους και τα πλούτη τους μεγάλα.

        --- Και ζούνε εκεί μόνιμα;

        --- Ναι. Έρχονται όμως και στο χωριό τους ταχτικά. Τρεις φορές και παραπάνω το χρόνο γιατί το αγαπούν πολύ και βρίσκουν σ’ αυτό τη γαλήνη και την ησυχία. Είναι από τους καλούς πατριώτες της διασποράς και η παρουσία τους στο χωριό είναι πολύ ευχάριστη στους κατοίκους.

        --- Με τόσα λεφτά που έχουν  πιστεύω πως  δε θα είναι φειδωλοί στις αγαθοεργίες!

        --- Όχι, καθόλου! Είναι σκορποχέρηδες, να πούμε την καθαρή αλήθεια και ποτέ δεν ξεχνούνε το χωριό. Τα τσεκ πάνε κι έρχονται στον πρόεδρο που τα ξοδεύει στην κατασκευή ωφέλιμων έργων ικανοποιώντας τις ανάγκες των κατοίκων και με το παραπάνω. Το καμπαναριό της Ζωοδόχου Πηγής, το τέμπλο της, ο ξενώνας, το πάρκο, το ηρώο και τόσα άλλα έργα έγιναν με τη δική τους φροντίδα και τα δικά τους χρήματα. Ως και τους αγροτικούς δρόμους φρόντισαν να τους βελτιώσουν με μια ισχυρή οικονομική βοήθεια που έδωσε ξεχωριστά για αυτό το έργο.

         --- Θα ήθελα να τους γνωρίσω! του είπε με ενθουσιασμό ο δεσπότης κι έσυρε τη φωνή του σαν να έψαλλε. Πες τους να περάσουν καμιά μέρα από τη μητρόπολη. Η αγιοσύνη μου πολύ θα χαρεί να συζητήσει με  τόσο σπουδαίους και σημαντικούς ανθρώπους.

        --- Γιατί όχι, του ψέλλισε εκείνος και σταμάτησε το αυτοκίνητο έξω από την πόρτα του μοναστηριού.  Κι αφού  βοήθησε το δεσπότη να κατέβει κι ασφάλισε το όχημα τον συνόδεψε ως το κελί του  να ετοιμαστεί για το άγιο μυστήριο της βάπτισης.

        Τα υπόλοιπα έγιναν σε δευτερόλεπτα που μόνο σε κινηματογραφική ταινία μπορούν να εξελιχθούν με τόση ταχύτητα κι αιφνιδιασμό.  Στην τρίτη κατάδυση του μωρού κάτι στράβωσε και το μικρό φάνηκε να πνίγηκε αφού ένας ακατάσχετος βήχας το έκανε να χάσει τις αισθήσεις του στα χέρια τού δεσπότη που τρομοκρατημένος το παρέδωσε στη νονά για να του παράσχει αυτή πλέον  τις πρώτες βοήθειες. ΄Όσο κι αν προσπάθησε αυτή δεν κατάφερε τίποτα και το παιδί φαινόταν πως είχε χάσει τη μάχη με τη ζωή. Στη δύσκολη και κρίσιμη εκείνη στιγμή κάποιος ψύχραιμος τους υπέδειξε να το μεταφέρουν στο νοσοκομείο της πόλης, πράγμα που το έκαναν ο πατέρας του παιδιού με δυο νέους συγγενείς του.  Έφυγαν σαν αστραπή και οι τρεις τρέχοντας ενώ πίσω τους ο θρήνος τού κόσμου και οι γοερές κραυγές της μάνας έσχιζαν ανελέητα τον αέρα τού βουνού. Όμως ως εκ θαύματος καθ’ οδόν  το μωρό συνήλθε και οι τέσσερις επέστρεψαν μέσα σε γιορτινή ατμόσφαιρα εκ νέου στο μοναστήρι. Η βάπτιση συνεχίστηκε αλλά με ήπιο τόνο πλέον ενώ το τρικούβερτο γλέντι που είχε αποφασιστεί να γίνει μετά το πέρας της ανεβλήθη γιατί η  χαρούμενη διάθεση όλων είχε πληγεί από το απροσδόκητο πλήγμα που εδέχθη το μυστήριο. 

         Αυτά θυμόταν τώρα ο παπα- Καλλίνικος καθισμένος στο  μπαλκόνι του σπιτιού του και το αίμα του πάγωσε. Στριφογύρισε στη θέση του αρκετές φορές και μη αντέχοντας τη μοναξιά του που του γινόταν πιο αφόρητη μετά και την ανάμνηση του κακού γεγονότος, φώναξε τη Μαρία, την οικονόμο που την είχε και βοηθό του  με τη χαρακτηριστική χοντρή και μεταλλική φωνή του, λέγοντάς της, παρακαλεστικά:

         --- Μαρία! Έλα έξω σε θέλω!

         Ήρθε σε λίγο αυτή με ένα λευκό πανί  σφιχτοδεμένο στο κεφάλι, που έδειχνε προφανώς πως φρόντιζε το σπίτι και σκοντάφτοντας μέσα στις ξεπατωμένες παντούφλες της, τον ρώτησε με τρυφερότητα σαν τον πλησίασε και κάθισε απέναντί του:

          --- Λέγε, πατέρα- Καλλίνικε, σ’ ακούω!

          Την κοίταξε αυτός με μάτια ταραγμένα ακόμα από τη θύμηση και της είπε αργά – αργά κι άκεφα:

          --- Να, δεν είμαι καλά και ήθελα την κουβέντα σου!

          --- Λίγο το ΄χεις αυτό που πήγατε να πάθετε χθες το πρωί στο μοναστήρι! Καλά που έβαλε ο Θεός το χέρι του και σώθηκε το παιδί. Αλλιώς θα παίρνατε το κρίμα στο λαιμό σας!

          Εκείνος κούνησε το κεφάλι με θλίψη και με νόημα. Ύστερα της είπε:

          --- Πάει αυτό πέρασε. Τώρα άλλο πράγμα με τυραννάει.

          --- Ποιο;

          --- Το γηροκομείο!

          Εκείνη χωρίς να ξαφνιαστεί, τρεμόπαιξε τα μάτια της και του αποκρίθηκε με αποφασιστικότητα:

          --- Αν θες να πεις για την εντολή που μου έδωσες να βγάλω πέρα σε πληροφορώ πως την εκτέλεσα.

          --- Εννοείς για την επίσκεψή σου στα τρία μέλη της Επιτροπής του γηροκομείου;

          --- Ναι!

          --- Αλήθεια πες μου τι συνέβη;

          --- Τον πρόεδρο, το Βουλγαρίδη και το Νάσο τον Καλαθά τους βρήκα και μου έδωσαν την υπόσχεση πως αύριο πρωί- πρωί θα είναι εδώ για να σε συναντήσουνε. Το δικηγόρο όμως το Βαρβαράκη δεν κατόρθωσα να τον βρω. Στο γραφείο του με πληροφόρησαν πως θα λείπει τρεις μέρες στην Καλαμάτα για κάποια δίκη στην οποία συμμετέχει σαν υπεράσπιση του κατηγορούμενου. Βρες τρόπο να τους μαζέψεις καμιά φορά και τους τρεις. Τι άλλο να κάνω;

          Εκείνος φάνηκε να δυσανασχέτησε και κατέβασε κάτω το κεφάλι με θλίψη κι απογοήτευση. Κι αφού έμεινε για λίγο σιωπηλός της είπε με σηκωμένα μόνο τα μάτια:

             --- Είναι ανάγκη να χτιστεί και η άλλη πτέρυγα γιατί έχουμε αιτήσεις για νέες εισαγωγές γερόντων και πασχόντων. Το υπάρχον κτίριο γέμισε και δε χωράει άλλους. Πρέπει να βρεθούν τα απαραίτητα κοντύλια και να προχωρήσουμε σε διαγωνισμό ανάθεσης το συντομότερο. Δεν υπάρχει καλύτερη ευκαιρία αυτό τον καιρό για την εξοικονόμηση χρημάτων αφού ο υπουργός των οικονομικών είναι πατριώτης μας και η κοινωνική του ευαισθησία είναι δηλωμένη.

           Αυτή έστρεψε το βλέμμα της προς  τη δύση, εκεί που ο ήλιος σαν κόκκινος δίσκος έπαιρνε τη θέση του να βασιλέψει και να χαρίσει για άλλη μια φορά ένα από τα ωραιότερα ηλιοβασιλέματα που είχε πάρει για προίκα της η φύση σ΄ αυτή την όμορφη και χαρισματική περιοχή της νοτιοδυτικής Ελλάδας. Κι αφού τα στύλωσε με κάποια ζωηράδα στον πορφυρό ορίζοντα, του είπε με μια χαρακτηριστική ταχύτητα στα λόγια της:

           --- Ναι, πρέπει να νοιαστείτε να γίνει το έργο. Η αρρώστια και τα γηρατειά βλέπεις δεν περιμένουν. Έρχονται ακάλεστα και φέρνουν και τόση τυραννία στους ανθρώπους.

           Αναστέναξε κι ένας βαρύς αναστεναγμός ακούστηκε μέσα στο γεροντικό στέρνο της. Κι ως να περιμένει απόκριση από τον παπα- Καλλίνικο σηκώθηκε κι ετοιμάστηκε να πάει μέσα. Πριν ακόμη φτάσει και σπρώξει με τα χέρια της την πόρτα, η φωνή του παπά της χάιδεψε τ’ αυτιά για να της πει με μια γλυκύτητα που έβγαινε σαν ψαλμός της άγιας βίβλου:

            --- Φέρε μου και το δεύτερο τόμο με τους << Αθλίους>> του Βίκτορα Ουγκώ να συνεχίσω το διάβασμα. Τούτο το έργο πολύ με συνεπαίρνει γιατί γράφτηκε για όλα τα έθνη και διαβάζεται πολύ απ’ αυτά. Όπου ο άνθρωπος ζει μέσα στην αμορφωσιά και στην απελπισία, ο άντρας ταπεινώνεται για ένα κομμάτι ψωμί, η γυναίκα χάνει την υπόληψή της στα χέρια των βιαστών, το παιδί δυστυχεί και οι φτωχοί μένουν αβοήθητοι! Το βιβλίο αυτό ανοίγει τις σελίδες του και φωνάζει: << Γράφτηκα για σας! Διαβάστε με να μικρύνει ο μεγάλος σας πόνος! >>

         Η Μαρία του έγνεψε <<ναι>> μ’ ένα νεύμα και μπήκε μέσα.

         Απόμεινε να κοιτάζει αμέριμνος το σκοτάδι που έπεφτε τριγύρω και να σκεπάζει τα πάντα με τη σκιερή και μουντή του όψη. Το πρώτο μεγάλο αστέρι ο αποσπερίτης φάνηκε στον ουρανό προς τα νοτιοδυτικά ταξιδεύοντας εν μέσω άλλων μικρών αστεριών που μόλις άρχιζαν να φέγγουν και να δείχνουν το σήμα τους στο ουράνιο στερέωμα. Ο αέρας αδύναμος και δροσερός ανηφόριζε απ’ το πέλαγος όλο αρμύρα και ιώδιο κάνοντας το σούρουπο να γίνεται πιο υγρό και να προμηνύει ένα βράδυ απαλλαγμένο από την ανυπόφορη ζέστη μιας και το καλοκαίρι διένυε το πρώτο δεκαπενθήμερο του Ιουνίου. 

        Η πόλη φωτίστηκε και η ομορφιά της ήταν ανεπανάληπτη απ’ όπου κι αν την κοίταζες. Η αμφιθεατρική της θέση της πρόσδιδε αρχοντική λάμψη και ο κόλπος της στα πόδια της έδειχνε σαν φωταγωγημένο περιβόλι με τις  πολλές διάσπαρτες βαρκούλες που είχαν αράξει στις προβλήτες τού λιμανιού και λικνίζονταν ασταμάτητα πάνω στα ήσυχα νερά. Τα φώτα τού κάστρου της ήταν κι αυτά εντυπωσιακά ενώ ο θόρυβος από τη μικρή κεντρική πλατεία με τα μαγαζιά και τις καφετέριες άρχιζε να προδίδει την ζωηρή της κίνηση από την εισβολή τού κόσμου που άφησε τα σπίτια και ζήτησε μια στιγμή ανεμελιάς στη χαρούμενη και γιορτινή όψη της. 

          Η οικονόμος γύρισε κρατώντας τον τόμο κι ένα ποτήρι ουίσκι με παγάκια και του το προσέφερε με ιδανική ευλάβεια. Εκείνος σαν το πήρε στο χέρι του το έφερε τελετουργικά στα χείλη του κι αφού ρούφηξε μια καταψιά το απίθωσε μπρος του στο μικρό ξύλινο καλοφτιαγμένο τραπεζάκι. Έγλειψε με μια αισθαντική χροιά τα χείλη του δείγμα πως απόλαυσε αυτή τη μικρή ποσότητα του αλκοόλ και πήρε τον τόμο απ’ τα χέρια της  που όση ώρα έπινε η γερόντισσα δεν έλεγε να τον ακουμπήσει στο τραπέζι. Τότε σαν αλάφρωσε, κάθισε κοντά του και τον κοιτούσε με μια απέραντη στοργή ενώ τα μάτια της πρόδιδαν πως κάτι σημαντικό ήθελε να του πει. 

         Ο παπα- Καλλίνικος πήρε τον τόμο και τον άνοιξε στη σελίδα που είχε μείνει. Διάβασε μερικές σειρές κάτω από το δυνατό φως που   έστελνε η λάμπα τού ηλεκτρικού και σαν συμφώνησε με το περιεχόμενο του κειμένου, διέκοψε την ανάγνωση και ψιθύρισε στη γερόντισσα μ’ ένα τρόπο που έδειχνε μυστηριακός:

          --- Η Φαντίνα την άφησε την Τιτίκα της στους Θεναρδιέρους, δεν μπορούσε να κάνει αλλιώς. Φεύγοντας όμως, λέει, έκλαιγε συνεχώς. Πολύ θα πονούσε η καρδιά της που άφηνε το παιδί της σε ξένα χέρια!                                           

           Η γερόντισσα τον κοίταξε παράξενα και σαν να διαμαρτυρήθηκε του αποκρίθηκε ενώ έψαχνε το βάθος των ματιών του:

           --- Είχα ακούσει πως ήταν πόρνη! Είναι αλήθεια;

           Εκείνος γέλασε ανεπαίσθητα και  σηκώνοντας όλως διόλου το κεφάλι από το βιβλίο της είπε με μια σιγουριά και βεβαιότητα:

           --- Ήταν φτωχή κι αδύναμη! Έτσι η καταστροφή της ήρθε γρήγορα. Οι κακοί την εκμεταλλεύτηκαν και κάποιοι την πρόδωσαν! Τι μπορούσε να κάνει;

           --- Σπουδαία πράματα έπρεπε να κάνει. Αλλά δεν τα ‘κανε! Τι να σου πω κι εγώ! Όσα ξέρω λέω!

           Σταμάτησε και είχε τέτοια έκφραση που έκανε τον παπα- Καλλίνικο να τη ρωτήσει:

           --- Δε σε βλέπω καλά! Κάτι μου κρύβεις! 

           Εκείνη χαμήλωσε ελαφρά το κεφάλι και κοιτάζοντάς τον μόνο με τα ανασηκωμένα μάτια λες και τον ντρεπόταν, του είπε:

          --- Δεν κοιμήθηκα όλη νύχτα από τα κουτσομπολιά που ακούω για σένα!

          Αυτός  την κοίταξε ξαφνιασμένος κι έδειξε να νεκρώθηκε ολόκληρος. Κι αφού απόμεινε για λίγο με την όψη του να τη σκιάζει μια ωχρότητα, της είπε φανερά στενοχωρημένος:

          --- Πρώτη φορά τ΄  ακούς αυτά; Γιατί σε τρομάζουν!

          --- Δε με τρομάζουν αλλά με στενοχωρούν όπως κι εσένα. Να ξέρεις πως δεν έχω τίποτα μαζί σου η κακομοίρα και το μόνο που θέλω είναι η ευτυχία σου. Γι’ αυτό νοιάζομαι και μη νομίζεις πως το κάνω από κακία ή από ζήλια. Όμως δε μ’ ακούς και δίνεις κακή εντύπωση στον κόσμο. Έτσι χαίρονται οι εχθροί σου και γελάνε όλοι τους με την ψυχή τους.

         Χτύπησε ελαφρά το δεξί του χέρι στο τραπέζι ενώ με το άλλο απίθωσε το βιβλίο μπροστά του και το έσπρωξε ελαφρά ως τη μέση του τραπεζιού κοντά σ’ ένα σημειωματάριο. Ύστερα της είπε με εύθυμο τρόπο για να δικαιολογήσει την αδιαφορία του για όσα του έσερναν οι κακές γλώσσες:

           --- Με ζηλεύουν γι’ αυτό το κάνουν! Κι αυτοί που το κάνουν και με συκοφαντούν, άντρες ή γυναίκες να ξέρεις πως δεν είναι αναμάρτητοι ούτε κατά το ελάχιστο! Εγώ ξέρω όλες τους τις αμαρτίες αφού με τόσο θράσος μου τις εξομολογούνται ενώπιον του Θεού! Δεν κοιτάνε πρώτα τα δικά τους σακούλια πριν κοιτάξουν τα δικά μου!  

          Η Μαρία έβαλε τα γέλια και με μια πικρόχολη διάθεση του είπε:

           --- Μπα σε καλό σου, παπά μου, μ’ έκανες και γέλασα απόψε με το παραπάνω! Όμως αυτό δε σημαίνει πως εσύ ξέροντας τις αμαρτίες των άλλων είσαι αναμάρτητος. Αν ήσουν δε θα άκουγα τόσα!

           --- Τόσα! της έκανε παίζοντας με τη λέξη αυτός που την άφησε να βγει με μια ελαφρά μουσικότητα ενώ έσκασε κι ένα γελάκι.

           --- Τόσα, ναι! επανέλαβε αυτή και τον κοίταξε με κάποιο δισταγμό.

           --- Όχι και τόσα! διαμαρτυρήθηκε τρυφερά ο παπα- Καλλίνικος και ψιθύρισε: << για ένα ακούς! για τη Ρόζα θαρρώ!>>

           Η Μαρία αναστέναξε με το βλέμμα της ίσα πάνω του να τον σουβλίζει και του είπε:

          --- Ναι, γι’ αυτή!        

          --- Σαν τι ακούς; της ψέλλισε αυτός κι έβαλε την παλάμη του δεξιού του χεριού στ’ αυτί με αστείο τρόπο.

            --- Να, τα συνηθισμένα!  Πως σχετίζεσαι μ’ αυτή τη γυναίκα και την αγαπάς σαν τρελός!  Σ’ έχει ξετρελάνει και σ’ έχει ξεμυαλίσει, λένε, και κάθε βράδυ ξενυχτάς μαζί της στο μπαρ το  << Ναυάγιο>> στην παραλία που δουλεύει. Λένε ακόμη πως το έχει πληροφορηθεί κι ο δεσπότης και σκέφτεται να σε ξυρίσει και να σου βγάλει τα ράσα. Η υγεία σου ψιθυρίζουν δεν είναι και η καλύτερη, εννοούν βέβαια την αρρώστια των ματιών σου, που επιδεινώνεται με τον καιρό σαν το έχεις ρίξει στις απολαύσεις της νύχτας με το τσιγάρο, το ποτό και το ξενύχτι. Θεέ μου, κόλασέ με, μην πω και με το κορμί της αγαπημένης σου που σε μπάζει ανυπερθέτως στην πύρινη φωτιά της κόλασης.

           Ο παπα - καλλίνικος φάνηκε να το διασκέδασε μ’ αυτά που άκουσε αλλά και με τον ιδιαίτερο και σκωπτικό τρόπο που είχε στην αφηγηματική της ροή η καλή τούτη πνευματική του συντρόφισσα κι έσκασε τα γέλια με μια ξέφρενη φρενίτιδα ψυχικής έπαρσης. Κι αφού σταμάτησε το γέλιο, της είπε κουνώντας με νόημα το κεφάλι του:

         --- Πες μου έναν ή μια που ξεστόμισε αυτές τις κατηγορίες! Πολύ θα ήθελα να συγκριθώ μαζί τους!

         Μια διστακτικότητα φάνηκε στο πρόσωπο της γερόντισσας και μια ανησυχία έντονη στα δυο της μικρά και χωμένα μέσα στις κόγχες τους, μαύρα μάτια. Έτσι με κάποια καθυστέρηση του αποκρίθηκε χαμηλόφω- να:

         --- Απ’ τον κόσμο τ’ άκουσα σου λέω!

         Ο παπα - Καλλίνικος γέλασε με την κουτοπονηριά της. Ωστόσο της έδειξε πως την κατανοούσε για να συνεχίσει την κουβέντα μαζί του. Κι αυτή τότε συνέχισε:

          --- Κι εσύ δε φυλάγεσαι, παπά  μου! Δεν είσαι σαν εμάς εσύ, φοράς ράσα και είσαι αντιπρόσωπος του Θεού πάνω στη γη. Πρέπει να κρύβεσαι σαν έχεις μπει στον πειρασμό να αμαρτήσεις κι όχι ο κόσμος να το ΄χει τούμπανο κι εσύ κρυφό καμάρι! Κι έχεις αμαρτήσει σίγουρα απ’ ότι ξέρω! Είναι κι ο κόσμος βλέπεις, όπως σου είπα που το λέει! Σ’ αυτόν πρέπει να φαίνεσαι άγιος αλλά και να είσαι! Την αγιοσύνη σου αγαπούν οι άνθρωποι κι όχι εσένα!

          --- Ναι, αλλά δεν μπορώ να ενδυθώ το ένδυμά της γιατί μου πέφτει βαρύ κι ασήκωτο. Θέλω να είμαι ιερέας αλλά να ζω σαν απλός άνθρωπος. Δεν μπορώ να καταπιέζω τα ένστιχτα και τις αισθήσεις μου γιατί αυτό είναι αντίθετο με τη θέληση της  φύσης που μας τα χάρισε για να απολαύσουμε τις χαρές και τις ηδονές τής ζωής. Εξ’ ορισμού δε αυτή είναι και η θέληση του Θεού, να αξιοποιούμε κατά τον καλύτερο και ωφελιμότερο τρόπο τα δώρα του.

           --- Και ευχαριστιέσαι να πηγαίνεις με την κοινή αυτή γυναίκα;

           --- Συγκρατήσου και μη μιλάς έτσι για την τιμιότητα της ψυχής της! Εργάζεται κι έχει στόχους και οράματα όπως όλοι μας. Η σοφία τού Θεού δεν είναι λιγότερη σ’ αυτή απ’ ότι σε σένα.

           --- Μα, είναι αμφιβόλων ηθών!

           --- Καθόλου!

           --- Πώς καθόλου. Και μένα η ζωή με προίκισε με γνώση, το ξέρεις καλά! Είμαι κοινωνική λειτουργός κι έχω καταπονηθεί στην ανάγνωση πολλών και χρήσιμων βιβλίων. Έχω ως εκ τούτου  αποκτήσει μια καλή παιδεία για την αξιολόγηση των επαγγελμάτων και την ψυχογραφία των ανθρώπων που τα υπηρετούν. Και η Ρόζα μη μου πεις πως δαχτυλογραφεί ή μεταφράζει κείμενα στο κλαμπ τα βράδια που εργάζεται;

          --- Όχι! Αν υπονοείς πως έχει πέσει στην αμαρτία σε πληροφορώ πως το έχω επισημάνει κι εγώ και προσπαθώ να τη σώσω και να την φέρω  στο δρόμο του Θεού! Την αγαπώ όπως σου έχω εκμυστηρευθεί και ζω μόνο γι’ αυτή. Τη δική της την αγάπη την εννοώ αλλά δεν την έχω νιώσει σαν πύρινη λαίλαπα ακόμη στο κορμί και στην ψυχή μου. Ίσως να μην την εκδηλώνει απεριόριστα και με πάθος. Όμως διαβλέπω πως  με θεωρεί σαν το μοναδικό της άντρα που την προσέχει και ενδιαφέρεται ανυστερόβουλα για τη σωτηρία της.

          Τον κοίταξε με πλάγιο βλέμμα η οικονόμος και σκάζοντάς του ένα μικρό γέλιο με το πάνω της χείλι, του είπε πειραγμένη:

          --- Στο Θεό που πιστεύεις και υπηρετείς, παπα- Καλλίνικε, πιστεύεις πως μπορεί μια γυναίκα της νύχτας όπως η Ρόζα που έχει πουλήσει το κορμί και την ψυχή της στο διάβολο να αλλάξει ζωή και να γίνει σωστός άνθρωπος απαλλαγμένος από πάθη και ηδονές;

         Ύψωσε το βλέμμα του ψηλά στον ουρανό εκείνος, τα κάρφωσε για λίγο σ’ ένα σημείο κι έδειχνε σαν να προσευχόταν. Ύστερα με μια γλυκιά χλωμάδα στο πρόσωπο της είπε με μια σιγουριά στα λόγια του:

         --- Μπορεί!          

         --- Πώς;

         --- Αν βρει την ειρήνη στην ψυχή της!

         --- Και πώς θα την βρει;

         --- Αν καταλάβει πως το έργο που κάνει και αμείβεται γι’ αυτό είναι πολύ κατώτερο και πρόστυχο από εκείνο που θα μπορούσε να κάνει με τη σοφία της! 

          Κούνησε το κεφάλι της και μουρμούρισε:

          --- Έτσι βρίσκουμε τον ίσιο δρόμο, ε; φιλοσοφίες, θαρρώ!

          --- Δεν είναι καθόλου φιλοσοφίες. Άκουσε τι θέλω να πω. Από το πάθος έρχεται η σύγχυση του νου και κάνεις ό,τι θέλεις. Αν αποβάλλεις το πάθος και μπεις στο δρόμο του λογικού, γλιτώνεις απ’ την  καταστροφή. Η Ρόζα περνά τώρα τη φάση του πάθους της. Αν τη βοηθήσω και το ξεπεράσει, θα ξεφύγει κι από την ηδονή που της προσφέρει. Εύκολα πια θα δείξει αποστροφή από το πάθος της και λησμοσύνη. Έτσι η καρδιά της θα  βρει τη γαλήνη για να ‘ρθει σιγά- σιγά η ειρήνη στην ψυχή της που προείπα και φυσικά και η σωτηρία της!

           Έσφιξε τα χείλη της εκείνη και φάνηκε να μη συμφωνεί με την παραστρατημένη του λογική. Και με υπερβολική δόση ειρωνείας στα λόγια της του είπε:

            --- Άκουσε καλέ μου φίλε και παλιόφιλε. Αυτά που μου λες εγώ δεν τα καταλαβαίνω και πολύ και τα θεωρώ τιμημένα μεν αλλά απραγματοποίητα. Το θεωρείς μου λες, απλά, πως πολύ εύκολα η Ρόζα μπορεί να ξεχάσει το ποτό και το κρεβάτι ! Αν είναι δυνατόν!

            Φάνηκε να βρέθηκε σε δύσκολη θέση ο παπα- Καλλίνικος και το έδειξε μ’ ένα στριφογύρισμα που έκανε στη θέση του. Και με μια διάθεση που έδειχνε βασανισμένη της αποκρίθηκε με σβηστή φωνή:

              --- Δύσκολο είναι αλλά με τη δύναμη της θέλησης όλα γίνονται!

              --- Καλά που δεν μου είπες με τη θέληση του Υψίστου! τον ειρωνεύτηκε αυτή κι έβαλε τα γέλια. 

              --- Απόταξε το σατανά, Μαρία και μην πιάνεις τ’ όνομα τού Θεού χωρίς λόγο στα χείλη σου. Η φροντίδα μου για τη Ρόζα είναι εντολή από άνωθεν και είμαι υποχρεωμένος να την υπακούσω. Σε καμιά περίπτωση δεν είμαι διατεθειμένος να κάνω ούτε ένα βήμα πίσω.

             --- Την αγαπάς, ε!   Γι’ αυτό τα λες αυτά! Το είπες κι εσύ αλλά το έχω καταλάβει κι εγώ και δεν βυζαίνω το δάχτυλο όπως θέλεις να πιστεύεις. Ωστόσο έχω υποχρέωση να σου πω μερικές αλήθειες και να σε συμβουλεύσω σαν μεγαλύτερη που είμαι.

              --- Κατάλαβα, αυτές τις συντηρητικές κι αναχρονιστικές σκέψεις που έχουν βαθιά τις ρίζες τους στον πρωτόγονο άνθρωπο και τον Μεσαίωνα. Όλα τότε γίνονταν με το θέλημα του μάγου, την καλή θέληση του φεουδάρχη και την ανελέητη σκληρότητα της εκκλησίας. Ωστόσο και τότε παρά το σκοτάδι υπήρχε κι ένας ελεύθερος και ρομαντικός τρόπος προσέγγισης της ζωής και του έρωτα. Πάντα όμως με θύματα κάποιους θαρραλέους μάρτυρες και υποστηρικτές των ενστίχτων. Έτσι σήμερα, δόξα τω Θεώ, η σχέση των φύλων έχει πάρει τη φυσική της τροχιά. Όμως υπάρχουν κάποια κοινωνικά στρώματα που παιδεύονται και τυραννιούνται  ακόμη από μια νεωτεριστική συντηρητικότητα που δε λέει να εξαλειφτεί. Κι εμείς στην οργάνωση που είμαι μέλος << Οι ιππότες της Εδέμ >> σ’ αυτό αποβλέπουμε, στην ολοκληρωτική ελευθερία του ανθρώπου και του κλήρου από  βίαιες κι αναχρονιστικές αντιλήψεις. Η έδρα της είναι κρυφή προς το παρόν ενώ τα μέλη της, κυρίως κληρικοί   προπαγανδίζουν  με κάθε επιφυλακτικότητα τις αρχές της που σε γενικές γραμμές είναι η επέκταση της εκκλησίας στην κοσμικότητα, η δραστηριοποίησή της σε επιχειρησιακό έλεγχο της περιουσίας της με ωφελιμιστικούς και κοινωνικούς σκοπούς για τον άνθρωπο, η κατάργηση του ράσου η αφαίρεση της γενειάδας και η αλλαγή μερικών δογμάτων και αιρέσεων που υποβόσκουν το μέλλον της εκκλησίας.  Εν ολίγοις μια καλύτερη θρησκεία και μια πιο καλή εκκλησία.

        --- Η αλήθεια είναι πως μ’ αυτά που μου είπες, μ’ έκανες  να σκέφτομαι περισσότερο την εκκλησία αλλά θέλω να μου πεις τι θα ωφελήσει εσένα και τη Ρόζα αυτή η προοδευτική εικόνα που πριν από λίγο μου ανέπτυξες. Οι μαύρες μάσκες των παπάδων και πάλι δε θα σας αφήσουν ήσυχους να πίνετε τους χυμούς σας! Προς τι λοιπόν μια τέτοια ασύγκριτη θεωρία για το τίποτα;

         --- Στοιχηματίζω πως δεν κατάλαβες τίποτα απ’ όσα είπα!

         --- Λέω, πως άλλο εσύ και η Ρόζα κι άλλο << Ιππότες της Εδέμ!>> Στη σχέση σας τι θα σας βοηθήσει η οργάνωση;

         --- Έτσι, ε; σε τι θα μας βοηθήσει; Μα δε σου είπα πως  την ενδιαφέρει η κοσμικότητα του κλήρου και η κατάλυση των θεσμών που ταπεινώνουν και ξευτελίζουν τον άνθρωπο; Αυτό σημαίνει πως και ο κλήρος δε θα υπόκειται σε διακρίσεις και περιορισμούς είτε αυτοί είναι κοινωνικής φύσεως είτε ηθικής.

            Εδώ η γερόντισσα έδειξε έτοιμη να εκραγεί ενώ τα μάτια της φάνηκαν να εξακόντισαν  μια λάμψη σαν πύρινη ρομφαία. Και με μια αλλόκοτη ορμή του είπε με ειρωνική διάθεση :

            --- Αυτό είναι, λοιπόν, πέσ’ το μου! Την ευχαρίστησή σας θέλει η οργάνωση και μόνο!  

             Η όψη του φάνηκε να πήρε καλόγνωμη χροιά και για να της δείξει πως κανένα φίδι δεν έκρυβε στον κόρφο της η οργάνωσή του, της είπε με ένα βλέμμα που σκόρπιζε ευλογία και ειλικρίνεια :

            --- Να αντιπαλέψει ζητά με την άλλη οργάνωση της σημερινής  πραγματικότητας  και να δείξει πόση βαρύτατη προδοσία κουβαλάει στους κόλπους της και τι ζιζάνια σπέρνει στην παγκόσμια κυριαρχία της επάνω στους κληρικούς, τους θνητούς και τα πιστεύω τους. Η τρανή τιμή που έχουμε να είμαστε άνθρωποι μειώνεται με τις θεωρίες αυτής της αναχρονιστικής σημερινής πραγματικότητας  ενώ η κάθε της οικονομία στο χειρισμό της πίστης είναι ολέθρια για το ποίμνιο του χριστιανισμού.

          --- Αν είναι έτσι που τα λες. πιστεύω πως επάξια ύστερα από καιρό κι αγώνες θα πάρετε τη θέση τής ανίερης αυτής σημερινής οργάνωσης και ίσως σώσετε και τον κόσμο! Επειδή όμως  με ντύνεις με δανεικές στολές και με βάζεις σε χώρους που δεν είναι της αρμοδιότητάς μου θα σε παρακαλέσω να προσγειωθούμε στα ημέτερα και τα καθημερινά. Έτσι αν και δε σου χτυπά ωραία στ’ αυτί θέλω να σε ρωτήσω: πού γνωρίστηκες με τη Ρόζα την αμαρτωλή αυτή γυναίκα που θα σου φάει το είναι σου και θα σου διαλύσει την υπόστασή σου;

           Αυτός  με καθάριο μάτι  λες και καραδοκούσε να της στήσει παγίδα και να  φέρει τη συζήτηση εκεί που ήθελε της αποκρίθηκε με μια διάθεση που έδειχνε αποκάρδιωση και μαρασμό:

           --- Με βάζεις σε πειρασμό, γερόντισσα!  Πιστεύεις αν σ’ το πω θα βγούμε στο ξέφωτο;

           Αυτή σαν να απόμεινε κατάπληχτη του έκανε,  με τρυφερή φωνή ενώ δεν απέφυγε να του δείξει τη γελαστή της όψη:

           --- Το ωραίο όσο άσχημο κι αν φαίνεται, πάντα είναι ωραίο!

           --- Δώσ’ μου το χέρι σου να σε πάω σε ονειρικούς κήπους και μεθυσμένες στιγμές! είπε εκείνος και συνέχισε: Θα ήταν περασμένα μεσάνυχτα που καθισμένος με τους αμαρτωλούς φίλους μου στο μπαρ το << Ναυάγιο>>  σ’ ένα τραπέζι τα πίναμε και συζητούσαμε επιτυχώς και με συνέπεια ένα κοινωνικό θέμα που αφορούσε τη μετανάστευση των λαών. Και ξαφνικά ενώ η κουβέντα μας έβαινε με επιτυχία στο τέλος της μια γυναίκα με πλησίασε και ήρθε και στάθηκε σαν ουράνια θεά πάνω απ’ το κεφάλι μου. Γύρισα και την κοίταξα στο λιγοστό και θαμπό φως που άφηναν τα φώτα τής κατάμεστης αίθουσας. Αν και νόμισα πως ονειρευόμουν μπόρεσα και κατέγραψα όλα της τα κάλλη που τη στόλιζαν κι όλη της την ομορφιά και την γοητεία που την έκαναν ανομολόγητη εξωτική ύπαρξη. Ήταν ψηλή, με μαύρα μάτια γεμάτα φρεσκάδα και λάμψη με μια λάγνα ακτινοβολία που σε μεθούσε και σε τρέλαινε, στήθη χυμένα έξω από το κόκκινο  φουστάνι και χείλη πυρακτωμένα σαν φωτιά που σ’ έλιωνε. Το πρόσωπό της, λευκό, ολόλευκο σαν το χρώμα του κρίνου και η φιληδονία που εξέπεμπε σε τρόμαζε λες και οι ανοιχτές πληγές του έρωτα που σου υποσχόταν πως θα σου προξενούσε δε θα είχαν γιατρειά. Κοιταχτήκαμε στα μάτια ενώ μια ασύγκριτη έλξη ανάβλυσε από τις ψυχές μας. Αυτή χωρίς να με προσπεράσει έγειρε χαριτωμένα και κάθισε κοντά μου με μια ανάερη κίνηση που ξεχώριζε για τη σβελτάδα και την καλή της θέληση. Άπλωσε ύστερα το μακρύ δεξί της χέρι κι αφού το έφερε στα γένια μου, άρχισε να τα χαϊδεύει με μια απαράμιλλη τέχνη και απαλότητα που μ’ έκαναν να νιώσω μια πρωτόγνωρη μαγεία κι ένα αλλόκοτο και αρχέγονο άγγιγμα, τέτοιο που δεν είχα νιώσει ποτέ ως εκείνη τη στιγμή στη ζωή μου. Κι αμέσως ένιωσα ένα  ανεπαίσθητο τράβηγμα, μέσα μου κάτι σαν παιχνίδι κι όχι σαν τιμωρία, ενώ η χαμηλόφωνη φωνή της που έμοιαζε να είχε μέσα της το σπέρμα τής ντροπαλότητας, συνόδεψε την κίνησή της, λέγοντάς μου, γλυκά στ’ αυτί:  <<Θέλεις να στα ξεριζώσω τώρα, καλέ μου, παππούλη;  Τι  παράδειγμα θα δώσεις στο ποίμνιό σου αφού η δική σου ζωή είναι έκλυτη και αμαρτωλή και δεν μπορείς να τη σώσεις;>>  Και πιάνοντας το ποτήρι μου με το ουίσκι, μου είπε άκρως εντυπωσιακά που έκανε τους άλλους να τη θαυμάσουν και να την επευφημήσουν μ’ ένα δυνατό γέλιο:  << Τούτο το καφετί υγρό που αφήνεις και κυλάει στα ασυνήθιστα σπλάχνα σου θα γίνει να ξέρεις με τον καιρό αφρισμένο κύμα που θα σε καταπιεί! Σε ξορκίζω λοιπόν στην ειλικρίνειά μου και στην εντιμότητά σου να φύγεις από εδώ μέσα και να απαρνηθείς για πάντα τούτο το φριχτό μέρος της κόλασης! Όποιος ζει εδώ μέσα καμία εκκλησία δεν τον χωράει!>> 

          Είχα μείνει άφωνος και δεν έβλεπα τίποτα άλλο εκείνη τη στιγμή από σταχτιά, κόκκινα και μαύρα πνεύματα να τριγυρίζουν στην αίθουσα. Κι ενώ προσπάθησα να αποσπαστώ από την αμαρτία που μ’ έσφιξε κάνοντας μια μικρή κίνηση με το δεξί μου χέρι να απομακρύνω τη γυναίκα, δεν το κατόρθωσα γιατί συμπλήρωσε  με υπερβολική αυθάδεια  που με συνεπήρε και με ανάγκασε να την ακούσω: <<Με τους κολασμένους δεν έχεις ζωή, παππούλη! Εσύ πρέπει να πας στ’ άγια ποτήρια σου κι όχι να φοράς το στέμμα του αλκοολικού εδώ μέσα! Μπα, σε καλό σου! Τι ήρθες να κάνεις στο  σπίτι τής αμαρτίας, δε βλέπεις που σε φοβερίζει και η ψυχρή του πνοή σε διώχνει;>>

         Εγώ τότε την κοίταξα λίγο σαν χαμένος και όταν συνήλθα και βρήκα πάλι το κουράγιο και την αξιοπιστία μου, της ψιθύρισα ενώ η ματιά της με τρυπούσε σαν μαχαίρι:  <<Τέκνο μου, αυτό που κάνω είναι έργο του Θεού κι εγώ εκτελώ τις εντολές Του. Με στέλνει εδώ για να σώσω τα απολωλότα πρόβατά του και με τη θέλησή Του να τα βάλω στο δρόμο της πίστης που πάντα δίνει λαμπρή εξουσία στον κατέχοντα την υψηλότητά της. Το θέμα τούτο της σωτηρίας των αμαρτωλών ψυχών μ’ ενδιαφέρει κι αυτό μόνο με κάνει να γεμίζω δυο φορές το ποτήρι μου. Σαν βγαλμένοι από τους  τάφους είναι όλοι τούτοι που κάθονται τριγύρω μας και πίνουν. Πώς είναι δυνατόν να μη νιώθω φρίκη για το κατάντημά τους αυτό; >> Έγειρε τότε και με χάιδεψε τρυφερά στο κεφάλι με το απαλό λευκό της  χέρι ενώ ο λόγος της καυτερός σαν το ατσάλι μου πλήγωσε τ’ αυτά : << Δε φοβάσαι μήπως σαν συναναστρέφεσαι με τους αμαρτωλούς γίνεις κι εσύ χειρότερος; >>

         Σήκωσα μ’ ένα τίναγμα το κεφάλι μου και της έκανα ξαφνικά με δυνατή φωνή: << Όχι!>> 

          Φάνηκε κυριολεκτικά να τα ‘χασε κι έδειξε ξαφνιασμένη. Εγώ αντίθετα έδειχνα να της ήμουν ευγνώμων που έδειχνε και το παραμικρό ενδιαφέρον για μένα. Τότε έσκυψε το κεφάλι για να απαλλαγεί φαίνεται από το συναίσθημα της ντροπής που ένιωσε κι αφήνοντας να ξεχυθεί πάνω μου όλη ή έτσι τουλάχιστον νόμισα, η πονηρή έκφρασή της, ψιθύρισε δήθεν εξοργισμένη: << Πρώτη μου φορά συναντάω τέτοια προκλητική αυθάδεια από ιερέα! Είσαι ήδη αμαρτωλός μόνο και μόνο που βρίσκεσαι εδώ μέσα. Μήπως πιστεύεις το αντίθετο;>>

          << Μα σου εξήγησα >> της είπα, << πως ο σκοπός μου εδώ είναι πνευματικός κι όχι υλιστικός. Δεν έρχομαι για να προσφέρω απόλαυση στη σάρκα μου με την κατανάλωση αλκοόλ και τις περιστασιακές περιπτύξεις με κάποια γυναίκα, αλλά να μπω στη διαδικασία τής σωτηρίας των παραστρατημένων. Το σκέφτηκα πολύ μέχρι να πάρω αυτή την απόφαση, ζυγίζοντας τα υπέρ και τα κατά μιας τέτοιας επικίνδυνης για τη ζωή μου αποστολής. Όμως υπερίσχυσε η εντολή του Θεού και ανέλαβα το θεάρεστο αυτό έργο κι ό,τι εκτελώ να ξέρεις πως το κάνω αθόρυβα και πάντα τη νύχτα>>.

          <<Η εντολή του Θεού, τέκνο μου;>> μου έκανε ειρωνικά και με κοίταξε παράξενα.

          <<Ναι>> της είπα, << ξεχνάς πως είμαι παπάς κι έχω δαμάσει τα πάθη μου; Έτσι ο νους μου δε βρίσκεται σε σύγχυση και μπορεί να ξεχωρίζει το καλό από το κακό. Γι’ αυτό τους πειρασμούς τους θεωρώ ένα ασήμαντο  κοντσέρτο που μ’ ευχαριστεί προς στιγμή αλλά μετά το ξεχνάω >>. 

            Άπλωσε σαν τελείωσα τα λόγια μου το κατάλευκο μακρύ της χέρι κι αφού πήρε το σταυρό που κρεμόταν μπροστά στο στήθος μου και τον έσφιξε στα όμορφα στενά καλλίγραμμα δάχτυλά της, μου είπε με μια ανακριτική διάθεση που φάνηκε να της ξέφυγε αλλά την παρέσυρε η στιγμή:

            << Μπαινοβγαίνεις ταχτικά τα βράδια εδώ μέσα, παππούλη κι αυτό σύμφωνα με τη λογική υποκινεί μια ύποπτη σκοπιμότητα στη νυχτερινή σου ζωή. Αμφιβάλλεις;>>

            Αυτό μου το είπε με τέτοιο τρόπο που ένιωσα θανάσιμες ενοχές και σκέφτηκα αν θα έπρεπε να συνεχίσω να συζητάω μαζί της  και να μείνω ή να φύγω.

           --- Κι έμεινες! η φωνή της γερόντισσας που με δυσκολία συγκρατούσε την οργή της όση ώρα μιλούσε, τον διέκοψε για να του υπενθυμίσει εν συντομία πως πολύ το διασκέδαζε να μιλά με τη Ρόζα παρά που σκεφτόταν να εγκαταλείψει το κολαστήριο της ψυχής.

           Αυτός έδειξε λίγο νευρικός αλλά συνέχισε:

           --- Καλά! Καλά! εσύ λέγε ό,τι θες αλλά εγώ έκανα το πνευματικό μου καθήκον εκείνη τη στιγμή κι έπρεπε να μην παρασυρθώ από την αλαζονεία της στιγμής και να την εγκαταλείψω αφού και η ίδια ήταν πάσχουσα και αμαρτωλή και χρειαζόταν τη βοήθειά μου και κατ’ επέκταση και τη βοήθεια του Θεού. Έτσι αμέσως της εξήγησα υπό τα βλέμματα και των άλλων θαμώνων πως μπαινόβγαινα στο μπαρ για λόγους ιεροσύνης και μόνο και δεν είχα καμιά διάθεση να γευτώ τα θανάσιμα αμαρτήματα που αφήνει η έκλυτη νυχτερινή ζωή στα σώμα και την ψυχή του εραστή της νύχτας. Ωστόσο φάνηκε να μην την έπεισα γιατί με διάθεση ειρωνείας με ρώτησε:

            << Προλαβαίνεις, παππούλη τόσο τα πνευματικά σου καθήκοντα όσο και τα γήινα ή κοσμικά, πως αλλιώς να στα πω. Κι όταν αρχίζεις ένα χορό με κάποιο απ’ αυτά πως τον τελειώνεις; Πρέπει να κουράζεσαι πολύ;>>

            Κατάλαβα πως με πείραζε και πως το ενδιαφέρον της ήταν μάλλον επιφανειακό παρά αληθινό και πλέρια συναισθηματικό. Ωστόσο δεν πτοήθηκα αλλά προσπάθησα να της φανερώσω την αλήθεια και με μια κατάλληλη απόχρωση στα λόγια μου, της αποκρίθηκα:

             << Με κουράζει αυτό που κάνω, αλλά δεν μπορώ να το αποφύγω γιατί είμαι αιχμάλωτος της δύναμης που με συνεγείρει εσωτερικά και μου λέει πώς να δρω προκειμένου να σώσω κάποιον από το ποίμνιό μου. Μπορεί να σου φαίνεται πως μιλάω όχι και τόσο επιδέξια αλλά έτσι είναι. Είμαι αντιπρόσωπος του Θεού και η εμφάνιση της αμαρτίας δεν είναι καινούριο φρούτο! Πρέπει να με καταλαβαίνεις τι θέλω να πω!>>  

              Φάνηκε δύσπιστη και για λίγο έδειξε την εικόνα κάποιου εκστατικού ιερομάρτυρα. Και με την άκρη της γλώσσα της αφού σήκωσε ελαφρά το πάνω χείλι της, με ρώτησε:

               << Και γιατί επιλέγεις για τη σωτηρία της ψυχής τους το μπαρ με τη νυχτερινή του ζωή κι όχι τον ευλογημένο χώρο της εκκλησίας; >>

               Ήταν πολύ εύκολο να της απαντήσω και με κάθε τιμιότητα της αποκρίθηκα:

              << Γιατί εδώ μπορώ να πλησιάσω τους νέους και με κάθε ειλικρίνεια κι απροκάλυπτη  εσωτερική ανταρσία είμαι σε θέση να τους συναναστραφώ  και να τους  εξηγήσω πως πρέπει να ζουν με αξιοπρέπεια και κοντά στο Θεό. Ο χώρος της εκκλησίας δυστυχώς είναι οχληρός έτσι διαμορφωμένος που είναι κι αυτό τους κάνει ν΄ αποφεύγουν τις συχνές επισκέψεις τους σ’ αυτές. Η καλή συνταγή λοιπόν της προσέγγισής τους είναι αυτή που θέλει τον ιερέα να πηγαίνει αυτός στα δικά τους κατακτημένα μέρη>>.

              Τα φωτεινά της μάτια εκείνη τη στιγμή με αγκάλιασαν με κάθε τρυφερότητα κι αφού συνόδεψε το βλέμμα της με μια αστραφτερή λάμψη σαν από το φως του ήλιου, μου είπε  με αστείο τρόπο:

              << Μήπως έχεις σκοπό να σώσεις και μένα παππούλη;>>

              Αφού κι εγώ διέσχισα με ταχύτητα με το δικό μου βλέμμα την οξεία της ματιά, της αποκρίθηκα με κάποια διστακτικότητα ύστερα από τον αιφνιδιασμό που δέχτηκα από τα λόγια της:

              << Αν είναι αναγκαίο, ναι, αγαπητή μου πρέπει να το κάνω! >>

              Εδώ σταμάτησε ο παπα- Καλλίνικος και μέσα σε μια φυσικότητα, ρίχνοντας λοξές ματιές στη γερόντισσα της είπε:

             --- Να μη στα πολυλογώ από εκείνο το βράδυ παλεύω να τη σώσω! Μου το ζήτησε η ίδια και αν προβλέπω πως  μπαίνω σε μια εποχή θύελλας μαζί της αποφάσισα  να τη μυήσω στην υπέροχη διδασκαλία του Ναζωραίου! Θα μου πεις μια τόσο σκοτεινή ψυχή είναι δυνατόν να φωτιστεί και με το πιο λαμπρό φως της θρησκείας μας; Δεν ξέρω, αλλά θα δω τι θα κάνω.

              Πήρε το κομποσκοίνι του από μπροστά του κι άρχισε να το παίζει  με μια ήρεμη διάθεση ενώ έδειχνε να το βαστά ανάμεσα στα δάχτυλά του και με εμφανή τα σημάδια του σεβασμού προς το αριστοτεχνικό αυτό κομψοτέχνημα. Ύστερα αφού το χόρτασε και με την εξέχουσα μορφή του ιππότη, κοίταξε τον ουρανό κι αφού θαύμασε τον πολυπληθή αστερισμό του, πρόσθεσε:

              --- Μπα δεν είναι δυνατόν, να μη στο έχω πει! Είναι κι ένας παραπάνω λόγος που πάω στο μπαρ το << Ναυάγιο>> από το πρώτο βράδυ εκείνο που γνωριστήκαμε και οφείλω να στον πω: Είδα ένα όνειρο το άλλο ακριβώς βράδυ που το θεωρώ σημαντικό και προφητικό και μου στέλνει το μήνυμά του, που μου το λέει χαρακτηριστικά να τη σώσω! Ακόμη κι ο κόσμος να χαλάσει δε θα την εγκαταλείψω ποτέ!

             Η γερόντισσα του έκανε νεύμα να της το διηγηθεί κι εκείνος αφού άρχισε να κυρτώνει λίγο το κορμί του προς τα εμπρός, άρχισε:

             --- Να, περπατούσα σ’ ένα κάμπο απέραντο, κάτω από ένα ήλιο καυτό ενώ δεν υπήρχε ούτε δέντρο αλλά ούτε πηγή με νερό να δροσιστώ. Κι εκεί που είχα απελπιστεί και παρακαλούσα ν’ ανοίξει η γη και να με καταπιεί, να’ σου και παρουσιάζονται μπροστά μου δυο γυναίκες. Η μια ντυμένη στα μαύρα κ’ η άλλη στα λευκά.  Με πλησιάζει η γυναίκα με τα μαύρα και μου λέει:   << Διψώ ! >>  Της έδειξα κι εγώ ένα πηγάδι που φάνηκε εκείνη τη στιγμή αριστερά μου και της είπα: << Να, το πηγάδι, κατέβα και πιες όσο θέλεις. Κανένας δε θα σε μαλώσει! >>   Κίνησε η γυναίκα με τα  μαύρα και κατέβηκε στο πηγάδι να πιει.  Σε λίγο ακούστηκαν φωνές. Τρέξαμε με τη γυναίκα με τ’  άσπρα και τι να δούμε. Η γυναίκα με τα μαύρα ήταν  πνιγμένη μέσα στο νερό!  Τραβηχτήκαμε λίγο πιο πέρα απ’ τα χείλη του πηγαδιού και τότε μου λέει η γυναίκα με τ’ άσπρα : << Διψώ! >>   Της έδειξα το πηγάδι. << Όχι! >> μου κάνει κι έβαλε τις φωνές και τα κλάματα, << όχι! μη με στέλνεις εκεί, δε θέλω να χαθώ και να πεθάνω! Θέλω να με πάρεις από τούτο το άνυδρο και σκληρό μέρος του διαβόλου και να με σώσεις! >>   << Ποια είσαι; >> της κάνω τότε κι εγώ. << Η Ρόζα! >> μου λέει αυτή κι έπεσε στην αγκαλιά μου κλαίγοντας. Ξύπνησα. Έτρεμα από το φόβο και μέσα στην ταραχή μου, έκανα όρκο να τη σώσω γιατί μου το ζήτησε. Κι από τότε μετά απ’ αυτό τ’ όνειρο τρέχω κοντά της να τη σώσω!

          Πέρασε τα χέρια του στα μαλλιά του σαν τελείωσε και φάνηκε πως χάρηκε πολύ που έκανε τις τρυφερές αυτές αποκαλύψεις σ’ ένα δικό του εμπιστευτικό πρόσωπο. Και σαν διέγνωσε πως η οικονόμος του τα δέχτηκε όλα αυτά που της είπε με φιλική υποδοχή αν και στο βάθος είχε κάποια αντίρρηση για τη σχέση του αυτή, πρόσθεσε με σεμνότητα:

           --- Ακόμη δεν έχω κάνει τίποτα για να τη σώσω! Η Ρόζα είναι  βουτηγμένη ολόκληρη στην αμαρτία και ποιος ξέρει πόσα βράδια να με χρειάζεται κοντά της!

          Η γερόντισσα στα λόγια του αυτά, σηκώθηκε κι άρχισε να μαζεύει το τραπέζι ενώ ψιθύρισε << η ζωή είναι ωραία ! >> και μπήκε μέσα, λέγοντάς του με την  απαραίτητη οικειότητα που τη διέκρινε:

           --- Βράζει το αίμα σου, παπά μου, αλλά πρόσεξε από το πολύ το βράσιμο μην κόψει! και γελώντας του υπενθύμισε να πάει να πλαγιάσει γιατί η αυριανή μέρα ήταν πολύ φορτωμένη.         

             

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

                               ΚΕΦΑΛΑΙΟ  ΔΕΥΤΕΡΟ  

 

 

 

              Ξύπνησε ο παπα- Καλλίνικος χωρίς κέφι, όλο νεύρα και μ’ ένα κεφάλι βαρύ κι ασήκωτο. Φόρεσε το αντερί  και το σκούφο του και σαν κρέμασε και το μεγάλο του σταυρό, κατέβηκε τις σκάλες και πήρε το δρόμο για το γηροκομείο, όπου στις εννιά θα έπαιρνε την έκθεση της επιτροπής για να την προωθήσει στο δεσπότη να την υπογράψει και να πάρει τις σχετικές οδηγίες του για τα περαιτέρω που αφορούσαν την ανέγερση της νέας πτέρυγας. 

            Οι επισκέψεις του στο γηροκομείο ήταν ταχτικές, απαραιτήτως τουλάχιστον μια φορά το μήνα κι όταν τον καλούσαν εκτάκτως τις πύκνωνε  σαν έκρινε πως η παρουσία του ήταν απαραίτητη. Καθόταν στο λιτό δικό του γραφείο, μ’ ένα μικρό ξύλινο τραπέζι απέναντι, δυο καρέκλες, λίγες κόλλες της αναφοράς κι ένα μολύβι για τις σημειώσεις του και στον τοίχο κρεμασμένες μέσα σε κάδρα οι τέσσερις εποχές, σαν ένδειξη έλεγε του αέναου κύκλου της ζωής και της συνεχούς ανανέωσής της.  

           Αυτό ζητούσε να κάνουν και οι άλλοι που εργάζονταν  στο γηροκομείο και να μη θαμπώνονται από το φως τού λούστρου που ακτινοβολούν τα ακριβά και λουστραρισμένα πράγματα αλλά να συμβιβάζονται με την απλότητα και τη λιτότητα που είναι γνωρίσματα του συνετού και αυτάρκη ανθρώπου, πλασμένου καθ’ ομοίωση και του Θεού αλλά και της φύσης.  Και για να μη φαίνονται πως αυτά που έλεγε ήταν ρηχά τα εφάρμοζε και ο ίδιος και όλος του ο βίος ήταν απλός και λιτός χωρίς τις προκλήσεις και τις αστραφτερές στιγμές που είναι αγκάθια στα μάτια του κόσμου. Σε πολλούς φάνηκε ιδιαίτερα ταπεινό που και η χρήση του φτηνού αυτοκινήτου του εγκαταλείφθηκε προς όφελος της απλής ζωής και οι μετακινήσεις του με αυτό γίνονταν μόνο σε εξαιρετικές περιστάσεις..

            Στο γραφείο τον υποδέχτηκε η προϊσταμένη, μια μεσόκοπη ευγενική κυρία που μετά τις φιλοφρονήσεις και την εγκαρδιότητα που του εξεδήλωσε, του σερβίρισε καφέ και φρυγανιές με βούτυρο. Ύστερα πήρε από την απέναντι πλευρά ενός μικρού τραπεζιού ένα φάκελο και του τον έδωσε.  Κάτω από την ένδειξη <<Έκθεση της επιτροπής του γηροκομείου για την αποπεράτωση της νέας πτέρυγας >> υπήρχε με κόκκινα κεφαλαία γράμματα η γραφή << Αιδεσιμότατο, ιερέα Καλλίνικο για τα  περαιτέρω >>. Τον έβαλε στο χαρτοφύλακά του και με μια απότομη και βιαστική κίνηση βγήκε από το γραφείο και κατευθύνθηκε προς τους θαλάμους των γερόντων.  Επισκέφτηκε και τους τρεις θαλάμους κι έδειξε το αμέριστο ενδιαφέρον του στους  πάσχοντες που με ζωγραφισμένη στα κουρασμένα πρόσωπά τους την αγωνία και τον πόνο τον καλωσόριζαν με έκφραση απέραντης αγάπης. Στον τελευταίο θάλαμο πέρασε την πόρτα και βγήκε στη βεράντα ενώ η προϊσταμένη τον ακολουθούσε κατά πόδας, και με μια ελαφρά κάμψη του κορμιού της τον κατατόπιζε σε ό,τι τη ρωτούσε. Κι εκεί στη βεράντα αφού ο παπα -Καλλίνικος κοίταξε στο δεξιό βάθος του οικοπέδου που χανόταν στην γκριζόλευκη κι αδιαπέραστη πρωινή ομίχλη, τη ρώτησε με έπαρση, ενώ θαύμαζε πάνω σ’ ένα τραπέζι ένα μικρό πρασινοκίτρινο εργόχειρο που κάποια καλή κεντήστρα είχε αφήσει εκεί, αν αυτός ήταν ο χώρος που έμελλε να χτιστεί η νέα πτέρυγα. Η γυναίκα έσμιξε τα  χέρια    της   κι   αφού   τύλιξε   τους   λεπτούς καρπούς της, του είπε πως αυτός ήταν και πως έπρεπε να ξεκινήσουν γρήγορα οι εργασίες αφού πέρα από την κρατική επιχορήγηση είχε προσφερθεί να δώσει ένα σημαντικό ποσό και μια πλούσια δωρήτρια και συμπολίτισσα από την πάνω πόλη κι αυτό έκανε πιο ευοίωνες τις προοπτικές να αποπερατωθεί σύντομα η νέα πτέρυγα.

           Στην κεντρική είσοδο του γηροκομείου χαιρέτησε την προϊσταμένη και πετάχτηκε μέχρι το σπίτι του να πάρει το φορτηγάκι και να πάει να συναντήσει στις Βρύσες τον παπα -Ρίζο, καλό φίλο  που ταίριαζαν και τα έλεγαν πίνοντας το θαυμάσιο κόκκινο κρασί που τον κερνούσε σαν τον επισκεπτόταν στο σπίτι του.  Έπρεπε να συζητήσουν κάτι προσωπικό κι αυτό του μεγάλωνε την αγωνία του και τον έκανε ανήσυχο. 

         Με  τη σκέψη του στο ταξίδι πεζοπόρησε ελάχιστα ως το σπίτι κι εκεί αφού το ανακοίνωσε από το θυροτηλέφωνο της Μαρίας. πλησίασε το φορτηγάκι και μπήκε μέσα. Έβαλε μπρος τη μηχανή κι εκείνη σαν μούγκρισε ξεκίνησε σαν αφηνιασμένο άτι.

            Ο ήλιος είχε σηκωθεί λίγα μέτρα πάνω από τον ορίζοντα που διέσχιζε τον ανηφορικό δρόμο, ενώ το αεικίνητο όχημά του έτρωγε τα χιλιόμετρα χωρίς την παραμικρή διαμαρτυρία. Οι άνθρωποι ήταν παρόντες στα χτήματά τους  και παρά τη μεγάλη ζέστη, έδειχναν εξαιρετικά ζωηροί  και κρατούσαν την υπομονή και την αισιοδοξία τους παρά τα λερωμένα και ζαρωμένα χέρια που κατέβαλαν μεγάλη προσπάθεια να φροντίσουν τα πρώιμα κηπευτικά. Στις καταπράσινες πλαγιές του Ψυχρού τα πουλιά και τα έντομα είχαν στήσει το δικό τους πανηγύρι και χωρίς καμία υπερβολή η έννοια και η εικόνα του παράδεισου απλωνόταν ζωντανή και φανταχτερή μπροστά του.

         Ο παπα- Καλλίνικος έφτασε έξω από το χωριό ακριβώς την ώρα που στο βάθος του Κυπαρισσιακού κόλπου δυο συννεφάκια που είχαν ξεχαστεί από τη δροσιά τής νύχτας μόλις διακρινόταν γιατί η ζέστη που τα πάντα στέγνωνε τα είχε  κυριολεκτικά διαλύσει, ενώ η εικόνα τους,  ποιος ξέρει γιατί, έδειχνε άχαρη και μια θλιβερή μεγαλοπρέπεια.

         Ο παπα- Ρίζος, είχε ξυπνήσει και είχε καθίσει στη βεράντα του κι έδειχνε να περιεργαζόταν με μια ανείπωτη χαρούμενη έκφραση ένα εκκλησιαστικό περιοδικό που βρισκόταν μπροστά του πάνω στο κομψό ξύλινο τραπέζι.

         Είδε τον παπα- Καλλίνικο να πλησιάζει το μαντρότοιχο και μ΄ ένα κούνημα του δεξιού του χεριού, του έκανε νεύμα να ανέβει επάνω. Εκείνος τον αντιλήφθηκε κι αφού έβγαλε ένα μικρό γέλιο, μέσα από το ανοιχτό παράθυρο της θέσης του, σταμάτησε κι αφού βγήκε από το φορτηγάκι, πέρασε την εξώπορτα και ανέβηκε στη βεράντα. Αγκαλιάστηκαν και μετά από μια σχετική μικρή σιωπή  ο παπα -Ρίζος του πρότεινε να καθίσει στην απλή αλλά μεγαλοπρεπή από εμφάνιση και συντήρηση παραδοσιακή ψάθινη καρέκλα. Στη συνέχεια αφού έσπρωξε λίγο πιο πέρα ένα μικρό μπρούτζινο ποτιστήρι που το είχε για διακόσμηση του μπαλκονιού, τον ρώτησε ξεδιπλώνοντας αργά –αργά τις κουβέντες του:

         --- Θα πιεις, καφέ, παπα- Καλλίνικε;

         --- Γιατί, όχι! του έκανε με κάποια ευχαρίστηση εκείνος και τον κοίταξε με απεγνωσμένη γλυκύτητα.

         --- Ωραία! ψιθύρισε ο παπα- Ρίζος και μπήκε στην κουζίνα για να γυρίσει σε λίγο με το φλιτζάνι και το ποτήρι με το νερό στο δίσκο ενώ σαν τα ακούμπησε προσεχτικά πάνω στο τραπέζι, είπε με μια αφέλεια ενώ άφησε να του ξεφύγει ένα μικρό γέλιο:

        --- Ξέρω πως τον πίνεις γι’ αυτό δε σε ρώτησα πως τον θέλεις! Σε τέτοια όμως ζητήματα που αφορούν την υγεία και την ευωχία του σώματος είμαι πολύ σχολαστικός. Πάντα προσέχω το αλάτι και τη ζάχαρη!  Κι εσύ τον πίνεις με ελάχιστη ζάχαρη. Με μια μυτούλα όπως λες!

            Ο παπα- Καλλίνικος πήρε το ποτήρι του ευχήθηκε στην υγειά του και ήπιε δυο μεγάλες ρουφηξιές. Ύστερα άρχισε να πίνει τον καφέ του αμίλητος ενώ κοιτούσε με θαυμασμό τον κάμπο και τη θάλασσα που απλωνόταν όλο χάρη κι ομορφιά  μπροστά τους.

            Ο παπα- Ρίζος ήταν χοντρός με μια κοιλιά που τη βαστούσε με τα δυο του χέρια σαν καθόταν, όπως έκανε και τώρα, ψηλός με φαρδιές πλάτες και ξανθά μαλλιά και γένια, πολύ δασιά κι άγρια σαν αγκάθια ενώ η ηλικία του ήταν κοντά στα σαράντα. Δεν είχε παντρευτεί γατί είχε μείνει ανίκανος αφού ένα θραύσμα βόμβας του είχε κάνει θρύψαλα τη βουβωνική χώρα. Αυτό έγινε στην Κύπρο το χίλια εννιακόσια εβδομήντα τέσσερα με την εισβολή των Τούρκων στο νησί ενώ αυτός υπηρετούσε τη θητεία του εκεί και βρέθηκε στη γραμμή πυρός. Ήταν και ο πατέρας του παπάς αλλά δυστυχώς εγκατέλειψε τον μάταιο τούτο κόσμο πριν δυο χρόνια όταν μια καταιγίδα τον παρέσυρε και τον έριξε στο ποτάμι και πνίγηκε.  

        Aπό παιδί ακόμη ο παπα- Ρίζος ήρθε σ’ επαφή με την αγιοσύνη σαν δεν αποχωριζόταν τον πατέρα του που τον ήθελε πάντα δεξί του χέρι στις λειτουργίες και τον είχε μαζί του στο ιερό. Σαν έβγαλε το γυμνάσιο φοίτησε στη Ριζάρειο ιερατική σχολή κι αποφοίτησε με πλήρη συναίσθηση του πνευματικού του καθήκοντος και της αποστολής του. Έτσι και μέχρι σήμερα ήταν ένας άξιος πνευματικός ηγέτης της εκκλησίας και ένθερμος εντολοδόχος του θελήματος του Θεού. Το μόνο μειονέκτημα που μπορούσε να του προσάψει κάποιος ήταν η υπέρβαση του καθήκοντός του που πολλές φορές τον ζημίωνε, λειτουργούσε σε βάρος του κι εν πολλοίς έβλαπτε την εκκλησία.

         Εκείνη τη στιγμή πέρασε ένας χωρικός και τον χαιρέτησαν. Γέλασαν και οι δυο με εγκαρδιότητα. Αυτή η σκηνή ήταν και η αφορμή για να σπάσει έτσι ο πάγος που ως εκείνη τη στιγμή είχε μπει ανάμεσά τους. Έτσι  ο παπα- Ρίζος τον ρώτησε με μια ζωηρή επιθυμία:

         --- Είναι αναξιοπρεπές, αλλά θα τολμήσω να σε ρωτήσω, παπα- Καλλίνικε: ποιος είναι ο σκοπός τής επίσκεψής σου;

         Αυτός έδειξε ικανοποιημένος απ’ αυτή την ερώτηση και του είπε αστειευόμενος:

         --- Μπορεί να είμαστε φίλοι και να υπάρχει αλληλοεκτίμηση μεταξύ μας, αλλά έχουμε και διαφορές! Μην το ξεχνάς αυτό!

         --- Χα! Χα! έκανε ο παπα- Ρίζος και πρόσθεσε: Είσαι πάντα διασκεδαστικός παπα- Καλλίνικε! Μπορεί να υπερβάλλεις σε κάποια πράγματα αλλά είσαι αναντικατάστατος σε κάποια άλλα!

         ---  Ναι! του έκανε αυτός με κάποια έμφαση και γέλασε με την καρδιά του. Ύστερα σαν σοβαρεύτηκε του είπε, απλά.  Πίστεψέ με, δεν ήθελα να έρθω. Η ανάγκη βλέπεις να υπερασπιστώ την υπόληψη του εαυτού μου μ’ έκανε.  Αλήθεια στο λέω.

           Σε αυτό το σημείο ο παπα- Ρίζος έδειξε να εκπλήσσεται. Άφησε κάτω μια βουτυρωμένη φέτα που έτρωγε και σηκώνοντας το δεξί του δείχτη που τον κούνησε αρκετές φορές πέρα δώθε, του είπε με μια ασυνήθιστη αυστηρότητα:

           --- Δε σε καταλαβαίνω, παπα- Καλλίνικε! Αν εννοείς εμένα πως σε πρόσβαλλα, λυπάμαι πολύ! Δύσκολα να σ’ το συγχωρέσω αυτό που σκέφτηκες !

           Εκείνος αναγκάστηκε να σταματήσει να πίνει τον καφέ του και ρίχτηκε πίσω στην καρέκλα ενώ δεν υπήρχε αμφιβολία στο βλέμμα του για την ενοχή τού παπα- Ρίζου. Και με μια προσποιητή και αισιόδοξη διάθεση του είπε:

            --- Με συκοφαντείς! Αυτό έφτασε στ’ αυτιά μου!

            Ο παπα- Ρίζος ρίχτηκε πάνω στο τραπέζι γελώντας. Ύστερα σηκώθηκε και με την ψυχραιμία του διατηρημένη του είπε:

            --- Ξεχνάς πως είσαι σαν αδελφός  μου; Πώς είναι δυνατόν να το κάνω;

            Τα λόγια τούτα έκαναν τα νεύρα του να ηρεμήσουν και τον ίδιο πιο συγκρατημένο. Έτσι με κάποια πιο μικρή σκληρότητα τώρα του απάντησε:

             --- Αισθάνομαι κάποια ανεξήγητη επιθετικότητα από τον κόσμο τούτες τις μέρες και υποψιάστηκα πως με διαβάλλεις κι εσύ λέγοντας άκομψα λόγια εναντίον μου που αφορούν τη σχέση μου με τη Ρόζα! Η ανόητη στάση σου απέναντι σ’ αυτή τη σχέση μου με κάνει να το πιστεύω αυτό! Εξάλλου πάντα είχες μια υπερβάλλουσα γνώμη στην ηθική μου!

              Ο παπα- Ρίζος αισθάνθηκε την ανάγκη να δείξει κάποια σκληρότητα γιατί του καταλόγιζε κάτι που ποτέ δε θα μπορούσε να κάνει στον καλύτερό του φίλο. Έτσι του αποκρίθηκε δείχνοντας πληγωμένος:

              --- Πόσο ανόητο είναι αυτό που λες, παπα- Καλλίνικε! Ξεχνάς πόσο σε θαυμάζω και σε εκτιμώ! Αλλά κι ως άνθρωπος ονειροπόλος και πρακτικός δε σε ψέγω γι’ αυτά που κάνεις απλώς λέω πως δε συμβιβάζονται με την ιδιότητα του κληρικού. Θα ήταν ατυχία για μένα να εξεγείρομαι για κάτι που και μένα αρέσει!

             --- Ναι, αλλά δε σου είμαι και τόσο αξιαγάπητος!

             --- Μου είσαι! Είσαι άνθρωπος της δράσης και μάλιστα της συνειδητής κι αυτό τα λέει όλα. Εγώ είμαι ο αντίποδας αυτής της ιστορίας που καταπνίγω τις ορμές μου και ο ενθουσιασμός μου για ζωή πάει χαμένος. Μακάρι να ζούσα όπως κι εσύ!

             --- Μιλάς για την ερωτική μου περιπέτεια με τη Ρόζα ή για το πνευματικό και κοινωνικό μου έργο;

             --- Για όλα! Είσαι ένας πλήρης άνθρωπος ενώ εγώ…

             Η φωνή του έσβησε γιατί θυμήθηκε την αναπηρία του στα γεννητικά του όργανα και ένιωσε πολύ δυσάρεστα. Με το πέρασμα των χρόνων από τότε που το έπαθε αν κι έκανε απεγνωσμένη προσπάθεια να το ξεχάσει δεν το κατόρθωνε και όλο συνειδητοποιούσε την τραγική του θέση ενώ ώρες- ώρες του έρχονταν δάκρυα στα μάτια σαν η κουβέντα αναφερόταν γύρω από τη δημιουργία οικογένειας και τον έρωτα.

            Ο παπα- Καλλίνικος που κι αυτός δεν μπόρεσε ποτέ να ξεπεράσει αυτή την αναπηρία του φίλου του, έγειρε το κεφάλι μπροστά και του μουρμούρισε καθησυχαστικά:

             --- Σουτ! Σουτ! Μην προκαλείς την κακία για να έρθει να σε βρει! Ανάβαλε τον πόνο σου και θα δεις τι καλά θα νιώσεις. Δεν είναι όλα τα δάχτυλα ίσια, έτσι κι όλοι οι άνθρωποι δεν είναι ίσοι απέναντι στις χαρές και στις δωρεές τής ζωής. Φτάνει να πιστεύεις ότι είσαι αδικημένος αλλά όχι δυστυχής.

           Εκείνος κατάλαβε το πνεύμα του και σαν στριφογύρισε στην καρέκλα του, του είπε με μια πνιγμένη θλίψη:

           --- Ας συνεχίσουμε τότε να μιλήσουμε όχι για την αναπηρία μου αλλά για κάτι καλό που δε στενοχωρεί τη σκέψη. Κι επειδή ο πειρασμός είναι πάντα γλυκός σου λέω πως σε θαυμάζω όπως ζεις αλλά και σε ζηλεύω!

          Γέλασε ο παπα- Καλλίνικος και σαν φάνηκε να δέχτηκε αυτά που του είπε με βεβαιότητα, του απάντησε:

          --- Μου το έχεις ξαναπεί αυτό και σου λέω πως ό,τι κάνω είναι μια εμπειρία που μου έμαθε η ζωή. Και είναι μάλιστα πολύ απλή σαν δεχτείς πως  δε χρειάζονται και πολλές γνώσεις να ζήσεις σύμφωνα με το θέλημά σου. Θα μου πεις όμως πως θυμώνουν μερικοί κι εκνευρίζονται με την υπόθεση της Ρόζας!  Ξέρουν όμως πως αν δεν την είχα θα ήμουν χωρίς χαρά;

        Η φωνή του παπα -Ρίζου ακούστηκε αυστηρή αλλά και ειρωνική:

        --- Είπαμε πας να τη σώσεις! Ο καθένας το ξέρει!

        Εκείνος του αποκρίθηκε ενώ έδειχνε συγχυσμένος:

        --- Αμφιβάλλω γι’ αυτό, αλλά κάνω το καθήκον μου σαν πνευματικός άνθρωπος. Εγώ ξέρω τι ακούω κι εγώ ξέρω τι φαρισαϊσμούς δέχομαι για να την εγκαταλείψω. Δε θα το κάνω όμως γιατί μέσα μου νιώθω πως σ’ αυτή μου την πράξη έχω αρωγό και τη χάρη του Θεού!

          Ο παπα- Ρίζος άρχισε να κουνάει τα χέρια του και να γελάει νευρικά. Ύστερα του είπε:

           --- Είναι ηλίθιοι! Δεν εμβαθύνουν το σκοπό της αποστολής σου και σε συκοφαντούν. Ωστόσο εσύ συνέχισε και μην τους ακούς!

          --- Ναι, αλλά πιστεύουν πως γυρίζω στα μπαράκια! Πώς να το χωνέψουν αυτό! Έχουν όλο το δίκιο με το  μέρος τους να παραπονούνται και να στέλνουν τις καταγγελίες τους στο δεσπότη. Σου λένε, αυτός για να  συχνάζει εκεί θα έχει καλή μπάζα. Και φυσικά εννοούν ό,τι άλλο πονηρό εκτός από την κύρια αποστολή μου που είναι να σώσω τους αμαρτωλούς.

         --- Όπως τη Ρόζα !

         Φάνηκε να εκνευρίστηκε και να θύμωσε. Γρήγορα όμως έλεγξε τον εαυτό του και του είπε ήρεμα:

          --- Διάβολε κι εσύ με πειράζεις;

          --- Μα, αφού έτσι είναι! 

          --- Το ξέρω φαίνεται ασυνήθιστη περίπτωση ένας ιερέας να συναντιέται με μια κοινή γυναίκα αλλά σου λέω πως δεν είναι καθόλου ανήθικη. Οι αγιογδύτες πρώτοι τον λίθο βαλέτω!

          Ο παπα- Ρίζος έμεινε για λίγο σκεφτικός και σιωπηλός και ύστερα με κάθε ειλικρίνεια ξέσπασε με λέξεις που ήταν τρυφερές κι έδειχναν το θαυμασμό του για το μεγάλο ήρωά του:

          --- Είναι όμως και χαριτωμένο αυτό που έχετε! Έτσι παρά τη φαινομενική ανηθικότητά του είναι τόσο κοινωνικό κι ανθρώπινο! Εγώ ποτέ μου δεν κατέκρινα αυτή τη σχέση σου τουναντίον τη βρίσκω πολύ αρχοντική και πρωτότυπη! Κι αν πήρε κάτι τ’ αυτί σου να λέγεται πως είπα εναντίον αυτής της σχέσης σου, σίγουρα να ξέρεις θα είναι συκοφαντία!

         Ο παπα - Καλλίνικος έσφιξε τα χείλη. Με αργά λόγια είπε:

         --- Δυστυχώς έτσι είναι! Συκοφαντίες! Έπεσα έξω και σε ενοχοποίησα τόσο άδικα! Σου ζητώ συγγνώμη! Κανείς άλλος, είναι αλήθεια δεν μου έχει συμπαρασταθεί τόσο γενναιόδωρα όσο εσύ στη σχέση μου αυτή!  Με τρομάζει και με φοβίζει όμως που ακούγονται τόσα πολλά πίσω από την πλάτη μου! Δεν είναι λυπηρό;

        --- Είναι! Όμως ας το αφήσουμε! Έλα να κουβεντιάσουμε κάτι άλλο! Και πριν πάμε παρακάτω σου επαναλαμβάνω και πάλι πως από μένα δε θ’ ακούσεις κακή κουβέντα για ό,τι κάνεις με τη Ρόζα και για την εν γένει συμπεριφορά σου. Μπορεί να είμαι άγαρμπος αλλά άκαμπτος όχι.

        Ο παπα - Καλλίνικος φάνηκε να ενθουσιάστηκε με τα λόγια του. Τα όμορφα καστανά μάτια του κινήθηκαν χαρούμενα προς όλες τις κατευθύνσεις ενώ με τα χέρια του χάιδεψε πολλές φορές το σταυρό μπροστά στο στήθος του με μια κωμικότητα που δεν θα την έκανε ούτε μικρό παιδί. Έπειτα έφερε το φλιτζάνι στα χείλη του και ήπιε μια ελάχιστη ρουφηξιά. Ευχάριστος και με διάθεση να κατατοπίσει και να κατατοπιστεί όσο έπρεπε με το συνομιλητή του, του αποκρίθηκε  με κάποια αποθέματα γενναιότητας και μαχητικότητας:

          --- Σαν θες να ακούσεις τα νεότερα για την << Οργάνωση του τάγματος των Ιπποτών >> σε πληροφορώ πως δεν είναι και τόσο ευχάριστα αφού υπάρχουν διαρροές και κάποιοι από τις αρχές έχουν μυριστεί προφανώς τη συμμετοχή μας σ’ αυτή. Σου συνιστώ να φυλαγόμαστε και να αποφεύγουμε τις σκανδαλώδεις συναναστροφές με πρόσωπα αμφιβόλου εχεμύθειας και πειστικότητας. Στην ετήσια συνάντηση που θα γίνει το φθινόπωρο στην Αθήνα είμαστε και οι δυο καλεσμένοι ενώ αυτοπροσώπως θα μας δεχτεί και ο αρχηγός της σε μια εύστοχη πιστεύω κατάθεση των προτάσεών μας.. Για μένα το ζήτημα της εκκλησιαστικής περιουσίας είναι όπως ξέρεις ακόμη σημαντικό κι εκείνο της κατάργησης του ράσου. Όσο για το χωρισμό του κράτους και της εκκλησίας να είσαι βέβαιος πως  κι αυτό θα το επανεξετάσω και θα σου εκθέσω την οριστική μου απόφαση.  Τις δε τελευταίες μέρες δέχτηκα και μια ανώνυμη επιστολή που μάλλον ήθελε να με τρομοκρατήσει και μ’ έβαλε σε σκέψεις. Ποιος είναι ο αποστολέας δεν μπορώ να προβλέψω. Ούτε όμως και το συκοφάντη που με << κάρφωσε >>.

           --- Ε, τότε παπα- Καλλίνικε, κινδυνεύεις! φώναξε  εξοργισμένος ο παπα- Ρίζος κι έδειξε τα πιο ιερά του συναισθήματα που μπορούσε ποτέ να δείξει σε άνθρωπο. Τι αναξιοπρέπεια κι αυτό! Σαν δε ντρέπονται να καρφώνουν έναν τίμιο νεωτεριστή κι οραματιστή της θρησκείας και της εκκλησίας.

          Εκείνος περιμάζεψε το αντερί του που έφτανε ως κάτω και του ψιθύρισε με την έκφραση του αργόσχολου παραμυθά:

          --- Δεν κινδυνεύω καθόλου όπως και η χάρη σου γιατί δεν έχουν ούτε στοιχεία ούτε αποδείξεις πως είμαστε, μέλη της οργάνωσης. Αναγκάζονται να μας κατηγορούν γιατί πρέπει να το κάνουν. Όμως εμείς θα μείνουμε αλύγιστοι στις ιδέες μας και θα τιμήσουμε με τον αγώνα μας κάθε καινούρια προσπάθεια για να φύγει ο Μεσαίωνας από τα εκκλησιαστικά μας ήθη. 

           --- Συμφωνώ μαζί σου, πως πρέπει να μείνουμε ανθεκτικοί στις ιδέες μας, του είπε με συναινετικό τρόπο ο παπα- Ρίζος, αλλά θέλω να μου πεις τι γίνεται με το γηροκομείο. Έχω πληροφορίες πως κάποιοι αντιδρούν στην κατασκευή της νέας πτέρυγας γιατί έχουν τους λόγους τους. Είναι αλήθεια;

           --- Αλήθεια είναι! Αυτοί που αντιδρούν είναι οι επιχειρηματίες του ιδιωτικού γηροκομείου που βλέπουν να ελαχιστοποιούνται τα κέρδη τους με την ανέγερση της  νέας πτέρυγας που φυσικά ανήκει στην εκκλησία! Έτσι πιέζουν την επιτροπή διαχείρισης της εκκλησιαστικής περιουσίας να ανακαλέσει την επιχορήγηση της εκκλησίας και φυσικά το έργο να σταματήσει. Ως ένα σημείο το έχουν πετύχει αλλά μια ουσιαστική παρέμβαση μιας ισχυρής ομάδας πολιτών αντιδρά στις σκοτεινές αποφάσεις τους και πιστεύω πως θα αναδιπλωθούν και τα χρήματα θα δοθούν στο εκκλησιαστικό γηροκομείο. Βέβαια αναγκάζομαι κι εγώ να παρεμβαίνω κι αυτό τους έχει κάνει λύκους απέναντί μου. Όμως με λίγη τύχη κι έναν καλό χειρισμό η νίκη θα είναι δική μας, δηλαδή του αδούλωτου και ταλαιπωρημένου λαού.

          Ο παπα- Ρίζος τον άκουγε με θαυμασμό ενώ κάπου –κάπου σήκωνε τα πυκνά του φρύδια ή τέντωνε πεταχτά τα χοντρά του χείλη. Έπαιρνε πολύ υπόψη του αυτά που του έλεγε κι αυτό τον έκανε να συμπάσχει μαζί του και να κατανοεί τις αγωνίες και τις ανάγκες του. Κι ενώ συνέχιζε να τον κοιτάζει με μια χωριάτικη αίσθηση, εκείνος συνέχισε να λέει:

          --- Δεν ξέρεις παπα- Ρίζο τι χρήματα έχει η ενορία μου στην πόλη και τι αγώνα κάνω για να διατεθούν στους φτωχούς, στους άρρωστους και στους ηλικιωμένους. Τις περισσότερες φορές αναγκάζομαι από τον άμβωνα να επαναλαμβάνω αλλά και με υπομνήματα στην αρχιεπισκοπή να χτιστούν μ’ αυτά τα λεφτά, όχι μόνο, οίκοι ευγηρίας παντού αλλά και να διατεθούν  μερικά ποσά  για την καταπολέμηση της φτώχειας και της πείνας σε όσους δυστυχούν. Όσο είδες εσύ τίποτα άλλο τόσο είδα κι εγώ! Φωνή βοώντος εν τη ερήμω τα λόγια μου!

         Εκείνος τακτοποίησε το κομψό του αντερί ανάμεσα στα γόνατά του και χαϊδεύοντας το κοκκινόξανθο μουστάκι του, του είπε σηκώνοντας ελαφρά τα φρύδια του:

          --- Άσχημοι καιροί για επενδύσεις, παπα- Καλλίνικε! Και οι μεν και οι δε θέλουν τα χρήματά τους για ίδιον όφελος! Ποιος νοιάζεται για το λαό!

         --- Ναι, αλλά πρέπει να τους τρομάζουμε και λίγο! Αλλά και να τους υπενθυμίζουμε πως πρέπει να λαμβάνουν μέριμνα και υπέρ των αδυνάτων γιατί κι αυτοί έχουν ανάγκες και ιδιότητες όπως και οι άνθρωποι της δικής τους κάστας. Κοντολογίς να τους πούμε πως πρέπει να τρώνε όλοι οι άνθρωποι του βασιλείου!

          --- Ναι, ναι και είναι αναγκαίο αυτό! Πρέπει ξανά και ξανά να τους το λέμε και πάντα να αναζωπυρώνουμε το λόγο μας στα κηρύγματά μας και στην κουβέντα μας με την υπενθύμιση των δικαιωμάτων των απόρων και των φτωχών. Μπορεί να γινόμαστε υπέρ το δέον ενοχλητικοί αλλά πρέπει να τους το υπενθυμίζουμε. Είναι καθήκον μας και μάλιστα άνωθεν εκπορευόμενο.

          --- Σωστά! Να διώξουμε τη σιωπή από τα χείλη μας και να εκφράζουμε απερίσπαστα τη γνώμη μας. Με οποιοδήποτε θα έλεγα κόστος και για τη ζωή μας ακόμη!

          << Διακαής πόθος του είναι η επανάσταση και η καλυτέρευση της ζωής του πάσχοντα ανθρώπου>> σκέφτηκε ο παπα- Ρίζος και τον τίμησε μ’ ένα βλέμμα εκτίμησης και συμπάθειας. << Δε δείχνει χρεοκοπημένος αλλά μαχητής κι έχει ένα αίσθημα ανικανοποίητης δράσης που λείπει κι από μένα αλλά κι από πολλούς κληρικούς και λαϊκούς. Κι ό,τι κάνει το κάνει μόνο για την ευτυχία των άλλων κι όχι τη δική του! Δεν συμμετέχει σε πρόσκαιρα παιχνίδια ευχαρίστησης και τέρψης αλλά σε ανθρώπινες πράξεις που έχουν βαθύ νόημα και γοητεία. Όπως σ’ αυτή την τόσο εξαίσια και χαριτωμένη πράξη που άνοιξε με τη Ρόζα, τη γυναίκα του μπαρ. Είναι πράξη ανέγγιχτη για πολλούς αλλά τόσο υπέροχη γι’ αυτούς τους δυο! Χρειάζεται όμως επιδέξιους χειρισμούς για να τα βγάλουν πέρα αλώβητοι και χωρίς οποιουδήποτε είδους απώλειες >>.

        --- Μιλάς τόσο φιλοσοφικά! του είπε με μια αβασάνιστη έπαρση που με εκπλήσσεις! Κι αυτό δείχνει το μεγάλο ανθρωπισμό σου αλλά και την απεριόριστη γνώση σου. Κι αυτό οφείλεται και δε θέλω να με διαψεύσεις, στην αθεράπευτη αγάπη σου για τα βιβλία!

         Ο παπα- Καλλίνικος μαζεύτηκε στη θέση του και κάνοντας μια χειρονομία επιτακτική, του έδωσε να καταλάβει πως συμφωνούσε μαζί του ενώ  με μια κίνηση του κεφαλιού του πάνω κάτω του ψιθύρισε  με μια κλονισμένη αισιοδοξία:

         --- Ο παροξυσμός της δράσης και της σκέψης δεν έρχεται από τα βιβλία, παπα- Ρίζο, αν δεν τα έχεις μέσα σου! Ωστόσο, ναι, καλά το είπες, αγαπώ τα βιβλία και τα διαβάζω πολύ!

        Ο παπα -Ρίζος δεν είχε καλή σχέση με τα βιβλία κι αυτό τον έκανε να νιώσει άσχημα και να δέσει τα χέρια του σε μια ένδειξη απελπισίας για τον εαυτό του. Βέβαια δεν είχε πνευματική γύμνια δεν ήταν όμως και πνευματικά καλλιεργημένος όσο θα ήθελε. Τα μόνα έντυπα που έπεφταν στα χέρια του ήταν ελάχιστα εκκλησιαστικά περιοδικά και διάφορα άλλα τυχάσπαρτα βιβλιαράκια που δεν του προσέφεραν καμία μόρφωση αλλά τουναντίον του κλόνιζαν την πίστη χειρότερα με τις ανοησίες τους που έγραφαν, Και τώρα θεωρώντας σημαντική υπόθεση αυτό που έκανε ο παπα- Καλλίνικος να διαβάζει και να ρουφά τη γνώση κυρίως από τα καλά βιβλία, τα άγνωστα στους κληρικούς, τον έκανε να τον ζηλέψει και να τον μακαρίσει που εύρισκε τόση ευτυχία στις σελίδες τους.  Και με μια χειρονομία με τρεμάμενα σχεδόν χέρια από τη συγκίνηση, τον ρώτησε μ’ ένα φανερό δισταγμό:

            --- Πώς αγνόησες το συμβατικό τρόπο ζωής τής εκκλησίας κι ανοίχτηκες στις ελεύθερες σφαίρες τής ελευθερίας τής σκέψης και της γνώσης; Κάποια πνευματική συγκυρία θα εκμεταλλεύτηκες, δεν μπορεί;

            Ο παπα- Καλλίνικος πήρε τα μάτια του από το αυλάκι με το τρεχούμενο νερό που κατέβαινε κελαρύζοντας προς τον κάμπο και πότιζε τα κηπευτικά κι αφού ανάσανε με κόπο θα ‘λεγες, του είπε με φωνή που ακουγόταν σαν λυγμός:

             --- Κάποια πράγματα στη ζωή δεν είναι ορατά και χρειάζεται να στα δείξει κάποιος άλλος έμπειρος και να σου μιλήσει γι’ αυτά. Για μένα ο άνθρωπος αυτός που μου έδειξε πολλά ήταν ένας καθηγητής μου στη θεολογική σχολή που με τον τρόπο του μου μίλησε για τα σύμβολα της ευτυχίας και της ανόδου και ανάμεσα σ’ αυτά μου υπέδειξε πως και τα καλά βιβλία συμμετέχουν σ’ αυτή την προσπάθεια του ανθρώπου. Έτσι μου έβαλε στο μυαλό όλα τα φωτεινά βιβλία και χειραγώγησε τη ζωή μου προς το καλύτερο όφελος. Θυμάμαι πως μου έκανε γνωστό και μου σύστησε να διαβάσω και το κεφάλαιο του Μαρξ, ενώ μου απάντησε στην έντονη διαμαρτυρία μου πως δε θα μου είναι χρήσιμο αφού πάω για παπάς : << Διάβασέ το να πάρεις μια γεύση αληθινή της εκμετάλλευσης του κεφαλαίου και να εκτιμήσεις ένα μόχθο είκοσι ετών που χρειάστηκε να γραφεί! >> Το διάβασα! Και μαζί του τόσα άλλα! Από τότε κατάλαβα το να κάθεσαι άπρακτος χωρίς να πιάνεις ένα βιβλίο στα χέρια σου είναι τεμπελιά και ανοησία.  

           Ο παπα- Ρίζος κοίταξε για λίγο στον κήπο όπου δυο από τα καλύτερα κουνέλια του πήγαιναν πέρα δώθε σεργιανώντας στο πράσινο χορτάρι. Ύστερα κοιτάζοντας τον επισκέπτη του και σηκώνοντας ένα από τα δασιά φρύδια του, του έκανε με θλιμμένη  έκφραση:

           --- Όλα αυτά που λες είναι τόσο ωραία αλλά και απειλητικά για μένα που δε διαβάζω, παπα- Καλλίνικε! Αν μπορούσα θα το έκανα!

          Κι αφού σήκωσε ψηλά τα χέρια αναφώνησε με το κεφάλι γερμένο πίσω:

          --- Ω, Θεέ μου! Πόσο δίκιο έχει ο ταπεινός σου δούλος να μου λέει όλα αυτά κι άλλα πολλά! Νομίζω πως δίκαια κάθεται στα δεξιά σου!

          Εκείνος γέλασε ελαφρά μ’ αυτή του την αντίδραση και του είπε απλά χωρίς υπερβολική προσπάθεια να του υποδείξει ένα καινούριο τρόπο ζωής:

           --- Δε θα σου πω εγώ πως πρέπει να χειριστείς τη ζωή σου αλλά για μερικά πράγματα οι επιλογές μας πρέπει να αγγίζουν τη δημιουργικότητα και την ευχαρίστηση. Πάντα νιώθουμε απελπιστικά μόνοι κι άδειοι σαν δεν έχουμε αυτή την επιδεξιότητα να τις ξεχωρίζουμε. Ωστόσο εγώ χωρίς αυτό να φανεί αλαζονικό έχω κερδίσει τη φήμη ευφάνταστου και καλού στις προτιμήσεις των επιλογών μου!

          Είπε αυτά και γέλασε δυνατά ενώ ύστερα από λίγο σταμάτησε με σκοπό    να απολαύσει την ησυχία που φάνηκε να απλώθηκε σαν και οι δυο σώπασαν για αρκετά λεπτά. Έτσι βρήκε την ευκαιρία ο παπα- Ρίζος να του εξομολογηθεί κάτι που τόσο καιρό το ζητούσε αλλά δίσταζε να του το φανερώσει.

          Μπροστά τους ήταν ένα αρκετό μεγάλο οικόπεδο, κακοδιατηρημένο μ’ ένα σπιτάκι ερειπωμένο στο βορινό μέρος και με δυο πανύψηλες καρυδιές στην είσοδό του. Το κατοικούσε ολομόναχη μια άκληρη γριά και το πουλούσε με τη σκέψη να στεγαστεί σ’ ένα άλλο σπίτι που θα αγόραζε με τα λεφτά της πώλησης. Ο παπα- Ρίζος ζήτησε να το αγοράσει από την  οικονομική επιτροπή της εκκλησίας και να χτίσει ένα μικρό ξενώνα για τους άστεγους του χωριού, αλλά δυστυχώς η απόφαση της Μητρόπολης  ήταν αρνητική κι έκτοτε το οικόπεδο έμενε ανεκμετάλλευτο ενώ κάποια τουριστική εταιρεία το λιμπιζόταν για κατασκευή κάμπινγκ. Βλέποντάς το τώρα μπροστά του και ορμώμενος από τις σκέψεις του παπα- Καλλίνικου, θυμήθηκε την επιθυμία του αυτή και έκρινε καλό πως έπρεπε να του το αναφέρει για να  ακούσει όχι μόνο τη γνώμη του αλλά και να τον στηρίξει στον αγώνα του για την αγορά του οικοπέδου και την παραχώρηση της νομής και της κυριότητας στην κατοχή της εκκλησίας του χωριού.  

         Ο παπα -Καλλίνικος σαν τον άκουσε του είπε χωρίς δισταγμό να συνεχίσει τον αγώνα του για τη διεκδίκηση του οικοπέδου και τον διαβεβαίωσε πως θα έχει αρωγό και τον ίδιο στην προσπάθειά του. Του συνέστησε ακόμη να μην υποστείλει τη σημαία τής αγωνιστικότητας και να συγκρατήσει την οργή του για την αδιαφορία των αρχών μέχρι να κερδίσει ό,τι έχει βάλει κατά νου. Του υπέδειξε να στείλει υπομνήματα παντού, σε κάθε εκκλησιαστική και πολιτική αρχή και να ζητήσει ακόμη και την ακρόαση της Ιεράς Συνόδου σε περίπτωση που οι συκοφαντίες εναντίον του από τους εχθρούς του σπιλώσουν και ατιμάσουν την υπόληψή του. Στο τέλος του είπε κι αυτό που έκανε ιδιαίτερη εντύπωση στον παπα- Ρίζο, πως αν υπήρχε δικαιοσύνη πάνω στη γη αυτή θα έπρεπε αμέσως  να τον δικαιώσει και να του δώσει κι εύσημα. Επειδή όμως δεν υπήρχε, έπρεπε να τη διεκδικήσει μόνος του! Αυτός τότε του υποσχέθηκε πως θα κάνει τα πάντα να φανεί γενναίος και δε θα φτάσει να σπαταλήσει τις δυνάμεις του σε θαμμένες ελπίδες που δε θα αποδώσουν.

          --- Δεν είναι μόνο η διαβολή και η συκοφαντία που θα δεχτείς όσο θα τα βάλεις με τους ισχυρούς οικονομικούς παράγοντες του είπε στη συνέχεια ο παπα- Καλλίνικος, αλλά και ο κίνδυνος της ζωής σου! Ο καθένας μας θέλω να πω βάζουμε τη ζωή μας σε κίνδυνο όταν μπαίνουμε ανάμεσα στη Σκύλα και τη Χάρυβδη των συμφερόντων. Φαντάσου πως ολόκληρος κόσμος από οργανώσεις και τράπεζες σε θεωρούν εμπόδιο στα σχέδιά τους και ζητούν την εξόντωσή σου.

         Είπε αυτά και σηκώθηκε, στρέφοντας το κεφάλι του με φοβερή ανησυχία και με σοβαρότητα πότε απ’ τη μια και πότε απ’ την άλλη κι αφήνοντας τα μάτια του να κινούνται με κάποιο φόβο δεξιά κι αριστερά στις κόγχες τους. Προχώρησε ως τη σκάλα και σαν πιάστηκε από το κάγκελο και ύστερα από τη ράχη μιας ξύλινης πολυθρόνας, έδειξε ασυνήθιστα φιλικός και του είπε:

         --- Φεύγω! Να συνεχίσεις τον αγώνα σου! Δεν είναι βάσανο και πόνος όταν αγωνίζεσαι για τον άνθρωπο! Αν δεν στο ξεπληρώσουν οι άνθρωποι το καλό που θα τους κάνεις θα στο ξεπληρώσει ο Θεός!

         Κατέβηκε αργά- αργά τη σκάλα και φτάνοντας στην αυλή, μπήκε στο φορτηγό του κι έφυγε βυθισμένος σε σκέψεις, πηγαίνοντας για το σπίτι του όπου τον περίμεναν οι τρεις της επιτροπής του γηροκομείου για μια επείγουσα συζήτηση.

         Πίσω του όρθιος ο παπα- Ρίζος τον χαιρετούσε και το διασκέδαζε που ένας τόσο καλός φίλος του είχε χαρίσει σε αφάνταστο βαθμό μια στιγμή από τη σκανδαλώδη ζωή του.    

 

 

                                                 = = = 

 

 

               Μεσημέρι και οι τρεις της επιτροπής στρογγυλοκάθονταν έξω στο μπαλκόνι του παπα- Καλλίνικου και κουβέντιαζαν ενώ τον περίμεναν από ώρα σε ώρα να φανεί.  Τους είχε ανοίξει το σπίτι η οικονόμος και τώρα βρισκόταν στην κουζίνα φροντίζοντας  τους καφέδες τους που με τόση επιθυμία τους περίμεναν να τους πιουν κάτω από την επιβλητική ομορφιά που άφηνε απλόχερα η προσεγμένη περιβαλλοντική αισθητική του χώρου.

               Συζητούσαν με αντεγκλήσεις και ελάχιστα συμφωνούσαν και παρά τη φιλότιμη προσπάθεια του δικηγόρου Βαρβαράκη που προσπαθούσε να τους επιβάλλει δημοκρατικά τη διαδικασία έκφρασης και ανάθεσης του λόγου, η κουβέντα έπαιρνε φωτιά, ενώ αυτός δεν το έβαζε κάτω αλλά συνεχώς τους υπενθύμιζε με φωνή παρακαλεστική:

               --- Τι είπε, αγαπητοί μου, ο Ρουσσώ; Δεν είπε: δε συμφωνώ μ’ όσα λες αλλά θα αγωνίζομαι για να τα λες!  Κάνετε κι εσείς το ίδιο. Μη συμφωνείτε αλλά ακούστε ο ένας τα λόγια του άλλου χωρίς φωνές.

               Προς στιγμή αυτοί τον άκουγαν αλλά σε λίγο ξεχνούσαν τα λόγια του μπροστά στο φανατισμό και το πείσμα που τους διακατείχε και αρπάζονταν στο λεπτό.

               Ο Γιάννης Βαρβαράκης είχε φάει τα χρόνια του να κάνει το δικηγόρο στα δικαστήρια της Αθήνας και τώρα σαν γέρασε γύρισε στην πόλη και σκότωνε την ώρα του, συμμετέχοντας πότε στη μια επιτροπή και πότε στην άλλη. << Πάλευε >> έλεγε << να ημερέψει τον άνθρωπο και να τον εκπολιτίσει >>. Έτσι τώρα βρέθηκε να είναι στην επιτροπή για τη φροντίδα και την ανέγερση της νέας πτέρυγας του γηροκομείου και είχε σαν δικολάβος το πρώτο χέρι στα νομικά θέματα.  Χωρίς οικογένεια, << σταματούσαν >> έλεγε << τις δραστηριότητες του ανθρώπου η γυναίκα και τα παιδιά >> ζούσε σ΄ ένα μικρό σπιτάκι που το κληρονόμησε από τον πατέρα του κοντά στο βορινό μέρος της πόλης ενώ δεν ξέχασε να το ανακαινίσει και να το κάνει να έχει τις σύγχρονες ανέσεις. Ακόμη του έφτιαξε και μια μεγάλη αυλή μ’ ένα κήπο δίπλα της κατάφυτο από οπωροφόρα  και καλλωπιστικά δέντρα. Τις ώρες που δεν είχε με τι ν’ ασχοληθεί, επισκεπτόταν τα καφενεία και σαν άλλος Λυσίας εξακόντιζε πύρινους δικανικούς λόγους που άφηναν κατάπληκτους τους πολυπληθείς θαμώνες..  Γενικά ήταν ένας μετριοπαθής πολίτης που έβαζε πάνω απ’ όλα το συμφέρον της πολιτείας και των αρχών κι όχι του απλού ανθρώπου. 

             Ο Νάσος Καλαθάς ήταν ένα γεροντάκι καλοκάγαθο με ελάχιστη μόρφωση και μια σύνταξη που δεν του κάλυπτε τα έξοδα για να ζήσει γι’ αυτό τον ενίσχυε η πρόνοια μ’ ένα βοήθημα που του έδινε κάθε τρίμηνο. Ζούσε με τη γριά του μια απλή γυναίκα στις παρυφές της πάνω πόλης σ’ ένα παλιό μικρό σπίτι που σε γοήτευε με την έπαρση τής καλοσύνης της και σου προξενούσε εντύπωση οι ατλαζένιοι φιόγκοι στα ανθηρά της μπράτσα που παρά την ηλικία της τα διατηρούσε φρέσκα και παχουλά.

            Ο τρίτος της επιτροπής και της παρέας ήταν ο πάρεδρος του συνοικισμού Μύρου που ζούσε στην πόλη. Υπηρετούσε τον Καποδίστρια το νέο σύστημα της τοπικής αυτοδιοίκησης που συνέπτυξε τις κοινότητες σε δήμους πιστεύοντας πως η διοίκηση θα γινόταν καλύτερη. Ό,τι έκανε το έκανε με γενναιότητα κι έκλεινε τ’ αυτιά  με επαρκή μεγαλοπρέπεια στις παράξενα χαιρέκακες αιχμές των αντιπάλων του που πάντα ζητούσαν να του βρουν λάθη και να εκμεταλλευτούν όποια πολιτική ή κοινωνική ολίσθησή του.

           Ο δικηγόρος κάποια στιγμή σηκώθηκε κι έφυγε πηγαίνοντας στην άλλη άκρη του μπαλκονιού να δει μήπως  ερχόταν ο παπα- Καλλίνικος. Σαν δεν είδε τίποτα γύρισε οργισμένος και κατηφής, ενώ, ψιθύρισε σαν κάθισε << να δούμε πότε θα τελειώσουμε  με τις αγγαρείες που μπλέξαμε>> και κοίταξε τους άλλους με μια δυσάρεστη έκφραση. Οι άλλοι δυο συνέχιζαν την κουβέντα τους και είχαν φτάσει τώρα στις αξίες και τις δαπάνες που θα χρειαζόταν για το σκελετό της νέας πτέρυγας, ποσά που τους φαίνονταν υπέρογκα και δεν σταματούσαν να προφέρουν τις λέξεις  << ανατίμηση >> και << ακρίβεια >> χωρίς να αντιμετωπίζουν όπως έδειχναν τα πράγματα τον απαραίτητο σεβασμό στο όλο έργο.

        Ένα άλλο θέμα που απασχόλησε την επιτροπή, άτυπα βέβαια όσο έλειπε ο παπα- Καλλίνικος ήταν και η εντολή του δεσπότη προς αυτή να έχει τελειώσει το έργο τουλάχιστον τον επόμενο Σεπτέμβρη γιατί υπήρχε σοβαρός λόγος κι έπρεπε να τον σκεφτούνε πολύ. Ο λόγος ήταν ο εξής: Την επόμενη χρονιά θα ερχόταν ένας εξέχων και μεγάλος ιεράρχης τη τάξει της Αρχιεπισκοπής της Αμερικής στην πόλη για να επισκεφτεί το σεβασμιότατο, τον κλήρο και τη μητρόπολη μαζί με τα διάφορα ευαγή ιδρύματα. Ήθελε λοιπόν ο δεσπότης να του κάνει έκπληξη και να θεωρήσει μεγάλη του τιμή  την παρουσία του στα εγκαίνια που θα έπαιρναν πιο πανηγυρικό και χριστιανικό χαρακτήρα με τις ευλογίες και του εξ Αμερικής αδερφού και ευλαβούς στελέχους της εν Χριστώ εκκλησίας. Αυτό όσο αφορούσε την υπό κατασκευή νέα πτέρυγα του γηροκομείου. Όμως το φετινό Σεπτέμβριο που θα ερχόταν σε τρεις μήνες  και ανήμερα του Σταυρού έπρεπε να ήταν έτοιμοι για τα εγκαίνια της μικρής ιατρικής μονάδας που φιλοτίμως δώρισε στο γηροκομείο ένας πλούσιος ευπατρίδης και έντιμος συμπολίτης που θέλησε να μείνει κρυφό τ’ όνομά του. Κι αυτό όφειλαν να το συζητήσουν μαζί με τον παπα -Καλλίνικο.

             Οι ώρες αγωνίας ευτυχώς πέρασαν και ο παπα - Καλλίνικος ήρθε και κάθισε στην πολυθρόνα του ενώ δεν ξέχασε πριν αρχίσουν την κουβέντα να δικαιολογηθεί για τη μικρή του καθυστέρηση.  Αυτοί του έγνεψαν << δεν πειράζει >> κι αμέσως εκείνος που είχε πάρει τ’ αυτί του από την αυλή κιόλας γιατί πράμα μιλούσαν, τους είπε με έμφαση, θέλοντας να επιβληθεί από την αρχή και να μη βρεθεί απογοητευμένος στο τέλος:

               --- Άκουσα τι λέγατε και μου φαίνεται πως στη σειρά με τις δυσκολίες που αντιμετωπίζουμε προστέθηκε κι άλλη μια αυτή της ολοκλήρωσης και παράδοσης του έργου τον επόμενο Σεπτέμβρη, πράγμα πολύ δύσκολο αν όχι ακατόρθωτο. Και κοιτάζοντας κατάματα το δικηγόρο, πρόσθεσε: Δεν ξέρω αν είχαμε και καμιά είδηση για τα χρήματα που περιμένουμε από τη Νομαρχία. Αν αυτά έρθουν οι εργασίες θα προχωρήσουν, αν όχι, νίπτω τις χείρες μου.

             Ο δικηγόρος άργησε να του απαντήσει γιατί σε κάθε δυσάρεστη ερώτηση έπρεπε  απαραιτήτως να σκεφτεί πριν εκφέρει λόγο ή πάρει κάποια απόφαση. Έτσι με την παρέλευση αρκετών δευτερολέπτων, του αποκρίθηκε με την επιθυμία να λυθεί ο γόρδιος δεσμός που τους έσφιγγε ανώδυνα και τάχιστα:

             --- Κύριοι με λύπη μου σας ανακοινώνω πως τα πράγματα δεν είναι και τόσο ευχάριστα! Βαδίζουμε αργά σαν τη χελώνα και δεν έχουμε ακόμη προχωρήσει την ανακοίνωση του διαγωνισμού! Και γι’ αυτό φταίνε πολλά και μου δίνεται η ευκαιρία να τα αναφέρω. Πρώτον η κρατική επιχορήγηση αργεί σκανδαλωδώς, δεύτερο το δάνειο δεν έχει εγκριθεί ακόμη από την Τράπεζα παρακαταθηκών και δανείων και τρίτον η Μητρόπολη Τριφυλίας αρνείται να καταβάλλει το ποσόν που επανειλημμένως μας είχε υποσχεθεί πως θα μας έδινε. Τα ελάχιστα τώρα χρήματα που έχουν συγκεντρωθεί από τις ελεημοσύνες των πιστών είναι ψίχουλα και δε φτάνουν ούτε για την αποπληρωμή της άδειας. Μ’ αυτά δυστυχώς που σας είπα η υπάρχουσα κακή εικόνα γίνεται ακόμη χειρότερη. Όλοι λένε, ναι, στα υψηλότερα πράγματα της ζωής αλλά σαν έρθει η στιγμή να τα ενισχύσουν με κάποιες πενταροδεκάρες εξαφανίζονται!

            --- Μάλιστα! Έκανε δυσαρεστημένος ο παπα- Καλλίνικος κι έδειχνε να έχει λυπηθεί που άκουσε τέτοια λόγια.

            Τότε ο Καλαθάς έβαλε το χέρι του στην τσέπη του πουκάμισού του κι έβγαλε ένα λευκό χαρτί σημειωμένο κι από τις δυο μεριές με κακογραμμένα γράμματα. Κι αμέσως έσκυψε προφανώς για να διαβάσει κάποια νούμερα με ποσά που θα χρειάζονταν στο ξεκίνημα του έργου. Ωστόσο δεν πρόλαβε να αρθρώσει λέξη γιατί η φωνή του παπα- Καλλίνικου τον σταμάτησε, λέγοντάς του:

            ---  Δε θέλω να μου αραδιάσεις τώρα αριθμούς, γέροντά μου γιατί δεν είμαι σε θέση να συγκρατήσω ούτε το ελάχιστο νούμερο. Απλά θέλω αν είσαι καλό φίλος και συνεργάτης να μου πεις τι μετρητά έχει το ταμείο μας. Τις λεπτομέρειες, άσε θα τις βρούμε όταν ξεκινήσουμε το έργο.

           Εκείνος φάνηκε να μην άκουσε τι του ζήτησε και τον ρώτησε με ένα κράτημα στη φωνή του που έμοιαζε σαν σφύριγμα:

            --- Θα είχες την καλοσύνη να μου επαναλάβεις, πάτερ μου τι μου ζήτησες;

            --- Θέλω να μου πεις τι μετρητά έχει το ταμείο του γηροκομείου στον κωδικό << δαπάνες για την ανέγερση της νέας πτέρυγας >>, αυτό θέλω.

            --- Δεν είμαι και σίγουρος αλλά πρέπει να υπάρχουν μερικά εκατομμύρια που θεωρώ πως θα  βοηθήσουν στην αρχή την υπόθεση αρκετά.  Φαντάζομαι στην πορεία να έρθουν και τ’ άλλα ποσά και να μη φτάσουμε στο σημείο να γελοιοποιηθούμε!

         Ο παπα- Καλλίνικος έσκυψε για να δει καλύτερα τις σημειώσεις του γέροντα. Δεν τον βοήθησε όμως η όρασή του και τρεμόπαιξε με μια νευρικότητα τα μάτια, ώστε να ξεθαμπώσουν και να μπορέσει να διακρίνει τα νούμερα. Στη διάθεσή του να μη χάσει την αξιοπρέπειά του και να φανεί εντάξει, είπε με κάποιον υπαινιγμό για να δικαιολογήσει την πάθηση που εδώ και αρκετό καιρό τον βασάνιζε και παρά τις συνεχείς επισκέψεις στον οφθαλμίατρο δεν έλεγε να τον ανακουφίσει ενώ η όρασή του μέρα με τη μέρα χειροτέρευε: <<Αν τα γράμματά σου ήταν πιο καλαίσθητα ίσως έβγαζα κάτι, γέροντά μου>>. Και τότε ο γέροντας που κάτι γνώριζε για το μαρτύριό του, του ψιθύρισε με αυστηρότητα αλλά και συμπάθεια: << Διαβάζεις πολύ, πάτερ μου κι αυτό σου έχει βλάψει φαίνεται τον αμφιβληστροειδή χιτώνα. Όμως θα το ξεπεράσεις με μια καλή συνταγολογία και με μια κατ’ οίκον κούρα αφού συνηθίζεις τόσο επάξια και υπερβολικά να εργάζεσαι>>. 

            Εκείνος  έδειξε να συμφώνησε, έγειρε μπροστά και κάνοντας μια γκριμάτσα σαν έβαλε το δεξί του χέρι σε μικρή απόσταση από τα μάτια του, είπε ενώ ξερόβηξε δείχνοντας αμηχανία:

            --- Θα το χειριστώ σοβαρά το θέμα αν θέλω να μη στραβωθώ τελείως! Είναι κληρονομικό γιατί από μια τέτοια οφθαλμική ατέλεια, κάτι σαν στραβισμό έπασχε και ο πατέρας μου.

            Οι άλλοι δυο της επιτροπής απροσδόκητα είχαν μια παράξενη και τρυφερή έκφραση όση ώρα μιλούσαν ο γέροντας με τον πατέρα Καλλίνικο που τον έκανε να το αντιληφθεί και να τους πει με μια ευχάριστη εγκαρδιότητα:

             --- Σας είπα έχουν γνώση οι φύλακες! Δεν παθαίνω τίποτα και μην ανησυχείτε γιατί με κάνετε να το δω με φόβο το πράγμα που μπορεί να με βλάψει περισσότερο! Σας επαναλαμβάνω είναι κληρονομικό γιατί και ο πατέρας μου είχε ένα θάμπος και μια φλόγωση ως τα βαθιά του γεράματα και ποτέ δε διανοήθηκε να πάει σε γιατρό ή να πάρει φάρμακα από κάποιον κομπογιαννίτη. Ποτέ δε φοβήθηκε μη χάσει το φως του και ποτέ δε μας είχε εκμυστηρευθεί τους φόβους του. Έτσι κι εγώ γιατί να φοβηθώ;  Βέβαια έχω κάποια φριχτά λεπτά που με κουράζουν και με τσούζουν αφάνταστα αλλά θαρρώ πως θα απαλλαγώ με τον καιρό από τις ενοχλήσεις αυτές και θα είμαι και πάλι γεμάτος υγεία.

          Σαν τελείωσε σήκωσε το κεφάλι και κοίταξε προς το μέρος της κουζίνας  να δει την οικονόμο. Σαν δεν το κατόρθωσε γιατί εκείνη ήταν στο βάθος και ασχολιόταν με την καθαριότητα του σπιτιού, στράφηκε στο δικηγόρο για να του πει με ανασηκωμένα φρύδια ενώ κουνούσε ένα χαρτί που είχε πάρει μπροστά από τον Καλαθά:

           --- Θα ξεμπερδέψουμε εύκολα τι λέει και η νομική σου ιδιότητα, κύριε Βαρβαράκη; Από σένα εξαρτώνται πολλά γιατί είσαι ο ακρογωνιαίος λίθος αυτής της υπόθεσης και σαν γνώστης της νομικής διαδικασίας θα κατατροπώσεις κάθε άναρχο εμπόδιο που θα βρεθεί μπροστά μας. Το λέω και το πιστεύω! Εσύ τι λες;

          Εκείνος τον κοίταξε στα μάτια λες και ήθελε να διαβάσει κάτι που έβλεπε γραμμένο εκεί μέσα και σαν πέρασε τα μακριά του δάχτυλα από το λευκό του μουστάκι, του είπε κουνώντας νευρικά το κεφάλι του:

          --- Υπάρχουν δυσκολίες κι αυτό με κάνει ν’ ανησυχώ. Δε θα τις αναφέρω όλες αλλά θα πιάσω μία στην τύχη έτσι για να γίνετε κοινωνοί τής δύσκολης κατάστασης που μας περιμένει. Το δάνειο που συνάψαμε με την τράπεζα παρακαταθηκών και δανείων έχει μπει σε άλλη διαδικασία από εκείνη που είχε όταν το υπογράφαμε όσο αφορά το επιτόκιο. Ενώ μέχρι χθες όσα δάνεια εγκρίνονταν η πληρωμή του επιτοκίου γινόταν με την εγγύηση του κράτους και ήταν σταθερό τώρα με το νέο νόμο που πιάνει κι εμάς το επιτόκιο θα είναι κυμαινόμενο και χωρίς την εγγύηση του κράτους. Καταλαβαίνετε πως σε μια εικοσιπενταετία τι οικονομική επιβάρυνση θα έχουμε από τόκους, χρεωλύσια και πανωτόκια. Και με μια γκρινιάρικη λιγάκι μοιρολατρία, ψιθύρισε << βαρύς ο σταυρός του μαρτυρίου! >> αλλά ελπίζω να τον σηκώσουμε χωρίς να πέσουμε.

              Παρά τη γενική απογοήτευση το λόγο πήρε ο πάρεδρος για να πει:

             --- Με τα υπάρχοντα χρήματα μπορούμε να ξεκινήσουμε, όπως είπε και ο Καλαθάς, κάνοντας ένα θετικό βήμα παραγνωρίζοντας στο βαθμό που πρέπει τις δυσκολίες. Αν κυνηγήσουμε την επιτυχία θα ‘ρθει και χωρίς την αύξηση των κεφαλαίων που σίγουρα θα την έχουμε στο μέλλον, κι αυτό νομίζω είναι σημαντικό αφού οι πληθωριστικές τάσεις ευνοούν τον επενδυτή. Στο κάτω – κάτω της γραφής η αρχή είναι το ήμισυ του παντός, ε, ας το σεβαστούμε αυτό κι ας εξαφανίσουμε κάθε ενδοιασμό που είναι σύντροφος του φόβου και της απαισιοδοξίας.

             Ο παπα- Καλλίνικος υποστήριξε τη γνώμη του μ’ ένα ελαφρύ γέλιο αλλά δεν δίστασε να του υπενθυμίσει την οικονομική κρίση και του είπε:

             --- Μιλάς σαν τραπεζίτης ή σύμβουλος τράπεζας, πάρεδρε, ενώ ξεχνάς τη μεγάλη οικονομική κρίση που μας μαστίζει. Ανησυχούμε για τα κεφάλαια κι αυτό μας κάνει να κρατάμε στάση  άμυνας. Αν δε βρεθούν κινδυνεύουμε να πάμε φυλακή. Πως θα πληρώσουμε τόσα υλικά και εργατικά; 

            --- Ω, πάτερ μου, έκανε με στόμφο ο πάρεδρος. Τότε ας μην κάνουμε τίποτα! Ας ασχοληθούμε με τις ιδιωτικές μας υποθέσεις και τα οικογενειακά μας θέματα. Τι να πω… 

            Ο παπα- Καλλίνικος έδειξε πως ήθελε να κλείσει τη συζήτηση γιατί είχε έναν αγιασμό να κάνει σ’ ένα εστιατόριο της πόλης κι έπρεπε να βιαστεί. Γι’ αυτό έπρεπε να φάει, να ξεκουραστεί και να ετοιμάσει ένα μικρό χειρόγραφο λογύδριο που όφειλε να μάθει και να πει κατά την τελετή των εγκαινίων. Οπότε με κάποιο αξιαγάπητο τρόπο για να μην παρεξηγηθεί τους είπε σιγανά αλλά με έμφαση που τόνιζε την πρόθεσή του να διακοπεί η κουβέντα οριστικά κι αμετάκλητα και να συνεχιστεί μια άλλη φορά.

            --- Σωστά, αλλά ας συνεχίσουμε άλλη μέρα και να πάρουμε κάποιες οριστικές αποφάσεις. Τώρα πρέπει να φύγω γιατί η θέση μου μετά από εδώ  βρίσκεται στην πόλη στα εγκαίνια του καινούριου εστιατορίου << ΤΟ ΚΥΜΑ >> στην παραλία. Η ευγένειά μου είναι καλεσμένη και δεν μπορεί να κάνει πίσω. Επιμένω να παραβρίσκομαι σε τέτοιες κοινωνικές εκδηλώσεις αν και τις θεωρώ εκτός ιδεολογίας μου για λόγους καθαρά ανθρώπινους. Συγχωρέστε μου αυτή μου την προδοσία κι άλλη φορά δε θα το ξανακάνω.

            Οι τρεις τους σηκώθηκαν κι αφού τον ευχαρίστησαν έφυγαν με μια μεγαλόφωνη επιδοκιμασία ιδιαίτερα από τη μεριά του δικηγόρου που ήξερε καλά τι σήμαινε κοινωνική εκδήλωση.

             Σαν έμεινε μόνος ο παπα- Καλλίνικος τον πλησίασε η οικονόμος κι αφού κάθισε δείχνοντας έναν εύθυμο για τη στιγμή χαρακτήρα, τον  ρώτησε ενώ χτύπησε ελαφρά τα χέρια για να τον ξυπνήσει προφανώς από τις σκέψεις του, γιατί τον είδε να σκέφτεται και να  δείχνει δυσαρεστημένος:

              --- Να ετοιμάσω φαγητό, πάτερ μου; Άκουσα πως έχεις εγκαίνια. Είναι αλήθεια ή το είπες για να τους ξεφορτωθείς;

              Ο παπα- Καλλίνικος εκείνη τη στιγμή δεν ήταν έτοιμος για συγκινήσεις και χωρατά γιατί υπόφερε από τα μάτια του. Το ταξίδι του στο χωριό τον είχε κουράσει και η σκόνη με την ανυπόφορη ζέστη του τα είχαν ερεθίσει κι ένιωθε άσχημα με το τσούξιμο και την καούρα που του προξενούσαν.

             --- Όχι! Όχι! δεν ήθελα να τους ξεφορτωθώ, διαμαρτυρήθηκε, αυτός και συνέχισε:  Έχω εγκαίνια αλλά είμαι και άρρωστος, συμπλήρωσε με μια σοβαρή αποφασιστικότητα και της έδειξε με το δεξί του δείκτη τα ερεθισμένα μάτια του που είχαν κιόλας δακρύσει ενώ μια κοκκινίλα διαγραφόταν στην εξωτερική περιφέρεια της κόρης τους.

              Εκείνη σταύρωσε τα χέρια της και τον κοίταξε επίμονα και δείχνοντας άνθρωπο που τον αγαπούσε  κυριολεκτικά του είπε με έπαρση ενώ φάνηκε να της ανέβηκε το αίμα στο κεφάλι:

             --- Στο είπα δεν στο είπα, εγώ; Τα ξενύχτια  είναι η αιτία που σου χαλάνε τα μάτια κι εκείνη η γυναίκα που σ’ έχει βάλει στα φουστάνια της και δεν μπορείς να την αποφύγεις. Συν το ποτό που κατεβάζεις κάτω σαν συναντιέσαι στο καταραμένο το μπαρ σου επιδεινώνουν την κατάσταση.  Να, οι φλέβες μου, τα μηνίγγια μου με πονάνε, και του έδειξε με τα χέρια της τα σημεία τους, σαν το σκέφτομαι αυτό, πως σπαταλάς τη ζωή σου με μια γυναίκα ανήθικη που δε σου προσφέρει τίποτα παρά θανατηφόρες βελονιές και στραβισμό στα μάτια σου!

              --- Όχι, δεν είναι έτσι! της είπε με εγκάρδια φιλικότητα αν και τον ενόχλησαν τα λόγια της. Τα ίδια μου λες πολύ καιρό τώρα και δε θες να καταλάβεις πως η γυναίκα αυτή δεν είναι ανήθικη αλλά έντιμη και χρειάζεται τη βοήθειά μου. Κι ενώ χαμογέλασε και τα βλέφαρά του σάλεψαν ενώ τα καστανά του μάτια έλαμψαν, πρόσθεσε με μεγάλη χαρά: να ξέρεις όμως πως δεν είμαι και αδέξιος στον έρωτα, ε, είναι κι αυτό κάτι!     

            Αυτή έδειχνε να είναι στενοχωρημένη. Ύστερα με τον τρόπο της του είπε:

             ---  Να’ τα μας! Παπάς και να κολάζεσαι! Πού ακούστηκε; Ήθελα να ήξερα με τι καρδιά και τι συνείδηση πηγαίνεις ύστερα στο ιερό και πιάνεις στα χέρια σου το άγιο δισκοπότηρο! Και τα μυστήρια κι αυτά πως τα φέρνεις πέρα; Θεέ μου! Επίβλεψον τις επιλογές των τέκνων σου και διέγραψε τις αμαρτωλές τους προθέσεις, κατέληξε ενώ κατέβασε κάτω το κεφάλι με έκφραση ευχαρίστησης που του τα είπε και με μια καλοκάγαθη λάμψη στις σχισμές των μεγάλων ματιών της.

             Τώρα ήταν η σειρά του παπα- Καλλίνικου να αγανακτήσει και να αντιδράσει ανάλογα. << Ω, Θεέ μου, σκέφτηκε πόσο λυπηρό και βασανιστικό είναι να έχεις δίπλα σου ανθρώπους που δε σε καταλαβαίνουν. Νομίζουν πως η ζωή είναι ωραία και αξίζει μόνο σαν τρως και εκτελείς τις φυσικές σου ανάγκες! Πόσο πέφτουν έξω! Πόσο!>> και με μια προσπάθεια να αποφύγει μια ζωηρή συζήτηση γύρω απ’ αυτό το προσωπικό του θέμα, της είπε σιγανά ενώ η γλώσσα του έπαιζε επιδεικτικά στην αριστερή γωνιά του στόματός του:

             --- Έλα κυρα -Μαρία, άφησε τώρα τις γκρίνιες και να πούμε τίποτα άλλο πιο ενδιαφέρον. Αναμφίβολα δε σε αδικώ για τη γνώμη σου σχετικά μ’ αυτό το θέμα αλλά το θεωρώ πολύ προσωπικό μου να το μοιράζομαι με άλλους. Γι’ αυτό σε παρακαλώ άφησε το σταυρό του μαρτυρίου να τον σηκώσω μόνος μου όταν χρειαστεί να τον βάλω στον ώμο μου!

            --- Πολύ θα χαρώ να ακούσω κάτι άλλο πιο ευχάριστο, ψιθύρισε αυτή κι έδειξε μεγάλη ζωηρότητα ενώ περίμενε να τον ακούσει.

            Έτσι συμπεριφερόταν τις περισσότερες φορές ο παπα- Καλλίνικος σαν έπιαναν κουβέντα για τη Ρόζα και τον ενοχλούσε. Έδειχνε πως τον πείραζε αυτή η συζήτηση και σαν τη βαριόταν και χόρταινε από άχρηστα  λόγια που του έλεγε η οικονόμος του, της ζητούσε να την αλλάξουν. Άλλοτε τον άκουγε η γερόντισσα και του έκανε το χατίρι, άλλοτε όμως σαν την καβαλούσε ο δαίμονας  επέμενε να κουβεντιάζουν ώσπου στο τέλος εκείνος ξεσπούσε κι αφού έβαζε τις φωνές νευριάζοντας της έλεγε: << Ίσαμε εδώ και μη παρέκει, γερόντισσα, δε θα σε βάλω φύλακα στις πράξεις και τα πάθη μου. Είμαι ελεύθερος να κάνω ό,τι θέλω και σένα δε σου πέφτει λόγος να με ψέγεις και να με δικάζεις. Τα έχω τετρακόσια κι ό,τι κάνω το μετρώ με το μυαλό πρώτα κ’ ύστερα το εκτελώ! >>

           Μια φορά όμως σαν της είπε τα λόγια αυτά ένιωσε τόσο πολύ στενοχωρημένος για τον έλεγχο που του έκανε, που έφυγε μέσα στη νύχτα και γύρισε το πρωί. Είχε πάει στο μπαρ το << Ναυάγιο>> για να συναντήσει τη Ρόζα και όταν γύρισε στο σπίτι τόσο αργά πράγμα που εκνεύρισε τη γερόντισσα και του μίλησε άσχημα σαν μπήκε μέσα ενώ τα ξινισμένα μούτρα της έδειχναν πως θα προτιμούσε να τον διώξει παρά να τον δεχτεί έστω κι αν ήταν σπίτι του.

           Ο παπα- Καλλίνικος σύρθηκε μέσα σαν βρεγμένη γάτα και κατευθύνθηκε στην κρεβατοκάμαρά του να κοιμηθεί. Πίσω του αυτή χάνοντας εντελώς τον έλεγχό της του φώναξε κάποια στιγμή ενώ όλα έδειχναν πως το θέμα είχε λήξει: << Τα περάσατε ωραία, πάτερ μου! Τι κάνατε όλες τούτες τις ώρες στο μπαρ το <<ΝΑΥΑΓΙΟ; Μήπως την προσευχή σας; Δεν το πιστεύω! Κάτι άλλο πονηρό, κάνατε για να ξεχαστείτε να γυρίσετε στο σπίτι σας! >> και αφού έσπρωξε μια καρέκλα που ήταν μπροστά της κι έκανε έναν ενοχλητικό θόρυβο, κίνησε για το δωμάτιό της ενώ η βαριά της αναπνοή έδειχνε πως ήταν πυρ και μανία εναντίον του.

              Τότε ο παπα - Καλλίνικος βγήκε έξω στη βεράντα για να την αποφύγει, ενώ ο ήχος της φωνή του που έφτανε στ’ αυτιά της οικονόμου σιγανός αλλά καθαρός της έλεγε: << Κριτής μου ο Θεός  για τις πράξεις μου και κανένας άλλος! Είμαι τρελός, τρελός γι’ αυτή κι εκεί θα ξαναπάω! Στο μπαρ το καταραμένο για να είμαστε και πάλι μαζί! >>

              Αυτά θυμήθηκε τώρα η οικονόμος και για να τον ηρεμήσει του είπε με λαχτάρα να συνεχίσουν την κουβέντα:

              --- Εντάξει αφού τόσο το θέλεις θα πούμε κάτι ευχάριστο!

               Ο θυμός του είχε περάσει και σαν την κοίταξε τρυφερά με τα κόκκινα ερεθισμένα μάτια του, συμπλήρωσε με αρκετή σοβαρότητα:

               --- Υπάρχουν τόσα ενδιαφέροντα πράγματα που μπορούμε να συζητήσουμε. Αμφιβάλλεις;

              --- Δεν αμφιβάλλω αλλά αν μπορώ να φανώ χρήσιμη για ποιο πράγμα θα ήθελες να κουβεντιάσουμε;

              Κι αφού κατάλαβε πως ο παπα - Καλλίνικος ήταν κατηγορηματικός και δεν ήθελε άλλο θέμα να συζητήσουν παρεκτός γενικού ενδιαφέροντος τον ρώτησε ενώ έσκυψε και στηρίχτηκε με τα δυο της χέρια στο τραπέζι:

             --- Ε, τότε πες μου για τη μέρα σου, μάλλον τη μισή μέρα σου αφού την υπόλοιπη ακόμη δεν την έχεις δαπανήσει ακόμη. Πώς ήταν το πρωινό σου με τον παπα - Ρίζο;

                 --- Αστείο! Αστείο! ήταν πολύ αστείο να πιστεύω πως με συκοφάντησε, της ψέλλισε κι έδειξε στενοχωρημένος. Είναι εξαίρετος και καλός φίλος και ποτέ δε φανταζόμουν  πως θα μπορούσε να κάνει κάτι τέτοιο. Εννοείται πως αυτοί που τον συκοφάντησαν σε μένα είναι οι ίδιοι  πρόστυχοι και συκοφάντες αν μη τι άλλο. Ωστόσο όμως η συνάντηση ήταν ωφέλιμη γιατί μιλήσαμε και για άλλα ενδιαφέροντα θέματα  που με άμεμπτη σοβαρότητα μου τα εξέθεσε. Τον εκτιμώ πολύ γιατί ακολουθεί τα χνάρια μου κι αγαπιέται πολύ από τους πιστούς τής ενορίας του. Στο ενεργητικό του δε εγγράφεται σαν θες να μάθεις κι ένα έργο με κοινωνικές προεκτάσεις που είμαι σίγουρος πως θα το εκτελέσει. Θέλει να φτιάξει ένα ξενώνα για τους άστεγους του χωριού και με βρήκε αρωγό του. Νομίζω πως έχει πάρει την αποστολή του  τόσο σοβαρά που θα ανέβει πολύ ψηλά στις καρδιές του κόσμου.

           Η οικονόμος έδειξε να μη συμφωνεί μαζί του κι απλώνοντας τα χέρια έδειχνε σαν να ήθελε να τον σταματήσει. Εκείνος  όμως δε σταμάτησε παρά σαν τελείωσε αυτά που ήθελε να πει. Τότε αυτή του είπε ενώ φάνηκε σαν να εκδήλωνε στα σοβαρά μια ηθική αγανάκτηση:

           --- Έχεις όρεξη να σου θυμίσω κάτι;

           --- Ναι, αν αυτό δε θα βλάψει τη σχέση μας.

           --- Δε νομίζω. Ξέχασες πόσο άπληστος είναι αυτός ο παπάς;

            Εκείνος σαν να μην περίμενε μια τέτοια ύβρη εναντίον του φίλου του, έδειξε να πειράχτηκε. Έτσι με ένταση στη φωνή του αλλά και με άμεμπτο τρόπο τη ρώτησε:

            --- Γιατί το λες αυτό;

            --- Πάει και λειτουργάει σε όλα τα μοναστήρια! Γιατί το κάνει; Τον θεωρείς απόλυτα εντάξει σαν το κάνει αυτό;

            --- Τι θες να πεις πως χρηματίζεται; Ή να το πώς αλλιώς έχει οικονομικό όφελος από τέτοιου είδους ενοριακές υποχρεώσεις;

            --- Εσύ τι λες;

            --- Μου φαίνεται αστείο! Εγώ τον θεωρώ απόλυτα άμεμπτο και υπεράνω πάσης υποψίας. Θα με πείραζε αν μου έλεγες πως είναι απατεώνας ή κλέφτης! Είναι φοβερά άσχημο αυτό που σκέφτηκες γι’ αυτόν.

           Εκείνη τότε φάνηκε πως βρέθηκε σε δυσάρεστη θέση. Η απροσεξία της αυτή την έκανε να χάσει την υπόληψή της στα μάτια του. Η φήμη ευτυχώς ήθελε τον παπα- Ρίζο εξαίρετο λειτουργό χωρίς ψεγάδια. Κάποια παλιά της διαφωνία μ’ αυτόν για ένα κουμπαριό στη μονή Κατσιμικάδας την έκανε να τα έχει μαζί του κι έτσι πάντα σαν η κουβέντα το έφερνε τον κατηγορούσε. Αυτό έκανε και τώρα αλλά η αδαμάντινη στάση του παπα- Καλλίνικου την εκτόπισε από κάθε κακόβουλη σκέψη.

           --- Σκέφτομαι πάντα πολύ έντιμα πριν κατηγορήσω κάποιον του είπε με γελαστό τρόπο για να διασκεδάσει την κατάσταση και για να διατηρήσει την  αξιοπρέπειά της.  

           Αυτός γέλασε ελαφρά ενώ δεν παρέλειψε να της πει με τη φιλική διάθεση της μακροχρόνιας φιλίας τους:

           --- Αυτό είναι το μικρό βάσανό σου να τους φακελώνεις όλους! Ωστόσο αν ρίξεις μια στοχαστική ματιά θα δεις πως πέφτεις έξω! Κι αυτό γιατί αν ο παπα- Ρίζος ήταν όπως το λες η επιλογή μου να τον κάνω φίλο μου φαίνεται γελοία!

           Αυτή γέλασε γιατί της έδινε έστω και μ’ αυτό τον ανορθόδοξο τρόπο την ευκαιρία να σκεφτεί πως δεν ήταν κάποια ασήμαντη. Και χωρίς άλλη κουβέντα του είπε, δείχνοντας ικανοποιημένη από την εκτίμησή του:

           --- Κι αυτό που κάνω να ξέρεις θέλει σκληρή δουλειά και πολύ ζήλο! Κι αν εννοείς πως έχω φακελώσει και σένα να ξέρεις πως το κάνω για το καλό σου!

           Ήταν  η σειρά του παπα- Καλλίνικου να γελάσει και να πει:

           --- Το ξέρω αλλά η κοπιαστική αυτή ενασχόλησή σου με τα προσωπικά μου δε θα σε ωφελήσει σε τίποτα, Άδικα χάνεσαι μαζί μου. Στο τέλος όλη αυτή η δήθεν φροντίδα σου για μένα δε θα είναι παρά το ανόητο αποτέλεσμα μιας απεχθούς παρακολούθησης. Εγώ ότι είναι να κάνω θα το κάνω με τη Ρόζα!

          << Ναι, παπα- Καλλίνικε, γελάς αλλά να δούμε ποιος θα γελάσει τελευταίος >> ψέλλισε αυτή και αφήνοντας το δεξί της χέρι να χτυπήσει πολλές φορές πάνω στο τραπέζι, σηκώθηκε κι ενώ ήταν έτοιμη να τον αφήσει παρακάλεσε το Θεό να είναι ανεκτικός μαζί της που στενοχώρησε τον παπα- Καλλίνικο και ξεκίνησε για την κουζίνα ενώ δεν ξέχασε να του υπενθυμίσει πως έπρεπε να φάει γιατί έπρεπε να ξεκουραστεί και το απόγευμα να είναι στα εγκαίνια.

           --- Έχεις δίκιο! της είπε αυτός και αποδεικνύοντας την αγάπη του για τη γυναίκα που αφιλοκερδώς τον υπηρετούσε και τον φρόντιζε, της φώναξε για να την κολακέψει και να της τονώσει το ηθικό και την αξιοπρέπεια μετά τη ζωηρή κουβέντα που είχαν: Να ξέρεις όμως ένα πράγμα, καλή μου πως είσαι μια ιδιόρρυθμη, αινιγματική και γοητευτική φύση! Εν πολλοίς δηλαδή μοιάζουμε!  και με μια ματιά περιβεβλημένη από  φως την αγκάλιασε με άπλετη τρυφερότητα.   

            

 

 

 

              

 

              

        

                             

 

 

 

                                     ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΤΡΙΤΟ

                                  

 

            Τη νύχτα αυτή ο παπα- Καλλίνικος δεν την πέρασε καθόλου ωραία γιατί είδε ένα όνειρο τόσο εφιαλτικό που τον ξύπνησε ενώ παρά τη ζωηρή του επιθυμία να το ξεχάσει και να κοιμηθεί δεν το κατόρθωνε όσο κι αν προσπαθούσε. Έτσι νιώθοντας ένα ανεξήγητο φόβο και μια αλλόκοτη στενοχώρια, σκέφτηκε πως θα ερχόταν το τέλος του κι όσο κι αν επιθυμούσε να φωνάξει τη γερόντισσα να τον βοηθήσει δεν το έκανε γιατί σκόνταβε στον άμετρο εγωισμό του και τη μεγάλη του μετριοφροσύνη.

             Είχε δει πως βρισκόταν στην κόλαση μαζί με άλλους παπάδες κι έδιναν λόγο στο διάβολο για τις αμαρτίες τους που είχαν κάνει σαν ήταν στη ζωή πάνω στη γη. Καθόταν ο διάβολος στο θρόνο του και τους διάβαζε τα αμαρτήματά τους ανάμεσα σε δυο άσχημα και χοντρά φίδια που έγλειφαν τον αέρα αφήνοντας να φαίνονται διακριτικά τα φαρμακερά κεντριά τους βαστώντας στο δεξί του χέρι ένα βιβλίο στολισμένο με μια ελαιογραφία που παρίστανε δυο άγριους λέοντες . Για κάθε αμάρτημα που είχαν διαπράξει έχαναν κι από ένα δάχτυλο, εντολή που την εκτελούσε επί τόπου ένας βρικόλακας που στεκόταν δεξιά του και χειριζόταν με άριστη δεξιοτεχνία και βαρβαρότητα τον κοφτερό πέλεκυ. Έτσι οι περισσότεροι παπάδες είχαν απομείνει με ελάχιστα δάχτυλα λόγω των πολλών αμαρτημάτων τους ενώ χωμένοι μέσα σε ακαθαρσίες φώναζαν ανελλιπώς με το αίμα από τις πληγές τους να τρέχει ασταμάτητα και να σχηματίζει μια λίμνη κόκκινη που προκαλούσε φρίκη και τρόμο. 

             Ήρθε και η σειρά του παπα - Καλλίνικου να περάσει μπροστά από το διάβολο. Στάθηκε όταν εκείνος τον κοίταξε με άσβεστο μίσος και περιφρόνηση και περίμενε φοβισμένος κι ασθμαίνοντας ν’ ακούσει τις αμαρτίες του και  να εισπράξει τις τιμωρίες τους, ένα δάχτυλο κομμένο για κάθε μία. Σύμφωνα πάντα με τα εξιστορημένα ο διάβολος σαν είδε στο βιβλίο του το βεβαρημένο αμαρτωλό βιογραφικό του, ορθώθηκε με υπερβολική παράξενη διάθεση και του έχωσε με απίστευτη βία τα  νύχια του χεριού του στις σάρκες του ώμου του, ενώ έδειχνε ιδιαίτερη ευχαρίστηση βλέποντας το αίμα να τρέχει απ’ τις ανοιχτές πληγές. Ενώ  γινόταν όλα αυτά του διατύπωσε φλυαρώντας τα κάτωθι: << Χωμένος μέσα στην αμαρτία είσαι, πάτερ μου κι έχεις και μια γυναίκα με αψεγάδιαστο σώμα να σου προσφέρει την τρυφερή του θέρμη! Πώς να σε κρίνω δε μου λες; >> και τραβώντας το χέρι του από πάνω του, έκανε σινιάλο στο δήμιο να του κόψει και τα δέκα δάχτυλα.

           Τότε  ο παπα - Καλλίνικος ξύπνησε και βρέθηκε στη δυσάρεστη θέση που προαναφέραμε. Αν και πολλές φορές προσπάθησε κι ετοιμάστηκε να κοιμηθεί, δυστυχώς ο ύπνος δεν του κολλούσε. Κι αυτό τον έκανε έξαλλο και μελαγχολικό. Γι’ αυτό αποφάσισε να μετακινήσει τη σκέψη του φέρνοντας στο μυαλό του τη Ρόζα. Όμως η επιθυμία του να τη συναντήσει του έδωσε μια συμπονετική υπεροχή έναντι του κακού εφιάλτη που τον τυραννούσε και μ’ ένα αυθορμητισμό  μέσα από παράξενα συναισθήματα αποφάσισε να πάει να τη βρει, στο σπίτι της, στην κάτω πόλη.

             Η μέρα έξω έδιωχνε τη νύχτα κι έπαιρνε σιγά - σιγά τη θέση της. Στην ανατολή τα χρώματα, κόκκινο, κίτρινο, πορτοκαλί, μενεξελί και το λευκό, ζωγράφιζαν ένα πολύχρωμο πίνακα που άλλαζε όψεις στο δευτερόλεπτο κάνοντας τον ουρανό στο σημείο εκείνο και σε μεγάλη ακτίνα να δείχνει πυρπολημένος ύστερα από  μια μεγάλη έκρηξη. Οι πρώτες φωνές των ανθρώπων που έβγαινα στους δρόμους απ’ τα σπίτια τους ακούγονταν βραχνές, άγριες κι ασυνάρτητες μέχρι να σβηστούν άλλες στις γερασμένες φτωχογειτονιές κι άλλες  στα θαμπά και συρρικνωμένα δρομάκια που οδηγούσαν στα χτήματα και στα περιβόλια. Ενώ πίσω τους  πάνω στη μικρή κι όμορφη πολιτεία απλωνόταν μια παράξενη έκφραση, γλυκύτητας, τρυφερότητας και σοφίας.  

            << Έφεξε!>> συλλογίστηκε ο παπα - Καλλίνικος και πήδησε απ’ το κρεβάτι με μια χορευτική κίνηση αθλητή. Ντύθηκε γρήγορα, έκλεισε την πόρτα πίσω του και βγήκε στο δρόμο.

               Περπάτησε δέκα λεπτά ώσπου να φτάσει στο σπίτι της αγαπημένης του, που βρισκόταν λίγα μέτρα έξω από τη νότια πόρτα του μαντρότοιχου του σιδηροδρομικού σταθμού. Ήταν ένα θαυμάσιο παραδοσιακό σπίτι, πετρόκτιστο με κόκκινη σκεπή από κεραμίδια, ξύλινα καφέ σκούρα πορτοπαράθυρα κι ένα κήπο κατάφυτο από πολλά οπωροφόρα  δέντρα μ’ ένα πηγάδι στο βορινό μέρος που κάποτε το χρησιμοποιούσαν για άρδευση ενώ τώρα έπαιζε διακοσμητικό ρόλο. Η Ρόζα το είχε κληρονομήσει από τους γονείς της που μετά τη ζωή που έκανε και τη θεωρούσαν << διεφθαρμένη κι ανήθικη>> μετανάστευσαν στον Καναδά για να  αποφύγουν τις ανόητες εκφράσεις και τα κουτσομπολιά του κόσμου.

               Ο παπα - Καλλίνικος στάθηκε έξω από την πόρτα και περιέφερε με αμηχανία τα  νυσταγμένα μάτια του στα παράθυρα μήπως και δει κάποιο ανοιχτό  ενώ σαν την πλησίασε και με ψυχή σχεδόν συντετριμμένη, άπλωσε το χέρι του να χτυπήσει το κουδούνι. Η ησυχία που απλωνόταν παντού τον αποθάρρυνε για λίγο και καθυστέρησε να  πατήσει το διακόπτη και αφέθηκε να απολαμβάνει τα χρώματα του πρωινού που από στιγμή σε στιγμή γινόταν πιο φωτεινό αφού διαλύονταν τα σκοτάδια και μια όψη γιορταστικής θρησκευτικότητας ερχόταν με αδιάλειπτη μεγαλοπρέπεια.

             Η ματιά του τότε διαπεραστική είδε πως, ω, του θαύματος η εξώπορτα είχε ξεχαστεί ανοιχτή και σαν την έσπρωξε βρέθηκε στο διάδρομο της αυλής που τον οδηγούσε κατευθείαν στην πόρτα του σπιτιού.  Εκεί τότε όπως το απαιτούσε η περίσταση χτύπησε το κουδούνι παρακάμπτοντας όποια ψυχικά εμπόδια και στερεότυπες αναστολές.

            Η Ρόζα κοιμόταν ακόμη.    Αυτό φανέρωσε η αργοπορία της που σαν κατέφτασε και του άνοιξε έδειχνε κουρασμένη ενώ τα μεγάλα κι όμορφα μάτια της είχαν μια γλυκύτητα αλλά και μια συντριβή μαζί. Είχε γυρίσει αργά στο σπίτι μετά τη δουλειά στο μπαρ  και ο ύπνος της ήταν πολύ λίγος όπως ήταν φυσικό. 

             Η χαρά της ήταν απερίγραπτη σαν τον είδε κι ενώ τον τραβούσε με εγκαρδιότητα μέσα στο σπίτι τον κοιτούσε τόσο επίμονα στα μάτια ενώ μια αδιάλειπτη τρυφερότητα φαινόταν διάχυτη στο πρόσωπό της.

              --- Τι καλό σ’ έφερε στο σπίτι μου, αχάραγο άγιε Καλλίνικε; Το κορμί μου επιθύμησες ή ήρθες να μου πεις κάτι σπουδαίο και ξεχωριστό που αφορά τη σχέση μας; τον ρώτησε και μ’ ένα χαμόγελο τον οδήγησε να καθίσει στο καθιστικό.

            Σαν κάθισε αυτός κι εκείνη δίπλα του ένιωσε έναν ήρεμο ενθουσιασμό κι έναν πρωτόγνωρο ευδαιμονισμό σαν το άρωμα του κορμιού της  και το λευκό κι όμορφο σαν κρίνο πρόσωπό της που και με τη φαντασία που χρησιμοποίησε του χάρισαν μια στιγμιαία αλλά έντονη ερωτική θέρμη. Κι ενώ και αυτή έδειχνε να κολυμπούσε σε πελάγη ευτυχίας που τον είχε κοντά της την κατείχε και την ίδια  ο ίδιος ευδαιμονισμός της ψυχής. Ενώ δεν έλεγε ούτε στιγμή να ξεκολλήσει τα μάτια της από πάνω του. Και καθώς τον άγγιξε ελάχιστα για να νιώσει ένα αίσθημα αυτάρκειας, άκουσε τη φωνή του να της λέει σε συγκινησιακό τόνο και με πλήρη επιστράτευση του εαυτού του πάνω στην κομψή της παρουσία:

           ---  Η αγάπη μου μ’ έφερε και κάτι άλλο!

           Κι άρχισε με λεπτομερή διήγηση να τις περιγράφει το εφιαλτικό όνειρο που τόσο του είχε κατακερματίσει την ψυχή και του είχε προξενήσει τραύματα φόβου και υστερίας.

           Αυτή στο τέλος της διήγησης, γέλασε επιπόλαια αλλά από καρδιάς και τείνοντας το δεξί της χέρι να του χαϊδέψει τα μαλλιά, του είπε με διπλωματικό τρόπο:

             --- Εσύ ένας κληρικός πιστεύεις σ’ αυτά τα μηδαμινά τεχνάσματα του νου της νύχτας; Δεν ξέρω τι άλλο καλύτερο μπορώ να σου πω για να σε κάνω να μη τα πιστεύεις, αλλά σου συνιστώ να τ’ αφήσεις στη μεγαλοσύνη του Θεού να τα κρίνει.

            Αυτός έκρινε τα λόγια της σωστά και σχεδόν μόνο δεν υποκλίθηκε σαν τ’  άκουσε. Ύστερα με καλοβαλμένα λόγια της αποκρίθηκε:

             --- Ναι, έτσι είναι!  Αλλά ποιος μας λέει πως δεν κρύβουν κάποιο μήνυμα;

            --- Τίποτα δεν κρύβουν!

            --- Σίγουρα;

             --- Σίγουρα, ναι, του είπε με έμφαση και τον αγκάλιασε. Ύστερα σηκώθηκε και άνοιξε το δυτικό παράθυρο. Ο ήχος της θάλασσας εισέβαλε δυνατός και οι μικροί παφλασμοί των κυμάτων τυμπάνιζαν στ’ αυτιά τους με απαράμιλλη δεξιοτεχνία. Όλα σχεδόν έξω στην πρωινή αύρα του καλοκαιριού, θρόιζαν, γουργούριζαν, κελάρυζαν, ψιθύριζαν. Ο αέρας που μόλις είχε σηκωθεί και χωνόταν με ορμή στο ανοιχτό παράθυρο παράσερνε με δύναμη την κλαρωτή κόκκινη κουρτίνα και την έσπρωχνε με χάρη και με δύναμη ίσια σχεδόν πάνω στα κεφάλια τους. Τα ανέκφραστα μάτια του παπα - Καλλίνικου που ως εκείνη τη στιγμή ήταν ανοιγμένα διάπλατα έδειχναν να στρογγυλεύουν και να προσπαθούν να διακρίνουν κάτι στον έξω χώρο. Και σαν είδε τη θαυμάσια μέρα που είχε ξημερώσει αναφώνησε έξαλλος, ενώ κοιτούσε ένα σύμπλεγμα από ελαφρά γκρίζα σύννεφα:

             --- Για δες μάτια μου τι ωραία που είναι έξω!

             Εκείνη που είχε καθίσει πολύ κοντά του πρόσεξε τα μάτια του. Ήταν κόκκινα και ερεθισμένα ενώ μια κρούστα από υγρό που έμοιαζε σαν τσίμπλα είχε σχηματιστεί στις κόγχες που ξεκινούσαν από τη ρίζα της μύτης. Κι όπως καθόταν έγινε ξαφνικά σοβαρή και του είπε με αυστηρή κουβέντα:

            --- Το ξέρεις το πρόβλημά τους αλλά δεν τα προσέχεις καθόλου! Γιατί τα εγκατέλειψες; Θέλεις να χάσεις την όρασή σου;

           Εκείνος την κοίταξε σοβαρός κι αγανακτισμένος αρκετή ώρα. Κι όταν το θεώρησε επιτακτικό και αναγκαίο της ψιθύρισε:

           --- Τα προσέχω! Η διάγνωσή μου όμως λέει πως δεν είναι τίποτα σοβαρό!

           Αυτή αντέδρασε λέγοντάς του ειρωνικά:

           --- Ναι, πάστορά μου, αλλά θα  ήταν μεγάλη αχαριστία να αφεθείς στην κρίση μια επιπόλαιης και ίσως υποκειμενικής διάγνωσης. Η επιστήμη αν δεν κάνει θαύματα σίγουρα όμως γιατρεύει.

          Ο παπα -Καλλίνικος γέλασε.

           --- Θαύματα! ψέλλισε.  Ο Χριστός που τα έκανε είναι μακριά μας! Αν το πω αυτό πουθενά πως περιμένω σε θαύμα να γιατρευτώ θα προκαλέσω θυμηδία!

           --- Ω, Θεέ μου! αναφώνησε η Ρόζα και σηκώθηκε. Καημένε μου, πρόσθεσε, ξεχνάς πόσο θλιβερή θα είναι η θέση σου αν αδιαφορήσεις για την υγεία σου;

            Και τον άφησε, τραβώντας για να ετοιμάσει την τουαλέτα της.

            Δεν άργησε και γύρισε μ’ ένα λευκό πουκάμισο που τόνιζε την καλλίγραμμη κατασκευή του στήθους της, ενώ το τζιν της παντελόνι της χάριζε μια απερίγραπτη νεότητα και χάρη. Τον πλησίασε και τον έπιασε από τους ώμους. Κι αμέσως του είπε:

             --- Η φύση έξω είναι στην καλύτερή της ώρα! Τι θα έλεγες για έναν περίπατο στην παραλία;

            Εκείνος δεν αντιστάθηκε καθόλου και χάρηκε πολύ. Την ακολούθησε και μαζί βρέθηκαν στο δρόμο που οδηγούσε ως το κάμπινγκ. Η θάλασσα στα πόδια τους πάφλαζε ρυθμικά ενώ τα μικρά της κυματάκια έσπαζαν ανάλαφρα στους βράχους κάνοντας τα κοχλάδια να λούζονται από τους λευκούς τους αφρούς. Ο ήλιος μόλις που είχε ανατείλει από το Ψυχρό και φώτιζε πανηγυρικά την μισοκοιμισμένη πολιτεία ενώ στην πρωινή δροσιά οι χαριτωμένες κινήσεις των γλάρων γέμιζαν με απερίγραπτη ομορφιά το γαλανό ουρανό. Κάμποση ώρα ήταν και οι δυο τους αμίλητοι και σιωπηλοί γιατί φαίνεται πως μόνο η  ομορφιά της φύσης τους συγκινούσε. Σε λίγο όμως πιασμένοι χέρι- χέρι σύροντας ράθυμα τα πόδια τους πάνω στο δρομάκι, έπιασαν την κουβέντα. Και μόνο σαν το ωραίο άσπρο χέρι της Ρόζας τον σκούντησε και του είπε : << εδώ θα καθίσουμε>> σταμάτησαν.

            --- Να, εδώ θα καθίσουμε! επανέλαβε ρητορικά σαν του έδειξε τους δυο βράχους κοντά στο κύμα  και τον έβγαλε από το δρόμο. Κι όταν σε λίγα μέτρα ο παπα - Καλλίνικος εξέφραζε την έκπληξή του για το θαυμάσιο μέρος που τον έφερε, πρόσθεσε: Εδώ μακριά από το βλέμμα των ανθρώπων θα τα πούμε! Δεν είναι ευχάριστο;

           Κάθισαν και αλληλοκοιτάχτηκαν στα μάτια. Ύστερα έμειναν ασάλευτοι να κοιτάζουν τις ψαρόβαρκες, τα καϊκια και τα θαλασσοπούλια που σμήνη ολόκληρα σπάθιζαν τον ουρανό της θάλασσας κι έπαιζαν αγγίζοντας την επιφάνεια των νερών της με απίστευτη σβελτάδα και χάρη κινήσεων.

           Για μια στιγμή ο παπα - Καλλίνικος κατάφερε ν’ απαγκιστρωθεί απ’ όλες τις εικόνες και τα ερεθίσματα και να βρεθεί στο δικό του κόσμο τον κόσμο των είκοσι δύο ετών, τότε που η επιθυμία και η επιλογή του πατέρα του τον ανάγκασαν να μπαρκάρει σε φορτηγό καράβι της γραμμής των Ιονίων νήσων. Με θλίψη ο ίδιος πήρε την απόφαση αλλά και με θλίψη στάθηκε μαζί με τον πατέρα του στη γέφυρα του πλοίου στο λιμάνι της Ζακύνθου, έτοιμος για το μεγάλο ταξίδι της ζωής του που ήταν σίγουρος πως θα του εξασφάλιζε μια άνετη ζωή. Ενδόμυχα ούτε που ήθελε να βρεθεί στη θάλασσα αλλά η ανέχεια και η σκληρή ζωή της υπαίθρου τον ανάγκασαν να γίνει κύριος μιας σκληρής απόφασης. Ακόμη η ιδέα για την ιεροσύνη δεν του είχε γεννηθεί μέσα του πριν τα είκοσι δύο και ήξερε πολύ καλά τι τον περίμενε σαν έμενε άνεργος σε μια ζωή που είχε τις απαιτήσεις της. Έτσι είπε το <<ναι>> με μαύρη καρδιά και στάθηκε στη γέφυρα. Ω, όμως του θαύματος, μια φωνή εγέρθηκε από μέσα του και τον πίεσε να φωνάξει << όχι>> σαν ο καπετάνιος του ανέλυσε τις πραγματικές δυσκολίες που αντιμετωπίζει ένας ναυτικός. Και στρέφοντας το πρόσωπό του προς τον πατέρα του, του  είπε σύμμαχος πια της πεποίθησής του πως η επιλογή του ήταν σωστή να μην ταξιδέψει: << Δε μου αρέσει η θάλασσα πατέρα, είναι σκυλοπνίχτρα! Αν οπλιστώ γερά με τη θέλησή μου να ζήσω καλά ίσως πετύχω καλύτερα έξω! Ας φύγουμε από εδώ, αγαπητέ μου, πατέρα! >> Ο πατέρας του δεν είχε λόγο να αρνηθεί αφού κι αυτός στην ουσία δεν ήθελε να τον αποχωριστεί και με ένα νεύμα τον τράβηξε έξω από το καράβι. Στη μέση του δρόμου που τους οδηγούσε από το λιμάνι ως το σταθμό των λεωφορείων του είπε με μια  χαρούμενη διάθεση: << Καλά έκανες και σκέφτηκες έτσι, γιε μου! Καμιά φορά κι εμείς οι μεγαλύτεροι και σοφότεροι κάνουμε μεγάλα κι αγιάτρευτα λάθη στις αποφάσεις μας >>. Έτσι έμεινε στην ξηρά και τώρα είχε όλη του την άνεση να χαίρεται σαν μικρό παιδί και να μη χορταίνει να κοιτάζει το μεγάλο του θησαυρό που άκουγε στο όνομα Ρόζα.

          Έτσι  πήρε το βλέμμα του από τη θάλασσα και το έριξε πάνω της. Την κοίταξε χορταστικά και μόνο που δεν υποκλίθηκε στην αρυτίδωτη ομορφιά που εξέπεμπε και στην εξαιρετική ένταση που του προξενούσε αυτό το συμμετρικό και πύρινο σώμα. Πήρε μια καλύτερη θέση και με άψογο τρόπο επιμελήθηκε τα μαλλιά του ενώ με το άλλο της έπιασε το μπράτσο τρυφερά. Και τότε αισθάνθηκε αναγκασμένος να της ψελλίσει μέσα σε ένα ανεπαίσθητο αναφιλητό λες κι έκλαιγε:

          --- Αχ, τι είναι κι αυτό που μ’ έχει βρει μαζί σου!

          Εκείνη έγειρε πάνω του και έβαλε τα χέρια της γύρω από το λαιμό του ενώ άρχισε να τον φιλά στα χείλη και στο στόμα ασταμάτητα. Και με μια παιδιάστικη αφέλεια άρχισε να του λέει:

          --- Σ’ ευχαριστώ για ό,τι κάνεις για μένα! Ναι, η αλήθεια είναι πως αυτές τις ημέρες σε ήθελα πολύ γιατί ήταν  εξαντλητικές και τις άφησα με ανακούφιση πίσω μου. Τι να κάνουμε; Άνθρωποι είμαστε και οι στενοχώριες μας κυνηγούν… Κάποιοι λένε πως είναι δοκιμασίες που στέλνει ο Θεός, άλλοι πως  τις έχει η ίδια η ζωή. Αλλά αυτό δεν με εμποδίζει να αισθάνομαι χαρούμενη κι ευτυχισμένη σαν σε σκέφτομαι! Από εδώ και μπρος όλα εξαρτώνται από την αγάπη μας!  Αν  λείψει αυτή θα είμαι δυστυχισμένη! Γι’  αυτό σε ρωτώ και μίλα μου ανοιχτά. Θα μ’ αγαπάς αιώνια;

           Εκείνος την έσφιξε στην αγκαλιά του και της είπε απόλυτα ικανοποιημένος  για τα λόγια της:

            --- Φαίνεται ξέχασες τι έχω κάνει για σένα και αμφιβάλλεις για όσα ακόμη σκοπεύω να κάνω στο μέλλον! Διαφορετικά δε θα μου ζητούσες να επιβεβαιώσω την αγάπη μου για σένα. Μόνο σε περίπτωση που θα με βρει ο θάνατος θα σε αφήσω. Κοντά σου ελπίζω πάντα το καλό κι αυτό με κάνει να διακινδυνεύω την υπόληψή μου μιας και το ράσο που φορώ δε δικαιολογεί τη συνύπαρξή μου με γυναίκα. Αμαρτάνω το ξέρω ενώπιον του Θεού, αλλά κάνω πως το αγνοώ. Κι όλα αυτά για να εξασφαλίσω και στους δυο μας μια αντάξια ζωή!

         Η Ρόζα συγκινήθηκε και έβαλε τα κλάματα. Η αποφασιστικότητά του να μην την εγκαταλείψει της δημιούργησε αισιοδοξία και αυτοπεποίθηση. Μέχρι τώρα ήταν όλα σκοτεινά στις σχέσεις τους. Τα λόγια του αυτά της ξεκαθάριζαν το ομιχλώδες τοπίο που ως τώρα απλωνόταν μπροστά της.

         Τότε ο παπα - Καλλίνικος της κοίταξε τα μάτια που κολυμπούσαν στα δάκρυα και της είπε:

         --- Εννόησες τι θέλω να πω;

         --- Ναι, του ψιθύρισε αυτή ζωηρά.

          Και με ανασηκωμένα φρύδια και  ένταση στη φωνή του, πρόσθεσε:

          --- Ο Θεός να βάλει το χέρι του να με φυλάξει από το βόλι καμιάς αδίσταχτης θρησκευτικής οργάνωσης. Αρκετές μ’ έχουν για αιρετικό κι αυτό με ανησυχεί. Τότε μόνο σαν χαθώ και θα περιβληθείς το γκρίζο στη ζωή σου!

          Αυτή σαν να μην πίστεψε τα λόγια του, τραβήχτηκε λίγο από την αγκαλιά του και με μια παράταση στη φωνή της, του είπε:

          --- Το βρίσκω πολύ αστείο αυτό! Έτσι κι αλλιώς είναι υποχρεωμένοι να σε προστατέψουν για όσα κάνεις κι όχι να σε σκοτώσουν!

          --- Όχι! της έκανε αυτός, δεν είναι έτσι. Οι πιο πολλές οργανώσεις είναι συσπειρωμένες εναντίον μου ως κι η μητρόπολη Τριφυλίας ακόμη με τον άσπιλο κι αμόλυντο δεσπότη μας. Και για να είμαι ειλικρινής μαζί σου, μετά από εδώ θα πάω στα γραφεία της μητρόπολης να τον συναντήσω. Και δε θα με  θέλει να με παρασημοφορήσει! Αναμφίβολα θα θέλει να μου βάλει τις φωνές πάλι για τις σχέσεις μας. Κάποιος του βάζει λόγια και τον εξοργίζει σε βάρος μου. Έτσι όποτε του καπνίσει μου τα ψέλνει. Ως πότε όμως; Κουράστηκα…

          --- Γιατί του είπε, δεν  παίρνεις λίγη άδεια και να πας ένα ταξίδι να κοιτάξεις και λίγο τον εαυτό σου, να ξεκουραστείς και να τους αφήσεις ήσυχους στους ρυθμούς της δικής τους ζωής; Έτσι η απουσία σου θα τους ρίξει στα λιμνασμένα νερά της λήθης όσον αφορά τον άσωτο υιό, δηλαδή εσένα και θα βρουν και πάλι χρόνο να ασχοληθούν με τις τρυφερές φροντίδες του έργου και του εαυτού τους. 

            Αυτός κούνησε απελπισμένα το κεφάλι.

            --- Αν το κάνω, αυτό της είπε, θα είμαι εγώ στην ανατολή κι εσύ στη δύση! Δε θα είμαι ευτυχισμένος για όσο καιρό λείπω και μπορεί και να πεθάνω από θλίψη. Οι δυο μας φτιάχνουμε τα γεγονότα της ζωής μας και οι δυο μας πρέπει να καθορίζουμε για πάντα πως θα ζήσουμε. Καμιά δύναμη δεν μπορεί να μας χωρίσει και να σπάσει τη βαριά αλυσίδα που μας ενώνει. Δεν καταλαβαίνω γιατί πρέπει να είμαι μακριά σου. Καλή είναι η δύναμη της υπακοής στους ανωτέρους μου αλλά η  δική σου γλυκύτητα σαν είμαστε μαζί είναι καλύτερη!

           Εκείνη ύψωσε τα μάτια της προς τον ουρανό λες και ήθελε να επικαλεσθεί, μια εμφανή μαρτυρία του Ύψιστου που θα της επιβεβαίωνε τις κρυφές της ελπίδες πως κανένα κακό δε θα έβρισκε από τους εχθρούς του. Αυτός την είδε και ηλεκτρίσθηκε ολόκληρος ενώ η ψυχή του αγαλλίασε για τη μεγάλη της λεπτότητα. Και κάθισε και σκέφτηκε: Μήπως αυτό δεν αποτελεί συχνά σε ορισμένες ψυχές μια γενναιόδωρη πράξη προς τους αγαπημένους τους που του διώχνουν κάθε θλίψη και δυστυχία; Κι αυτή η γυναίκα τώρα αυτό έκανε. Είχε κάνει το χρυσάφι των πόθων της γι’ αυτόν  φλογερή την καρδιά της  και προσπαθούσε  να του ζεστάνει και τη δική του.

          --- Ξέρω πόσο μ’ αγαπάς, της είπε και θέλεις να με προστατέψεις, αλλά μη γίνεσαι πολύ αυστηρή! Δεν είμαι και τόσο αδύναμος για να με φάνε λάχανο στη στιγμή. Θα παλέψω μαζί τους πρώτα και σαν η φρενίτιδα του μίσους και της δύναμής τους με νικήσουν θα πέσω. Χωρίς αντίσταση όμως ποτέ!

          Η Ρόζα τον κοίταξε με μάτια που είχαν την αναλαμπή της αθωότητας. Και πριν του πει κάτι που προσπάθησε να βγάλει από τα σφραγισμένα μέχρι εκείνη τη στιγμή χείλη της, την πρόφτασε εκείνος για να πει:

          --- Δε θέλω να μιλάω γι’ αυτά τα γήινα αλλά και ούτε για τα υπεράνθρωπα και τα ουράνια ποτέ! Μου αρέσει το είναι μου να το διοχετεύω στην πράξη και στην ενεργό χαρά. Η άγνωστη ζωή του καθενός δε μ’ ενδιαφέρει και ούτε αποζητώ να τη μάθω για να τον οδηγήσω στην απελπισία σαν του τη κάνω γνωστή! Αυτοί όμως δε συγκρατιούνται με τίποτα. Ψάχνουν να βρουν αμαρτίες στη ζωή μας για να μας ενοχοποιήσουν! Τι μπορεί να αισθανθεί κανείς γι’ αυτούς;

           Η Ρόζα τον ευχαρίστησε μ’ ένα της τρυφερό βλέμμα. Αυτός συνέχισε:

           --- Εμένα μου αρέσουν τα απλά και τα ωραία πράγματα! Εμπιστεύομαι τις αισθήσεις και προχωρώ! Τι υπέροχες ευωδιές φτάνουν μέχρι εδώ που καθόμαστε!  Τα καθρεφτίσματα που δημιουργούν τα κύματα σαν σπάζουν πάνω στους βράχους και το φως που σκορπίζουν μόνο ένας στραβός δε θα τα ‘βλεπε! Τα πουλιά που τόσο καλοσυνάτα τιτιβίζουν στον ελεύθερο ουρανό ποιος θα τα έριχνε κάτω με έναν πυροβολισμό; Μόνο ένας κακός! Θα ήθελα τούτος ο τόπος Ρόζα, αλήθεια στο λέω, που απλώνεται μπρος μας να ήταν δικός μου κι αφού τον έψαχνα κι έβρισκα όλους τους θησαυρούς του να σου τους χάριζα και μετά ευτυχισμένος να αγνάντευα τη θάλασσα και να έλουζα την ψυχή μου ανάμεσα στ’ αρμυρίκια και τις φωνές των γλάρων. Αυτό θέλει και κάθε άνθρωπος. Μια γωνιά, ένα χέρσο τόπο που να μην τον ενοχλεί κανένας.

          Τρυφερά εκείνη του έσφιξε το χέρι. Κι αμέσως του είπε:

           --- Και σαν είναι και η μέρα όμορφη σαν τη σημερινή ο παράδεισός του πια θα είναι  αξεπέραστος!

           --- Και μέσα σ’ αυτόν θα βρει την ευτυχία του!

           --- Κι έχει τόση σιγαλιά ο παράδεισος απ’ ότι λένε!

           --- Ναι, και κανείς δεν μπορεί να νιώθει εκεί μέσα δυστυχισμένος!

           --- Κανείς! Και μ’ ένα βλέμμα συμπόνιας του επανέφερε την αίσθηση της ευγένειας και του σεβασμού στο πρόσωπό του.

            Πάντα σε δύσκολες στιγμές τον παρηγορούσε και είχε το μοναδικό τρόπο της να του γιατρεύει τις ψυχικές πληγές που του άνοιγαν οι εχθροί του. Κι αυτό γινόταν συχνά γιατί ο παπα-  Καλλίνικος ήταν μεγάλος άρχοντας και δεν του αρκούσε να ασχολείται μόνο με τα εν οίκω αλλά και με τα  εν  δήμω. Αυτό οπωσδήποτε του άνοιγε λογαριασμούς με τους αντιπάλους του και σε κάθε κρίση του μαζί τους έπρεπε απαραίτητα να έχει και τη στήριξή της. Η θέση του πολλές φορές καταντούσε σχεδόν ανυπόφορη κι αυτή τον συμβούλευε να είναι πιο ήπιος και να προσέχει τη ζωή του γιατί οι εχθροί πάντα συσπειρώνονται όταν θέλουν να εξοντώσουν κάποιον που δεν τους αρέσει.

            Τον είδε σκεπτικό και συμπέρανε αναμφίβολα πως κάτι τον τυραννούσε. Έτσι κατανοώντας ότι η σκέψη του ήταν δοσμένη περισσότερο σ’ αυτό που τον απασχολούσε παρά σ’ αυτή, απαίτησε να τον ρωτήσει και να μάθει.

            --- Κάτι σε βασανίζει, αγαπημένε μου! Μπορώ να μάθω; του έκανε ήσυχα και του έριξε μια αυστηρή ματιά.

           Ένιωσε ευτυχής που θα της έλεγε το πρόβλημά του και θα αλάφρωνε. Κι αμέσως προσπάθησε να βρει τη σωστή φράση που θα της το έλεγε χωρίς να την πληγώσει. Και σαν τη βρήκε, ζάρωσε το μέτωπο του, τα φρύδια του σηκώθηκαν και το πρόσωπό του φωτίστηκε ενώ από τα μάτια του πετάχτηκαν λες πύρινες φλογίτσες για να δείξουν την ικανοποίησή του. Και εξαιρετικά τρυφερός της είπε:

            --- Ο δεσπότης αγνοεί συστηματικά πως εξευτελίζομαι σαν με καλεί σε ανάκριση, αλλά δυστυχώς το επαναλαμβάνει και σε λίγο, στις δέκα με περιμένει στο γραφείο του στη μητρόπολη. Είναι για μένα μια δοκιμασία αυτή η συνάντηση και τι δε θα έκανα για να την αποφύγω. Όμως δεν μπορώ και πρέπει να πάω… Αυτό με βασανίζει.

            Εκείνη του άγγιξε το μπράτσο τρυφερά και του είπε με τη βαθιά φωνή της:

            --- Μην το παίρνεις κατάκαρδα! Πες πως είναι μια εκ βάθους εξομολόγηση. Θα πρέπει να νιώθεις στρατιώτης σ’ αυτή τη θέση που υπηρετείς και να κάνεις το υψηλό χρέος σου. Εκτός αν ο εξομολογητής σου είναι σκληρός κι αυστηρός.

            Εκείνος πήρε το χέρι της και της το φίλησε. Αυτή αφέθηκε με μια μεγάλη ευχαρίστηση να νιώσει την αφή του στο λευκό δέρμα της. Ύστερα στηρίχτηκε με το άλλο χέρι στο βράχο κι έκανε πως αγνάντευε τη θάλασσα αλλά με τις γωνίες των ματιών της τον παρατηρούσε κρυφά και στοχαστικά.

            --- Δεν έχεις άδικο ! της είπε εύχαρις και πήρε μια βαθιά ανάσα. Αυτό κάνω συνεχώς σαν με καλεί και δίνω τόπο στην οργή. Όμως  σαν φεύγω νιώθω ερείπιο και ξεσπάω σε δάκρυα κρυφά εξαιτίας της ευαισθησίας μου. Ο υψηλός ηρωισμός μου έχει προσβληθεί κι αυτό με κάνει να πιστεύω πως δεν υπάρχω πια.

           Αυτή κάτι πήγε να του πει αλλά ο γερο - ψαράς από τη βάρκα που ψάρευε στα νερά του λιμανιού της έκοψε τη σκέψη και την αποκαθήλωσε στο καμακωμένο ψάρι που το κράταγε σφιχτά με τα χέρια του και πάλευε να το κρατήσει στην επιφάνεια. Σε κάποια στιγμή σαν τα βρήκε σκούρα πήρε ένα ξύλο και χτύπησε το ψάρι στο κεφάλι ώσπου το άφησε νεκρό και το μετέφερε στην κουπαστή όπου και το έβαλε στα δεξιά της βάρκας ενώ ετοιμάστηκε πάλι να ρίξει την πετονιά με το αγκίστρι στα αριστερά του, που νόμιζε πως κάτι ύποπτο κολυμπούσε. ΄Ήταν όμορφη αυτή η εικόνα και δεν τη χόρταινε. Το ίδιο άρεσε και στον παπα- Καλλίνικο που συνέχισε να κοιτάζει την εικόνα γαλήνια και βαθιά συγκινημένος.

            --- Ω, Καλλίνικε! του είπε σαν άφησε τη βάρκα η Ρόζα, ό,τι και να σε θέλει ο δεσπότης με τίποτα δε θα μπορέσει να σου βλάψει την κοινωνική σου προσφορά και θέση. Κι όσο για τη σχέση μας που λες που θα  αναγκαστείς να υπερασπίσεις σου λέω πως κι αυτός είναι άνθρωπος και θα σε καταλάβει σαν του πεις αυτό που νιώθει η καρδιά σου για μένα. Γιατί ποιος μου λέει πως κι αυτός δε θα ήθελε να είναι μαζί με μια γυναίκα μέσα στο άσπρο φόρεμά της να περπατάνε μαζί πιασμένοι χέρι- χέρι λουσμένοι μια βραδιά στη λάμψη του φεγγαριού; 

            Εκείνος γέλασε και της είπε ψιθυριστά:

            --- Αυτά που λες γι’ αυτόν και τους ομοίους του είναι παιδιαρίσματα! Σε πολλούς η σάρκα τους από την απραξία με το γυναικείο σώμα έχει νεκρωθεί και αποφέρει δυσοσμία.  Δείχνουν άσπιλοι στην ουσία όχι γιατί τα πρωτόγονα ένστιχτα έχουν ατονήσει κάτω από την κάλυψη του ράσου αλλά γιατί έχουν αδρανοποιηθεί!

            --- Μα πρέπει να απέχουν από τις σαρκικές επαφές. Αυτό συνιστά η πλήρη αφοσίωσή τους στη θρησκεία.

            --- Τότε κι εγώ;

            --- Θα ήταν αναίδεια να πω, ναι! Ωστόσο εσύ κάνεις περισσότερο χρήση της αγάπης που δίδαξε και ο Χριστός παρά της απόλαυσης της σάρκας!

            Αυτός κούνησε το κεφάλι. Ύστερα ψιθύρισε:

            --- Αυτό είναι αυτονόητο. Όμως κάτω απ’ αυτές τις συνθήκες που τη γεύομαι έχω την εντύπωση πως αμαρτάνω. Γιατί να μην μπορώ να είμαι κυρίαρχος μιας ευχαρίστησης;

           Η Ρόζα κούνησε αυτή τώρα με τη σειρά της το κεφάλι της και είπε;

           --- Όχι! Όχι! αγαπητέ μου δεν μπορείς! Δείξε λίγη κατανόηση και μην φτάνεις στα άκρα! Ιερέας είσαι δεν είσαι Δον Ζουάν! Συγκρατήσου!

           Κρατήθηκε από το μπράτσο της και σηκώθηκε. Με μια απαλή κίνηση την τράβηξε κι εκείνη ενώ έστρεψε το βλέμμα ανατολικά που βρισκόταν η μικρή και όμορφη πολιτεία. Σκέφτηκε τη βασανιστική ώρα που θα περνούσε με το μητροπολίτη και το πρόσωπό του πήρε μια ελαφρά χλομάδα ενώ το κεφάλι του  φάνηκε βαρύ. Κι αμέσως λες και είχε μαντέψει την ώρα που πλησίαζε δέκα αισθάνθηκε την ανάγκη να της πει:

             --- Έλα να σε πάω μέχρι το σπίτι σου γιατί εμένα με περιμένει η δεσποτική ανάκριση. Αφήνουμε για το μέλλον το δικαίωμα να συναντηθούμε και πάλι!

             Έτσι κι έγινε. Έξω από το σπίτι της  είπαν λίγα λόγια ακόμη και χώρισαν. Περνώντας την εξώπορτα η Ρόζα ο παπα – Καλλίνικος της ψιθύρισε:

             --- Η θεία τάξη βλέπεις δοκιμάζει τον ηρωισμό του φύλου μας! Γενηθήτω το θέλημά της!

             Αυτή τον  κοίταξε με κάποια μελαγχολία και άρχισε να περπατάει μέσα στα δέντρα του κήπου της. Αυτός απομακρύνθηκε και σε δέκα μέτρα έστριψε για να πάρει το δρόμο που θα τον οδηγούσε στο ανατολικό μέρος της πλατείας, εκεί που βρισκόταν το μητροπολιτικό μέγαρο.

                 

                                                  = = = 

 

               Στάθηκε έξω από το γραφείο του δεσπότη νιώθοντας ένα φόβο και μια διστακτικότητα. Αυτό συνέβαινε πάντα σαν τον καλούσε να απολογηθεί ή να του απονείμει εύσημα για το κοινωνικό του έργο. Από μέσα ακούστηκε μια φασαρία ενώ ξεχώρισε το θυελλώδες ύφος του δεσπότη που μιλούσε σε κάποιον προφανώς αιρετικό κι απείθαρχο ιερέα που παραβίαζε τις γραφές του κώδικα καλής συμπεριφοράς της εκκλησίας. Αυτό τον ξένισε και τον έκανε να σκεφτεί πως κι αυτός θα είχε την ίδια τύχη. Και τότε ξεχώρισε πάλι κάτι σφυρίγματα και μεμονωμένες κραυγές ενώ η πόρτα άνοιξε κι ένας διάκος βγήκε με σκυμμένο το κεφάλι και χάθηκε ψιθυρίζοντας κάτι στο βάθος του διαδρόμου. << Αρχή δική μου! >> σκέφτηκε  και μπήκε μέσα.

               --- Ο Θεός να μας φυλάξει από τέτοιους παπάδες! είπε ο δεσπότης με αγανάκτηση ενώ εκείνος πλησίαζε το γραφείο του. Κι αφού του έκανε νόημα να καθίσει, πρόσθεσε: Γιατί να έχει πόρτα το γραφείο μου! Γιατί; Πολύ θα ήθελα να τον φυλακίσω εδώ μέσα τον αμαρτωλό!

               --- Τι έκανε; τον ρώτησε ο παπα- Καλλίνικος  και με βλέμμα που του προκάλεσε ρίγος σαν είδε τη σκληρή έκφραση του δεσπότη έκανε πως μετάνιωσε για την ερώτηση ενώ χαμήλωσε το κεφάλι αποφεύγοντας να τον κοιτάζει ίσια στα μάτια.

               --- Παραβιάζει τους ιερούς κανόνες! Αυτό κάνει! είπε υψώνοντας τη φωνή του  ο δεσπότης και έβαλε αυτί ν’ ακούσει κάτι.

               Γιατί ξαφνικά ακούστηκαν από το δρόμο φωνές, βρισιές και κραυγές κι ένα δυνατό ποδοβολητό από πολλά βήματα που όσο περνούσε η ώρα έσβηνε και χανόταν. Ο δεσπότης σηκώθηκε και πλησίασε το παράθυρο. Έσκυψε ύστερα και κοίταξε έξω. Αφού παρακολούθησε για λίγο τα διαδραματιζόμενα είπε σαν κάθισε στην πολυθρόνα του:

               --- Μια του κλέφτη δυο του κλέφτη τρεις και την κακή του μέρα! Τα λόγια μου δεν έπιασαν τόπο. Όσο κι αν τον συμβούλεψα να ακολουθεί το δρόμο του Θεού δεν μ’ άκουσε και να τώρα. Τον πάνε στο φρέσκο οι χωροφύλακες. Αχ, ο Θεός να μας φυλάει απ’ του κακούς ! Αχ! κι απ’ τους αμετανόητους!

              Ο παπα - Καλλίνικος κούνησε το κεφάλι δείχνοντας πως συμφωνούσε μαζί του. Ύστερα κάνοντας τον ανήξερο διερωτήθηκε ψιθυριστά : <<Τι; κλέφτης είναι; >>   

               --- Κλέφτης, ναι! Τον είχα πολλές φορές εδώ και του έκανα μαθήματα ταπεινοφροσύνης κι εγκράτειας. Δε μ’ άκουσε. Ας αναλογισθεί τώρα τι έχασε παρακούοντας το θέλημα του Θεού.

                Είπε αυτά κι άρχισε να γελάει. Και μέσα στην αστεία του ευθυμία, ρώτησε τον παπα - Καλλίνικο:

               --- Εσένα σου αρέσουν αυτά;

               Εκείνος ξαφνιάστηκε και σάστισε προς στιγμή βέβαια αλλά γρήγορα συνήλθε και του απάντησε με όση βεβαιότητα μπορούσε:

              --- Δεν είναι πράγματα του Θεού αυτά, πώς να μ’ αρέσουν!

              --- Αυτό είπα κι εγώ! Αλλά λέω μήπως σου αρέσουν γιατί κι εσύ αμαρτάνεις συνεχώς μ’ εκείνη τη γυναίκα. Και γι’ αυτό σε κάλεσα για να κάνουμε μια εκτενή συζήτηση γύρω από την αμαρτία να δούμε το παιχνίδι της και που μπορεί να οδηγήσει τον άνθρωπο. Ωστόσο δεν στο κρύβω πως έχω και καλά πράγματα να σου πω για το έργο σου εκεί στην ενορία σου. Όμως  η σκοτεινή σου ζωή πολύ με απασχολεί.

               Ανεμίζοντας ύστερα το μακρύ του δεξί χέρι και κάνοντας με το άλλο μια κίνηση εγκαρδιότητας σαν να τον αγκάλιαζε, του είπε με χαμηλωμένη τη φωνή που έδειχνε και κάπως κακιωμένη:

               --- Και πρώτα΄- πρώτα παπα - Καλλίνικε αρχίζουμε από τα καλά. Ο ίδιος αλλά και οι συνεργάτες μου έχουν βρει αρκετά καλά στοιχεία που στολίζουν με την πρωτοβουλία σου το έργο της εκκλησίας στην ενορία σου κι αυτό είναι προς τιμή σου και προς όφελος φυσικά των ενοριτών και των πασχόντων. Ακούω πως ετοιμάζεσαι να κατασκευάσεις και τη νέα πτέρυγα του γηροκομείου και είμαι αναγκασμένος και να σε επαινέσω αλλά και να σε ενισχύσω οικονομικά από το ταμείο της μητρόπολης εφόσον η επιτροπή διαχείρισης των οικονομικών της αποφασίσει να δώσει εντολή για την επιχορήγηση. Το ίδιο ακούω και για τα συσσίτια που έχεις οργανώσει και δίνεις στις  άπορες οικογένειες της ενορίας σου. Και φυσικά και για όλα τα άλλα που κάνεις προς όφελος των ενοριτών δε μου ξεφεύγει τίποτα γιατί σε παρακολουθώ όπως έχω καθήκον σαν πνευματικός σου πατέρας, έτοιμος να επέμβω όταν κρίνω πως αυτό απαιτεί η τιμή και το συμφέρον της εκκλησίας. Όμως σ’ αυτά τα καλά που ανεβάζουν και τιμούν το έργο της εκκλησίας και σένα γίνονται και κάποια άλλα που την προσβάλλουν κι αυτή αλλά και υποβιβάζουν και τη δική σου ευγενή κατά τ’ άλλα προσωπικότητα.

          Εδώ διέκοψε λίγο ο μητροπολίτης για να σκεφτεί τα παρακάτω και για να δείξει μια μικρή ευθυμία μ’ ένα μικρό γέλιο που έκανε το πανωχείλι του να σηκωθεί λίγο και να φανεί κωμικός.  Έτσι αφού τον κοίταξε καλόθυμα δείχνοντας γοητευμένος από την ιερατική προσφορά του, αλλά και ενθουσιασμένος, συνέχισε σε κάποιον πιο φυσικό τρόπο να του λέει:

        --- Μα δεν το πιστεύω όμως αυτό που κάνεις μ’ εκείνη τη γυναίκα τής νύχτας! Είναι απαράδεκτο και το θεωρώ πως εξευτελίζεται και η εκκλησία αλλά κι εσύ. Αν ήθελες γυναίκα θα μπορούσες να παντρευτείς πριν πάρεις τη μεγάλη απόφαση να υπηρετήσεις την ιεροσύνη η οποία δεν το κρύβω είναι σκληρή, θέλει σαρκικές στερήσεις και αποφυγή κάθε ηδονής. Η παράνομη αυτή σχέση σου γίνεται ακόμη πιο ανήθικη και με τη ζωή που κάνεις. Μια ζωή που τη γοητεύει η νυχτερινή ζωή στο μπαρ το << ΝΑΥΑΓΙΟ>> και η ασυδοσία της καταπάτησης των εντολών και των κανόνων της εκκλησίας. Νομίζω πως πρέπει να καταλάβεις επιτέλους πως ιεροσύνη και αμαρτία δε συμβιβάζονται! Θα σ’ αφήσω να το σκεφτείς και σαν  διακόψεις τη σχέση σου μ’ αυτή τη γυναίκα και ζήσεις όπως επιτάσσει ο χριστιανικός κώδικας, έντιμα και ηθικά θα ανακαλέσω την απόφασή σου να σε εκβάλλω από το σώμα της εκκλησίας. Γιατί σου το λέω και λυπάμαι γι’ αυτό πως σκέφτομαι να σε διώξω από την εκκλησία. Δεν έχω κινήσει ακόμη καμιά διαδικασία αλλά αν συνεχίσεις να ζεις μ’ αυτή τη γυναίκα θα το κάνω.          

            Έμεινε σιωπηλός σαν τελείωσε ενώ το ίδιο έκανε και ο παπα - Καλλίνικος. Σε λίγο τράβηξε από το συρτάρι του γραφείου του ένα σημειωματάριο με πολύχρωμες ρίγες και σαν το άνοιξε, τον κοίταξε μ’ ένα βλέμμα προσμονής και θριάμβου, ενώ τον ρώτησε:

            --- Θέλεις να σου αναφέρω τις ημερομηνίες με τις νύχτες που επισκέφτηκες αυτό το μήνα το μπαρ; Αν θέλεις πολύ ευχαρίστως να το κάνω.

             Ο παπα - Καλλίνικος πάγωσε. Καθόταν αμίλητος  κι έπαιζε με το πηλήκιό του που το είχε στα δυο του χέρια ενώ έριχνε που και που αμήχανα φοβισμένες ματιές σε μια εκκλησιαστική εφημερίδα με τίτλο << ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΑ ΝΕΑ >> που βρισκόταν δεξιά του μητροπολίτη. Σκέφτηκε να ζητήσει συγγνώμη αλλά ο εγωισμός του δεν τον άφησε μα και ούτε το επιθυμούσε γιατί πίστευε πως ήταν αναμάρτητος όσο κι αν ο θυμωμένος μητροπολίτης με τους κώδικες της χριστιανικής ηθικής του το υπενθύμιζαν συνέχεια. Έτσι σαν έστρεψε σε μια στιγμή τα μάτια του προς τον τοίχο και συνάντησε το  ρολόι το θάρρος του ενισχύθηκε από τους μουσικούς χτύπους του που αμέσως λες και φωτίστηκε, έσπασε τη σιωπή και είπε με αδέξιο τρόπο:

          --- Αγαπώ μια γυναίκα όπως αγαπάμε έναν συνάνθρωπό μας, κακό είναι;

          Ο δεσπότης κατάλαβε πως είχε μπροστά του έναν διασκεδαστικό τύπο και προσπάθησε να πάει με τα νερά του και να αποφύγει το φανατισμό και στο κάτω – κάτω η αυθάδεια και η βία από τον κάθε υπεύθυνο που χριζόταν δικαστής όπως αυτός δεν είχαν πέραση πάνω σ’ έναν άνθρωπο όπως ήταν ο παπα - Καλλίνικος με τόσο κύρος και σεβασμό από τον κόσμο που στην κυριολεξία τον λάτρευε. Έτσι εκτίμησε να του φερθεί φιλικά αλλά να μη διστάσει να του πει τα πράγματα με το όνομά τους. Και μπαίνοντας κατευθείαν στο ψητό του αποκρίθηκε:

         --- Δε γελιέμαι παπα - Καλλίνικε και μην προσπαθείς να μου μιλήσεις για συναισθήματα και ανθρώπινες συντροφιές που έχουν σκοπό την ψυχική πληρότητα. Εδώ πρόκειται για σεξισμό και ερωτική συντροφιά που φτιάχνετε και οι δύο και δεν μπορεί να δικαιολογηθεί εξαιτίας του ασυμβίβαστου της κοινωνικής σας θέσης. Εσύ ένας ιερωμένος  ζεις με μια κοινή  νεαρή γυναίκα και μοιράζεσαι εκτός από τη νυχτερινή συντροφιά της και το ζεστό της κρεβάτι! Αν είναι δυνατόν να θεωρηθεί σωστό αυτό! Ούτε σκέψη να σου περάσει πως μπορώ να το ανεχθώ αυτό και να το ευλογήσω! Η πόλη, οι ενορίτες και οι οργανώσεις συνεχώς μου το υπενθυμίζουν και μου στέλνουν υπομνήματα να σε τιμωρήσω. Δεν το κάνω όμως  γιατί η μεγαλοθυμία μου δε θέλει να σου φερθεί σκληρά. Αν όμως η γυναίκα αυτή συνεχίσει να παίζει το ρόλο του σατανά στη ζωή σου θα αναγκασθώ να σε αναφέρω στην Ιερά Σύνοδο και να ζητήσω την καθαίρεσή σου. 

           Ο παπα - Καλλίνικος σαν έξυπνος που ήταν έδειξε να χάρηκε με τα λόγια του δεσπότη και με σηκωμένα κατά τη συνήθειά του τα πυκνά του φρύδια, του είπε χαμογελώντας χαριτωμένα:

            --- Μα, έχετε κι εσείς καρδιά άγιε δέσποτά μου και πρέπει να με καταλάβετε! Η καρδιά δε ρωτάει πότε πρέπει να αγαπήσει και γι’ αυτό υπεύθυνη είναι η φύση. Όμως εδώ δε θα συζητήσουμε για την αγάπη μου που είναι δεδομένη κι αιώνια για τη γυναίκα αυτή, αλλά για τη μέλλουσα καταστροφή της. Η Ρόζα αν μείνει μόνη χωρίς προστασία θα καταστραφεί, θα χαντακωθεί. Η ζωή της είναι τέτοια βλέπεις, που αν της περιφρονήσει κάποιος την αγάπη, πιο εύκολα η αμαρτία θα τη σκοτώσει. Όσο όμως ένα χέρι κι ένας οίκτος τη βαστούν και τη στηρίζουν ίσως υπάρχει ελπίδα να σωθεί. Κι εγώ είμαι αυτός που της δίνει το χέρι και τον οίκτο να μη χαθεί. 

            --- Παπα -Καλλίνικε πας να μου ξεφύγεις! του φώναξε δείχνοντας οργισμένος ο δεσπότης και πρόσθεσε επιτακτικά: Δεν κατάλαβες πως η ζωή σου δεν συνάδει με μια πόρνη;

            --- Μα ο σκοπός μου που είμαι μαζί της δεν είναι η σαρκική επαφή αλλά η σωτηρία της ψυχής της! Προς τι η κατηγορία και η εχθρική σας στάση;

             --- Η εχθρική στάση όλων ημών που είμαστε ταγμένοι να περιφρουρούμε τους ιερούς κανόνες της χριστιανοσύνης έγκειται σε τούτο: Να επιβάλουμε την τάξη και την ηθική σε όσους αμαρτάνουν. Αν αυτό το περιφρονείς δεν απομένει παρά να διακόψουμε τη συζήτηση και να αναμένουμε τις εξελίξεις μετά τις δικές μου ενέργειες σε βάρος σου ως αιρετικού  κι απείθαρχου.

             << Θεός φυλάξοι! >> σκέφτηκε ο παπα - Καλλίνικος κι ένιωσε μια ξαφνική αγανάκτηση. << Δε θέλει να με καταλάβει κι όλο βρίσκει άλλοθι την αμαρτία για να με εκθέτει. Τι ανοησία κι αυτό!  Πάντα με ειρωνεύεται και πάντα με προσβάλλει με αιχμηρές εκφράσεις. Κι αυτό με βάζει σε σκέψεις να δεχτώ πως λιγότερο με συμπαθεί και περισσότερο με μισεί. Τι να κάνω δεν ξέρω… Θα προσπαθήσω όμως να κρατήσω την ψυχραιμία μου και να τον ανεχθώ >>.

           Σκέφτηκε αυτά και χαμογέλασε. Και διώχνοντας την αμηχανία που τον βασάνιζε, είπε:

           --- Και πάλι επιμένω, άγιε δέσποτά μου, πως ο σκοπός μου είναι να τη σώσω κι όχι να την εκμεταλλευτώ. Δεν ξέρω αλλά πρώτη φορά μου συνέβη να συναντήσω άνθρωπο που να θέλει να σωθεί με τόσο πάθος και φανατισμό. Κι εγώ στην αρχή νόμιζα πως θέλει να παίξει μαζί μου  αλλά γρήγορα κατάλαβα πόσο δυστυχισμένη ήταν μέσα στην αμαρτία. Έτσι συγκινημένος από τη θέλησή της να φύγει από το δρόμο της κακίας αποφάσισα να κινήσω γη και ουρανό και να τη σώσω.

          --- Ωραία σκέψη! αναφώνησε ο μητροπολίτης και ζάρωσε τη μύτη του. Κι αυτό φυσικά το έκανες με κάθε υποκρισία για να κρύψεις τα ταπεινά σου ένστιχτα που δεν ήταν άλλα από την κατάκτηση της γυναίκας και να τη ρίξεις στα δίχτυα σου. Ποιος θα το πιστέψει αυτό δε μου λες; Ποιος θα πιστέψει πως το αγαπημένο παιδί του κυρίου έπραξε έτσι για να σώσει μια αμαρτωλή; Κανείς! Κι ως εκ τούτου όλη η πόλη παινεύει μεν το έργο σου αλλά σε  κατηγορεί για τη ζωή σου μ’  αυτή   τη

νυκτόβια αμαρτωλή γυναίκα. Ως και οι εφημερίδες έχουν ασχοληθεί με το ειδύλλιό σου με τη γυναίκα αυτή ενώ η χθεσινή << Ημερησία >> βλέπει στη σχέση σου αυτή  << κύκλωμα ρασοφόρων εραστών >> που σκοπό τους έχουν τη προσβολή τής αξιοπιστίας της εκκλησίας. Κι όσο αυτά ακούγονται εσύ λες πως δε συμβαίνει τίποτα! Εγώ όμως γίνομαι έξω φρενών και σύντομα θα ζητήσω την αποπομπή σου από το σώμα της εκκλησίας αν δεν ξεκόψεις μαζί της.

            Ο παπα - Καλλίνικος απάντησε:

            --- Μου προτείνετε κάποιο άλλο τρόπο να τη σώσω;

            Ο δεσπότης θεώρησε καλό να του πει έναν τρόπο γιατί πίστεψε πως είχαν μπει στο κύριο μέρος της συζήτησης.

            --- Να την φέρεις στην εκκλησία! Εκεί είναι ο φυσικός τόπος σωτηρίας των πιστών και μάλιστα των αμαρτωλών. Από τη μια μεριά με το κήρυγμά σου κι από την άλλη  με την ανάθεση μιας αγαθοεργίας θα της κεντρίσεις το ενδιαφέρον για μια ανώτερη ζωή, γεμάτη συγκινήσεις, στοργή και αγάπη για τον πλησίον και τις αξίες. Έτσι θα την κερδίσεις να μπει στη ζωή τής αρετής και να κληρονομήσει την ουράνια βασιλεία. Κάθε άλλη επιλογή έξω από τους κανόνες της εκκλησίας είναι έργο του σατανά και πολύ αμφιβάλλω αν την οδηγήσει στον επίγειο και μετά στον ουράνιο παράδεισο.

            Ο παπα - Καλλίνικος γέλασε.

             --- Δεν είναι παιδί, του είπε, να την πιάσω από το χέρι και να την πάω στην εκκλησία!  Αυτή έχει τη δική της πίστη και την κατήχηση για το Θεό την πήρε από τους νυχτόβιους, τους αδικημένους και τους ανθρώπους του αβέβαιου πλήθους. Δεν είχε δυστυχώς ευχάριστα νεανικά χρόνια και το περιβάλλον της ήταν φτωχό και ομιχλώδες. Η συμμετοχή  της στα δρώμενα της κοινωνίας είναι ελλιπής και το κεφάλαιο αξίες, ήθη και σεμνή ζωή, ερμητικά κλειστό. Εντύπωση της έκανε μόνο η κοσμική ζωή που της ηχούσε ζωηρά! Έτσι κατέληξε να γίνει με τον καιρό κορίτσι  των ευγενών που έρχονταν σ’ επαφή μαζί της τη νύχτα για να βρουν αυτοί  το σαρκικό έρωτα κι αυτή μια απατηλή ικανοποίηση στις λαίμαργες απαιτήσεις της ηδονής. Εκεί τη γνώρισα κι εγώ όταν με πλησίασε ένα βράδυ και μου χάρισε τον ευγενικό της τίτλο << γυναίκα της νύχτας>>. Ε, από τότε το όνομα αυτό ηχεί υπέροχα στ’ αυτιά μου κι αποφάσισα να τη σώσω και να την κάνω δική μου!

           --- Δε μου τα λες, καλά, παπα - Καλλίνικε και σε παρακαλώ πολύ να μου υποβάλλεις ένα υπόμνημα αναφέροντας ακριβώς τι συμβαίνει μ’ αυτή τη γυναίκα.  Δεν μπορώ ν’ ακολουθήσω τη σκέψη σου κι όλη αυτή η θεωρία σου περί σωτηρίας μου φαίνεται γνήσια κοροϊδία. Η πρόθεσή μου είναι ειλικρινής, και θέλω να σε βοηθήσω να απεμπλακείς από τα σαγηνευτικά κάλλη της και τη διαβολική της ψυχή. Η γυναίκα να ξέρεις είναι ένα έπαθλο χωρίς αξία και τα ένστιχτά της είναι απατηλά και δόλια. Ένα  σύντομο καυτό και σβουριχτό φιλί μπορεί να σε στείλει κατευθείαν στην κόλαση.  Έτσι κι αυτή η Ρόζα η φτηνή κοινή να είσαι σίγουρος πως θα σε πληγώσει και θα σου καταστρέψει τη ζωή. αν όχι σύντομα τουλάχιστον στο μέλλον. Για να μην κυλίσεις λοιπόν σ’ του κακού τη σκάλα, σου επαναλαμβάνω και πάλι όπως τόσες φορές αποτραβήξου απ’ το δόλιο κορμί της και ξέχασέ την. Αυτή η αμαρτία δεν είναι για σένα γιατί θα σου βγει σε κακό.

               Ο παπα - Καλλίνικος έδειχνε απογοητευμένος και στενοχωρημένος από τη σκληρή αυτή στάση του δεσπότη. Καθόταν και τον κοιτούσε ασάλευτος ενώ έκανε δειλά σχήματα με τα χέρια στον αέρα ή κουνώντας που και που το μαύρο σκούφο του σαν δεν τον είχε απωθήσει πάνω στο τραπεζάκι του μικρού σαλονιού.  Το ζωντανό και υγιές πρόσωπό του είχε χλομιάσει ενώ γύρω από τα μάτια οι μεγάλοι μαύροι κύκλοι σαν σημάδια από λεκέδες έδειχνα πως κάτι σοβαρό του συνέβαινε. Και μην μπορώντας  να αντέξει άλλο αυτή την πίεση από τον πνευματικό του πατέρα ετοιμάστηκε να σηκωθεί και να τον αποχαιρετήσει. Τα μάτια όμως του δεσπότη που ήταν θολά και χωμένα μέσα στις κόγχες τους σαν μικρά βοτσαλάκια έλαμψαν για να του πει παρακαλεστικά με χείλη που σχεδόν διακρίνονταν μέσα από την πυκνή και μαύρη γενειάδα του: 

   --- Μη φεύγεις ακόμη, παπα - Καλλίνικε, θέλω να μου πεις για την Οργάνωση που με τόσο πάθος πιστεύεις και υπηρετείς. Ότι είσαι μέλος ούτε λόγος να το κρύψεις. Κι εσύ κι εκείνος  ο παπα - Ρίζος που καμώνεται τη σιγανοπαπαδιά. Τα έχω μάθει όλα και μην προσπαθήσεις να μου κρύψεις τίποτα. Σ’ ακούω λοιπόν ποιος είναι ο σκοπός της συμμετοχής σου ως μέλος;

               Ο παπα - Καλλίνικος δε μίλησε παρά έσκυψε και ελευθέρωσε ένα κορδονάκι στο δεξί του μανίκι ενώ έκανε για να κερδίσει χρόνο κάποιους μορφασμούς με τα χείλη του. Το αεικίνητο όμως μάτι του δεσπότη είδε αυτή την άσχετη κίνηση κι έκρινε καλό να τον επαναφέρει στην τάξη. Και για να του κεντρίσει τη θέληση να μιλήσει και να αποφύγει το σκόπελο του φόβου και της ατολμίας του είπε σε φιλικό τόνο, ενώ έκανε πως ξεσκόνιζε ένα κίτρινο ιερατικό φάκελο που ήταν μπροστά του:

              --- Νέος κι εγώ ήμουν σ’ αυτή την οργάνωση των Ιπποτών! Μπορεί να σου φαίνεται παράξενο αλλά ήμουν! Δεν κρύβω πως έχει καλούς και ιερούς σκοπούς αλλά ανεφάρμοστους έτσι δαιδαλώδη που είναι η δομή  της εκκλησίας. Ωστόσο όμως αυτές οι δίκαιες επιθυμίες κάποιων ιερέων δεν παύουν να είναι και επικίνδυνες για το σώμα της εκκλησίας. Αυτό είδα κι εγώ σαν τα χρόνια βάραιναν πάνω μου και ξεγλίστρησα από τα φοβερά πλοκάμια της. Έκανα καλά δεν ξέρω. Τα επιχειρήματά μου όμως μου λένε πως έκανα καλά.  

           Αυτά τα λόγια έκαναν τον παπα - Καλλίνικο να ανακτήσει το θάρρος του. << Θα είναι χοντρή απρέπεια >> σκέφτηκε  <<να μη μιλήσω τη στιγμή που ο πνευματικός αρχηγός μου είναι γνώστης της κατάστασης>>.  Έτσι χωρίς να έχει πρόθεση να συγκρουσθεί μαζί του,  είπε με κάποιο κεφάτο τόνο:

           --- Ο σκοπός της << Οργάνωσης του τάγματος των Ιπποτών>> αποβλέπει στη μεγαλοποίηση της επιθυμίας της εκκλησίας να διαθέσει τα οικονομικά της αποθέματα για τη σωτηρία και την περίθαλψη των πασχόντων. Αυτό είναι το ένα θέμα που μας απασχολεί. Το άλλο είναι η  αποδυνάμωση της κοσμικής της εξουσίας. Φυσικά υπάρχουν κι επί μέρους μικρά αλλά σημαντικά θέματα που την απασχολούν.

           Ο δεσπότης θυμήθηκε πως σε κάποια συνεδρίαση των αντιπροσώπων των εκκλησιαστικών περιουσιών πριν γίνει ακόμη μητροπολίτης είχε μιλήσει σχετικά μ’ αυτό το αίτημα της ρευστοποίησης της περιουσίας της εκκλησίας και τη διάθεση των κεφαλαίων της για την ενίσχυση των χαμηλότερων τάξεων αλλά δυστυχώς μόνο ύβρεις άκουσε ενώ ένας γέροντας εκκλησιαστικός αντιπρόσωπος τον αποκάλεσε << στυγνό μεταπράτη>> της εκκλησιαστικής περιουσίας. Έκτοτε ελάχιστα ασχολήθηκε με το θέμα αυτό γιατί το υπόμνημα που συνέταξαν και υπόγραψαν στο τέλος της συνεδρίασης οι αντιπρόσωποι τόνιζε με ιδιαίτερη έμφαση πως αν στο μέλλον υπάρξει εισήγηση με θέμα τη διαχείριση της εκκλησιαστικής περιουσίας ο εισηγητής θα είχε κυρώσεις πριν καλά - καλά ανεβεί στο βήμα αν το κείμενο της εισήγησης δεν ήταν εγκριμένο από την Ιερά Σύνοδο.

            --- Οι ίδιοι σκοποί με τους δικούς μας, από τότε που ήμουν στην οργάνωση, είπε με κάποιο ενθουσιασμό ο δεσπότης κι έδειξε μ’ ένα χαμόγελο και με μια ύψωση στον τόνο της φωνής του πως ήθελε να χαιρετήσει τους περίφημους αυτούς σκοπούς. Όμως, συνέχισε, για να υλοποιηθούν αυτοί οι σκοποί θέλει δουλειά πολύ, θέληση από την εκκλησία και κυρίως δυναμική λύση από το κράτος. Βέβαια και η ομάδα θα κάνει καλό, εννοώ την Οργάνωση αλλά εδώ χρειάζεται προσοχή και σωστός χειρισμός γιατί θίγονται οικονομικά και εξουσιαστικά συμφέροντα.

             Το θάρρος που είχε ανακτήσει ο παπα - Καλλίνικος τον έκανε  να πει:

              --- Έτσι πιστεύω κι εγώ! Όλοι μιλούν για κοινωνική πρόνοια στους ασθενέστερους αλλά σκοντάφτουν στην εξοικονόμηση των πόρων. Και το πρόβλημα δεν είναι μόνο της χώρας μας αλλά παγκόσμιο. Η επέκταση της δυνατότητας απόκτησης μιας φέτας ψωμιού σε κάθε πεινασμένο της γης, είναι νομίζω πρωταρχικό και ριζοσπαστικό στοιχείο και του κράτους και της εκκλησίας. Αυτό το δικαίωμα της αυτάρκειας είναι δικαίωμα του κάθε πολίτη! Απορώ πως οι υπεύθυνοι κλείνουν τα μάτια  σ’  αυτό το κοινωνικό δράμα.

           Ο δεσπότης στράφηκε προς το παράθυρο γιατί ένας ήχος από κάποιο θορυβώδες όχημα έκανε τα τζάμια να τρίξουν. Σαν πέρασε ο θόρυβος κοίταξε τα χαρτιά του που ήταν σωρευμένα δεξιά του κι έβαλε πάνω τους το χέρι του με μια τρυφερότητα λες και ήταν διαμαντένια κοσμήματα. Ύστερα αφού έμεινε για λίγο συλλογισμένος κι έκανε μια χαριτωμένη γκριμάτσα είπε στον παπα - Καλλίνικο:

           --- Ναι, έτσι είναι αλλά οι οικοδεσπότες έχουν αντίθετη γνώμη. Η κοινωνία για να είναι ευχαριστημένη με τον εαυτό της πρέπει να τους βλέπει όλους χορτασμένους. Όμως ο σκληρός διακανονισμός της οικονομικής τάξης είναι αναχρονιστικός και άδικος. Με λίγα λόγια οι μεγάλες τσέπες είναι γεμάτες! Και εννοώ πως τις μεγάλες τσέπες τις έχουν οι ιμπρεσάριοι που διαχειρίζονται τα χρήματα.

          --- Κι εγώ δεν έχω χρήματα να επισκευάσω τη νέα πτέρυγα του γηροκομείου!

          --- Ακριβώς!

          --- Γι’ αυτό είμαι απολύτως της γνώμης πως  η πάλη των φτωχών με τους πλούσιους θα γίνει πιο ήπια με τη βοήθεια της εκκλησίας. Χωρίς τη βοήθειά της οι διαχειριστές του χρήματος θα συνεχίσουν να μην παραδίδουν ούτε ένα λεπτό στους κουρελήδες. Όσο έχουν το μέλι και το τρώνε οι ίδιοι χωρίς να τους το παίρνει κάποιος και να το μοιράζει και στους φτωχούς η πείνα θα τους σκοτώνει.

           --- Έτσι πιστεύω κι εγώ! Δυστυχώς η εκκλησία κοιτάζει τη δική της κοσμικότητα αδιαφορώντας για τη ζωή των φτωχών. Οι περισσότεροι κληρικοί ζουν στην πολυτέλεια και δεν είναι υπερβολή να πω πως τους ενδιαφέρει περισσότερο το χρήμα παρά η ψυχή του ανθρώπου και η μίζερη ζωή του. Γι’ αυτό και το κύρος της εκκλησίας με τα χρόνια ελαττώθηκε με συνέπεια την αποδυνάμωσή της.

           --- Φυσικά δεν αποκλείεται απ’ αυτό το φαγοπότι και τους ανθρώπους της εκκλησίας που βρίσκονται στα ψηλά στρώματα της ιεραρχίας! Νομίζω πως το ψάρι βρωμάει απ’ το κεφάλι κι εδώ είναι η μεγάλη διαφθορά. Τα γνωρίζετε καλύτερα από μένα και δε χρειάζεται ν’ αναφερθώ σε λεπτομέρειες.

           Ο δεσπότης γέλασε μ΄ ένα χαρακτηριστικό τρόπο δείχνοντας πως πίστευε αυτά που του είπε. Ύστερα άπλωσε το χέρι του δίπλα στο μελανοδοχείο, συνήθιζε να γράφει με μελάνι αγνοώντας την τεχνολογία και έπιασε ένα χαρτί με όψη χρυσή και με αρκετά φύλλα γεμάτα με ωραία καλλιγραφικά γράμματα. Αφού το πήρε στα χέρια του και το ψηλάφισε λίγο με τα μακριά δάχτυλά του, το σήκωσε και του το έδειξε ενώ έσυρε μπροστά του ένα δερμάτινο ντοσιέ από όπου έβγαλε άλλη μία κόλλα και την κράτησε στο άλλο του χέρι. Στη συνέχεια αφού του την έδειξε κι αυτή του είπε:

           --- Σ’ αυτό το χαρτί με τη χρυσή όψη είναι η επίπληξη του διάκου που είδες  νωρίτερα και ήσουν μάρτυρας του επεισοδίου. Θα επανέλθει μετά ένα μήνα να ζητήσει εκ νέου μετάνοια, ενέργεια που θα τον καταστήσει και πάλι υγιή στο σώμα της εκκλησίας. Αυτό σαν επιβεβαίωση της κακής ζωής που κάνει ένα κομμάτι του κλήρου  και τις παρενέργειες που έχουν οι ανήθικες πράξεις του στο ίδιο το άτομο αλλά και στην εκκλησία. Στο δεύτερο χαρτί είναι τα εύσημα μνείας  που σου απονέμει η Ιερά Μητρόπολης για την εν γένει προσφορά σου στους ενορίτες σου με την υπενθύμιση πως το ποσό που έχει υποσχεθεί  να σου παραχωρήσει  για την ανέγερση του νέου κτιρίου του γηροκομείου θα ταχτοποιηθεί εκτός απροόπτου στο εγγύς μέλλον.

            Άπλωσε το χέρι του κι αφού του έσφιξε το δικό του, εκδηλώνοντας τις ευχαριστίες του είπε, ενώ του έδινε το χαρτί κι έδειχνε να τον κοιτάζει με αξιοπρεπή θαυμασμό:

            --- Ιερείς σαν και σένα πώς να μη παρασημοφορηθούν!

            Ο παπα - Καλλίνικος δέχτηκε τη φιλοφρόνηση συγκρατημένος και δείχνοντας πως τον ενδιέφεραν άλλα πράγματα απ’ αυτά τα απλά και ταπεινά συνέχισε την κουβέντα ενώ σήκωσε το κεφάλι του με αρκετή αισιοδοξία πλέον για το μέλλον του μετά και την ευχάριστη τροπή που πήρε προς το τέλος της συζήτησης η συμπεριφορά του δεσπότη. Έτσι με κάποια σοβαρότητα που  φάνηκε διάχυτη και στο πρόσωπό του, του είπε με αρκετό θάρρος:

            --- Όλα καλά άγιέ μου, αλλά ο λαός τής ενορίας μου έχει αρκετά προβλήματα και πολλές ελλείψεις.  Θα έχετε βέβαια υπόψη σας τα υπομνήματα που κάθε εξάμηνο στέλνω και θα είστε γνώστης των προβλημάτων, αυτό είναι σίγουρο. Όπως και σίγουρο είναι πως οι εισηγήσεις σας έγιναν στους συνεργάτες σας αλλά για λόγους υπεράνω της θέλησής σας δεν ικανοποιήθηκαν τα αιτήματά τους. Νομίζω τότε πως είναι ευκαιρία να τα υπενθυμίσω εκ του συστάδην και να πάρω την απάντησή σας. Ελπίζω η υπέροχη και ευαίσθητη καρδιά σας να λάβει σοβαρά υπόψη της την ένδεια της ενορίας μου και να πράξει φιλοτίμως τα δέοντα προς όφελος των πασχόντων ενοριτών μου.

           Πήγε να αριθμήσει τα προβλήματα της ενορίας του όταν ο μητροπολίτης άπλωσε το μακρύ του χέρι και τον σταμάτησε.

           ---  Δε χρειάζεται, παιδί μου, του έκανε κι έγειρε το κεφάλι πλάι ενώ σήκωσε το αριστερό του φρύδι. Δεν τα λησμονάω τα προβλήματά σου όπως και όλα τα προβλήματα της επαρχίας και  να είσαι σίγουρος πως με την πρώτη ευκαιρία θα τα ικανοποιήσω. Αλλά όμως χρειάζεται να περιμένεις ΄λίγο. Υπάρχουν άλλες εκκλησίες που έχουν προτεραιότητα σε μερικά θέματα. Αυτές θα ικανοποιήσω πρώτα και ύστερα θα λάβεις τη σειρά σου κανονικά. Μην έχεις το αίσθημα πως αδιαφορώ. Οι περιστάσεις βλέπεις με κάνουν ανενεργό.

            Ο παπα - Καλλίνικος κατάλαβε. Ο μητροπολίτης του ξεφούρνιζε το ίδιο παραμύθι της ανεκπλήρωτης υπόσχεσης. Έτσι δεν επέμενε να τον κουράσει άλλο με τα προβλήματα της ενορίας του. Σηκώνοντας ψηλά το σώμα του άφησε τη θέση του και μ’ ένα ερωτηματικό στα όμορφα μάτια του, ζήτησε να αποχωρήσει σαν ο πνευματικός του αρχηγός το έκρινε σωστό. Εκείνος τον κοίταξε με αρκετό θαυμασμό και πιάνοντας το χέρι του που ήδη του το είχε  προτείνει ο παπα - Καλλίνικος τον χαιρέτησε και του επέτρεψε να φύγει.

         Βγαίνοντας από την πόρτα πίσω του η φωνή του μητροπολίτη έσπασε τη μικρή σιωπή που ακούστηκε να του λέει:

         --- Και μακριά από εκείνη τη γυναίκα των ελεύθερων ηθών, παπα - Καλλίνικε!

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

                                ΚΕΦΑΛΑΙΟ  ΤΕΤΑΡΤΟ     

 

 

 

             Είχε γυρίσει απόγευμα όταν επέστρεψε ο παπα - Καλλίνικος από τη λειτουργία που ήταν καλεσμένος να κάνει στο ξωκκλήσι της Παναγίας της Γελουδά στα ανατολικά της πόλης και δε χάρηκε πολύ τη γοητευτική ομορφιά του βουνού ούτε και ένιωσε τη συγκίνηση και τον ενθουσιασμό που ένιωθε άλλες χρονιές του λαϊκού πανηγυριού που γινόταν στο  χώρο του μοναστηριού γιατί τον ενόχλησαν τα μάτια του και η επιστροφή του έγινε άρον - άρον.

           Στην αρχή σαν μπήκε μέσα στο σπίτι δεν έδωσε και πολλή σημασία και κάθισε σε μια καρέκλα για να ξεκουραστεί ελπίζοντας πως ο πόνος, το τσούξιμο και το θάμπωμα θα υποχωρούσαν όσο περνούσε  η ώρα και θα έβρισκε και πάλι την υγεία του. ΄     Όμως δεν έγινε έτσι γιατί σε λίγο  το θάμπωμα έγινε πιο έντονο ενώ άρχισε σιγά - σιγά να μη βλέπει καθαρά και του ήταν δύσκολο να ξεχωρίσει αν τα αντικείμενα  ήταν τα πραγματικά ή η σκιά τους. Ασχολήθηκε αρκετή ώρα να δοκιμάζει την όρασή του στα πράγματα και όταν πια είδε πως η κατάσταση χειροτέρευε, φώναξε τη Μαρία για να του προσφέρει βοήθεια και να του παρηγορήσει την πονεμένη του καρδιά από το στίγμα που του άφηνε η απρόσκλητη και ανυπόφορη αυτή αρρώστια των ματιών του.

          Αυτή ήρθε χωρίς χρονοτριβή και με ιδιαίτερη τρυφερότητα τον ρώτησε τι του συμβαίνει.

           Τότε αυτός της έδειξε τα ερεθισμένα μάτια του και της ψιθύρισε με ένα παράπονο που του τρυπούσε τα σωθικά:

            --- Τα μάτια μου, Μαρία! Κοίταξε πως έγιναν! Θα στραβωθώ ο έρημος αν συνεχίσουν έτσι και γιατρειά δε βλέπω όσο κι αν ο γιατρός με βεβαιώνει για το αντίθετο.

            Εκείνη έσκυψε από πάνω του και με την όψη αρπακτικού πουλιού άρχισε να τα κοιτάζει με προσοχή ενώ στο βλέμμα της διακρινόταν μια απειλητική έκφραση. Κι όταν επιτέλους είδε αυτό που φαινόταν και έδινε το στίγμα πως κάτι επικίνδυνο παίδευε τα μάτια του, του είπε εμπιστευτικά και με μεγάλη τρυφερότητα: 

            --- Εγώ μια φορά σ’ τα ‘λεγα! Δε σ’ τα ‘λεγα! Απ’ αυτή τη φριχτή γυναίκα προήλθε η αρρώστια σου! Το  ξενύχτι, το ποτό και ο μεγάλος κι αγιάτρευτος έρωτάς σου γι’ αυτή στα κατέστρεψαν.  Σηκωνόσουν από το τραπέζι, θυμάσαι; Άφηνες στη μέση την κουβέντα και τραβούσες μεσάνυχτα να πας να τη βρεις στο μπαρ,  δήθεν να της σώσεις την ψυχή! Τα ξέχασες;  Κακό του κεφαλιού σου έκανες ενώ το ήξερες ύστερα από τη γνωμάτευση του γιατρού πως ο καπνός βλάπτει ανεπανόρθωτα την ίριδα των ματιών σου. Εσύ όμως το βιολί σου. Τη Ρόζα και τίποτα άλλο μου έλεγες! Δεν ξέρω αν την έσωσες αυτή ή θα την σώσεις αλλά  εσένα ποιος θα σε σώσει!

            --- Όχι! πάλι τα ίδια, Μαρία, το καλό ΄που σου θέλω, όχι πάλι τα ίδια! διαμαρτυρόταν εκείνος με ύφος κλαμένο.  Έχω βαρεθεί ν’ ακούω τα ίδια λόγια πως όταν με βρίσκει κάτι φταίει  αυτή η γυναίκα. Προς Θεού! Μην την πιάνεις στο στόμα σου γιατί είναι αθώα και δεν έχει καμία συμμετοχή στο δράμα μου. Προς το παρόν φέρε μου το κολλύριο να τους ρίξεις και ας με βοηθήσεις να πάω να ξαπλώσω για να ξεκουραστώ που τόσο πολύ το έχω ανάγκη τούτες τις μέρες που εξαντλήθηκα πολύ σωματικά και ψυχικά εξαιτίας των ανειλημμένων υποχρεώσεών μου.  Και με σιγουριά σου λέω πως δεν έχω τίποτε το ανησυχητικό γιατί το θάμπωμα άρχισε ήδη και μου περνάει. Όμως το τσούξιμο είναι ενοχλητικό και με κάνει να υποφέρω.

           Η γυναίκα τον άκουσε και με μια απλοϊκή και καλοσυνάτη κίνηση πήγε στο κομοδίνο του κι έφερε το κολλύριο. Το άφησε πάνω στο τραπεζάκι και μετά έφυγε για την κουζίνα ενώ η έκφρασή της έδειχνε πως κάτι σημαντικό σκεπτόταν. Σαν γύρισε μ’ ένα λεκανάκι γεμάτο νερό και μια λευκή καθαρή πετσέτα τον πλησίασε και με μια πεισματική διάθεση να του προσφέρει οπωσδήποτε ανακούφιση, έσκυψε πάνω του και τον παρακάλεσε να ανοίξει τα μάτια του για να του τα πλύνει με χλιαρό χαμομήλι, βέβαιη πως ήταν ένα από τα καλύτερα γιατρικά της παράδοσης αφού είχε ιαματικές ιδιότητες. Στη συνέχεια αφού σκούπισε και τα δυο μάτια ομοιόμορφα και άφησε λίγο χρόνο ώσπου να εξατμιστεί η υγρασία και να στεγνώσουν, πήρε το κολλύριο και με αριστοτεχνική ικανότητα και ιδιάζουσα προσοχή λες και ήταν νοσοκόμα του έσταξε από δυο σταγόνες στο κάθε μάτι και τον συμβούλεψε να τα ανοιγοκλείσει πολλές φορές για να διαλυθεί το φάρμακο σε όλα τα πλάτη και τα μήκη του αμφιβληστροειδούς.

           Σαν τελείωσε την περίθαλψη η οικονόμος τραβήχτηκε και κάθισε στον καναπέ και ικανοποιημένη από την πράξη της που ήταν σίγουρη πως θα τον ανακούφιζε τον κοίταζε με ένα εύθυμο τρόπο ενώ από μέσα της δεν έπαυε να είναι θυμωμένη.

           Ο παπα - Καλλίνικος πράγματι ένιωσε καλύτερα κι αυτό φάνηκε και από τη διάθεσή του που εκδηλώθηκε μ’ ένα γέλιο ανακούφισης αλλά και από τη θέση που πήρε στην καρέκλα μιας και ανασηκώθηκε ενώ πριν ήταν ξαπλωμένος από την εξάντληση και τον πόνο. Έτσι σε μια στιγμή θέλοντας να φανεί και διασκεδαστικός είπε με αστείο τρόπο:

            --- Με κατηγορείς πολλές φορές πως δεν πάω στο γιατρό. Να όμως που πήγα τελευταία και με βεβαίωσε μετά την εξέταση πως δεν έχω κάτι σοβαρό. Μου αποκάλυψε όμως πως το πρόβλημα είναι περισσότερο ψυχολογικό και λιγότερο οργανικό και προέρχεται εκατό τοις εκατό από το άγχος και την πολλή δουλειά που έχω επιφορτιστεί στην ενορία μου και δη με τη νέα πτέρυγα του γηροκομείου ενώ και οι αμαρτίες του κόσμου που τους βαρύνουν βρίσκουν σε μένα κάποιο ξέσπασμα. Εγώ πιστεύω πως έχει δίκιο γιατί αξιολογώντας τον εαυτό μου βρίσκω να είμαι εγώ ο κύριος υπεύθυνος της κατάστασής μου. Πρέπει να συγκρατηθώ και να βρω καλύτερους τρόπους ζωής. Πιο απλούς και καθόλου ηχηρούς που κουράζουν, φθείρουν κι απογοητεύουν.

           Η γυναίκα είχε άλλη γνώμη και το έδειξε  με μια δυσάρεστη συμπεριφορά που την εξέφρασε μ’ ένα πρωτότυπο ξέσπασμα για να του πει:

            --- Συμπάθα με που στο λέω, αλλά εκείνη που γέμισε το ποτήρι σου δηλητήριο και στο έδωσε να το πιεις είναι η Ρόζα! Αυτή φταίει κι αυτή σ΄ έφερε μέχρι εδώ κι αυτή θα σε πάει και στον τάφο! Να μου το θυμηθείς πως αυτή η ρομαντική σας ιστορία θα σας σκοτώσει ίσως και τους δυο! Και στο λέω αυτό γιατί τέτοιου είδους περιστασιακά ειδύλλια ή καλύτερα ψευτοειδύλλια είναι ατελέσφορα με οικτρό τέλος.

           Ο παπα - Καλλίνικος έχασε την ησυχία του με τα λόγια της. Δεν είχε καμία όρεξη να του μιλήσει έτσι ενώ πολύ επιθυμούσε να τον άφηνε ήσυχο χωρίς την κριτική της που του ήταν άλλωστε πάντα ενοχλητική. Κι επειδή δεν έδειχνε καμιά επιείκεια σαν τον πρόσβαλε τη ρώτησε με ευγένεια αλλά αυστηρό τόνο;

           ---  Και γιατί φταίει η Ρόζα, γερόντισσα γι’ αυτά που τραβάω;

           --- Γιατί δε σ’ αφήνει στην ησυχία σου αλλά όλο σε κουράζει με την αμαρτωλή ζωή που σε αναγκάζει να κάνεις!

           --- Το πιστεύεις αυτό;

           --- Για να το λέω!

           --- Και ζω κι εγώ όπως ζει αυτή;

           --- Αυτό λέει ο κόσμος!

           --- Και τον πιστεύεις;

           --- Γιατί να μην τον πιστέψω; Αυτός είναι ο κριτής των πράξεών μας, το ξεχνάς;

           --- Και ο κόσμος τι κέρδος έχει να πει καλό, γερόντισσα; Δεν ξέρεις πως η επιτυχία του άλλου τον θρέφει;

           --- Ναι, αλλά και καπνός χωρίς φωτιά δε βγαίνει!

           --- Και τι έχεις ακούσει απ’ τον  κόσμο για μένα, καλή μου Μαρία;

           --- Πως βγαίνεις τα βράδια μαζί της και τη συναντάς στο μπαρ το << ΝΑΥΑΓΙΟ>>.

           --- Μ’ έχουν δει μαζί της;

           --- Απ’ ότι λένε, ναι!

           --- Κι αν είναι ψέματα;

           --- Αν είναι ψέματα, ας ρίξει φωτιά ο Θεός να τους κάψει. Τι να πω κι εγώ.

           --- Εσύ τι πιστεύεις;

           --- Πως δεν είναι δουλειές αυτές για έναν παπά γιατί είναι κι ανήθικο, και, αμαρτωλό και πρέπει να κόψεις κάθε σχέση μαζί της. Τραβολογήματα με γυναίκες από έναν κληρικό με ράσο είναι ανεπίτρεπτο και καμία επιείκεια δεν το δικαιολογεί. Μπορείς να το κάνεις αυτό αλλά σαν πετάξεις από πάνω σου το ράσο. Σαν το φοράς όμως και η ψυχή σου είναι δοσμένη στο Θεό κάθε αμαρτία σε κάνει φίλο του σατανά και υπηρέτη του.

            Η καλύτερη διάθεση του παπα - Καλλίνικου μετά τη φροντίδα της γερόντισσας τον γέμισε με αισιοδοξία ενώ η όρεξη για κουβέντα μαζί της όσο περνούσε η ώρα όλο και τον γοήτευε αν και ο ίδιος ένιωθε σαν κατηγορούμενος παρά σαν κατήγορος. Γι’ αυτό προσπάθησε να τη συνδαυλίσει μ’ ένα ανεπαίσθητο γέλιο στο τέλος των λόγων της δείχνοντας πως τα λόγια της όσο σκληρά κι αν ήταν είχαν κάποια ομορφιά. Και σκεπτόμενος << θα περιοριστώ μόνο στην άμυνα όσο μπορώ>> της είπε  με ένα αιφνίδιο τρόπο:

            --- Με κάνεις σπουδαίο, αγαπητή μου Μαρία, μ’ αυτά που λες και ατενίζω με αισιοδοξία το μέλλον! Και τούτο γιατί έτσι που με κρίνεις δείχνει να έχω τα προτερήματα του επαναστάτη και του αιρετικού! Κι αυτό πολύ μου ταιριάζει και με συγκινεί!

            --- Αχ, παπά μου, πόσα ξέρεις! του έκανε τρυφερά και φιλικά και τον άγγιξε με το χέρι της στον ώμο. Σ’ έφτιαξε βλέπω το φάρμακο και πας από το καλό στο καλύτερο! Αυτό θέλω κι εγώ!  Μακάρι να γίνουν καλά τα μάτια σου κι ας μας περισσεύουν οι χαρές.

            Ο παπα - Καλλίνικος δεν της απάντησε αν και άκουσε καθαρά τα λόγια της γιατί κοιτούσε έξω τον κάμπο που φλεγόταν σχεδόν από τον καύσωνα που είχε απειλητικά έρθει από τις πρώτες μέρες του Αυγούστου και ταλαιπωρούσε ανελέητα ανθρώπους, ζώα και φυτά. Ο δροσερός αέρας που έμπαινε εκείνη τη στιγμή απ’ το ανοιχτό παράθυρο τον  δρόσισε, ενώ σαν άφησε κάποια στιγμή ένα μικρό σύννεφο σκόνης να αιωρηθεί πάνω στα φύλλα της καρυδιάς, του δημιούργησε μια δυσφορία για την ταλαιπωρία της φύσης από τα ακραία καιρικά φαινόμενα, που την εξέφρασε με μια του σκέψη << πως ο άνθρωπος είναι υπεύθυνος γι’ αυτή την καταστροφή >>.

            Στη μικρή σιωπή που ακολούθησε ο παπα - Καλλίνικος βρήκε την ευκαιρία να ρωτήσει τη Μαρία:

          --- Θέλω κάτι να μου εκτελέσεις καλή μου, Μαρία, μπορείς να μου το φέρεις σε πέρας αν σου το αναθέσω;

          Αυτή ξαφνιάστηκε και τον κοίταξε ενώ δεν ξέχασε με μια όμορφη γκριμάτσα να δείξει τη χαριτωμένη παρουσία της. Κι επειδή ποτέ δεν του χαλούσε χατίρι σε ό,τι της ζητούσε ήταν αδύνατο να αρνηθεί και σ’ αυτή τη θέλησή του. Κι αφήνοντας από το χέρι της μια επείγουσα επιστολή που είχε έρθει με το πρωινό ταχυδρομείο γι’ αυτόν μπροστά του, τον ρώτησε τι είδους ήταν η υπόθεση της εντολής που της ζητούσε να εκτελέσει.

          --- Να, της έκανε αυτός με κάθε τυπικότητα θέλω να πας αύριο το πρωί στο σπίτι τα Ρόζας στην κάτω πόλη και να της πεις πως την θέλω εδώ! Αν αποδεχτεί την πρόσκλησή μου, που δεν αμφιβάλλω, να τη συνοδέψεις ως εδώ γιατί λόγοι ηθικής τάξης δεν επιτρέπουν να έρθει μόνη της χωρίς τη συνοδεία κάποιου στο σπίτι ενός ιερέα.

          Η οικονόμος από τη  μια το είδε ευχάριστο αυτό που της ανέθεσε γιατί θα έκανε και τη βόλτα της στα μαγαζιά της κοσμικής κάτω πόλης αλλά και δυσάρεστο γιατί μια τέτοια αποστολή ίσως έκρυβε και κάτι το επιλήψιμο. Δεν αρνήθηκε όμως αλλά  θέλησε να παίξει λίγο με τα νεύρα του και του είπε βάζοντας στη φωνή της ένα τρεμάμενο ήχο:

           --- Τι είπες παπα - Καλλίνικε να πάω να φέρω τη Ρόζα; Πώς το βλέπεις αυτό σωστό; Κι αν ο διάβολος της στήσει καρτέρι και τη δει κάποιο μάτι ποιος θα πληρώσει τη νύφη; Ξέρεις τι κάνεις αυτή τη στιγμή;

Διώχνεις το Θεό από το σπίτι σου και στη θέση του βάζεις το σατανά!

           Η ευθυμία της τον έκανε να της πει με αστείο τρόπο:

           --- Αν δεν πας θα πάω εγώ να τη φέρω! Θα σ’ ευχαριστούσε σ’ αυτή την κατάσταση που είμαι να το κάνω;

           --- Έχεις δίκιο! του αποκρίθηκε έτσι που είσαι δεν μπορώ να σε αφήσω να πας! Έτσι το χρεώνομαι εγώ το ταξίδι. Και το κάνω μόνο και μόνο γιατί  πιστεύω πως η παρουσία της εδώ θα σε βοηθήσει να νιώσεις καλύτερα. Υποτιμώ και την ηθική και κοιτάζω το όφελος. Το όφελος της υγείας  και της ψυχικής σου ισορροπίας.      

           Όμως  έδειξε να αμφέβαλλε για τα ειλικρινή του αισθήματα που την ήθελε κοντά του γιατί διείδε κάτι το μεμπτό σ’ αυτή του την επιθυμία να την καλέσει στο σπίτι του. Έτσι τον ρώτησε μ’ ένα τρόπο που του έδειχνε πως  κάτι δεν πάει καλά στην όλη πρόσκληση:

           --- Την θέλεις εδώ για να ικανοποιήσεις τον ερωτικό σου πόθο ή και για κάποιο άλλον κρυφό σκοπό που αρνείσαι να μου τον αποκαλύψεις;

           --- Βέβαια! της έκανε αυτός αλλά δε θα στον αποκαλύψω τώρα, αλλά σαν τη φέρεις κι έσφιξε το φάκελο στο χέρι του ενώ διάβασε με ενδιαφέρον τον αποστολέα της επιστολής που είχε ήδη πάρει και τον κρατούσε στα χέρια του.

            Η γυναίκα σιώπησε και χάιδεψε με αμηχανία τα χέρια της  ενώ συνέχιζε να τον  κοιτάζει με αγωνία περιμένοντας να της  πει και κάτι ακόμη. Τότε εκείνος αφού τέντωσε λίγο το λαιμό του κι έβαλε τα χέρια του στα μπράτσα της καρέκλας συνέχισε με μια σοβαρότητα που ήταν σαν να της έλεγε πως όσα επρόκειτο να της πει θα έμεναν προσωπική τους υπόθεση και μόνο.

            --- Θα σηκωθείς λοιπόν αύριο και θα κινήσεις αχάραγο να πας στο σπίτι της στην κάτω πόλη και να τη βρεις. Θέλω να το κάνεις με κάθε προφύλαξη και να προσέξεις να μη σας δει κανείς  όταν επιστρέψετε. Γι’ αυτό σε στέλνω πρωί για να έρθετε πάλι σαν οι δρόμοι είναι έρημοι και κανένα μάτι δε θα σας αντιληφθεί. Το σπίτι της φυσικά το ξέρεις, αλλά στο υπενθυμίζω, είναι στα νοτιοδυτικά του σιδηροδρομικού σταθμού, πέτρινο με κεραμίδια και σκάλα ενώ πίσω έχει μεγάλο και πλούσιο κήπο με δέντρα και λουλούδια. Χτύπησε την πόρτα ελεύθερα και σαν σου ανοίξει και την συναντήσεις να της τονίσεις πως είναι ανάγκη να σε ακολουθήσει και να έρθει εδώ για να της αποκαλύψω τη μεγάλη μου απόφαση που πήρα και θέλω και τη γνώμη της πριν την εκτελέσω. Πιστεύω πως θα με νιώσει και θα έρθει. Να μην καθυστερήσετε και σας βρει η μέρα γιατί πάει χάθηκα. Θα το μάθει ο μητροπολίτης και τότε ποιος ακούει τα πύρινα λόγια του και τις κατάρες του. Άφησε που μπορεί κιόλας να με αποτάξει από το ιερατικό σώμα. Γι’ αυτό επιμένω να τα κάνετε όλα στα κρυφά και στα σκοτεινά για να μη μου βάλετε φωτιά και πάω άψαλτος που λέει ο λόγος!

            Η οικονόμος  έδειξε εκνευρισμένη και φαινόταν τόσο κόκκινη στο πρόσωπο που νόμιζες πως θα εκραγεί από στιγμή σε στιγμή. Και μέσα σ’ ένα ακούσιο παροξυσμό εγωισμού, του είπε για να τον ψέξει που τον έβλεπε να  σκέφτεται περισσότερο  την ευτυχία του εκείνη τη στιγμή κι όχι την ενοχή του:

            --- Δύσκολα πράγματα με βάζεις να κάνω, παπά μου και φοβάμαι! Αυτό που μου αναθέτεις είναι δοκιμασία που έχει να κάνει με την αξιοπρέπεια όλων μας. Μου μοιάζει σαν μυστική αποστολή ενώ στο αποτέλεσμά της μυρίζομαι τη φριχτή δολοφονία μου. Κι αυτό γιατί τίποτα δεν είναι κρυφό υπό τον ήλιο! Κάποιο μάτι θα μας δει να ερχόμαστε ή να μπαίνουμε στο σπίτι και τότε ποιο ποτάμι θα σου πλύνει τ΄ άπλυτα, το σκέφτηκες; Αλλά κι εμένα λίγα θα μου σύρουνε;  Όσο κι αν φανεί πως ήταν επαγγελματική μου δραστηριότητα, ελάχιστα η κοινή γνώμη θα δεχτεί μια τέτοια ξιπασιά. Έλεος, παπα - Καλλίνικε, Έλεος!

             Φάνηκε να μην έδωσε και μεγάλη σημασία στις αντιδράσεις της αυτός και πάντα στον ίδιο τόνο, συνέχισε:

              --- Θα μείνει όλη μέρα εδώ και το βράδυ που οι άνθρωποι θα μαζευτούν στα σπίτια τους και τα παράθυρα θα σφραγίσουν ερμητικά θα κινήσετε μαζί να επιστρέψει στο σπίτι της. Μπορεί να σε απαλλάξει από τη δοκιμασία της διαδρομής και το φόβο της νύχτας αν δηλώσει πως επιθυμεί να πάει μόνη της. Ο δρόμος είναι καλός και η απόσταση μικρή. Νομίζω πως και σαν περίπατος μια τέτοια διαδρομή είναι ωφέλιμη.

            << Τον καίει τον έρημο ο έρωτας που κρύβει τόσες ηδονές και τον φτάνουν ως τα ουράνια >> σκέφτηκε η γυναίκα και τον κοίταξε αξιαγάπητα όσο ποτέ άλλοτε. << Ποιος ξέρει τι θέλει να της εξομολογηθεί >> συνέχισε το διαλογισμό της << και τι μαράζι και πόνος τρώνε την καρδιά του που τόσο επιθυμεί να τη δει και να της αποκαλύψει το μυστικό του. Γι’ αυτό πρέπει να πάω.  Αν δεν πάω θα του κακοφανεί και ίσως η άρνησή μου του επιδεινώσει την υγεία των ματιών του. Και δεν το θέλω αυτό γιατί μπορεί και να τυφλωθεί ακόμη! Όχι! Όχι! ποτέ δεν το θέλω αυτό! Ούτε και στον χειρότερο εχθρό μου δε θα το επιθυμούσα, πόσο μάλλον στον παπα - Καλλίνικο τον ιερέα με τις πολλές αρετές και τη γοητεία του ελεύθερου ανθρώπου. Και η προσφορά και το ενδιαφέρον του για μένα; Τα ξεχνώ ποτέ;  Ε, δεν απομένει τότε να πάω αύριο το πρωί στην κάτω πόλη και να του φέρω αυτή τη γυναίκα των ελευθέρων ηθών!>>

            --- Παπα - Καλλίνικε θα πάω! του φώναξε με μια απλοϊκή και παιδιάστική μαζί έκφραση ενώ συνέχισε: Θα πάω γιατί σου χρωστάω  το καλό που κάνεις για μένα και δε θέλω να είμαι αγνώμων ούτε στο ελάχιστο. Όμως να ξέρεις πως η λάμψη αυτής της γυναίκας καθόλου δε με συγκινεί  και σαν τη δω σίγουρα θα μελαγχολήσω αλλά επειδή  η ψυχή σου είναι ορατή και μπορώ να την ψηλαφίσω, θα κάνω το παν για να  μη σου λείψει η χαρά!

            --- Πολύ ωραία τότε! είπε χαρούμενος εκείνος και πρόσθεσε: Την ευλογία να’ χεις του Θεού κι ελπίζω να το βρεις μπροστά σου το καλό που μου κάνεις.

            Αυτή δεν έδειξε ν’ άκουσε τα λόγια του γιατί ήδη είχε σηκωθεί και είχε σκύψει από πάνω του για να δει και πάλι τα μάτια του, σαν εκείνος προσφέρθηκε γέρνοντας πίσω το κεφάλι κι ανοίγοντας με ευκολία τα  βλέφαρά του. Η έκφρασή της ήταν αναπάντεχη κι εκρηκτική σαν είδε την καλή τους πορεία τόσο που δεν συγκρατήθηκε παρά τη θέλησή της να του πει κάποιες συμβουλές για να τον καταστήσει ακόμη προσεκτικό στη συνεχή φροντίδα τους. Αυτός ικανοποιημένος αναφώνησε πλήρης  με συγχορδία γέλιου και αλαλαγμών.

         --- Ω! Καλή μου θεραπαινίδα! Πώς να μη νιώθω ακαταμάχητη συμπάθεια για τη χάρη σου! Τώρα καταλαβαίνω τι όμορφο πράγμα είναι να μένει και να ζει κανείς κοντά σου!

         --- Ξεκοκκίνισαν! του έκανε αυτή κι απ’ ότι βλέπω επανέρχονται στο κανονικό τους φυσιολογικό χρώμα. Άλλη μια δόση από το ευεργετικό αυτό κολλύριο το βράδυ και το πρωί θα είναι τα καλύτερα μάτια του κόσμου. Δυο όμορφες καφετιές κρυστάλλινες χαντρούλες!

          Έφυγε αμέσως χτυπώντας δυνατά τα χέρια της για να φύγουν κι οι ελάχιστες σταγόνες από το φάρμακο που είχαν καθίσει πάνω τους. Μπήκε στην κουζίνα με άνεση κι έδειξε πως είχε μεγάλο κέφι να παίξει το ρόλο της μαγείρισσας και της σερβιτόρας για άλλη μια φορά. Ο παπα -Καλλίνικος πίσω της έμεινε ξαπλωμένος στην καρέκλα του ενώ που και που αναφωνούσε ρυθμικά, << Ω, Θεέ μου! Ω, Θεέ μου! >>  ενώ αγκάλιαζε με το βλέμμα του όλα τα στημένα όμορφα έπιπλα του σπιτιού που με τόση φροντίδα περιποιόταν η οικονόμος. 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

                                                = = =    

 

 

                    Χαράματα η Μαρία βρέθηκε έξω από την πόρτα τής Ρόζας. Πάτησε τρεις φορές το διακόπτη του κουδουνιού και περίμενε. Η Ρόζα βγήκε μισοκοιμισμένη και την έμπασε μέσα ενώ η περιέργεια για το λόγο της επίσκεψής της  ανέβαζε την αγωνία της στα ύψη και της γεννούσε χίλιες δυο κακές κι απροσδόκητες σκέψεις.

                  Η Ρόζα κοίταξε τρυφερά τη Μαρία σαν βρέθηκαν η μία απέναντι στην άλλη στο χαριτωμένο σαλόνι από καφέ ξύλο καρυδιάς, βαμμένο περίτεχνα έτσι που να μην αφήνει καμιά εξοχή η ρυτίδα στην όψη του ξύλου. Κι αφού τυλίχτηκε βιαστικά μεν αλλά προσεχτικά στο ροζ νυχτικό της που άφηνε να κρέμονται μικρές - μικρές λευκές δαντελίτσες στο κάτω μέρος και στις άκρες των μανικιών, τη ρώτησε ανοίγοντας  τα μεγάλα και σαρκώδη χείλη της με χαμηλή φωνή:

                 --- Θα ήμουν ευτυχής αν άκουγα κάτι καλό απ’ το στόμα σου, Μαρία! Ο παπα - Καλλίνικος σ’ έστειλε το μάντεψα. Δεν μπορώ όμως να μαντέψω το λόγο του ερχομού σου.

                Εκείνη  με τα μάτια λίγο στραμμένα ψηλά της είπε με την φοβισμένη κι αδύναμη φωνή της:

             --- Ναι, αυτός με στέλνει, καλά μάντεψες! Σου στέλνει χαιρετίσματα και είναι καλά! Θέλει όμως να σου πει κάτι σοβαρό και επειδή δεν μπορεί να κατέβει κάτω στην πόλη για λόγους καθαρά υπηρεσιακούς και προσωπικούς σε καλεί να πάμε μαζί στο σπίτι του κι εκεί με την ησυχία σας  θα σου εκθέσει το πρόβλημα ή την επιθυμία του. Δεν ξέρω ακριβώς τι είναι αυτό που θα συζητήσετε και θα γίνεις γνώστης αυτής της ενδιαφέρουσας θέλω να πιστεύω αποκάλυψής του.

            Όμως μου μίλησε για μεγάλη απόφαση που πρέπει να πάρει κι αυτό μ’ έβαλε σε μύριες σκέψεις. Εμένα δε μου είπε ακριβώς τι απόφαση είναι αυτή που τον βασανίζει, αλλά όποια κι αν είναι ανησυχώ γιατί τον έχω σαν γιο μου και η κάθε του λύπη είναι και δική μου ενώ η κάθε του χαρά πλημμυρίζει και τη δική μου ψυχή. Θα σου εξομολογηθώ και κάτι που θα σε χαροποιήσει πολύ και αφορά τη σχέση σας. Σ’ αγαπά σαν τρελός και κάθε μέρα μου επαναλαμβάνει πως είσαι πανέμορφη στην εξουθένωσή σου και μεγαλειώδης στην αδυναμία σου. Οι χαρές σου του λέω μαζί της το βλέπω είναι πιο μεγάλες από τις χαρές που σου έδωσε ο Θεός!  Το βλέπω στα μάτια του, στον τρόπο του που μιλάει για σένα, στην ορατή του ψυχή πως σε αγαπά και υποφέρει εξαιτίας αυτής της θεϊκής αγάπης που του έδωσες. Αυτή η αγάπη σου η αληθινή τον βαστά όρθιο και τον τυλίγει με τη δύναμη της διάρκειας και του φωτός.

             Η Ρόζα έδειξε να απορεί και δεν μπόρεσε να κρύψει την έκπληξή της στο τέλος των λόγων της. Η χαρά της ήταν απερίγραπτη για τα αισθήματα του παπα- Καλλίνικου αλλά η αγωνία της να μάθει ποια ήταν η σοβαρή απόφαση που πήρε και ήθελε να τη συζητήσει μαζί της την έβγαλε από τα νερά της και την οδήγησε  σε πελάγη τρικυμίας. Κι επειδή είδε στα μάτια τής γυναίκας που είχε απέναντί της την ειλικρίνεια να λάμπει είπε να επιμείνει στη βασική της αρχή της επιμονής που την είχε για ακρογωνιαίο λίθο στις περιπτώσεις που χρειαζόταν να μαθαίνει την αλήθεια για κάτι που της δημιουργούσε ένταση και ανασφάλεια και της είπε:

             --- Πράγματι είναι πολύ ωραίο να μεταφέρεις στον άλλο ό,τι σου έχει πει ο αποστολέας αλλά και η πλήρη αποκάλυψη της είδησης δε νομίζω πως βλάπτει. Ίσα- ίσα που διευκολύνει τα πράγματα.

             Η Μαρία εννόησε το υπονοούμενο και της είπε ανοιχτά και με κάθε ειλικρίνεια:

              --- Αλήθεια σου λέω! Δεν ξέρω τι του συμβαίνει! Κοντός ψαλμός αλληλούια. Σε λίγο θα το μάθεις σαν τον συναντήσεις.

              Η Ρόζα φάνηκε να ησύχασε και με ανάερη κίνηση σηκώθηκε και κατευθύνθηκε στην τουαλέτα της να ετοιμαστεί. Σε λίγο γύρισε ντυμένη κομψά ενώ το επιβλητικό της παράστημα σαν πέρασε μπροστά από τη Μαρία για να πάρει την τσάντα της που την είχε ξεχάσει από το βράδυ πάνω στον καναπέ, έδειξε πόσο επιδέξια χειριζόταν τις κινήσεις που της χάριζε το καλλίγραμμο και όμορφο σώμα της.

             Σε μια στιγμή σταμάτησε κι έπεσε σε περισυλλογή ενώ ένα δάκρυ ξέφυγε από τα βαμμένα όμορφα μάτια της. Ο έρωτας πρέπει να είναι κάτι το μεγαλειώδες και το απέραντο και όταν ακόμη φαίνεται να έχει τέλος είναι ατελέσφορος. Διαρκεί αιώνια και επανέρχεται μ’ ένα σφίξιμο στην καρδιά του ερωτευμένου για να του τον θυμίζει. Η αγνότητά της δεν είχε τίποτα από τον εγωισμό του πάθους  και ασκούσε τον έρωτά της με την εξουσία των πιο αγνών αισθημάτων.

            Η Μαρία την κοίταξε με σοβαροφάνεια και θαύμασε την εκτυφλωτική της λάμψη. Αυτή η ευτυχία  που ένιωθε δίπλα στον παπα- Καλλίνικο μέσα στην γκρίζα κατά τα άλλα νυχτερινή και αμαρτωλή ζωή θα ήταν βάλσαμο στην ψυχή της. Αν και διωγμένη από τη συμβατική και καθώς πρέπει ζωή τής κοινωνίας βρήκε τη δίψα της μαζί του σαν σε αστείρευτη πηγή.

             << Καλή και άξια είναι η γυναίκα αυτή>> σκέφτηκε η Μαρία ενώ η Ρόζα έδειχνε να τελείωνε με τη φροντίδα του εαυτού της << κι ας ζει νυχτόβια ζωή κι έχει χάσει σχεδόν την αθωότητά της βάζοντας στην καρδιά της τις τέρψεις που την οδηγούν στη φθορά. Πιστεύω όμως πως της έχει μείνει η αγάπη για τον άνθρωπο και ο σεβασμός τής ζωής κι αυτό φαίνεται από την αγνή λάμψη των ματιών της. Τι κι αν είναι  γυναίκα της νύχτας! Η αμαρτία αρρωσταίνει πολλούς, χαρά όμως σ’ εκείνον που μπορεί και την ξεφορτώνεται. Κι αυτή αυτό προσπαθεί να κάνει κοντά στον παπα- Καλλίνικο, να την ξεφορτωθεί. Πόσοι και πόσοι θέλουν να την ξεφορτωθούν και δεν το μπορούν;  Οι ηδονές είναι ποτάμι φουσκωμένο που κυλάει και παρασύρει τα πάντα και δε σταματά με τίποτα. Βέβαια καμιά φορά το παρατραβάει κι ο άνθρωπος και ο μόνος τρόπος  να σωθεί είναι η χρήση τής υγιούς αδιάκοπτης σκέψης του που δυστυχώς στην κρίσιμη εκείνη στιγμή μπορεί και να του λείπει.  Όμως μην κρίνεις για να μην κριθείς!  Και με τους αμαρτωλούς και με τους αναμάρτητους πορεύεται η κοινωνία εξίσου καλά, κανένας δεν περισσεύει ας μην είμαστε αυστηροί κριτές>>.

           Η Ρόζα είχε εξαφανιστεί για λίγο στο δωμάτιό της και τη στιγμή που η Μαρία τελείωνε το διαλογισμό της πρόσεξε το ντύσιμό της που αποτελείτο  από φουστάνι γκρι ζωσμένο με μια δερμάτινη ζώνη στη μέση και μεγάλη αγκράφα, σκούφο στο κεφάλι και χαμηλά μαύρα αθλητικά παπούτσια. Της έκανε νόημα με τα μάτια να σηκωθεί κι αφού πέρασαν και οι δυο την πόρτα και την έκλεισε πίσω της, της είπε με τη φωνή της να υψώνεται στα ύψη:

             --- Ω, Θεέ μου, δεν το περίμενα αυτό από τον παπα- Καλλίνικο!

 

 

                                              = = =    

             Ο παπα- Καλλίνικος ήταν στο σαλόνι και περίμενε. Μια μικρή ημικρανία που τον βασάνισε λίγο πριν του είχε περάσει και τώρα ένιωθε καλά γιατρεύοντάς την μ’ ένα παυσίπονο που φρόντισε επιμελώς να πάρει. Έτσι ήταν στα κέφια του και σκέφτηκε πως θα έπρεπε να χαρίζει που και που κανένα χαμόγελο στη Ρόζα παρά τις ασθένειες που τον απειλούσαν. Γι’ αυτό προετοιμάστηκε δεόντως φτιάχνοντας πρώτα- πρώτα την όρεξή του μ’ ένα φλιτζάνι καφέ και ύστερα το πνεύμα του μελετώντας μια μικρή παράγραφο από το   βιβλίο του Μπαλζάκ << Η γεροντοκόρη>> που τελείωνε χαρακτηριστικά κι έλεγε: << με τι ν’ αγαπάει κανείς αν όχι με την καρδιά του; >>  Έτσι η επίσκεψη της Ρόζας που αναμενόταν από  στιγμή σε στιγμή δε θα είχε υποκριτική υφή αλλά γνήσια ρεαλιστική και αληθινή.

              Η είσοδος των δυο γυναικών σε λίγο τον χαροποίησε πολύ. Σηκώθηκε και τις υποδέχτηκε έμπλεος ευτυχίας κι αφού ασπάστηκε με τρυφερότητα και ιπποτική διάθεση τη Ρόζα της έδειξε την πολυθρόνα να καθίσει. Ύστερα με μια εξίσου τυπική αλλά ουσιαστική εγκαρδιότητα ευχαρίστησε τη Μαρία και της ζήτησε ν’ αποσυρθεί για να τους αφήσει μόνους.

             Ο παπα- Καλλίνικος για να αποφύγει τη γελοιοποίηση φάνηκε διακριτικός και την άφησε να μιλήσει πρώτη, δίνοντάς της έτσι τη γνώμη να νιώσει πως δεν έκρυβε και τίποτα ανησυχητικό η άρον – άρον  επίσκεψή της που ζήτησε να γίνει το σκοτεινό πρωινό. Κι αυτή αφού αφαίρεσε το σκούφο της κι ό,τι άλλο ελαφρύ αντικείμενο τη βάραινε, του είπε με την πρώτη ματιά:

              --- Σ’ ακούω, παπα- Καλλίνικε! ¨Όμως σε διαβεβαιώνω πως ό,τι και να μου πεις   αν το κρίνω άδικο κι αυστηρό θα αντιδράσω και δε θα συναινέσω μαζί σου!

              Αυτός ζάρωσε τη μύτη κι έσπρωξε το κεφάλι μερικές φορές μπρος πίσω σαν εκκρεμές. Και με φωνή ύστερα που έδειχνε ατολμία και ενοχή, της είπε:

              ---  Ξέρεις πως πάσχω από τα μάτια μου. Εκτιμώ πως είναι μια δοκιμασία που μου στέλνει ο Θεός για τις ανομίες μου. Σκέφτηκα λοιπόν και μη σου φανεί αστείο, να σταυρωθώ στην αναπαράσταση των παθών που γίνεται κάθε Μεγάλη Πέμπτη στο μοναστήρι της Κατσιμικάδας για να εξιλεωθώ και να δω την υγειά μου! Είναι μια απόφαση που την πήρα μετά από μεγάλη αγωνία και ήρθε εξ ουρανού. Μην πάει η σκέψη σου πως είμαι κανένας τσαρλατάνος και θέλω να προβληθώ ή να εμπαίξω τη θρησκεία αλλά λόγοι συνείδησης  μου το επιβάλλουν. Τότε μόνο σαν δοκιμασθώ μ’ αυτόν τον τρόπο απέναντι στο Θεό για τα ανομήματά  μου θα νιώθω πλήρης συγχώρησης και άμεμπτο μέλος  τής εκκλησίας.

               Η Ρόζα κατά περίεργο τρόπο δεν απάντησε αλλά έσκυψε το κεφάλι και παρέμεινε σιωπηλή. Το ξάφνιασμα που δέχτηκε μετά απ’ αυτή την εξομολόγηση ήταν τόσο φοβερό που την παρέλυσε. Έπρεπε όμως να μη μείνει ανενεργός για καλό και των δυο φυσικά και πήρε την απόφαση να ανοίξει την καρδιά της και να μιλήσει ήσυχα και καθαρά εφόσον ο διάλογος φαινόταν  εύλογος και προσιτός. Κι αφού τον κοίταξε και φάνηκε να έδειχνε εξοργισμένη, του είπε χωρίς πάθος οργής για να μην του κάνει παράξενη εντύπωση:

              --- Για όνομα του Θεού, παπα- Καλλίνικε, να μην το κάνεις αυτό! Δεν είναι ορθό και κόσμιο! Άφησε που προσβάλλεις την εκκλησία! Μόνο ο Χριστός σταυρώθηκε! Εσύ θα δείξεις την πίστη και τη μετάνοια σου στο Θεό με άλλο τρόπο, με την αγάπη σου σ’ αυτόν!  Ξεχνάς τόσα έργα που κάνεις για την ανακούφιση των πασχόντων και των φτωχών; Μη σε παρακαλώ μην ενεργείς και σκέφτεσαι σαν οπαδός κάποιας αιρετικής φάρας.

               Ατάραχος εκείνος άκουσε τα λόγια της. Ό,τι είχε γράψει στο μυαλό του δε θα μετακινιόταν ούτε χιλιοστό. Η μολυβιά ήταν ανεξίτηλη και δεν έσβηνε. Έτσι με μακρόσυρτη προφορά της είπε:

               --- Αυτή είναι η απόφασή μου Ρόζα και δεν αλλάζει!

                << Για να επιμένει, αυτή θα είναι η απόφασή του>>, σκέφτηκε η Ρόζα << και θα το κάνει, ιδιόρρυθμος καθώς είναι κι εγωιστής στο έπακρο όλα να τα περιμένει κανείς και δεν υπάρχει ελπίδα να αλλάξει γνώμη.  Πολλά ιδιάζοντα και εκκεντρικά έχουν φτάσει στ’ αυτιά μου πως έκανε και σ’ άλλη ενορία και η φήμη του ως πρωτοποριακού και χαρισματικού κληρικού είναι ισχυρή ενώ κάποιοι τον  χρήζουν και μάρτυρα της χριστιανοσύνης  για τον άσπιλο αγώνα του κοντά στους φτωχούς που αφιερώνει τη ζωή του θυσιάζοντας πολλές χαρές την ευτυχίας του για να βρουν αυτοί έργα εναρμονισμένα με τα καθρεφτίσματα της ψυχής τους. Ω, Θεέ μου, αυτός ξέρει πως είναι η ζωή καλύτερα από μας γι’ αυτό την υπηρετεί τέλεια και χωρίς γογγυσμούς θέλοντας να προσφέρει κάτι στον άνθρωπο κι όχι να πάρει. Τι μπορώ εγώ να κάνω για να αντισταθώ σ΄ αυτή τη θέλησή του; >>

               --- Καλά, του είπε με μάτια νωθρά χωρίς λάμψη, είσαι χριστιανός σπλαχνικός όπως όλοι μας, αλλά αυτό που πας να κάνεις για να δείξεις την  μετάνοιά σου στον πολυεύσπλαχνο Θεό σκέφτηκες πως μπορεί και να τον δυσαρεστήσεις; 

              Ο παπα- Καλλίνικος ακούμπησε πιο καλά πίσω στη ράχη της πολυθρόνας κι αφού πήρε ένα στυλό από το γραφείο του, άρχισε πάνω σ’ ένα λευκό χαρτί να φέρνει άτακτες γραμμές ενώ κοιτούσε που και που τη Ρόζα με άπειρη αξιοπρέπεια χωρίς όμως να μπορεί να διώξει κάποια φοβισμένη αμφιβολία για την απόφασή του. Και θέλοντας να κάνει πιο αληθινή κι επιτακτική αυτή του την απόφαση, της είπε με ορμητική υπερηφάνεια που του έδινε την εντύπωση πως θα γινόταν και σ’ αυτή πιστευτός:

            --- Δε θα τον δυσαρεστήσω γιατί είμαι βέβαιος πως το θέλει να δοκιμάσει την πίστη μου σ’ αυτόν ενώ μια προαίσθηση μέσα μου,  μου λέει πως θα γιατρευτώ μετά απ’ αυτή μου τη δοκιμασία. Ναι, μην το γελάς το πιστεύω και θα γίνει!

            --- Αφού είναι έτσι εγώ τι μπορώ να σου προσφέρω σ’ αυτή τη  βασανιστική επιλογή σου;

            --- Θέλω τη γνώμη σου, καλή μου! Να το κάνω ή όχι;

            --- Τη γνώμη μου την ξέρεις! Όχι! Κι αν πεθάνεις πάνω στο σταυρό;

             Μια περίεργη και ξινισμένη έκφραση σχηματίστηκε στο πρόσωπό του. Και μ’ ένα συνηθισμένο τρόπο της απάντησε:

             --- Δε μ’ ενδιαφέρει αυτό, Ρόζα και ούτε το έχω σκεφτεί!

             --- Ναι, αλλά θα στρέψεις όλους τους πιστούς εναντίον σου οι δε εκκλησιαστικές αρχές θα σε ανακηρύξουν αιρετικό και τότε δεν το γλιτώνεις το πυρ της κολάσεως με τίποτα.

            --- Το ξέρω αλλά δεν τους θεωρώ ικανούς να  με κάνουν να παίξω υποκριτική με την πίστη μου.

            --- Κι όμως πρέπει.

            --- Εγώ αυτή τη διαδικασία τη βλέπω σαν τέχνη μίμησης ενός γεγονότος που έγινε. Δε θεωρώ όμως πως κάνω θέατρο αλλά μια πράξη μιας τραγωδίας που λέγεται << Η επαναφορά της χαρά ενός θνητού>>.

            --- Και  πότε θα υποστείς το μαρτύριο της σταύρωσης;

            --- Το Πάσχα που μας έρχεται !

            --- Πιστεύεις πως θα βρεθούν άνθρωποι να σου μπήξουν τα καρφιά στα χέρια και να σε σταυρώσουν; 

            Εκείνος τελείως απροσδόκητα σοβάρεψε που έμοιαζε σαν να του έφυγε η μάσκα από το πρόσωπο κι έδειξε ιδιαίτερα σκεφτικός. Χάιδεψε ύστερα με το χέρι του τα καστανά γένια του κι αφού έμεινε για λίγο σιωπηλός της είπε με ανήσυχα μάτια φοβισμένα:

            --- Δυστυχώς θα θελήσουν να το κάνουν πολλοί! Και μάλιστα οι φίλοι μου οι πιο αληθινοί!

            --- Από τη μεριά μου σου λέω, πως αυτό που σκέφτεσαι να κάνεις είναι αέρας κοπανιστός κι απ’ ότι ξέρω θα υποφέρεις πολύ πάνω στο σταυρό. Πέρα όμως απ’ αυτό θέλω να σε ρωτήσω:  δε φοβάσαι;

             Στη μικρή παύση που ακολούθησε της είπε στη λήξη της:

             --- Τρέμω σαν το σκέφτομαι και ο φόβος είναι μόνιμος σύντροφός μου από τότε που το αποφάσισα. Πολλές νύχτες έχω μείνει άυπνος και τρελαίνομαι σαν φαντάζομαι τον εαυτό μου καρφωμένο στο σταυρό και το αίμα να στάζει από τις πληγές μου. Αλλά δεν παίρνω την απόφασή μου πίσω. Δέχομαι πως είναι θέλημα Θεού να γίνει και παρηγορούμαι!

             Αυτή  σηκώθηκε και με μια σβέλτα κίνηση άνοιξε το παράθυρο να μπει ο πρωινός καθαρός αέρας. Γύρισε αμέσως με ελαφρά χτυπήματα στα βήματά της και ξανακάθισε. Εκείνος συνέχισε:

              --- Να ξέρεις πως μερικά πράγματα θα γίνουν είτε το θέλουμε είτε δεν το θέλουμε και δεν μπορούμε να κάνουμε το ελάχιστο για να τ’ αποφύγουμε. Όσο και να τα εμποδίζουμε εκείνα μας βρίσκουν και μας πλησιάζουν. Όπως ο πόνος, η φτώχεια, η πείνα, ο πόλεμος, ο λιμός, ο καταποντισμός, η αρρώστια, τα γηρατειά κι ο θάνατος! Έτσι και η δική μου σταύρωση θα με βρει, μη σου φαίνεται παράξενο.

               Η Ρόζα στα τελευταία του λόγια ξέσπασε σ’ ένα γοερό και συνεχές κλάμα. Τα μακριά ματόκλαδά τους δεν μπορούσαν με τίποτα να σταματήσουν τη πυκνή δέσμη των δακρύων τους που έτρεχαν.

              Έξω το φως είχε λαμπρύνει με την παρουσία του την ημέρα ενώ η ζωή έβρισκε το ρυθμό της  με μπούσουλα την αποφασιστικότητα των ανθρώπων που έκαναν τις προτάσεις τους με θάρρος στις δύσκολες απαιτήσεις της . Κοντολογίς ο Αύγουστος ήταν φορτωμένος με πολλές δουλειές και ο χορός τής προσπάθειας γινόταν δύσκολος και σκληρός. Έτσι και οι μεγάλοι οίκοι αλλά και οι μικροί με τις γλίσχρες απολαβές άρχισαν να πέφτουν στη δουλειά με επιεική εγκαρδιότητα σε μια προσπάθεια αύξησης του εισοδήματός τους.

                Σε λίγο ένιωσε τον εαυτό της εξαντλημένο και σταμάτησε να κλαίει ενώ του είπε με αδυσώπητο πόνο και με μια δόση ενθάρρυνσης:

                --- Μιλάς σαν να είναι τα τελευταία σου λόγια αυτά! Σαν να μην υπάρχει άλλος δρόμος!

                --- Ναι! Αυτά είναι τα τελευταία μου λόγια, Ρόζα! Δεν έχω τίποτ’ άλλο να πω για το μαρτύριο που θα με βρει, ελπίζω να κρατηθώ όρθιος μέχρι την ώρα τής δοκιμασίας και να εξιλεωθώ από την αμαρτία που είναι η αγιασμένη κόρη, μια σπάνια πανώρια κόρη που άνθρωποι και άγγελοι τη λένε Ρόζα και την αγαπώ σαν τρελός! ‘Όμως πριν φύγω για το γηροκομείο όπου με περιμένει πολλή δουλειά κι επειδή σαν γυρίσω αργά το βράδυ εσύ θα έχεις φύγει και δε θα σε δω, είμαι υποχρεωμένος να σου πω και τούτο πως λόγοι συνείδησης και πίστης μου επιβάλλουν να πάω να κλειστώ σαράντα μέρες στο μοναστήρι τής Κατσιμικάδας με την πρόθεση να αφιερωθώ μέσα από τη  νηστεία και την προσευχή στην προετοιμασία τής σωτηρίας τής ψυχής μου. Πρέπει να είμαι αμόλυντος σαν ανεβώ στο σταυρό, ίδιος Χριστός. Πότε θα γίνει αυτό δεν ξέρω. Όταν το αποφασίσω θα σε ενημερώσω.       

                Σηκώθηκε και σαν την πλησίασε την τράβηξε απαλά από το χέρι και την έριξε στην αγκαλιά του. Της χάιδεψε απαλά τα μαλλιά και τη φίλησε ηδονικά πολλές φορές στα χείλη και στα μάτια. Ύστερα αφού αγκαλιάστηκαν δυνατά και σφιχτά με ασίγαστο πάθος, χώρισαν, ενώ ο παπα- Καλλίνικος γλιστρώντας σαν ψάρι από πάνω της, της έκανε μια υπόκλιση κι αφού της ασπάστηκε βουβά το χέρι χάθηκε στο διάδρομο πηγαίνοντας για το γραφείο του να πάρει το χαρτοφύλακά του και να επισκεφτεί στη συνέχεια το γηροκομείο για να συζητήσει με τα μέλη τής επιτροπής τα τρέχοντα θέματα που το απασχολούσαν.

                   Η Μαρία από το διπλανό δωμάτιο αφουγκραζόταν τα πάντα και σαν ο παπα- Καλλίνικος έφυγε μπήκε μέσα και με μια ήπια έμφαση στη φωνή της, της είπε να καθίσει ενώ της έδειχνε τον καναπέ.  Σαν κάθισε και η ίδια κι αφού της ζήτησε να μην πει τίποτα στον παπα- Καλλίνικο απ’ όσα θα συζητήσουν  άφησε ελεύθερη την εσωτερική της φύση για να της πει με μια σαφή κι εύηχη προτροπή:

                  --- Να του συμπαρασταθείς, αυτό πρέπει! 

                  Η Ρόζα είχε καλή ψυχή  και άκουσε τα λόγια της με ένα χαμόγελο όλο θλίψη. Εκείνη τη στιγμή ένιωθε ταπεινωμένη γιατί θεωρούσε αυτό που είχε ακούσει πως θα έκανε ο παπα- Καλλίνικος ήταν πέρα για πέρα παράλογο και πως η Μαρία κατά βάθος ήθελε να την γελοιοποιήσει παρά να της προσφέρει ουσιαστική βοήθεια. Και για να δοκιμάσει αν η συμπαράστασή της είχε αληθινά κίνητρα τη ρώτησε δείχνοντας πληγωμένη  από τη βαριά ψυχολογική πληγή που είχε δεχτεί εκείνη την ώρα:

                 --- Ώστε κι εσύ δεν τον εγκαταλείπεις γι’ αυτό που πάει να κάνει; Δεν  πονάς απ’ αυτόν τον  εξευτελισμό που θα του συμβεί σαν πράξει  την ανομολόγητη επιθυμία του;

                 --- Τι λες; της έκανε με ζωηρή φωνή. Αν επιμείνει δε θα του φέρω καμία αντίρρηση. Δεν πρέπει ποτέ να μάθει πως είμαι αντίθετη από την επιθυμία του πριν το γεγονός.  Διαφορετικά θα του κάνω κακό και θα νομίσει πως τον εγκαταλείπω.

                 Η Ρόζα βρήκε τα λόγια της σωστά κι αναστέναξε. Σκέφτηκε πως είχε δίκιο γιατί μπορεί   αυτό που έσπρωχνε τον παπα- Καλλίνικο να κάνει ίσως ήταν η παράνοια, ένα είδος ψυχολογικής αρρώστιας που έχρηζε ανάγκη βοήθειας και συμπαράστασης. Αλλά κι αυτό να μην ήταν όφειλε σαν δικό της άνθρωπο να μην τον ξεγράψει αλλά να τον βοηθήσει να διαχειριστούνε μαζί αυτό που τον προβλημάτιζε. Κι αυτό για να μην καταλήξει όλη αυτή η ιστορία κωμικοτραγική!

                 --- Να σου πω την αλήθεια στην αρχή είχα άλλη γνώμη και είχα αποφασίσει να μη του συμπαρασταθώ αλλά σαν άκουσα τα λόγια σου νομίζω πως με επηρέασαν και τάσσομαι με σένα. Έτσι συμφωνώ και θα μοιραστώ την αγωνία μου μαζί του. Ελπίζω να νιώσει και ο ίδιος μεγάλη χαρά!

              --- Αυτό πρέπει να κάνεις κι εσύ αλλά κι εγώ! της αποκρίθηκε και πλησιάζοντάς την τόσο κοντά που νόμισε πως θα τη φιλήσει. Εγώ ήδη μόλις το άκουσα έκανα έναν όρκο πως δε θα τον εγκαταλείψω ως  την ώρα του μαρτυρίου. Αν μπορούσες κι εσύ να το κάνεις!

              --- Το έκανα κιόλας! της είπε η Ρόζα με ύφος εύθυμο αποδείχνοντας το βάθος τής αγάπης και της στοργής της που ένιωθε πλουσιοπάροχα γι’ αυτόν. Αυτός ο άνθρωπος συνέχισε μπήκε βαθιά μέσα στην καρδιά μου και δεν μπορώ να τον αρνηθώ και να τον προδώσω με τίποτα. Πίστεψέ με η αγάπη μου γι’ αυτόν είναι ανυπέρβλητη κι ότι κάνω δεν είναι στην τύχη αλλά σκέψη συνειδητής επιλογής.

               --- Τον αγαπάς τόσο;

               --- Ναι! Είναι το άλφα και το ωμέγα μου!

               --- Χαίρομαι που το ακούω!

               --- Γιατί; Έχεις κανένα ιδιαίτερο λόγο;

               --- Πως! Είναι ανιψιός μου και με συγκινεί!

               ---Ανιψιός σου! αναφώνησε ξαφνιασμένη εκείνη και τα μάτια της ακτινοβόλησαν από χαρά. Που να το φανταστώ!

               --- Ε, Βέβαια! Δε μ’ αφήνει να το εξομολογούμαι και το απαγορεύει ακόμη και στον εαυτό του. Τον ενοχλεί. Να σκεφτείς πως ούτε << θεία>> με φωνάζει αλλά  Μαρία!

               Η Ρόζα αναπόλησε τις τελευταίες μέρες που έζησε με τον παπα- Καλλίνικο και αισθάνθηκε ακόμη να φυλλορροεί στο κορμί της το ζεστό και τρυφερό άγγιγμά του ενώ  ένιωσε μια απερίγραπτη ανάγκη να μάθει κάτι από τον εαυτό του που τόσο επιμελώς της τα έκρυβε. Γι’ αυτό τώρα που έπεσε σε συγγενικό του πρόσωπο θεώρησε πως ήταν ευκαιρία πρώτου μεγέθους να  τον απογυμνώσει από τον κλειστό του εαυτό. Έτσι με εμφανή τη δειλία στα μάτια της, τη ρώτησε με την έκλαμψη της εντιμότητας:

               --- Για μίλησέ μου λίγο γι’ αυτόν! Να ξέρεις πως γνωρίζω ελάχιστα! Αν και όσα μου λέει είναι γεμάτα ποίηση αυτά που μου κρύβει όμως θα έχουν πολύ ενδιαφέρον! Είμαι σίγουρη γι’ αυτό!

              --- Πιστεύεις πως θα σε ωφελήσει αυτό;

              --- Γιατί όχι!

              --- Αν είναι έτσι μάθε τα πιο σπουδαία και σοβαρά.

              Και με μια χειρονομία επιβεβαίωσης άρχισε: 

              --- Οι γονείς του ήταν εύποροι και μορφωμένοι. Καθηγήτρια αγγλικών η μάνα του, λυκειάρχης φιλόλογος στο Λύκειο τής πόλης ο πατέρας του. Η μάνα του είχε κληρονομήσει κι ένα αρχοντικό σπίτι κάτω από το κάστρο στο οποίο και έμεναν μέχρι την ηλικία των δώδεκα ετών όπου ο παπα- Καλλίνικος, έχασε τον πατέρα του και σαν μετά ένα χρόνο συγχωρέθηκε και η μητέρα του τον ανέλαβα εγώ. Εγώ είμαι αδερφή τού πατέρα του κι έχω σπουδάσει ψυχολογία, η τύχη όμως τα έφερε έτσι να μην κάνω οικογένεια και να αφοσιωθώ με σώμα και με πνεύμα στην ανατροφή του αγαπητού μου ανιψιού. Έμενα στην απέναντι μεριά της πόλης στο μέρος που λέγεται Αμαθούντα και τον είχα εκεί από τα δεκατρία του. Τελείωσε το Λύκειο και φοίτησε στο θεολογικό τμήμα του πανεπιστήμιου της Αθήνας όπου αρίστευσε ενώ έκανε και διδακτορικό άλλα δυο χρόνια. Η κλίση του στην εκκλησία τον ανάγκασε να ασχοληθεί με την ιεροσύνη κι από καθηγητής θεολογίας που είχε επιλέξει αρχικά κατέληξε να ντυθεί το ράσο και να ατενίζει το μέλλον με ευοίωνες προοπτικές αφού σαν νέος που είναι, τριάντα ετών κλείνει το Δεκέμβρη, κι έχει τη δύναμη, τη θέληση και τις γνώσεις να περιβληθεί αισίως και τον τίτλο του μητροπολίτη. Εδώ σ’ αυτό τα σπίτι μένουμε τρία χρόνια όσο δηλαδή και η υπηρεσία του στη θέση του ιερέα της ενορίας της κοιμήσεως της Θεοτόκου που επαξίως κατέχει. Το σπίτι είναι στο όνομά του και το αγόρασε ύστερα κι από τη δική μου προτροπή. Το άλλο το πατρικό υπάρχει αλλά θέλει επισκευή και την έχει στα υπόψη για το μέλλον. Ως μη έχουσα τι άλλο ενδιαφέρον να κάνω του ζήτησα να είμαι κοντά του και να του συμπαρίσταμαι σαν μάνα αφού δική του δεν έχει και του προσφέρω τα ελάχιστα σαν ένδειξη της μεγαλοσύνης και της μεγάλης του ψυχής που έχει για μένα και για τον κόσμο ολόκληρο. Έτσι δέθηκα μαζί του και δε βλέπω να το κουνάω από κοντά του με τίποτα εκτός αν με διώξει πράγμα αδύνατον προ το παρόν γιατί κι αυτός με αγαπά όπως κι εγώ και τρέμει η ψυχή του μην πάθω κάτι. Κοντά του είναι αλήθεια πως έχω βρει το νόημα της ζωής και οι τυχόν υπαρξιακοί φόβοι μου και οι ελλείψεις από τις ανάγκες της καθημερινότητας φεύγουν και εξαλείφονται μόνο και μόνο με την όμορφη και θεϊκή του παρουσία.

              Τα λόγια αυτά έφεραν δάκρυα στα μάτια της Ρόζας. Αν και ο πόνος της ήταν απέραντος με την υπόθεση του παπα Καλλίνικου, η χαρά της δεν είχε όρια για όσα άκουσε από τα χείλη της θείας του. Έτσι της φάνηκε πως θα ήταν καλό για την ίδια ν’ ακούσει και κάτι από την παιδική του ηλικία που σίγουρα θα ήταν ενδιαφέροντα συμπεραίνοντας από τα ελάχιστα που αποκάλυψε η θεία Μαρία στην περιληπτική αφήγησή της σχετικά με την οικογενειακή του κατάσταση. Έτσι με την έκφραση του ανθρώπου στα μάτια που δεν ικανοποιείται απ’ όσα ακούει, αλλά θέλει κι άλλα την προέτρεψε να της ιστορήσει και ότι ιδιαίτερο θυμόταν από την παιδική του ηλικία που ούτως ή άλλως ήταν σίγουρη πως την είχε ζήσει έντονα και με πολλές εκπλήξεις.

               --- Το καημένο το παιδί, άρχισε η Μαρία, ζούσε τότε στην ηλικία των δέκα και των δώδεκα ή και πριν μια καλή παιδική ζωή κοντά στους γονείς του που το υπεραγαπούσαν και το φρόντιζαν πλουσιοπάροχα ελπίζοντας να τον κάνουν σωστό άνθρωπο για να το έχουν και στήριγμα στο μέλλον σαν γερνούσαν.

              Αναστέναξε και συνέχισε απευθύνοντας ένα λιτό χαμόγελο που έκρυβε μυστικούς πόνους και συνέχισε:

              --- Από τα πολλά του πλεονεκτήματα θυμάμαι τη ζωηράδα του, την περιέργειά του και την αγάπη του για τη φύση. Φρόντιζε πάντα να ζει και να συμπεριφέρεται με άμεμπτο τρόπο αφοσιωμένος τόσο στα ενδιαφέροντά του όσο και στη γονική υπακοή του και να γεύεται χωρίς δυσκολία τις χαρές που του έδινε η οικογένεια αλλά κα η φύση. Επιμελής μαθητής έκανε αδιαμαρτύρητα τις σχολικές εργασίες και μόνο σαν τις τελείωνε χωρίς εκκρεμότητες έτρεχε στους αγρούς να κυνηγήσει πουλιά, να παίξει στα ποτάμια και να κατασκευάσει σφυρίχτρες και ανεμόμυλους από τα αγριόχορτα και τα καλάμια. Όσο για διάβασμα, αποτολμούσε το ανυπέρβλητο. Κι εννοώ διάβασμα με βιβλία λογοτεχνίας κι όχι τίποτα γελοία κόμικς ή πολεμικές ιστορίες και κακόγουστα  παιδαριώδη ευτελή κείμενα. Ήξερε το καλό παιδικό βιβλίο καλά και σ’ αυτό τον βοήθησε η μάνα του που τον είχε μυήσει με τόσο πάθος σ’ αυτά που σαν πήγαιναν στα βιβλιοπωλεία του αγόραζε αδιαμαρτύρητα αυτό που ήθελε αυτή αλλά κι εκείνος έκανε τις επιλογές του αγοράζοντας αυτά που του άρεσαν χωρίς ποτέ να πάρει κάτι σκάρτο ή ανήθικο

              Πολύ του άρεσαν τα βιβλία του Ιουλίου Βερν. Αγόραζε αυτά με το σκληρό γυαλιστερό εξώφυλλο και τα είχε σε ξεχωριστή βιβλιοθήκη ενώ σαν έρχονταν οι συμμαθητές του δεν έβλεπε τη στιγμή να τους δείξει κάποια αυτά που του έκαναν ιδιαίτερη εντύπωση και τον είχαν συναρπάσει οι ιστορίες τους όπως  << Ο Μιχαήλ Στρογκόφ >>, << Από τη γη στη σελήνη>> και  << Είκοσι χιλιάδες λεύγες κάτω από τη θάλασσα>>. Του άρεσε πολύ και ο Ντίκενς. Είχε σχεδόν όλα του τα βιβλία. Τον Όλιβερ Τουίστ τον είχε διαβάσει κι εγώ δεν ξέρω πόσες φορές. Ακόμη ο Τομ Σόγερ του Τουέν τον γοήτευε αφάνταστα όσε φορές το διάβαζε. Επίσης  και <<Οι περιπέτειες του Χακ Φιν >> ήταν μέσα στις λογοτεχνικές του προτεραιότητες. Βέβαια κι άλλα βιβλία τον συγκινούσαν κι έκανε τα πάντα για να τα εξασφαλίσει και να κοσμούν τη βιβλιοθήκη του.

           --- Θεέ μου! Τι όμορφα πράγματα ακούω! τη διέκοψε ψιθυρίζοντας η Ρόζα και πήρε το θάρρος ν’ αγγίξει το μανίκι τής Μαρίας. Τα λες με τόσο ωραίο και πειστικό τρόπο, πρόσθεσε, που πολύ θα ήθελα να μην τελείωναν ποτέ όσα έχεις κατά νου να μου πεις!

           Η Μαρία σαν πέρασε αυτή η διακοπή που ήταν πίεση μιας εσωτερικής αναγκαιότητας της Ρόζας   να εκδηλώσει αυθόρμητα τα συναισθήματά της, συνέχισε ενώ με το χέρι της έβαλε στη σωστή του θέση ένα μικρό ασημένιο κύκνο που είχε γείρει και είχε πέσει με την πλάτη πάνω στο μικρό τραπέζι του σαλονιού που κάθονταν.

            --- Εμένα όμως με συγκίνησε πολύ η εφηβική του ηλικία μιας και είχα την ανατροφή του αποκλειστικά εγώ, αφού και οι δυο γονείς του πέθαναν. Και για να ακριβολογώ κλείνοντας τα δεκατρία του τον ανέλαβα, πεθαίνοντας η μάνα του. Κι επειδή το κλίμα ήταν βαρύ στο πατρικό του σπίτι κάτω από το κάστρο φύγαμε και πήγαμε στο δικό μου που διατηρώ κι ακόμη στην Αμαθούντα. Εκεί αφού πέρασε ένα σκληρό χρονικό διάστημα μέχρι να συνέλθει από το χαμό των γονιών του, ήρθε κάποια μέρα επί τέλους το αναπόφευκτο κάλεσμα της ζωής και του έδειξε φαίνεται πως η ίδια όσο σκληρή κι αν είναι έχει τον εύθυμο τρόπο της  να σε κάνει ευτυχισμένο. Και πεπεισμένος πως έπρεπε να την κερδίσει τη ζωή κι όχι να την χάσει άρχισε σιγά- σιγά χαμογελώντας να βρίσκει τα ενδιαφέροντά της και τις απρόσμενες χαρές της. Δυστυχώς έδειχνε πως πάντα η έλλειψη των γονιών του τον επηρέαζε αρνητικά στις αποφάσεις του και η απουσία τους τον πλήγωνε αφάνταστα προξενώντας του ανασφάλεια κι έλλειψη ουσιαστικής επικοινωνίας. Εν πάση όμως περιπτώσει μετά τα δεκάξι η απουσία των γονιών έγινε πιο ελαστική και ο ίδιος μπόρεσε έτσι να βρει τον εαυτό του στο διάβασμα, στους φίλους και με τα δυο φύλα και στις σχέσεις του με την τέχνη αφού εκτός από πιάνο που έπαιζε θαυμάσια, έγραφε και διηγήματα με αρκετή φιλόδοξη διάθεση και λογοτεχνική αξία.          

            Εκείνο που θυμάμαι πιο πολύ είναι η μεγάλη αγάπη του για τα βιβλία κι έδειχνε να στενοχωριέται σαν ο χρόνος του δεν του έφτανε να διαβάσει κι απ’ αυτά μερικές σελίδες. Κυρίως διάβαζε λογοτεχνικά ρομάντζα, ηθογραφικά και ρεαλιστικά μυθιστορήματα και ελάχιστα ποίηση γραμμένη από τους αγαπημένους του ποιητές που τόσο τους λάτρευε, Καβάφη και Καρυωτάκη. Κάποιες φορές τον έπιανα να έχει στα χέρια του και ξένη ποίηση του Ρεμπώ ή του Πόε. Ήταν για μένα κάτι το εντελώς ξεχωριστό και με εντυπωσίαζε τόσο που αν σκεφτείς πως κι εγώ που είχα σπουδάσει, ελάχιστα τους ήξερα, καταλαβαίνεις τι υπέρβαση είχε κάνει εκείνο το παιδί να πλησιάσει αυτούς τους κολοσσούς της παγκόσμιας ποίησης. 

             Κι όμως αν και είχε τόσα μαθήματα να διαβάσει, δεν υποχωρούσε μπροστά στη μαγεία του διαβάσματος και μόνο σαν κουραζόταν πολύ άφηνε το βιβλίο από το χέρι του. Καμιά φορά σκόπιμα τον άφηνα να διαβάζει χωρίς να τον διακόπτω για να νομίζει πως δε μ’ ενδιέφεραν τα βιβλία που διάβαζε και δε θα υφίστατο κάποια λογοκρισία για το περιεχόμενο των ιδεών τους.  Έτσι έπεφτε στη παγίδα και δεν τα έκρυβε μετά το διάβασμα αλλά τα άφηνε απλωμένα στο γραφείο του σίγουρος για την αδιαφορία μου. Εγώ όμώς του την έφερνα και όταν έλειπε επισκεπτόμουν το γραφείο ή τη βιβλιοθήκη του και τα έψαχνα. Κι έτσι με υπερηφάνεια σου λέω, πως από τότε είχε μυηθεί στους μεγάλους φιλοσόφους, το Μαρξ, τον Ένγκελς, το Φρόιντ και το Νίτσε. Ένα δε βιβλίο του Νίτσε << Τάδε έφη ο Ζαρατούστρα>> υπάρχει ακόμη σε  κατάσταση αποσύνθεσης θα έλεγα στο αρχείο του και ως φαίνεται το έχει σαν σύμβολο της απαστράπτουσας πνευματικότητας.

           Τι άλλο να πω γι’ αυτή του την ηλικία. Ότι και να πω είναι λίγα μπροστά σ΄ εκείνα που έκανε. Θα έπρεπε να κρατώ σημειώσεις για να υπερασπιστώ με σθένος τη δημιουργικότητα και το κάλλος των πράξεών του εκείνης της εφηβικής εποχής. Όμως ήμουν πολύ αυστηρή τότε για να το κάνω! Όλα του τα έβρισκα τόσο επιπόλαια κι ανιαρά! Ακόμη νόμιζα πως οι απόψεις του ήταν παράδοξες κι ανορθόδοξες! Κι όμως είχα πέσει έξω! Τώρα μετά από τόσα χρόνια σαν τα αξιολογώ τα βρίσκω αριστουργήματα. Και θα ήθελα πολύ να τα ξαναζήσω!

           Φαινόταν συγκινημένη.  Σήκωσε ψηλά το κεφάλι όπως συνήθιζε μετά από κάθε διήγηση κι έμεινε για λίγο ακίνητη σαν φρόνιμη μαθήτρια. Ύστερα το κατέβασε και κοίταξε τη Ρόζα. Ήθελε να διαπιστώσει αν της είχαν κάνει εντύπωση τα λόγια της και πόσο. 

           Αυτή την είχε ακούσει χωρίς να χάσει ούτε μια λέξη της. Και κάθε τόσο έδειχνε τη ζωντάνια της κάνοντας μορφασμούς ικανοποίησης ή βγάζοντας αναφωνήσεις ευφορίας σαν κατόρθωνε να νιώσει και την παραμικρή ικμάδα από τις διηγήσεις της. Έτσι όλα της τα συναισθήματα ήταν εκδηλωμένα και ένιωθε υπερηφάνεια που η ζωή της είχε αποφέρει έναν τόσο σπουδαίο άντρα στο δρόμο της. Η Μαρία χάρηκε σαν την είδε  εντυπωσιασμένη και νόμισε πως η ψυχή της φτερούγιζε σε θησαυρούς του παραδείσου. Έτσι ήθελε πολύ να συνεχίσει.

            --- Α, δε σου είπα της έκανε με ενθουσιασμό και φάνηκε να την ευχαρίστησε με το βλέμμα της και για τα χρόνια των σπουδών του στο Πανεπιστήμιο της Αθήνας. Εκεί ήταν και δεν ήταν το κάτι άλλο. Αυτοκρατορικά χρόνια τα λέω εκείνα! Περάσαμε καλά κι εγώ που τον φρόντιζα αλλά κι εκείνος που βυθομετρούσε και αξιολογούσε τον πλούτο των γνώσεών του κι έβλεπε πως μέρα με τη μέρα αποκτούσε διάχυτη τη βεβαιότητα πως θα γινόταν ένας άριστος επιστήμονας της θεολογίας και θα έλουζε την ψυχή του με τα νάματα των μεγάλων πατέρων της χριστιανοσύνης. Θυμάμαι που τα μάτια του πετούσαν σπίθες σαν μιλούσε για τον άνθρωπο και τα προβλήματά του και έδειχνε ιδιαίτερη ευαισθησία στη φτώχεια, την πείνα και την έλλειψη παιδείας που βάναυσα κάνουν τόσο κόσμο να υποφέρει.

            Μπορούσε να μιλάει ώρες ολόκληρες γι’ αυτά τα θέματα κοινωνικής πρόνοιας κι άφηνε να φανεί η γόνιμη πίστη του πως είχε βάλλει σκοπό να υλοποιήσει σαν τελείωνε τις σπουδές του τα διάφορα προγράμματα που θα εκπονούσε η πολιτεία, η εκκλησία ή κάποιος άλλος φιλανθρωπικός οργανισμός. Με λίγα λόγια ήταν από τότε ένας δόκιμος οραματιστής που είχε σκοπό να βοηθήσει την πάσχουσα ανθρωπότητα στο σύνολό της να γιατρευτεί από τις αιμάσσουσες πληγές της. Και τώρα που τα σκέπτομαι όλα αυτά έχω πειστεί πως εν μέρει το έχει πετύχει μ’ αυτά έστω και τα λίγα που κάνει για τον άνθρωπο.

           Εδώ σταμάτησε η Μαρία γιατί ένιωσε την κουρτίνα του παραθύρου να κουνιέται επικίνδυνα από ένα δυνατό αεράκι και σηκώθηκε να την τραβήξει στη θέση της για να τη γλιτώσει από ένα αναπάντεχο σκίσιμο. Στη συνέχεια με ακούραστη υπομονή ταχτοποίησε και μερικά αναποδογυρισμένα αντικείμενα στο τραπέζι τους μπροστά και γύρισε πάλι στη θέση της ενώ έδειχνε να μην αφήνει σχεδόν καθόλου από τα μάτια της τη Ρόζα. Έτσι σαν κάθισε συνέχισε με τον ίδιο οίστρο που είχε επιδείξει από την αρχή τής διήγησής της:

              --- Σου έχω πει πως το διάβασμα ήταν και είναι << το αλάτι και το ψωμί >> που τον κρατάει στη ζωή και πως χωρίς αυτό δε νιώθει ποιο πρέπει  να είναι το νόημα της ζωής. Έτσι κάποτε έπεσε στα χέρια του από ένα φίλο του γιατρό που είχε ταξιδέψει στην Αφρική ένα βιβλίο που μιλούσε απερίφραστα και χωρίς ενδοιασμούς για τη σκληρή ζωή των παιδιών της μαύρης Ηπείρου και την άγρια εκμετάλλευσή τους από τις εταιρείες  του κέρδους που μπροστά στο χρήμα δε σέβονταν κανένα ηθικό ή  νομικό θεσμό.  Έτσι έφερε στη μνήμη του την ιδέα της αποίκησης και της ίδρυσης εκεί από μια ομάδα φιλόδοξων φίλων του μιας  παιδικής παιδούπολης με σκοπό τη μόρφωση των παιδιών και την ιατρική τους περίθαλψη. Αυτό το σχέδιό του τον είχε απασχολήσει τόσο που επανειλημμένα μου το υπενθύμιζε και η έκφραση της αγωνίας και της στενοχώριας του έσβηναν για μέρες το χαμόγελό του από το πρόσωπό  του. Ναυάγησε όμως το σχέδιο αυτό από έλλειψη πόρων. Τώρα πάει να το βάλει πάλι μπροστά αλλά βλέπει πως είναι πολύ δύσκολο σαν δεν περισσεύουν χρήματα από την εκκλησία και τον κρατικό κορβανά για την ενίσχυσή του. Για να μην μακρηγορώ σου λέω, πως σαν τελείωσε με το   καλό τις σπουδές του, χειροτονήθηκε διάκος, προήχθη σε ιερέα και διορίστηκε εδώ σ’ αυτή την ενορία ενώ έκανε και δυο χρόνια διδακτορικό. Έχει και τον τίτλο του θεολόγου καθηγητή και μπορεί αν το ζητήσει να διοριστεί στο γυμνάσιο της πόλης. Όμως ελάχιστα τον ενδιαφέρει η εκπαιδευτική καριέρα. Πιστεύει με όσα κάνει τώρα πως είναι αυτάρκης και πως οι στόχοι του που έχει βάλλει στέφονται από επιτυχία.

               Η ώρα θα είχε φτάσει δέκα όταν η Μαρία σηκώθηκε. Σκέφτηκε πως ένα καφεδάκι και λίγα άλλα εδέσματα θα τους βοηθούσε στη συζήτηση. Έτσι με αργό και σταθερό βήμα πήγε στην κουζίνα, ζητώντας τρυφερά συγνώμη από τη Ρόζα που έδειξε να κατάλαβε την πρόθεσή της.

               Όση ώρα η Ρόζα έμεινε μόνη κοιτούσε το σπίτι που με τόση χάρη και γούστο ήταν φροντισμένο χωρίς αυτό να σημαίνει πως τα έπιπλα και τα διάφορα αντικείμενα που το κοσμούσαν ήταν μεγάλης αξίας ή επώνυμες προσφορές. Πίσω απ’ το λευκό φόντο τής τραπεζαρίας φαινόταν στο τοίχο διάφορα ανάγλυφα που έμοιαζαν με λευκούς αρχαίους κίονες και στήριζαν μικρά αγαλματάκια θεών. Στους άλλους δυο τοίχους προς το μέρος του νότου και του βορρά κρέμονταν διάφοροι πίνακες  ζωγραφικής με φόντο τις ομορφιές της πόλης και της περιοχής ενώ ένας πίνακας που φαινόταν ξακουστός και προσεγμένου γούστου απεικόνιζε το λιμάνι σε στιγμές ποιητικής έξαρσης της φύσης δείχνοντας ένα ηλιοβασίλεμα που κοκκίνιζε με τέτοια ένταση τα βουνά που το μάτι ήταν αδύνατο να φύγει σαν δεν υπήρχε κι ο άλλος πίνακας δίπλα του, εξίσου όμορφος, ν’ αποσπάσει την προσοχή.  Πάνω στον μπουφέ τα δυο αργυρά κηροπήγια προσέδιδαν λάμψη και γνήσια έκφραση τέχνης ενώ με τον εξαιρετικό φωτισμό που δέχονταν από τη μεγάλη δυτική μπαλκονόπορτα αποκτούσαν δύναμη και μεγάλων το κάλλος τους. Ακόμη πολλές ξύλινες καρέκλες, καναπέδες με στολισμένες πλάτες και  ντυμένοι σε χρώμα ανοιχτό καφέ που ήταν τοποθετημένα σε καίριες θέσεις έκαναν και την κάθε γωνία του σπιτιού και ειδικά εκείνου του χώρου να μοιάζει περίλαμπρη και περιζήτητη. 

             Η Μαρία ήρθε και μ’ ένα χαρακτηριστικό κι εγκάρδιο χαμόγελο άφησε το δίσκο στο τραπέζι ενώ κάνοντας ένα γνέψιμο του κεφαλιού προς τη Ρόζα την προέτρεψε να πάρει το μερίδιό της από τα προσφερόμενα εδέσματα. Εκείνη υπάκουσε κι απλώνοντας με ιδιαίτερη προσοχή το χέρι της έπιασε το φλιτζάνι και ήπιε την πρώτη της γουλιά.

              Έμειναν και οι δυο για λίγο ήσυχες κι απολάμβαναν το πρωινό ενώ κάποια γαλήνια έκφραση είχε απλωθεί στα πιο πριν κουρασμένα πρόσωπά τους.  Κάθε ίχνος στενοχώριας φαινόταν πως είχε σβηστεί και η ανησυχία που ένιωθαν νωρίτερα είχε πετάξει σαν ελαφρό αεράκι απ’ το ανοιχτό παράθυρο. Αυτό τις βοήθησε να καταλαγιάσει για λίγο και η ψυχή τους έτσι επαναστατημένη που είχε νιώσει τις πρώτες πρωινές ώρες σαν η συνάντησή τους τις καλούσε ν’ ανοίξουν τις φτερούγες τους προς το άγνωστο.

              Κι εκείνη τη στιγμή τελείως απροσδόκητα η Μαρία μπλέκοντας τα χέρια της πάνω στο τραπέζι και με τα δάχτυλά τους να παίζουν με κάποια νευρικότητα, τη ρώτησε με φωνή που έδειχνε να ένιωθε συστολή:

              --- Για σένα! Πες μου κάτι για σένα, Ρόζα! Πως έγινε και γνωριστήκατε;

             --- Αχ! αναφώνησε εκείνη και κούνησε μαζί με ενοχή και ενθουσιασμό το κεφάλι της. Μ’ έχει κουράσει αυτή η ιστορία αφού πάντα καλούμαι να απολογηθώ λες κι έχω κάνει το χειρότερο έγκλημα στον κόσμο. Πολλές φορές όμως με παρασύρει ο οίκτος για τον ίδιο μου τον εαυτό και αρχίζω και μιλάω. Όμως προσπαθώ να είμαι κυρία των αισθημάτων μου και να μη μιλάω ποτέ γι’ αυτό.

            Η Μαρία ένιωσε τη θέση της και επιδίωξε να γίνει σύμμαχός της στην ενοχή που  ένιωθε  στη σχέση της με τον παπα- Καλλίνικο. Έτσι για να την καθησυχάσει της είπε:

             --- Απλά είναι μια σχέση ασυνήθιστη και αταίριαστη που προκαλεί! Λίγο πολύ όλους μάς έχει σοκάρει!

             Πέρασαν αρκετά λεπτά μέχρι να της αποκριθεί. Στη διάρκεια της σιωπής που η Ρόζα σκεπτόταν δεν ακουγόταν παρά το θρόισμα των φύλλων από το χάδι του αέρα έξω από το ανοιχτό παράθυρο. Ο μοναδικός ήχος ήταν αυτός και η ανάσα τής Ρόζας που έμοιαζε σαν να αιμορραγούσε. Και τότε με ήρεμο τρόπο και γεμάτο λεπτότητα της είπε κάνοντας  μια χειρονομία για να τονίσει τη βεβαιότητα των λόγων της:

             --- Κι όμως τον αγαπώ τόσο! Πώς μπορεί να είναι δυνατόν αυτό να σοκάρει; Η αγάπη λέω, δε βιάζεται από κακόγουστες και γεροντικές ηθικές. Είναι μια προστατευτική δύναμη που σου δίνει ζωή! Κάτι με αχνό ένδυμα που σου ντύνει το κορμί σαν είναι γυμνό!

            Είπε αυτά και τα μάτια της  φωτίστηκαν με μια σπινθηροβόλα λάμψη που εξέφραζαν και μια αφέλεια που τόσο όμορφα της πήγαινε αφού και ωραία γυναίκα ήταν αλλά και η ανθρώπινη φιγούρα της έδειχνε να δένει αρμονικά με κάθε της νάζι, ελάττωμα ή προτέρημα. Μολονότι που η Μαρία δεν ικανοποιήθηκε από τη λιτότητα που περιείχαν τα λόγια της όσο αφορούσε τις σχέσεις της με τον παπα- Καλλίνικο ωστόσο σεβάστηκε αυτή  την επιλογή της και προχώρησε σε καινούρια ερώτηση:

            --- Όμως η νυχτερινή ζωή σου δε σου προκαλεί μελαγχολία Ρόζα;

Πώς το αντιμετωπίζεις αυτό;

            --- Την έχω συνηθίσει αυτή τη ζωή, δυστυχώς και καμία άλλη δε μου κάνει εντύπωση! Μπορεί να σου φαίνεται παράξενο αλλά έτσι είναι. Και τούτο γιατί πιστεύω πως και οι δικές σας αψίδες και οι δικές μας που καλούμαστε να περάσουμε είναι ψεύτικες. Επιμένω να είμαι μέλος τής δικής μου φτηνής ζωής κι όχι της δικής σας με το ένδυμα της συγκαλυμμένης υποκρισίας.

             --- Μ’ όλο που δε συμφωνώ απόλυτα μαζί σου, εντούτοις μου φαίνεται πως διακρίνω και ίχνη αλήθειας σε όσα λες Ρόζα. Όμως κάνεις μια ζωή πρόστυχη και διεφθαρμένη! Δεν είναι έτσι;

             --- Ναι! Αλλά κάνω μια ζωή! Όμως να ξέρεις πως πολλοί άνθρωποι μπαίνουν στο ποτάμι αλλά δεν πνίγονται!

             --- Σου ομολογώ πως δεν ξέρω τίποτα απ’ αυτή τη ζωή κι έχω τέλεια άγνοια. Δεν έχω ιδέα πως είναι η ζωή στα μπαρ και πως προχωράει το όραμα με το ποτό. Όπως και να είναι όμως σίγουρα δεν είναι παράδεισος εκεί μέσα και ούτε κι εσύ νιώθεις επαρκής κι ευτυχισμένη.

              --- Δίκιο έχεις. Ωστόσο αυτή τη ζωή επέλεξα και δεν έχω άλλη επιλογή να την αλλάξω.

             --- Οι εσωτερικοί σου κραδασμοί τι σου λένε; Κι αν σου λένε δεν τους ακούς;

             Φάνηκε να αναρίγησε  και χωρίς να πάρει τα μάτια της από τη Μαρία της είπε με κάποιο ενδοιασμό λες και είχε μέσα της κάποια μυστική σύγκρουση:

             --- Αυτούς τους ακούω από τότε που γνώρισα τον παπα-Καλλίνικο. Οι χορδές τους έγιναν πιο ευαίσθητες και οι ήχοι τους είναι πιο έντονοι και επίμονοι. Όμως η στάση μου απέναντί τους είναι επιφυλακτική.

             --- Σε κρατούνε με ανοιχτές φτερούγες αλλά εσύ δε θέλεις να πετάξεις!

             --- Πες το κι έτσι! Όμως ο παπα - Καλλίνικος  δεν εγκαταλείπει τη στάση του που από την αρχή μου ξομολογήθηκε: πως με πλησίασε μόνο και μόνο για να με σώσει. Αυτό το μέγεθος της αμαρτίας μου επιμένει πως δε μου πηγαίνει. Γι’ αυτό και επικαλέστηκε, τη φωνή του αιώνιου Άσματος μέσ’ από το οποίο η φύση  καλεί κοντά της τα πλάσματά του να τα σώσει με τον έρωτα. Είναι κάτι που μοιάζει σαν ψέμα ή σαν θύελλα αλλά είναι αληθινό.

           --- Άρα σαν να μου λες ζεις με επαγρύπνηση και είσαι έτοιμη όταν το θέλεις να συγκρουστείς με τον άναρχο δεσποτισμό σου και να στεφθείς νικήτρια απαλλαγμένη από τα πάθη και τις αμαρτίες σου.

          --- Τώρα με τον παπα - Καλλίνικο, ναι! Είναι στη σιωπηλή μου σκέψη και στην αδρή μου ελπίδα!

           Και κάνοντας μια κίνηση με το χέρι της προς το παράθυρο σαν να ήθελε να αγγίξει έξω τη φύση, συνέχισε με μια φοβερή ανήσυχη έκφραση:

           --- Δεν είναι εύκολο, ξέρεις ν’ αλλάξω ζωή κι αυτό με τρομάζει. Είναι πόνος, είναι βάσανο να βρεθείς από το ένα στρατόπεδο στο άλλο χωρίς τις απαραίτητες γνώσεις και το ανάλογο θάρρος. Αισθάνομαι απροετοίμαστη για μια καινούρια ζωή και μου φαίνεται θα παραλύσω αμέσως με την είσοδό μου σ’ αυτή. Σαν το σκέφτομαι πως μπορώ κάποια στιγμή να βρεθώ στη νέα ζωή, κι αυτό συμβαίνει τα βράδια, τότε δεν κοιμάμαι και με πιάνει ένας φριχτός φόβος ενώ η καρδιά μου χτυπά γρήγορα ή άρρυθμα και αισθάνομαι πως πεθαίνω. Η ζωή στο μπαρ πρέπει να ξέρεις για μένα και για όσες γυναίκες το έχουν κάνει ναό τους, είναι ευχάριστη και ενδιαφέρουσα από την άποψη αφού δεν έχεις κάτι καλύτερο να κάνεις η δουλειά που σου προσφέρεται εκεί μέσα είναι αναγκαία και επιλεκτική και δεν έχεις επιλογή να την απορρίψεις. Αυτό σου δίνει μια ασφάλεια και σου εξασφαλίζει το εισόδημά σου για το μέλλον. Φεύγοντας από εκεί μέσα σε ποιο κλάδο της εργασίας θα δοκιμαστώ και στη συνέχεια θα απασχοληθώ; Ποιος ξέρει; Θα μείνω άνεργη με την εγκατάλειψη να με περιμένει. Προτιμώ λοιπόν να είμαι εκεί που είμαι αυτάρκης παρά να κυνηγώ σε υποτιθέμενους παράδεισους εφήμερες δόξες και άπιαστα πλούτη.

           --- Εγώ όμως σου μιλώ για τη ζωή σου! Αυτή την αμαρτωλή ζωή που έχεις πως θα την κάνεις πέρα; Υποφέρεις να ζεις έτσι μέσα στην αμαρτία, μοιάζεις να είσαι σε μια θύελλα που σε δέρνει συνέχεια η άγρια μπόρα και ο δυνατός και κρύος αέρας της. Αυτό πως μπορείς και το αντέχεις; Δε σε πονά;

           Η Ρόζα ανασηκώθηκε λίγο στην πολυθρόνα και κοίταξε έξω ενώ τα χείλη της φάνηκαν κάτι να ψιθύρισαν, κάτι προφανώς σαν προσευχή. Ύστερα πέρασε το χέρι από το μέτωπό της και το χάιδεψε τρυφερά. Έστρεψε το κεφάλι πάλι μπροστά κι αφού πήρε το ποτήρι με το νερό ήπιε μια ρουφηξιά και δροσίστηκε. Μετά τελείως ανώδυνα και με χαρούμενη διάθεση της είπε:

          --- Με πονά καλή μου, Μαρία και με κάνει να υποφέρω! Έχω όμως δοκιμαστεί αρκετά χρόνια σ’ αυτές τις κακουχίες και τα βάσανα και έχω τη δύναμη και τα προσπερνάω! Όμως όλο και κάθε μέρα που περνάει μου αφήνουν και το ανεξίτηλο στιγματάκι τους! Ε, αυτό με τρυπάει, με σουβλίζει τόσο το σώμα όσο και την ψυχή. Έτσι όσο και να έχω αποκτήσει επιδέξια προσαρμογή στο τέλος υποπτεύομαι πως θα καταστραφώ. Όμως με τον παπα - Καλλίνικο τα πράγματα είναι πιο καλά γιατί μ’ έμαθε να υπερνικώ τις αβεβαιότητες και την πλήξη με τη μύησή μου στα βιβλία και με την αγάπη μου σε κάτι που εκπνέει το άρωμα της  ομορφιάς και της τέχνης. Αυτός μ΄ έμαθε να διαβάζω καλά λογοτεχνικά βιβλία, κάνοντάς μου γνωστό το θησαυρό που κλείνουν στις σελίδες τους. Ακόμη με έκανε γνώριμο επισκέπτη διάφορων εκθέσεων ζωγραφικής που γίνονται στην πόλη και μου συνέστησε να επισκέπτομαι πάντα ότι καλλιτεχνική εκδήλωση διοργανώνουν οι σύλλογοι και οι φορείς. Όλα αυτά τα είδα με καλό μάτι και σαν τα εφάρμοσα ένιωσα μεγάλη πνευματική αλλαγή τόσο στις γνώσεις αλλά και στην καλλιέργεια της γλώσσας. Βέβαια δεν ήμουν άμοιρη κάποια παιδείας γιατί πρέπει να ξέρεις πως έχω σπουδάσει αισθητικός  και έχω πρόσβαση στο καλό γούστο αλλά η δουλειά μου με απομάκρυνε με τον  καιρό από τέτοιες πνευματικές πηγές. Ωστόσο λίγο πολύ προσπαθώ να είμαι  μια  μέτρια μαθήτρια στο χώρο του κοινωνικού σχολείου. 

            Η Μαρία φάνηκε να την εκτίμησε περισσότερο τώρα μ’ αυτά που της είπε και αναμφίβολα την αγάπησε με περισσότερη στοργή αφού ώρα με την ώρα τής γέμιζε το μάτι κι έδειχνε γυναίκα με ιδιαίτερη προσωπικότητα παρά την αμαρτωλή ζωή που έκανε. Κι όπως καθόταν απέναντί της με εκείνη τη λάμψη στο όμορφο πρόσωπό της που έδειχνε πολύ φρέσκο κι ωραίο όσο ποτέ και με το εντυπωσιακό χτένισμά της, της φαινόταν μια καλλίγραμμη θεά που είχε κατεβεί αιφνιδίως εκείνη τη στιγμή από τον ουρανό για να της κάνει συντροφιά.

             Τότε σαν τελείωσε η Μαρία ένιωσε επείγουσα ανάγκη να προσθέσει κάτι ακόμη στα τόσα ωραία που θυμήθηκε από τα περασμένα της ζωής της με τον παπα - Καλλίνικο και δεν έχασε την ευκαιρία. Αφού οι ώμοι της τραντάχθηκαν από ένα δυνατό γέλιο και έκανε και την έκφρασή της πιο χαρούμενη, είπε με τα μάτια της καρφωμένα για λίγο σ’ ένα σημείο  της εταζέρας:

               --- Θυμάμαι αυτή την πολιτισμική κουλτούρα την είχε από μικρός και την εκδήλωνε πολύ στα τραπέζια που κάναμε στο σπίτι κάτω από το κάστρο. Έτρωγαν από το μεσημέρι ως το βράδυ οι φίλοι που καλούσαν οι γονείς του και μόνο σαν κουράζονταν από το καθισιό άφηναν το τραπέζι  κι έκαναν τις βόλτες τους στους γύρω δρόμους, τα καλντερίμια και τις αλάνες. Κάποιοι αποκοιμιόνταν και τους ξυπνούσε η μάνα του με κάτι χαριτωμένες κινήσεις στους ώμους που πετάγονταν με διασκεδαστικό τρόπο και άρχιζαν και πάλι το φαγοπότι. Έτσι σαν γυρνούσαν και οι άλλοι από τις βόλτες η συντροφιά ζωήρευε πάλι και το έριχναν στο τραγούδι, στο χορό και στα αστεία. Κάποιοι έφευγαν στις έξι, άλλοι αργότερα και οι πιο στενοί συγγενείς και φίλοι έμεναν ως αργά το βράδυ. Θα μου πεις που θέλω να καταλήξω μ’ όλα αυτά που σου λέω. Στο εξής: ο παπα - Καλλίνικος όση ώρα οι άλλοι έκαναν του κεφαλιού τους αυτός είχε κρυμμένο ανάμεσα στα πόδια του  πότε ένα βιβλίο πότε ένα κουίζ και τα διάβαζε κρυφά ενώ προσποιούταν πως συμμετείχε στην  όλη γιορτή. Τόσο πολύ ήταν αφοσιωμένος στο πνεύμα που ακόμη και σε τέτοιες γιορτινές και μοναδικές οικογενειακές στιγμές τού δινόταν ολοκληρωτικά, θυσιάζοντας ακόμη και τις παιδικές του στιγμές τόσο απαραίτητες για τη σωστή ανάπτυξή του.

             Η Ρόζα ψιθύρισε σιωπηλά κι ενθουσιώδης:

             --- Είναι ένας θαυμάσιος άνθρωπος! Τον λατρεύω!

             Η Μαρία που δεν έλεγε να απαλλαγεί από τον αφηγηματικό της οίστρο, συνέχισε:

              --- Κι εδώ τώρα περνάμε θαυμάσια! Έχει τον κύκλο του και ποτέ δεν μένει χωρίς να τον επισκεφτεί κάποιος σημαντικός άνθρωπος των γραμμάτων ή της τέχνης για να του προσφέρει μια ενδιαφέρουσα συζήτηση. Ξέρεις ο παπα - Καλλίνικος είναι και στα συμβούλια πολλών κοινωφελών συλλόγων και γνωρίζει πολλούς ανήσυχους και ενδιαφέροντες ανθρώπους που δεν παύουν να είναι και πνευματικά καλλιεργημένοι, πράγμα που τους εκτιμά ιδιαίτερα. Αυτοί όλοι λοιπόν και κάποιοι άλλοι από τις γνωριμίες του μας επισκέπτονται συνεχώς χειμώνα καλοκαίρι και γίνονται εδώ μέγιστα τσιμπούσια αλλά και μέγιστες πνευματικές βραδιές. Τότε να είσαι από μια μεριά και να δεις πως γελάνε ακόμη και τα μουστάκια του που λέει ο λόγος για τη λαμπρότητα που κοσμεί το σπίτι του. Αυτός κύριος και μοναδικός οικοδεσπότης κάθε τέτοιας βραδιάς αναλαμβάνει να κάνει πολλά πράγματα και να τα προβάλλει στους συνδαιτημόνες, θέλοντας να δείξει το ταπεραμέντο του στη μαγειρική, στη ζαχαροπλαστική και στο καλό σερβίρισμα. Εγώ κάνω τα ελάχιστα. Αυτός τα φροντίζει όλα και είναι στις δόξες του!

               Η καλή της διάθεση συνεχίστηκε με συνέπεια αν και η Ρόζα φάνηκε πως ήθελε να πει κάτι, αυτή δεν την άφησε αλλά με ευγένεια την προσπέρασε για να πει:

                --- Γίνονταν και παράξενα πράγματα πολλές φορές σ’ αυτές τις συγκεντρώσεις που άφησαν ιστορία. Θυμάμαι μία που θα στη διηγηθώ με ελάχιστη απόκλιση από τα τεκταινόμενα αφού είναι νωπή και μου έχει χαραχθεί ανεξίτηλα στο νου. Ήταν φερμένος ένας πρώτης τάξης ζωγράφος, που μου ξεφεύγει τώρα το όνομά του, και μας είχε κάνει σε όλους εντύπωση η απλότητά του και η ευμάθειά του. Μιλούσε ακόμη λίγο κι άκουγε πολύ. Ήταν εγκάρδιος και σε σκλάβωνε με την αθωότητά του. Μια φορά στο τέλος του γεύματος εντυπωσιάστηκε από ένα μικρό κάδρο στον τοίχο, που απεικόνιζε το εκκλησάκι του Αγίου Δημητρίου ψηλά στην πόλη και προσφέρθηκε να ζωγραφίσει κι αυτός κάτι σ΄ ένα χαρτί με μολύβι και να μας το  χαρίσει. Μέσα σε ελάχιστα λεπτά η τέχνη του είχε γεννήσει την εκκλησία της Αγίας Τριάδας μέσα σ’  ένα  περίτεχνο φόντο από μαύρες γραμμές κι ανεπαίσθητες σκιές που ζητωκραύγαζαν ρητά την εικαστική του δεινότητα. Σαν μας το έδειξε μείναμε άναυδοι ενώ αυτός με μια αθόρυβη κίνηση άπλωσε το χέρι και μου χάρισε αυτή την ωραία ζωγραφιά. Την έχω ακόμη αλλά μέσα στο δωμάτιό μου. Μετά απ’ αυτό ο ζωγράφος ανίκανος φαίνεται να μένει άπραγος μου ζήτησε κι άλλο χαρτί για να κάνει όπως μας πληροφόρησε αυτή τη φορά το σκίτσο του παπα - Καλλίνικου!  Η ευχαρίστησή μου ήταν μεγάλη και του έφερα το χαρτί στο λεπτό.  << Ω, Θεέ μου! >> έκανα τότε << πόσο επινοητικός και γρήγορος είστε>> και του γέλασα καλόκαρδα. Αυτός συνέχιζε να σκιτσάρει αμίλητος ενώ ο παπα- Καλλίνικος  καμάρωνε ακίνητος, σίγουρα όμως άβολα. Σε λίγο το σκίτσο βγήκε αριστούργημα. Ο παπα- Καλλίνικος δε χόρταινε να το κοιτάζει και να μας το δείχνει ενώ ο ζωγράφος του είπε σε μια στιγμή καλλιτεχνικού οίστρου και πάθους: << Κάποτε θα έχει μεγάλη αξία! Να μου το θυμηθείς! Κράτησέ το και δε θα χάσεις! >> Το έχει στο γραφείο του μέσα σ’ ένα πανέμορφο ξύλινο κάδρο. Το φροντίζει ιδιαίτερα και το προσέχει σαν τα μάτια του.

               Σαν τελείωσε σταύρωσε τα χέρια και με το κεφάλι ακίνητο ενώ κουνούσε πέρα δώθε τις κόρες των ματιών της σαν τρελές  την κοίταζε αφήνοντας διάχυτη μια διάθεση γιορταστική και χαρούμενη.

               Η Ρόζα αισθανόταν κι αυτή υπέροχα αφού η επίσκεψή της έγινε με τόση εγκαρδιότητα που δεν χωρούσε αμφιβολία πως η αποδοχή της σ’ αυτό το σπίτι δεν ήταν όλως διόλου αβέβαιη και άφιλη όπως ίσως η ίδια να νόμιζε μέχρι πριν. Η αίσθηση τής σπουδαιότητάς της την έκανε και το πήρε πάνω της και η ίδια ένιωθε πως δεν ήταν πια πεταμένη κυρία του υποκόσμου χωρίς υπόληψη και τιμή αλλά μια ισότιμη γυναίκα με όλα τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις μιας οποιασδήποτε άλλης. Η συνείδησή της είχε ηρεμήσει και πίστεψε πως η σοβαρή της αποφασιστικότητα να κρατά κοντά της τον παπα- Καλλίνικο εύρισκε ανταπόκριση μια και η ιστορία τής οικογένειάς του είχε προοδευτικές και πανανθρώπινες ιδέες. Έτσι η καρδιά της γέμισε χαρά και υπερηφάνεια κι αυτό φάνηκε ολοκάθαρα στα μάτια της που για μια στιγμή άφησαν να τους ξεφύγει ένα δάκρυ και να κυλήσει στα ροδαλά της μάγουλα, πράγμα που το είδε η Μαρία και με μια τρυφερή κίνηση άπλωσε το χέρι της κι αφού συγκράτησε το δικό της, της ψιθύρισε μ’  ένα κατ’ εξοχή εγκάρδιο τρόπο:

              --- Ρόζα τώρα είσαι και δικός μου άνθρωπος! Δε θέλω να σε χάσω!

              Αυτή σαν να αμφέβαλλε, της είπε:

               --- Κι όμως είναι πολύ δύσκολο να το πιστέψω  αυτό που λες!

               --- Ναι, είναι αλλά τώρα μπορώ! Στην αρχή σαν ο παπα- Καλλίνικος μου είπε την ιστορία μαζί σου αντέδρασα. Ήμουν αντίθετη σ’ αυτή τη σχέση! Πολύ αντίθετη! Τώρα όμως  δοξάζω το Θεό που του χάρισε την ελευθερία τής επιλογής να σε διαλέξει! Είναι ευχής έργο του!

                --- Σωστά! ψέλλισε η Ρόζα και την αγκάλιασε, ξεσπώντας σε λυγμούς. Το ίδιο έκανε σε λίγο και η Μαρία  για να περάσει αρκετή ώρα με τις δυο γυναίκες να σμίγουν μέσα στα αναφιλητά τους  ίδιους ιστούς τής μοναξιάς τους.

                Έκλαψαν με την ησυχία τους θα έλεγε κανείς και ηρέμησαν. Έτσι απαλλαγμένες από τη συγκίνηση της στιγμιαίας φόρτισης επανήλθαν και πάλι στην κουβέντα με πιο ανάλαφρη τώρα σκέψη. Έτσι κι ανάλαφρο ήταν το θέμα τής συζήτησης που έπιασαν. Αφορούσε την πόλη με τις ομορφιές της και τις καθημερινότητες των κατοίκων της που φαίνεται να ένιωθαν πολύ ευτυχισμένοι στη ζεστή της αγκαλιά και την μητρική της φροντίδα.

               Η Ρόζα ήταν εκείνη που ενδιαφέρθηκε να μάθει κάποια πράγματα και πήρε αφορμή από το τραίνο που κυλούσε σαν φίδι ξωτικό πάνω στις ράγες κι έμπαινε στο σταθμό, αφήνοντας στον αέρα το εκκωφαντικό σφύριγμά του που έδινε έναν ήχο με έντονα τα σημάδια τής αγωνίας για το χρόνο που το πέρασμά του σβήνει μια ολότελα πραγματική ζωή και την κάνει σκουπίδια νεκρά τής μνήμης.   

                --- Αυτό το τραίνο, είπε, έχω την πεποίθηση πως είναι ένα από τα πολλά  στολίδια τής πόλης ή πέφτω έξω!

                --- Καθόλου! Έχει τόσα ωραία πράγματα τι να πρωτοθαυμάσει κανένας. Και οι φυσικές της ομορφιές παραδεισένιες κι ανεξάντλητες σε ομορφιά και χάρη. Φορτωμένη από παντού θα έλεγε κανείς κι από τα τέσσερα σημεία του ορίζοντα.

                 --- Τυχεροί οι κάτοικοί της!

                 --- Τυχεροί ο λόγος το λέει! Βέβαια κάποιοι ζουν άνετη ζωή και μερικοί αυτοκρατορική. Όσοι είναι υπάλληλοι ή προϊστανται σε οργανισμούς και υπηρεσίες αμείβονται καλά καθώς και οι έμποροι με τους ιδιοκτήτες γης και ακινήτων, Οι άλλοι, οι εργάτες και οι μικροεπαγγελματίες κερδίζουν ελάχιστα και κάποιοι λιμοκτονούν. Βέβαια όσο αφορά τις φυσικές ομορφιές είναι όλοι τους τυχεροί!

                 --- Φαίνονται εγκρατείς οι κάτοικοί της απ΄ ότι μπορώ να εκτιμήσω στις απολαύσεις τους. Συμφωνείς;

                 --- Ναι, έχουν μια υπέρμετρη αγάπη στον πλούτο και δύσκολα ξοδεύουν τα χρήματά τους. Γι’ αυτό βλέπεις να επενδύουν σε ακίνητα με το χάος των κτιρίων να συμπιέζει την κάτω πόλη. Κερδίζουν πολλά από τις ενοικιάσεις των διαμερισμάτων και τις πωλήσεις τους. Η καλύτερη κερδοφόρα επιχείρηση σήμερα στην πόλη είναι αξιοποίηση της γης και των ακινήτων της.

                  --- Αλλά δεν έχει βλέπω όρια στην οικοδομική της ανέγερση η κάτω πόλη. Καμία αισθητική και κανένα παραδοσιακό κτίριο δεν το σεβάστηκαν, αντίθετα με την πάνω πόλη που διατηρήθηκε σε πολύ καλή κατάσταση κάθε της κτίριο ενώ δόθηκε ιδιαίτερη σημασία να μείνει αναλλοίωτη η ιστορική της διαδρομή ανά τους αιώνες.

               --- Δυστυχώς έτσι είναι!  

               --- Πάντως όπως και να έχουν τα πράγματα η δυστυχισμένη μονοτονία των ημερών λείπει και όσοι ζούνε εδώ πιστεύουν πως η ζωή είναι ωραία κι ας είναι έτσι απλή όπως είναι.

               --- Ναι, ευτυχώς που υπάρχει κι ένας τέτοιος ρομαντισμός και βοηθά τους ανθρώπους ν’ ανακαλύπτουν τα ωραία πράγματα. Όμως να ξέρεις η πόλη σ’ αυτή τη θαυμαστή κατάσταση που βλέπεις πέρασε από φωτιά και τσεκούρι, από φτώχεια και πείνα θέλω να πω. Τη δεκαετία του πενήντα, θυμάμαι τον πατέρα μου που τα διηγιόταν, για  να χορτάσουν την πείνα τους οι  ασθενέστερες τάξεις κατέφευγαν σε  μια σιωπηλή και μεθοδική  επιχείρηση που τους απέφερε λιγοστά χρήματα και την έβγαναν.  Μάζευαν τα σαλιγκάρια στις υπανάπτυκτες περιοχές που σύχναζαν κατά χιλιάδες στις ροές των λυμάτων από τη λάτρα της κουζίνας και τα πουλούσαν στον πιο πανούργο έμπορα της πόλης με τιμή που αυτός καθόριζε σύμφωνα με το δικό του βάθος των συναισθημάτων του. Η πράξη αυτή ήταν απόρροια τής ακμής τής υψηλής αστικής τάξης που κυριαρχούσε εκείνη την εποχή και καταδυνάστευε το φτωχό λαό. Απομεινάρια της παντοδυναμίας της υπάρχουν και σήμερα παρά την οικονομική άνοδο των φτωχότερων στρωμάτων.

              Η Ρόζα την άκουγε με μεγάλη προσοχή  και βλέποντας τις καλές της γνώσεις γύρω από τις οικονομικές διαφορές των τάξεων, γέλασε  με όμορφο και νεανικό τρόπο για να της πει με μια φυσική σοβαρότητα θέλοντας να επιβεβαιώσει την  πειστικότητα των λόγων της:

              --- Αυτό το δείχνουν οι δυο χωριστές μικρές πόλεις θα έλεγα! Η κάτω και η πάνω! Στην κάτω οι πιο εύποροι και στην πάνω οι πιο φτωχοί!

             --- Κάπως έτσι αλλά δεν είναι και απόλυτο! Η πάνω πόλη έχει καταπληκτική θέα με ιστορία και παραδοσιακούς οικισμούς που τραβά τον καθένα για μια μόνιμη εγκατάσταση. Όμως, ναι τα περισσότερα σπίτια είναι παλιά συντηρημένα με ελάχιστα χρήματα και από τις οικονομίες των ανθρώπων.

               Κι εκεί που κουβέντιαζαν μια οχλοβοή που ερχόταν από το δρόμο τις έκανε να ανησυχήσουν. Η μικρή επανάσταση των εργατών του Σωματείου των φορτοεκφορτωτών που δούλευαν στην Ένωση λιπασμάτων κι έβγαζαν το μεροκάματο είχε φτάσει κάτω από το παράθυρό τους διαμαρτυρόμενοι για το κλείσιμο της μεγάλης αποθήκης που διατηρούσε τα λιπάσματα για τις ανάγκες της αγροτικής καλλιέργειας όλης της περιοχής. Τώρα μ΄ αυτή τη ρύθμιση το Υπουργείο Ανάπτυξης τους έβγαζε στην ανεργία αφού το ξεφόρτωμα θα γινόταν στη γειτονική πόλη σε αποθήκες που παραχωρούνταν δωρεάν από την εδρεύουσα εκεί Γεωργική Ένωση και με το υπάρχον εκεί εργατικό δυναμικό. Οι δυο γυναίκες τρόμαξαν στην αρχή  από τα ουρλιαχτά και τις φωνές τους που δονούσαν τον αέρα και μόνο σαν απομακρύνθηκαν κι απλώθηκε και πάλι ησυχία μπόρεσαν να συνέλθουν και να βρουν την ηρεμία τους. Τότε η Μαρία με μια φωνή που περιείχε αγανάκτηση και ύβρη, φώναξε επιτιμητικά:

           --- Τους κανάγιες! Το είπαν και το έκαναν!  Είπαν θα κλείσουν και θα απολύσουν τους εργάτες και να που το έκαναν! Γι’ αυτό γίνεται αυτή η διαδήλωση τώρα!

          --- Τους άκουσα ασυγκράτητους! Θα γίνουν επεισόδια;

          --- Μπορεί! Είναι οργισμένοι!

          --- Προς τα πού πάνε;

          --- Μάλλον θα περάσουν από την πλατεία τής πάνω πόλης και μετά θα κατηφορίσουν για το δημαρχείο. Εκεί θα καταλήξουν με το υπόμνημά τους στα χέρια του δημάρχου. Αν τους επιτεθούν οι αρχές θα έχουμε επεισόδια σίγουρα. Η αστυνομία στην πόλη πάντα ήταν και είναι αυταρχική και σκληρή με τους εργαζόμενους. Με την ψηλή κοινωνία έδιναν και δίνουν τα χέρια.

           --- Δυσάρεστο αυτό!

           --- Ναι, αλλά έτσι γίνεται παντού. Όμως ήθελα να πω τούτο: Η ίδρυση αυτή του Σωματείου φορτοεκφορτωτών,  να ξέρεις, οφείλεται στο τραίνο  που φέρνει λιπάσματα για τις καλλιέργειες της περιοχής. Το σωματείο λοιπόν έδωσε ψωμί σε πολλές οικογένειες αλλά και έφερε και τη δυστυχία σε μερικές  γιατί η δουλειά είναι πολύ βαριά και ανθυγιεινή  και αρκετοί εργάτες έπαθαν ατυχήματα και κάποιοι άλλοι έπαθαν  ανεπανόρθωτες ζημιές στη μέση τους με το ξεφόρτωμα από το πρωί μέχρι το βράδυ.

           Οι φωνές τώρα των διαδηλωτών εργατών ακούγονταν  ασυγκράτητες μεν αλλά όχι ηχηρές γιατί οι εργάτες είχαν φτάσει σχεδόν έξω από το χώρο τού δημαρχείου στην κάτω πόλη. Και τότε μέσα στον αχό των σβησμένων φωνών ακούστηκε μια στεντόρεια φωνή όλο νεύρο και πρόκληση που τους έλεγε να σταματήσουν για να πάρει το λόγο κάποιος αντιπρόσωπος και να τους μιλήσει. Με μιας τα πάντα ηρέμησαν και η φωνή ακούστηκε να λέει: << Θα κάνουμε τα πάντα για να μην κλείσουν οι αποθήκες! Διαλυθείτε ήσυχα και χωρίς επεισόδια! >>

           Τα υπόλοιπα ελέχθησαν σε χαμηλό τόνο και οι διαμαρτυρίες φάνηκαν να κόπασαν. Όμως η απόσταση ήταν μεγάλη και κανείς δεν ήξερε τι συνέβαινε. Τότε οι δυο γυναίκες κούνησαν  μοιρολατρικά τα κεφάλια κι έπιασαν και πάλι την κουβέντα.

            Η Ρόζα ένιωσε το πέρασμα του χρόνου και με μια επαναστατική διάθεση για τις ωραίες στιγμές  που πέρασε μαζί της, αναφώνησε λες κι ελευθερώθηκε από τα δεσμά της δουλείας που την έσφιγγαν:

             --- Αχ, τι μέρα και η σημερινή! Πέρασα ωραία, έμαθα σπουδαία πράγματα και μαγεύτηκα από την παρουσία σου, Μαρία! Όμως έφτασε μεσημέρι! Μήπως πρέπει να με αφήσεις και να ασχοληθείς με τα του οίκου σου; 

           --- Ναι, πρέπει να γίνει αυτό! αποκρίθηκε εκείνη και σηκώθηκε πηγαίνοντας προς το δυτικό παράθυρο που ήταν ακόμη ανοιχτό και άφηνε να φαίνονται τα στενοσόκακα, τα μικρά αδιέξοδα καντούνια και τα πέτρινα σπίτια με τις ανθοφορούσες αυλές. Ανάμεσά τους ξεχώριζε το λιμάνι που η επιβλητική ομορφιά και η θέση του, είχε κάνει τόση εντύπωση νωρίτερα σαν το είδε από τη θέση της η Ρόζα αλλά απορροφημένη με την κουβέντα ξέχασε να ρωτήσει κάτι για την ιστορία του. Τώρα μέσα στον ξάστερο καλοκαιρινό ουρανό το διέκρινε ολοκάθαρο και  με τις αισθήσεις της εξεγερμένες από την πανέμορφη εικόνα του, σηκώθηκε κι αυτή και πλησίασε τη Μαρία που εν τω μεταξύ είχε κι αυτή γοητευτεί με τα μεσημεριάτικα χρώματα που το έλουζαν και καθόταν και το χάζευε. Τότε η Ρόζα σαν την πλησίασε τη ρώτησε με μια παιδιάστικη αφέλεια:

           --- Κι αυτό εκεί το λιμάνι έχει μεγάλη αξία για την πόλη; Το βλέπω όμορφο και εντυπωσιακό, αλλά δεν ξέρω τις ευεργεσίες του στους κατοίκους της πόλης.

            Η Μαρία στάθηκε στο πλευρό της κι ακούμπησε το δεξί της χέρι στον ώμο της. Ύστερα προσπάθησε με όση γλαφυρότητα μπορούσε στα λόγια της να της διηγηθεί την ιστορία του. Ήθελε να μην την κουράσει και να αποφύγει βερμπαλισμούς και ακατάσχετες φλυαρίες. Σε λίγο άρχισε:

            --- Σήμερα παίζει διακοσμητικό ρόλο! Το κοσμούν ψαρόβαρκες, λιγοστά κότερα και ψαροκάικα. Παλιά έπαιζε σημαντικό ρόλο στην οικονομία τής πόλης γιατί είχε το διαμετακομιστικό εμπόριο προς  την Πάτρα και την Ιταλία. Τα καράβια μετέφεραν σταφίδα, σιτηρά, κρασί κι έφερνε οικοδομικά υλικά, φάρμακα, εργαλεία και διάφορα καταναλωτικά αγαθά που έλειπαν από τη δική μας αγορά. Το πλήθος των καραβιών που πηγαινοέρχονταν ήταν αρκετό μεγάλο  και οι νεαροί λιμενεργάτες και οι αχθοφόροι είχαν αναλάβει να τα φορτώνουν και να τα ξεφορτώνουν στην ανοιχτή θάλασσα γιατί δεν μπορούσαν να προσεγγίσουν εξαιτίας του αβαθούς του λιμανιού. Ωστόσο οι χαμάληδες τα έφερναν  βόλτα και ούτε γάτα ούτε ζημιά. Στο τέλος έμεναν όλοι ευχαριστημένοι  αφού το χρήμα που έπαιρναν τους υποσχόταν ένα καλύτερο μέλλον.

             Ο θόρυβος από το ποδοβολητό των εργατών στην κάτω πόλη μόλις που ακουγόταν, συρτός, σβηστός, εξασθενημένος. Ήταν κάτι που χαροποίησε και τις δυο. Περισσότερο τη Μαρία που είχε κι άλλες φορές νιώσει την απειλή τής εξέγερσης. Έτσι αναφώνησε με κέφι:

              --- Μεγαλοδύναμε Θεέ, όλα τελείωσαν! Ας πάω τότε με χαρά στην κουζίνα μου! Το μεσημέρι πρέπει να φάμε! Εσύ Ρόζα πήγαινε στη βιβλιοθήκη. Εκεί να καθίσεις να ξεκουραστείς και να διαβάσεις. Υπάρχουν πολλά και ενδιαφέροντα βιβλία. Όταν το φαγητό είναι έτοιμο θα σε φωνάξω. Θα γευματίσουμε μόνες μας. Ο παπα- Καλλίνικος θα γυρίσει αργά το βράδυ. Φυσικά εσύ δε θα τον δεις, γιατί θα έχεις φύγει! Νομίζω είναι το καλύτερο που έχεις να κάνεις, μόλις πέσει το σκοτάδι.  

             Χώρισαν. Με όμορφες κινήσεις και οι δυο άφησαν το σαλόνι και μπήκαν η μια στην κουζίνα και η άλλη στη βιβλιοθήκη. Σε λίγο σιωπηλές άρχισαν να ασχολούνται με το αντικείμενό τους κεφάτες και με μια ψυχική διάθεση που επικρατούσε το αίσθημα τής γιορτινής διάθεσης.

              H Ρόζα εξεπλάγη τόσο πολύ με το εύρος και την καλαισθητική τής βιβλιοθήκης που αναφώνησε σαν την είδε: << Ω. Θεέ μου, τι πλούτος βιβλίων και τι πολύχρωμες ράχες >> και πλησίασε το πρώτο ράφι να το εξερευνήσει. Το πλήθος των βιβλίων ήταν τοποθετημένο με μεράκι και αγάπη και η απόκτηση κάποιου βιβλίου γινόταν εύκολα χωρίς δυσκολία αφού ο παπα- Καλλίνικος είχε φροντίσει στα κάτω ράφια να είναι τα ογκώδη και τα άγνωστα ενώ στα πάνω τα γνωστά και τα ολιγοσέλιδα. Το εντυπωσιακό ήταν πως τα εκκλησιαστικά βιβλία ήταν ελάχιστα ενώ τα φιλοσοφικά και τα λογοτεχνικά κατέκλυζαν με οφθαλμοφανή τρόπο τον περισσότερο χώρο. Λεξικά, ανθολογίες, δοκίμια, λογοτεχνίες, βιογραφίες, ποιητικές συλλογές και λογοτεχνικά περιοδικά στόλιζαν το κάθε ράφι ενώ τα αριστουργήματα με τα ονόματα των συγγραφέων τους φιγουράριζαν πλαισιωμένα με ιδιαίτερο στιλ, έτσι που το μάτι να εντυπωσιάζεται και να εστιάζεται με την πρώτη ματιά πάνω τους. Στο δεξιό μέρος τού τοίχου υπήρχαν σ’ ένα ράφι από καρυδιά σε ανοιχτό καστανό χρώμα όλες σχεδόν οι ελληνικές εγκυκλοπαίδειες ενώ σε μια άκρη της ποζάριζε μέσα σε κόκκινο έντονο χρώμα η πελοποννησιακή λογοτεχνική ανθολογία με το φόντο των εξώφυλλών της στολισμένο από τις προσωπογραφίες των συγγραφέων και των ποιητών της.  Σε μια δε διαφάνεια αυτής τής θέσης υπήρχαν όλα τα πτυχία και οι έπαινοι του παπα- Καλλίνικου σε ξύλινα κάδρα κι ένα δίπλωμα που πιστοποιούσε πως κατείχε την αγγλική γλώσσα στο πρώτο στάδιο της ενώ ένα δεύτερο με γαλλικά στοιχεία  του έδινε τη δυνατότητα με τις γνώσεις τής γαλλικής που κατείχε να τη διδάσκει σε μαθητές του δημοτικού σχολείου.

               Στο αριστερό ράφι προς τη βορινή θέση τα ράφια μαζί με τα βιβλία έφερναν κι ένα άλλο φορτίο ασυνήθιστο με πολλές φωτογραφίες του παπα- Καλλίνικου, όλες της παιδικής και της εφηβικής του ηλικίας με στιγμές που εξέφραζαν τη δύναμή του και την ανεξάντλητη  φιλοσοφία του, των αθώων και ηρωικών εκείνων χρόνων. Η αλήθεια ήταν πως τα χρόνια εκείνα το ρεύμα τής ζωής τον είχε παρασύρει με όλες του τις αποχρώσεις αλλά εκείνος ήξερε με το δικό του τρόπο να αποφεύγει τις επώδυνες καταστάσεις της και να ξεγλιστράει από το ανελέητο κι παραπλανητικό τραγούδι τους που τραγουδούσαν σαν τις σειρήνες και προσπαθούσαν να τον μαγέψουν και να τον κάνουν κυρίαρχο των ηδονών και των ανήκουστων πράξεων.   

               Κοντά στον ίδιο χώρο και σ΄ ένα ράφι που δέσποζε η κομψότητα και η σοβαρότητα υπήρχαν τα πλέον κλασσικά αριστουργήματα της παγκόσμιας λογοτεχνίας με πρώτους τους τόμους της Παλαιάς Διαθήκης, της Καινής Διαθήκης, της Ιλιάδας και της Οδύσσειας, τους περισσότερους τόμους των αρχαίων Ελλήνων κλασικών, Αισχύλο, Σοφοκλή, Ευριπίδη, Αριστοφάνη, Αριστοτέλη, Πλάτωνα και λοιπών, των νεότερων, Ντοστογιέφφκι και Τολστόι, Ουγκώ, Σαίξπηρ, Πόε, Φλωμπέρ. Μπωντλέρ και τόμους από τους δικούς μας του περασμένου αιώνα, Σολωμού, Κάλβου, Παλαμά, Καρυωτάκη, Καβάφη, Ρίτσου, Ελύτη, Σεφέρη, ενώ τους τόμους των Ελλήνων πεζογράφων, Θεοτόκη, Εφταλιώτη, Καραγάτση. Καζαντζάκη κι άλλων θέλοντας να τους τιμήσει δεόντως για τις προσφερόμενες ελληνικές αρωματικές τους λογοτεχνικές αύρες τους είχε ιδιαιτέρως φροντίσει τοποθετημένους με μια αρχοντική τάξη σε ξεχωριστό ράφι όπου κυριαρχούσε η σύγχρονη διακόσμηση με αντιγραφές πινάκων από Έλληνες ζωγράφους όπου πρωτοστατούσε η ζωή από την ελληνική ύπαιθρο.

               Σαν κάθισε η Ρόζα ύστερα από την περιήγηση  στον πλούτο αυτό των βιβλίων μια βαθιά μελαγχολία την κυρίεψε γιατί ένιωσε πόσο φτωχή και άδεια αισθανόταν αυτή στο δικό της σπίτι που ελάχιστα βιβλία στεγάζονταν στη μικρή της βιβλιοθήκη. Και τότε σκέφτηκε πως όταν τα βιβλία λείπουν από κάθε σπίτι το μόνο που συναντούν και βλέπουν οι άνθρωποί του εκεί μέσα είναι μια απύθμενη άβυσσος σκότους εξαιτίας της έλλειψης γνώσης  και  μια συγχορδία κακών σκέψεων που τους οδηγούν με τον καιρό στη σύγκρουση με τη σκληρή πραγματικότητα.     Δυστυχώς ένιωθε πολύ μικρή και μια ανεπαίσθητη ζήλια τής κατέκλυσε την ψυχή για την πολυμάθεια του παπα- Καλλίνικου. Και κοιτάζοντας πάλι για μια στιγμή τα στολισμένα ράφια ένιωσε μια απέραντη αγάπη για τα βιβλία τόση που δεν άντεξε κι απλώνοντας το χέρι της έπιασε ένα στην τύχη και το έφερε μπροστά στα μάτια της διαβάζοντας μεγαλοφώνως τον τίτλο του: << Μαντάμ Μποβαρύ >> και το όνομα του συγγραφέα, Γουσταύος Φλομπέρ.   Στη συνέχεια άνοιξε τις σελίδες του και άρχισε να διαβάζει τους άτυχους έρωτες τής αχόρταγης κι ανικανοποίητης κυρίας.

             Αφοσιωμένη στο διάβασμα σηκώθηκε μόνο σαν η φωνή τής Μαρίας την απόσπασε από την ευχαρίστηση της ανάγνωσης και τις σκέψεις της για να την καλέσει στην τραπεζαρία για το γεύμα. Κι εκεί σαν κάθισε μεστή και χαρούμενη από την ευχάριστη στιγμή που πέρασε στο χώρο των βιβλίων, είπε με χαρά της Μαρίας:

               --- Πέρασα τόσο όμορφα στη βιβλιοθήκη! Μεγάλη συγκίνηση με κατέχει και στα μάτια μου έρχονται δάκρυα! Η αξία και η συντροφιά τους είναι μεγάλη!

               Εκείνη υιοθέτησε τα λόγια της μ’ ένα εγκάρδιο χαμόγελο και την προέτρεψε να αρχίσει το φαγητό. Έφαγαν με όρεξη το κοτόπουλο κατσαρόλας με μπάμιες, βραστές πατάτες, τυρί φέτα και ήπιαν κόκκινο κρασί από το βαρέλι που διατηρούσε ο παπα- Καλλίνικος στο υπόγειο. Στο τέλος η Μαρία της πρότεινε να βγούνε έξω στην ανατολική πλευρά του κήπου και να πάρουν τον καφέ τους κάτω από τα πυκνά δέντρα και τις συστάδες των φυτών. Έτσι κι έγινε και να τώρα οι δυο γυναίκες κρυφά από τα μάτια του κόσμου αφού το πυκνόφυλλο μέρος δεν τις έκανε ορατές, τα έλεγαν και πάλι με καλύτερη διάθεση αφού η ενέργεια του φαγητού σίγουρα είχε τονώσει τις  πνευματικές τους λειτουργίες.

           Η εμφάνιση του σχολείου υποχρέωσε τη Μαρία να της κάνει κουβέντα για την πρώτη γνωριμία του παπα- Καλλίνικου με το ωρολόγιο πρόγραμμα της πρώτης τάξης τότε που πρωτοπήγε σχολείο με τη συνοδεία τής μητέρας του και την προστατευτική ματιά τού πατέρα του που τον χαιρετούσε καρφωμένος από συγκίνηση στα πρώτα σκαλιά τής σκάλας του σπιτιού τους.

           --- Σ’ αυτό το σχολείο φοίτησε τα έξι χρόνια, άρχισε η Μαρία κι έβαλε τις πρώτες του βάσεις για την μετέπειτα λαμπρή πορεία του! Ό,τι πω είναι από διηγήσεις της συχωρεμένης της μητέρας του που τις έλεγε και καμάρωνε για τα σχολικά κατορθώματα του γιου της.  Η πρώτη του μέρα, έλεγε ήταν μια από τις πιο ξεχωριστές που έμεινε σε όλους ανεξίτηλη και περισσότερο στο μικρό τότε Καλλίνικο. Τον πήρε από το σπίτι ντυμένο μ’ ένα  μαύρο κουστούμι, καινούρια καφέ δερμάτινα παπούτσια και με τη σάκα στα δικά της χέρια γιατί αυτός δυσκολευόταν να την κουβαλάει. Ο μικρός έδειχνε χαρούμενος και έπαιζε με το τραινάκι του, που το βαστούσε σφιχτά στα χέρια, πατώντας του τα κουμπιά που έβγαζαν ήχους ηχηρούς ή σιγανούς ανάλογα με την ένταση που τους ρύθμιζε και διέσχιζε πανευτυχής το κεντρικό δρόμο βαστώντας απ’ το χέρι τη μάνα του. Τούτο το παιχνίδι ήταν το αγαπημένο του χόμπι θα έλεγα και είχε δεθεί τόσο πολύ μαζί του που το είχε κάτι σαν φετίχ ή σύντροφό του. Ελάχιστες φορές το αποχωριζόταν και όταν του το επέβαλλαν η φιλία του προς τους δυνάστες του γινόταν εχθρική στο έπακρο.

            Σαν τον παρουσίασε στη δασκάλα αυτή με μια ματιά που του έριξε τον χαρακτήρισε παιδί θαύμα και τον έβαλε να καθίσει στην αίθουσα της πρώτης τάξης στο τελευταίο θρανίο λόγω ύψους, μαζί μ’ ένα

άλλο αγόρι με χαρακτηριστικά υγιούς παιδιού αλλά σκληρού κι άξεστου γιατί μόλις ο Καλλίνικος κάθισε εκείνο τον δέχτηκε με μια δυνατή κλωτσιά στο πόδι. Ο Καλλίνικος δεν κάθισε με σταυρωμένα τα χέρια αλλά έβγαλε μια δυνατή στριγκιά που έκανε την τάξη άνω κάτω και ανησύχησε υπερβολικά τη δασκάλα που αναγκάστηκε να πηδήξει σαν ελατήριο από την καρέκλα της και να βρεθεί ανάμεσά τους με άγριες διαθέσεις. Το αθώο όμως βλέμμα τού Καλλίνικου την αφόπλισε και την έκανε να επιστρέψει στη θέση της ενώ ο δράστης πήρε στα χέρια του ένα φύλλο ζωγραφικής και το δίπλωνε κάνοντάς το πότε ορθογώνιο και πότε τετράγωνο σχήμα.

              Όμως είδε το τραίνο πάνω στο θρανίο και θέλησε να του το πάρει. Ο Καλλίνικος έβαλε τις φωνές και δεν άφηνε με κανένα τρόπο να του πάρει το παιγνίδι του. Η μάνα του εκείνη τη στιγμή ήταν έξω στην αυλή τού σχολείου κι έβλεπε τη σκηνή ενώ την έκανε να ντραπεί στα μάτια των άλλων μανάδων που γελούσαν υπερβολικά δείχνοντας πως  διασκέδαζαν μαζί του αφού οι δικοί τους κανακάρηδες δεν τους έβαλαν σε καμία περιπέτεια αφού ήταν εξαιρετικά υπάκουα παιδιά. Τι να έκανε τότε η μάνα του, τραβήχτηκε πιο πέρα και χάθηκε μέσα στο πλήθος των άλλων μανάδων, σκεφτόμενη πως πρόωρα μπήκε σε μπελάδες με το μικρό της ατίθασο γιο.

            Τελικά το τραινάκι έμεινε στα χέρια του Καλλίνικου.  Η δασκάλα απογοητευμένη από τη συμπεριφορά του, εγκατέλειψε κάθε προσπάθεια απόκτησής του. Έτσι τον άφησε να το κοιτάζει ρίχνοντας πάνω του τα υγρά και δακρυσμένα μάτια του.

             Η δασκάλα φορούσε ένα μπλε ταγέρ με συντηρητική γραμμή που θύμιζε νοσοκόμες του ερυθρού σταυρού σε ώρα παρέλασης. Την κακή της αυτή εντύπωσε μεγάλωνε και ο λευκός γιακάς τού πουκάμισού της  που τον είχε κουμπώσει στο ύψος τού μήλου τού Αδάμ πράγμα που τις ρυτίδωνε το λαιμό και τον ασχήμαινε. Τα δε  μαύρα χαμηλά παπούτσια της έδιναν την εντύπωση πως δεν πατούσε κάτω αλλά πετούσε.  Σ’ αυτή την άσχημη εικόνα τής δασκάλας του ο Καλλίνικος όση ώρα τους μιλούσε κοιτούσε μ’ ένα ρεμβασμό έξω από την αίθουσα, χαζεύοντας απ΄ την ανοιχτή πόρτα στην αυλή τού σχολείου τις  νεαρές  μανάδες που είχαν στήσει τρελή κουβέντα.

           Κάποια στιγμή η δασκάλα για να  δώσει και το στίγμα του σοβαρού της ρόλου, ρώτησε τα παιδιά, << ποιο θέλει να έρθει στον πίνακα και να ζωγραφίσει ένα αστεράκι >> και  γέλασε μ’ ένα χλιαρό και προσποιητό τρόπο.

            Η φασαρία που ακούστηκε από είκοσι και περισσότερα παιδιά σήμαινε από τη δασκάλα << εγώ >> και έδειξε με το χέρι τον Καλλίνικο για να ξεμπλοκαριστεί απ΄ αυτή την ασφυκτική προσφορά. Αμέσως ο μικρός σηκώθηκε κι έφτασε στον πίνακα κρατώντας σφιχτά στην αγκαλιά του και το τραίνο του. Αυτό προκάλεσε τη θυμηδία των μαθητών που σαν μια συμμορία ούρλιαζε και φώναζε, κάνοντας τον Καλλίνικο να φοβηθεί και να πάρει κιτρινιάρικη όψη. Η δασκάλα εδώ φέρθηκε καλά και τον υποστήριξε, γνέφοντάς του ενθαρρυντικά να πάρει την κιμωλία και να προχωρήσει στη ζωγραφιά. Όμως το λεφούσι από κάτω δε σταματούσε και  όσο και πήγαινε η συμπεριφορά τους γινόταν πιο έκρυθμη κι ανεξέλεγκτη. Τότε επενέβη η δασκάλα κι απαίτησε σοβαρότητα. Δεν το πέτυχε και θεώρησε φαίνεται υπεύθυνο τον Καλλίνικο με το τραίνο του. Χωρίς αυτό δε θα υποβιβαζόταν η ιερότητα της τάξης.  Έτσι του είπε υψώνοντας τη βάρβαρη φωνή της που μόνο σε αχθοφόρο του λιμανιού ταίριαζε: << Φύγε εσύ και το τραίνο σου! Φύγε μη μεταμορφωθεί σε φίδι και σε κάνει κομμάτια! >> και σηκώθηκε να τον επαναφέρει  με βία στη θέση του. Το παιδί αντέδρασε και βγήκε έξω τρέχοντας μέσα στο πλήθος των μανάδων να  βρει τη δική του. Μόνο όταν έπεσε στην αγκαλιά της σταμάτησε να κλαίει και να νιώθει σιγουριά. Σε λίγο η δασκάλα ήρθε και τους συνάντησε. Ζήτησε από το μικρό Καλλίνικο να την ακολουθήσει και του εξήγησε πως απλώς ήταν μια κακή στιγμή και δεν έπρεπε να βρίσκεται έξω από το σχολείο αλλά στη θέση του, γιατί αυτός ήταν και ο σκοπός τής εισόδου του σ’ αυτό. Είπε ακόμη κρυφά στ΄ αυτί της μάνας του πως  έφταιγαν συν τ’ άλλα και η κακή του ανατροφή ενώ τόνισε πως μοιάζει να συμπεριφέρεται σαν << βουτυρόπαιδο>> κι αυτό είναι προϊόν  αλαζονικού περιβάλλοντος. Εν πάση περιπτώσει το παιδί πήγε πάλι στη θέση του και η ώρα συνεχίστηκε με αρκετά ακόμη παράδοξα.

           Ο Καλλίνικος και μετά το επεισόδιο συνέχιζε να κρατά στα χέρια του το τραίνο και να συμμετέχει μ’ αυτό στις δραστηριότητες, υποτυπώδεις εννοείται την πρώτη μέρα, προς μεγάλη τέρψη των συμμαθητών του που συνεχώς θορυβούσαν σαν το έπαιζε ή το κυλούσε πάνω στην επιφάνεια του θρανίου. Ώσπου η μεγάλη αποθέωση ήρθε στην ώρα της μουσικής που ενώ τα παιδιά τραγουδούσαν με την παρότρυνση της δασκάλας ο Καλλίνικος πατούσε τα κουμπιά και το τραινάκι άφηνε τις νότες του να συνεπαίρνουν τον αέρα και να κάνουν σιγόντο στην παιδική ορχήστρα. Όμως η ευχάριστη αυτή έκπληξη της μουσικής του ικανότητας δεν κράτησε πολύ γιατί το λεφούσι πήρε στραβά την οργανική συμμετοχή του κι άρχισε πάλι τα ουρλιαχτά και τις κραυγές. Τότε η επέμβαση της δασκάλας κρίθηκε και πάλι ουσιώδης και επιτακτική. Τον πλησίασε και του είπε σε τρυφερή τώρα γλώσσα για να μην πάθει τα ίδια όπως και πριν: << παίζεις πολύ καλά το όργανό σου αλλά τώρα πρέπει να το σταματήσεις!>> Δυστυχώς όμως τα παιδιά απάντησαν με φωνές και η αίθουσα έγινε κομφούζιο. Η δασκάλα κάθισε ξεφουσκώνοντας στη θέση της και τους κάρφωσε όλους με το αυστηρό και διαπεραστικό σαν φωτιά βλέμμα της. Όμως η περισσότερη κακία της εστιαζόταν στον Καλλίνικο που το έβλεπε και απόφευγε να την κοιτάζει ίσια στα μάτια αλλά της έριχνε λοξές ματιές ενώ κουνούσε που και που τις ωμοπλάτες του για να της υπενθυμίσει πως τα χέρια του βαστούσαν με την ίδια θέρμη και τόλμη το τραίνο του παρά τα άγρια κοιτάγματα που του έκανε.  

             Στο τέλος της μέρας η δασκάλα έπρεπε να τους δώσεις τα βιβλία πράγμα που το έκανε κι όλα τα παιδάκια τα έβαλαν με κάποια αδεξιότητα στις σάκες τους.. Τα βιβλία ήταν τρία αν θυμάμαι καλά, Γλώσσα, Μαθηματικά και Μελέτη του περιβάλλοντος. Ο Καλλίνικος όση ώρα τ’  άλλα παιδιά φρόντιζαν να τα αποθηκεύσουν στις σάκες τους αυτός έπαιζε με το τραίνο του, πατώντας τα κουμπιά και χαρίζοντας μια εξαίσια μουσική σε όλη την αίθουσα. Η δασκάλα βέβαια είχε εξοργιστεί αλλά δεν επενέβαινε για να αποφύγει τα δυσάρεστα.  Όταν όλα τα παιδιά έφυγαν το τραίνο ήταν για τον Καλλίνικο η πέτρα του σκανδάλου γιατί άφησε τα βιβλία και φουριόζος εγκατέλειψε την τάξη τρέχοντας έξω να αναπνεύσει τον καθαρό κι ελεύθερο αέρα από τον αντίστοιχο βαρύ και πνιγηρό του σχολείου. Η δασκάλα σηκώθηκε με απειλητική διάθεση από την έδρα για να τον συνετίσει και να τον αναγκάσει να τα βάλει στη σάκα του, αλλά μάταιος ο  κόπος ο μικρός δεν νοιαζόταν για τέτοιου είδους προστατευτισμό και την αγνόησε ενώ συνέχισε να τρέχει ανάμεσα στις άλλες μανάδες και να αναζητά τη δική του. Η δασκάλα τον ακολούθησε και του κουνούσε απειλητικά το χέρι θέλοντας προφανώς να τους τις βρέξει για την ακατονόμαστη περιπέτεια που την έβαζε. Εκείνος κατά βάθος έδειχνε να απολαμβάνει αυτή την καταδίωξη γιατί τον έκανε ήρωα αλλά και θέλοντας να δείξει την απέχθειά του και τη μοχθηρία του για την εικόνα που ένιωσε πρώτη μέρας το σχολείο. Κι ω του θαύματος η δασκάλα βρήκε μια βέργα, κάποιος καλοθελητής φαίνεται της την εξοικονόμησε, και τον έστρωσε στα κοντά κουνώντας συνεχώς το μαγικό ραβδί με δυνατές βεργιές στον αέρα  με τόση αγριότητα που ο θόρυβος άφησε άναυδες τις ΄μανάδες.  Κάποια στιγμή τον έφτασε και του χτύπησε το τραίνο!  Του χτύπησε το τραίνο; Θηρίο έγινε ο Καλλίνικος και το ξανάβαλε στα πόδια ενώ αυτή συνέχιζε και τον κυνηγούσε. Σε λίγο στην αγκαλιά της μάνας του βρήκε λιμάνι. Κι όπως ένιωθε ασφαλής κοντά της μπόρεσε αυτό το φοβισμένο αλλά πανέξυπνο παιδί, περιφρονώντας τη δασκάλα που είχε γείρει στ’ αυτί της μάνας του να της παραπονεθεί για την ανάρμοστη συμπεριφορά του, να της σφίξει το χέρι και να την παρασύρει μακριά από το πλήθος των γυναικών, πηγαίνοντάς την στην άδεια αίθουσα όπου είχε αφήσει τα βιβλία. Εκεί με τη βοήθειά της  τα έβαλε στη σάκα του και μετά βαστώντας από το ένα χέρι αυτή και απ΄ το άλλο σφιχτά το τραίνο κίνησαν για το σπίτι.

            Η Ρόζα για λίγο κοίταξε τη φρεσκοβαμμένη πόρτα τής αποθήκης που ανέδυε μια πνιγηρή μυρωδιά από νέφτι και χρώμα και ύστερα εκτιμώντας πόσο θαυμάσια και πρωτότυπα ήταν αυτά που της είπε η Μαρία, είπε γεμάτη έκπληξη:

            --- Δεν μπορούσα να διανοηθώ πως θα συμπεριφερόταν έτσι την πρώτη μέρα στο σχολείο! Μου είναι εντελώς αδιανόητο!

            --- Κι όμως αυτός ο μικρός τότε μπόμπιρας το διανοήθηκε και το έκανε!

            --- Πώς δε ζήτησε ν’ αλλάξει σχολείο μετά απ’ αυτό που έγινε;

            --- Το έκανε κι αυτό! Της είπε σαν γύρισαν στο σπίτι  της μάνας του, πως την άλλη μέρα δε θα πήγαινε σ’ αυτή τη χαζή και κακή δασκάλα.   Ήθελε το άλλο σχολείο στην κάτω πόλη που είχε όμορφη και καλή δασκάλα και θ’ αγαπούσε το τραίνο του!

            --- Τον πήγαν;

            --- Όχι! Ο νόμος το απαγόρευε. Έτσι υποχρεώθηκε να μείνει σ’ αυτό το σχολείο. Όμως για καλή του τύχη η δασκάλα πήρε μετάθεση και η άλλη που την αντικατέστησε ήταν φιλική κι ευχάριστη. Όσο για το τραίνο στα μέσα της πρώτης εβδομάδας το είχε απαρνηθεί. Άρχισε καινούριες φιλίες με τη ζωγραφική κι αυτό το έβγαλε στην αχρηστία. Ωστόσο μέρα με τη μέρα ζωγράφιζε κι ένα τραίνο στη ζωγραφική του βάζοντάς του πολλά βαγόνια που φρόντιζε να τα χρωματίζει με τους μαρκαδόρους τα μισά μαύρα και τ’ άλλα μισά καφέ. Απαραιτήτως δε κάτω από τις ράγες έφτιαχνε και ένα τερατώδες άνθρωπο που το ονόμαζε χοντροπατάτα ενώ δεν ξεχνούσε να προσθέτει και μερικά πέτρινα σπίτια με όμορφες κεραμιδοσκεπές φυσικά με τους απαραίτητους κήπους τους.  

          Απέναντι και νότια ήταν μια μικρή ταβέρνα που κάπου –κάπου λειτουργούσε και σαν μπυραρία απ’ όπου ακούστηκαν φωνές που έβγαιναν από το στόμα κάποιου μεθυσμένου και απευθύνονταν στους παρακείμενους θαμώνες που χασκογελούσαν και τον πείραζαν. Και οι δυο γυναίκες στράφηκαν κι έβλεπαν τη σκηνή ενώ η Μαρία έδειχνε να μη την πολυνοιάζει γιατί αυτή η εικόνα με τους μεθυσμένους τις είχε γίνει καθημερινή  συνήθεια όσο κι ενόχληση.

           Η ταβέρνα ανήκε σε μια χήρα και τη δούλευε με ζήλο για να ζήσει αυτή και τα δυο παιδιά της ένα αγόρι οκτώ χρονών και μια κόρη δώδεκα. Έμπαινες από ένα μακρύ καντούνι για να φτάσεις ενώ προς το τέλος τής διαδρομής και λίγα μέτρα από το μαγαζί ήταν πλακοστρωμένο που δεξιά κι αριστερά υπήρχαν ζαρντινιέρες με βασιλικούς και τριανταφυλλιές ενώ διάφοροι άλλοι χώροι ήταν φυτεμένοι με  γκαζόν κι έδιναν μια όμορφη επαρχιακή όψη.  Η αίθουσα ήταν  μικρή, χωρίς καλό σοβά, κρύα κι ένα ταβάνι που είχε ξεφτίσει και κρέμονταν  ασβέστες και αραχνιασμένα επιστρώματα χρώματος.  Τα τραπέζια και οι καρέκλες ήταν παλιά και  σκεπασμένα πάντα μ΄ ένα πράσινο κάλυμμα από μουσαμά γεμάτο λίγδα και σταγόνες ξεραμένου λαδιού.  Η κουζίνα κρυβόταν πίσω από μια σάπια λευκή πόρτα ενώ όλα τα σύνεργα της μαγειρικής ήταν στοιβαγμένα σ΄ ένα  μεγάλο πάγκο σκεπασμένα με ένα καφέ ύφασμα για να τα προφυλάσσει από τη σκόνη.

           Οι φωνές συνέχιζαν ν’ ακούγονται ανάκατες και να έρχονται στ’ αυτιά των δυο γυναικών ενώ δυο πελάτες έκαναν την εμφάνισή τους στο καντούνι και τραβούσαν για εκεί. Οι καθισμένοι θαμώνες τους υποδέχτηκαν με τους απαραίτητους χαιρετισμούς ενώ η φωνή τού μεθυσμένου έδειξε προς το παρόν να χάθηκε.

          Η Μαρία προσπάθησε να τους γνωρίσει τείνοντας με ενδιαφέρον και προσοχή το βλέμμα της προς το χώρο τής ταβέρνας ενώ είπε της Ρόζας, δείχνοντάς της με το χέρι της το χτίσμα:

            --- Λέγαμε για το σχολείο, τώρα ας πούμε για την ταβέρνα! Εκεί σ΄ αυτό το κολασμένο γιαπί που μαζεύονται κάθε καρυδιάς καρύδι και τα πίνουν ώσπου να γίνουν φέσι, ο παπα- Καλλίνικος είναι ένας από τους θαμώνες της! Την επισκέπτεται όμως όχι απαραιτήτως για να πιει αλλά για να τους κηρύξει την αλήθεια και να τους απομακρύνει από την αμαρτία! Αυτοί τον ακούν, άλλοι με τα χέρια στα ποτήρια, άλλοι με τα χέρια στις τσέπες και κάποιοι με κλειστά  μάτια από την κούραση και την αϋπνία.  Όμως τον ακούνε! Και ο παπα- Καλλίνικος όσο τους βλέπει να κάθονται και να τον ακούν συνεχίζει το κήρυγμά του! Πόσοι όμως είναι πρόθυμοι να σωθούν δεν ξέρω!

           Η Ρόζα προσπάθησε όσο μπορούσε να φέρει την εικόνα αυτή στο μπαρ που πρωτοείδε τον παπα- Καλλίνικο και γνωριστήκανε. Έκανε το συσχετισμό και βρήκε κοινά σημεία στα κίνητρα και της μιας επίσκεψης και της άλλης. ΄Και γελώντας με μια αυτοπεποίθηση για την καλή της κρίση, είπε στη Μαρία:

           --- Πόσο μοιάζει αυτή η πράξη του με αυτή στο μπαρ εκείνο το βράδυ που  γνωριστήκαμε!

           Αυτή που ανήκε από πολλά χρόνια στην οικογένεια του παπα -Καλλίνικου και τον ήξερε καλά δεν είχε λόγο να το αρνηθεί και πρόσθεσε:

           --- Μοιάζει πως δε μοιάζει! Δεν ξεχνά να κάνει και τις θεατρικές του εμφανίσεις αλλά πάντα με το πρόσχημα της ιερατικής αποστολής του! Κάποιον να σώσει ή κάποιους! Είπε αυτά και γέλασε ενώ η χροιά της είχε ένας είδος κωμικότητας.

          --- Όμως τα κίνητρά του είναι χριστιανικά! πρόσθεσε η Ρόζα. Ό,τι και να κάνει εκεί μέσα που συχνάζει τα κίνητρά του είναι καθορισμένα και δεν ξεφεύγει από τη γραμμή που του έχει διαγράψει το καθήκον και η αποστολή του. Κι όμως αν σκεφτείς πως η ανηθικότητα είναι μέρος της ζωής ο κίνδυνος να εκτραπεί είναι μεγάλος μολονότι σαν ιερέας έχει την απαιτούμενη ηθική αντίσταση.

           --- Αυτό που τον κάνει να συχνάζει σε ύποπτους χώρους, είπε τώρα η Μαρία, που ζει και γεννιέται η αμαρτία, όπως μου έχει εξομολογηθεί, είναι η ακαταμάχητη επιθυμία να γνωρίσει τους αμαρτωλούς ανθρώπους και να τους δώσει χέρι βοηθείας αν μπορεί, οδηγώντας τους και πάλι στον ίσιο δρόμο της αρετής και της ευπρέπειας. Και σαν σκεφτείς πως τα εφόδια του είναι περιορισμένα γι΄ αυτούς τους ύποπτους χώρους και ο κίνδυνος καραδοκεί από τους  ξεριζωμένους του υποκόσμου, αντιλαμβάνεσαι πως θέλει πολύ κουράγιο και πίστη στην αποστολή του για να χαρίσει έστω κι ένα καλό λόγο ή ένα χαμόγελο παρηγοριάς στους εν λόγω αμαρτωλούς.

          Η Ρόζα έκρινε πως έπρεπε να εκμυστηρευθεί κάτι από την πρώτη εμφάνιση του παπα- Καλλίνικου στο μπαρ το << ΝΑΥΑΓΙΟ>>  για να πάρει πιο ενδιαφέρουσα τροπή η κουβέντα γι’ αυτόν. Και με ανυψωμένα τα μάτια το διηγήθηκε μέσα από χείλη που σφύριζαν μια αρμονική απαλή μουσική:

           --- Αυτό που μου έκανε εντύπωση και με συνεπήρε σαν τον πρωτοείδα το βράδυ εκείνο στο χώρο που εργάζομαι  να έχει μαζέψει τόσους πολλούς νέους γύρω του και να τους μιλάει  ήταν η απλότητα του λόγου του και η γλυκύτητα του βλέμματός του, που άγγιζε τους ακροατές με θέρμη και τους συγκλόνιζε την ψυχή τους. Κι αυτό φαινόταν στην έκφραση του προσώπου τους που σε κάθε του λέξη φεγγοβολούσε και έδειχνε να έλεγε <<έτσι είναι>> ή << πες μας και παρακάτω, παππούλη>>. Αυτά λοιπόν τα εφηβικά κυρίως πρόσωπα που αποτελούνταν εξίσου από αγόρια και κορίτσια έδειχναν να εκτιμούν την πράξη του και να χαίρονται που τον συναναστρέφονταν όχι σαν επικριτή των επιλογών τους αλλά σαν ένα συνομιλητή με ισορροπημένες και καταλαγιασμένες αλήθειες.

          Η Μαρία αφού έμεινε λίγο σιωπηλή, είπε με μια διάθεση ευχάριστη:

          --- Κάνει κάτι που του αρέσει κι αυτό τροφοδοτεί τη θέλησή του με εκρηκτική πηγή ενέργειας. Τόση πληρότητα δε νιώθει φαντάζομαι στα κηρύγματα της εκκλησίας όσο σ’ αυτούς τους ύποπτους κι αμαρτωλούς χώρους. Εκεί νομίζει πως είναι θεόσταλτος ή ένας κοινωνικός αναμορφωτής ενώ στην εκκλησία ένας επαγγελματίας κατηχητής. Τι να πω κι εγώ… ίσως πέφτω έξω αλλά λέω αυτό που βλέπω και αισθάνομαι. Οι χώροι τής δράσης του που μπορεί και επιτελεί το θρησκευτικό του καθήκον προς τον πλησίον είναι αυτοί της ηδονής, εκεί που θάβονται μέρες και νύχτες τα όνειρα τόσων ανθρώπων! Αυτούς θέλει να τους κάνει παράδεισους και τους θαμώνες τους ευτυχισμένους ενοίκους! Δε θα αισθανθεί ποτέ καλά κι ασφαλής αν κι ένας από τους αμαρτωλούς  αυτούς δε θα δείξει έστω και ελάχιστη μετάνοια σωτηρίας. Η μεταβολή τού ανθρώπου προς το καλύτερο τον ανεβάζει στους ουρανούς.

             --- Επειδή δε βάζει κεφάλι στο ντορβά, είπε η Ρόζα έχει πετύχει πολλά πράγματα! Όλο και περισσότεροι επισκέπτες του μπαρ συνετίζονται από το λόγο του και πετυχαίνουν το ακατόρθωτο, την υπέρβαση. Δε μεθούν, μετρίασαν το ποτό, επιστρέφουν νωρίς στα σπίτια τους και αποφεύγουν τις εικόνες της κραιπάλης και του εξευτελισμού με την επήρεια του άφθονου αλκοόλ. Η δε συμπεριφορά τους απέναντι στους  φίλους τους έγινε κομψή και χαίρονται την παρέα τους χωρίς φλυαρίες περιττές και θόρυβο τρελό. Βλέπουν την αίθουσα σαν χώρο τους και βρίσκουν τρόπο να εκμεταλλευτούν το χρόνο τους με μια σωστή και αναθεωρημένη συζήτηση.

             --- Κι όλα αυτά προς τέρψη κι ευχαρίστηση του παπα-Καλλίνικου που βλέπει πως οι κόποι του δεν πάνε χαμένοι.

             --- Ακριβώς! Είναι η επιβράβευση που του δίνεται! Είναι κι αυτή μια αναγνώριση στις τόσες του προσπάθειες.

              Είπε αυτά τα λόγια  και μια ομορφιά με απόλυτη γαλήνη απλώθηκε στο ακίνητο ως εκείνη τη στιγμή πρόσωπό της το γεμάτο με τόση φρεσκάδα. Έδειχνε όμως κουρασμένο κι αυτό ανάγκασε τη Μαρία που το πρόσεξε να της τονίσει με έμφαση σαν καλή προστάτιδα:

             --- Σε βλέπω κουρασμένη! Τι θες να πάμε να ξαπλώσουμε ή να πεταχτούμε ως εκεί τη μικρή κοιλάδα και να ανάψουμε ένα κεράκι στο μικρό προσκυνητάρι του   Άι-  Νικόλα;

             Η Ρόζα γοητεύτηκε σαν άκουσε για μικρό περίπατο, όμως είχε την αμφιβολία κατά πόσο θα είναι ασφαλείς στα μάτια τού κόσμου. Η αποκάλυψη της παρουσίας της στο σπίτι του παπα- Καλλίνικου σίγουρα θα του έβαζε μπελάδες. Όμως από την αγωνία της την απάλλαξε η  Μαρία που της είπε, λες και διάβασε τη σκέψη της:

            --- Η κοιλάδα είναι έρημη τέτοια ώρα και θα περπατήσουμε μόνες μας χωρίς καμία ενοχλητική συνοδεία. Είναι όμορφο μέρος και το διανύω αρκετές φορές το μήνα σαν μου το επιτρέπει ο καιρός.

              Πήραν το καλντερίμι σαν βγήκαν από την αυλή και κατέβηκαν χαρούμενες το στενό δρομάκι, που ήταν κατάφυτο στις όχθες του από πεύκα, ανθισμένες δάφνες και μικρούς θάμνους.  Η διαδρομή ήταν μικρή κοντά διακόσια μέτρα κι έμοιαζε σαν ένας μακρύς κήπος. Το μικρό προσκυνητάρι, φτωχό και λιτό στην όψη αλλά γεμάτο θρησκευτικό μυστήριο και χριστιανική λάμψη τους δέχτηκε με την πορτούλα του ανοιχτή και την εικόνα του Άι- Νικόλα δίπλα  σ’ ένα απλό ξύλινο και μαύρο σταυρό.  Άναψαν το κερί τους κι αφού προσκύνησαν με ευλάβεια έφυγαν νιώθοντας η κάθε μια από τη μεριά της να την κυριεύει ένα ευχάριστο σπασμωδικό ρίγος.

            Ο γυρισμός ήταν πιο εύκολος γιατί το δροσερό αυγουστιάτικο αεράκι τις είχε αναζωογονήσει. Έτσι στο σπίτι δεν ξάπλωσαν αμέσως αλλά κάθισαν και πάλι στο μπαλκόνι θαυμάζοντας τις ομορφιές τής φύσης που τόσο υπέροχα ζωγράφιζε ο απογευματινός χρωστήρας τής θείας έμπνευσης. Στη μικρή σιωπή που ακολούθησε μπόρεσαν να φρεσκάρουν τις σκέψεις τους για να αρχίσουν και πάλι μια σπουδαία συζήτηση, που κράτησε ως τις πρώτες βραδινές ώρες.  Τότε η Ρόζα ικανοποιημένη που άκουσε τόσα πράγματα για τον αγαπημένο της και ξεδίπλωσε και τη λεπτότητα της συνείδησής της λέγοντας επαίνους και διθυράμβους γι’  αυτόν,  άφησε τη Μαρία και  ξεκίνησε να πάει για το σπίτι της στην κάτω πόλη.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

                                ΚΕΦΑΛΑΙΟ    ΠΈΜΠΤΟ

 

 

             Ο παπα- Καλλίνικος καθόταν  στην αίθουσα του αναψυκτηρίου τού βιβλιοπωλείου << βιβλιοδρόμιο>> και είχε ακουμπισμένο στο χέρι του το κεφάλι και περίμενε αφοσιωμένος στον εαυτό του, ενώ περίμενε την εμφάνιση του παπα- Ρίζου για μια ενδιαφέρουσα κουβέντα πριν την   παρουσίαση του βιβλίου ενός πρωτοεμφανιζόμενου λογοτέχνη που υποσχόταν πολλά στο χώρο τής λογοτεχνίας και μάλιστα στο δύσκολο είδος τού μυθιστορήματος.

           Στο βιβλιοπωλείο αυτό που  ήταν το πνευματικό στέκι των ανθρώπων της τέχνης και των γραμμάτων πάντα γινόταν κάτι εντυπωσιακό και σπουδαίο, με προτίμηση στο νέο και το μοντέρνο, αποφεύγοντας τις παρωχημένες εκφράσεις και δημιουργίες που τις χαρακτήριζε εν πολλοίς ο συντηρητικός  τρόπος  διακίνησης των ιδεών και η κακή ως μέτρια δημιουργία. Γι’ αυτό πολλοί νέοι καλλιτέχνες πρόβαλλαν εδώ τα έργα τους ελπίζοντας σε μια καλύτερη αποδοχή από την ευρύτερη μάζα του φιλότεχνου κοινού.

          Το βιβλίο που θα παρουσιαζόταν σήμερα και είχε αποσπάσει καλές κριτικές ήταν ενός νέου και ταλαντούχου συγγραφέα με αχαλίνωτη φαντασία και ρεαλιστική  ενατένιση των γεγονότων που χωρίς να είναι υποταγμένος στους νόμους της εξάρτησης από τους μεγάλους εκδοτικούς οίκους  που θέλουν να γράφεις κατά παραγγελία αρκεί να πουλάνε, είχε θεσπίσει το δικό του πιστεύω κι έγραφε με σύντροφο την αλήθεια αρνούμενος να συμπράξει μια εύπεπτη εκδοτική γραφή που απέβλεπε στον κανιβαλισμό του μυθιστορήματος. Είχε εκδώσει ως τώρα πέντε μυθιστορήματα, όλα δυνατής πνοής, με επίκεντρο του περιεχομένου τους στον άνθρωπο και τα υπαρξιακά του προβλήματα, όπου στιγμάτιζε τη βλακώδη και σκληρή αδιαφορία και εκμετάλλευση των ισχυρών για το κατάντημα της αθλιότητας που τον είχαν ρίξει. Το πρώτο του βιβλίο η κοινή γνώμη το δέχτηκε με ενθουσιασμό ενώ ένας σκοταδιστής, φαύλος και οπαδός τής άγνοιας κριτικός έγραψε ένα λίβελο κακοήθειας για να το υποτιμήσει κρύβοντας προφανώς τις αρετές της γραφής του που ήταν  το γλαφυρό του ύφος, η μεστή γλώσσα του και το γεμάτο νόημα και αλήθειες περιεχόμενό του.  Στην πορεία ήρθαν και τ’  άλλα βιβλία του που  μόνο όσοι είχαν λόγο να τα δουν απειλητικά τα έριξαν στο πυρ το εξώτερο. Η κριτική με ελάχιστες εξαιρέσεις στάθηκε στο ύψος της κρίνοντάς τα με αντικειμενικότητα τονίζοντας με έμφαση το ισχυρό αίσθημα της πρωτότυπης γραφής τού συγγραφέα.

          Και στη σημερινή ομιλία τού παρουσιαστή, ενός ανθρώπου με κύρος στα ελληνικά γράμματα και συγγραφή πολλών δοκιμίων, μυθιστορημάτων και πλήθος κοινωνικών θεμάτων, αυτό θα τονιζόταν με επίφαση, το πώς ο νέος συγγραφέας χειριζόταν μέσα από το πλούσιο ταλέντο του και την ευαισθησία του το λόγο, που μαζί με τις εμπειρίες του, τις παρατηρήσεις του από την πραγματικότητα και την εμβάθυνσή του στη μορφή των γεγονότων, έπλεκε ιστορίες συγκίνησης, τρυφερότητας και ρεαλισμού. Επίσης θα τόνιζε κι αυτά από διαρροή τού λόγου του, πως η συνοχή, η λιτότητα, η συγκίνηση, η  επιδεξιότητα της αναφοράς στα πράγματα, η καλή χρήση τής γλώσσας με τη σωστή επιλογή των λέξεων τον κάνουν ένα γνήσιο εκφραστή του λαού και τον κατατάσσουν στην κορυφή τής λογοτεχνίας μας.

          Εκείνη τη στιγμή μπήκε ο παπα- Ρίζος και με τα χαρούμενα μεγάλα μάτια του να τον κοιτάζουν με έκπληξη του είπε σαν κάθισε δίπλα του:

           --- Ξέρω πως δε σου ξεφεύγει καμιά τέτοια πνευματική εκδήλωση λόγου και τέχνης, αλλά να σε δω κι από τόσο νωρίς δεν το περίμενα! Αλήθεια πόσο γοητευμένος νιώθεις που θα έχεις μια θεσπέσια ώρα να την περάσεις μαζί με την πολυαγαπημένη σου λογοτεχνία!

           Ο παπα- Καλλίνικος του έσφιξε σφιχτά το χέρι και τον ασπάστηκε με εγκαρδιότητα. Κι αφού έβαλε το χέρι του στο δερμάτινο ντοσιέ που το είχε πάντα μαζί του για να κρατά σημειώσεις, του αποκρίθηκε με αρκετή περηφάνια και σοβαρότητα:

            --- Με γνωρίζεις καλά και είμαι απολύτως της γνώμης πως μιλάς σοβαρά για το κουσούρι μου αυτό να μην χάνω καμιά πνευματική εκδήλωση που γίνεται στην πόλη μας. Όμως αξιότιμε φίλε πρέπει να ξέρεις πως το κάνω όχι για επίδειξη και προβολή, αλλά επειδή τρέφω σοβαρή εκτίμηση στο εγχείρημα << παιδεία, γλώσσα, πολιτισμός>>. Προσωπικά πιστεύω κάθε έργο τέχνης, όποιας τέχνης που είναι γεμάτο έκσταση, μελαγχολία, φωτισμένο από ένα ουράνιο φως και με έμφαση στη δραματικότητα και την αλήθεια κάνει τον άνθρωπο ήμερο και του γαληνεύει την ψυχή. Με λίγα λόγια τον ημερεύει. Κι επειδή πιστεύω πως η αναγέννηση του ανθρώπου θα έρθει μόνο από την εκπληκτική δύναμη του βιβλίου το στηρίζω απεριόριστα. Ακόμη η λογοτεχνία έχει τεράστια ανυψωτική δύναμη γιατί τη χαρακτηρίζουν γηγενείς αυτόνομες δυνάμεις, όπως η πρωτοτυπία, το αβυσσαλέο και πολυσύνθετο περιεχόμενο και η εκπληκτική μεγαλοφυία τού συγγραφέα που όταν είναι πολυσχιδής και χαρισματικός κάνει θαύματα και ανασταίνει ξεπεσμένους λαούς ολόκληρους. 

          Ο παπα- Ρίζος δεν είχε λόγους να μη συμφωνήσει και τον χτύπησε ελαφρά στην πλάτη, σαν να του έλεγε << κι εγώ μαζί σου >>.  Ύστερα σαν οι προετοιμασίες για την ομιλία στο βάθος τής αίθουσας γίνονταν με εντατικό ρυθμό κι αυτό τους ενοχλούσε, αποτραβήχτηκαν στο πίσω μέρος τού αναψυκτηρίου όπου η κίνηση από θαμώνες ήταν ελάχιστη και προετοιμάστηκαν να τα πούνε με μια ευχάριστη διάθεση ύστερα από τόσο καιρό.

           --- Αχ, Θεέ μου! είπε ο παπα- Καλλίνικος πρώτος και σήκωσε με ένα δισταγμό τα μάτια του και τον κοίταξε. Έχω να κάνω τόσα πράγματα και δεν ξέρω πώς να τα χειριστώ. Πνίγομαι, καλέ μου φίλε, πνίγομαι! Ο Θεός να βάλει το χέρι του να έρθουν καλά τα πράγματα!

           Ο παπα- Ρίζος του διάβασε αμέσως τα μάτια και εννόησε πως ήθελε τον καλό του λόγο και την επιβράβευσή του. Έτσι με προτρεπτική διάθεση του είπε:

           --- Τα λες για να ακούσεις εγκώμια και πάλι! Όμως δε σε φοβάμαι γιατί πάντα η ημερησία σου διάταξη έχει σημαντικά θέματα που πρέπει να διεκπεραιώσεις και όλο το καταφέρνεις ! Είσαι άξιος και μη κάνεις θόρυβο για το θεαθήναι!

           Εκείνος αποσπάστηκε στις φωνές που έρχονταν ανάκατες και ηχηρές από το διάδρομο που οδηγούσε στην αίθουσα και φάνηκε να έχασε κάποιες από τις τελευταίες λέξεις του. Ωστόσο το νόημα το έκανε κτήμα του. Έτσι προφανώς ευχαριστημένος έγειρε και του έσφιξε το χέρι ενώ παράλληλα κοίταξε και προς το μέρος τής αίθουσας για να δει μέσα από την ανοιχτή της πόρτα την έλευση του κόσμου. Οι ακροατές προσέρχονταν αθρόα και όσο περνούσε η ώρα οι καρέκλες γέμιζαν και ο χώρος πύκνωνε. Πολλοί στέκονταν όρθιοι παρέες- παρέες και συζητούσαν ενώ κάποιοι άλλοι διάβαζαν το πρόγραμμα και το έκριναν ψιθυριστά σκύβοντας στ’ αυτί τού διπλανού τους. Κοντά στην είσοδο διακρίνονταν και κάποια ασήμαντα άτομα που πιθανόν ήταν μικροπωλητές και μπήκαν με την εξυπνάδα τους μάλλον παρά με την άδεια των διοργανωτών. Αφήνοντας την αίθουσα στο δικό της παλμό ο παπα- Καλλίνικος του είπε με μια δόση πικρίας και ειρωνείας μαζί:

          ---  Βλέπω ελάχιστους ρασοφόρους κι αυτό με στενοχωρεί. Δεν μπορώ να καταλάβω πως μπορεί να θεωρούνται ολοκληρωμένοι ιερείς όταν έχουν κολλήσει στα εκκλησιαστικά μόνο κείμενα και δεν εντρυφούν και στα κλασικά αριστουργήματα. Μήπως κι αυτή η ελλιπής θέλω να πω μόρφωση του κλήρου πρέπει να είναι ακόμη ένα από τους στόχους της  << Οργάνωσης των Ιπποτών;>>

          Ο παπα- Ρίζος έδειξε σαν να κοκάλωσε. Αυτές οι εύστοχες και απρόσμενες πνευματικές εξάρσεις του παπα- Καλλίνικου του έδιναν την ευτυχή βεβαιότητα πως στο τέλος η προσπάθειά τους δια μέσου της οργάνωσης θα είχε καλά αποτελέσματα. Μένοντας για λίγο ακόμη ψυχρός θα έλεγε κανείς από την έκπληξη που του έκανε η μοναδικότητά του αυτή να σκέφτεται επί παντός επιστητού,  έσκυψε  και με κάποια προφύλαξη ψηλάφισε στα χέρια του το βιβλίο που το είχε κρύψει προσωρινά στο ράσο του για να το δώσει  στον παπα- Καλλίνικο, με την πρώτη ευκαιρία σ΄ ένα πιο ασφαλές μέρος για να μην το πάρει είδηση κάποιο κακό μάτι. Η μικρή του αυτή κίνηση αμηχανίας δεν κράτησε πολύ γιατί γρήγορα σήκωσε το κεφάλι του για να του πει με το δείκτη τού χεριού του τεντωμένο με νευρικότητα:

            --- Δυστυχώς δεν είναι και τόσο παρήγορο αυτό ΄που λες για την  φτωχή παιδεία των κληρικών αλλά η επισήμανσή σου πως πρέπει να μπει σαν στόχος στην οργάνωσή μας με βρίσκει ένθερμο υποστηρικτή και κρίνω κιόλας πως πρέπει να μπει σαν θέμα επιτακτικά στο συνέδριο του ερχόμενου καλοκαιριού στην Αθήνα. Κι αμέσως έβγαλε από την τσέπη του ένα φάκελο όπου με πλήρη μυστικότητα του τον έδωσε ενώ του ανέφερε περιληπτικά το περιεχόμενό του. Σε χρήζουν, του κάνει και εισηγητή για όποιο θέμα θέλεις κι ελπίζω στα τόσα άλλα που θα έχουμε επιλέξει μπορούμε να προσθέσουμε κι αυτό που αναφέραμε. Ας το επιχειρήσουμε κι ας ευχηθούμε θερμά πως θα εισακουστούμε.

             Εκείνος φάνηκε να βρέθηκε σε δύσκολη θέση γιατί την εισήγηση δεν την ήθελε να την κάνει επειδή υπήρχαν φόβοι να του δημιουργήσει προβλήματα μια ομάδα φονταμενταλιστών που διακατέχονταν από ακραίες και σκληρές ιδέες. Βέβαια δεν μπορούσε να πει ένα ξερό << όχι>> στο επιτελείο της Οργάνωσης αλλά και του ήταν και δύσκολο να πει << ναι>> χωρίς πρώτα να αποφασίσει με ώριμη σκέψη. Ο Θεός έπρεπε να βάλει το χέρι του και για μια άλλη φορά! Και γι΄ αυτό μάλλον δεν ήταν σίγουρος!

           --- Θα διαβάσω την επιστολή και θα αποφασίσουμε από κοινού τι θα κάνουμε, του είπε κι έβαλε όλα τα δυνατά του για να φανεί ενθαρρυμένος. Ωστόσο πρέπει να σου ανακοινώσω πως ως τώρα απ’ αυτά που πληροφορήθηκα μέσου του κώδικα <<άλφα>> η οργάνωση έχει άψογη επικοινωνία, ισχυρή ιδεολογική σαφήνεια και υψίστη αποδοχή των πράξεών της από το σύνολο των μελών. Εκτιμούν πως οι νέοι αρχηγοί και ικανοί αρχιερείς που είναι της τάξης των πεφωτισμένων συμβόλων θα πετύχουν το δεδηλωμένο και το αξιόπιστο με τις στοργικές τους πράξεις και συμβουλές. Με την ευκαιρία δε σου λέω πως πρέπει να κρατήσουμε τη μυστικότητα των συναντήσεών μας και να αποφύγουμε κάθε διαρροή των όσων λέμε και σκεφτόμαστε. Η αίσθηση πως είμαστε νόμιμοι είναι ασταθής και οι εχθροί παραμονεύουν. Ενδεχομένως να έχεις δεχτεί και κάποια κακόβουλη ενόχληση. Νομίζω πως η  αρχική μας ηρεμία στην οργάνωση πάει περίπατο. Από εδώ και πέρα αρχίζουν τα δύσκολα γι’ αυτό πρέπει να είμαστε έτοιμοι για παν ενδεχόμενο.

         Ο παπα- Ρίζος έδειξε να φούντωσε απ’ αυτά που άκουσε και σήκωσε όπως το συνήθιζε τα φρύδια του ενώ έριχνε και κάτι επιπόλαιες ματιές στο διάδρομο που συνέχιζε να είναι γεμάτος από εισερχόμενους ακροατές. Σαν βρήκε το κέφι του και το χιούμορ του, και χωρίς να χρειαστεί να κάνει τίποτα το ιδιαίτερο, τον ρώτησε με διάθεση που υπονόμευε και ελάχιστη πλάκα:

           --- Όμως εδώ δεν ήρθες μόνο για την ομιλία; Πιστεύω να κερδίσεις και κάτι παραπάνω, ας πούμε μια συνάντηση με τη Ρόζα!

           Εκείνος γέλασε αλλά αμέσως πήρε αυστηρή όψη.

           --- Δυστυχώς με απασχολούν κι άλλα σοβαρά πράγματα και η πιθανότητα να την δω αποκτά ελάσσονα κλίμακα. Αν όμως μου έρθουν όλα βολικά ίσως να αναδυθούμε ερωτικά και πνευματικά μπροστά από τη φιγούρα του μικρού φάρου στο λιμάνι.

            --- Ήρθες στη πηγή και δε θα πιεις νερό! Δεν το πιστεύω, ακριβέ μου φίλε! Όλες οι χαρές είναι για σένα και το χαίρομαι! Αλίμονο από μένα!

            --- Ε, τώρα μη θες να τσακωθούμε! Αυτό που λες δε θέλω να το ξαναπείς ούτε για  αστείο! Με στενοχωρεί! Μη σκαλίζεις το σατανά για να σε σκανδαλίζει. Άλλα πράματα ήρθαμε να πούμε και να δούμε εδώ!

            --- Τι άλλα για να ακούσω!

            --- Την ανάκριση που μου έκανε ο μητροπολίτης πριν ένα μήνα περίπου σχετικά με τη σχέση μου με τη Ρόζα! Θα ήθελες να ακούσεις τα πιο σημαντικά;

            --- Όλο ενδιαφέροντα είσαι παπα- Καλλίνικε! ανέκραξε με εύθυμο τρόπο αυτός και πρόσθεσε: καλά το λέω εγώ πως σε συμπαθάει πολύ κι όλο στα φουστάνια του θέλει να σε χώνει! Αλήθεια όμως αν και το λες σαν να ήταν μια απλή ρομαντική ιστορία η συνάντησή σας, δε σε πλήγωσε; Πολύ θα χαιρόμουν αν άκουγα πως τα βρήκατε και θα πάψει τη δίωξη εναντίον σου!  Πιστεύω να βρήκε και τη Ρόζα να πλέει σε πελάγη ευτυχίας η καλή σας σχέση με το δεσπότη για να πάψει κι αυτή τα <<βαχ>> και τα << αχ>>.

           --- Με δέχτηκε στο γραφείο του όπως δέχεται τον κάθε απλό άνθρωπο και μπορώ να σου πω πως δεν μου θύμωσε πολύ αλλά συγκρατήθηκε προφανώς για να το κάνει στο μέλλον!  Η κουβέντα περιστράφηκε γύρω από την αξία τής ηθικής και την κοσμιότητα των πράξεων που πρέπει να διακατέχει τους κληρικούς. Για τη σχέση μου φυσικά με τη Ρόζα δεν έδειξε καμία επιείκεια και ήταν κατηγορηματικός πως πρέπει πάση θυσία να διακοπεί. Αν δε γίνει από μας τους πρωταγωνιστές θα το κάνει μονομερώς αυτός εφαρμόζοντας τους κανόνες τής εκκλησίας. Όμως ήταν διαλογικός κι αυτό μου άφησε ελπίδες να πιστεύω πως θα είναι πάντα ελαστικός στις κρίσεις του και ποτέ δε θα με τιμωρήσει. Πρέπει να είναι κι αυτός μέλος στην << Οργάνωση των Ιπποτών >> πράγμα που το συμπέρανα από κάποιες λέξεις κλειδιά που χρησιμοποιούμε κι εμείς στην ομιλία μας. Αν είναι έτσι  ίσως όλη μου η υπόθεση να μείνει αναιμική για πολλά χρόνια. Όμως μου άφησε να εννοηθεί πως είμαι υπό παρακολούθηση και το μπαρ το << ΝΑΥΑΓΙΟ>>  θα μου γίνει ένας κακός εφιάλτης κι όχι πρόναος ερωτικών αναμνήσεων του παρελθόντος!

           --- Άρα όχι και τόσο μαύρα κι άραχλα τα πράματα με το μητροπολίτη, παπα- Καλλίνικε!

          --- Όχι, αλλά έχει και συνέχεια η ιστορία!

          --- Θα περιοριστώ στην ειλικρίνειά σου, λέγε!

          --- Προέκυψε εντός των ημερών κι άλλο ένα σοβαρό θέμα που σαν το έμαθε με κάλεσε να τον συναντήσω  στη συνεστίαση που θα γίνει στο τέλος της ομιλίας και να έχουμε μια άλλη επαγγελματική φλυαρία που απ’ ότι πιστεύω λόγω του μεγέθους της έκπληξής του και του ασυνήθιστου θα με κατσαδιάσει και μην πω κιόλας πως ίσως να μου αναγγείλει και την καθαίρεσή μου από το σώμα της εκκλησίας.

        --- Είμαι περίεργος να σε ακούσω!

        --- Ωραία! Ξέρεις πως υποφέρω από τα μάτια μου κι αυτό το ερμηνεύω σαν μια δοκιμασία που μου την έστειλε ο Θεός για την αμαρτωλή ζωή που κάνω με τη Ρόζα. Για να εξιλεωθώ λοιπόν από το αμάρτημα αλλά και να γιατρευτώ μια οδός υπάρχει. Η οδός τού μαρτυρίου! Αποφάσισα το Πάσχα που έρχεται να ανεβώ πάνω στο σταυρό τη Μεγάλη Πέμπτη που γίνεται η αναπαράσταση των παθών του Χριστού στο μοναστήρι της Κατσιμικάδας ενώπιον του Θεού και των ανθρώπων  σαν ένδειξη μετανοίας! Φαίνεται πρωτάκουστο και υβριστικό ίσως στο χριστεπώνυμο κοινό, αλλά αυτή είναι η απόφασή μου και μου λείπει η διάθεση να το συζητώ για να αλλάξω γνώμη. Ό,τι αποφασίστηκε θα εκτελεστεί!

           Ο παπα- Ρίζος έμεινε εμβρόντητος και παρότι ψύχραιμος φάνηκε να συγχύστηκε ενώ αναφώνησε δυνατά κάνοντας τους παρευρισκομένους να τον κοιτάξουν:

           --- Παραφρόνησες παπα- Καλλίνικε! Αν το κάνεις αυτό ο κόσμος που θα σε βλέπει θα γίνει όχλος και θα σε κατασπαράξει. Το σκέφτηκες;

          --- Το σκέφτηκα ! Αλλά δεν μπορώ να αγνοήσω τη Θεία τάξη!

          --- Δηλαδή επιμένεις στην ανοησία σου;

          --- Αν την θεωρείς ανοησία, ναι! Αν όμως πράξη μετάνοιας και ταχτοποίησης ενοχών τής συνείδησης θέλω να με συντρέξεις!

          --- Τότε σωστά αντιλαμβάνομαι πως η παρουσία σου εδώ δεν έχει μόνο το λόγο τής παρακολούθησης της ομιλίας αλλά και της επικείμενης συνάντησής σου με το μητροπολίτη. Εξάλλου κι εσύ ο ίδιος νωρίτερα αυτό εννόησες λέγοντας πως πολλοί λόγοι σ’ έφεραν εδώ.

          --- Ναι, το πληροφορήθηκε και ζήτησε να με δει. Γι’ αυτό την ώρα τής συνεστίασης σε θέλω δίπλα μου. Η συντροφιά σου θα του μετριάσει την επιθετικότητα και σε μένα θα κάνει πολύ καλό. Στο ζητώ σαν φίλος μη μου το αρνηθείς.

          --- Μεγαλοδύναμε Θεέ! τι είναι πάλι και τούτο, είπε αμήχανα εκείνος και του έπιασε το χέρι δείχνοντας πως δε θα τον εγκαταλείψει. Και με μια πραγματική ύστερα διάθεση για να σπάσει τον πάγο μετά την ψυχρολουσία που δέχτηκε του είπε, δείχνοντας τον κόσμο που είχε γεμίσει την αίθουσα: Η ομιλία φαίνεται να αρχίζει ιδού και ο σεβασμιότατος μετά των αρχιερέων και γραμματέων στο πλάι του! Πάμε κι εμείς να καθίσουμε δίπλα του και να θαυμάσουμε συν τοις άλλοις και τις φρεσκοχτενισμένες φαβορίτες του!

        Γέλασαν και με μια μικρή αφοσίωση στους εσωτερικούς τους στεναγμούς κάθισαν στις θέσεις τους.

         Η ομιλία κύλησε ευχάριστα γιατί ο ομιλητής κατείχε την τέχνη τού ρήτορα και συνάρπασε το ακροατήριο. Στο τέλος οι πάντες συνεχάρησαν και τον ομιλητή αλλά και τον έξοχο συγγραφέα που δεν έκρυβε τη χαρά του από την ενθουσιώδη υποδοχή που είχε το τελευταίο του μυθιστόρημα. Συγκινημένος εν μέσω φίλων και συγγενών δεχόταν ευχές και υποσχόταν καινούργιες γραφές. Έτσι με πλήρη την επιτυχία τής λογοτεχνικής γιορτής ο κόσμος πέρασε την πόρτα τής αίθουσας για να πει σε μια άλλη της συνεστίασης.

          Ο μητροπολίτης σαν ήρθαν και τον πλησίασαν   κοιτούσε έξω από το ανοιχτό παράθυρο τη θάλασσα που εκείνη τη στιγμή την είχε ευνοήσει φαίνεται η μεσημεριανή ακτινοβολία και της έβαφε πιο έντονα το γαλανό της χρώμα. Οι δυο φίλοι τον διέκοψαν και τον χαιρέτησαν με τον απαιτούμενο εκκλησιαστικό αυθορμητισμό και κάθισαν.   Αυτός χωρίς να φανεί πως πειράχτηκε που τον απέσπασαν από την αναπόληση της περιήγησής του, τους δέχτηκε με εγκαρδιότητα κι αρκετή φιλική διάθεση. Και όπως το στόμα του ήταν μικρό και αεικίνητο αφήνοντας να εξέχουν τα δυο μπροστινά δόντια που τον έκαναν κωμικό σπρώχνοντας το πανωχείλι του, τους είπε γελαστά και ζωηρά προς έκπληξη των κοντινών παρευρισκομένων:

          --- Να μη σας ματιάσω! Μια χαρά σας βλέπω και τους δυο σας! Σας θρέφει φαίνεται ο καλός αέρας της χριστιανοσύνης!  και μειδίασε νιώθοντας υπερηφάνεια για την ετοιμότητα της ατάκας του.

          << Αχ, τούτος ο δεσπότης δεν είναι κακός, σκληρός κι απόμακρος σαν τους άλλους >> συλλογίστηκε ο παπα- Καλλίνικος και του χάρισε ένα μικρό γέλιο. << Είναι καλός, αστείος και πονόψυχος κι έχει τις έγνοιες του για τον άνθρωπο, όπως κι ο Χριστός. Ελπίζω να τα πάμε καλά και να μη βρει την πράξη μου υπερβολικά κολάσιμη>>.

          --- Όμως δε σας βλέπω χαρούμενους στην όψη και στην έκφραση! συνέχισε. Σ’ ένα τέτοιο γεμάτο και κομψό τραπέζι με όλα τα αγαθά του Θεού πρέπει να είναι κανείς ευτυχισμένος! Εσείς γιατί δεν είστε;

          Ο παπα- Ρίζος σκούντησε ελαφρά τον παπα- Καλλίνικο να αναδιπλωθεί και να αποκτήσει θάρρος παύοντας να κάνει τον ψόφιο κοριό. Ο δεσπότης ήταν στις καλές του κι έπρεπε να το εκμεταλλευτεί. Ο παπα- Καλλίνικος όμως έδειχνε αποξενωμένος από τον εαυτό του. Απλά εξέτασε  προσεκτικά το βλέμμα τού δεσπότη και σιώπησε. Εκείνος επέμενε και του είπε:

             --- Είπα κάτι αγαπητό μου παιδί και δε μου αποκρίθηκες! Ο καλός αέρας, επαναλαμβάνω της χριστιανοσύνης και της ενορίας σας, σάς κάνει καλό;

             Ο παπα- Καλλίνικος τον κοίταξε με τα ζωηρά του μάτια κι έδειξε να απορεί με τη στάση του. Αφού έπαιξε λίγο στα χέρια του με μια καλαίσθητη χαρτοπετσέτα και την έκανε μια όμορφη βαρκούλα, του είπε ενώ την άφησε δεξιά στην ουρά τού σερβίτσιου:

             --- Δόξα τω Θεώ, σεβασμιότατε μετά παρρησίας μπορώ να πω, πως << ναι >> μου κάνει καλό ο αέρας! Ελπίζω να ισχύει το ίδιο και για τον παπα- Ρίζο! Αλλά γιατί τόση επιμονή στην αποτελεσματικότητα του αέρα;

             --- Α, τίποτα το ιδιαίτερο, του έκανε με μια απαξίωση εκείνος και τέντωσε τ’ αυτιά του. Τα ιδιαίτερα θα τα πούμε στη συνέχεια της κουβέντας μας. Τώρα όμως προέχει να γεμίσουμε τα στομάχια μας γιατί ακούω τα έντερά μου να γουργουρίζουν ασταμάτητα. Εμπρός λοιπόν τι καθόσαστε; Δείξτε κατανόηση στην καλοσύνη των φιλοξενουμένων και στην καλή τους επιλογή!

            Χωρίς άλλη κουβέντα εγέρθηκε κι αφού ευλόγησε το γεύμα προέτρεψε τους πάντες να γευτούν τα πλούσια ελέη του παντοδύναμου.

             Στο τέλος του φαγητού χωρίς ν’ αφήσει ούτε λεπτό στον παπα- Καλλίνικο να χαρεί την ευχαρίστηση της χώνεψης που ένα μικρό διάλειμμα των ψυχικών και σωματικών αναγκών είναι απαραίτητο, του είπε με έναν τρόπο αυστηρό που έδειχνε την εύκολη μετατροπή της συμπεριφοράς του από το καλύτερο στο χειρότερο:

              --- Τα πληροφορήθηκα όλα! Θέλω να πω όσον αφορά την επικείμενη << σταύρωσή σου >> την οποία και δε συζητώ γιατί αν κάνεις αυτή την απονενοημένη πράξη να είσαι σίγουρος πως θα σε περάσω από συνοδικό δικαστήριο να σε ξυρίσω! Πάει αυτό δε το συζητώ! Το άλλο όμως που αφορά εσένα και την περίφημη φτηνή γυναίκα θα το συζητήσουμε εδώ χαμηλοφώνως για να διώξουμε τα βαριά σύννεφα που σκιάζουν τον ουρανό των σχέσεών μας. Και την άλλη φορά στο γραφείο μου που συζητήσαμε πάλι το θέμα σου είχα πει πως ούτε μια μέρα από τότε δεν έπρεπε να τη δεις κι όμως είσαι συνέχεια μαζί της. Τι ξεπεσμός για έναν ιερέα! Δεν ντρέπεσαι; Πώς μπορεί να βασιστεί πάνω σου η εκκλησία και το χριστεπώνυμο πλήρωμά της; Δείξε κατανόηση, για το όνομα του Θεού και της Παναγίας και απομακρύνσου απ’ αυτή τη γυναίκα! Στο ζητώ εγώ, ο πνευματικός σου πατέρας!

             Ο παπα- Καλλίνικος βρέθηκε σε απεγνωσμένη θέση κι ένιωθε φοβερά άσχημα. Ήξερε πως η κατάστασή του ήταν σοβαρή κι έψαχνε σχέδιο αντιμετώπισης της κρίσης. Δυσκολευόταν όμως κι αυτό τον έκανε ανήσυχο. Όμως ο δεσπότης τον πίεζε.

             --- Παπα- Καλλίνικε! του φώναξε. Δε σε νοιάζει τι λέει ο κόσμος;

             Αυτή η πρόταση του δεσπότη του έδωσε ενθαρρυντική δύναμη και του έκανε, με αδιάφορη δήθεν διάθεση:

             --- Ο κόσμος λέει ότι θέλει δέσποτά μου γιατί είναι κακός και δε βλέπει την ψυχή! Εγώ δεν πάω για το κορμί τής Ρόζας αλλά για την ψυχή της! Αυτή θέλω να γλιτώσω και να σώσω από το καυτό δίχτυ τής αμαρτίας!

            Ο δεσπότης έδειξε να μην τον έπεισαν τα λόγια του όσο συναισθηματικά κι αν ελέχθησαν. Και με σφιγμένα χείλη που έδειχναν την αγανάκτησή του, του αποκρίθηκε δυσανασχετώντας;

             --- Ναι, καλό μου, παιδί, αλλά σαν είσαι μαζί της δεν μπορείς να μην πιεις από το μεθύσι τής ηδονής που πλουσιοπάροχα έχει το κορμί της! Είναι δυνατόν να πηγαίνεις στην πηγή και σαν είσαι διψασμένος να μην πιεις νερό;

             Έσκυψε το κεφάλι ο παπα- Καλλίνικος και απόμενε για λίγο σιωπηλός. ‘Όταν το σήκωσε κι αφού έβγαλε ένα καταραμένο γέλιο που ξάφνιασε το δεσπότη, του είπε προφανώς για να ξεφύγει από το στρίμωγμα που ένιωθε:

            --- Το μεγάλο κακό μ’ αυτή τη γυναίκα είναι το μεγάλο πάθος της για κάθε ηδονή. Αυτός είναι και ο εχθρός τής ψυχής της. Σαν το ξεριζώσω θα βρει τη σωτηρία της και θα σωθεί. Αυτό πάω να κάνω!

            --- Παίζεις όμως με τη φωτιά παπα- Καλλίνικε και πρέπει να μη σου διαφεύγει. Αν σε παρασύρει και σε κάψει τι θ’ απογίνεις εσύ και η υπόληψη της εκκλησίας; Που ακούστηκε ένας παπάς να περνά ευχάριστες ώρες με μια κοινή γυναίκα με το πρόσχημα να τη σώσει από την αμαρτία ενώ οι πάντες πιστεύουν πως τα θέλγητρά της είναι αυτά που σε τραβάνε κοντά της. Ο κόσμος δεν καταπίνει τέτοιες ανοησίες. Αυτός βλέπει την ανήθικη πλευρά και κρίνει σωστά δίνοντας στη σχέση σας σαρκικό και μόνο νόημα όσο κι αν εσείς τη βαφτίζετε πνευματική  μεγαλοπρέπεια και τη χαρακτηρίζετε νόμιμη κι ανθρώπινη.

            --- Όχι, Όχι, δεν είναι έτσι! Είμαι υποχρεωμένος να υποστηρίξω το αίσθημά μου και τη γυναίκα που αγαπώ και θέλω να δηλώσω πως είμαι άσπιλος! Ζω με μια γυναίκα κι αυτό είναι δικαίωμά μου αυτονόητο! Δε σκανδαλίζω και δεν προκαλώ το Χριστό ούτε την εκκλησία. Αναμφίβολα κάνω κάτι που δεν το εγκρίνει η χριστιανοσύνη και οι ιεροί κανόνες της αλλά το κάνω κάτω από το δικαίωμα τής ελευθερίας μου, που μου τη χάρισε ο Θεός! Γιατί να νιώθω ένοχος, δεν το βλέπω.

           Η αίθουσα είχε σχεδόν αδειάσει και μπορούσαν να μιλάνε ελεύθερα και δυνατά χωρίς να φοβούνται μήπως τους ακούσει κανείς. Όση ώρα μιλούσαν ο παπα- Ρίζος δεν είχε λάβει μέρος στη συζήτηση αλλά σκουντούσε συνεχώς στο πόδι τον παπα- Καλλίνικο και του έδινε κουράγιο ή του ψιθύριζε στ’ αυτί << αμύνσου, φίλε, πας καλά, εσύ θα είσαι ο νικητής μη τον αφήνεις να σου πάρει τον αέρα>>. Ο παπα- Καλλίνικος το έβρισκε πολύ διασκεδαστικό αυτό και τον κοιτούσε που και που με ένα βλέμμα σιγουριάς, δείχνοντάς του συνάμα και την ευγνωμοσύνη του που του συμπαραστεκόταν σ΄ αυτή τη δύσκολη και κρίσιμη στιγμή.  

            O  δεσπότης τον κοίταξε για ένα λεπτό σιωπηλός και με βλέμμα εξεταστικό. Από τη μια τον συμπαθούσε που υπεράσπιζε με τόσο θέρμη και γενναιότητα τον εαυτό του από την άλλη όμως ήταν εξοργισμένος που παραβίαζε τους ιερούς κανόνες. Ήξερε πως ο παπα- Καλλίνικος ένιωθε δεμένη την ψυχή του μ’ αυτή τη γυναίκα και πως δεν επρόκειτο ποτέ να την αποχωριστεί κι αν ακόμη τον καθαιρούσε από το αξίωμά του. Έπρεπε όμως να τον απομακρύνει πάση θυσία από την υλική κατάρρευση και την αθλιότητα της ηδονής. Γι’ αυτό επέμεινε αν και πίστευε πως το μυαλό του δεν επιδεχόταν νεωτερισμούς και συμβουλές. Έτσι με συγκινητική πια έκφραση του εξέθεσε άλλη μια  του απορία, τρυφερά:

            --- Ο κόσμος παπα- Καλλίνικε σε βλέπει στο μπαρ το καταραμένο συνέχεια τα βράδια μαζί της. Και μετά στο σπίτι της να μένεις ως το πρωί. Μήπως το κάνεις αυτό να είσαι μαζί της για τη σωτηρία τής ψυχής της; Μπορεί να το πιστεύεις κι αυτό, στα τόσα ζαβά που μου ξεστόμισες!

            Εκείνος ήταν έτοιμος να κολυμπήσει στα δάκρυα. Μα δεν το έκανε και στριφογύρισε στη θέση του αμήχανα μέχρι να δει τι θα πει. Όμως μάταιος κόπος. Δεν του ερχόταν τίποτα καλό εκτός από ανεφάρμοστες σκέψεις. Έτσι σιώπησε για άλλη μια φορά για να βρει την ευκαιρία ο δεσπότης να του πει παρακαλεστικά:

              --- Αν αποτραβηχτείς από κοντά της μήπως είναι καλύτερα για σένα και για εκείνη, παπα- Καλλίνικε; Το’ χετε σκεφτεί;

              --- Δε γίνεται! είπε με σιγανή και κλαμένη φωνή και σιώπησε μονομιάς. Και σε λίγο επανέλαβε το ίδιο! Δε γίνεται, άγιε δέσποτά μου, δε γίνεται!    

             --- Γιατί; του έκανε αυτός με μια συγκινητική προσπάθεια.

             --- Δεν μπορώ! Δεν μπορώ!

             --- Γιατί;

             --- Γιατί την αγαπώ, δέσποτά μου, γι’  αυτό!

             --- Δηλαδή πλήρης κατάρρευση της λογικής σου, θέλεις  να πεις γι΄ αυτό δεν μπορείς!

             --- Ας είναι κι έτσι, αφού δεν μπορείς να με νιώσεις, δέσποτά μου! Ας είναι κι έτσι!         

             Ο δεσπότης έμεινε βουβός και συλλογίστηκε για ένα λεπτό τα εξής: << είναι καλός αυτός ο παπάς κι άξιος κι έχει και το μυαλό του  κοφτερό τόσο που βλέπει την αλήθεια κατάματα. Πιστεύω στην ανωτερότητά του και δεν τον πολεμώ όσο σκληρά πρέπει γιατί του ανήκει σεβασμός. Ωστόσο σαν ίσος προς ίσος θα προσπαθήσω να τον συνετίσω, κι αυτό γιατί αισθάνομαι αναγκασμένος να το κάνω >>. Έτσι σαν πλησίασε το κεφάλι του στ’ αυτί του, του είπε με κάπως διστακτική προφορά:

             --- Θέλεις ν’ ακούσεις μια ιστορία παπα- Καλλίνικε, και γιατί όχι κι εσύ παπα- Ρίζο και τον κοίταξε βαθιά μέσα στα μάτια για να δείτε και την άλλη όψη τής αλήθειας; Γιατί πρέπει να ξέρετε πως η αλήθεια είναι σαν το νόμισμα με δύο όψεις και καλό είναι να τις ξέρουμε και τις δυο!

              Οι δυο παπάδες του έγνεψαν << ναι>> κι αυτός  αφού έκανε δυο αποφασιστικές αδραξιές με τα χέρια του στο λαιμό του και ταχτοποίησε το ράσο που τον έσφιγγε, άρχισε ζαρώνοντας τη μύτη κι ανοίγοντας διάπλατα το μικρό του στόμα:

               --- Σαν βρέθηκα κάποτε στο Άγιο Όρος, συνάντησα ένα καλόγερο που όλο ζωγράφιζε. Μου έκαναν εντύπωση οι πίνακές του και συνεχώς στεκόμουν μπροστά τους και τους θαύμαζα σε μια αίθουσα που τους είχε κρεμάσει στους φροντισμένους καλλιτεχνικά τοίχους της. Με πρόσεξε αυτός που ήμουν έκθαμβος από την ποιότητα της καλλιτεχνικής έκφρασης και σαν με πλησίασε μου ψιθύρισε στ’ αυτί με τη μελωδική και μεταλλική φωνή του: << Σε βλέπω, άγιε δέσποτα συνέχεια να κοιτάζεις τους πίνακές μου και συμπεραίνω πως θα σου κάνουν μεγάλη εντύπωση. Όμως αν σε ενδιαφέρει τόσο η σχολή μου έλα στο εργαστήριό μου να δεις από κοντά τα μυστικά τής τέχνης μου. Και σαν σου αρέσει η ατμόσφαιρα λέμε και καμιά κουβέντα για να περάσουμε ευχάριστα την ώρα μας>>.

            Πήγα. Γίναμε φίλοι στη στιγμή και συμπαθήσαμε ο ένας  τον άλλο ανοίγοντας τις καρδιές μας να απολογηθούν και για προσωπικά μας ακόμη μυστικά. Έτσι σε μια από αυτές τις προσωπικές μας στιγμές τον ρώτησα για να μάθω ποιο ήταν αυτό που τον ανάγκασε να βρεθεί ζωγράφος στο μοναστήρι του Αγίου  Όρους. Τον είδα που χάρηκε πολύ με την ερώτησή μου και χωρίς ενδοιασμούς αλλά με φιλική διάθεση μου είπε την πάσα αλήθεια. Ήταν εργάτης, κολίγας σ΄ ένα πλούσιο τσιφλικά  και εργαζόταν σκληρά στα χτήματά του από δώδεκα χρονών. Στα είκοσί του η σύζυγος τού τσιφλικά τον ορέχτηκε και ζητούσε ευκαιρία να τον ξεμοναχιάσει. Αυτός την απόφευγε αλλά αυτή αποφάσισε να τον εκδικηθεί.   Έτσι ένα βράδυ που ο άντρας της έλειπε, χώθηκε κρυφά στην καλύβα του κι αφού ξεγυμνώθηκε, ξάπλωσε στο κρεβάτι του. << Έλα>> του λέει τρυφερά και γλυκόφωνα <<να με κάνεις να νιώσω τη φωτιά τού κορμιού σου >> και τον αγκάλιασε. Αυτός φοβήθηκε τις συνέπειες και πήγε να το βάλει στα πόδια. Αυτή τότε φώναξε δυνατά σαν μαινάδα και του είπε για να τον τρομοκρατήσει: << Ο άντρας μου υποψιάζεται πως σμίγουμε και έχει αποφασίσει να σε σκοτώσει! Αν όμως κοιμηθείς μαζί μου θα τον πείσω πως είναι ψέμα και θα γλιτώσεις!>> Ο λόγος της έγινε πιστευτός και αμάρτησε! Όμως δεν μπόρεσε να αντέξει τη φωνή τής συνείδησής του που τον έλεγχε συνέχεια και για να  πάψει να την ακούει πήρε την απόφαση να κλειστεί σε μοναστήρι, και να ξεχάσει τα πάντα. Ο τόπος αυτός της μοναξιάς αποδείχτηκε σωτήριος! Έτσι εγκαταλείποντας τον πειρασμό τής γυναίκας βρήκε τη γαλήνη του κοντά στο Θεό! Αυτό σου συνιστώ να κάνεις κι εσύ, παπα- Καλλίνικε! Αν όχι να κλειστείς στο Άγιο όρος τουλάχιστον να την εγκαταλείψεις!

           Αυτός κούνησε αρνητικά το κεφάλι του και είπε:

            --- Όχι, όχι! Δε γίνεται αυτό! Δεν μπορώ να το κάνω! Αν το κάνω θα νιώθω σαν δειλός, σαν ένας προδότης! Δεν είναι καλή διέξοδος να ξεφύγω από το μαρτύριό μου, σεβασμιότατε, αυτό που συνιστάτε! Είναι σαν να με σπρώχνετε στον γκρεμό όταν μου το ζητάτε να το κάνω!  

           Η συζήτηση είχε ανάψει και κάποιοι από την απέναντι μεριά τής τραπεζαρίας τους έριξαν λοξές ματιές και μουρμούρισαν κάτι. Στη συνέχεια όμως με μια αφελή έκφραση του στόματός τους επανήλθαν στα δικά τους. Ο παπα- Καλλίνικος μετά τη μικρή διακοπή που τους έκανε η αυθαίρετη αυτή επέμβαση των αγενών τούτων συνδαιτημόνων, πήρε το λόγο για να διηγηθεί κάτι απέραντο και αληθινό των εφηβικών του χρόνων.

           --- Σαν ήμουν έφηβος, είπε και με μια σταθερή ματιά κάρφωσε το δεσπότη, θέλοντας να τον υποχρεώσει να τον ακούσει μετά προσοχής, είχα ένα άλογο που χαιρόμουνα να το καβαλικεύω  και να το πηγαίνω για βοσκή και για πότισμα στην πηγή του χωριού μου. Ένα κορίτσι, γειτονόπουλο μ’  έβλεπε να σεργιανάω έτσι καμαρωτός και στητός με ζήλεψε και μου ζήτησε να κάνουμε μαζί ιππασία για να απολαύσει την όμορφη διαδρομή. Μ’ έπεισε με την ειλικρίνειά της και την ανέβασα στο άλογο νιώθοντας σαν ένας ευγενικός ιππότης που βοήθησα κάποιον άνθρωπο. Ένας  τυχοδιώκτης όμως και κακός χωρικός μας είδε και  το είπε στον πατέρα της. Αυτός για να την προστατέψει από την παρουσία μου αποφάσισε την άλλη μέρα να μην την αφήσει μόνη στη γειτονιά αλλά να την οδηγήσει στο χτήμα αφού έτσι κι αλλιώς οι δουλειές ήταν πολλές και κάποια θα έκανε και θα τον απάλλασσε από τον κόπο. Όμως στο γεφύρι η κοπέλα που την είχε φορτώσει με ένα σακί καλαμπόκια γλίστρησε κι έπεσε από κάτω. Εκεί την βρήκαν οι περαστικοί τραυματισμένη με το νεανικό της πρόσωπο γεμάτες πληγές και λεκέδες από το χτύπημα. Αν κάποιος δεν την είχε διώξει από κοντά μου ίσως να μην το πάθαινε αυτό! Και η Ρόζα σαν φύγει από κοντά μου, φοβάμαι πως μπορεί να πάθει μεγάλο κακό, ακόμη και να πεθάνει!

          Ο δεσπότης σιώπησε και φάνηκε να δέχτηκε  δυνατό χτύπημα μ’ αυτό που του διηγήθηκε. Κι αφού έπαιξε λίγο με τα χέρια του ένα μπρούτζινο κηροπήγιο που διακοσμούσε το τραπέζι, αφέθηκε να κοιτάζει τον ορίζοντα έξω από το παράθυρο ενώ φαινόταν καθαρά πως  σκεφτόταν περισσότερο παρά έβλεπε με τα μάτια του. Έτσι σε κάποια στιγμή σήκωσε ελαφρά το πανωκόρμι του και με όψη χλομή, του είπε προβάλλοντας τη σουβλερή μύτη του:

           --- Παπα- Καλλίνικε, τελειώσαμε για σήμερα! Όμως άκουσε και τα ελάχιστα τελευταία λόγια μου που ίσως μπορεί και να σου αλλάξουν τη γνώμη. Είσαι ένας παπάς με οδηγούς τη γνώση, τη σκέψη και τη φιλοσοφία. Η αποστολή σου είναι μία και μόνη που έχει ως σκοπό πως θα σώσεις τον άνθρωπο. Τον άνθρωπο των παθών και των ηδονών! Όμως για να το κάνεις αυτό πρέπει πρώτα να σώσεις τον εαυτό σου! Γιατί κι εσύ είσαι άνθρωπος των παθών και των ηδονών!

                Εκείνος τον κοίταξε βουβός και βλοσυρός. Ήταν ικανοποιημένος που ο δεσπότης τελείωσε μ’ αυτά τα παραινετικά λόγια κι έφευγε με το βλέμμα του στοχαστικό. Αυτό τον έκανε να χαρεί και να δεχτεί τον εναγκαλισμό τού δεσπότη με ανακούφιση. Κι όπως χώριζαν κι εκείνος ήταν έτοιμος να ασπαστεί και τον παπα- Ρίζο, πρόσεξε τα  ερεθισμένα μάτια του και του είπε με τρόπο που έκρυβαν την ανησυχία του:

                --- Τα μάτια σου και τίποτα άλλο, παπα- Καλλίνικε! Πρόσεξέ τα! Είσαι τόσο νέος και η εκκλησία σε χρειάζεται!

                Ύστερα μ’ ένα καταθλιπτικό αίσθημα ασπάστηκε και τον παπα- Ρίζο και εκφέροντας τις δέουσες ευχές για το πέρας τού γεύματος, βγήκε από την  αίθουσα οδηγούμενος από την ακολουθία του στο οίκημα της μητρόπολης.

                Σαν έμειναν μόνοι ο παπα- Καλλίνικος κοίταξε τον παπα- Ρίζο με ανασηκωμένα φρύδια. Τα μάτια εκείνου που φαίνονταν λυπημένα αλλά μαρτυρούσαν και μια συμπάθεια για την άψογη συμπεριφορά και στάση του απέναντι στον  προκαθήμενό τους, έδειχναν δακρυσμένα. Αμέσως όμως τα σκούπισε με το μαντήλι του ενώ δεν παρέλειψε να του πει:

                --- Νομίζω πως δεν πτώχευσες ακόμη, αγαπητέ μου φίλε! Τα συναισθήματά σου είναι πλήρη και υγιή αλλά δεν είμαι σίγουρος πως μπορούν να σου επιφυλάσσουν ευοίωνο και ρόδινο μέλλον! Όμως αισθάνομαι αναγκασμένος να σου πω πως πρέπει να είσαι σ’ επιφυλακή! Το κακό παραμονεύει!

                Ο παπα- Καλλίνικος γέλασε και του έσφιξε το χέρι. Δυο δάκρυα ξέφυγαν κι από τα δικά του μάτια που τα σκούπισε με το δεξί του δείκτη. Ύστερα δείχνοντας κι αυτός ικανοποιημένος από τη συζήτηση, του είπε  με κάποια αποφασιστικότητα:

                 --- Ως εδώ καλά! Από εδώ και μπρος να δούμε! και ετοιμάστηκε να εγκαταλείψει την αίθουσα.

                 Ο παπα- Ρίζος τον συγκράτησε πιάνοντάς τον από το μπράτσο.

                 --- Δε θα φύγουμε αν δε σου δώσω αυτό το βιβλίο.

                 Και βγάζοντας από το ράσο του που το είχε φυλαγμένο όση ώρα ήταν μαζί του το έδωσε, λέγοντάς του κι αυτά:

                 --- Μην πέσει στα χέρια κανενός γιατί καήκαμε! Μιλάει για την κρίση τής εκκλησίας και τη μέλλουσα κοινωνική ανάστασή της. Θα αισθάνομαι κάπως ένοχος αν πάει τίποτα στραβό!

                   Κίνησαν για την έξοδο. Χαιρετήθηκαν με εγκαρδιότητα σαν την πέρασαν κι αφού διόρθωσαν με μικρές χαρακτηριστικές κινήσεις τα άμφιά τους, μπήκαν στο δρόμο κι άρχισαν να φεύγουν με τα πρώτα τους  βήματα αργά και δειλά.

 

 

 

 

 

 

                                 ΚΕΦΑΛΑΙΟ   ΕΚΤΟ   

 

 

 

          Δεν ήξερε γιατί, αλλά πολύ τον έπνιγε το σπίτι όλο το απόγευμα τον παπα- Καλλίνικο. Έτσι χωρίς να το πολυσκεφτεί ντύθηκε και σαν είπε ένα αντίο στη Μαρία, ανακοινώνοντάς   της συνάμα και τον σκοπό τής εξόδου του στην πόλη, ξεκίνησε μέσα σε χαρούμενη διάθεση.

          Στις έξι κι ενώ το σούρουπο σκέπαζε την πόλη, μπήκε στο βιβλιοπωλείο που τόσο αγαπούσε και προμηθευόταν τα βιβλία του και τους πίνακες αγιογραφίας που τόσο περίτεχνα σχεδίαζε ο ζωγράφος Ιωάννης και του ήταν ένας από τους καλύτερους πελάτες του.

          Πρώτα συνάντησε το βιβλιοπώλη και χωρίς να περιμένει να του πει κάτι σημαντικό, τον ρώτησε μ’ ένα βλέμμα εγκάρδιο και χριστιανικό:

          --- Τι καλό έχουμε σήμερα, Αθανάσιε για τον καλό παπά μας; εννοώντας τον ίδιο και άγγιξε με τα δάχτυλά του ένα πίνακα καινούργιο με την μορφή του Ιωάννη του βαπτιστή.

          --- Αυτό που βλέπεις, άγιε πατέρα! του είπε γελώντας ελάχιστα ο βιβλιοπώλης κι έριξε αμέσως το ενδιαφέρον και την προσοχή του στη δουλειά του.

          --- Δε φαντάζομαι να τον πούλησες κιόλας; του έκανε με ιδιαίτερη σχολαστικότητα ο παπα- Καλλίνικος και κούνησε ζωηρά το κεφάλι του.

          ---Όχι! απάντησε αυτός και σήκωσε νωχελικά το κεφάλι και τον κοίταξε.

         --- Δείχνει αρκετό ενδιαφέρον! ξανάπε ο παπα- Καλλίνικος και πλησίασε κοντά τα μάτια του.

        --- Ωστόσο, απάντησε ο βιβλιοπώλης έχει έντονα χρώματα και υπερβολικές περιγραφές των χαρακτηριστικών του. Βέβαια είναι ζήτημα καθαρά ατομικό της αισθητικής τεχνοτροπίας του και ένας που καταλαβαίνει από τέχνη γίνεται εύκολα θαυμαστής του. ίσως κι εσύ…

        --- Ίσως κι εγώ γίνω θαυμαστής αυτού του πίνακα, συνέχισε ο παπα- Καλλίνικος και τον πρόλαβε.

          Και με μια φωνή που έμοιαζε σαν εμπρηστικό σύνθημα, τον ρώτησε:

           --- Μήπως πέρασε από εδώ καθόλου ο Ιωάννης;

           --- Θα περάσει. Είναι όμως καλά αν ρωτάς για την υγεία του.

           --- Το ξέρω αλλά είναι φίλος μου κι αυτό με κάνει να ανησυχώ περισσότερο σαν έχω καιρό να πάρω νέα του.

            --- Οι τοίχοι  στο ατελιέ του είναι φορτωμένοι με αγιογραφίες! Τώρα δε τελευταία δείχνει κι ενδιαφέρον για γκραβούρες ή σκίτσα επιφανών ανδρών. Πλουτίζει την τέχνη του και καλά κάνει!

           --- Την άλλη φορά που ήρθα πάλι εδώ δεν κατόρθωσα να τον δω, του είπε με εμπιστευτικό τόνο κι έσπρωξε ένα βιβλίο που έκρυβε μία αγιογραφία. Ελπίζω σήμερα να τον συναντήσω εδώ ή στο εργαστήρι του.

           --- Όπου να ‘ναι καταφθάνει, του απάντησε ο βιβλιοπώλης μ’ ένα σπινθήρισμα των ματιών του και σηκώθηκε από τη θέση του να εξυπηρετήσει έναν πελάτη. Σε λίγο σαν τελείωσε και γύρισε πάλι στο γραφείο του τον ρώτησε με το προνόμιο εκείνο των εμπόρων να μαθαίνουν τα πάντα από τους πελάτες τους :

           --- Μου επιτρέπεις να εκμεταλλευτώ τη γνωριμία μας και να σε ρωτήσω, τι τον θέλεις;

           --- Για κάτι προσωπικό.

--- Προσωπικό! προσωπικό!

--- Όσο να ‘ναι.

--- Και δεν έχει σχέση με την τέχνη;

--- Και ναι και όχι.

--- Δηλαδή δεν κάνει να το μάθω;

Του φάνηκε πως κάποιος πέρασε την πόρτα και δεν   έπεσε    έξω.

Ένα γυναικείο καπέλο με μια φωνή που ακούστηκε έξω τον έκανε να σιωπήσει. Σαν όμως όλα τελείωσαν ήσυχα και η γυναίκα δεν μπήκε μέσα του αποκρίθηκε:

            --- Με συγχωρείς αλλά δεν έχω με κανέναν μυστικά. Ό,τι είναι να συζητήσουμε με το ζωγράφο θα το συζητήσουμε δημοσίως. Κι ότι κι αν του ζητήσω πάλι θα το φωνάξω. Λοιπόν που βλέπεις το ύποπτο;

             Ο βιβλιοπώλης από τις λέξεις του αυτές κατάλαβε πως είχε άδικο να υποπτεύεται κάτι και του ψιθύρισε, χαμογελώντας:

             --- Ενοχλώ, το βλέπω!

             --- Καθόλου του έκανε  ο παπα- Καλλίνικος και φεύγοντας από τις εκθέσεις με τις αγιογραφίες προσέγγισε τα ράφια με τα εκκλησιαστικά και λογοτεχνικά βιβλία.

             Κι αμέσως άπλωσε το χέρι του και χάιδευε τις ράχες τους ενώ δεν έκρυβε το θαυμασμό  και την ικανοποίησή του για το όμορφο θέαμα που του προσέφεραν έτσι στοιχημένα που ήταν ανάμεσα στα καλαίσθητα ξύλινα ράφια. Πάντα ένιωθε ευτυχής σαν  προσέγγιζε βιβλία και πολλά απ’ τα δώρα του σε φίλους ιερείς και λαϊκούς ήταν βιβλία εκκλησιαστικά αλλά και λογοτεχνικά που είχε διαβάσει και του είχαν κάνει εντύπωση. Αντί για ελεημοσύνη χάριζε βιβλία κι αν ήθελε να βοηθήσει κάποιον, όσο κι αν το θεωρούσε αυτό που έκανε ασυνήθιστο, προτιμούσε να του δίνει ένα βιβλίο. που πάντα θεωρούσε πως θα έπιανε τόπο.  Κάθε βράδυ σαν τελείωνε τις δουλειές του, πήγαινε στη βιβλιοθήκη του κι έψαχνε τα βιβλία του. Όποιο του έλειπε  το σημείωνε σ’  ένα  μπλοκάκι κι από τις περιηγήσεις του στα βιβλιοπωλεία τής πόλης, αμέσως το προμηθευόταν την άλλη μέρα χωρίς καθυστέρηση. Έτσι μ’ αυτό το συνεχή έλεγχο οι ελλείψεις ήταν ελάχιστες.

              Ιδιαίτερη εκτίμηση όμως είχε για τους κλασικούς συγγραφείς τής αρχαιότητας αλλά και για τον Τολστόι, Κάφκα, Ντοστογιέφσκι, Μποντλέρ, Μαν, Ουγκώ, Σαίξπηρ, Πόε κι άλλους που με μια απόλυτη ισχύ δέσποζαν στις πρώτες προθήκες τής βιβλιοθήκης του. << Αυτοί είναι το άλας του κόσμου>> έλεγε << και σ’ αυτούς πρέπει να υποκλινόμαστε>>.

               --- Προσπαθώ να εντοπίσω μέσα στους τόμους σου το βιβλίο του Προυστ << Αναζητώντας το χαμένο χρόνο >> και δεν τον βρίσκω, αποτάθηκε στο βιβλιοπώλη ενώ ξεφύλλιζε ένα άλλο βιβλίο τού Μπαλζάκ με τίτλο << Οι χωριάτες >>.

               --- Δυστυχώς έχει έλλειψη! του φώναξε  με ηχηρή φωνή ο βιβλιοπώλης και συμπλήρωσε δείχνοντας δυσφορία μ’ ένα μορφασμό που έκανε στο πρόσωπό του:  σ’ ένα μήνα μου είπε ο εκδότης θα κυκλοφορήσει, σ’ ένα μήνα! Θα στο παραγγείλω και θα στο φυλάξω.

              --- Πολύ καλά! του έκανε με όλη τη δύναμη της φωνής του ο παπα- Καλλίνικος κι άρχισε να ψάχνει και πάλι τα βιβλία.

             Και καθώς ο βιβλιοπώλης τον κοιτούσε επίμονα του είπε αργά- αργά και με τρόπο αστείο:

             --- Υπάρχει κι ένα εκκλησιαστικό που κυκλοφόρησε πρόσφατα με τίτλο << Ο άγγελος καθισμένος στα δεξιά του Θεού>> το’ χεις υπόψη σου;

           Γέλασε εκείνος και χτυπώντας με δύναμη το χέρι του πάνω στο ράφι τού απάντησε με μια χαριτωμένη έκπληξη στα μάτια:

           --- Έτσι, ε; Θες να το πάρω; Μπορεί και να φτιάξει η διαγωγή μου σαν το διαβάσω ! Αυτό θέλεις να πεις;

            Τον κοίταξε με συμπάθεια αυτός.

            --- Ένα αστείο, είπα!

            --- Και τι αστείο! Ζουμερό με νόημα!

            Ο άλλος το ‘ριξε στον τραγικό τόνο.

            --- Η αμαρτία δε γιατρεύεται με τα βιβλία, το ξέρω!

            Η σκληρή φωνή του παπά- Καλλίνικου τον ρώτησε:

            --- Με τι τότε;

            --- Με τη μετάνοια! Αυτό δε λέτε εσείς οι κληρικοί;

            --- Οι κληρικοί! Όχι εγώ!

            Ο βιβλιοπώλης γέλασε κι έδειξε να παραξενεύτηκε. Ωστόσο δεν έδειξε συνέχεια γιατί ήξερε καλά τον παπα- Καλλίνικο. Έτσι σηκώθηκε πάλι κι έτρεξε να εξυπηρετήσει μια νεαρή γυναίκα που του ζήτησε κάτι. Ο παπα- Καλλίνικος συνέχισε να ψάχνει και να κοιτάζει στα ράφια. Χαιρόταν να ξεφυλλίζει τα βιβλία ενώ ξεχώρισε και δυο, ένα με ποίηση του Μπωντλέρ με τίτλο << Τα άνθη του κακού>> κι ένα μυθιστόρημα του Στάινμπεκ << Ο δρόμος με τις φάμπρικες>> για να τα αγοράσει σαν θα έφευγε.

            --- Ενδιαφέρομαι και για δυο άλλα, είπε με μία πρόθεση για να τον προσέξει ο βιβλιοπώλης αλλά δυστυχώς εκείνος σαλιάριζε με τη δεσποινίδα και δεν άκουσε.

             Έτσι ετοιμάστηκε να φύγει, ρίχνοντας και τις τελευταίες ματιές στις ράχες των βιβλίων που ήταν ξεχασμένα σ’ ένα παλιό ράφι γεμάτο από τη σκόνη. Στην πόρτα όμως είδε το ζωγράφο να μπαίνει και το ανέβαλε. Αμέσως σαν τον πλησίασε ο άλλος και του έσφιξε το χέρι του είπε με μια άδολη ευτυχία στα μάτια:

             --- Τα σέβη μου στην άγια σου, κομψότητα, πάτερ μου! Σίγουρα δεν υπάρχει πιο ωραιότερο πράγμα να βλέπεις έναν ιερωμένο σε βιβλιοπωλείο! Μακάριοι οι διαβάζοντες αυτοί θα κληρονομήσουν τη βασιλεία των ουρανών!

              Ο παπα -Καλλίνικος δεν αντιστάθηκε στη συναισθηματική του τόλμη αλλά του είπε κι αυτός με τη σειρά του:

              --- Γιατί σου φαίνεται παράξενο, καλλιτέχνη των αγίων; Η φρεσκάδα της ψυχής σε τέτοιους χώρους διατηρείται και το ξέρεις καλά εσύ αυτό!

              --- Ναι, ναι! του έκανε μ’ ανοιχτό το στόμα και τον παρέσυρε σπρώχνοντάς τον απ΄ τον ώμο να μεταφερθούν στο βάθος τής αίθουσας, μακριά από τα βλέμματα των πελατών και του βιβλιοπώλη.

              Κάθισαν σε δυο καρέκλες και κοιτάχτηκαν για αρκετή ώρα μ’ ένα χαμόγελο που φώτιζε όλο το πρόσωπό τους.

              --- Τι καλό σ’ έφερε στο βιβλιοπωλείο; τον ρώτησε κι έσπασε τη μικρή σιωπή ο αγιογράφος ενώ δεν ξέχασε να πλουτίσει το λόγο του και με την ιδιαίτερη τρυφερότητα που τον διέκρινε.

              --- Τι άλλο από μια πνευματική επικοινωνία με τη γοητεία των βιβλίων, του είπε χαϊδολογώντας τα λόγια του εκείνος  και στύλωσε τα μάτια του πάνω του με ζεστασιά.

              --- Βιβλία, ε;

              --- Το ξέρεις, δεν μπορώ να ζήσω χωρίς αυτά.

              --- Βρήκες κάτι καλό;

              --- Πως!

              --- Σαν τι;

              --- Μπωντλέρ, Στάινμπενκ, αυτούς…

              --- Στους πίνακες αγιογραφίας πήγες;

             --- Πως τους είδα κι αυτούς.

             --- Σ’ άρεσαν;

             --- Να σου πω την καθαρή αλήθεια ο ένας αυτός με τα έντονα χρώματα που δείχνει την ανατολή τού ήλιου με τη μορφή του προφήτη Ηλία με τρέλανε. Σαν μου είπε ο βιβλιοπώλης πως είναι δικός σου τον αγάπησα πιο πολύ. Βλέπω πως αρχίζεις και γεύεσαι από τις ομορφιές τής σύγχρονης τέχνης κι αυτό είναι καλό. Εκμοντερνίζεις την τέχνη της εκκλησίας και της δίνεις τη φρεσκάδα που της αξίζει. Αρκετά πια ζει στο συντηρητισμό. Μου αρέσει βέβαια και ο Πρόδρομός σου! Είναι το κάτι άλλο!  

          --- Η ιδέα με απασχολούσε από καιρό είπε ο αγιογράφος και έσμιξε

τα φρύδια. Φοβόμουν τις αντιδράσεις, αλλά το αποτόλμησα. Θα μπορούσαν να με κλείσουν μέσα γι’ αυτό που έκανα αλλά προς τον παρόν ουδείς ασχολήθηκε μαζί μου           

          --- Θα τους φάνηκε αστείος! του ‘κανε χαριτολογώντας ο παπα- Καλλίνικος και τον αγνόησαν! Μπορεί και να μην είδαν καν τον πίνακα! Τόσο το καλύτερο για σένα!

          --- Τόσο το καλύτερο! Μην το περιγελάς αλλά πρέπει να είμαστε προσεχτικοί σε ό,τι κάνουμε αν θέλουμε να τα ΄χουμε καλά με το κατεστημένο. Δε θαρρείς;

          --- Εμένα το λες που είμαι στο στόμα τού λύκου; Πες το σε κανέναν άλλο!

          --- Ωστόσο δε σου καίγεται καρφί!

          --- Δικαίως δε μου καίγεται! Γιατί πιστεύω πως κάνω το σωστό και το δίκαιο.

           --- Στο ανταποδίδουν όμως με ύβρεις και συκοφαντίες, έτσι;

           --- Δε με νοιάζει! Ο καλός έχει πάντα καθαρό το μέτωπό του. Αλίμονο από τους κακούς και τους συκοφάντες.

           --- Μερικοί όμως δε σκέπτονται έτσι. Μας θεωρούν αιρετικούς.

           --- Δικαίωμά τους. Δεν έχουν δοκιμάσει το καράβι τους στη φουρτούνα. Αν το δοκιμάσουν τότε ας  έρθουν να τα πούμε.

           --- Ναι! έτσι είναι, αλλά το πήγαμε μακριά! Έδειξε να διαμαρτυρήθηκε ο αγιογράφος και γαντζώθηκε από την καρέκλα του. Και σαν κατάφερε να βρει τον εαυτό του πρόσθεσε μισοκλείνοντας τα μάτια: μου είχες πει τις προάλλες σαν συναντηθήκαμε πως ενδιαφέρεσαι για κάτι ξυλογραφίες. Ισχύει ακόμη αυτή η επιθυμία σου;

           --- Βεβαίως! Τις χρειάζομαι για την προσωπική μου συλλογή.

           --- Ακούγεται κάπως αστείο! Τόσα χρήματα για ένα βίτσιο!

           --- Δεν είμαι πλούσιος και ούτε έχω σχέση με τους πλούσιους. Το κάνω από χόμπι.

          --- Αν είναι αλήθεια είναι καλό!

          --- Αλήθεια είναι. Ό,τι μαζεύω να ξέρεις πως είναι δικά μου. Αυτά με συντροφεύουν στη ζωή. Γιατί αν περιμένεις συντροφιά από τους ανθρώπους, ζήτω που καήκαμε!

          --- Μανία κι αυτή ! ψιθύρισε ο αγιογράφος κι έδειξε σαν να ήθελε να τον μαστιγώσει με τα λόγια του.

          --- Μανία ξεμανία, αυτό θέλω να κάνω, του αποκρίθηκε κι απομένει σε σένα να μου τα διαθέσεις.

          Ο αγιογράφος λαχταρούσε πολύ να δείξει τη δουλειά του και δεν είχε κανένα λόγο να του αρνηθεί. Έτσι με σαφήνεια του ξεκαθάρισε, τονίζοντας μία – μία τις λέξεις του:

           --- Πες μου ακριβώς τι θέλεις και σ’ ένα μήνα από τώρα θα τις έχεις και τις δώδεκα ξυλογραφίες.

           --- Ω! Δε μου καίγεται καρφί ποιους θα απεικονίζουν, αλλά προτιμώ λαϊκούς ανθρώπους χριστιανούς που πρωτοστάτησαν στην απάλειψη του πόνου των συνανθρώπων τους.

          --- Και δικαίως! Εσύ πάντα είχες ξεχωριστές προτιμήσεις στις επιλογές σου.   Για αγίους ούτε λόγος!

          --- Έχω απ’ αυτούς!

          --- Κάποτε μου είχες πει και για προφήτες της Παλαιάς Διαθήκης.

          --- Πάνε αυτά δεν ισχύουν πια. Δεν τους θέλω τους Εβραίους. Το θεωρώ προδοσία. Μόνο έλληνες χριστιανούς ορθόδοξους είπα.

          Και κοιτάζοντας τα λιγοστά λουλούδια που βρίσκονταν μπροστά του μέσα σ’ ένα νεροπότηρο, ψιθύρισε ψυχρά:

          --- Ζητώ τη μεταρρύθμιση στην εκκλησία! Αλλά μου μοιάζει σαν ουτοπία.

          ---  Να φωνάξω δηλαδή, ζήτω! του έκανε χαριτολογώντας ο αγιογράφος και τον κοίταξε έκπληκτος για τις ιδέες του.

          --- Όχι! Αλλά όπως και να το κάνουμε είναι της μόδας ν’ ακολουθούμε σήμερα το ασύλληπτο. Αυτό κάνω κι εγώ.                                      

           --- Προπαντός τώρα που τα πράγματα στην περιοχή μας είναι ευχάριστα με την ανοχή τού δεσπότη μας! Τι χρυσός πνευματικός άνθρωπος…

          --- Ναι, του  ‘κανε ξερά και συνέχισε. Θέλω λοιπόν ξυλογραφίες όχι συνηθισμένες αλλά πρωτότυπες. Να έχουν στη μορφή τους κάτι το ανάμεικτο από χριστιανικό και βουδισμό. Μπορείς;

          --- Είναι η δεύτερη φορά που μου ζητάς αυτό και σου λέω, ναι. Η δουλειά μου είναι ραφινάτη, την ξέρεις. Σου είπα και πριν, ναι, στη μεταρρύθμιση!

           Ο βιβλιοπώλης αφού σταμάτησε τα γέλια με μία πελάτισσα και την κατευόδωσε ως την πόρτα, σαν επέστρεψε και τους είδε να συνομιλούν, τους πλησίασε και κουνώντας και τα δυο του χέρια, τους είπε  ευχαριστημένος για το φέρσιμό τους να τον αφήσουν ήσυχο στις δουλειές του, αλλά και για τη μικρή πνευματική τους συζήτηση:

           --- Σας ζηλεύω γι’ αυτό που κάνετε και πολύ θα το ήθελα να βρίσκομαι κι εγώ ανάμεσά σας, αλλά το καθήκον βλέπετε με αναγκάζει να είμαι αλλού.

        --- Καλά! Καλά! του ‘κανε με μια επιπολαιότητα ο παπα- Καλλίνικος για να συνεχίσει. Διάβολε μη φυτρώνεις εκεί που δε σε σπέρνουν. Φέρε μου πρώτα τα βιβλία που σου έχω ζητήσει εδώ και καιρό και μετά έλα να τα πούμε. Η συνέπεια κάνει τους καλούς φίλους !

        Με μισάνοιχτο στόμα ο βιβλιοπώλης του απάντησε:

        --- Το ξέρω! Είναι κι αυτό ένας μύθος. Ωστόσο θα το ταχτοποιήσω σύντομα και μην ανησυχείς γι’ αυτό.

        --- Μάρτυρας κι ο καλός μου αγιογράφος. Αν ψευτίσεις θα είμαι ο κυρίαρχος να υποβάλλω όποια τιμωρία  κρίνω πως σου αξίζει!

         --- Α! Μην το λες αυτό! Εσύ δεν είσαι ικανός να σκοτώσεις κουνούπι και θα βλάψεις άνθρωπο; Μου έρχεται να γελάσω.

         Και μαζί του γέλασαν και οι άλλοι. Κι αφού σταμάτησαν ο αγιογράφος για να επικυρώσει αυτό που είπε, πρόσθεσε:

         --- Έτσι είναι. Ο παπα- Καλλίνικος είναι χρυσός. Τη σκουριά δεν την ξέρει.

         --- Ε, βέβαια, αφού διαβάζει! Συμπλήρωσε ο αγιογράφος κι άγγιξε με τα δάχτυλά του τα δυο βιβλία που βρίσκονταν μπροστά στον  παπα- Καλλίνικο.

         Και με ιδιαίτερο ενδιαφέρον τον ρώτησε με ύφος ανακριτή:

         --- Τι βιβλία είναι, φιλαράκο;

         --- Καθολικής αναγνώρισης. Απ’ αυτά που φωτίζουν τα πλήθη!

         Πάντοτε όταν ο παπα- Καλλίνικος αγόραζε βιβλία ήταν τα γνωστά τής παγκόσμιας αναγνώρισης. Γι’ αυτό πάντα το τόνιζε αυτό.

         --- Ναι, αλλά ζητώ να μάθω τους τίτλους! του ‘κανε με υψωμένη φωνή ο αγιογράφος και τον κοίταξε με μια φιλική διάθεση.

         --- Μπορεί να μη θέλει να στους αναφέρει! του είπε ο βιβλιοπώλης και ξεκούμπωσε το πάνω κουμπί του πουκάμισού του που έδειχνε να τον έσφιγγε.

         --- Ωστόσο εγώ θα τα διαβάσω, επέμενε εκείνος κι έσκυψε πάνω από τα βιβλία που είχε αφήσει στο τραπέζι ο παπα- Καλλίνικος.

         Κι αφού ανέγνωσε μεγαλόφωνα τους τίτλους, αναφώνησε:

         --- Κάτω από τη λάμψη των πυρσών, πάντα ο παπα- Καλλίνικος! Ας του μοιάσουμε κι εμείς!

         Η πόρτα άνοιξε κι ένας κύριος μεσήλικας μπήκε μέσα. Ο βιβλιοπώλης έτρεξε να τον εξυπηρετήσει. Κι όσο περπατούσε τους έλεγε παρακαλεστικά:

         --- Εσείς μείνετε! Η δουλειά βλέπετε!

         Ο αγιογράφος κοίταξε το ρολόι του. Με θλιμμένο ύφος ύστερα σαν είδε προχωρημένη την ώρα είπε στον παπα- Καλλίνικο:

         --- Έφτασε εφτά! Πρέπει να γυρίσω στο ατελιέ. Εκεί με περιμένει πολλή δουλειά. Αν δεν έχεις εδώ τι άλλο να κάνεις, πάμε έναν περίπατο ως εκεί και σαν δεις κάτι  που θα σου γυαλίσει στο μάτι το αγοράζεις!

         Εκείνος θυμήθηκε το ραντεβού που είχε με τον πρωτοσύγκελο και του έκανε με τα μάτια << εντάξει>> ενώ του ψιθύρισε << ως εκεί δεν έχω χρόνο να μπω μέσα >>. Κι αφού πήρε στα χέρια του τα δυο βιβλία σηκώθηκε και πήγε στο ταμείο. Εκεί πλήρωσε και φεύγοντας για να προφτάσει τον αγιογράφο που είχε κιόλας βγει έξω από την πόρτα   και κοιτούσε τη βιτρίνα, τράβηξε την προσοχή του ένας πίνακας αγιογραφίας,  κι αφού τον κοίταξε καθυστέρησε ελάχιστα για να τον επεξεργαστεί. Δίπλα του όμως βρίσκονταν δυο θαυμάσια κηροπήγια που τον εντυπωσίασαν κάνοντάς τον να φωνάξει στο βιβλιοπώλη  με ιδιαίτερη γλύκα στη φωνή:

         --- Μαζί με τα βιβλία που θα μου παραγγείλεις, φέρε μου και δυο καντηλέρια. Ξέρεις εκείνα με το αλαβάστρινο περίβλημα. Κάτι περίπου σαν αυτά της βιτρίνας.

         --- Ναι! του αποκρίθηκε χαμογελώντας αυτός και τον κοίταξε μ’ ένα τεράστιο άνοιγμα των ματιών του. Κι αφού τον συνόδεψε ως την πόρτα, πρόσθεσε κάτι σαν παράπονο: και να μας έρχεσαι πιο συχνά! Μην ακούς τους Ιησουίτες. Αυτοί ας κοιτάζουν τα αίσχη τους!

          Πήραν το δρόμο που οδηγούσε στην κεντρική πλατεία. Χαίρονταν την ευωδιά των νοτισμένων φύλλων και δέχονταν με ανακούφιση θα ‘λεγε κανείς το δυτικό δροσερό άνεμο που ερχόταν από τη θάλασσα του Ιονίου. Πολλές φορές τους εκνεύριζαν τα δυνατά και τα γρήγορα βήματα των περιπατητών αλλά γρήγορα ηρεμούσαν σαν μια καλλονή γυναίκα τους προσπερνούσε και με το λίκνισμα του κορμιού της αποσπούσε την προσοχή τους ενώ τους άφηνε μια θυελλώδη αναστάτωση κι επιθυμία.

        --- Πού θέλεις λοιπόν να τα βάλω τα μάτια μου; διαμαρτυρόταν ο παπα- Καλλίνικος, σαν τον πείραζε ο αγιογράφος και τα ‘διωχνε από την κινούμενη αμαρτία στρέφοντάς τα στ’ ανοιχτά μαγαζιά που συνέχιζαν να χαρίζουν στους πελάτες τους την απόλυτη ευτυχία τής προμήθειας των αγαθών.

         --- Κάνε μου τη χάρη κι έλα να μπούμε στο εργαστήριό μου, του είπε με ψυχική παρόρμηση ο αγιογράφος σαν πέρασαν το μεγάλο κτίριο της Αγροτικής Τράπεζας και μπήκαν στη λεωφόρο Ελευθερίου Βενιζέλου.  Και σύροντάς τον ελαφρά από τον ώμο, πέρασαν μαζί απέναντι. Εκεί σαν σταμάτησαν μπροστά από την πόρτα, έβαλε το κλειδί στην τρύπα κι άνοιξε, ενώ για να κάμψει την πιθανή άρνηση του παπα- Καλλίνικου, πρόσθεσε παροτρύνοντάς τον:

         --- Όχι μόνο βέβαια θα δεις την καινούρια μου δουλειά αλλά θα πάρεις και νέες ιδέες!

         Αυτός επιφυλάχτηκε. Ύστερα από τη συνηθισμένη του επίσκεψη στα γραφεία της Ιεράς Μητρόπολης είχε υπόψη του να συναντήσει τη Ρόζα Κι αυτό θα τον έβγαζε έξω από τα χρόνο του. Έτσι αρνήθηκε να τον ακολουθήσει στο εργαστήριο λέγοντάς του με κάποια προσποίηση:

           --- Όχι τώρα, έχω δουλειά! Είμαι σίγουρος πως δε θα σου κακοφανεί. Και μ’ ένα συγκαταβατικό χαμόγελο έριξε τα μάτια του στη βιτρίνα. 

           --- Ε, καλά, τότε, μπαίνω εγώ μέσα κι εσύ χάζεψε με τα υπάρχοντα στην προσθήκη. Και με μια γρήγορη κίνηση σύρθηκε μέσα.

           << Έχω λίγο χρόνο ας παραμείνω >> σκέφτηκε ο παπα- Καλλίνικος σαν το μάτι του έπεσε πάνω σ’ ένα μικρό πίνακα με λάδι που έδειχνε έναν βουδιστή καλόγερο να στέκεται όρθιος έξω από το μοναστήρι. Και για μια στιγμή, ένιωσε την ανάγκη να μπει μέσα για να πάρει περισσότερες εξηγήσεις απ’ τον αγιογράφο. Αλλά συγκρατήθηκε. << Αρκετά ως εδώ >> μουρμούρισε και κόβοντας δρόμο πέρασε μέσα από την πλατεία, τραβώντας για το κτίριο της Μητρόπολης.
           Σαν κάθισε στο γραφείο απέναντι απ’ τον πρωτοσύγκελο Πυρουνάκη, αμέσως θυμήθηκε τις πολλές τους μονομαχίες! Κάλυπτε το συντηρητικό χώρο ο αθεόφοβος στο πρόσωπό του. Ωστόσο τον καλοδέχτηκε με εγκαρδιότητα και του είπε:

            --- Τι κάνεις πάτερ Καλλίνικε; Ή  καλύτερα μποέμ της νύχτας! Δεν υπάρχει η παραμικρή αμφιβολία πως συνεχίζεις να απολαμβάνεις την αθωότητά σου μαζί με την τρέλα της!

           Και γελώντας χάιδεψε την πλακουτσωτή μύτη του.

           --- Να το πάρω ως αστείο, αυτό; του ‘κανε με ύφος έκπληκτο ο παπα- Καλλίνικος κι έδειξε ενοχλημένος.

           --- Και βέβαια! του ψέλλισε αυτός και προσπάθησε με μια ζωηράδα που εξέπεμψε από τα μικρά μάτια του να φανεί σοβαρός.

           Και με το λόγο του φροντισμένο του είπε στη συνέχεια:

           --- Είδα τον πρόεδρο της επιτροπής του γηροκομείου και μιλήσαμε σχετικά για σένα. Αλήθεια μεγάλη έκπληξη μου προξένησε το αίσιο τέλος του εξοπλισμού τής ιατρικής μονάδας και φυσικά και τα εγκαίνιά της που θα γίνουν του Σταυρού. Θαυμάσια! Δε φανταζόμαστε τι θεάρεστο έργο θα προσφέρει μέσα  στη ζεστασιά των τεσσάρων τοίχων του τώρα το ίδρυμα μ’ αυτή την τέλεια ιατρική μονάδα.

           Ο παπα-  Καλλίνικος θεώρησε υπερβολικές τις φιλοφρονήσεις του και του ‘κανε μ’ έναν μικρό δισταγμό:

            --- Καμιά έκπληξη δεν οφείλεται σε μένα, άγιε πρωτοσύγκελε! Θα ήταν αστείο να το προσάψω στον εαυτό μου. Ό,τι έγινε, έγινε με τη βοήθεια όλων!

            --- Α! χίλιες συγνώμες! του ξεφώνισε εκείνος και φάνηκε να παραξενεύτηκε λιγάκι. Δεν το είπα για να σε κολακέψω, αλλά για να σε εγκωμιάσω!

           --- Μεγάλη η χάρη σου! αλλά και η δικιά μου που παίρνει το θάρρος να μιλήσει για συλλογικότητα! Αυτό εννοώ!

          Οι κάπως θεατρινισμοί τους σταμάτησαν εδώ γιατί το κεφάλι τού πρωτοσύγκελου έσκυψε σ’ ένα χοντρό τετράδιο απ’ όπου ανέσυρε μια επιταγή. Ύστερα σαν έτεινε το χέρι του  να  του τη δώσει του ψιθύρισε με όψη μεγάλου δωρητή:

           --- Γι’ αυτή δεν ήρθες;

           --- Ναι, και, τώρα σε θεωρώ πιο πολύ φίλο μου! του είπε και ξέσπασε στα γέλια.

           --- Φαίνεται στα μάτια σου! Νομίζω πως με αυτά τα χρήματα θα γίνει η αποπληρωμή των ιατρικών μηχανημάτων που θα βοηθήσει είμαι σίγουρος στην καλύτερη περίθαλψη των πασχόντων.

            --- Οπωσδήποτε!

            --- Έτσι είμαι βέβαιος πως και οι πεινώντες και οι άστεγοι θα ανακουφιστούν αλλά κι εσύ θα είσαι αντάξιος του φωτοστέφανου που θα περιβληθείς.

            --- Πάλι τα ίδια! διαμαρτυρήθηκε εκείνος και τον κοίταξε άδολα. Αυτά δεν είναι για μένα το ξέρεις καλά.

            Ένα γέλιο σαν γουργουρητό πουλιού βγήκε απ’ το στόμα του πρωτοσύγκελου που χωρίς να απαντήσει τον κοίταξε με θαυμασμό.

             Ο παπα- Καλλίνικος έτσι στη σιωπή που ακολούθησε βρήκε την ευκαιρία να βάλει την επιταγή στο πορτοφόλι του και να το σιγουρέψει στην εσωτερική τσέπη τού ράσου του. Ύστερα ξαφνικά, μ’ ένα πλατύ χαμόγελο που φώτισε όλο το πρόσωπό του, του είπε με μια ετοιμότητα στα λόγια του:

             --- Έχεις πολύ θάρρος να μιλάς αλλά και να κάνεις φίλους δύσκολους ανθρώπους, άγιε πατέρα μου! Σ’ ευχαριστώ για όλα, αλλά πρέπει να πηγαίνω!

            Και με μια αποφασιστικότητα ετοιμάστηκε να σηκωθεί.

            Η παρακαλεστή φωνή όμως του πρωτοσύγκελου τον σταμάτησε.

            --- Χίλιες συγνώμες, παπα- Καλλίνικε, αλλά σε θέλω λίγο ακόμη. Είναι κάτι ακόμη που πρέπει να συζητήσουμε και δεν πρέπει να μας διαφύγει. Ποιος ξέρει πότε θα δεχτώ πάλι τη χαρά τής επίσκεψής σου!

            Εκείνος ξαφνιασμένος, αρνήθηκε.

            --- Όχι, τώρα, έχω δουλειά! του είπε κι έκανε στροφή να φύγει.

            --- Μα πρέπει! τον αντίκοψε αυτός και σηκώθηκε όρθιος.

            --- Α! η επιμονή σου δεν έχει όρια! του παρατήρησε γρήγορα και κάθισε.

             Ο πρωτοσύγκελος γέλασε κι έδειξε να χάρηκε που τα πράγματα από σκούρα έγιναν ήσυχα, και του είπε:

            --- Το ήξερα πως θα σε κατάφερνα! Εξάλλου μου φαίνεται πως ήρθε η ώρα να φωτιστούμε λιγάκι!

            --- Μα δε σε καταλαβαίνω, τι θες από μένα; του έκανε με μάτια τρικυμισμένα εκείνος κι απόδιωξε όλη την τρυφερότητα που είχε στο πρόσωπό του ως τώρα.

            --- Είμαι σίγουρος πως θα καταλάβεις πιο κάτω του έκανε και με μια διάχυτη ικανοποίηση στα μάτια, συνέχισε: για τη Ρόζα, πρόκειται, αυτή την κοινή γυναίκα. Δε νομίζεις ο τύπος αυτός της γυναίκας δεν ταιριάζει στην εκλαμπρότητά σου;

            Ο παπα- Καλλίνικος έδειξε να ξαφνιάστηκε αλλά το περίμενε κάτι τέτοιο. Έτσι με μάτια που λαμπύριζαν του αποκρίθηκε:

             --- Αν της έβαζα ένα ροζ μεταξωτό ανατολίτικο μπουρνούζι και την έφερνα εδώ, νομίζω πως θα με βράβευες για την επιλογή μου, άγιε πατέρα μου. Χυδαίο πράγμα θα μου πεις, αλλά έτσι θα ήταν ευκαιρία να την έβλεπες!

             Και ψάχνοντας με το βλέμμα του να δει την έκφρασή του, έδειχνε να θαυμάζει τον εαυτό του για την τόλμη του να μιλήσει έτσι, ψυχρά κι ακαλαίσθητα.

              Αρπάχτηκε απ’ τα λόγια του ο πρωτοσύγκελος και χωρίς να δείξει κακία, του είπε με μια φυσικότητα:

             --- Ε, λοιπόν, όχι! Αυτό δε θα το κάνεις, αλλά θα κάνεις το άλλο. Να πάψεις να τη βλέπεις και να τη συναναστρέφεσαι. Η ζωή σου χαραμίζεται έτσι ανάμεσα σε μισόγυμνες γυναίκες όσο κι αν είναι όμορφες σαν θεές. Εξάλλου είσαι και ιερωμένος. Έχεις το ασυμβίβαστο με τη σάρκα και τις ηδονές. Το γνωρίζεις νομίζω αρκετά καλά αυτό.

             --- Αφήστε τα τώρα αυτά, διαμαρτυρήθηκε έντονα και κοκκίνισε. Φανταστείτε πως μου λέτε πράγματα ανώφελα. Δεν τα ακούω. Περιττό να μιλήσουμε άλλο. Πρέπει να φύγω. Άφησέ με!

             --- Δε θα φύγεις! Εσένα μπορεί να σου αρέσει η θριαμβευτική είσοδος στους χώρους τής ακολασίας αλλά της εκκλησίας, όχι. Πρέπει να κρούσεις πρύμνα, αλλιώς…

              --- Με λίγα λόγια τι θες εσύ και οι προστατευόμενοί σου;

              --- Να απομακρυνθείς από κοντά της.

              --- Γιατί;

              --- Γιατί αμαρτάνεις;

              --- Τι αμαρτία ποιώ;

              --- Της σαρκικής επαφής και της διαπόμπευσης της εκκλησίας!

              --- Πίσω μου σ’  έχω σατανά! μουρμούρισε εκείνος κι έκραξε έξω φρενών: Ηλίθιοι!

              --- Μα…

              --- Αχρείοι!

              --- Σε παρακαλώ…

              --- Τιποτένιοι!

              Και λες και ήταν φορτωμένος με βαριά πανοπλία περπατούσε με ανησυχία από τη μια άκρη του γραφείου στην άλλη. 

               Σαν αυτό κράτησε αρκετά, η φωνή τού πρωτοσύγκελου που ήταν εραστής τής φιλίας και της γαλήνης, ακούστηκε να του λέει:

              --- Έλα, κάθισε. Μη λες άλλα απ’ αυτά γιατί και οι τοίχοι έχουν αυτιά! Είσαι θυμωμένος το ξέρω αλλά έλα κι εσύ στη θέση μου. Έχω εντολή απ’ το σεβασμιότατο να σε συμβουλέψω. Κι αυτό κάνω. Μη με βλέπεις σαν εχθρό αλλά σαν πνευματικό σου πατέρα και φίλο.

              --- Με συμβουλεύεις αδίκως. Δεν έχω τίποτα με τη γυναίκα!

              --- Πως δεν έχεις; Ο κόσμος το ‘χει τούμπανο κι εσείς κρυφό καμάρι!

             --- Θα ήταν καλύτερα να κοιτάξετε τον εαυτό σας εσείς που καταφέρεστε εναντίον σε μια αμαρτωλή, παρά να συμβουλεύετε. Αυτό είναι άνευ ποταμών.

             --- Η εκκλησία βλέπεις…

             --- Να τη βράσω την εκκλησία! Εγώ κάνω ό,τι μου υπαγορεύει η συνείδησή μου κι επιτελώ το έργο της. Αγαπώ και προσεύχομαι για τη ζωή του ποιμνίου της.

             --- Ω! μου φαίνεται πως δε σου καίγεται καρφί για ό,τι λέγεται κι ακούγεται γύρω σου για τις σχέσεις σου μ’ αυτή τη γυναίκα. Είναι δυνατόν;

             --- Και πάλι σε ακούω. Πού θέλεις να καταλήξεις;

             --- Στο είπα! Να την ξεχάσεις!

             --- Αφού το λες εσύ, αυτό θα κάνω! του ψέλλισε με απόγνωση κι όλο το σώμα του έμοιαζε να αδυνατίζει καθώς το έλουζε κρύος ιδρώτας.  Κι αφού πέρασε λίγος χρόνος μέσα στη σιωπή, πρόσθεσε, δείχνοντας ήρεμος:

            --- Φεύγω! Αφού με αναστάτωσες από την κορυφή ως τα νύχια, φεύγω!  Και με γουρλωμένα μάτια, πέρασε την πόρτα και βγήκε στο δρόμο.

            --- Έτσι, κάνει πάντα ο αθεόφοβος μποέμ! μουρμούρισε με κάποια ειρωνική διάθεση ο πρωτοσύγκελος και έσκυψε με ζήλο πάνω από τα βιβλία του.

             Ήθελε πολύ να φύγει και να πάει κάπου μακριά από τους ανθρώπους. << Ο φόβος μου μήπως φανώ απέναντί του δειλός ξεπεράστηκε>> σκέφτηκε και ικανοποιημένος τράβηξε για το μπαρ το << ΝΑΥΑΓΙΟ>>. Οι πρώτοι νέοι πελάτες άρχισαν να μαζεύονται και τα πρώτα ποτήρια να παίρνουν θέση στα τραπεζάκια με τα καθίσματα. Ο παπα- Καλλίνικος, στάθηκε στο μπαρ όρθιος κι αφού παρήγγειλε ένα ποτό, είπε στον ιδιοκτήτη τού μαγαζιού, που τον πλησίασε και είχε σταθεί δίπλα του:

             --- Κάποιοι από την πολύ φιλοφρόνησή τους που σου δείχνουν σε σκλαβώνουν! Έτσι το μόνο που σου κάνουν είναι να σε στέλνουν στο μπαράκι να πιεις και να ξεπλυθείς από το χνώτο τους!      

             Γέλασε εκείνος και του είπε:

             --- Μα έχεις το δικαίωμα να τους απορρίψεις! Γιατί δεν το κάνεις;

             --- Το ‘κανα! Γι’ αυτό είμαι εδώ και αναζητώ τη Ρόζα! Τι θα καθόμουν με κάποιον απ’ αυτούς για να μου ενισχύσει ακόμη την αμφιβολία μου;

             --- Η αγαπημένη και λατρευτή σου Ρόζα, δε θα ‘ρθει απόψε, του συνέστησε μ’ ένα βαθύ αναστεναγμό εκείνος και ψιθύρισε,<< για κακή σου τύχη, βέβαια>>.

              Ο παπα- Καλλίνικος προσπάθησε να δαμάσει την έκπληξή του και του έκανε αυθόρμητα:

              --- Τι σημαίνει αυτό;

              --- Πως δε θα  έρθει!

              --- Γιατί;

              --- Γιατί, έχει ρεπό!

              Γέλασε εκείνος και είπε:

              --- Κι εγώ που νόμιζα πως κάτι σοβαρό της συμβαίνει! Τώρα μπήκαν τα πράγματα στη θέση τους και η καρδιά μου στη δική της.

              Και κατεβάζοντας μονορούφι το ποτό κάτω, πρόσθεσε:

              --- Πάω στο σπίτι της να τη βρω!

              Κι άρχισε σιγά- σιγά να πηγαίνει προς την πόρτα.

              Στο σπίτι η Ρόζα τον δέχτηκε σαν τρελή. Τον αγκάλιασε και το όμορφο πρόσωπό της, τα μεγάλα φρύδια της και το θεσπέσιο φουστάνι της που έπεφτε ανάγλυφο στο ντελικάτο κορμί της λειτούργησαν σαν μια εξαίσια θηλυκότητα στην ήδη φουρτουνιασμένη ψυχή του παπα- Καλλίνικου και μαζί με την απέραντη γλύκα που ξεχύνονταν από τα λαμπερά μάτια της, του χάρισαν μια ερωτική και συντροφική πανδαισία ανεπανάληπτη.  Έτσι σαν κάθισε ο ένας δίπλα απ’ τον άλλον στον καναπέ και του ‘δωσε το λευκό χέρι της να της το πιάσει, τον ρώτησε με μια ελαφριά κίνηση του κεφαλιού της προς τον ώμο του:

              --- Ε, λοιπόν, κάτι μου έλεγε πως θα ‘ρθεις!

              --- Και να ‘μαι!

              --- Δε φαντάζομαι να φύγεις αμέσως;

              --- Όχι!

              --- Δείχνεις όμως λίγο εκνευρισμένος.

              --- Είμαι! Δεν είναι όμως τίποτα σοβαρό.

              --- Πως δεν  είναι! Κάνοντας νύξη γι’ αυτό δείχνεις να σε απασχολεί. Μπορώ να μάθω τι σου συμβαίνει;

              --- Α, να, εκείνος ο θεομπαίχτης ο πρωτοσύγκελος με σκανδάλισε. Μου ανέφερε τις σχέσεις μας κι εξοργίστηκα. Τον έβαλα όμως στη θέση του και ησύχασα.

              --- Πάλι τα ίδια! ψιθύρισε εκείνη κι έδειξε να παραξενεύτηκε.

              --- Η λαχτάρα μου να σε συναντήσω όμως του χάλασε τα σχέδια και την επιθυμία να με ανακρίνει συστηματικά, γιατί τον άφησα σύξυλο κι έφυγα! Άλλωστε έτσι φτωχός στο πνεύμα που είναι τι μπορούσε να καταλάβει από το θάμπωμα που νιώθει ο ένας για τον άλλο και το πάθος που μας διακατέχει;

             --- Είναι αυτός ένας αλητάκος! Το ‘κανε περισσότερο για κουτσομπολιό παρά για ουσία. Ξέχασέ το! Ας πούμε κάτι άλλο !

             --- Δε με νοιάζει τι λένε! Αυτοί τα λένε αυτοί τ’ ακούνε!

             --- Καλά! Καλά! ας τ’ αφήσουμε τώρα αυτά που είναι άσκημα και μας πληγώνουν κι ας πούμε κάτι καλό κι ευχάριστο. Ποιος ούριος άνεμος σ’ έφερε στην κάτω πόλη και μετά εδώ;

              --- Δείχνω μια ιδιαίτερη διάθεση για τον πολιτισμό τελευταία και ήρθα ν’ ανανεωθώ με το πνεύμα του και τα αγαθά του. Η πόλη έχει απ’ αυτά, και καλό είναι να τα προσεγγίζουμε…

             --- Φαντάζομαι πως θα βρήκες.

             --- Ναι, δόξα τω Θεώ, ναι.

             --- Σαν τι αγαθά είναι αυτά;

             --- Τίποτα το ιδιαίτερο, της έκανε και κοίταξε το δέμα με τα βιβλία που είχε μπροστά του.

             --- Βιβλία! του ‘κανε η Ρόζα με κάποια επιφύλαξη και τ’  άγγιξε με τα χέρια της.

             --- Βιβλία! Τι άλλο!

             --- Θαυμάσια! Πολύ θαυμάσια αν κι εγώ δεν έχω ξεδιψάσει ποτέ μέσα από τη δροσιά που αφήνουν οι σελίδες τους.

             Κι άρχισε να διηγείται πόσο στείρα ήταν η ζωή της, αφού ποτέ δεν είχε νιώσει ευχαρίστηση διαβάζοντας ένα βιβλίο. Και πως πολύ τον ζηλεύει που μπορούσε να κάθεται στο γραφείο του και να συνομιλεί πρόσωπο με πρόσωπο με τους ήρωές τους.

             --- Δεν πειράζει! της είπε αυτός και την κοίταξε μ’ ένα χαμόγελο που φώτιζε όλο του το πρόσωπο.

             --- Το ξέρω θες να με δικαιολογήσεις! του ψιθύρισε κι έβαλε τα δυο της χέρια γύρω από το λαιμό του. Κι αφού στύλωσε τα μάτια της στο ωραίο πρόσωπό του τον φίλησε τρυφερά και μετά από λίγο τον ρώτησε:

             --- Τι άλλο έκανες;

             --- Ανάκριση μου κάνεις;

             --- Όσο να ‘ναι!

             --- Ε, τότε, άκουσέ με. Στο βιβλιοπωλείο συνάντησα και τον αγιογράφο μου. Του έδωσα το <<ναι>> για μια παραγγελία ξυλογραφιών και μετά πήγα στα γραφεία τής Μητρόπολης. Αν όμως ήξερα τι θα συνέβαινε εκεί και ποιον θα έβλεπα, θα το απόφευγα. Εννοώ τη συνάντησή μου με τον πρωτοσύγκελο που μου τα ‘ψαλλε για τα καλά όσον αφορά τις σχέσεις μας. Έπρεπε όμως να μου δώσει μια επιταγή για τη λειτουργία τού γηροκομείου και ήταν  αδύνατο να αποφύγω την επίσκεψή μου στο γραφείο του. Εκεί είπαμε πολλά και σαν με έκανε έξω φρενών, έφυγα. Την επιταγή βέβαια την πήρα. Στο δρόμο σκέφτηκα να περάσω κι από το μπαρ το << ΝΑΥΑΓΙΟ>> για να σε συναντήσω. Στο ποτό πάνω ο ιδιοκτήτης του μου είπε πως είχες ρεπό κι έλειπες. Τότε πήρα την απόφαση και ήρθα.

             Και σφίγγοντάς την πάνω του, πρόσθεσε:

              --- Και προπαντός δε θέλω κόλπα! Όχι χτυπήματα κάτω από τη ζώνη! 

              --- Για ποιον το λες αυτό; Για τον πρωτοσύγκελο;

             --- Όχι! Για σένα!

             Αυτή γέλασε και του είπε με αστείο τρόπο:

              --- Εγώ δεν ξέρω από χτυπήματα, το ξέρεις καλά! Εσύ ίσως!

              --- Ούτε κι εγώ! της ψέλλισε και την έσφιξε με περισσότερη θέρμη στην αγκαλιά του.

              Κι εκείνη τη στιγμή ενώ δεν το είχε σκεφτεί καθόλου αυτό από πριν, του ήρθε η ιδέα να της πει τη συνάντησή του που είχε πριν καιρό με το δεσπότη και τις αντιρρήσεις του σχετικά μα τις σχέσεις τους. Και τέλος να τη διαβεβαιώσει πως παρά τον πόλεμο και τη συκοφαντία των εχθρών τους που του ήταν αδιάφορο, θα συνέχιζε να της συμπεριφέρεται σαν πνευματικός πατέρας που ήθελε να την σώσει από την αμαρτία και να την φέρει στο σωστό δρόμο της σωτηρίας.    << Ναι >>, συλλογίστηκε λίγο πριν της πω οτιδήποτε << είμαι αποφασισμένο να της μιλήσω για τη συνάντησή μου με το δεσπότη >> κι αμέσως άνοιξε το στόμα του κι άρχισε:

               --- Δεν σου είπα και τούτο, πως  μ’ εκνεύρισε υπέρμετρα πριν λίγο καιρό ο δεσπότης. Με κάλεσε στην αρχιεπισκοπή και μου συνέστησε να σε ξεχάσω γιατί έχω συνάψει μαζί σου ανάρμοστη κι αμαρτωλή σχέση κι αυτό δεν συνάδει προς τα πιστεύω και τις αρχές τής εκκλησίας. Όταν εγώ του αντέτεινα πως είμαι πνευματικός σου πατέρας και τίποτα παραπάνω και θέλω να σε σώσω από την αμαρτία, ίσα που δε μου τα ξύρισε!  <<Έχεις εξιδανικεύσει επικίνδυνα και παράφορα το σώμα και την ψυχή της τόσο που ξαναγυρίζει σαν σβούρα στη μνήμη σου και δεν μπορείς να την ξεχάσεις >> μου είπε στο τέλος κι επέμενε να σε χωρίσω αν θέλω να μη παρασυρθώ στην καταστροφή μαζί σου.

             --- Είναι αμετακίνητος στις ιδέες του! ψιθύρισε η Ρόζα κι έδειξε μια ψύχρα στα μάτια της. Τι λες να κάνουμε;

             --- Τίποτα! Εγώ βάζω σε κίνδυνο τη ζωή μου όχι εκείνος. Θα τ’ αφήσουμε ως έχουν.

             --- Δηλαδή;

             --- Θα με βλέπεις και θα σε βλέπω! Και ούτε τύψεις έχουμε γι’ αυτό που κάνουμε.

            Και σαν σιώπησε να βρει τη φράση που ήθελε, της είπε τρυφερά:

            --- Αφού ξέρεις δεν μπορώ να ζήσω χωρίς εσένα!

            Τύλιξε πάλι τα δυο της χέρια γύρω από το λαιμό του, ένδειξη για να τον ευχαριστήσει. Κι αμέσως μετά ξέσπασε σε λυγμούς χώνοντας το όμορφο κεφάλι της στο στήθος του.

            --- Έλα! Έλα! της  ψιθύρισε συγκινημένος εκείνος και την χάιδεψε. Κι αφού της σήκωσε το κεφάλι της είπε, θέλοντας να της τονώσει το πεσμένο της ηθικό: Πρέπει  όμως κι εσύ να μη μείνεις αμετακίνητη αν θέλεις να ζούμε μαζί. Απόρριψε κάποια αισχρά πράγματα και συνήθειες που σου είναι αταίριαστα και ζήσε με τα ελάχιστα και τα απλά.  Μην  αντισταθμίζεις τη νιότη και τη φρεσκάδα σου με ασύμφορες ηδονές.

           --- Δε σου λέω ψέματα αλλά προσπαθώ!

           --- Πολύ δε φτάνει αυτό. Πιο πολύ.

           --- Μμ…

           --- Η επιστροφή πάντα σ’ ένα δρόμο είναι δύσκολη αλλά πρέπει να επιμένεις.

           --- Οι θεωρίες είναι εύκολες αλλά οι πράξεις δύσκολες! του αποκρίθηκε κι ένιωσε ένα παράξενο αίσθημα να την καταλαμβάνει.

           --- Ναι, αλλά και η χαρά από τη γεύση τής μετάνοιας ανυπέρβλητη! της είπε κι εκείνος και χαμογέλασε με συγκατάβαση.

           ---  Μπαργούμαν είμαι παπα- Καλλίνικε και το μόνο που έμαθα είναι να ενδίδω στα πάθη και τις παρορμήσεις μου. Εσύ μπορείς να το καταλάβεις αυτό, οι άλλοι όμως;

           --- Ναι, αλλά προσπάθησε. Σαν θέλεις να ξεφύγεις απ’ αυτό το ασήμαντο που κάνεις μπορείς, αρκεί να ‘χεις τη θέληση. Στο υπογράφω.

           --- Ω! σ’ ευχαριστώ που επιμένεις να γίνω καλό κορίτσι! του ψέλλισε κι έδειξε κάποια συστολή. Πόσο καλός είσαι!

           Και πριν πει οτιδήποτε, συνέχισε:

           --- Τώρα μου ήρθε στο μυαλό και θέλω να στο πω μην το ξεχάσω όπως πριν. Χθες σε είδα στο όνειρό μου. Είχαμε βγει έξω μαζί και ήταν σούρουπο με ομίχλη. Ένιωθα θαυμάσια κι ευτυχισμένη πλάι σου, χωρίς να φοβάμαι και χωρίς να με νοιάζει για τα βλέμματα γύρω μας.  Σαν περάσαμε κοντά από μια ζαρντινιέρα με βιολέτες έκοψες μια και μου την πρόσφερες. Όσο την έσφιγγα στο χέρι μου η ευτυχία μου γινόταν απερίγραπτη.

          Την ίδια στιγμή το ρολόι της πόλης, χτύπησε δέκα.  Παρά τη συγκέντρωσή του στα λόγια της, ο παπα- Καλλίνικος ξαφνιάστηκε και κοίταξε αμήχανα και το δικό του ρολόι. Και με μια ανησυχία στα μάτια του της είπε:

           --- Πέρασε η ώρα κι έχω κι άλλες δουλειές να κάνω!

           --- Όχι, δεν έχεις να πας πουθενά! του ‘κανε έντονα αυτή και προσπάθησε μ’  ένα βλέμμα συγκατανευτικό να τον καθησυχάσει.

         Η πρότασή της του άρεσε αν κι απρόσμενη. Έτσι απόμεινε αναποφάσιστος στη θέση του νιώθοντας ένα ακαθόριστο όμορφο συναίσθημα μεταξύ ασφάλειας και υπεροχής.

          --- Και για να σου αποδείξω πως το θέλω πολύ να μείνεις μαζί μου το βράδυ, συνέχισε η Ρόζα, πηγαίνω κιόλας να ετοιμάσω τραπέζι για να δειπνήσουμε. Δόξα τω Θεώ έχω απ’ όλα!

         Το φαγητό ήταν εξαίσιο, πλούσιο και ραφινάτο. Το δε κρασί επίσης νόστιμο και κόκκινο από καλό δρύινο βαρέλι. Σαν απόφαγαν, συζήτησαν πολλή ώρα και μετά πέρασαν ευχάριστα ως τα βαθιά μεσάνυχτα, κάνοντας όνειρα για το μέλλον τους. Ύστερα κοιμήθηκαν. Κατά τις πέντε το πρωί ο παπα- Καλλίνικος ξύπνησε από ένα πνιχτό θόρυβο που άκουσε δίπλα του. Γρήγορα κατάλαβε ότι ήταν από τους λυγμούς τής Ρόζας που έκλαιγε με το κεφάλι χωμένο στο μαξιλάρι.

          --- Τι έχεις αγάπη μου; τη ρώτησε φοβισμένος και την άγγιξε.

          --- Τίποτα! του αποκρίθηκε εκείνη. Κλαίω από την υπερβολική μου ευτυχία! Σε ποθώ και σε θέλω! Αυτό είναι όλο!

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

                                        ΚΕΦΑΛΑΙΟ  ΕΒΔΟΜΟ

 

 

 

                Καθόταν ο παπα- Καλλίνικος πρωί – πρωί στο μπαλκόνι τού σπιτιού του και αγνάντευε την όμορφη πολιτεία που μόλις είχε ξυπνήσει από τον ύπνο της και χαιρετούσε τα παιδιά της που σκορπούσαν σαν τα διαβατάρικα πουλιά στις δουλειές τους και στους διάφορους άλλους χώρους τής δραστηριότητάς τους. Ένιωθε πολύ καλά στην υγεία του κι εκείνη η ενοχλητική δοκιμασία που φάνηκε να τον ερέθισε για αρκετή ώρα χθες στα μάτια, έδειξε πως υποχώρησε. Ώρες- ώρες του ερχόταν τρέλα σαν σκεφτόταν πως μπορούσε η αρρώστια να του γίνει αγιάτρευτη και να τον απομάκρυνε από τη δράση και τις χαρές τής ζωής. Για την ώρα όμως αυτό είχε αποκλειστεί κι αυτό του έδινε μια αισιόδοξη διάθεση να ατενίζει το μέλλον του και να προετοιμάζει με χαρά και κέφι την κάθε του επιλογή.

             Στις δέκα θα γινόταν τα εγκαίνια του ιατρείου τού γηροκομείου κι αυτό τον έκανε ιδιαίτερα ευτυχή αφού κόποι δύο χρόνων θα  υλοποιούνταν και οι πάσχοντες θα εύρισκαν περίθαλψη μέσα στο ίδρυμα και δε θα ήταν υποχρεωμένοι να τρέχουν στους εξωτερικούς γιατρούς και το νοσοκομείο για τις πιο απλές εξετάσεις που πολλές ήταν και ρουτίνας όπως η μέτρηση της πίεσης ή του ζάχαρου που δυστυχώς ως εκείνη τη μέρα γίνονταν έξω.  Μέσα σ’ αυτή του την ευθυμία θυμήθηκε πως είχε να κουβεντιάσει τα σχετικά με τα εγκαίνια με τη Μαρία και της φώναξε με τον αστεϊσμό που τον διέκρινε:

            --- Έλα, Μαρία γιατί μου φαίνεται πως μείναμε πίσω και δε θα είμαστε έτοιμοι ως τις δέκα που θα έρθουν οι επίσημοι.

             Εκείνη φάνηκε στην πόρτα γελαστή κρατώντας ένα ασημένιο κύπελλο και το κρατούσε με άπειρη ευγένεια σαν κάτι ξεχωριστό. Πριν ακόμη τον πλησιάσει του έκανε με μια υπερβολική ευχάριστη διάθεση:

              --- Τι έχουμε πάλι, παπα- Καλλίνικε; Ησύχασε επί τέλους μ’ αυτές τις έγνοιες που σου σφάζουν τα σωθικά. Στενοχωριέσαι άδικα με το παραμικρό.

             --- Το ξέρω! Αλλά τι να κάνω, έτσι είμαι πλασμένος!

             --- Ορίστε σ’ ακούω! Τι θέλεις;

             --- Λέω μετά τα εγκαίνια να καλέσουμε εδώ στο σπίτι το δεσπότη και να του προσφέρουμε ένα ελάχιστο γεύμα. Για τους άλλους δε με νοιάζει ας  τους φιλοξενήσει το γηροκομείο. Είναι πράξη ευγένειας για μένα να το κάνω αυτό και το θέλω. Τι λες κι εσύ; Συμφωνείς μαζί μου;

            Εκείνη τον κοίταξε με το έξυπνο πρόσωπό της και του είπε:

            --- Ας γίνει το θέλημά σου! Τον εκτιμώ πολύ αυτόν το δεσπότη και θα τον ήθελα στο σπίτι μας !

            --- Να, που συμφωνούμε σ’ αυτό και οι δυο παρά τις τσιριμόνιες που μου κάνεις! Δεν ξέρω αν στο έχω πει, συνέχισε αυτός, πως  ο δεσπότης όταν είχα πάει στο μοναστήρι του Προφήτη Ηλία να πάρω μαθήματα αγιογραφίας από τον καλόγερο Αμβρόσιο ήρθε εκεί και με βοήθησε με το παραπάνω. Μου έφερε βιβλία, μου έδωσε χρήματα για χρώματα και πινέλα και μου μίλησε για την ιστορία και τους όρους τής ζωγραφικής σαν να ήταν καθηγητής και θεωρητικός της. Εγώ πίστευα πως δεν έχει καμία παιδεία πάνω στο θέμα αυτό αλλά έπεσα έξω. Σαν δε τον είδα να πιάνει το πινέλο και να φτιάχνει τα φωτοστέφανα γύρω από τα κεφάλια των τριών ιεραρχών δεν κρατήθηκα κι από το θαυμασμό μου τον αγκάλιασα  και τον ασπάστηκα. Από τότε τον θεωρώ υπέροχο άνθρωπο και άριστο πνευματικό τής εκκλησίας και με καμία δύναμη δε μειώνω την υπόληψή μου γι’ αυτόν.

             --- Ο λόγος του πάλι, το λέγειν του…

             --- Α, όσο γι’ αυτό είμαι ένθερμος θαυμαστής του! Μου μίλησε για όλα τα θέματα της θρησκείας και της χριστιανοσύνης για να καταλήξει θυμάμαι να μου πει για τον παράδεισο, πως εδώ είναι πάνω στη γη κι όχι εκεί στον ουρανό ή αλλού που τον έβαλαν κάποιοι επιτήδειοι και  τον επικαλούνται για να  μας αναγκάζουν να ζούμε βίο ενάρετο και ηθικό αν θέλουμε να τον επισκεφτούμε μετά θάνατο!  Ο Θεός πάλι μου είπε, πως είναι μέσα μας, στην καρδιά και την ψυχή μας κι όχι σε χώρους και διαμονές που συνηθίζεται να πιστεύουν οι πολλοί πως κατοικεί. Όλοι, επέμενε να μου λέει, πρέπει να νιώθουμε το Θεό μέσα μας γιατί τότε μόνο μπορεί να λάμπει και να θερμαίνει σαν τον ήλιο και είναι εκατομμύρια φορές μεγαλύτερος απ’ αυτόν! Μόνο οι κακοί, μου είπε δεν το νιώθουν το Θεό, γιατί αυτοί συμπορεύονται με το σατανά και υιοθετούν τις πράξεις του. Ακόμη μου τόνισε πως οι άνθρωποι δεν πρέπει να χαίρονται όσο υπάρχουν πεινασμένοι και δυστυχισμένοι πάνω στη γη και πως όσο μας κυβερνούν οι διεφθαρμένοι και οι κακοί με τα άγρια ένστιχτά τους δεν πρόκειται να δει προκοπή η ανθρωπότητα ενώ απομακρύνεται έτσι και η σωτηρία της που χρόνια τώρα περιμένουμε να δούμε.

           Η Μαρία τον άκουσε και κούνησε τους ώμους ενώ σήκωσε το βλέμμα και τον κοίταξε με κατανόηση. Ύστερα του είπε:

           --- Και τώρα τι θέλεις από μένα παπα- Καλλίνικε να κάνω για αυτά τα εγκαίνια;        

           Αυτός γέλασε και σήκωσε τα όμορφα φρύδια του, ενώ της είπε:

           --- Κάτι πρέπει να κάνεις κι εσύ!

         --- Ναι, αλλά τι;

         --- Θα μείνεις στο σπίτι και θα φροντίσεις τα απαραίτητα για τη φιλοξενία του δεσπότη! Δε θέλω να λείψει τίποτα! Θέλω να τον εντυπωσιάσω και να τον ευχαριστήσω μαζί!

          --- Ωραία! Δώσε μου τότε εντολές!

          --- Τίποτα σπουδαίες! Θα φροντίσεις ένα καλό γεύμα και μια εντυπωσιακή διακόσμηση στα πλαίσια του εκκλησιαστικού γούστου. Δυο εικονίτσες εκεί,  άλλες δυο στην άλλη άκρη του τοίχου κι ένα κηροπήγιο στη θέση του πάνω στο τραπέζι νομίζω πως θα είναι ότι πρέπει. Βάλε και την Αγία Γραφή πάνω στο κομοδίνο ελπίζω να του αρέσει!

          --- Εύκολα πράγματα ζητάς! Εξάλλου αυτά είναι και της ειδικότητάς μου. Λίγες φορές τα έχω κάνει;

          --- Ακριβώς!

          --- Όμως τι θα πουν οι άλλοι; Δε θα τους κακοφανεί ΄που θα τους αποκλείσεις από το γεύμα;

          --- Όχι! Τα έχω κανονίσει να τους κάνει τραπέζι το γηροκομείο! Κανένας δε θα διαμαρτυρηθεί. Το πρωτόκολλο αφήνει περιθώρια ο δεσπότης να γευματίσει κάπου αλλού αν του ζητηθεί τιμής ένεκεν, Ωστόσο θα παραβρεθεί σ’ ένα μικρό εορταστικό γεύμα μετά τα εγκαίνια που θα διοργανώσει η επιτροπή τού γηροκομείου. Έτσι όλα θα γίνουν ως πρέπει. Κι όλοι θα μείνουν ευχαριστημένοι χωρίς κανείς να παραπονεθεί πως αγνοήθηκε.

          --- Μήπως όμως δε δεχτεί ο δεσπότης να έρθει;

          --- Αυτό αποκλείεται!  Θα του εξηγήσω πως αποφύγαμε τη μεγάλη γιορτή λόγω της οικονομικής κρίσης που αντιμετωπίζει το γηροκομείου για να περιορίσουμε τις δαπάνες. Έτσι το μεγάλο φαγοπότι περιορίστηκε και η τιμή κρατήθηκε για τη σεμνότητά του με ένα λιτό γεύμα στην ταπεινή μου κατοικία. Νομίζω πως θα δείξει την απαραίτητη κατανόηση.

          --- Πολύ σωστά!

          Η Μαρία δεν μπορούσε να περιμένει άλλο κι ετοιμάστηκε να φύγει πηγαίνοντας να αναλάβει υπηρεσία εν όψει της δύσκολης μέρας που είχε να περάσει. Έδειχνε απόλυτα ψύχραιμη αλλά και αισιόδοξη κι αυτό φαινόταν στο πρόσωπό της που έλαμπε και είχε μια φρεσκάδα που έδιωχνε κάθε δοκιμασία. Έτσι προχώρησε και σαν έφτασε στην πόρτα του είπε σιγανά:

          --- Δεν έχω να σκεφτώ κάτι σπουδαίο αυτή τη στιγμή σαν όμως χρειαστεί θα σε ενημερώσω.

          --- Καλά! Καλά! της ψέλλισε εκείνος και σηκώθηκε ακολουθώντας τη να πάει στο δωμάτιό του να ετοιμαστεί για τη μετάβασή του στο γηροκομείο. 

 

 

 

 

                                               = = =  

 

 

 

 

 

 

 

 

            Σαν έφαγαν, κάθισαν ο δεσπότης και ο παπα- Καλλίνικος  στο μπαλκόνι και συζητούσαν ευχάριστα για όσα συνέβησαν στα εγκαίνια και για όσα συνέβαιναν στον κόσμο κι έδειχναν μια απόλυτη ικανοποίηση που σταμάτησε πια ο θόρυβος γύρω από την αποπεράτωση του ιατρείου που ήθελε η καθυστέρησή του να γίνεται βραχνάς στο λαιμό τους και να τους σφίγγει κάθε τόσο και λιγάκι. Θα μιλούσαν πάνω από δυο ώρες όταν ο παπα- Καλλίνικος σκέφτηκε πως ήταν η πιο κατάλληλη ώρα να συζητήσουν και πάλι την απόφάση του να ανεβεί στο σταυρό και να σταυρωθεί παραδειγματικά για τη μεγάλη του αμαρτία που τον βασάνιζε με το δεσμό του με τη Ρόζα.

           << Θα του εξηγήσω>> σκέφτηκε  << πως το κάνω για να τιμωρήσω τον εαυτό μου και μόνο. Είναι μια σκληρή δοκιμασία αλλά θα την αντέξω και θα βγω νικητής>>.

           Έτσι ετοιμάστηκε να του το πει, φτιάχνοντας λέξη τη λέξη τις προτάσεις του αλλά δίσταζε. Ξαφνικά όμως πήρε μπροστά κι απροσδόκητα του είπε μ’ ένα τρακ στη φωνή του:

           --- Κάποτε σου είχα πει κάτι δέσποτα και θέλω να το επαναλάβω και τώρα!

           Εκείνος του  έγνεψε << ναι>> με τα μάτια κι ετοιμάστηκε να τον ακούσει.

           --- Όπως σου είχα πει, έχω πάρει την απόφαση ν’ ανεβώ στο σταυρό το ερχόμενο Πάσχα και να δοκιμαστώ για τη μεγάλη μου αμαρτία που με κρατεί αιχμάλωτο με τη Ρόζα! Ελπίζω παράλληλα να συχωρεθώ κι από τον Ύψιστο για το ατόπημά μου αυτό.

          Έτρεμε σύγκορμος ενώ ένα μικρό βάζο στολισμένο με φιόγκους που βρισκόταν μπροστά του έπεσε από μια βίαιη κίνηση των τρεμάμενων χεριών του.

          Ο δεσπότης έπιασε το πιγούνι του και το τράβηξε με δύναμη. Έπαιξε στη συνέχεια με το μικρό στολισμένο πανέρι που είχε μέσα το ψωμί και με μια ψύχραιμη και τρυφερή ενατένιση του πέριξ χώρου πρώτα και ύστερα του παπα- Καλλίνικου του είπε:

           --- Νομίζω και τότε που για πρώτη φορά μου το εξέθεσες είχα αντίθετη άποψη! Την ίδια έχω και τώρα! Όχι! Αυτό δε θα γίνει όσο εγώ είμαι μητροπολίτης σου!

            --- Όμως έχω προετοιμαστεί δεόντως και πρέπει να το κάνω!

            --- Δαιμονίστηκες, παπα- Καλλίνικε; του φώναξε ο δεσπότης και τα  μάτια του πέταξαν φωτιές. Τι λόγια είναι αυτά που ξεστομίζεις; Ύβρεις και τίποτα άλλο!

            --- Φέρνω σε δύσκολη θέση την εκκλησία, το ξέρω, αντέδρασε λέγοντας εκείνος κι έσκυψε το κεφάλι. Είναι όμως θέλημα της συνείδησής μου και οφείλω να το κάνω. Αν δε δοκιμαστώ θα πνιγώ από την ίδια μου την αμαρτία.

            --- Τι αγύριστο κεφάλι που είσαι! του ψέλλισε ο δεσπότης κι έδειξε μια απροσδόκητη τρυφερότητα.

            --- Άφησέ με δέσποτα!

            --- Το θεωρώ μικροπρέπεια να συζητώ μαζί σου ανήκουστα πράγματα και για μωρά ακόμη! Μην το επαναλαμβάνεις.

            --- Δέσποτα!

            --- Γιατί τόσο πολύ επιμένεις; Τι σε κάνει να πιστεύεις πως μ’ αυτό τον  ακαταλόγιστο τρόπο θα συχωρεθείς;

           --- Η πίστη μου στο Θεό, δέσποτα! Του το έχω τάξει  σαν υπόφερα από τα μάτια μου και κινδύνεψα να χάσω το φως μου. Όμως η καθαρή αλήθεια είναι πως θέλω να ανεβώ στο σταυρό για να εξιλεωθώ από το μεγάλο μου αμάρτημα που βαραίνει και σκιάζει την ψυχή μου και δεν είναι άλλο από τη σχέση μου με τη Ρόζα!  Ανεβαίνοντας στο σταυρό η χάρη του Θεού θα μου δώσει το πράσινο φως να συνεχίσω να την αγαπάω και να ζω μαζί της!

           Ο δεσπότης γέλασε ελαφρά κι άπλωσε το χέρι του και τον συγκράτησε. Ύστερα σαν έμεινε σιωπηλός απόμεινε να ατενίζει το βάθος της αίθουσας με θλιμμένο βλέμμα. Ξαφνικά σε κάποια στιγμή τράβηξε το χέρι του και του είπε:

            --- Κι αν πεθάνεις πάνω στο σταυρό; Πώς θ’ αντέξεις όλα αυτά τα καρφιά που θα μπούνε στις σάρκες σου; Μήπως δεν έχεις επίγνωση τι πας να κάνεις;

            --- Διατηρώ την ψυχραιμία μου και δε με φοβίζει ότι κι αν μου συμβεί!  Εκείνο που με απασχολεί αυτή τη στιγμή είναι η δική σου απόφαση. Εγώ είμαι έτοιμος να υποστώ τη δοκιμασία όσο μαρτύριο κι αν θα περάσω.

           Ο δεσπότης κάτω από το βάρος των λόγων του έσκυψε το κεφάλι σαν να ήθελε να τον αποφύγει και να μην του απαντήσει. Όμως θεώρησε υπερβολή αυτή του τη συμπεριφορά και πήρε πάλι θέση μάχης. Έτσι σηκώνοντας το κεφάλι του είπε:

           --- Βέβαια οι χοντράδες πληρώνονται και γι’ αυτό σου συνιστώ σαν πνευματικός σου πατέρας να τις αποφύγεις. Αν και είναι δικό σου θέμα να ορίζεις τη ζωή σου δεν είναι όμως δικό σου η απόφαση  να την εξευτελίζεις ενώ είσαι στο σώμα τής εκκλησίας.  Ως κληρικός έχεις καθήκον να υπακούς στους ιερούς κανόνες και να τηρείς τη διδασκαλία του  ιδρυτή της. Αν το καλοεξετάσεις μια τέτοια ανίερη πράξη που θέλεις να κάνεις είναι κολάσιμη και θα σε στείλει στα δικαστήρια εκτός  της απομάκρυνσής σου από τους κόλπους τής ιεροσύνης.  Είσαι νέος και οφείλεις να ζητάς την ευθυμία και τη χαρά κι όχι τη μαρτυρική δοκιμασία που είναι μόνο υπόθεση του Χριστού. Με λίγα λόγια αν με κατάλαβες αυτό που μου ζητάς να σου εγκρίνω είναι μεγάλο και κολάσιμο παράπτωμα. Είναι μια υπέρβαση των καθηκόντων μου και θα συναινέσω σε μια μεγάλη απιστία προς το Θεό. Όσο για σένα σου εξήγησα πως σύρεσαι σε μια περιπέτεια άνευ ορίων.

          --- Πως τα κρίνετε έτσι τα πράγματα! διαμαρτυρήθηκε με μια απλότητα ο παπα- Καλλίνικος κι έκανε μια γκριμάτσα  ενώ έγειρε μπροστά βάζοντας το χέρι του πάνω στο γόνατό του.

          --- Βρε σε καλό σου! του ψέλλισε ο δεσπότης για να του πει στη συνέχεια : δεν είναι για μας τους θνητούς ο σταυρός, παπα- Καλλίνικε, δεν τον αντέχουμε! Άφησε που είναι και τιμωρία και μάλιστα υπερβολικά αυστηρή τιμωρία. Γιατί να την επιζητούμε;

           Ο παπα- Καλλίνικος έδειξε αρκετά κωμικός κι έδειχνε να έχει πάρει στα σοβαρά την απόφασή του. Ντροπιάστηκε που ντροπιάστηκε κι όσο να είναι και γελοιοποιήθηκε γι’ αυτό αποφάσισε να συνεχίσει την προσπάθεια να κάμψει την αντίσταση του μητροπολίτη όσο κι αν αυτό φαινόταν δύσκολο κι ακόμη κι ακατόρθωτο. Όσο για την αξιοπρέπειά του ήταν σίγουρος πως με μια επιδέξια κίνηση θα τη διατηρούσε αφού δεν ήταν διατεθειμένος να συγκρουσθεί με ανάρμοστο τρόπο με τον προκαθήμενό του. Είχε τις αντιρρήσεις και τους λόγους του να αμύνεται μέσα στα λογικά πλαίσια στήριξης  των αρχών και του δόγματος της εκκλησίας κι αυτό ήταν σεβαστό και δεν πυροδοτούσε καμία εξτρεμιστική συμπεριφορά του. Μ’ αυτά τα δεδομένα είπε ξαφνικά στο δεσπότη:

          --- Θέλω ν’ ανέβω στο σταυρό, δέσποτα! Μην μου το αρνηθείς! Το έχω κάνει τάμα και η παράκλησή μου αυτή επιθυμώ να γίνει σεβαστή από το σώμα τής εκκλησίας! Αν χρειαστεί ίσως ζητήσω ακρόαση κι από την Ιερά Σύνοδο της εκκλησίας.

         << Έχω να κάνω με σκληρό αιρετικό και κυνικό ιδεολόγο>> σκέφτηκε ο δεσπότης και  σηκώθηκε σχεδόν όρθιος στην πολυθρόνα του αφήνοντας μια έκφραση στο βλέμμα του που ήταν σαν να έλεγε << δε θα το αφήσω με τίποτα να μου δημιουργήσει σκάνδαλο αυτό το μικρό παιδαρέλι όσο κι αν είναι το κόσμημα της εκκλησίας μας>>. Και μέσα σε σύγχυση του είπε, με αυστηρότητα:

        --- Καλά! Καλά! Θ’ ανέβεις στο σταυρό, αλλά την αντίδραση της εκκλησίας και του κόσμου που θα δει πως με την πράξη σου βεβηλώνεται η ιερότητά της, δε τη φοβάσαι; Είμαι σίγουρος γιατί έχω πείρα από τέτοιες παρόμοιες και ανάρμοστες συμπεριφορές κι άλλων ομοϊδεατών σου! Γι’ αυτό είμαι σίγουρος πως το πλήθος θα σε αποκαθηλώσει από το σταυρό στο λεπτό! Και να ήταν μόνο αυτό; Αν σε λιντσάρουν; Αν σε χτυπήσουν και σε τραυματίσουν; Η ψυχολογία τού κόσμου εκείνη τη στιγμή μεταβάλλεται και γίνεται μίσος κι εκδίκηση. Ο σεβασμός μεταλλάσσεται σε φανατισμό και η καλή πρόθεση γίνεται ανερμάτιστη εκδίκηση. Γι’ αυτό με βλέπεις αυστηρό. Άφησέ τα και γύρισε πίσω στα πνευματικά καθήκοντά σου.

           Ο παπα- Καλλίνικος έδειξε να μη συμφωνούσε. Η αμετάκλητη απόφασή του τον έκανε αλύγιστο.  Όφειλε αυτό που είχε υποσχεθεί στον εαυτό του να το τηρήσει.  Γι’ αυτό αποφάσισε να επιμείνει και να πει με μια συστολή στα λόγια του:

            --- Είμαι αποφασισμένος για όλα, άγιε πατέρα μου! Καμία δύναμη και κανένας αφορισμός της εκκλησίας δε με σταματά σε ό,τι έχω αποφασίσει!

            Ο δεσπότης τού απάντησε και πάλι στον ίδιο τόνο αλλά με αγνά συναισθήματα:

             --- Αν και ξέρεις πως αυτό που ζητάς να κάνεις είναι ανοησία, όμως επιμένεις! Ας είναι! Εγώ σου λέω τούτο: Αν έρθουν οι χωροφύλακες εκείνη τη στιγμή που οι άνθρωποί σου θα σε σταυρώνουν και σε σύρουν σαν κοινό εγκληματία στη φυλακή πως θα νιώσεις; Γιατί πρέπει να ξέρεις πως στην επιβολή τής τάξης έχει και η πολιτεία μερίδιο ευθύνης και διατηρεί σε άριστο βαθμό και τα μέσα με τα οποία θα την επιβάλει. Δεν επιτρέπει όπως καλά ξέρεις σε κανέναν να παραβεί το νόμο και να κάνει ό,τι θέλει. Εσύ γιατί θέλεις σώνει και καλά να στρέψεις πάνω σου τη βία της;

            --- Αν το κάνουν αυτό, τότε αυτοί είναι εχθροί κι όχι χριστιανοί! του είπε ο παπα- Καλλίνικος κι άγγιξε δυο διακοσμητικά ασημένια τάλιρα που βρίσκονταν  σ’ ένα δίσκο. Κι αφού σιώπησε για λίγο ρίχνοντας  θυμωμένα το βλέμμα του έξω από το παράθυρο, αναστέναξε ενώ συνέχισε να σιωπά. Μόνο σαν ένιωσε δυσβάσταχτο βάρος από τη σιωπή την έσπασε για να προσθέσει: Δεν παραβαίνω κανένα νόμο απλά ακούω τη φωνή τής συνείδησής μου. Μου ζήτησε ν’ ανεβώ στο σταυρό και θα το κάνω! Ο ευεργέτης Θεός μου το ενέπνευσε και δεν μπορώ να τον αγνοήσω! Για άλλη μια φορά, άγιε δέσποτά μου, σου υπενθυμίζω πως το ποτάμι δε γυρίζει πίσω!

            Ο δεσπότης εννόησε πως είχε να κάνε με άνθρωπο σκληρό στις αποφάσεις του και ικανό για όλα. Από τη μια τον θαύμαζε και τον ζήλευε αλλά από την άλλη  τον μισούσε γιατί του έβαζε προσκόμματα στη μητρόπολή του. Δεν μπορούσε βέβαια και να χωνέψει πως ενώ υπήρχαν υψηλότερα πράγματα στη ζωή και το ήξερε καλά αυτό ο παπα -Καλλίνικος, ασχολιόταν με τα ευτελή πράγματα όπως η αμαρτωλή ζωή του με τη φτηνή και κοινή γυναίκα της νύχτας και η άμετρη σκανδαλώδη πρόκλησή του σε μερίδα  του κόσμου τής κοινωνίας. Κι όμως στις αμαρτίες του αυτές είχε να αντισταθμίσει ένα σωρό άλλα έργα που τον έκαναν ένα σύγχρονο Μέγα Βασίλειο. << Αντιφατική πνευματική προσωπικότητα, όπως και τόσοι άλλοι μεγάλοι >> σκέφτηκε και έσφιξε τα χείλη του ενώ με το απλανές βλέμμα του κοίταξε το τζάμι κάνοντας προφανώς και μερικές σκέψεις απ’ ότι τουλάχιστον έδειχνε η ασυγκράτητη ορμή που είχε απλωθεί στο κόκκινο πρόσωπό του.  Αφού έμεινε έτσι μόνος με τις σκέψεις του σε κάποια στιγμή τέντωσε το χέρι του και σαν να του έδειξε το χρόνο που αιωρούταν μπροστά τους, τον ρώτησε ενώ κρατούσε και μια υποτυπώδη στάση μάχης:

          --- Και πότε λες άγιό μου παιδί ν’ ανέβεις στο σταυρό, αν δεν αλλάξεις γνώμη έως τότε;

          --- Το Πάσχα που μας έρχεται! Τη μεγάλη Πέμπτη τη μέρα που σταυρώθηκε και ο Χριστός και γίνεται και η αναπαράσταση σε πολλές εκκλησίες.

          --- Και σε ποια εκκλησία, έχεις αποφασίσει να υποστείς το μαρτύριο της σταύρωσης;

          Έστρεψε το κεφάλι του προς ανατολικά ο παπα- Καλλίνικος και δείχνοντας με το χέρι του το μέρος που είχε αποφασίσει να γίνει η σταύρωσή  του, του είπε σκεφτικός και κουνώντας  αργά- αργά το κεφάλι του ρυθμικά πέρα δώθε:

            --- Στο μοναστήρι της Μονής Κατσιμικάδας! Τον αγαπώ εκείνον τον τόπο και θέλω να τον χρήσω Γολγοθά μου!

            << Τα έχει όλα έτοιμα και χάνω άδικα τα λόγια μου μαζί του να του αλλάξω τη γνώμη >> σκέφτηκε ο δεσπότης και ετοιμάστηκε να σηκωθεί. Και πριν κάνει το πρώτο βήμα, τον πλησίασε κι αφού στύλωσε τα μάτια του πάνω του, και χειρονομούσε με τα χέρια τού είπε με λόγια άτακτα και μπερδεμένα από τον εκνευρισμό:

            --- Έχεις καιρό μπροστά σου να το σκεφτείς καλύτερα και με ψυχραιμία!  Πρέπει να φύγω τώρα γιατί ανειλημμένες υποχρεώσεις με περιμένουν να τις υπηρετήσω. Αν με χρειαστείς μπορείς εύκολα να μου ζητήσεις την αρωγή μου η οποία και θα είναι ειλικρινής και σύννομη με τους ηθικούς και ιερούς κανόνες. Ο Θεός να σε ευλογεί και να σ΄ έχει πάντα καλά!

           Τον ασπάστηκε και μαζί βγήκαν από την έξοδο. Πριν μπει στο δρόμο ο δεσπότης και συναντηθεί με την κουστωδία του, τον κοίταξε με βλέμμα που έδειχνε πονεμένο αλλά και κακιωμένο. Πράγμα που ο παπα- Καλλίνικος το αντιλήφθηκε και το σημείωσε στο βάθος του μυαλού του.

        

             

 

 

 

       

                        

 

                                     ΚΕΦΑΛΑΙΟ  ΟΓΔΟΟ

 

 

 

               Οι προσωπικές δουλειές ανάγκασαν τον παπα - Καλλίνικο να κατεβεί και τούτο το απόγευμα στην κάτω πόλη. Ύστερα από έναν περίπατο στους δρόμους  και τα καντούνια της, μπήκε σε τρία μαγαζιά κι αφού αγόρασε τα προσωπικά του είδη φροντίδας και περιποίησης, χώθηκε  στο βιβλιοπωλείο που τόσο το προτιμούσε και του άρεσε να το επισκέπτεται σαν ο δρόμος του τον έφερνε έξω απ’  αυτό.

               --- Έχω ένα γράμμα για σένα εδώ και μια εβδομάδα, παπά μου! η φωνή του βιβλιοπώλη ακούστηκε αμέσως σαν καλωσόρισμα, πριν ακόμη πλησιάσει τις προθήκες του βιβλιοπωλείου.

               Και με μια κίνηση δουλοπρέπειας κι εξυπηρέτησης μαζί, άνοιξε το συρτάρι του γραφείου του και του το προσέφερε.

               --- Είναι από την Ιερατική Σχολή που σπούδασα είπε χαρούμενος ο παπα- Καλλίνικος σαν το πήρε στα χέρια του και είδε τον αποστολέα και με μια χαρακτηριστική κίνηση το άνοιξε και διάβασε το περιεχόμενό του ψιθυριστά.

              Και στο τελείωμα, πρόσθεσε γελαστός:

              --- Με καλούνε σ’ ένα σεμινάριο ιερατικής γνώσης και αρχών. Όχι τώρα όμως, πέρα την Άνοιξη, Ως τότε έχει ο Θεός.

              Κι αφού έβαλε ύστερα το γράμμα στην τσέπη του άρχισε να ψάχνει τα βιβλία στα ράφια και να διαβάζει τους τίτλους στις ράχες τους.

              --- Δε βλέπω πουθενά το βιβλίο του Προυστ << Αναζητώντας τον χαμένο χρόνο>> φώναξε κάποια στιγμή στο βιβλιοπώλη κι απόμεινε αποσβολωμένος να τον ακούσει να του δίνει την απάντηση.

              --- Στο έχω φυλαγμένο στο συρτάρι μου! του ‘κανε εκείνος με πειστικότητα. Τι ήθελες να στο βάλω εκεί και να στο πάρουν. Ένα τέτοιο βιβλίο σίγουρα κάποιος θα το αγόραζε αν το είχα εκθέσει.

              --- Μπράβο σου! του αποκρίθηκε ικανοποιημένος ο παπα -Καλλίνικος και συνέχισε το ψάξιμο. Κι εγώ στη θέση σου το ίδιο θα έκανα. Ο πελάτης έχει πάντα δίκιο και πρέπει να προστατεύεται!

             --- Απ’ το στόμα σου και στου Θεού τ’ αυτί! Αλλά είναι κάποιοι που το παραγγέλνουν και δεν τους καίγεται καρφί να έρθουν να το πάρουν.

             --- Όσο να ‘ναι είναι ανάρμοστο αυτό! Αλλά κάτι θα τους συμβαίνει για να αποφεύγουν μια τέτοια ευχαρίστηση που θα τους έδινε η απόκτησή του!

             --- Εσύ όμως είσαι τζέντλεμαν! Όσα παραγγέλνεις τα παίρνεις.

             Ο παπα- Καλλίνικος δεν του απάντησε γιατί εκείνη τη στιγμή κρατούσε στα χέρια του τον τόμο με τη βιογραφία του Χένρι Μίλερ και της Αναϊς Νιν. Κι αφού στάθηκε για λίγο στο εξώφυλλο με τους δύο εραστές τής λογοτεχνίας, άρχισε να το ξεφυλλίζει και να διαβάζει μερικά αποσπάσματα των ερωτικών τους επιστολών.

              Τον πήρε το μάτι τού βιβλιοπώλη και του φώναξε με μια ακαταμάχητη ορμή:

              --- Αυτή την ιστορία αγάπης που περιέχεται σ’ αυτό το βιβλίο, σου συνιστώ να τη διαβάσεις. Είναι αριστουργηματική η υφή της και θα σε συγκινήσει.

             Και με μια αποκαλυπτική διάθεση, άρχισε να του διηγείται το περιεχόμενο του βιβλίου:

             --- Για  μια δεκαετία το αιώνιο αυτό αγόρι ο Χένρι Μίλερ, ο συγγραφέας αν ξέρεις << Του τροπικού του Καρκίνου>> και  <<Του τροπικού του Αιγόκερω>> και η ευαίσθητη ισπανίδα ποιήτρια Αναίς Νιν έκαναν απανωτές ανεπιτυχείς προσπάθειες  να ενώσουν τις ζωές τους, ενώ παράλληλα ήταν παντρεμένοι. Κι όταν αποφάσισαν πως ήταν δύσκολο, έμεινε σαν μόνος κρίκος στην περιπετειώδη σχέση τους η συντροφικότητα και η εμπιστοσύνη να τους συνοδεύουν μέχρι το θάνατό τους.

           --- Μ’ ενδιαφέρει! Δε θα ήταν άσκημο να το πάρω! του έκανε μ’ έναν ξέφρενο ενθουσιασμό εκείνος και το κατοχύρωσε ανάμεσα στα άλλα προσωπικά του είδη.

           Κι αφού σιώπησε λίγο, πρόσθεσε:

           --- Αν το πάω έτσι μπορεί να πάρω κι ολόκληρο το ράφι! Βλέπεις με πιάνει μια βέβηλη επιθυμία όταν πρόκειται να αποκτήσω καλά βιβλία που χάνω εύκολα την αίσθηση του μέτρου.   

           --- Καλά πάρε αυτό που σου προτείνω! Ακούστηκε τώρα  παρακαλεστικά η φωνή του βιβλιοπώλη που είχε πλησιάσει σε απόσταση αναπνοής απ’ αυτόν.

           Ο παπα- Καλλίνικος μ’ ένα πλατύ χαμόγελο τον δέχτηκε ενώ ο βιβλιοπώλης του πρότεινε να καθίσει δείχνοντας την άδεια καρέκλα.

            --- Για λίγο! του πρότεινε ο παπα- Καλλίνικος και κάθισε. Μαζί του κάθισε κι εκείνος.

            --- Ε, ναι, δεν σου είπα ως αύριο! Το ξέρω πως έχεις δουλειά.

            --- Με κουράζουν ξέρεις οι πελάτες και γι’ αυτό ήρθα να τους αποφύγω για λίγο. Όσο με βλέπουν μαζί σου ψωνίζουν μόνοι τους. Έτσι τους συναντώ μόνο στο ταμείο!

            --- Πρέπει πάντως να τους υπομένεις. Η εξαφάνισή σου από μπροστά τους ίσως σου δημιουργήσει προβλήματα.

           --- Το ξέρω, λες δεν το ξέρω! Κάνω όμως ό,τι μπορώ να τους εξυπηρετώ στο ακέραιο!

           Όμως πέρα απ’ αυτό ο βιβλιοπώλης ήθελε πολύ να βρίσκεται ανάμεσα σε καλλιεργημένους ανθρώπους και να συζητά. Γι’ αυτό πάντα τους πλησίαζε και πάντα κουβέντιαζε μαζί τους ενδιαφέροντα πράγματα γύρω από την τέχνη. Κι ο ίδιος είχε φροντίσει για την καλή του πνευματική κουλτούρα. Τι βιβλιοπώλης θα ήταν εξάλλου εάν δεν το είχε κάνει. Η αποφυγή των πελατών ήταν πρόσχημα. Η  προσέγγιση των καλλιτεχνών ήταν η ουσία. Και τώρα κοντά στον παπα- Καλλίνικο ένιωθε ευτυχής και υψιπετής. Απολάμβανε τη διαφορά την οποία είχε σε ιδιαίτερη εκτίμηση  

         --- Με ποιο τρόπο θα μάθω αν ο αγιογράφος μου τελείωσε την παραγγελία μου με τις δώδεκα ξυλογραφίες; Ρώτησε σε λίγο το βιβλιοπώλη και τον κοίταξε συνοφρυωμένος.

         --- Γιατί δεν περνάς από εκεί να μάθεις;

         Κι αμέσως μετά:

         --- Α, τι λέω! Λείπει! Έχει πάει στον άλλο νομό να αγιογραφήσει ένα μοναστήρι. Θ’ αργήσει να επιστρέψει. Μπορεί και μετά από δυο μήνες.

         --- Χμ! Το ξέρω δεν το ξέρω λες; Μου το είχε αναφέρει. Ας είναι. Θα δω τι θα κάνω.

         --- Τέτοιος παπα- μποέμ που είσαι εσύ! Όλα τα κατορθώνεις! του  έκανε ο βιβλιοπώλης και του ζήτησε παρακαλεστικά να τον ακολουθήσει, αφήνοντας την καρέκλα.

          Τον πήγε στη βιτρίνα με τα εικονίσματα και της αγιογραφίες. Εκεί ανάμεσά τους του έδειξε μια ξυλογραφία του αγίου Ιωάννη του Βαπτιστή. Και παρουσιάζοντάς την με τα καλύτερα λόγια του είπε:

          --- Να, αυτή μου την άφησε για δείγμα  τής δουλειάς του και προφανώς για να τσιμπήσει κάποιος χριστιανός και να την αγοράσει. Δε σου λέει τίποτα αυτό;

          --- Πως δε μου λέει!

          --- Πως θα στην έχει προχωρήσει τη δουλειά!

          --- Ναι, αυτό.

          --- Αυτό δείχνει  η έκθεση αυτής της ξυλογραφίας.

          --- Πες το, ντε! Τι μ’ αφήνεις και σκάω!

--- Δε  σ’ αφήνω να σκάσεις αλλά κάνω ό,τι μπορώ να σε βοηθήσω.                                                           

          --- Το βλέπω! του έκανε  ο παπα Καλλίνικος και σταμάτησε. Κι αμέσως, συμπλήρωσε: Θα σου αφήσω ένα μήνυμα και σαν γυρίσει του το δίνεις.  Εγώ με τόσες δουλειές που με περιμένουν βλέπω να έρχομαι πάλι εδώ μετά από ένα μήνα!

         --- Όπως θες! Εγώ πάντως θα του το δώσω.

         Και παίρνοντας από το γραφείο ένα λευκό χαρτάκι έσκυψε κι έγραψε ένα μικρό κείμενο. Ύστερα σαν το υπέγραψε του το έδωσε.

          Εκείνος το έβαλε προσεκτικά σ’ ένα ιδιαίτερο κόκκινο φάκελο κι αφού το ασφάλισε με τα δυο λάστιχα που υπήρχαν στις άκρες του, του είπε με μια φυσικότητα του ανθρώπου που γνωρίζει από τέχνη:

           --- Υποθέτω πως σου αρέσει η δουλειά του. Δεν κάνει βιομηχανική τέχνη αλλά την πατροπαράδοτη τη φυσική. Όλα τα έργα του ξεχωρίζουν για τη μεγαλοπρέπεια της αισθητικής τους.

          --- Το βλέπω! Γι’ αυτό κι εγώ τον προτίμησα.

          --- Καλά έκανες! Είναι εξαίρετος καλλιτέχνης και πρέπει να τον βοηθήσουμε.

           Μια φωνή κοντά στις προθήκες με τα είδη γραφείου τον ξάφνιασε κι αφήνοντας τον παπα- Καλλίνικο έτρεξε προς τα εκεί. Ένας πελάτης του ζητούσε  ένα επιτραπέζιο ημερολόγιο κι έπρεπε να τον εξυπηρετήσει.

           Στη γρήγορη επιστροφή του, βρήκε τον παπα- Καλλίνικο να ‘χει μπροστά του ένα τόμο τής ποιήτριας Κικής Δημουλά και να τον ξεφυλλίζει.

            --- Μπα τι βλέπω! Το ρίξαμε τώρα και στην ποίηση! του ‘κανε ειρωνικά κι εν μέρει έκπληκτος και του έριξε μια αόρατη ματιά.

            --- Ε, όσο να ‘ναι. με συγκινεί κι αυτή λίγο! του απάντησε εκείνος και έκλεισε τον τόμο.

            --- Μπράβο σου! Αν είναι έτσι, μπράβο σου! δεν ξέρω πολλούς ιερωμένους ν’ αγαπούν την ποίηση. Αντίθετα τη μισούν.                                    

           --- Πού το συμπεραίνεις αυτό;

           --- Αφού είσαι μοναδικός στην επισκοπική επαρχία μας που αγοράζεις ποίηση! Τι στραβός είμαι! Δε βλέπω τι βιβλία διαβάζουν οι αγαπητοί εν Θεώ συνάδελφοί σου.

           --- Τι βιβλία διαβάζουν;

           --- Τους βίους των αγίων και τις εκδόσεις του << Σωτήρα>>. Από τα εκκλησιαστικά περιοδικά προτιμούν τη << Ζωή >> και το  << Χριστιανικό μάρτυρα>>. Τίποτ’  άλλο.

           Γέλασε ο παπα- Καλλίνικος και με μια παρατεινόμενη ακτινοβολία στα μάτια του, τού είπε:

           --- Είμαι σίγουρος πως κι αυτοί θέλουν να κάνουν το ίδιο με μένα αλλά δεν μπορούν.

           --- Συμφωνώ! του απάντησε με βεβαιότητα εκείνος και ξανασηκώθηκε να πάει να εξυπηρετήσει ένα πελάτη που βαστούσε στα χέρια του ένα σωρό πράγματα  κι έπρεπε να του  προσφέρει μια τσάντα για να τα βάλει μέσα.

           Ο παπα- Καλλίνικος  κοίταξε το ρολόι του. Έδειχνε οκτώ ενώ έξω το σκοτάδι απλωνόταν πυκνό. Οι διαβάτες λιγοστοί και τα μαγαζιά άρχιζαν να κλείνουν. Το κρύο τσουχτερό, Φεβρουάριος γαρ, που χρειαζόταν κάπως βαρύ ντύσιμο για να προστατευτείς από την ενοχλητική παρουσία του. 

        << Έχω να πάω στη Ρόζα >> ψιθύρισε και μάζεψε τα πράγματά του. << Αν αργήσω ίσως την πληγώσω>> και κατευθύνθηκε προς το ταμείο.

           Η πρώτη του κίνηση ήταν να πλησιάσει. Ύστερα με μια τρυφερή φωνή είπε στο βιβλιοπώλη:

           --- Σ’ ευχαριστώ για τη συντροφιά σου! Είναι ωραίο να ‘χει κανείς κάποιο αποκούμπι σαν νιώθει  μόνος σ’ αυτή την πόλη.

           Γέλασε εκείνος ικανοποιημένος και με πρόσωπο που του ‘δειχνε εμπιστοσύνη του απάντησε:

           --- Ο παπάς μποέμ πάντα με εμπνέει! Ας έχει την ευλογία του Θεού και να έρχεται να τα λέμε! Μεγάλη η τιμή που μου κάνει να συνδιαλέγεται καλλιτεχνικά μαζί μου!

            Και σφίγγοντάς του το χέρι, τον αποχαιρέτησε.

            Ο παπα- Καλλίνικος πράγματι χωρίς να κοιτάξει αριστερά και δεξιά του, έφτασε στο σπίτι τής Ρόζας.  Στην πόρτα τον δέχτηκε αυτή μ’ ένα πλατύ χαμόγελο και μ’ ένα σφίξιμο στην αγκαλιά της. Ύστερα πέρασαν στο σαλόνι και κάθισαν στον καναπέ ο ένας δίπλα στον άλλον.

            Αφού είπαν πολλά  και αναθέρμαναν ευχάριστα τα συναισθήματά τους, με μια άδολη και ειλικρινή διάθεση ο παπα- Καλλίνικος της είπε την εξής πρόταση: να πάνε θέατρο για να δουν μια όμορφη παράσταση!

             Στο άκουσμά της η Ρόζα ίσα που δεν πέταξε από τη χαρά της και μ’ ένα εξεταστικό βλέμμα του είπε:

             --- Να ξεφύγω κι απ’ αυτή τη θλιβερή ζωή που κάνω! Καλό το βρίσκω κι άκρως θριαμβευτικό!

              --- Έχει έρθει ένας θίασος από την Αθήνα, συνέχισε εκείνος και δίνει την παράσταση μόνο για απόψε στις εννιά στον κινηματογράφο  << ΑΣΤΕΡΙΑ>>. Έχω δύο εισιτήρια και δεν απομένει παρά να το αποφασίσουμε!

             --- Και βέβαια! του ‘κανε ευτυχισμένη αυτή και τον  αγκάλιασε με θέρμη.

             --- Είναι του Γρηγόρη Ξενόπουλου, συνέχισε αυτός με τον τίτλο, αν έχεις ακούσει << Στέλλα Βιολάντη >>. Μία ηθογραφία βγαλμένη από τη ζωή τής Ζακύνθου γύρω στα 1884. Η Στέλλα είναι κόρη κάποιου μεγαλέμπορα της Ζακύνθου. Είναι περίπου είκοσι χρονών και τα ΄χει φτιάσει μ’  ένα νέο είκοσι πέντε ετών που εργάζεται στο Αγγλικό τυπογραφείο και παίρνει για μισθό πέντε λίρες το μήνα.

            Εδώ σταμάτησε για να δει αν την παρακολουθεί και σαν την είδε να τον κοιτάζει μ’ ανοιχτό το στόμα, συνέχισε:

            --- Η Στέλλα είναι από πλούσια οικογένεια κι ο νέος τη ζήτησε σε γάμο από τον πατέρα της. Κάποια μέρα του έστειλε ένα γράμμα και περίμενε την απάντησή του. << Είμαι βέβαιος >> του  ‘γραφε <<πως αν εσείς πείτε << ναι>> η κόρη σας δε θα πει <<όχι>>. Αυτό όμως το << είμαι βέβαιος >> του υποψήφιου γαμπρού βεβαίωσε το Βιολάντη πατέρα πως υπήρχε δεσμός μεταξύ τους. Έτσι εξαγριώνεται και διώχνει << κακήν κακώς>> την κόρη του Στέλλα απ’ το σπίτι. Η Στέλλα όμως επιμένει! << Ή αυτόν ή κανέναν άλλον>> του λέει σαν επιστρέφει στο σπίτι ενώ αυτός τη φυλακίζει στη σοφίτα του σπιτιού τους μ’ ένα κανάτι νερό και λίγο ψωμί.  << Η θυγατέρα η δική μου δεν έχει δικαίωμα ν’  αγαπήσει>> λέει στους δικούς του και συνεχίζει να την κρατά φυλακισμένη. Μια μέρα όμως οι δικοί της, τής ανάγγειλαν πως ο αγαπημένος της κλέφτηκε με μια άλλη γυναίκα τη νύχτα κι έφυγαν μακριά. Στο άκουσμα αυτής της κακής είδησης η Στέλλα δεν άντεξε και πέθανε από καρδιακή προσβολή. Κι ο μύθος τελειώνει εδώ, δείχνοντας όπως θα ένιωσες με τα ελάχιστα που σου είπα το δραματικό Γολγοθά και το τέλος  τής Στέλλας.

             --- Με τέτοια ωραία και δραματική ιστορία θα ήμουν ηλίθια να μην ερχόμουν, του είπε η Ρόζα και σηκώθηκε να ετοιμαστεί πηγαίνοντας στην τουαλέτα της.

            --- Και που είσαι! της έκραξε γρήγορα - γρήγορα ο παπα- Καλλίνικος σαν την είδε να χάνεται σαν οπτασία στο βάθος του διαδρόμου, τον άλλο μήνα έρχεται άλλος θίασος με μια εξίσου ωραία παράσταση και θέλω να τη δούμε κι αυτή. Ξέρεις πως με μεθάνε τα έργα! Ο τίτλος του είναι << Τα αρραβωνιάσματα >> του Δημήτρη Μπόγρη. Ηθογραφικό κι αυτό… και σταμάτησε γιατί η Ρόζα είχα χαθεί στο βάθος και δεν τον άκουγε πλέον.

            Σε λίγο ήρθε μέσα σ’ ένα καφετί φόρεμα από μετάξι με βελουδένια μπορντούρα, άνετο και ταιριαστό πάνω της με τη σοβαρή της φυσιογνωμία.

            Τον πλησίασε και με μια περισυλλογή που φαινόταν διάχυτη στα μάτια της  κι έδειχνε μια βαθύτερη φλόγα που την έκαιγε γι’ αυτόν, έμεινε ακίνητη σαν στήλη άλατος. Αυτός με μια ξέχειλη ζωτικότητα και παρατηρητικότητα είδε την αρμονία τής ομορφιάς της και τη γλυκιά συγκατάβαση των αισθημάτων της κι έπλεε σε πελάγη ευτυχίας. Αυτή όσο τον κοίταζε παραδινόταν σ’ ένα αίσθημα έντονο κι ωραίο δείχνοντας πως καμιά άβυσσος δεν υπήρχε ανάμεσά τους παρά μια λατρευτική διάθεση κι αιώνια αγάπη.

            --- Είσαι πανέμορφη! της είπε ενθουσιασμένος και την έσφιξε για λίγο στην αγκαλιά του.

            --- Ω! χίλια ευχαριστώ! του ψιθύρισε με τρακ αυτή κι έσκυψε σαν την απελευθέρωσε από την αγκαλιά του να πάρει το παλτό και την τσάντα της που τα είχε αφήσει προσωρινά στη ράχη τής καρέκλας.

            Και σαν φόρεσε το παλτό κι έδειξε αναποφάσιστη να ξεκινήσει προς την πόρτα, της είπε μ’ ένα μικρό δισταγμό;

           --- Πάμε γιατί έχουμε αργήσει. Τι σκέφτεσαι;

          --- Τίποτα! Θα πρέπει να πάρω κάποιες προφυλάξεις πριν φύγουμε. Οι κλέφτες παραμονεύουν.

          Και με μια αστραπιαία κίνηση έσυρε όλους τους σύρτες στην πίσω πόρτα και στις δυο μπαλκονόπορτες.

          ---Χμ! έκανε με έκπληξη εκείνος. Βλέπω πλήρη αμυντική θωράκιση! Τι αξιέπαινη αυτοπροστασία και τι επιβαλλόμενη!

          Επί τέλους βρέθηκαν πιασμένοι χέρι –χέρι να περπατούν στο σκοτεινό παράλληλο  δρόμο της Αμβοσίου Φραντζή για να αποφύγουν τον κόσμο που θα τους έβγαζε κατευθείαν έξω από τον κινηματογράφο << ΑΣΤΕΡΙΑ>>. Στο περίπτερο ο παπα- Καλλίνικος σταμάτησε κι αφού αγόρασε μπισκότα, τσίχλες και χαρτομάντιλα την οδήγησε πάλι με υπερβολική φροντίδα ως την πόρτα του κινηματογράφου. Η αίθουσα ήταν γεμάτη και η ατμόσφαιρα χαρούμενη και πανηγυρική. Κάθισαν  στη δεύτερη σειρά, μέρος αρκετά καλό για παραστάσεις θεάτρου. Η έναρξη του έργου βρήκε τον παπα- Καλλίνικο να κάνει κάποιες φιλοφρονήσεις με φανατικούς θαυμαστές του.

           Η παράσταση άρεσε και κυλούσε με ρυθμό ευχάριστο. Πολλοί θεατές επιδοκίμαζαν τους ήρωες με χειροκροτήματα και δυνατά επιφωνήματα ευχαριστιών. Ήταν και κάποιοι που έκλαιγαν γοερά. Το δράμα τής κόρης τους μαστίγωνε φαίνεται ανελέητα. Οι δυο ερωτευμένοι μας, εξέφραζαν κι αυτοί τα ποικίλα τους συναισθήματα άλλοτε με λάγνες ματιές κι άλλοτε με τρυφερά αγγίγματα των χεριών τους.  Έτσι το τέλος της παράστασης τους βρήκε όλους ενθουσιασμένους και περισσότερο τους ήρωές μας που τους ένωνε μια παράνομη ερωτική ιστορία. Μια δυνατή καλύτερα παραληρηματική ηδονική και πνευματική σχέση.

             Περπατούσαν τώρα στην πλατεία μέσα σε μια έξαψη φρεσκάδας, ανθηρής νιότης και πνευματικής πληρότητας. Έτσι η συναισθηματική τόλμη του παπα- Καλλίνικου είχε φτάσει στο ζενίθ. Γι’ αυτό σε μια στιγμή έξαρσης της είπε:

             --- Έχεις το θάρρος και την επιθυμία να πάμε να δειπνήσουμε;

             --- Ποια γυναίκα που θα ήταν στη θέση μου δε θα ήθελε; του είπε και με παρατεταμένη τη φωνή της τον κοίταξε με ανείπωτο πόθο λουσμένη στην ευτυχία.

             --- Ε, τότε αφού το επιθυμείς, πάμε στο << Μπητς ρέστωραν >>. Ευκαιρία να φύγουμε από τη θλιβερή όψη του κέντρου της πόλης.

             Και σαν την τράβηξε με χάρη προς το κεντρικό δρόμο που οδηγούσε στην παραλία της έκανε με μάτια ακτινοβόλα:

             --- Μήπως όμως βαριέσαι;

             --- Όχι, όχι, αντίθετα, το θέλω πολύ!

             Και σηκώνοντας το κεφάλι ψηλά τον ακολούθησε χορεύοντας. Στο εστιατόριο που το βρήκαν θαυμάσιο ο παπα- Καλλίνικος σαν κάθισαν στο τραπέζι μ’ ένα χαμόγελο έκανε νεύμα στο σερβιτόρο να τους πλησιάσει.

             Η Ρόζα εν τω μεταξύ διάβαζε τον κατάλογο, συλλαβίζοντας τα περίεργα ονόματα των φαγητών με εξαιρετικό χιούμορ κι ενδιαφέρον.

             --- Αν τρώγαμε φιλέτο μοσχαριού με σαλάτα ντομάτα και τυρί φέτα και πίναμε κι ένα μπουκάλι κόκκινο κρασί, τι λες, δε θα ‘ταν ωραία; τη ρώτησε ο παπα- Καλλίνικος κι ετοιμάστηκε να δώσει την παραγγελία στο σερβιτόρο.

             Εκείνη δίστασε να απαντήσει.

             --- Μήπως θα προτιμούσες κάτι άλλο; Ένα ψητό κοτόπουλο με πατάτες και πολύ λεμόνι;

             Η ευγένεια του τη σοκάρισε τόσο που η Ρόζα αποφάσισε γρήγορα.

             --- Θα φάμε και οι δυο ό,τι θες εσύ! του είπε τρυφερά, ζητώντας  και λίγα μανιτάρια.

             Ο παπα- Καλλίνικος  ρίχνοντας μια ματιά συμπάθειας στο σερβιτόρο που τους περίμενε αδιαμαρτύρητα, του είπε:

             --- Δυο φιλέτα μοσχάρι λοιπόν, πατάτες, μανιτάρια και σαλάτα, τυρί φέτα και ένα μπουκάλι κρασί κόκκινο!  Αρκετά αυτά για την ώρα. Ίσως πάρουμε και κάτι άλλο αργότερα. Α, το ξέχασα. Μη ρίχνετε αλάτι στη σαλάτα.

             Το φαγητό ήταν θαυμάσιο κι έφαγαν με ευχαρίστηση. Ήπιαν κι όλο το κρασί τους και ήρθαν στο κέφι. Έτσι σιγά- σιγά έπιασαν την κουβέντα για πολλά και διάφορα.

             Ο παπα- Καλλίνικος την κοίταζε και δεν την χόρταινε.

             Το άσπρο φως τής έδινε μια σεντεφένια τονικότητα στο δέρμα της, τα πυκνά βλέφαρά της μαζί με τους βολβούς των ματιών της έλαμπαν σαν  διαμάντια και το πορφυρό χρώμα των χειλιών της τον μεθούσαν με την αρμονική τους αίσθηση. Ενώ το ξεδιάντροπο θα  ‘λεγες και μεθυσμένο βλέμμα της του ξυπνούσε τρελούς πόθους σε σημείο που τον εξόργιζαν. << Είναι πολύ όμορφη και πολύ καυτή>> σκεφτόταν και δε χόρταινε να τη θαυμάζει.

            Η κουβέντα κάποια στιγμή έφτασε στην ίδια.

            --- Γιατί δεν αλλάζεις δουλειά; της έκανε παρακαλεστικά εκείνος.

            --- Το φροντίζω! Αλλά δεν είναι κι εύκολο, του απάντησε με μια χειρονομία στη φράση της για να την κάνει πιο σοβαρή.

           --- Κι εγώ που νόμιζα…

           --- Τι νόμιζες;

           --- Πως θα την είχες κιόλας αφήσει.

           --- Είναι δυνατόν;

           --- Γιατί;

           --- Τι άλλο να κάνω;

           --- Δεν ξέρω, αλλά…

           --- Δεν έχω μάθει στη ζωή μου να κάνω κάτι άλλο! Θα  ‘θελα τη φροντίδα σου όμως να με μάθεις κάτι! 

           --- Καλά, της έκανε αυτός κι έδειξε προβληματισμένος.

           Η Ρόζα τον κοίταξε με μια αρνητική διάθεση. Αν και θα γινόταν δυσάρεστη μ’ αυτό που θα του έλεγε, του είπε με κάποια αίσθηση εγωισμού:

           --- Δε μου καίγεται καρφί ούτε για το ένα ούτε για το άλλο. Αυτό το δρόμο διάλεξα για να ζήσω κι αυτόν θα περπατώ. Δεν έχω σκεφτεί ποτέ ν’ αλλάξω τον εαυτό μου. Δε θέλω να γίνω βλέπεις το καλό κορίτσι που φοβάται τι θα πει ο ένας κι ο άλλος και τρέμει τη βέργα τής ηθικής.

           --- Εντάξει αλλά δε σε βαραίνει αυτή η ζωή; Μπαρ και ποτό, ξενύχτια και καπνός, φλερτ κι ακολασία; Ως πότε θα τα αντέξεις όλα αυτά; Και η ψυχή σου; Δεν πονά και δεν υποφέρει;

          Η Ρόζα αναστέναξε βαθιά.

           --- Αν έμπαινες για λίγο μέσα της θα έβλεπες πόσο υποφέρει! Όμως δεν μπορώ να κάνω τίποτα για να την προστατέψω.

           --- Είναι θεατρινισμοί, αυτά! της είπε λίγο θυμωμένος. Εντάξει όμως αφού δε θες να το σκέφτεσαι και σε πειράζει δε θέλω να επιμείνω.

           Και σιώπησε απότομα.

            --- Γιατί έχεις εσύ σκεφτεί κάτι καλύτερο που μπορώ να κάνω; τον ρώτησε βγάζοντάς τον από τη νάρκη του αυτή και ξαφνιάζοντάς τον.

            --- Είχα σκεφτεί πως θα μπορούσαμε να κάνουμε κάτι μαζί σαν θα το επιδιώκαμε στο μέλλον. Να, ας πούμε να στήσουμε ένα καλλιτεχνικό στέκι, κάτι σαν λέσχη όπου θα μαζεύονται πνευματικοί άνθρωποι και θα γίνονται συζητήσεις, παρουσιάσεις βιβλίων κι απαγγελίες ποιημάτων. Θα σ’ έβαζα εσένα επί των τιμών. Θα είχες το γενικό πρόσταγμα  στην οργάνωση και στην εξυπηρέτηση των συμμετεχόντων. Κάτι σαν οικοδέσποινα της τέχνης.

             --- Και σε ποιο μέρος το οραματίζεσαι αυτό να το κάνουμε; Γιατί εδώ σ’ αυτή την πόλη το βλέπω δύσκολο έως ακατόρθωτο.

             --- Στη Ζάκυνθο! Έχω κοντά στο λόφο του Στράνη ένα κτήμα τεσσάρων στρεμμάτων που μπορεί να αξιοποιηθεί κατά τον καλύτερο και προσφορότερο τρόπο.

             Και με μία αφέλεια τη ρώτησε:

             --- Πώς το βλέπεις; Μιλώ στοχαστικά ή είναι βλακώδες αυτό να γίνει;

            --- Προέχει όμως να ζήσουμε ως τότε μαζί. Αυτό δε σου φαίνεται όνειρο άπιαστο ή κάπως ρομαντικό;

            --- Γιατί;

            --- Γιατί είναι δύσκολο! Δε βλέπεις τι δυσκολίες συναντάμε και τώρα ακόμη;

            Εκείνος έσφιξε τα χείλη και πεισμωμένος ψέλλισε:

           --- Και μαζί θα ζήσουμε ως τότε αλλά και το όραμά μας θα εκπληρώσουμε στην ωραία Ζάκυνθο!

           Αυτή φαινόταν διστακτική και φοβισμένη.

           --- Δεν ξέρω τι να πω!

           --- Κι όμως μπορεί να γίνει!

           --- Δεν ξέρω τι έχεις στο μυαλό σου αλλά το βλέπω δύσκολο πολύ δύσκολο.

          --- Ναι, της έκανε αυτός και οι κόρες  των ματιών του μεγάλωσαν. Αν όμως πιστέψουμε στους εαυτούς μας όλα μπορούν να γίνουν.

          Τα γέλια που ακούστηκαν από το διπλανό τραπέζι τους έκανε να διακόψουν για λίγο. Και ύστερα σαν συγκεντρώθηκαν και πάλι, του είπε αυτή:

           ---Όμως ότι και να σκέφτεσαι να ξέρεις πως με βρίσκεις συμπαραστάτη σου σ’ αυτό! Κι ως εδώ που έχουν φτάσει τα πράγματα στη σχέση μας είναι καλό αφού συνεχίζουμε να είμαστε μαζί! Κι αυτό είναι αλήθεια κι όχι φάρσα!

           --- Τα δέχομαι αυτά που λες αλλά για φαντάσου να βρεθούμε κάποτε στη Ζάκυνθο, τι υπέροχο θα είναι! Αλλά και πόσο ευτυχισμένοι θα είμαστε!

           --- Θα του δώσουμε να καταλάβει θέλεις να πεις!

           --- Ακριβώς!

           --- Μη ζητάμε και πολλά όμως γιατί καλά είμαστε κι εδώ.

           --- Καλά αλλά κάτι μας λείπει.

           --- Μην ξεχνάς πως υπάρχουν και τα χειρότερα!

           --- Ναι, αλλά ο άνθρωπος πρέπει πάντα να επιζητεί και να ελπίζει το καλύτερο.

           --- Και το λίγο, καλό είναι! Από το τίποτα καλό κι αυτό!

           --- Δεν αντιλέγω, της είπε με την εντύπωση του φανατικού θαυμαστή της εκείνος, αλλά είναι διαφορετικά πράγματα η έλλειψη από την πληρότητα.

            Η Ρόζα γέλασε μέσα από τα σαρκώδη χείλη της, κι αφού του άγγιξε τα χέρια, του ‘δειξε πως συμφωνούσε. Στη συνέχεια θέλοντας περισσότερο τη συμφιλίωση εκείνη τη στιγμή προφανώς από την αντιπαλότητα, πρόσθεσε:

            --- Ζητούμε και οι δυο την ευτυχία. Ας ευχηθούμε να την αποκτήσουμε.

            --- Αυτό είναι το ζητούμενο αλλά για να το πετύχουμε αυτό πρέπει να είμαστε ελεύθεροι.

            --- Πράγματι, ωστόσο εσύ είσαι σε καλύτερη θέση από μένα. Κινείσαι πιο άνετα.

           --- Ναι, αλλά η ιεροσύνη βλέπεις μου δημιουργεί εμπόδια.

           --- Α, όχι δεν εννοώ, αυτό.

           --- Τι εννοείς;

           --- Πως έχεις καλό κύκλο, ενώ εγώ; 

           --- Τιμωρείσαι έτσι που ζεις, θέλεις να πεις;

           --- Όσο να ‘ναι! Σπίτι μαγαζί και μια από τα ίδια. Που πάω και με ποιους  συναναστρέφομαι!

           --- Αλλά όμως δε μετανιώνεις γι’ αυτό που κάνεις!

           --- Δε μετανιώνω… Απλώς εισπράττω την τολμηρή μου επιλογή να ζω έτσι.

           Κάποιοι που μπήκαν εκείνη την ώρα στο εστιατόριο τους έκαναν να σταματήσουν. Μερικοί τους χαιρέτησαν και άλλοι πέρασαν μπροστά τους αδιάφοροι. Ήταν όλοι τους καθώς πρέπει, υπάλληλοι, μορφωμένοι κι επιχειρηματίες. Άλλοι με φίλους και λιγοστοί με τις γυναίκες τους.

           Η Ρόζα άρχισε να τρώει με βουλιμία ένα κομμάτι μήλο από τη μερίδα με τα φρούτα που τους είχε φέρει λίγο πιο πριν ο σερβιτόρος. Ο παπα- Καλλίνικος την κοίταζε και χαμογελούσε. Το ύφος του έδειχνε αν όχι απογοητευμένο, αινιγματικό, ναι.

           --- Φάε κι εσύ! του ‘κανε η Ρόζα με εύθυμο τρόπο και του προσέφερε ένα κομμάτι πασπατεμένο με μπόλικη κανέλα.

           Εκείνος το έβαλε στο στόμα του και σιγά –σιγά άρχισε να το μασάει με τελετουργικό τρόπο.

           --- Το μήλο με το κρασί πάει υπέροχα της έκανε και κοίταξε το άδειο μπουκάλι. Ας παραγγείλουμε άλλο ένα και κάνοντας νόημα στο σερβιτόρο, του το ζήτησε.

           Σε λίγο και πριν πιουν το πρώτο ποτήρι τους από το καινούριο μπουκάλι, το ρολόι τής πόλης χτύπησε μεσάνυχτα.  Ωστόσο καμία εντύπωση δεν τους έκανε η προχωρημένη ώρα. Κι ενόσω ο παπα- Καλλίνικος σήκωνε το ποτήρι του όσο πιο ψηλά μπορούσε και της ευχόταν στην << υγειά >> της, της ψιθύρισε περιχαρής:

             --- Και στην υγειά των ενάρετων γυναικών που τόσες φωτιές ανάβουν στους δυστυχείς άντρες που τις συνοδεύουν!

             --- Ε, μην το παρακάνεις! του ‘κανε αυτή μ’ ένα ελαφρύ γέλιο και κοίταξε γύρω της. Θα μας ακούσουν.

              --- Ε, σεις οι ενάρετοι μη μας ακούτε! επανέλαβε κάπως διαφορετικά τώρα εκείνος και κοίταξε γύρω του υψώνοντας χλευαστικά το ποτήρι του.

              Γέλια ξέσπασαν κι από τους δυο τους, ενώ στο τέλος σαν σταμάτησαν η Ρόζα δεν ξέχασε να του πει με ωραίο τρόπο:

              --- Μέθυσες! Κι αυτό σε δείχνει πιο αληθινό!

              --- Άντε λοιπόν τότε να πηγαίνουμε! της πέταξε  εκείνος κι έκανε να σηκωθεί.

              --- Όχι! του είπε αυτή κι έσκυψε και τον φίλησε στο πρόσωπο. Ας καθίσουμε λίγο ακόμη  να πιούμε και το υπόλοιπο. Που θα βρούμε αλλού καλύτερο μέρος από τούτη την ήσυχη γωνίτσα που ζεσταίνει την κοινή ευτυχία μας;

              Βρήκε σωστά τα λόγια της γι’ αυτό ξαναγέμισε τα ποτήρια.

              --- Πουθενά! της έκανε. Και είναι υπέροχο και το κρασί. Κυλάει κάτω σαν νεράκι. 

              --- Το λάθος μας είναι ότι μας αρέσει και των δυο. Ωστόσο πρέπει κάποτε να σταματήσουμε. Δεν πίνουμε άλλο απ’ αυτό!

              Το φως την αγκάλιασε σαν μίλησε με τέτοιο τρόπο που την έδειξε  πιο όμορφη. Τα μεγάλα της φρύδια, η μαύρη δαντέλα που έδειχνε ανάγλυφη στους ώμους της και το μεγάλο λουλούδι στο στήθος της όλα φάνηκαν πιο εξαίσια στα μάτια του που δεν σταματούσε να τη θαυμάζει με το απέραντο βλέμμα του. Και σαν είδε να πλημμυρίζει μια λάμψη το χαρούμενο πρόσωπό της δεν άντεξε στην τόση όμορφη μαγεία του και της ψέλλισε με τον πειρασμό να συγκλονίζει ολόκληρο το σώμα του:

             --- Σ’ ευχαριστώ για την ομορφιά και την ευτυχία που μου χαρίζεις! Είσαι ένα υπέροχο πλάσμα!

             Η πρώτη της κίνηση ήταν να γείρει το κεφάλι της ελαφρά κοντά του και ύστερα να του δώσει ένα τρυφερό φιλί.

              Ωστόσο το μυαλό του, γύριζε και ξαναγύριζε.

              --- Λες να το πετύχουμε εκείνο που σου είπα νωρίτερα;

              --- Ποιο καλέ;

              --- Να ζήσουμε κάποτε στη Ζάκυνθο μαζί.

              --- Στη Ζάκυνθο!

              --- Ναι!

              ---  Και να γνωρίσουμε τον κόσμο από την άλλη πλευρά του, την καλλιτεχνική!

             --- Κι αυτό, γιατί;

             ---  Και που ξέρεις μπορεί να γράψουμε και ποιήματα!

             --- Ποιήματα όχι, αλλά τα απομνημονεύματά μας σίγουρα.

             --- Ασφαλώς εσύ, γιατί εγώ τις αναμνήσεις μου δεν τις κρατώ!

             --- Ω! καθόλου δε συμφωνώ μαζί σου! της φώναξε γελώντας και οι κόρες των ματιών του άστραψαν.

             Στη μικρή σιωπή, κοίταξε το ρολόι του τοίχου που έδειχνε μία μετά τα μεσάνυχτα.

             Δεν κρατήθηκε και της είπε:

             ---  Δείχνει μία!

             --- Οχ, ναι, έκανε αυτή και τινάχτηκε από τη θέση της. Ώρα να πηγαίνουμε!

             Ο παπα- Καλλίνικος ζήτησε το λογαριασμό/ Σε λίγο ο σερβιτόρος γύρισε με το χαρτί στο δίσκο. Το πήρε εκείνος και ρίχνοντας μια εξεταστική ματιά, έβαλε το χέρι στην τσέπη και βγάζοντας το πορτοφόλι του τον πλήρωσε και  του είπε σε φιλικό τόνο:

              --- Συγνώμη αλλά πες στο ταμείο να μην επιστρέψει τα ρέστα. Το θαυμάσιο μενού σας και το καλό σας σέρβις πρέπει να αμείβονται και με το παραπάνω.

              Και βαστάζοντας απ’ το μπράτσο τη Ρόζα τη βοήθησε να σηκωθεί και να κατευθυνθούν ως την πόρτα.

              Έπειτα σαν βγήκαν έξω περπάτησαν λίγο και μίλησαν πάλι για διάφορα. Κάποια στιγμή ο παπα- Καλλίνικος εξέφρασε την επιθυμία να κοιμηθούν στο σπίτι της. Γρήγορα βρήκε ανταπόκριση μ’ ένα φιλί στο μέτωπο και μ’ ένα γλυκό ψιθύρισμα στ’ αυτί απ’ τα χείλη της που του έλεγε τρυφερά << σ’ ευχαριστώ>>.

 

 

 

                            ΚΕΦΑΛΑΙΟ  ΕΝΑΤΟ 

 

                

 

                 Αφού διάβασε  ως το μεσημέρι ο παπα- Καλλίνικος χαιρέτησε τη Μαρία κι έφυγε για να συναντήσει τη Ρόζα στο << κύμα >> στην αποβάθρα.  Το είχε υποσχεθεί ο ένας στον άλλον από χθες σαν συναντήθηκαν τυχαία σ’ ένα δρόμο της κάτω πόλης.

                Σαν έφτασε η Ρόζα τον περίμενε καθισμένη σε μια απόμερη γωνιά ρίχνοντας ματιές σ’ ένα περιοδικό μόδας που βρήκε πάνω στο τραπέζι. Όταν  την πλησίασε τον έσφιξε στην αγκαλιά της ενώ δεν έκρυβε τη χαρά της που βρισκόταν κοντά του. Το ίδιο και ο παπα- Καλλίνικος που δεν χόρταινε να την κοιτάζει βαθιά μέσα στα μάτια και να της χαρίζει ένα φωτεινό χαμόγελο. Παρήγγειλαν καφέδες ενώ με την πρώτη ρουφηξιά ο παπα- Καλλίνικος της είπε βλέποντας δυο μικρά  παιδιά ένα αγόρι κι ένα κορίτσι να παίζουν στην πόρτα:

              --- Πόσο θα ήθελα να είμαστε παντρεμένοι Ρόζα και να είχαμε κι εμείς παιδιά! Τι λες κι εσύ; Θα το ήθελες;

              Αυτή ξαφνιάστηκε και στρέφοντας το κεφάλι της να δει κι αυτή τα παιδιά, του είπε σαν έμεινε για λίγο να τα κοιτάζει με τρυφερότητα:

              --- Ναι, πολύ θα το ήθελα!

             Τα δυο παιδιά, σταμάτησαν το παιχνίδι και τρέχοντας κοντά στους γονείς τους κάθισαν στα πόδια τους λάμποντας από ευτυχία. Σιγά- σιγά ύστερα σκαρφάλωσαν πάνω τους και κάνοντας τρελά αστεία με τα χέρια τους, τους  έπνιξαν στα φιλιά και στα χάδια.

               --- Κοίτα τι ευτυχισμένοι που είναι! της είπε ο παπα- Καλλίνικος και της έσφιξε το χέρι. Τέτοια ευτυχία πολλοί θα τη ζήλευαν! Κι αμέσως  την κοίταξε στα μάτια για για να βεβαιωθεί αν της έκαναν εντύπωση τα λόγια του.

             Αυτή γέλασε κάνοντας ένα συριστικό << χμ >>.

            --- Έτσι θέλω να είμαστε από εδώ και μπρος Ρόζα κι εμείς, ευτυχισμένοι κι ας μην έχουμε παιδιά! Οι σάρκες και οι ψυχές μας να είναι τόσο ενωμένες  που κανείς να μην μπορεί να μπει ανάμεσά μας και να μας χωρίσει!

            Τα μάτια της τρεμόπαιξαν και σήκωσε το κεφάλι της ανάλαφρα για να του πει:

             --- Μας δένει ο έρωτά μας, παπα- Καλλίνικε,  Ποιος μπορεί να βρει τέτοια δύναμη να μας χωρίσει; Θαρρώ κανείς.

            Γέλασε εκείνος κι αφού χάζεψε με τα παιχνίδια των παιδιών στην αγκαλιά των γονιών τους  της αποκρίθηκε φλογισμένος:

           --- Το χαίρομαι πολύ αυτό που είπες Ρόζα γιατί είναι αληθινό και βγήκε μέσα από στήθη που σίγουρα με αγαπάνε!

           --- Πιστεύω στην αγάπη παπα- Καλλίνικε και το ξέρεις πολύ καλά αυτό!

           --- Κι εγώ! Γιατί τη θεωρώ πως είναι κόκκος ενέργειας που όσο τροφοδοτείται με το καλό αυτογονιμοποιείται, πολλαπλασιάζεται και μεγαλώνει. Όσοι την έχουν είναι αθάνατοι. Όσοι τη στερούνται είναι γυμνοί και πρόσκαιροι.

          Αυτή του έσφιξε το χέρι δείχνοντας πως συμφωνούσε. Μετά ψέλλισε με χάρη:

           --- Όλοι μας τη θέλουμε την αγάπη!

           --- Ναι, η ψυχή θέλει την αγάπη και το σώμα το χάδι. Αν λείψουν αυτά ο άνθρωπος είναι στερημένος.

           --- Ακριβώς!

           Την αγκάλιασε με το βλέμμα του τρυφερά κι αφού  σκέφτηκε για λίγο της είπε:

           --- Είμαστε όλοι στερημένοι Ρόζα και μαζί δυστυχισμένοι!  Η δε σωτηρία μας αβέβαιη !

           Και δείχνοντας τα δυο λευκά περιστέρια που πέταξαν εκείνη τη στιγμή από μπροστά τους και πήγαν και κάθισαν στα κεραμίδια της στέγης, πρόσθεσε απογοητευμένος:

            --- Όσο ξέρει κανείς ποια κατεύθυνση θα έχει το επόμενο πέταγμα των περιστεριών άλλο τόσο ξέρει και για τη σωτηρία του ανθρώπου! Άβυσσος η ψυχή του ανθρώπου, άβυσσος το τέλος του, άβυσσος και η πορεία του στο δρόμο του σύμπαντος. Το πιο σωστό είναι πιστεύω να δέχεσαι  αυτά που συμβαίνουν γύρω και μέσα σου και να μην προσπαθείς να τα ερμηνεύσεις.

            Η Ρόζα τον άκουσε και του έσφιξε το χέρι. Ύστερα κοιτάζοντας με θαυμασμό το όμορφο τοπίο μέσα από την τζαμαρία που είχε στήσει η άνοιξη μπροστά τους, της είπε με εύθυμο τρόπο:

             --- Βλέπεις ότι βλέπω, Ρόζα! Βλέπεις θέλω να πω την ομορφιά που βλέπω κι εγώ ή με ξεγελάνε τα μάτια μου!

             --- Ναι, και δε θέλω να τα χάσω ποτέ αυτά που βλέπουμε!

             --- Κι εγώ! Κι εγώ! Ρόζα κι απλώνοντας το χέρι του την αγκάλιασε τρυφερά.

             Ζύγωσε πιο κοντά αυτή κι έστειλε καυτή την ανάσα της στο μάγουλό του. Μια υπέροχη αίσθηση απλώθηκε τότε σ’ όλο του το πρόσωπο και μετά σαν μια γλυκιά μέθη σκορπίστηκε σε ολόκληρο το κορμί του που το ένιωσε να καίγεται και να μην το ορίζει. Θέλησε ν’ αποτραβηχτεί από κοντά της αλλά δεν τα κατάφερε γιατί αυτή με μια θελημένη και περίτεχνη ικανότητα δεν τον αποδέσμευε με τίποτα από κοντά της.

              --- Και σένα Ρόζα ποτέ δε θέλω να σε χάσω! Η φωνή του τρεμουλιαστή της χάιδεψε τ’  αυτί ενώ κόλλησε πάνω της με παιδιάστικη αφέλεια.

              --- Να με χάσεις, γλυκέ μου; είπες

              --- Ναι!

              --- Γιατί;

              --- Δεν ξέρω. Μπορεί!

              --- Μη λες ανόητα πράγματα αστέρι μου, δεν πρέπει γιατί υποφέρεις. Ρόδα, βιολέτες και κρίνα είναι  στρωμένα στο δρόμο μας, δεν τα βλέπεις; Πώς μπορούνε να χαθούμε; Είναι δυνατόν;

              --- Δίκιο έχεις δεν πρέπει να τ΄ αφήσουμε να χαθούν!

              Στη σιωπή που ακολούθησε ο παπα- Καλλίνικος κοίταζε τα δυο τους παιδιά που εκείνη τη στιγμή κοιμόνταν ευτυχισμένα κι αγκαλιασμένα στις αγκαλιές των γονιών τους. Η ξεγνοιασιά φαινόταν στα φωτεινά τους πρόσωπα που κάπου –κάπου τη διέκοπτε η έντονη ανάσα τους που τα έκανε να κινούν τα χέρια τους σε ακαθόριστες αιωρήσεις και να τρεμοπαίζουν χαριτωμένα τα όμορφα βλέφαρά τους.

              Ανάερη τότε σηκώθηκε η Ρόζα, και αφού τον έπιασε από το χέρι  τον έσυρε με απαλή και χαριτωμένη κίνηση ως τη μικρή λίμνη που απλωνόταν λίγο πιο πέρα και άφηνε τα νερά της να λάμπουν με τις φωτοσκιάσεις που την έλουζαν σε όλη της έκταση. Άρχισαν να περπατούν πάνω στα βότσαλά τους που βρίσκονταν ολοκάθαρα στην ακτή της και να χαζεύουν με τις πολυάριθμες βάρκες που λικνίζονταν στην καταγάλανη επιφάνεια του νερού της.  Δυο τρατάρηδες που ξεψάριζαν  στο μικρό μόλο τα δίχτυα τους, τούς χαιρέτησαν φιλικά και φάνηκε να έδειξαν ιδιαίτερη  σημασία στην παρουσία τους. Στη συνέχεια προσπέρασαν τη λίμνη και μπήκαν στο δάσος με τα πυκνά λεμονόδεντρα. Εκεί κάθισαν κάτω από τα πυκνά φυλλώματά τους τα φορτωμένα με ώριμους καρπούς και σφιχταγκαλιάστηκαν όσο ποτέ άλλοτε.

             Για λίγο έμειναν ασάλευτοι και σιωπηλοί. Το νερό τής λίμνης έλαμπε ακόμη πιο πέρα ενώ τα ψάρια που έφταναν ως την επιφάνεια του νερού τους χάριζαν μια απροσδόκητη μαγευτική ομορφιά. Χιλιάδες ζουζούνια κι έντομα τριγύρω τους βόμβιζαν και σκορπούσαν μιαν ατελεύτητη εικόνα ζώσας κι ανεπανάληπτης μέθης και μαγείας.

             --- Έχω την εντύπωση πως είμαστε στον παράδεισο Ρόζα, της ψιθύρισε ο παπα- Καλλίνικος ενώ κοιτούσε χαυνωμένος το τοπίο.

              Ανάδεψε εκείνη το λιγνό κι όμορφο κορμί της κι αφού σύρθηκε πιο κοντά του, του ψέλλισε χαϊδεύοντας με το ένα χέρι της τη χλόη που υψωνόταν καταπράσινη γύρω τους:

               --- Σωστά, μιλάς παπα- Καλλίνικε κι εγώ αυτή την ιδέα έχω! Δε βλέπεις τι ομορφιά και τι μαγεία απλώνονται τριγύρω μας ! Όλα είναι υπέροχα και μοναδικά ! 

               --- Ναι, όπως τα λες έτσι είναι, Ρόζα!

               --- Αλλά δεν το φανταζόμουν πως μπορεί να είναι έτσι ο παράδεισος!

               --- Εγώ τον φανταζόμουν αλλά δεν μπορώ να πιστέψω πως δυο αμαρτωλοί σαν τους δυο μας έχουν θέση σ΄ αυτό τον παράδεισο!

               --- Δεν έχεις δίκιο παπα- Καλλίνικε! Στο παρελθόν είμαστε αμαρτωλοί, τώρα είμαστε παντρεμένοι με παιδιά και ζούμε κάτω από την ίδια στέγη! Για μας ο παράδεισος και για μας τα καλά του ! Τίποτα πια δεν μπορεί να μας κουνήσει από ΄δω!

               --- Αμφιβάλλω γι’ αυτό. Ρόζα. Αμφιβάλλω!

               --- Μην αμφιβάλλεις και απόλαυσε τα δικαιώματά σου που σου έχουν παραχωρηθεί ! Αυτό να κάνεις!

               Ένα ελαφρύ και δροσερό φύσημα του ανέμου κούνησε τα κλαδιά των δέντρων. Μαζί του παρέσυρε κι έριξε κάτω μπροστά στα πόδια του παπα- Καλλίνικου κι ένα κίτρινο, χυμώδες πορτοκάλι που χωρίς αντίσταση το μάζεψε με τα χέρια του κι αφού το ξεφλούδισε, έφαγε ένα κομμάτι του ενώ το υπόλοιπο το προσέφερε στη Ρόζα, λέγοντάς την ολόχαρος:

               --- Ένα μικρό φρούτο και σε χορταίνει! Να χορταίναμε και τα πάθη μας με την ελάχιστη ηδονή!  

              Γέλασε εκείνη και του είπε:

              --- Δυστυχώς αυτό δε συμβαίνει και το ξέρεις καλύτερα  από μένα αφού είσαι και ιερωμένος!

             --- Ναι, το ξέρω! Και σε οδηγούν αναπόφευκτα στην καταστροφή! Τι τρομερό!

             --- Είναι γλυκιά η αμαρτία τους, παπα- Καλλίνικε, γι’ αυτό!

             --- Πολύ γλυκιά!

             ---Έκλεινα τα δεκαοχτώ όταν τη γεύτηκα! Στο σπίτι μας θυμάμαι τότε ήρθε και εγκαταστάθηκε ένας αγιογράφος, φίλος του πατέρα μου, ανήθικος και τυχοδιώκτης που με παρέσυρε και του χάρισα για αρκετές φορές το κορμί μου ενώ αυτός ξέροντας πως θα έφευγε και θα με εγκατέλειπε ασελγούσε σαν χτήνος και άνευ ορίων πάνω μου. Εγώ συνέχιζα να τον επισκέπτομαι στο εργαστήριό του αδιαφορώντας για τις επιπτώσεις που θα είχε αυτό στην μετέπειτα ζωή μου. Η αμαρτία βλέπεις μου είχε τυφλώσει τα μάτια και δεν έβλεπα το κακό που απειλητικά με τύλιγε. Και να που ένα πρωί μ’ εγκατέλειψε και κανένας δεν ξέρει που βρίσκεται. Από τότε  ο δρόμος της αμαρτίας ήταν και ο δρόμος μου. Περιπλανήθηκα από μαγαζί σε μαγαζί της νύχτας για να εργαστώ και να προσφέρω τη συντροφιά μου σε κάθε πρόστυχο και κακό άντρα ώσπου να καταλήξω σ’ αυτή εδώ την πόλη που με αγκάλιασε και είχα την τύχη να σε αγαπήσω!

           Δυο δάκρυα κύλησαν από τα μάτια της στα λευκά μάγουλά της κι ένας αναστεναγμός έφυγε από τα σαρκώδη χείλη της.

           Ο παπα- Καλλίνικος φάνηκε να  στενοχωρήθηκε και με μια γρήγορη ατάκα της είπε:

            --- Άφησε το παρελθόν Ρόζα που δεν υπάρχει και κοίταξε το μέλλον! Είσαι καλά τώρα, παντρεύτηκες, απόκτησες παιδιά που σε αγαπούν και τ’ αγαπάς ! Τι άλλος θέλεις από τη ζωή;

            --- Το παρελθόν όμως με κυνηγά! Η ζωή μου έχει κτιστεί στα ερείπιά του! Φοβάμαι!

            --- Τι φοβάσαι;

            --- Να, οτιδήποτε θα μας παρασύρει! Έχω τη διαίσθηση πως αργά ή γρήγορα θα πληρώσω για τις αμαρτίες μου!

            --- Κάνεις κακές σκέψεις κι αυτό είναι όλο!

            --- Φοβάμαι! Φοβάμαι! Φοβάμαι! Παπα- Καλλίνικε ακόμη και για σένα!

            --- Για μένα! Περίεργα μιλάς!

            --- Και για τους δυο μας…

            --- Έχω την αίσθηση πως…

            --- Παραφρόνησα! Έχεις δίκιο να το πιστεύεις αυτό!

            --- Σταμάτα Ρόζα! Μη μιλάς άλλο έτσι. Μας προστατεύει ο Θεός όπως όλους μας.

            --- Δεν το κάνει αυτό! Δεν είσαι αναμάρτητος!

            --- Ποια είναι η αμαρτία μου;

            --- Ζεις με μια κοινή γυναίκα το ξέχασες;

            --- Νόμιμο το βλέπω!

            --- Και με παντρεύτηκες κι έκανες παιδιά μαζί μου! Νόμιμο κι αυτό! 

            --- Έφταιξα που σε αγάπησα;

            --- Όχι! Αυτό είναι ελευθερία!

            --- Τότε;

            --- Δε συγχωρούν τέτοια ελευθερία γιατί μας οδηγεί στην ευτυχία!

            Εκείνος κούνησε το κεφάλι δείχνοντας πως συμφωνούσε μαζί της και ύστερα σιώπησαν. Και με μια άπληστη ευχαρίστηση άρχισαν να κοιτάζουν τις ομορφιές που απλόχερα είχε σκορπίσει γύρω τους η φύση. Χαρούμενα πουλιά κελαηδούσαν, δέντρα μπουμπούκιαζαν με πολύχρωμες ταξιανθίες, γιορτινά λουλούδια σκορπούσαν το άρωμά τους παντού, νερά καθάρια και γάργαρα κελάρυζαν τρέχοντας με ορμή στ’ αυλάκια, σμήνη από χιλιάδες έντομα πετούσαν και βόμβιζαν χωμένα μέσα στους στήμονες, φωνές ανθρώπων αντηχούσαν χαρμόσυνες από ρεματιά σε ρεματιά και τα τραγούδια των βοσκών δοξολογούσαν με άπειρο σεβασμό και πλήρη κατάνυξη το δημιουργό. Αποτέλεσμα όλων αυτών των ομορφιών ήταν να τους φύγουν οι κακές σκέψεις και να βρουν και πάλι τη γαλήνη τους.

           Τα δυο παιδιά σε λίγο ξύπνησαν και με μια χαριτωμένη κίνηση άπλωσαν τα χέρια τους και πετάχτηκαν πάνω με σφρίγος και ζωντάνια που έκανε τους γονείς τους να χαρούν και να τα βγάλουν έξω.. Εκεί άρχισαν και οι τέσσερις να κυλιούνται στο χορτάρι και να παίζουν τρελά, μέχρι που ήρθε   μια ομάδα παιδιών και την ακολούθησαν  φορτωμένα ξύλα και τενεκέδια που έκαναν τους στρατιώτες πηγαίνοντας με αλαλαγμούς και χάχανα να κάνουν δήθεν κατάληψη ενός οχυρού στην όχθη του ποταμού που κυλούσε λίγα χιλιόμετρα πιο πέρα. Στη γραμμή κι αυτά τώρα χαίρονταν τη χαρά του παιχνιδιού και ένιωθαν ευτυχισμένα με την αναπάντεχη αυτή ενδιαφέρουσα συμμετοχή τους.

          Βλέποντας αυτή την εικόνα ο παπα- Καλλίνικος της είπε με άκρως εμπιστευτικό τρόπο:

          --- Ακούς τις χαρούμενες φωνές τους και βλέπεις τα γελαστά πρόσωπα αυτών των παιδιών Ρόζα και νομίζεις  πως όλα τα παιδιά του κόσμου είναι ευτυχισμένα! Δεν είναι όμως έτσι! Κάποτε στο Άγιο Όρος που βρέθηκα συνάντησα ένα νέο άντρα, για έφηβος έδειχνε,  ντυμένο με το ράσο και βγήκα από τα ρούχα μου.  Σαν κουβεντιάσαμε και τον ρώτησα πως πήρε αυτή τη σκληρή απόφαση να καταστρέψει τη ζωή του και να κλειστεί στο μοναστήρι μού απάντησε με χλομό ύφος στα δυο του σπινθηροβόλα μάτια; <<Οι αυστηροί κι άγριοι γονείς του τον ανάγκασαν να απαρνηθεί τη ζωή και να γίνει θηρίο! >>

         Άλλη μια φορά στα Ιεροσόλυμα σαν επισκεφτήκαμε τον Άγιο Τάφο και τα μέρη όπου έζησε και μαρτύρησε ο Χριστός. Σκεφτήκαμε να πάμε και στον καταυλισμό στη δυτική όχθη που ζούσαν οι Παλαιστίνιοι και τα παιδιά τους, μακριά από την πατρίδα τους.  Σε κάθε σκηνή που μπαίναμε  μας πλησίαζαν έντρομα και φοβισμένα και με μάτια που έβγαζαν τον πόνο και τη θλίψη μας ζητούσαν το χάδι μας και την προστασία μας μ’ ένα αγκάλιασμά τους ή μια χειρονομία τρυφερή στο σώμα μας. Εκείνα τα πλατιά χαμόγελα και τα εκφραστικά μάτια που έχουν τα δικά μας παιδιά που ζουν εδώ στη γη της επαγγελίας σ’ εκείνα τα παιδιά δεν ανθίζουν ποτέ και δύσκολα ν’ ανθίσουν στο μέλλον.

           Αυτό όμως που δε θα ξεχάσω ποτέ ήταν τ’ ακρωτηριασμένα παιδιά. Στο ένα έλειπε το πόδι, στο άλλο το χέρι και σε πολλά και τα δυο μαζί. Κάποια άλλα είχαν χάσει μάτια ή είχαν τραύματα με βαθιές ουλές στα μάγουλά τους ή σε διάφορα μέρη του σώματός τους, ενώ τα πιο άτυχα έμεναν καθηλωμένα πάνω σε αναπηρικά καροτσάκια ή κρεβάτια.

            Από τα μάτια του έτρεχαν δάκρυα. Εκείνη τον κοίταζε συγκινημένη. Ύστερα από  λίγο του είπε:

            --- Μακάρι όλα τα παιδιά του κόσμου να είναι ευτυχισμένα, παπα-Καλλίνικε!

           Κοντά στο ποτάμι οι χαρούμενες και ζωηρές φωνές των παιδιών χαλούσαν τον κόσμο και σκορπούσαν την αθώα μελωδία τους σε όλη την έκταση. Η εικόνα αυτή έκανε τον παπα- Καλλίνικο να θυμηθεί και να πει:

           --- Έτσι θυμάμαι ήταν και η δική μου η ζωή, Ρόζα σαν ήμουνα παιδί, ανέμελη και ζωηρή. Έπαιζα, κοιμόμουν, ξυπνούσα όποτε ήθελα, τριγυρνούσα σαν αγρίμι παντού, επισκεπτόμουν τις πλαγιές των βουνών, τις χαράδρες και τα φαράγγια, ψάρευα στα ποτάμια, μάζευα ρίγανη και σκαπέταγα στις κορυφές των πιο απρόσιτων βουνών για ψύλλου πήδημα και να ικανοποιήσω την παιδική μου φαντασία.

           Σε μια οικογενειακή αναποδιά ενώ εγώ ήμουν δεκαπέντε ετών αναγκάστηκα να κουμαντάρω εγώ το τιμόνι τού σπιτιού και να αναλάβω τη φροντίδα για να ζήσουμε. Έτσι βρέθηκα απρόσμενα  να ξεφορτώνω ένα σαπιοκάραβο στο λιμάνι τού Πειραιά.. Ένα μήνα κράτησε αυτό και την τελευταία μέρα δεν άντεξα την κούραση και ξάπλωσα κάτω. Ευτυχώς δεν ήταν τίποτα το σοβαρό και έφυγα με την τσέπη γεμάτη. Στην έξοδό μου από το πλοίο με είδε ο καπετάνιος που φαίνεται του είχα κάνει εντύπωση που δούλευα τόσο μικρός και σαν με πλησίασε με  χτύπησε  φιλικά στον ώμο και μου ψιθύρισε με λόγια  δροσερά σαν αύρα: << Είσαι άξιος που το ΄κανες αυτό! >> κι έφυγε. Ήταν μια στιγμή που με σημάδεψε στη ζωή μου και δεν την ξεχνώ ποτέ.

           Φαινόταν συγκινημένος ενώ της βαστούσε με τρυφερότητα το χέρι.

           --- Ναι, του είπε αυτή κοιτάζοντάς τον με άκρατο ηρωισμό. Έχεις όμορφες και ενδιαφέρουσες εικόνες από τη ζωή σου κι αυτό σε κάνει άτρωτο και δυνατό. Όμως δεν είσαι μοναδικός! Άκουσε και κάτι αληθινό δικό μου για να πειστείς για την αλήθεια των λόγων μου. Και με μια ήρεμη διάθεση άρχισε:

             --- Ένα βράδυ σ’ ένα μαγαζί που δούλευα έπιασε φωτιά και έγιναν όλα κάρβουνο. Κάηκε η αίθουσα και η πίστα κι από το δικό μου δωμάτιο δεν έμενε τίποτα όρθιο. Μέσα στο πανικό και την  απόγνωση που επικράτησε κι ο καθένας κοιτούσε να γλιτώσει και να σώσει ότι του ανήκε, βρέθηκα ολομόναχη σε μια άκρη καθισμένη πάνω στις στάχτες από τα αποκαϊδια να χτυπιέμαι παράφορα και να κλαίω  με ακαταλόγιστη υστερία. Πόσες ώρες θα ήμουν εκεί μόνη κι απροστάτευτη κανένας δεν ξέρει. Κι όσο έβλεπα την απουσία κάποιου χεριού να μην πλησιάζει για να με βοηθήσει άλλο τόσο και η απόγνωσή μου και η υστερία μου γινόταν υπέρμετρη κι άγγιζα τα όρια της τρέλας. Σταμάτησα μόνο την τραγική μου αυτή σκηνική μου εκδήλωση μόνο σαν με πήρε το ασθενοφόρο και μετέφερε στο νοσοκομείο για την περίθαλψή μου!

            Ήταν τώρα η σειρά της να δακρύσει και να την αγγίξει τρυφερά το χέρι του παπα- Καλλίνικου.

             Και για να την ευθυμήσει της είπε με αστείο τρόπο:

             --- Εσύ μια δυνατή ως τα άκρα γυναίκα, έφτασες στο σημείο να κλάψεις και να απελπιστείς επειδή κανένα χέρι δε σε βοηθούσε! Το βλέπω παιδαριώδες!

             Εκείνη τον αγκάλιασε κι ακούμπησε το κεφάλι της πάνω στο μέρος της καρδιάς του. Και τότε σαν αφουγκράστηκε για λίγο τους χτύπους του, του είπε εύθυμα:

             --- Δεν ήταν γι’ αυτό, παπα- Καλλίνικε!

             --- Τότε;

             --- Έκλαιγα για την άθλια ζωή μου! Κι αυτή με κάνει να κλαίω και τώρα!

            --- Α, όχι, έτσι! διαμαρτυρήθηκε αυτός. Δεν είπαμε φτάνει πια με το παρελθόν και με τη δήθεν άχαρη ζωή μας!

            Αυτή τον έσφιξε δυνατά και με πάθος στην αγκαλιά του. Και μέσα σε φορτισμένο από τη συγκίνηση κλίμα του είπε:

            --- Φοβάμαι πολύ. Καλλίνικε! Φοβάμαι! και τον κοίταξε με απόγνωση βαθιά μέσα στα μάτια.

             Την κοίταξε κι αυτός και σαν θαύμασε το καλοδιατηρημένο και αψεγάδιαστο κορμί της του ανέβηκε το αίμα στο κεφάλι. Ένα κύμα επιθυμίας του έδωσε μια δυνατή καμουτσικιά να τη σφίξει στην αγκαλιά του και να την κάνει δική του. Και σαν το κατάλαβε κι αυτή δεν του έφερε καμία αντίσταση κι αμέσως βγάζοντας ένα γλυκό αναστεναγμό ρίχτηκε ανελέητη πάνω του. Τον φίλησε σφιχτά στα χείλη και σαν τα σπλάχνα της ρίγησαν, τον τράβηξε απ΄ το χέρι και ξάπλωσαν κάτω στο καθαρό και καταπράσινο χορτάρι. Έπεσαν και οι δυο σαν άγρια ζώα στη μαλακή επιφάνειά του κι αφού μούγκρισαν κι αγκαλιάστηκαν ακόμα πιο σφιχτά, έγιναν μονομιάς σαν ένα σώμα. Σε λίγο δεν ακουγόταν παρά δυο βογκητά να σπαράζουν άλλοτε δυνατά κι άλλοτε σιγανά. Κι όταν πια έφτασε ο συντονισμένος λυτρωτικός σπασμός, συνεπαρμένοι και οι δυο κοιτάχτηκαν για λίγα λεπτά χαλαρωμένοι μ’ έναν αισθησιασμό που έδειχνε πως ζούσαν και κολυμπούσαν σε απύθμενα πελάγη ευτυχίας.

            Το μεγάλο ρολόι τής πόλης χτύπησε τρεις φορές.  Το άκουσε ο παπα- Καλλίνικος  και πετάχτηκε πάνω ξαφνιασμένος και φοβισμένος. << Άει σιχτίρ παλιόπραμα >> ψιθύρισε και της έπιασε το χέρι.

            --- Έχω δουλειά στον καταυλισμό, της είπε και τη βοήθησε να σηκωθεί από κάτω

           --- Πρέπει να εκτελέσω κι αυτή την αποστολή μου και να χαρίσω ευτυχία και σ’ εκείνα τα  δύσμοιρα παιδιά του, συμπλήρωσε και κοίταξε βόρεια στο μέρος που βρισκόταν ο καταυλισμός πιστεύοντας πως θα τον διακρίνει.

      Η Ρόζα με τη γρηγοράδα της αστραπής ετοιμάστηκε λέγοντάς του με τρυφερότητα:

      --- Είσαι δυνατός παπα- Καλλίνικε και θέλω να το δείξεις. Θέλω να περπατήσουμε μαζί ως εκεί και μη νοιαστείς για τις συκοφαντίες και τα κουτσομπολιά του κόσμου. Ίσως μου πεις και κάτι στο δρόμο για τη φριχτή αυτή κόλαση.

      Αυτός δεν της χάλασε το χατίρι και την πήρε μαζί του. Στο δρόμο έκανε όπως του είπε. Και η Ρόζα έμαθε απέξω την ιστορία των βασανισμένων αυτών ανθρώπων.

 

           

                              ΚΕΦΑΛΑΙΟ   ΔΕΚΑΤΟ

 

 

 

                Στο εκκλησάκι του Αγίου Νικολάου που γιόρταζε και περνούσε για να πάει στον καταυλισμό των μεταναστών ο παπα- Καλλίνικος είδε σε όλο της το μεγαλείο την κρατική εξουσία να έχει θέσει στην υπηρεσία τής εκκλησίας όλη την  ισχύ της για να την υπηρετήσει, κάνοντας ό,τι μπορούσε για να συγκρατήσει τον κόσμο, να ελέγχει τους μικροπωλητές και να απομονώσει τους επίσημους μακριά από το πλήθος.

                Ειδικά σ’ αυτό το ναίδριο ο παπα- Καλλίνικος είχε παρατηρήσει από χρόνια πως η εκκλησία κατόρθωνε να επιστρατεύει το κράτος για να την βοηθά σε διάφορες ανάγκες ασφαλείας και διευκόλυνσης των προσκυνητών αλλά κυρίως να αποδώσει κύρος στην όλη δραματουργία της. Όμως  και σ’ άλλες  γιορτές και πανηγύρεις των διαφόρων ναών τής πόλης και της περιοχής η κρατική αρχή  έμπαινε κάτω από την κυριαρχία τής εκκλησιαστικής δύναμης.

               Η θεία λειτουργία γινόταν από τον μητροπολίτη ο οποίος  ντυμένος επίσημα και με το αυστηρό του ύφος εκφωνούσε ψυχωφελή λόγο, ενώ απαραίτητη ήταν και η παρουσία τού τοπικού υπουργού και των βουλευτών όλων των κομμάτων που είχαν εκλεγεί από τις πρόσφατες εκλογές. Βέβαια από αυτές τις παρουσιάσεις δεν έλειπαν και τα τσιράκια που αποτελούνταν από ανώτερους και κατώτερους υπάλληλους και λειτουργούς πάσης φύσεως και πάσης ειδικότητας και απασχόλησης.

              Ακόμη επιστρατευόταν όπως και τώρα στη γιορτή αυτή που παρίστατο και ο παπα- Καλλίνικος και ισχυρή αστυνομική και στρατιωτική δύναμη για να επιβλέπει την κίνηση και να διαφυλάσσει την τάξη από κάθε διατάραξη ενώ στα καθήκοντά τους ήταν και η διευκόλυνση των οχημάτων των προσκυνητών που έρχονταν από μακρινή απόσταση. Σκοπός ακόμη των δυνάμεων ασφαλείας ήταν και η απομάκρυνση παντός ιδιωτικού οχήματος από τον πέριξ χώρο της εκκλησίας για να εξασφαλιστεί ελεύθερος τόπος στους προσκυνητές και στους πάσης φύσεως επισκέπτες.

              Με αυτό όμως το συνωστισμό τόσων ανθρώπων και τροχοφόρων την πλήρωναν οι μόνιμοι κάτοικοι της περιοχής ή όσοι έκαναν τις διακοπές τους γιατί εξαναγκάζονταν να εγκαταλείψουν τις εστίες τους και να μετακομίσουν σε άλλους χώρους συγγενικούς για να εξασφαλίσουν την ησυχία τους.  Κι αυτό γιατί έχαναν το χώρο στάθμευσης των αυτοκινήτων τους, την εκμετάλλευση των πεζοδρομίων για το χρόνο που κρατούσε η πανήγυρη, έχαναν τη γαλήνη τους εξαιτίας των εκκωφαντικών θορύβων που άφηναν οι πλανόδιοι πωλητές και οι επισκέπτες ενώ πλήθος περίεργων μεταναστών και τυχοδιωκτών δημιουργούσαν ένα σωρό απρόβλεπτα περιστατικά σε βάρος τους, όπως κλοπές και καταστροφές που τους ζημίωναν υπερβολικά.

               Ωστόσο όμως υπήρχε και μια άλλη βίαιη άσκηση της εκκλησιαστικής εξουσίας που έχει σχέση με την περιουσία της εκκλησίας και των τοπικών εκκλησιών, είτε αυτή ήταν μικρή ή μεγάλη και την εκμεταλλευόταν κάποιος όσιος ή νεομάρτυρας άγιος. Αρκούσε να είναι ισχυρός και γνωστός στα θαύματα και την επιρροή του στους πιστούς για να αυξηθεί το ταμείο του ιερού ναού του και η περιουσία της εκκλησίας να γίνει υπερμεγάλη.    

               Όπως τούτο το εκκλησάκι του Αγίου Νικολάου που ταπεινός προσκυνητής του ήταν για λίγο ο παπα- Καλλίνικος δεν ήξερε ακριβώς τι είχε. Η περιουσία του ήταν τεράστια ενώ στα χιλιάδες στρέμματα γης και οικοπέδων που κατείχε, προσθέτονταν κάθε τόσο και περικαλλή φιλέτα δασικών εκτάσεων και  παραθαλάσσιων οικοπέδων που του άνοιγαν το δρόμο για μια άνετη και επικερδή οικονομική επιχείρηση μέσα από την πώληση κάποιων τεμαχίων ή την ενοικίαση κάποιων άλλων.

               << Πάντα τα φιλέτα αυτά είναι χρήσιμα για το φτωχό λαό και τους άπορους κι όχι για την εκκλησία>> έλεγε ο παπα- Καλλίνικος αλλά κανείς δεν τον άκουγε ή μάλλον τον άκουγαν αυτοί που τα διαχειρίζονταν αλλά έκαναν τους κουφούς γιατί δεν τους συνέφερε η άποψή του που προφανώς την έβρισκαν πολύ προχωρημένη και σοσιαλιστική.

               Προσκύνησε και αφήνοντας πίσω του την πανήγυρη και τη γιορτή του Αγίου και των πιστών του ο παπα- Καλλίνικος, έστριψε αριστερά και πήρε τον κατηφορικό δρόμο που στο τέλος του κοντά στη μεγάλη στροφή βρισκόταν ο καταυλισμός των μεταναστών.

              Σε ελάχιστο χρόνο έφτασε έξω από το περιφραγμένο χώρο του και πριν καλά- καλά περάσει μέσα, χάθηκε κυριολεκτικά στις αγκαλιές των μικρών παιδιών που τον  λάτρευαν και τον αγαπούσαν σαν τρελά ενώ τον είχαν αναγάγει σαν προστάτη και ευεργέτη τους. Κι αυτό γιατί με δική του φροντίδα είχαν  βρεθεί στον παράδεισο από την κόλαση που ζούσαν πριν  τον γνωρίσουν.

            Στο χώρο αυτό που πατούσε τώρα μετά από πολλές προσπάθειες κατόρθωσε ο παπα- Καλλίνικος να στήσει κοντά στα τόσα άλλα καλά κι ένα εστιατόριο που γευμάτιζαν εβδομήντα παιδιά ενώ με το πρόγραμμα οικονομικής βοήθειας που είχε πετύχει από τους καταστηματάρχες και τους επιχειρηματίες της περιοχής είχε εξασφαλίσει τη σίτισή τους για πέντε τουλάχιστον χρόνια ακόμη. Οι πιο πολλοί γονείς των παιδιών αυτών βρίσκονταν στη φυλακή για ναρκωτικά ή ήταν βαριά άρρωστοι ή απλά είχαν εξαφανιστεί από τον καταυλισμό για τους δικούς τους άγνωστους λόγους. Στη μία κάθε μεσημέρι  το τραπέζι ήταν στρωμένο και τα παιδιά χόρταιναν την πείνα τους κάτω από τη φροντίδα και τη στοργή μιας ομάδας εθελοντριών γυναικών που έκλεβαν χρόνο από το δικό τους για να τον αφιερώσουν σ’ αυτά τα παιδιά. Τούτα τα παιδιά πριν αρχίσουν τα γεύματα δεν ήξεραν τι θα πει τραπέζι στρωμένο με φαγητά και δεν είχαν δει όχι γεμάτο πιάτο αλλά ούτε κι άδειο. Ακόμη δεν ήξεραν να φάνε με πιρούνι και κουτάλι και χρησιμοποιούσαν τα χέρια τους.

          Όπως είπαμε για να φτάσει να κάνει αυτό που έκανε ο παπα- Καλλίνικος χρειάστηκε μεγάλη προσπάθεια και να γυρίσει πόρτα- πόρτα στην ενορία του μαζί με άλλους εθελοντές που όμως τελικά πέτυχαν τον άθλο τους, ένα άθλο κοινωνικής προσφοράς σε φτωχά και πεινασμένα παιδιά.

           Ο ίδιος μερίμνησε και για τη μόρφωσή τους. Όσα απ’ αυτά ήθελαν να μάθουν γράμματα φρόντισε και τα έστειλε στα δημόσια σχολεία τής πόλης να παρακολουθήσουν μαθήματα. Κι εδώ έκανε μεγάλη προσπάθεια επειδή στην αρχή κανένα παιδί δεν ήθελε να πάει γιατί προτιμούσαν την τεμπελιά και το παιχνίδι από το διάβασμα και το αυστηρό πρόγραμμα του σχολείου. Μετά όμως πολλών  βασάνων και κόπων πέτυχε να στείλει πολλά απ’ αυτά στις αίθουσες και να τα διώξει από την αλητεία του δρόμου και τη χαύνωση της απραξίας. Τα μεγάλα τα δίδαξε να ακολουθούν τους γονείς τους στις δουλειές τους, ενώ σε όσα είχαν κλίση στο εμπόριο τους έδειξε το δρόμο τού παζαριού και της συλλογής παλιοσίδερων, προτρέποντάς τα να τα πωλούν και να κερδίζουν χρήματα.

            Θα ήταν μεσημέρι που ο παπα- Καλλίνικος αποφάσισε να εγκαταλείψει τον καταυλισμό.. Τα παιδιά συγκεντρώθηκαν γύρω του ενώ αυτός τους χάιδευε τα κεφάλια και τους υποσχόταν πως θα τα επισκεπτόταν τον άλλο μήνα. Έτσι με το χαμόγελό τους και τις επευφημίες τους τ’ άφησε και βγήκε πηγαίνοντας για το σπίτι του, σίγουρος  πως εκεί θα τον περίμενε σκληρή δουλειά ή τουλάχιστον απρόσμενες εκπλήξεις.

            Σαν μπήκε στο σπίτι τον υποδέχτηκε η Μαρία και του είπε με σπασμένη φωνή:

            --- Έλα ξεκουράσου και ρίξε μια ματιά στη σημερινή αλληλογραφία σου. Είναι αρκετή κι ένας από τους φακέλους νομίζω πως είναι από την επιτροπή δανείων της  Κεντρικής Τράπεζας. Ίσως είναι ενδιαφέρον να της ρίξεις μια ματιά.

            Αυτός έκανε ένα έντονο << αχά >> και κάθισε στον καναπέ. Ύστερα κουνώντας με απελπισία το κεφάλι του, της είπε:

            --- Θα την κοιτάξω! Ωστόσο υποψιάζομαι τι συμβαίνει!

            --- Υποψιάζεσαι;

            --- Ε, ναι. Είναι ο καιρός να μας απαντήσει η τράπεζα για το περιβόητο δάνειο αν το έγκρινε ή όχι για την ανοικοδόμηση της νέας πτέρυγας του γηροκομείου. Πάει τόσο καιρός από τότε που κάναμε την αίτηση και υποβάλλαμε τα σχετικά έγγραφα. Ελπίζω να τελειώσουμε καμιά φορά και μ’ αυτό.

            --- Τι αλλόκοτοι άνθρωποι κι αυτοί στην επιτροπή! Τα σκαλίζουν τα σκαλίζουν και στο τέλος δε δίνουν τίποτα! Αν είναι όμως για τους δικούς τους ανθρώπους! Τους ανθρώπους του οικονομικού σιναφιού τους, εννοώ. Αμέσως τους τα εγκρίνουν και τα παραχωρούν.

            Αυτός της ζήτησε να του φέρει την αλληλογραφία και κάθισε καλύτερα στη θέση του τεντώνοντας την πλάτη έτσι που ακούμπησε αναπαυτικά στη ράχη τής πολυθρόνας. Ύστερα πέρασε τα χέρια του ελαφρά από τα ψαλιδισμένα γένια του κι αφού φάνηκε να τα τακτοποίησε πιέζοντας κάποιες προεξοχές που είχαν γίνει ατίθασες, έβαλε τα χέρια του πάνω στα πόδια του και περίμενε με συγκρατημένη αγωνία τη Μαρία.

              Αυτή δεν άργησε να φανεί και σαν τον πλησίασε έβαλε τους φακέλους μπροστά του στο τραπέζι και κάθισε δίπλα του με ζαρωμένη τη μύτη, ενώ τον κοίταζε με μια παράξενη έκφραση.

              Αυτός πήρε τον φάκελο που τον ενδιέφερε και τον άνοιξε αργά και με ιδιαίτερη προσοχή παρά την αγωνία του. Ύστερα  με ιδιαίτερη επιμέλεια διάβασε το περιεχόμενό του και χωρίς να το θέλει διαφάνηκε στην όψη του μια απερίγραπτη αίσθηση στενοχώριας και αηδίας. Κι αμέσως αφήνοντας το χαρτί με περιφρόνηση μαζί με τους άλλους φακέλους, είπε στη Μαρία:

               --- Έγινε αυτό που περίμενα! Μας το ενέκριναν το δάνειο αλλά έντοκο! Η πληρωμή των τόκων που προέβλεπε το νομοσχέδιο  πως θα γινόταν από το δημόσιο, καταργήθηκε! Τώρα είμαστε υποχρεωμένοι να χρεωθούμε για να αποπληρώσουμε τους τόκους εμείς ως δανειολήπτες! Άλλη μία σωστή νομοθετική ρύθμιση υπέρ των δανειοληπτών, καταργήθηκε!

               Η Μαρία έμεινε κι αυτή έκπληκτη. Και χωρίς ντροπή κι απερίφραστα ξεφώνησε:

               --- Τι λωποδύτες, Θεέ μου!

                Ο παπα- Καλλίνικος έμεινε για λίγο σκεφτικός. Το γεγονός αυτό τον στενοχώρησε γιατί τώρα έπρεπε να δει τι θα κάνει. Το δάνειο θα φορτωνόταν με του τόκους και θα γινόταν  δυσβάσταχτο αφού η δόση κάθε μήνα θα ήταν πολύ μεγάλη και τα έσοδα της ενορίας του δεν του επέτρεπαν μια τέτοια αντιοικονομική χρέωση. Κύριο μέλημά του από εδώ κι εμπρός θα ήταν μια άλλη πηγή δανειοδότησης με καλύτερους κι ευνοϊκότερους όρους της σύναψης. Με αυτές τις σκέψεις είπε στη Μαρία:

                  ---  Τη βλέπω δύσκολη αυτή τη δανειοδότηση με αυτούς τους δυσβάσταχτους όρους.  Θα πάω αύριο ως την επιτροπή του γηροκομείου να αποφασίσουμε για την πρόταση αυτή και σαν την απορρίψουν, είμαι βέβαιος γι’ αυτό, θα πεταχτώ κι ως το μητροπολίτη να πάρω κι απ΄ αυτόν μια γνώμη. Δυστυχώς απ΄ ότι μπορώ να κρίνω μέχρι τα τώρα αποτελέσματα  το επιχειρησιακό μου δαιμόνιο πάει κατά διαβόλου!

                 Είπε αυτά και γέλασε ενώ άπλωσε το χέρι του κι έψαχνε ανάμεσα στους άλλους φακέλους να εντοπίσει κάποιον που νόμιζε πως θα περιείχε την καλή είδηση.

                 --- Έπρεπε να το περιμένεις αυτό που σου έκαναν, του είπε η Μαρία και τον κοίταξε με συμπάθεια. Ποτέ δεν πρόκειται να αποκατασταθεί μια δίκαιη τάξη να ξέρεις στο τραπεζικό σύστημα. Οι οικονομικά ισχυροί πάντα θα παίρνουν τη μερίδα του λέοντος και οι οικονομικά ανίσχυροι τα ψίχουλα. Κι εγώ που είχα την προαίσθηση πως τα μαντάτα θα ήταν ευχάριστα! Δυστυχώς διαψεύστηκα!

                 Εκείνος έξυσε με το νύχι του έναν φάκελο προκαλώντας έναν ήχο ενοχλητικό και μετά στήριξε τα χέρια του στα γόνατά του δείχνοντας πως ελάχιστη όρεξη διέθετε για να συνεχίσει τη συζήτηση. Αλλά προφανώς σαν θυμήθηκε κάτι που έκρινε πως έπρεπε να το ανακοινώσει της είπε:

                 --- Πολλά πράγματα φαίνονται παιχνιδάκια αλλά δεν είναι! Όπως το ιατρείο που εγκαινιάσαμε πριν λίγους μήνες. Δυστυχώς δεν λειτουργεί άριστα λόγο της έλλειψης του σχετικού κονδυλίου που είναι αδύνατον να καλυφτεί από τον προϋπολογισμό του γηροκομείου που είναι ελλειμματικός. Η σχετική επιχορήγηση από τη μητρόπολη αργεί και ο διορισμός του γιατρού και της νοσοκόμας είναι ακόμη στα χαρτιά. Αυτό συνεπάγεται κι ελλιπή ιατρική φροντίδα στους τροφίμους του γηροκομείου και  επιβάρυνση των εξόδων αφού θα αναγκαστούμε να κάνουμε τις απαραίτητες αιματολογικές και κλινικές εξετάσεις στα εξωτερικά ιδιωτικά ιατρικά κέντρα αφού το νοσοκομείο δεν διαθέτει πλήρη μηχανικό εξοπλισμό γι’ αυτές τις εξετάσεις. Στα τόσα προβλήματα λειτουργίας του γηροκομείου προστίθεται τώρα εκτός της δανειοδότησης και η στελέχωση του ιατρείου του. Εύχομαι να είναι σύμμαχός μας τουλάχιστον  η τύχη γιατί η ανθρώπινη θέληση μου δίνει την εντύπωση πως νοσεί σοβαρά όταν πρόκειται να αποφασίσει για θέματα ζωής και θανάτου. Προς το παρόν ας αρκεστούμε στην προσωπική προσφορά των εθελοντών.

           Η Μαρία με μια μοναδική κίνηση εκνευρισμού έσπρωξε ένα μολύβι που βρισκόταν πάνω στο τραπέζι κι απότομα του είπε, θέλοντας να δείξει την απελπισία της:

            --- Επέτρεψέ μου να σου πω και κάτι άλλο που ίσως σε στενοχωρήσει ακόμη περισσότερο. Η επιτροπή μέριμνας των απόρων της ενορίας μας μου ζήτησε να σου μεταβιβάζω την επιθυμία των σιτιζόντων για την επέκταση της σίτισης και το βράδυ. Ζητούν δηλαδή να έχουν κι ένα βραδινό πιάτο! Αν είναι δυνατόν! Σκέφτηκαν που θα βρεθούν τόσα χρήματα!

             Ο παπα- Καλλίνικος κούνησε το κεφάλι αρνητικά και είπε, για να θεωρήσει το θέμα λήξαν:

             --- Όχι, κι έτσι, όχι κι έτσι! Δεν μπορεί να γίνει αυτό! Μακάρι να είχαμε χρήματα να το κάνουμε. Αλλά δυστυχώς δεν έχουμε! Μην τους αναφέρεις τίποτα και θα δούμε τι θα κάνουμε. Προέχουν τώρα άλλα πράγματα. Δεν βρίσκονται και σε απελπιστική κατάσταση. Ας δείξουν λίγη υπομονή κι ας φάνε κάτι λιγότερο! Την τελευταία λέξη σ’ αυτή τους την αίτηση θα την πει η εξεύρεση των χρημάτων.

             --- Ωραία! Αλλά ποιος θα βασιστεί πάνω σ’  αυτά που λες και θα σε πιστέψει;

             --- Τότε τι να κάνω; Πού να βρω χρήματα;

             --- Δε λέω αυτό αλλά να ξέρεις πως θ’ ακούσεις πολλά και διάφορα κουτσομπολιά!

             --- Το ξέρω! Όμως δεν μπορώ να κάνω τίποτα για ν’ αυξήσω το φαγητό και να το προσφέρω κι ως  δείπνο. Όση υπερβολική προσπάθεια κι αν κάνω θα βρεθώ εκτεθειμένος αφού ήδη είμαι και χρεωμένος!

             Ο χτύπος στην πόρτα τους διέκοψε/ Η Μαρία σηκώθηκε και πήγε ν’ ανοίξει. Σαν η πόρτα άνοιξε είδε τον παπα- Ρίζο να στέκεται έτοιμος να  μπει μέσα. Εκείνος τη χαιρέτησε και της ζήτησε να δει τον παπα- Καλλίνικο. Αυτή τον οδήγησε αμέσως σ’ αυτόν. Εκείνος την ακολούθησε με βαρύ περπάτημα κι ένα γρύλισμα στην αναπνοή του λες και έδειχνε άρρωστος.  Χαιρέτησε τον παπα- Καλλίνικο και κάθισε  αμέσως δείχνοντας πως είχε χάσει την αυτοκυριαρχία του και σαν τη βρήκε του είπε μ΄ ένα παιχνίδισμα των ματιών του, πριν ακόμη ακούσει το καλωσόρισμα απ’ τα χείλη του παπα- Καλλίνικου:

            --- Πέρασα από το βιβλιοπωλείο που συχνάζεις και δε σε βρήκα! Έτσι είπα να περάσω από εδώ!  Αφού σε δω για λίγο θα σου ανακοινώσω και κάτι ενδιαφέρον που σε αφορά!

            Η Μαρία στο άκουσμα αυτής τής πρότασης σκέφτηκε να τους αφήσει μόνους, ενώ δεν παρέλειψε να επιστρέψει σε λίγο με το δίσκο φορτωμένο γλυκό τού κουταλιού κι ένα ποτήρι νερό. Αυτός σαν το πήρε το έφαγε με βουλιμία και ήπιε το νερό με αφάνταστη ευχαρίστηση ενώ δεν παρέλειψε να ψιθυρίσει ένα μακρόσυρτο << ευχαριστώ>>.

           --- Πέρασες από το βιβλιοπωλείο; τον ρώτησε ο παπα- Καλλίνικος και έσπρωξε με το χέρι του ένα μπρούτζινο αγαλματάκι κάποιου φιλόσοφου που βρισκόταν πάνω στο τραπέζι. Θα προμηθεύτηκες τότε και κανένα καλό βιβλίο που σαν το διαβάσεις θα καλύψεις τα πνευματικά σου κενά!  Ελπίζω να μου το συστήσεις και μένα για να το διαβάσω!

            Εκείνος αφού άπλωσε το χέρι σαν να του σύστηνε << ψυχραιμία>>, γέλασε ελαφρά  και με μια διάθεση ειρωνική στα μάτια τού αποκρίθηκε με ταπεινότητα σύμφωνα με την εκκλησιαστική παράδοση:

            --- Εσένα να συστήσω, βιβλίο! Εσένα του βιβλιοφάγου που δεν έχεις αφήσει βιβλίο για βιβλίο, αδιάβαστο! Αλίμονο από μας τους  άσπονδους εχθρούς του που δεν έχουμε μοίρα πνευματική μακριά του!

            --- Καλά ! Καλά! του έκανε με περηφάνια εκείνος και τον ρώτησε με σύνεση:

            --- Αλήθεια, τι βιβλία αγόρασες;

             Κι αυτός σαν πήρε σοβαρό ύφος του αποκρίθηκε:

             --- Να προμηθεύτηκα τους << Άθλιους >> του Ουγκώ, τον << Παίκτη>> του Ντοστογιέφσκι και  << Αποχαιρετισμός στα όπλα>> του Χεμινγουαίη.  Παράγγειλα κι άλλα πέντε θεατρικά του Σαίξπηρ κι έκλεισα το καρέ. Ελπίζω να τους ρίξω μια ματιά γιατί η μοναξιά στο χωριό θέλει συντροφιά. Και καλύτερη συντροφιά εκεί από το βιβλίο δεν υπάρχει.

              --- Ώστε είσαι πλήρης εφοδιασμένος απ’ ότι ακούω τουλάχιστον για δυο μήνες!

              --- Ναι. Σίγουρα γιατί δεν κατεβαίνω και τακτικά στην πόλη.

              Τα μάτια του για λίγο έμειναν ακίνητα κι έμοιαζαν σαν να είχε παγώσει από κάτι που τον έπληξε. Κι αμέσως ετοιμάστηκε να κινήσει τα χείλη του για να του πει αυτό που θυμήθηκε, αλλά ο παπα- Καλλίνικος τον πρόφτασε και του είπε:

               --- Είχα κι εγώ κάτι παραγγελίες, δεν πιστεύω να σου ανέφερε τίποτα ο βιβλιοπώλης  αν ήρθαν;

               Τα μάτια τώρα του παπα- Ρίζου άστραψαν από αγαλλίαση και του αποκρίθηκε:

                --- Αυτό θυμήθηκα τώρα και προσπάθησα να στο εκμαιεύσω. Όχι βέβαια για τα βιβλία αλλά για τις ξυλογραφίες σου που είχες παραγγείλει στο ζωγράφο. Τις έχει αφήσει εκεί μου είπε ο βιβλιοπώλης και με την πρώτη ευκαιρία πας και τις παίρνεις.

                --- Α, επί τέλους! αναφώνησε εκείνος και τον κοίταξε με μάτια που σκορπούσαν λάμψη.

                --- Ωραία! που θα τις χρησιμοποιήσεις αυτές τις ξυλογραφίες;

Μπορώ να μάθω;

                --- Τίποτα το ιδιαίτερο! Να, είπα να στολίσω το γραφείο μου με μια σύγχρονη διακόσμηση και να ξεφύγω από τις εικόνες. Η δουλειά που κάνει ο ζωγράφος αυτός είναι εξαιρετική και δεν αφήνει περιθώρια για πνιγηρή και συντηρητική ατμόσφαιρα. Αλλά και ούτε υπάρχει σκέψη για παραχάραξη της αυθεντικότητας και της παράδοσης της εκκλησίας. Οι ξυλογραφίες σαν μορφή τέχνης είναι πιο αληθινές από την παραδοσιακή αγιογραφία των χρωμάτων και της αυστηρότητας. Εύχομαι να μην έπεσα έξω στην επιλογή μου και μετανιώσω.

              --- Τη θεία τάξη κι αυτή μέσα σου! Όλα τα θέλεις στην εντέλεια! του έκανε με μια γραφικότητα ο παπα- Ρίζος και φάνηκε επαναστατημένος από την πρωτότυπη αυτή επιλογή του.

              --- Δεν είναι αυτό, αλλά ψάχνω το γούστο! Τότε είμαι ευχαριστημένος με τα πράγματα μόνο σαν μου απαιτούν μια νέα τάξη και τους την προσφέρω!

             --- Καλό ακούγεται αυτό! Θα προσπαθήσω να το εφαρμόσω κι εγώ!

             --- Πάρε με για δάσκαλό σου! Ίσως σου είμαι χρήσιμος!

              --- Γιατί όχι! Τόσα ωφέλιμα πράγματα έχω διδαχτεί από σένα, γιατί να μην το κάνω!

              Κι αμέσως η φωνή του χαμήλωσε και με μια ξαφνική έξαρση που είχε και τα στοιχεία τού βιαστικού και του φόβου, του είπε ενώ φάνηκε να έτρεμαν ελάχιστα τα χείλη του:

              --- Μέσα στην ωραία μας κουβέντα δυστυχώς έχω και κάτι δυσάρεστο να σου πω. Αν δεν έχεις αντίρρηση και θεωρείς πως η στιγμή είναι κατάλληλη μπορώ να στο εξομολογηθώ και να στο εμπιστευτώ.

             O παπα -Καλλίνικος κατεχόμενος από την επιθυμία να διατηρήσει και να αυξήσει τη δύναμή του και την επιρροή του στον καθημερινό του αγώνα ένιωσε την ανάγκη να πληροφορηθεί αυτό το δυσάρεστο γεγονός που προφανώς τον υπονόμευε αλλά και τον έκανε ήρωα. Γιατί ήξερε πολύ καλά στη δική του σίγουρη, δυνατή και κομψή παρουσία κάποιοι αντιστέκονταν και ζητούσαν με επιδέξια αγένεια και σκληρότητα να τον εξοντώσουν. Και για να μην απλωθεί κάποια ιλαρότητα φόβου στο χώρο, του είπε με μια επέμβαση θάρρους:

            --- Ό,τι είναι αναγκαίο να ειπωθεί. Παπα- Ρίζο, δεν πρέπει να το καταπιεί η λήθη. Σε ακούω!

            --- Πρόκειται για τη συντηρητική οργάνωση << Ένωση Μαχόμενων Ιερωμένων>> που θέλει το κεφάλι σου επί πίνακι. Οι πληροφορίες προέρχονται από το << σύνδεσμο Α>> και δε χρήζουν πιστεύω αμφισβήτησης.

            ---Πίστευα πως ήταν ευνοϊκοί απέναντί μου! Αλά με θλίψη διαπιστώνω πως εξακολουθούν να με θεωρούν επικίνδυνο μέλος της <<Οργάνωσης των Ιπποτών>>. Θα ίδωμεν τι θα απογίνω!

            --- Κάποτε είμαστε υποχρεωμένοι να τους  αγνοούμε! Όσο όμως περνάει ο καιρός γίνονται πιο αλαζόνες στις κρίσεις τους και σοφίζονται αποφάσεις που μας τρομάζουν.

            --- Τι θες να πεις;

          --- Πως τους ενοχλεί αφάνταστα η θέση τής δικής μας οργάνωσης που στοχεύει στη λαϊκότητα της εκκλησίας και την αποκοπή της από τη δεισιδαιμονία και της ειδωλολατρικές της αντιλήψεις. Ό,τι έχει χαραχθεί λένε από τις συνόδους και τους πατέρες είναι ανίερο ν’ αλλάξει και αποτελεί αδιάσειστο τελετουργικό μιας θεόπνευστης λατρείας. Έτσι κανένας κώδικας συμπεριφοράς της εκκλησίας δεν πρόκειται να διορθωθεί επί το νεώτερο και το προοδευτικότερο.

           --- Αυτό σημαίνει εν όψει του συνεδρίου του καλοκαιριού θα μας δημιουργήσει προβλήματα. Πρέπει έτσι να αλλάξουμε τη γραμμή πλεύσης στην εισήγησή μας και να τα μαζέψουμε. Γιατί μια ανοιχτή σύγκρουση με τους συντηρητικούς τούς δικούς μας θα φτάσει κι ως την ένωσή τους! Δε μιλώ σωστά;

            --- Σαν να μου λες πως πρέπει να καταθέσουμε τα όπλα! Αυτό κατάλαβα από όσα είπες! Δε συμφωνώ!

            --- Μιλάμε για μεγάλα οικονομικά συμφέροντα πίσω της! Δεν μπορείς να φανταστείς πόσους Κροίσους και τραπεζίτες έχει επιστρατέψει σαν μέλη της.    Ως και οι παγκόσμιες και πολλές ευρωπαϊκές τράπεζες κρίνουν τις οικονομικές αποφάσεις τους σύμφωνα με τις επιλογές των υψηλά ισταμένων προσώπων της πανίσχυρης αυτής οργάνωσης. Σ’ εμάς αν έχεις καταλάβει λείπει το χρήμα ενώ σ’ αυτούς περισσεύει! Εξ’ ου και η δύναμή τους!

          --- Τα ξέρω όλα αυτά αλλά είμαι ταγμένος εκεί εφ’ ω ετάχθη και δεν κάνω πίσω!

         --- Κι εγώ μαζί σου! Αλλά πρέπει να συζητήσουμε για την ευτυχή βεβαιότητα να πάνε όλα καλά!

         --- Αυτό και ποιος δεν το θέλει!

         --- Θα πρέπει να νιώθουμε έστω και μ’ αυτές τις δυσκολίες που περνάμε μια ανείπωτη περηφάνια γι’ αυτό που κάνουμε.

         --- Ναι και περισσότερο σαν κινδυνεύει η ζωή μας!

         --- Θεός φυλάξει ! Αναφώνησε ο παπα- Καλλίνικος  και τον κοίταξε μ΄ ένα πείσμα που είχε παιδιάστικο τρόπο. Πώς είναι δυνατόν να φτάσουμε κι ως εκεί;

        --- Δυστυχώς! Όταν φτάσεις κάποτε στ’ άκρα σε μια σύγκρουση δεν απομένει κι αυτός ο απεχθής τρόπος διευθέτησης της διαφοράς!

        --- Δηλαδή να σκοτώσεις ή να σκοτωθείς!

        --- Ναι! Αυτό!

         Το κεφάλι του παπα- Καλλίνικου άρχισε να τον καίει. Όμως οι σκέψεις του λειτουργούσαν με άνεση. Για αυτά τα βαρυσήμαντα που άκουγε από το στόμα του παπα- Ρίζου έπρεπε να είναι νηφάλιος και το είχε πετύχει. Και υποχρεωμένος να υπερασπιστεί τον εαυτό του αναγκάστηκε να τον ρωτήσει:

        --- Πληροφορήθηκες πως μπορεί και να με σκοτώσουν;

        --- Μια ρήση απ΄ αυτό τον καταραμένο σύνδεσμο που δεν την αποκλείω μ’ έβαλε σε σκέψη. Μου συνέστησαν ν’ αποφεύγεις τις εξόδους και να στερείσαι την εμπειρία των συναθροίσεων και των εκδηλώσεων,

       --- Κι αυτό το εκλαμβάνεις ως απειλή εναντίον μου;

       --- Και δική μου, ίσως!

       --- Κι έχω και την ανάβαση στο σταυρό τον Απρίλιο! Αυτός ίσως επιδεινώσει τη θέση μου.

      --- Και βέβαια! Πρέπει να το γνωρίζουν πως θα βασανίσεις τον εαυτό σου μ΄ αυτό το βάρβαρο τρόπο στο εγγύς μέλλον. Δε συμφωνούν μ΄ αυτό που το θεωρούν ανίερη εκτροπή και ίσως σε χτυπήσουν με μεθοδική τρομοκρατική πράξη για να σε σταματήσουν ή να σε εξοντώσουν. Κανένας δε μιλά για δολοφονική απόπειρα εναντίον σου αλλά και κανένας δε γνωρίζει το είδος της επιθετικής δραστηριότητας στην καθ’ ημάς εξοχότητα.

          Τα χείλη του παπα- Καλλίνικου σάλεψαν, το στήθος του βάρυνε και το πρόσωπό του κοκκίνισε, ενώ προς στιγμή η διάθεσή του ατόνησε και σκέφτηκε να σταματήσει κάθε συζήτηση γύρω από το θέμα αυτό. Ωστόσο ήθελε να μάθει και κάτι ακόμη ή να αποσπάσει από το συνομιλητή του κάποιες νύξεις ή συμβουλές περί του τρόπου αντιμετώπισης της ανασφάλειας και του κινδύνου που είχε περιέλθει και διέτρεχε. Έτσι μετά από ένα μικρό διάστημα σιωπής, του είπε αρκετά συνοφρυωμένος:

           --- Εσύ τι μου συνιστάς σαν καλός φίλος;

           --- Να προφυλαχτείς!

           --- Και τις προσωπικές μου ανάγκες ποιος θα τις εκτελεί;

           --- Η Μαρία και ελάχιστες εσύ.

           --- Στα διάφορα κοινωνικά μέτωπα που έχω ανοίξει πως θα εκπληρώνω τις αρωγές μου; Δια του πνεύματος και μόνο; Η απουσία μου δε θα γίνεται αισθητή και δε θα δημιουργήσει ελλείψεις συντονισμού!

           --- Δίκιο έχεις! Αλλά πες μου κι εσύ ποιο είναι το ασφαλές πρακτέο να συμφωνήσω κι εγώ!

           --- Δεν μπορώ να το σκεφτώ αυτή τη στιγμή αλλά έχω την εντύπωση πως η δική σου συμβουλή είναι η πλέον ασφαλής και σωστή.

           ---Αυτό που ζητούν οι εχθροί σου. Περιορισμό κινήσεων!

           --- Και αυτάρκης στα ελάχιστα!

           --- Μέχρι νεοτέρας διαταγής!

           --- Θα υποστώ κι αυτή τη δοκιμασία!

           --- Αξίζει τον κόπο! Κάθε ανοησία ίσως σου στοιχίσει και πας σαν το σκυλί στ’ αμπέλι! Γιατί να συμβεί αυτό;

          Ο παπα- Καλλίνικος έκανε ένα εγκάρδιο γνέψιμο με το κεφάλι του για τη ρήση του αυτή κι αφήνοντας τα μάτια του να τον αγκαλιάσει σχεδόν ολόκληρο του είπε:

          --- Τώρα το σκέφτηκα! Το καλύτερο που έχω να κάνω είναι να υποχωρήσω!

          --- Αυτό σημαίνει κι ελάχιστο ξενύχτι!

          Ο παπα- Ρίζος προφέροντας την τελευταία πρόταση σηκώθηκε και κινήθηκε προς την πόρτα.

          --- Φεύγεις; τον ρώτησε εκείνος και τον ακολούθησε.

          --- Αυτό που ήθελα να σου πω, στο είπα! Δε σε χρειάζομαι άλλο! του αποκρίθηκε αυτός γελώντας και του έσφιξε το χέρι. Το ενδιαφέρον μου μετά από εδώ θα στραφεί αλλού και πρέπει να πάω για να προλάβω.

          --- Όπως θέλεις! Με το ζόρι δεν μπορώ να σε κρατήσω! του είπε εκείνος και τον αγκάλιασε. Και χώρισαν μοιράζοντας και οι δυο από ένα συγκρατημένο χαμόγελο.

 

 

                                                  -= = =  

 

          Το απόγευμα ο παπα- Καλλίνικος επισκέφτηκε το βιβλιοπωλείο. Ο βιβλιοπώλης τον δέχτηκε με μια έντονη χειραψία κι εξέφρασε παράλληλα τη λύπη του γιατί πριν λίγο είχε φύγει ο αγαπητός του ζωγράφος και δε θα τον έβλεπε. Ωστόσο του έδειξε πάνω στο γραφείο του ένα δέμα σε λευκό χαρτί που προοριζόταν γι’ αυτόν και ήταν από το ζωγράφο. Εκείνος πλησίασε κι αφού το άνοιξε ελαφρά να δει το περιεχόμενό του, υποκλίθηκε με τόση επίδειξη σαν είδε την πρώτη ξυλογραφία που έκανε το βιβλιοπώλη να αναφωνήσει:

               --- Απόλυτα ευχαριστημένος!

---Απόλυτα! Εύχομαι να είναι και υπόλοιπες καλές!

--- Ω, ναι, θα είναι καλές! Να είσαι σίγουρος γι’ αυτό!         Δεν  

ξέρεις με τη ζωγράφο έχεις να κάνεις!

              --- Ξέρω και παραξέρω! Γι’ αυτό και τον προτιμώ. Όλες μου τις αγορές απ’ αυτόν τις κάνω.

             --- Τότε θα σ’ έχει στα όπα –όπα και θα σε αγαπά πολύ!

             --- Κι εγώ τον αγαπάω και τον εκτιμώ! Αμοιβαία τα συναισθήματα.

            Εκείνος γέλασε και σήκωσε τους ώμους. Ύστερα  σαν να έκανε μια κίνηση  αβρότητας του είπε προσέχοντας τα λόγια του:

            --- Είστε και οι δυο αξιαγάπητοι!

            --- Είμαστε! Αλλά δε μου λες., τι σου είπε για την πληρωμή;

            --- Δε μου ανέφερε τίποτα.

            --- Είναι τόσο ευγενικός! Να δω πότε θα περάσω από το εργαστήριό του να τον ξοφλήσω. Δε μου αρέσουν τα βερεσέδια. Με ντροπιάζουν!

            Το θλιμμένο του ύφος ανάγκασε το βιβλιοπώλη να του πει:

            --- Ε, όχι και να νιώθεις κι ενοχές παπα- Καλλίνικε! Εσύ ένας άγιος άνθρωπος και τζέντλεμαν! Είναι δυνατόν να ψευτίσεις εσύ; Προς Θεού! Όποιος και να το σκεφτεί  και μόνο πρέπει να πάει κατευθείαν στην κόλαση!

            --- Δίκιο έχεις αλλά  ο άνθρωπος έπρεπε να πάρει τα χρήματά του.

            --- Θα τα πάρει!

            Και κουνώντας ένα χαρτονόμισμα των πενήντα ευρώ, πρόσθεσε γελώντας:

            --- Ας μου χρωστούσαν και μένα καμιά εικοσαριά τέτοια κι ας μου τα έδιναν του χρόνου! Αρκεί να κάνεις να λαβαίνεις, λέει ο νόμος του εμπορίου!

            Εκείνος γέλασε και πλησίασε το ράφι. Άγγιξε μερικές ράχες βιβλίων και βλέποντας ένα ογκωδέστατο και χοντρό με χρυσή γραφή και μαύρο εξώφυλλο το πήρε στα χέρια του. Σαν διάβασε τον τίτλο του << Όταν έκλαψε ο Νίτσε>> έμεινε σχεδόν άφωνος ενώ ψέλλισε με την αδύναμη φωνή του:

             --- Έχεις αυτό τον κολοσσό εδώ τον IRVIN  YALOM ; Λυπάμαι αλλά θα στο  στερήσω!

             Και ενθουσιασμένος συνέχιζε να το ξεφυλλίζει να δείχνει χαρούμενος που το βαστούσε στα χέρια του.

             Ο βιβλιοπώλης που καθόταν στο γραφείο του εκείνη τη στιγμή επιστρέφοντας από το βάθος που έβγαζε μια φωτοτυπία στο μηχάνημα ενός πελάτη, τον κοίταξε με κατανόηση κι έδειχνε έναν θρίαμβο στα μάτια του γιατί το κατάλληλο βιβλίο βρήκε τον κατάλληλο αναγνώστη του. Κι αυτό όποτε συνέβαινε τον έκανε ιδιαίτερα ευτυχισμένο. Κι επειδή δεν το είχε διαβάσει αλλά είχε ακούσει ελάχιστα για το καλό του περιεχόμενο και τη βαθιά του σκέψη, τον ρώτησε με το ενδιαφέρον και την περιέργεια του μικρού παιδιού:

              --- Σε τι αναφέρεται; Έχεις την καλοσύνη να μου πεις;

              Εκείνος άφησε τα μάτια του από το βιβλίο και τον κοίταξε με καλοσύνη. Μετά σαν κάθισε κι ακούμπησε το βιβλίο στα γόνατά του και ανοιχτό στην πρώτη του σελίδα του είπε  με τη σοβαρότητα που άρμοζε στην περίπτωση της στιγμής:

              --- Το έχω διαβάσει παλιά αλλά πολλά δεν θα θυμάμαι. Έτσι είναι ευκαιρία να το ξαναθυμηθώ! Αγαπητέ μου, σαν με ρώτησες για το περιεχόμενό του δεν μπορώ να στο αρνηθώ και θα κάνω τον κόπο να στο διηγηθώ εν ολίγοις χωρίς να σε κουράσω και να γίνω βαρετός.  Άκουσε λοιπόν: Μετά από κάποιες συμφωνίες που τις κρατούσαν μυστικές ο Γερμανός φιλόσοφος  ΦΡΗΝΤΡΙΧ  ΝΙΤΣΕ  και ο Αυστριακός Γιατρός ΓΙΟΖΕΦ ΜΠΡΟΊΕΡ, ένας από τους άριστους επιστήμονες της ψυχανάλυσης συναντούνται στη Βιέννη  σε ιατρική διαδικασία διπλής ψυχοθεραπείας.

          Σ’ αυτή την πρωτότυπη διαδικασία θεραπείας και υπαρξιακής επικοινωνίας και αναζήτησης  δυο ξεχωριστών ανθρώπων συμμετέχουν ένας ειδικευόμενος γιατρός που ονομάζεται ΖΙΓΚΜΟΥΝΤ  ΦΡΟΪΝΤ, μια εξέχουσα γυναίκα η ΛΟΥ ΣΑΛΟΜΕ, που τη θεωρούν ίνδαλμα η διανοούμενη ελίτ και οι ψυχίατροι, και μια ασθενής η οποία είναι  εξόχως ωραία και προκλητική, η ΑΝΝΑ Ο., που αναστατώνει την ψυχή του γιατρού της.  Τα υπόλοιπα νομίζω πως θα τα βρεις διαβάζοντας το βιβλίο, εννοώ τις συγκινήσεις, την πλοκή και τις συγκρούσεις τής ψυχής των πρωταγωνιστών ηρώων του.

           Εκείνος τον άκουσε με ανοιχτό το στόμα. Στο τέλος τον ρώτησε:

           --- Και ποιος ήταν ο στόχος του ΥΑLOM να γράψει αυτό το βιβλίο που όπως κατάλαβα είναι επιστημονικό μυθιστόρημα.

           --- Ήθελε προφανώς να δώσει μια ερμηνευτική εκδοχή τής γέννησης της ψυχοθεραπείας και τη δυναμική της σχέση που τη συνδέει με την υπαρξιακή φιλοσοφία.

           --- Τότε θα έχει πολύ ενδιαφέρον το βιβλίο!

           --- Σου κόβει την ανάσα δε λες καλύτερα, σαν το διαβάζεις!  Κι αυτό γιατί ανακαλύπτεις σελίδα- σελίδα σαν το περπατάς την ιαματική δύναμη της αληθινής σχέσης.

           Εκείνη τη στιγμή ακούστηκε ένας θόρυβος έξω από την πόρτα που τους έκανε και τους δυο να τρομάξουν. Έμοιαζε με μια τυμπανοκρουσία που προφανώς προερχόταν από κάποιο χαμίνι τού δρόμου. Ο βιβλιοπώλης για παν ενδεχόμενο σηκώθηκε να προστατέψει το μαγαζί του και στάθηκε στην πόρτα. Εκεί σαν έριξε μια ματιά στο δρόμο και βεβαιώθηκε πως το θόρυβο τον είχε προκαλέσει ο ξαφνικός ανατολικός άνεμος παρασύροντας ένα μικρό κάδο απορριμμάτων, επέστρεψε κι αφού ψιθύρισε << άσχημες δουλειές μας κάνει σαν μας επισκέπτεται αυτός ο αέρας>> τράβηξε για το δυτικό ράφι απ’ όπου αφαίρεσε  ένα καλοτυπωμένο βιβλίο και το προσέφερε στον παπα- Καλλίνικο, λέγοντάς του και μαζί πλέκοντας το εγκώμιο για το καλό του περιεχόμενο και την άριστη αποδοχή του από το αναγνωστικό κοινό:

           --- Ο τίτλος του είναι << Το πλοίο- εργοστάσιο>> του Τακίζτι Κομπαγιάσι του καλύτερου θα έλεγα Ιάπωνα συγγραφέα κι ένα από τα αριστουργήματα της Ιαπωνικής λογοτεχνίας.  Δε νομίζω να το ξέρεις και επανεκδίδεται συνέχεια από τη δεκαετία του πενήντα  μετά την άρση της απαγόρευσης της κυκλοφορίας του. Είναι πολύ ενδιαφέρον γιατί μιλάει  για τις άθλιες συνθήκες εργασίας μιας ομάδας νέων ανθρώπων σ’ ένα σαπιοκάραβο εργοστάσιο στο βάθος τού ωκεανού και είναι και επίκαιρο με τους χιλιάδες μετανάστες που έχουμε κι εμείς στη χώρα μας σήμερα. Το χαρακτηριστικό είναι πως διαβάζεται από αναγνώστες που είναι άνεργοι!  

          --- Τι λες; Κι όμως η Ιαπωνία έχει κάνει θαύματα παντού!

          --- Αλλά οι εργάτες δουλεύουν σαν σκυλιά!

          --- Τι αναφέρει αυτό το βιβλίο;

          --- Πολλά και διάφορα. Πως ο Ιαπωνικός μύθος για παραδεισένια ζωή των Γιαπωνέζων καταρρέει και πως η αύξηση της αγοραστικής δύναμης των εργαζομένων και του κατώτατου μισθού όλο και ελαττώνονται ενώ δεν υπάρχει εγγύηση για καλή κατώτατη σύνταξη και τα οικογενειακά επιδόματα όσο πάνε και καταργούνται.

          --- Πολύ ενδιαφέροντα αυτά που λες! Αν και ελάχιστα τέτοια βιβλία απαρτίζουν τη γκάμα μου, θα το αγοράσω. Είναι μια πρώτης τάξης ευκαιρία να μπω και σε θέματα πολιτικής και κοινωνικής συνάφειας.

          --- Εμπρός για την κόλαση! Έτσι αρχίζει ο συγγραφέας στο βιβλίο του που οι άνθρωποι που περιγράφει δουλεύουν σαν σκλάβοι. Είναι όλοι τους νέοι κι όλοι τους  δυστυχισμένοι. Οι δε άθλιες συνθήκες εργασίας τους, τούς  κάνουν ακόμη πιο δυστυχείς.

          --- Είναι με λίγα λόγια οι ηττημένοι της ζωής όσο κι αν το έργο που προσφέρουν είναι αξιόλογο!

         --- Ακριβώς!

         --- Μια αδικία στις τόσες άλλες που μαστίζουν την ανθρωπότητα.

          Ο βιβλιοπώλης σηκώθηκε να εξυπηρετήσει έναν πελάτη και ο παπα- Καλλίνικος έτρεξε στην πόρτα γιατί είδε τη Ρόζα να περνά φορτωμένη με ψώνια  και να κατευθύνεται προς το κέντρο τής πόλης. Στην είσοδο της φώναξε κι αυτή έκπληκτη κι ενθουσιασμένη μπήκε μέσα. Αγκαλιάστηκαν και με τις πρώτες φιλοφρονήσεις τής ζήτησε να καθίσουν στο πίσω μέρος τού μαγαζιού που τους προστάτευε από την έκθεσή τους στα μάτια του κόσμου και να συζητήσουν. Αυτή το δέχτηκε και να που αμέσως βρέθηκαν στρωμένοι ο ένας δίπλα στον άλλο αρχίζοντας την κουβέντα με τους καλύτερους οιωνούς.

         Ο παπα- Καλλίνικος την κοίταξε με θαυμασμό ενώ δεν της έκρυψε τον εντυπωσιασμό του από τη φρεσκάδα και τη λάμψη που αχτινοβολούσε ολόκληρη. Αυτή το δέχτηκε μ’ ένα πνευματώδες γελάκι και σαν έξυπνη που ήταν του είπε με χείλη που σάλεψαν σαν δυο κόκκινα τριαντάφυλλα:

          --- Εσύ έχεις πει να προσέχω τον εαυτό μου! Γιατί εκπλήσσεσαι!

          Αυτός πέρασε τα χέρια του από τις καλοφροντισμένες φαβορίτες του και της αποκρίθηκε τρυφερά:

          --- Αυτό δε σημαίνει πως δεν πρέπει να σε θαυμάζω!

        --- Δεν είπα αυτό! Αλλά δε  νομίζω να ζηλεύεις!

        --- Θέλεις να πεις πως σε θαυμάζουν κι άλλοι άνδρες;

        --- Ναι, αλλά εγώ δεν τους δίνω δικαίωμα για συνέχεια! Όσο κι αν τους αρέσουν τα ερωτικά αστεία τους μαζί μου δεν τους αφήνω να το παρατραβήξουν και τους σταματάω όταν πρέπει επισημαίνοντάς τους: ως εδώ και μη παρέκει! Ε, αυτό είναι, όλο! Γίνονται σοβαροί και εγώ βρίσκω την ησυχία μου!

         --- Αν εννοείς πως διώχνεις τους πειρασμούς, σου λέω κι εγώ πως αυτή η συμπεριφορά είναι αμοιβαία! Κι εγώ το βλέμμα μου δεν το σπαταλώ σε καμιά άλλη εκτός  από σένα!

         Η Ρόζα έσκυψε πάνω του και τον αγκάλιασε τρυφερά. Ύστερα τον άφησε και για μια στιγμή ο ένας έμεινε απέναντι στον άλλο σε στάση άκρως ερωτική και με τη συγκίνηση να πλημμυρίζει τα μάτια και των δυο. Αν μπορούσες να διακρίνεις πιο καλά ίσως και κάποιο δάκρυ να τους είχε ξεφύγει από τη χαρά τους αυτή κι από το ξέφρενο πανηγύρι των συναισθημάτων που τους πυρπολούσαν εντός τους.

         --- Ρόζα! της ψέλλισε αυτός για να τη βγάλει από τον προσωρινό της λήθαργο. Ψώνια, βλέπω, ψώνια πολλά στις τσάντες σου! Τι συμβαίνει και ψωνίζεις τόσα πολλά;

         Αυτή έπαιζε μ’ ένα γκρίζο ορειχάλκινο αγαλματάκι που βρισκόταν πάνω στο τραπέζι. Η φωνή του την έκανε να αποβάλλει τη συγκίνησή της και να εγκαταλείψει το παιχνίδι με μια συγχυσμένη κίνηση. Δεν παρέλειψε βέβαια να του πει:

          --- Μου αρέσει να ψωνίζω κι αυτό έκανα! Δεν συντρέχει ιδιαίτερος λόγος και πάρα πολλές φορές κάνω τα μαγαζιά να στενάζουν! Είναι μια αρρώστια που την απόκτησα από πολύ μικρή.

          --- Ευχάριστη αρρώστια αλλά χρειάζεται να ξοδεύεις  χρήματα για να τη γιατρέψεις! Πώς τα καταφέρνεις;

          --- Από τα υπάρχοντα! Οι οικονομίες μου με βοηθούν να επενδύω και σε μη παραγωγικές οικονομικές δραστηριότητες! Μπορεί να φαίνεται στα μάτια των ανδρών σπατάλη αυτό που κάνουμε αλλά σε μας τις γυναίκες είναι επιτακτική ανάγκη!

          Ο παπα- Καλλίνικος περισσότερο έκανε πλάκα παρά έπαιρνε στα σοβαρά αυτά  που του έλεγε. Αυτός προμηθευόταν μόνο τα απαραίτητα και ούτε σκέψη για περιττά. Μόνο αν επρόκειτο για κάποια αγορά που είχε σχέση με την τέχνη μπορούσε να υπερβεί τον προϋπολογισμό των εξόδων και να χρεωθεί που λέει ο λόγος και να το αγοράσει. Όμως στις γυναίκες έδινε το δικαίωμα μιας άσκοπης σπατάλης αλλά πάντα μέσα στα όρια της ανεκτικότητας της οικονομίας της. Ποτέ δε θα τη συγχωρούσε αν ρεζιλευόταν για χρέη.

          --- Πιστεύω να είναι απαραίτητα κι αναγκαία αυτά που αγόρασες!             Η φωνή του  βγήκε μαζί μ’ ένα χαριτωμένο τρόπο που την έκανε να βάλλει τα γέλια. Και με μια ωραία προφορά που ανάβλυζε σαν γάργαρο νερό από το στόμα της του αποκρίθηκε:

          --- Για να τα πάρω! Τι λες κι εσύ δε θα μου είναι απαραίτητα κι αναγκαία!

          ---Δε λέω! Αλλά καμιά φορά γίνονται και λάθος αγορές. Αμφιβάλλεις;

         --- Καθόλου! Ωστόσο εγώ είμαι εγκρατής!

         --- Μπράβο σου! Σε τιμά αυτό!

         --- Τιμά όμως και σένα σαν είμαι ντυμένη άψογα!

         --- Συμφωνώ! Συμφωνώ! Θεέ μου! Τι όμορφα μιλάς!

         Απλώνοντας αυτή το χέρι της άγγιξε τη μια από τις πολλές τσάντες και κάνοντας μια προσπάθεια να την ανοίξει, τον ρώτησε ενώ είχε σκύψει πάνω της:

          --- Θέλεις να δεις τι ψώνισα;

          Αυτός σαν να φάνηκε διστακτικός της έκανε ένα, ω,ω, και της έδειξε με το χέρι του την άρνησή του για την έκθεση του προϊόντος. Αυτή το εννόησε και μαζεύτηκε στη θέση της εγκαταλείποντας την προσπάθειά της. Και χαμογελώντας του πέταξε ειρωνικά:

           --- Το θεωρείς άπρεπο!

           --- Όσο να ΄ναι! Δεν έχω συνηθίσει σε τέτοιους είδους συμπεριφορές. Είμαι ιερωμένος κι όχι λαϊκός μην ξεχνάς!

           --- Το ξέρω  αυτό! Όμως πρέπει να αφομοιωθείς με τη μάζα αν θες να θεωρείσαι πετυχημένος κληρικός!

          --- Το κάνω αυτό ήδη! Εσύ ίσως να μην το βλέπεις.

          Γέλασε αυτή και του είπε με αστείο τρόπο:

          --- Δε θ’ ασχοληθώ άλλο με την ιεροσύνη σου αλλά με τα ψώνια μου! Αφού δε θέλεις να τα δεις θα μου επιτρέψεις τουλάχιστον να σου αναφέρω τι ψώνισα.

          --- Ε, αυτό κάνε το!

          ---Λοιπόν, πήρα δυο ζευγάρια παπούτσια, ένα ανοιξιάτικο φουστάνι, ένα τζιν παντελόνι μ’ ένα μπλε πουκάμισο, τρεις μπλούζες μακό, ζακέτα βαμβακερή και μερικά εσώρουχα! Όλα φτιαγμένα σε επώνυμους οίκους μόδας.

          --- Φίρμες δηλαδή!

          --- Ναι, φίρμες!

          --- Αυτό σημαίνει πως θα τα ακριβοπλήρωσες!

--- Ε, ναι!

--- Όμως θα τα χαρείς και θα τα απολαύσεις κι αυτό είναι το σημαντικό!

--- Ακριβώς!

Της έριξε μια ματιά στα κοσμήματα και με μια εξεταστική επιθεώρηση τη βρήκε ελάχιστα φορτωμένη. Αυτό του προξένησε εντύπωση και σκέφτηκε με μια ειρηνική διάθεση χωρίς να την προσβάλλει να τη ρωτήσει για την επιλογή  της  αυτή να τα περιφρονεί αν και θα της χάριζαν αρκετή κομψότητα κι επιβλητικότητα αν τα φορούσε περισσότερα. Και παίρνοντας το θάρρος τη ρώτησε:

--- Κοσμήματα δεν αγόρασες;

Αυτή κοίταξε το ακριβό   δαχτυλίδι με τη διαμαντένια πέτρα  στο δεξί της χέρι κι αφού το ψηλάφισε με τα δάχτυλα του αριστερού χεριού της, του είπε θέλοντας να δείξει την εντύπωση κάποιας αξιοπρέπειας και σοβαρότητας:

--- Φοράω ελάχιστα! Το δαχτυλίδι που βλέπεις, τα σκουλαρίκια, το ρόλοι απαραιτήτως και το σταυρό που μου χάρισες εσύ! κι αφού τον έπιασε με το χέρι της του τον έδειξε με χάρη και μπόλικο νάζι.

Αυτός έδειξε ενθουσιασμένος και της είπε:

--- Πολύ καλό αυτό! Δείχνει άνθρωπο συγκρατημένο απέναντι στην πρόκληση.

--- Κι αυτό αλλά δε μου αρέσουν οι πολλοί χαλκάδες! Αισθάνομαι αλυσοδεμένη σαν με σφίγγουν!

--- Η λιτή γραμμή στην αμφίεση της γυναίκας αλλά και του άντρα δείχνει σοβαρότητα και πνευματικότητα. Αυτό πιστεύω.

--- Ναι, καλά το λες! Άφησε που σου χαρίζει και την απλότητα! Πού το βάζεις αυτό! Να είσαι απλός είναι το καλύτερο πράγμα! Δε συμφωνείς;

--- Πως δε συμφωνώ! Εμένα το λες αυτό που είμαι υπέρμαχός της! Για κοίταξε και τα δικά μου χρυσαφικά! Βλέπεις τίποτα; και κάνοντας μια κίνηση να τα δείξει πάνω στο σώμα του, γέλασε ευχαριστημένος σαν δεν ανακάλυψε τίποτα εκτός από το σταυρό του.

Το ΄ίδιο έκανε κι αυτή. Γέλασε και με το παραπάνω για να του πει στο τέλος:

--- Ω, ω! Αλίμονο αν  κι εσύ γινόσουν κοσμηματοπωλείο! Τότε θα τρέλανες όλους τους παπάδες!

 Ο βιβλιοπώλης πέρασε από κοντά τους και τους ανάγκασε να διακόψουν. Έτσι σαν απομακρύνθηκε η συζήτηση ξέφυγε από τα ψώνια και περιστράφηκε στα αγοραστικά ενδιαφέροντα του παπα- Καλλίνικου. Και η αρχή έγινε από τη Ρόζα που τον ρώτησε τι έκρυβε μέσα στο δέμα που του είχε ετοιμάσει ο βιβλιοπώλης και το είχε μπροστά του.

--- Δύο βιβλία ! της είπε, που τα βρήκα πολύ ενδιαφέροντα και είπα να τα διαβάσω. Το ένα το ανακάλυψα μόνος μου και το άλλο μου το σύστησε ο αγαπητός βιβλιοπώλης που με υπεραγαπά και με προσέχει ιδιαίτερα.

--- Ωραία! Εγώ μπορεί να μη διαβάζω αλλά χαίρομαι που εσύ το κάνεις τουλάχιστον!

--- Μπορείς κι εσύ να διαβάζεις. Δεν είναι δύσκολο ούτε θέλει ιδιαίτερη προσπάθεια και σπάνια ικανότητα. Θέληση θέλει και τόλμη. Για δοκίμασε και θα δεις.

--- Δεν έχω συνηθίσει τα βιβλία! Μου φαίνονται βουνά! Τα θεωρώ όπως κι εκείνα δύσβατα κι απρόσιτα!

--- Εν μέρει έχεις δίκιο, αλλά κι εν μέρει άδικο! Σαν δοκιμάσεις να τα προσεγγίσεις θα δεις πως είναι εύκολος ο δρόμος τους. Ένα ονειρικό ταξίδι από εδώ ως την Ιθάκη ας πούμε!

           --- Το λες γιατί δείχνεις τον προσήκοντα σεβασμό απέναντί τους. Τι να πω κι εγώ.

           --- Εν πάση περιπτώσει πήρα δυο βιβλία που ευελπιστώ να τα διαβάσω εντός  των ημερών καλώς εχόντων των πραγμάτων.

          --- Τι εννοείς μ’  αυτό;

          --- Πως αν βρω χρόνο κι αν οι συνθήκες της εργασίας μου, μου το επιτρέψουν.

          --- Τι τόσο φορτωμένο πρόγραμμα έχεις αυτή την εβδομάδα; του έκανε κι έσκασε ένα ειρωνικό χαμόγελο.

          --- Σπάει το κεφάλι μου από τις πολλές ευθύνες μερικές φορές και δεν μπορώ να συγκεντρωθώ. Τότε σαν ανοίξω βιβλίο δεν μπορώ να διαβάσω ούτε σελίδα. Εύχομαι αυτή η εβδομάδα να είναι ανάλαφρη και να μη μου συμπεριφερθεί με σκληρότητα.

          --- Έτσι κι αλλιώς δεν το αφήνεις το κοινωνικό σου έργο, πώς να βρεις ελεύθερο χρόνο για προσωπική ζωή.

          --- Δυστυχώς αυτή είναι η επιλογή μου και πληρώνω το τίμημά της. Τώρα είναι δύσκολο να πω αντίο και να επιστρέψω στον καθαρό ατομικό βίο. Εκεί που τάχθηκα εκεί και θα υπηρετήσω.

--- Έχεις χάσει όμως την ησυχία σου! Δεν είναι έτσι;

--- Εν μέρει. Σαν θες βρίσκεις χρόνο να χαρείς τα πάντα αλλά και να υποστείς και τη δοκιμασία τής κούρασης. Η απραξία πολλές φορές είναι τόσο πληκτική που σε σκοτώνει.

--- Μην παραπονιέσαι τότε!

--- Δεν παραπονιέμαι, απλά καταγράφω κάποια συμβάντα.

Μια ηχηρή και τραχιά φωνή γυναίκας που μπήκε εκείνη τη στιγμή μέσα στο μαγαζί τους έβγαλε εκτός εαυτού και τους έκανε να σκάσουν στα γέλια. Κι αυτό γιατί επαναλάμβανε απανωτά: << κύριε βιβλιοπώλη και κύριε βιβλιοπώλη! >> Σαν την εξυπηρέτησε εκείνος και της έδωσε αυτό που ήθελε η Ρόζα  με μια καλόθυμη διάθεση αλλά τραχύτητα στην έκφρασή της τον ρώτησε για το υπόλοιπο της ώρας του. Αυτός της αποκρίθηκε πως είχε συνάντηση με τους εκπροσώπους της  << Χριστιανικής Στέγης>> για θέματα σίτισης και ύστερα θα ήταν ελεύθερος. Όμως από το πρωί ήταν στο πόδι κι ένιωθε πολύ κουρασμένος κι άκεφος. 

--- Αν εννοείς πως θέλεις να βγούμε, της είπε ο παπα- Καλλίνικος με λύπη μου σε πληροφορώ πως μου είναι αδύνατον λόγω φόρτου εργασίας απ΄ ότι κατάλαβες. Ωστόσο το αφήνουμε για άλλη βραδιά.

Αυτή δε φάνηκε να στενοχωρήθηκε γιατί με μια γλυκύτητα στη φωνή της του είπε:

--- Κι εγώ δεν μπορώ να βγω! Στις δέκα πιάνω δουλειά και πρέπει να πάω να ετοιμαστώ. Άφησε που είμαι και πτώμα γιατί όλη μέρα συγύριζα το σπίτι.

 --- Ε, τότε το βρίσκω πολύ λογικό να συναντηθούμε μια άλλη βραδιά, της είπε αυτός και εκτίμησε ιδιαίτερα τη διακριτικότητά της να σεβαστεί τη δυσκολία του και να μην του ζητήσει έξοδο.

--- Ωστόσο θα μου λείψεις! του είπε με ηχηρή φωνή αυτή που ακούστηκε ως μπροστά στην αίθουσα κάνοντας δυο πελάτες να στρέψουν με καχυποψία τα κεφάλια τους προς το μέρος τους.

Αυτός δε μίλησε γιατί το ρολόι του τοίχου χτύπησε οκτώ κι έπρεπε να βιαστεί γιατί στις οκτώ και μισή είχε τη συνάντηση με τους εκπροσώπους της <<Ένωσης>>.

Η Ρόζα νιώθοντας με πόση ανησυχία δέχτηκε τον ήχο προσπάθησε να τον εγκαρδιώσει, λέγοντάς του:

--- Δε θα σε τιμωρήσουν οι άνθρωποι! Ξέρουν από αργοπορίες και κακοτυχίες!

          Εκείνος είχε ανησυχήσει για άλλο πράγμα που δεν ήταν δυνατόν να το διαισθανθεί η Ρόζα. Ήθελε να της εκμυστηρευθεί την επιθυμία τού μητροπολίτη να τον επισκεφτούν και οι δυο αύριο το πρωί στις δέκα στο γραφείο του για τους δικούς του προφανώς λόγους τούς οποίους δεν  τούς φανέρωσε αλλά ο παπα- Καλλίνικος μπορούσε να τους προβλέψει. Έτσι μην αφήνοντας έτι περισσότερο τον εαυτό του σε δοκιμασία αποφάσισε να της το πει. Κι αφού πήρε το ανάλογο ύφος, άρχισε με φοβερή δυσκολία:

--- Ο μητροπολίτης μού είχε εκφράσει από παλιά την επιθυμία του να σε δει αλλά εγώ στο έκρυβα πιστεύοντας πως σαν στο ανακοίνωνα θα στενοχωριόσουν. Δε μου ανέφερε τους λόγους που σε θέλει ή  καλύτερα που μας θέλει, αλλά μπορώ να υποθέσω πως ο σκοπός του είναι να ασκήσει πάνω μας πίεση για τη διάλυση της σχέσης μας. Έκρινα πως αν αρνηθώ θα τον δυσαρεστήσω και θα τον κάνω ακόμη πιο δεινό εχθρό μου. Έτσι αποφάσισα τώρα εδώ μπροστά σου να κάνουμε αυτή την επίσκεψη αύριο και να ξεμπερδεύουμε. Δεν ξέρω γιατί πήρα αυτή την απόφαση αλλά τη βρίσκω σωστή στο έπακρον.

--- Ωω! Όπα μας! αναφώνησε αυτή και φάνηκε να έπεσε σε μελαγχολία. Σε τι δοκιμασία μάς βάζει ο αθεόφοβος άγιος! Τι του χρωστάμε οι έρημοι!

 Και σαν πήρε από το τραπέζι ένα κοκάλινο σκελετό ανθρώπου το έπαιζε στα χέρια της με μια πληκτική κι αμήχανη διάθεση.

 Αυτός έγειρε πιο αναπαυτικά στην καρέκλα του και με μάτια κουρασμένα και υγρά τής είπε με κάποια ένταση στη φωνή του:

--- Πρέπει να γίνει! Δεν πρέπει να γίνει; Τι λες κι εσύ;

--- Τι να πω! Ας γίνει! Τι να αρνηθώ; Γίνεται;

Φαινόταν εκνευρισμένη κι αυτό δυσαρέστησε τον παπα- Καλλίνικο που φάνηκε να πόνεσε.

--- Δεν μπορώ ν’ αρνηθώ! της επανέλαβε και την κοίταξε βαθιά μέσα στα μάτια γεμάτος από μυστήριο.

Εκείνη τη στιγμή πάλι μπήκε μέσα μια αλαφροϊσκιωτη  γυναίκα μέχρι σαράντα ετών κι αφού χαιρέτησε το βιβλιοπώλη τού έγνεψε να πάει κοντά της κι εκεί κάτι έσκυψε και του είπε στ’ αυτί ενώ δεν ξεχνούσε να σηκώνει το κεφάλι της που και που και να το τινάζει κοιτάζοντας τριγύρω σαν όρνιθα. Φορούσε μεγάλο πλατύ πάνινο καπέλο ενώ βαστούσε και μια ομπρέλα στολισμένη με δαντέλες στο μπλε χρώμα ενώ το ίδιο χρώμα είχε και το φουστάνι της και της ήταν εφαρμοστό πάνω της που την έδειχνε σαν σωλήνα. Τα αδυνατισμένα πόδια της μέσα στα παπούτσια με δυο σειρές από λουράκια που της τα έσφιγγαν μαζί με τις λευκές κάλτσες μέχρι τη γάμπα την έκαναν αξιοπερίεργη για τα μάτια τού κόσμου. Με σηκωμένο λίγο το ένα της φρύδι σαν μιλούσε και  με τα μαλλιά της ανακατωμένα που εξείχαν κάτω από το καπέλο  θα έπρεπε να ήσουν πολύ αδιάφορος για να μην την προσέξεις.

    Της Ρόζας που της άρεσε ιδιαίτερα αυτή η σχεδόν καλοκαιρινή φιγούρα εν μέσω άνοιξης την πρόσεξε πιο πολύ από τον παπα- Καλλίνικο που είχε στραμμένη την προσοχή του μάλλον στο δέμα με τις ξυλογραφίες όπου και επεξεργαζόταν το περιτύλιγμα από χοντρό χρυσόχαρτο  που με τόση σχολαστικότητα είχε φροντίσει ο ζωγράφος. Στην επιστροφή τού βλέμματός της η Ρόζα το πρόσεξε και τον ρώτησε με περιέργεια:

    --- Δικό σου είναι αυτό παπα- Καλλίνικε;

     Αυτός με μια αδύναμη φωνή της έκανε ένα χλιαρό << ναι! > και φάνηκε έτοιμος να το ανοίξει.

     --- Μη! του είπε αυτή και τον συγκράτησε με τόλμη. Δε χρειάζεται να χαλάσεις το προστατευτικό του κάλυμμα αλλά πες μου μόνο τι έχει μέσα;

     --- Ξυλογραφίες!

     --- Θαυμάσια! Και πού θα τις χρησιμοποιήσεις;

     --- Στο γραφείο μου!

     --- Είναι όλες με μορφές αγίων;

     --- Όλες, ναι!

     --- Και γιατί δεν έκανες και μερικές μορφές ή εικόνες από την καθημερινή ζωή;

     Αυτός έκανε αδύναμα πέρα δώθε το κεφάλι του δείχνοντας μια απογοήτευση για την παράλειψή του. Ύστερα είπε:

     ---- Καλά που μου έβαλες την ιδέα! Με την πρώτη ευκαιρία θα πω του ζωγράφου να μου φιλοτεχνήσει και μερικές τέτοιες. Δε θα είναι κι άσχημες!

     Η Ρόζα γέλασε κι έδειξε να συμφώνησε μαζί του. Αυτός συνέχισε:

     --- Να, τι θα προτιμούσα να μου φτιάξει: ένα λιμενεργάτη, ψαράδες, ένα μουράγιο, την πείνα, τη δυστυχία, κάποιες αγρότισσες ή αγρότες, χτίστες, κάποιους ήρωες τής ιστορίας μας ως και δυο τρεις γυμνές να θαυμάζω το γυναικείο σώμα!

    --- Πονηρέ!

    Η τρυφερότητά της ήταν τέτοια που την αγκάλιασε με τρόπο αξιαγάπητο.

    Η κυρία με την εκκεντρική αμφίεση έφυγε και λευτέρωσε το βιβλιοπώλη που στάθηκε και τους κοίταξε εξ αποστάσεως βέβαια αλλά με κάποια διακριτικότητα. Αυτό είχε σαν αποτέλεσμα να αφυπνήσει τον παπα- Καλλίνικο και να του υπενθυμίσει την ανάγκη του να φύγει για τη συνάντησή του με τους ανθρώπους της Χριστιανικής Ένωσης. Και με αρκετή  δύναμη σηκώθηκε ενώ είπε με τρόπο σαν να ζητούσε συγνώμη από τη Ρόζα:

   --- Όσο αξιαγάπητες κι αν είσαστε εσύ και η παρέα σου, δυστυχώς πρέπει να σας αφήσω!  Λυπάμαι αλλά πρέπει να το κάνω!

   Και της έσφιξε το χέρι ελαφρά. Ενώ σαν έκανε το πρώτο βήμα να απομακρυνθεί από κοντά της, της τόνισε με έμφαση:

    --- Κι αύριο στις δέκα έξω από το γραφείο του μητροπολίτη!

    Εκείνη του έγνεψε << ναι>> και με ευχάριστη διάθεση του κούνησε τρυφερά και με θέρμη το χέρι.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

                               ΚΕΦΑΛΑΙΟ    ΕΝΔΕΚΑΤΟ    

 

 

 

 

            Ο μητροπολίτης τους δέχτηκε με εγκαρδιότητα στο γραφείο του και τους ζήτησε να καθίσουν απέναντί του στο σοβαρό μαύρο σαλόνι που το ομόρφαινε κι ένα ξύλινο σκαλιστό από ξύλο ρολόι τοίχου που κρεμόταν στην ανατολική πλευρά. Κοίταξε εντυπωσιασμένος τη Ρόζα κι αφού αντάλλαξαν αμοιβαία μια ανιχνευτική ματιά, ενδιαφέρθηκε να τους προσφέρει ένα αναψυκτικό, καλώντας ένα διάκο από το υπηρετικό του προσωπικό ο οποίος σε ελάχιστο χρόνο ήρθε με το δίσκο γεμάτο από τα αγαθά τού Αβραάμ και του Ισαάκ.

Μετά τα τυπικά ο δεσπότης αφού έσπρωξε ένα μάτσο χαρτιά που ήταν μπροστά του και του  έκλειναν την ορατότητα προς τους δυο του καλεσμένους, με ένας είδος λυρισμού στη φωνή του και με την ευφράδεια και καθαρότητα του λόγου του τους είπε:

--- Σας κάλεσα εδώ για τη γνωστή πλέον σε  όλη την περιοχή σχέση σας που σκανδαλωδώς διατηρείτε! Νομίζω πως είναι καιρός να αλλάξετε σελίδα και να ξεχάσετε αυτή την ιστορία που βλάπτει ανεπανόρθωτα εσάς και την εκκλησία. Αν και η  θλίψη μου είναι ανείπωτη που θα συζητήσουμε ένα τέτοιο θέμα όμως πρέπει να το κάνω για  να περισώσω το κύρος τής εκκλησίας. Ελπίζω  να δείξετε κατανόηση και να τα βρούμε και να μην φτάσουμε στο τέλος να φύγουμε από εδώ σαν κοινοί ταραχοποιοί!

Έκανε ελάχιστα δευτερόλεπτα μια παύση και κοιτάζοντας βαθιά μέσα στα μάτια τον παπα Καλλίνικο, συνέχισε, δείχνοντας πως δεν μπορούσε να κρατηθεί:

--- Με τον παπα -Καλλίνικο είχα την τιμή να τα πούμε αρκετές φορές αλλά χωρίς αποτέλεσμα. Ελάχιστα πλησιάζαμε το πρόβλημα και πάντα μου έκανε τον αθώο! Τώρα όμως έφτασε ο κόμπος στο χτένι και πρέπει να παραιτηθεί να σε διεκδικεί!

Και αφού την κοίταξε βαθιά μέσα στα μάτια άνοιξε τα χέρια του τόσο πολύ που νόμισε πως θα την αγκάλιαζε.

--- Ορίστε! Πάλι τα ίδια! Έκανε αναστενάζοντας ο παπα -Καλλίνικος και άγγιξε τον ώμο τής Ρόζας. Αυτή στράφηκε και τον κοίταξε με μια τρυφερή ματιά ενώ  του έσφιξε ελαφρά χαμηλά το χέρι.

Ο δεσπότης έκανε ένα μορφασμό σαν να έλεγε πως δεν θα τα πάμε καλά και με φωνή που κλαψούριζε, του είπε:

--- Να έχεις την ευχή μου, τέκνο μου, μη μιλάς έτσι! Αυτό ξεπερνά κάθε όριο ευπρέπειας! Υπάρχει και κάποιος κανόνας που πρέπει να σεβόμαστε στο λόγο μας.

Ο παπα- Καλλίνικος φάνηκε να πειράχτηκε. Το είδε ο δεσπότης και, προσπάθησε να ανασκευάσει τα όσα είπε και να τον κάνει να χαλαρώσει. Έτσι με μια γλυκιά φωνή τώρα, είπε:

 --- Θέλω να πω, πως σαν μιλάμε δεν πρέπει να ξεπερνάμε κάποια όρια ευπρέπειας που εσύ ευτυχώς τα σέβεσαι!

Και με ένα νεύμα αποτάθηκε στη Ρόζα, ρωτώντας την μ’ ένα σιγανό υπόκωφο βουητό στη φωνή του:

--- Τι λέει και η αξιότιμη, δεσποινίς! Δεν είναι έτσι;

Η Ρόζα  βρήκε αυτό τον τρόπο συζήτησης του δεσπότη διασκεδαστικό και πίστεψε πως ήταν ευκαιρία να σπάσει την ανία της. Έτσι δεν έδειχνε καθόλου ενοχλημένη αλλά ίσα- ίσα  της άρεσε η αρχή και περίμενε να προχωρήσει η κουβέντα και παρακάτω. Γι’ αυτό χωρίς να αποθαρρυνθεί έδειχνε τη συμπάθειά της σε όλο το στημένο αυτό σκηνικό. Έτσι του αποκρίθηκε σαν ηρωίδα ενός ρομαντικού έργου:

--- Η ιδέα μου είναι πως μέσα στα όρια του σεβασμού, όπως είπε η αγιοσύνη σας, οφείλουμε να παζαρεύουμε την αξιοπρέπειά μας που αμφισβητείται!

 Και όπως ήταν αδύνατον να μην αισθανθεί κάποια ντροπαλότητα, έσκυψε το κεφάλι κι έμεινε για ελάχιστο χρόνο σιωπηλή για να αποφύγει το βλέμμα του δεσπότη.

--- Τι ευτυχία κι αυτή !  Να μιλά έτσι με τόση ντομπροσύνη μια γυναίκα! ψέλλισε ο δεσπότης κι έμεινε για λίγο ακινητοποιημένος να τη θαυμάζει ενώ δυσκολευόταν να πει κάτι ή να κάνει κάποια κίνηση.

Αυτό ενθάρρυνε τον  παπα- Καλλίνικο που παρότι έδειχνε στενοχωρημένος προσπάθησε να βγάλει τη συζήτηση από το αδιέξοδο, λέγοντας με επιδέξιο χειρισμό στα λόγια του:

--- Σεβόμενοι τους εαυτούς  μας, δέσποτα αλλά και τη γυναίκα  που έχουμε απέναντί μας και την αγαπώ, οφείλουμε να μιλήσουμε με το λόγο μας να αναδύεται αρωματικός!

--- Συμφωνείς μαζί μου, τέκνο μου! Αυτό βλέπω! Γι’ αυτό με την πρόθεσή μου αγνή και μπροστά στην κομψότητα αυτής της γυναίκας σας ζητώ κι από τους δυο ν’ αφήσετε το δρόμο τής αμαρτίας και να ακολουθήσετε αυτόν της αρετής! Τόσο δύσκολο είναι;

Η Ρόζα φάνηκε να εκπλήσσεται μ’ αυτά που άκουσε. Ο παπα- Καλλίνικος βρήκε αφορμή να του πει:

--- Δεν αμαρτήσαμε!

--- Δεν αμαρτήσατε αλλά η γυναίκα είναι όμορφη που κάθεται δίπλα σου, παπα- Καλλίνικε! Δε σε σκανδαλίζει το κορμί της ;

Αυτός κοίταξε τη Ρόζα και γέλασε ελαφρά. Ύστερα είπε:

--- Με σκανδαλίζει! Και τι μ’ αυτό! Πρέπει να βγάλω το μάτι  μου;

--- Το πονηρό δεν πρέπει να απορριφτεί;

--- Μα, τι λέτε, τώρα!

--- Αυτό που λέω είναι κανόνας και θέληση των επιταγών τής εκκλησίας! Δεν ευλογεί τους επίδοξους εραστές που την προσβάλλουν και περισσότερο όταν ο ένας εξ αυτών είναι μέλος και ιερωμένος της! Αλίμονο αν επωφεληθεί ο πειρασμός απ’ την επιείκειά της και δε σας τιμωρήσει! Τότε καταρρίπτεται όλο το οικοδόμημα της πίστης και του κύρους τής εκκλησίας.

Η Ρόζα ακούγοντας αυτά τα λόγια ένιωσε πολύ δυσαρεστημένη κι αποφάσισε να μιλήσει. Δάγκωσε ελαφρά τα χείλη, περιποιήθηκε με το χέρι τα μαλλιά της και ζωήρεψε τα μάτια. Μετά απ’ όλα αυτά σαν ένιωσε έτοιμη είπε:

--- Μα, δέσποτα, αγαπιόμαστε! Τι ωραιότερο πράγμα απ’ αυτό για δυο ανθρώπους που είναι πιστοί χριστιανοί και μέλη τής εκκλησίας! Αυτό πιστεύω θα το ενέκρινε και ο ιδρυτής της και θα χαιρόταν που ο λόγος τής διδασκαλίας του << αγαπάτε αλλήλους>> έπιασε τόπο!

Ο δεσπότη γέλασε όσο κι αν μπορούσε να φανεί για γέλιο αυτό το αναγκαστικό και πιεστικό άνοιγμα των χειλιών του. Και για να εκφράσει την ασυμφωνία του, της είπε με τα χέρια του κουνώντας τα ασταμάτητα:

--- Δε μιλάμε για χριστιανική αγάπη αλλά για σαρκική! Σ’ αυτό διαφωνούμε! Με λίγα λόγια εσείς οι δυο αγαπιόσαστε σαρκικά κι αυτό είναι σκανδαλώδες κι ανεπίτρεπτο! Είναι έξω από τις αρχές τής εκκλησίας κι ασυμβίβαστο με το έργο που έχει επιλέξει να εκτελέσει ο ιερωμένος. Γι’ αυτό υπάρχει ο γάμος πριν την είσοδό του στο σώμα τής εκκλησίας για να βάλλει τάξη σε κάθε σαρκική του επιθυμία. Με την ένδυσή τού ράσου κάθε σκέψη ερωτικής πράξης εκτός της οικογένειας ή σύναψης ερωτικής σχέσης κρίνεται μεγίστη αμαρτία. 

--- Έτσι το θέλει η εκκλησία! Δε ρώτησε όμως και την καρδιά τού κληρικού! Ελάχιστα την ενδιαφέρουν σ’ αυτές τις περιπτώσεις αγάπης η σκληρότητα των άδικων κανόνων της!   

          Ο δεσπότης κατάλαβε πως δύσκολα θα μπορούσε να κάνει το δίκαιο κριτή σε δυο ανθρώπους παράφορα ερωτευμένους. Μπορεί να είχε ονειρευτεί πως αυτός στο τέλος θα ήταν νικητής αλλά τώρα δυστυχώς έβλεπε πως κάθε ελπίδα για το σωφρονισμό τους απέβαινε χωρίς αποτέλεσμα και όσα τους είπε ούτε και στο ελάχιστο δεν άλλαξε το πιστεύω τους. Και με λύπη του διαισθανόταν πως η ρήξη ανάμεσα σ΄ αυτόν και στους δυο θα ήταν αναπόφευκτη. Αν και το απευχόταν αυτό δεν μπορούσε όμως να το αποτρέψει με την ανυποχώρητη τακτική που ακολουθούσαν αμφότεροι οι συνομιλητές του. Με την ελάχιστη νομική ικανότητα που κατείχε προσπάθησε και πάλι να τους συνετίσει, λέγοντάς τους με τρόπο που σκόπευε να τους κάνει να καταλάβουν ολοφάνερα πως δεν ήταν αναμάρτητοι: 

  --- Έχετε και δημόσιες εμφανίσεις που σκανδαλίζουν τον κόσμο! Λίγο το έχετε αυτό; Δεν πληρούσαστε τουλάχιστον από την ανάγκη να μη βγάζετε τα προσωπικά σας στη δημοσιότητα; Αυτή η συμπεριφορά σας είναι ανεπίτρεπτη και με υποχρεώνει να εφαρμόσω τους ιερούς κανόνες της εκκλησίας με σκοπό να σας συνετίσω. Δέχομαι πιέσεις πως οφείλω σαν πνευματικός πατέρας του παπα- Καλλίνικου να σταματήσω αυτό τον εμπαιγμό εκ μέρους του και το διασυρμό τής εκκλησίας. Αν δεν το κάνω θα είμαι ανάξιος προκαθήμενός του και συνένοχος στο έγκλημά του!

Είπε αυτά και αναζήτησε ένα μικρό σημειωματάριο που ήταν κρυμμένο ανάμεσα στα χαρτιά του. Αφού το βρήκε και το συμβουλεύτηκε με μια έντονη και εξεταστική ματιά σιώπησε για λίγο ενώ συνέχιζε να τους κοιτάζει περιμένοντας την απάντησή τους. Σαν αυτή δεν ερχόταν υποχρεώθηκε να την εκμαιεύσει, ρωτώντας τον παπα- Καλλίνικο:

--- Ακούω! Τι έχεις ή τι έχετε να πείτε σε όλα αυτά  που σας καταμαρτυρούν;

Αυτός του έστειλε μια ψυχρή ματιά σαν να του έλεγε << τίποτα και σε παρακαλώ άφησέ μας στον κόσμο μας γιατί δεν έχεις το δικαίωμα να επεμβαίνεις και να μας στερείς τις απολαύσεις του που μας ανήκουν γιατί είναι εκ Θεού δοσμένες>> αλλά σιώπησε για να μη χτυπηθεί άσχημα μαζί του.

Τότε ο δεσπότης αποτάθηκε στη Ρόζα και τη ρώτησε κι αυτή:

--- Εσύ τι λες;

Κι αυτή δεν απάντησε ακολουθώντας τη στάση του παπα-Καλλίνικου. Μόνο πήρε τα μάτια της από πάνω του και κοίταξε ανάμεσα σε δυο γλάστρες που βρίσκονταν όμορφες τοποθετημένες στο περβάζι του παράθυρου ένα ορθογώνιο κάδρο με την εικόνα του Χριστού.

Στη σιωπή και στο αδιέξοδο που ακολούθησε ο παπα- Καλλίνικος βρήκε τον τρόπο να επαναλάβει για άλλη μια φορά και να κάνει ίσως το δεσπότη να το πάρει απόφαση πως θα έμεναν πιστοί στην απόφασή τους να μην κάνουν ούτε ένα βήμα πίσω, το γνωστό τροπάριο:

--- Την αγαπώ και με αγαπά και ο σκοπός μου είναι σαν πνευματικός πατέρας να τη σώσω! Τα κίνητρά μου είναι αγνά που ζω μαζί της και τίποτα το αμαρτωλό δε συμβαίνει ανάμεσά μας!

Η Ρόζα τού έσφιξε το χέρι και ψέλλισε, συγκινημένη:

--- Χρειάζομαι κάποιον που πρέπει να με σώσει, είναι αλήθεια όντως! Κι αυτός δεν είναι άλλος από τον παπα- Καλλίνικο!

Η ματιά τους συναντήθηκε με τόσο πάθος που έκανε το δεσπότη να ζηλέψει αλλά και να αυξήσει την επιθετικότητά του εναντίον τους. Ωστόσο δεν το έδειξε αλλά με λόγια που προσπάθησε να τα ντύσει με πατρική στοργή τους είπε:

--- Αφού είναι έτσι, τότε κι εγώ πρέπει να πάρω τα μέτρα μου! Δεν πρέπει με κανένα τρόπο να συνεχίσετε να προσβάλλετε την εκκλησία. Για το λόγο αυτό έχω εκπονήσει ένα πρόγραμμα σωτηρίας σας που σαν δε θέλετε να χωρίσετε, οφείλετε να το ακολουθήσετε. Επαναλαμβάνω και πάλι. Μόνο σε περίπτωση που μείνετε δυο ξένοι στην περιφέρεια της Ιερής μου Μητρόπολης είναι στη διακριτική σας ευχέρεια να μην το ακολουθήσετε. Διαφορετικά θα αναγκαστώ να σας υποχρεώσω!

Ο παπα- Καλλίνικος και η Ρόζα τινάχτηκαν πάνω λες και ένιωσαν  φωτιά στα πόδια. Η πίεση από τα λόγια του τους έβγαλε εκτός εαυτού και αναγνώρισαν στο νόημά τους την εχθρότητα τη δική του αλλά και της εκκλησίας να τους τιμωρήσει με μια εκδικητική και ταπεινωτική απόφαση. Έδειξαν άκρως αντίθετοι με το πρόγραμμα σωτηρίας τους που ήταν έτοιμος να εκπονήσει ο δεσπότης και  το εξέφρασαν με την  αυθόρμητη αυτή συμπεριφορά τους. Αρκετή όμως να κάνει το δεσπότη να φοβηθεί και να τους πει, ήρεμα απλώνοντας τα χέρια του σαν βεντάλιας μπροστά του:

--- Καλά! Καλά! Ηρεμήστε και καθίστε! Ας ακούσετε πρώτα το πρόγραμμα σωτηρίας σας και μετά αποφασίζετε! Μπορεί να σας αρέσει και τότε ίσως όλα λυθούν χωρίς οξύτητες! Σας δίνω και κάποιες μέρες προθεσμία να το αποφασίσετε! Δε θέλω τώρα καταλαβαίνοντας πόσο πιεσμένοι είσαστε! Όμως είναι για το συμφέρον σας και δε θα σας βλάψει! Αντίθετα θα σας ωφελήσει!

Και με μια γρήγορη κίνηση άρχισε να ρίχνει ματιές στις σημειώσεις του  και να τους λέει, ενώ αυτοί είχαν καθίσει και πάλι στις θέσεις τους!

--- Εσένα, παπα- Καλλίνικε λέω να σε στείλω στην Πάτμο, στο μέρος του Αγίου Ιωάννη που έζησε κι έγραψε την Αποκάλυψη και να αφιερωθείς όσο θα χρειαστεί στην υπηρεσία τού μοναστηριού, ζωγραφίζοντας ένας μέρος του που ο χρόνος το έχει καταστρέψει και οι αγιογραφίες δείχνουν ξεφτισμένες και κινδυνεύουν να χαθούν. Έτσι θα σου δοθεί η ευκαιρία να ξεχάσεις τα πάθη σου και να αφοσιωθείς στο καθεαυτό έργο σου που σε θέλει υπηρέτη τού Θεού και λάτρη τής πίστης σ’ αυτόν. Εφόσον ανταποκριθείς στα ιερά σου καθήκοντα εκεί και ξεχάσεις και τη Ρόζα θα επιστρέψεις! Άγιος και αναμάρτητος εκ νέου θα έχεις και πάλι τη δύναμη να αναλάβεις το πηδάλιο της εκκλησίας!

Ύστερα στράφηκε στη Ρόζα και χωρίς να δει την αντίδραση του παπα- Καλλίνικου, της είπε κι αυτής με άριστη ρητορική δεινότητα αλλά και κατανοητή απλότητα:

--- Εσένα θα σε στείλω στην Αθήνα και συγκεκριμένα στο Αιγάλεω, στο ίδρυμα αποκατάστασης ενήλικων που λειτουργεί υπό την αιγίδα και τη μέριμνα της εκκλησίας της Ελλάδας. ΄Έχει μέσα διάφορες σχολές μαθητείας, όπως ζωγραφικής, νοσηλευτικής, οικοκυρικής, κομμωτικής κι άλλες στις οποίες μπορείς να παρακολουθήσεις μαθήματα και να αμείβεσαι παραλλήλως εργαζόμενη σε ανάλογα τμήματα επαγγελματισμού. Τα έξοδά σου θα είναι ελάχιστα και η διαμονή μαζί με τη διατροφή σου θα πληρώνονται από το ταμείο τού ιδρύματος. Είναι μια καλή ευκαιρία και για σένα να αποκατασταθείς επαγγελματικά αλλά και  να απαλλαγείς από την αμαρτία, θέτοντας τη ζωή σου σε ένα υπέρτατο και αγαθοποιό σκοπό αντί να τη χαραμίζεις προσφέροντας τις υπηρεσίες σου στους άντρες τις νύχτες και να την εξαντλείς σε ερωτικές συνευρέσεις καθαιρώντας κάθε έρεισμα ηθικής.

Η Ρόζα σαν τελείωσε έπιασε από το μπράτσο τον παπα- Καλλίνικο και σκέφτηκε πως θα ήταν μάταιο να πει οτιδήποτε εκείνη τη στιγμή. Έπειτα σαν κοίταξε έξω προς το παράθυρο να δει από πού ερχόταν μια κακόηχη μουσική που πιθανόν ηχούσε από το όργανο κάποιου πλανόδιου μουσικού, αφέθηκε ντροπαλά να κοιτάζει το μητροπολίτη που είχε σηκωθεί κι έκλινε το παραθυρόφυλλο ν’  απαλλαγεί προφανώς από τον ακάλεστο συνθέτη τής στιγμής. Στη συνέχεια έριξε το βλέμμα της στον παπα- Καλλίνικο που της έγνεψε γελαστός σαν να της μηνούσε << άφησέ τον να λέει, ότι θέλει, αυτός τα λέει, αυτός τ’ ακούει, εμείς θα κάνουμε εκείνο που μας αρέσει και κανένας  εκκλησιαστικός ή λαϊκός προστάτης δε θα μπει φραγμός στη δική μας ψυχική ένωση>>. ‘Όταν κάθισε ο δεσπότης τους βρήκε και τους δυο σιωπηλούς και πολύ προσηλωμένους στο εαυτό τους ενώ δεν έδειχναν καμία διάθεση να του απαντήσουν για όσα άκουσαν πριν λίγο από τα χείλη του και τους αφορούσαν. Αυτό τον ανησύχησε αλλά και τον εκνεύρισε σε σημείο να μην κρατηθεί και να τους πει φανερά ενοχλημένος:

--- Το ξέρω τ’ ακούσατε βερεσέ αυτά που σας είπα, αλλά ένα πράγμα να ξέρετε πως περιμένω την απάντησή σας αργά ή γρήγορα!

Και έσπρωξε από μπροστά του βίαια ένα μεταλλικό στυλό καλής μάρκας τον οποίο χρησιμοποιούσε να γράφει τις επιστολές και τις ευχαριστίες του.

Ο παπα- Καλλίνικος που ποτέ δεν έχανε το θάρρος του όσο κι αν η στιγμή ήταν κρίσιμη, αποφάσισε να πει κάτι, όχι για να λύσει το θέμα αλλά περισσότερο για να πειράξει το δεσπότη. Και με κάπως προσποιητή τη φωνή του, ψέλλισε δήθεν φοβισμένος:

--- Αυτό σημαίνει πως μας εξορίζετε;

--- Έτσι πιστεύω κι εγώ! τον σιγοντάρισε και η Ρόζα  και κυριεύτηκε από μια βαθύτερη επιθυμία να επιτεθεί εναντίον τού μητροπολίτη αλλά συγκρατήθηκε χάρη του παπα- Καλλίνικου.

--- Αν έτσι το βλέπετε εσείς, τι να πει η ταπεινότητά μου! ήταν η απάντηση του δεσπότη που γέλασε ελαφρώς πιστεύοντας πως τους είχε φοβίσει.

Ο δεσπότης γνώριζε πολύ καλά πως σημαντικό ρόλο στην απόφασή τους αυτή να φύγουν ή να μείνουν ενωμένοι θα έπαιζε το παρασκήνιο που αποτελούταν από ανθρώπους του κύκλου τους. Έτσι με αυτά τα τελευταία λόγια τους ευχήθηκε καλόν υπόλοιπο βίο και πάντα εν αναμονή της καλής είδησης που θα του έφερναν και θα έλεγε πως ήταν έτοιμοι να αποτάξουν το σατανά!

Τους χαιρέτησε και μέσα από μάτια που έλαμπαν σαν δυο σμαράγδια τους ακολούθησε ως την εξώπορτα ενώ θαύμαζε την προκλητική κορμοστασιά τής Ρόζας ρίχνοντάς της κλεφτές ματιές. Σαν επέστρεψε κάθισε κι αφού έκανε το σταυρό του και ζήτησε συγχώρεση από τον ύψιστο ψιθύρισε βαθυστόχαστα, << με τέτοια ανθοφορούσα άνοιξη δίπλα του πώς να απαγγέλλει μελαγχολικούς στίχους ο άνθρωπος! Η γυναίκα αυτή και δεσποτάδες κολάζει!>>

Και αφού ακούμπησε στη συνέχεια με ανακούφιση στην πλάτη της πολυθρόνας, ένιωσε μια παράξενη επιθυμία να σκεφτεί και να φιλοσοφήσει πάνω στο αχανές βάθος της ανθρώπινης ψυχής.

 

 

                                                    = = = 

 

         Έξω από τα γραφεία τής μητρόπολης κοντοστάθηκαν για να ηρεμήσουν. Δε σχολίασαν καθόλου τα όσα έλαβαν μέρος στο γραφείο του δεσπότη και αποφάσισαν να πάνε να φάνε στο πλησιέστερο εστιατόριο << Ελιά>> που βρισκόταν στη νότια πλευρά τής πλατείας. Όμως δεν πρόλαβαν να κάνουν ελάχιστα βήματα και να περάσουν το δρόμο όταν βρέθηκαν μάρτυρες ενός τροχαίου που τους ανάγκασε να σταματήσουν για να παράσχουν τις πρώτες βοήθειες στο θύμα που ευτυχώς ήταν εκτός κινδύνου. Ένα αυτοκίνητο κι ένα δίτροχο συγκρούστηκαν και το κακό έγινε. Ο νεαρός μοτοσικλετιστής κυλίστηκε κάτω και κτύπησε ελαφρώς στην ωμοπλάτη. Οι περαστικοί έτρεξαν και τον σήκωσαν ενώ ο οδηγός του αυτοκινήτου ένας ηλικιωμένος άντρας με χοντρούς φακούς έδειχνε να μην είχε καταλάβει τι συνέβαινε. Πέρασε ώρα για να δει την πραγματικότητα. Στην προσπάθεια της περίθαλψης του τραυματία βοήθησε και ο παπα- Καλλίνικος ο οποίος ήταν από τους πρώτους που έσκυψε πάνω στο νεαρό και τον βοήθησε να σηκωθεί και να του ανιχνεύσει το τραύμα στο δεξί βραχίονα που το βρήκε ακίνδυνο κι ασήμαντο. Δυστυχώς όμως ο νεαρός πονούσε και ο παπα- Καλλίνικος τον συμβούλεψε να πάει ως το νοσοκομείο να του περιποιηθούν το τραύμα και να του κάνουν και τις απαραίτητες εξετάσεις για τη διαπίστωση τυχόν κάποιας εσωτερικής αιμορραγίας όπως κι έγινε. Ένας ιδιοκτήτης ταξί προσφέρθηκε να πάει το νεαρό στο νοσοκομείο και με τη βοήθειά του o νέος μπήκε μέσα και το όχημα ξεκίνησε. Έτσι ο παπα- Καλλίνικος αποδεσμεύτηκε και πιάνοντας από το μπράτσο τη Ρόζα ξεκίνησαν για το εστιατόριο.

Θέλοντας να της κάνει μια έκπληξη σκέφτηκε να την περάσει από το περίπτερο που βρισκόταν έξω από το εστιατόριο και να της αγοράσει τις αγαπημένες της τσίχλες τριντάν  που τόσο της άρεσαν να τις μασά και να τις παίζει με τη γλώσσα της. Έτσι σαν πλησίασαν την άφησε και χώθηκε σχεδόν ολόκληρος μέσα στο πορτάκι τού περιπτέρου απλώνοντας το χέρι του να αφαιρέσει δυο συσκευασίες από το ράφι που με τις συχνές επισκέψεις του, του είχε γίνει τόσο οικείο που ακόμη και η περιπτερού το γνώριζε και ουδέποτε προσφερόταν να του παράσχει την αρωγή της. Έτσι αφού πήρε τις δυο συσκευασίες και πλήρωσε, επέστρεψε να τις δώσει στη Ρόζα που τον περίμενε ρίχνοντας άταχτες ματιές στους περαστικούς και στα εξωτερικά ράφια τού περιπτέρου. Τότε με μεγάλη του έκπληξη διέκρινε λίγα μέτρα προς το μέρος του πεζοδρομίου δύο άγνωστους να τον κοιτάζουν με ανήσυχο βλέμμα και να ψιθυρίζουν με νευρικές κινήσεις των χεριών τους ενώ δεν παρέλειπαν να έχουν και στο στόχαστρό τους και την παρουσία της Ρόζας που αμέριμνη τον περίμενε και κοίταζε το πλήθος που είχε συναχθεί στο χώρο τής πλατείας.

Αυτή η παράξενη και ύποπτη στάση τους τον ξένισε και του γέννησε υποψίες. Στο παρελθόν ποτέ δεν του είχε συμβεί κάτι τέτοιο κι αυτό τον εξόργισε ενώ δεν έκρυψε κι ένα φόβο για τον κίνδυνο της ίδιας του της ζωής. Ωστόσο έδειξε ψυχραιμία και αφού έδωσε τις τσίχλες στη Ρόζα την έπιασε από το μπράτσο και με επίγνωση της κατάστασης πως δεν έπρεπε να της ανακοινώσει τίποτα, μπήκαν μέσα στο εστιατόριο. Τους δυο ξένους πλέον δεν τους είδε ούτε κι αυτοί φάνηκαν να τους ακολούθησαν στην προσωπική τους στιγμή.

Κάθισαν κι εκεί μετριάζοντας όσο μπορούσε την ψυχική του κόπωση, της είπε με φωνή που βγήκε σαν φτερούγισμα μετά από πολλή ώρα:

--- Αρκετά ποια με τις έγνοιες! Ας περάσουμε και λίγη ώρα μακριά απ’ αυτές! Το δικαιούμαστε νομίζω!

Αυτή έγνεψε καταφατικά το κεφάλι ενώ ασφάλισε τις τσίχλες στην τσάντα της. Και για να ανταποδώσει ίσως τη φιλοτιμία του παπα- Καλλίνικου να της προσφέρει τις τσίχλες σκέφτηκε να τον περιποιηθεί με το δικό της τρόπο. Αφαίρεσε από μπροστά του τα ποτήρια που υπήρχαν βάζοντάς τα στην άλλη άκρη του τραπεζιού, ενώ με μια κίνηση που θύμιζε μουσικό λίκνισμα κύκνων με τα χέρια της του έστρωσε το τραπεζομάντιλο που ήταν ατημέλητο και είχε κάνει πυκνές πολλές ζαρώσεις.

Αυτός γέλασε ελαφρά και σηκώθηκε πηγαίνοντας για την κουζίνα για να μιλήσει κατευθείαν με το μάγειρα. Εκεί σαν τον χαιρέτησε και του είπε τα καλύτερα λόγια για τα ωραία του φαγητά που κι άλλες φορές τα είχε γευτεί τού ζήτησε να του προτείνει κάτι ιδιαίτερο για τον ίδιο αλλά και για τη δεσποινίδα που καθόταν  έξω στην αίθουσα και του την έδειξε τείνοντάς το χέρι του στον ανοιχτό χώρο που άφηνε ένα άνοιγμα με τοξοειδή κατασκευή. Εκείνος του πρότεινε κυνήγι από πέρδικες, τυρί φούρνου <<Ιονίου>>, σαλάτα με πολλά είδη λαχανικών και για ποτό, κρασί λευκό βαρελίσιο, ντόπιας παραγωγής. << Θα μείνετε ευχαριστημένοι σας το βεβαιώνω!>> του είπε γελώντας και του ευχήθηκε καλή όρεξη.

Εκείνος επέστρεψε και της ανέφερε τα καθέκαστα. Αυτή δεν είχε αντίρρηση και σαν ήρθε ο σερβιτόρος παρήγγειλαν ότι τους πρότεινε ο μάγειρας ενώ πρόσθεσαν και μελιτζάνες παπουτσάκια.

Έφαγαν με όρεξη και βρήκαν τα φαγητά πολύ νόστιμα ενώ το κρασί τους φάνηκε πολύ αρωματικό ενώ δεν ένιωσαν ούτε στο ελάχιστο να τους προξενεί ζαλάδα. Στο τέλος ήπιαν και δυο φλιτζάνια καφέ και χορτασμένοι πια πλήρεις έπιασαν την κουβέντα.

Τα θέματα που συζήτησαν ήταν τα τρέχοντα αποφεύγοντας τις συγκινήσεις και τις εντάσεις εκείνων που εκ των πραγμάτων ήταν καυτά και ουσιαστικά. Κι όμως ο παπα- Καλλίνικος δεν μπόρεσε να αποφύγει να της διηγηθεί όσο κι αν το ήθελε  το επεισόδιο με τους δυο μυστικούς ξένους που τον παρακολουθούσαν ως την πόρτα τού εστιατορίου. Αυτή φάνηκε να εκπλήσσεται και φοβισμένη του είπε:

--- Μήπως έκανες λάθος και παρανόησες την πρόθεσή τους  

--- Δεν πέφτω έξω! Ο τρόπος που με κοίταζαν και το μυστηριώδες ύφος τους έδειχναν καχυποψία. Δεν είμαι μονήρης, ζω μέσα στον κόσμο και ξέρω τη συμπεριφορά του. Αυτό το ύπουλο βλέμμα τους δεν το έχω συναντήσει σε κανένα άλλο ανθρώπινο όν. Μακάρι να πέφτω έξω!

--- Έχουν λόγους να σε παρακολουθούν;

--- Λόγους! Δεν ξέρω! Τι λόγους να έχουν! Έκανε σαν να μπέρδευε τα λόγια του εκείνος δείχνοντας μάλιστα να ξαφνιάστηκε από την απρόσμενη ερώτησή της.

--- Επειδή είσαι δημοφιλής, μήπως σε ζηλεύουν για τους δικούς τους λόγους! Ίσως και να πιστεύουν παραπλανημένοι πως έχεις σχέση και με κανένα σκάνδαλο!

--- Αυτό αποκλείεται! Αναφώνησε αυτός ενώ η ανησυχία στα μάτια του ήταν ακόμη εμφανής. Κάτι άλλο πρέπει να συμβαίνει αν πράγματι με παρακολουθούσαν.

--- Πού πάει ο νους σου;

--- Δεν πάει πουθενά! Είμαι τόσο αθώος όσο κανένας άλλος στον κόσμο!

--- Έ, αυτό μας έλειπε να μην είσαι και αθώος! Ποιος ένας κήρυκας και υπηρέτης του Ύψιστου ! Αν είναι δυνατόν!

---  Έλα, ντε!

Η Ρόζα σαν να διψούσε και πιάνοντας το ποτήρι με το νερό το έφερε στα χείλη της και ήπιε ελάχιστο. Ύστερα το άφησε μπροστά της προσεκτικά και αφού κατέβασε το κεφάλι έμεινε στο δικό της κόσμο για πολύ λίγο. Μετά τον ρώτησε:

--- Δε σε φοβίζει αυτή τους η συμπεριφορά; Δε σου προξενεί ανασφάλεια και φόβο αν όντως είναι έτσι όπως το λες και σε παρακολουθούν;

Και αφού συνοφρυώθηκε έδειξε ενοχλημένη.

--- Ναι, αλλά μπορεί και να πέφτω έξω και να μη συμβαίνει τίποτα. Ας μη συνεχίσουμε άλλο γι΄ αυτό την κουβέντα. Συγγνώμη που στο ανέφερα και σε στενοχώρησα τόσο. Δεν έπρεπε καθόλου να αναφερθώ σ΄ αυτό αφού στο κάτω – κάτω είναι και προσωπικό μου! 

--- Όπως θέλεις! Είναι και μικρότητα να σπαταλήσουμε τον υπόλοιπο χρόνο μας μιλώντας γι’ αυτούς τους δυο ανάγωγους τυχοδιώκτες, του είπε με οξύτητα και περιφρόνηση στη φωνή της και αναστέναξε με ένα τρόπο που τον ξάφνιασε.

Εκείνη τη στιγμή περνούσε απέξω ένα ζευγάρι πιασμένο αγκαζέ και περπατούσαν με χάρη κατά μήκος του δρόμου, πηγαίνοντας προφανώς στην παραλία.  Ο παπα- Καλλίνικος ζήλεψε και αισθάνθηκε και αυτός την ανάγκη να κάνει το ίδιο με τη Ρόζα. Και με τον αυθορμητισμό που  τον διέκρινε της είπε κορδώνοντας το κεφάλι του:

--- Τι θα έλεγες να μιμηθούμε κι εμείς εκείνο το ζευγαράκι! Και τείνοντας το χέρι του της έδειξε με το δείχτη του τους δυο ερωτευμένους που είχαν σκαπετήσει κιόλας στην άλλη άκρη της πλατείας.

Αυτή δε βιάστηκε καθόλου να το σκεφτεί και με ένα ενθουσιασμό που πήγαζε από τα κατάβαθα της ψυχής της, του αποκρίθηκε  με μια εξαίσια μουσικότητα στη φωνή της:

--- Το γοργόν και χάρη έχει! Ας το αποφασίσουμε πριν είναι αργά! και κάνοντας μια κίνηση πρωτοφανούς ζωηρότητας ετοιμάστηκε να σηκωθεί.

Ο παπα- Καλλίνικος φώναξε το σερβιτόρο να του φέρει το λογαριασμό. Εκείνος επέστρεψε γρήγορα με την απόδειξη στο χέρι. Αυτός του έδωσε το αντίτιμο χωρίς να πάρει τα ρέστα ενώ όταν σηκώθηκε τον ευχαρίστησε για την καλή τους περιποίηση και πιάνοντας από το μπράτσο τη Ρόζα έφυγαν με μια εκφραστική ματιά και οι δυο στα μάτια τους που φανέρωνε πόσο ευτυχισμένοι ήταν.

Περπατούσαν κατά μήκος τού δρόμου αλλά πάνω στην πλατεία με σκοπό να φτάσουν ως την παραλία και να απολαύσουν τόσο τη διαδρομή όσο και τη θάλασσα. Παρά τη χειμωνιάτικη μέρα ο ήλιος έκαιγε και η θερμοκρασία ήταν υψηλή για τέτοια εποχή. Αυτό τους ωφέλησε γιατί δεν είχαν να κάνουν με κρύο και βροχή και τους έκανε άνετη και χαρούμενη την πορεία τους. Σε λίγο εγκατέλειπαν την πλατεία και έμπαιναν στην κεντρική λεωφόρο που έβγαζε κατευθείαν στη θάλασσα. Η απόσταση δεν ήταν μεγάλη, γύρω στα δυο χιλιόμετρα κι αυτό τους έδινε την ευκαιρία να περπατήσουν και να γυμνάσουν και τα κορμιά τους. Τα αυτοκίνητα ήταν ελάχιστα και οι περιπατητές μετρημένοι στα δάχτυλα αφού το μεσημέρι δεν προσφερόταν για αγορές και εμπορικές συναλλαγές. Έτσι βρήκαν το δρόμο ελεύθερο και το βάδισμά τους γινόταν απρόσκοπτο και συνεχές, χωρίς τις ενοχλητικές κι εκνευριστικές διακοπές.

Κοντά στη διασταύρωση που φεύγει ο δρόμος για τα Φιλιατρά και την Πύλο σταμάτησαν.  Τους άρεσε που ένας μέρος του ουρανού προς το Κατάκωλο άρχιζε να χλομιάζει ενώ από το νότο ένα πλατύ πορτοκαλί χρώμα έβαφε τον ουρανό συνεχίζοντας να απλώνεται προς ανατολικά και να αγγίζει τις κορυφές των μικρών λόφων αλλά και των βουνών.  Η Ρόζα εντυπωσιασμένη δε χόρταινε να κοιτάζει ενώ ψιθύρισε με θαυμασμό στον παπα- Καλλίνικο που κι αυτός είχε μείνει άγαλμα από την ωραία και πρωτοφανή εικόνα: << Τι αναλαμπή κι αυτή πυρκαγιάς που βλέπουνε τα μάτια μας! Τι θαύμα! >> και γελούσε ολόχαρη σαν μικρό παιδάκι.

Ξεκίνησαν και πάλι περνώντας τη διασταύρωση παίρνοντας τον ίσιο δρόμο που κατέληγε στο μικρό πάρκο με το πευκοδάσος, τις φοινικιές και το ζωολογικό κήπο. Αριστερά τους έφευγε ο δρόμος για το τουριστικό περίπτερο και δεξιά τους η μικρή στενωπός που οδηγούσε βόρεια κι έφτανε σε μια απόσταση τριών χιλιομέτρων που ήταν στημένο το κάμπινγκ. Και οι δυο διαδρομές ήταν υπέροχες μέσα στην ομορφιά τής φύσης και τις είχαν κάνει πολλές φορές πότε μόνοι τους και πότε μαζί. Ο παπα- Καλλίνικος κοίταξε για μια στιγμή γύρω του κι έπειτα δεξιά κι αριστερά και ρώτησε τη Ρόζα, ποια διαδρομή ήθελε να ακολουθήσουν. Εκείνη σκέφτηκε λίγο και μετά του αποκρίθηκε, με το βλέμμα της ίσια μπροστά:

--- Ούτε αριστερά ούτε δεξιά! Κατευθείαν μπροστά! Σήμερα θα περπατήσουμε στη ράχη τού λιμενοβραχίονα! Ήταν μια επιθυμία που την είχα μέσα μου και πρέπει να την εκπληρώσω!

         --- Αλήθεια, ε! της έκανε αυτός και την τράβηξε ελαφρά προς την αρχή του λιμενοβραχίονα.

          Εκεί δεξιά τους ήταν ένα μικρό λιμανάκι που στην προβλήτα του μπορούσαν άνετα να δέσουν ψαρόβαρκες. Μια παρέα είχε σταματήσει κοντά σ’ ένα ψαρά που καθάριζε πάνω στον πάγκο του ένα μεγάλο φαγκρί και φώναζε πως σε λίγο θα το βάλλει σε λοταρία καλώντας έτσι με τον τρόπο του τους περαστικούς να μπουν στο παιχνίδι. Η Ρόζα θέλησε να δει καλύτερα τη δουλειά που έκανε ο ψαράς και πλησίασε κοντά στην ομήγυρη κι έχωσε το κεφάλι της ανάμεσά τους χωρίς κανένα ενδοιασμό. Αυτοί της άνοιξαν δρόμο και με άταχτες ματιές την περιεργάζονταν από την κορυφή ως τα νύχια. Αφού τα είδε όλα, εγκατέλειψε την παρέα και πήγε και κάθισε σ’ ένα βράχο που βρισκόταν αριστερά της αρχής του λιμενοβραχίονα και ήταν επί της ξηράς. Από εκεί είδε όλη την έκταση της θάλασσας που απλωνόταν μπροστά της και χάρηκε τις βάρκες και τα καίκια που λικνίζονταν δεμένα στα νερά τού λιμανιού ενώ η είσοδος μιας αρμάδας πυροφανιού που επέστρεφε από το νυχτερινό της ψάρεμα τής έκανε ιδιαίτερη εντύπωση και την καταγοήτευσε. Σαν σηκώθηκε κι άφησε το βράχο πλησίασε τον παπα- Καλλίνικο που ήταν αφοσιωμένος στην επίβλεψη μιας μαούνας και μιλούσε με τον καπετάνιο της. Αυτός βούλιαξε μέσα στο βάθος των ματιών της και της ψέλλισε:

--- Όλα καλά μέχρι εδώ, κοπελιά μου; Όλα καλά!

          Αυτή γέλασε ενώ έσκυψε και παίρνοντας μικρά πετραδάκια από κάτω τα έριχνε μέσα στο νερό και χαιρόταν με τις αναπηδήσεις τους που έκαναν πολλές φορές στην επιφάνειά του.

           Μόλις τελείωσε κι απ’ αυτό πήραν το δρόμο να περπατήσουν πάνω στην πλάτη τού λιμενοβραχίονα. Η απόσταση ήταν μικρή γι’ αυτούς αλλά αρκετή για ένα τέτοιο έργο μεγάλου μήκους που προστάτευε το λιμάνι από τους δυνατούς δυτικούς ανέμους που ταλάνιζαν την περιοχή. Ως κι οχήματα μπορούσαν να κινηθούν στο δρόμο του ικανοποιώντας όλες τις ανάγκες των αλιευτικών και των λιμενεργατών. Το βράδυ φωτιζόταν επαρκώς ενώ ο φάρος στην άκρη του έκαιγε τις νύχτες συνεχώς δείχνοντας στα πλοία τον ακριβό τους προορισμό.

           Χαμογελούσαν και οι δυο όταν έφτασαν στο τέλος τής διαδρομής και κάθισαν σ’ ένα ξύλινο παγκάκι. Η Ρόζα ξάπλωσε για μια στιγμή πάνω του κι αυτός της κρατούσε το κεφάλι και της  χάιδευε τα μαλλιά με ωραίο και άψογο τρόπο. Αφού αυτό κράτησε πολύ, τη ρώτησε ενώ τη φίλησε τρυφερά στα χείλη:

           --- Νιώθεις καλά ή κουρασμένη μετά από τόση διαδρομή;

           Εκείνη ήταν τώρα που του χάιδευε τα καστανά του τα μαλλιά και του αποκρίθηκε ενώ άργησε λίγο:

           --- Είμαι κουρασμένη!

           --- Ε, τότε δεν απομένει να μείνουμε ως το ηλιοβασίλεμα και να ξεκουραστούμε!

          --- Αργεί δεν αργεί;

          --- Στις πέντε και κάτι ξεκινάει! Ελάχιστα λεπτά και θα το δούμε!

          --- Αν είναι έτσι ας καθίσουμε! Τι έχουμε να χάσουμε!

          --- Και σήμερα θα είναι εντυπωσιακό αν κρίνω από τα χρώματα του ουρανού και τη διαύγεια του ορίζοντα. Με τέτοιες ατμοσφαιρικές συνθήκες ιδανικές το ηλιοβασίλεμα βγαίνει καλό!

          Σε λίγο η πρόβλεψή του στέφθηκε από επιτυχία. Είδαν ένα ηλιοβασίλεμα όνειρο στην ομορφιά, στη διάρκεια και στα χρώματα. Έναν πίνακα που ξεχείλιζε από συνεπαρμένες υπέροχες πινελιές και παθιασμένες δημιουργικές εμπνεύσεις. Ένα διεγερμένο φόντο μέσα σε μια αναλαμπή φωτιάς και προσωποποιημένες υπάρξεις.

           Σαν ο ήλιος βυθίστηκε στα νερά τού Ιονίου και το σούρουπο άρχισε να απλώνεται παντού ο παπα- Καλλίνικος ελαφρώς απογοητευμένος που έχανε τέτοιο παράδεισο ομορφιάς της είπε αστειευόμενος:

           --- Και τώρα που η νύχτα απλώνεται και δεν μας αφήνει τίποτα να δούμε, τι θα κάνουμε;

           Αυτή έδειχνε χαρούμενη και γέλασε. Ένιωθε πιο εύστροφη και δυνατή όσο ποτέ άλλοτε. Κι αυτό την έκανε να σκεφτεί κάτι που του το εξομολογήθηκε :

           --- Ένα πικ νικ στην παραλία το βράδυ θα μας ωφελούσε, σίγουρα! Το αποφασίζουμε;

            Εκείνος ξαφνιάστηκε γιατί νόμισε πως το είπε στα σοβαρά. Και με ανόρεχτο τρόπο της αποκρίθηκε:

            --- Και τους κινδύνους που τους βάζει;  Καλό να μαζευόμαστε!

             Αυτή γέλασε και του είπε φως φανάρι πως  τον κορόιδευε:

            --- Για αστείο το είπα! Νόμισες πως σοβαρευόμουν! Έλα! Έλα! σύνελθε και μη λιποψυχάς!

            --- Εγώ λέω να καθίσουμε λίγο σαν απλωθεί το σούρουπο κι αφού κουβεντιάσουμε μετά να του δίνουμε! Αρκετά ως εδώ! Μη δίνουμε αφορμές και για περισσότερα σχόλια!

           Αυτή συμφώνησε και κουβέντιασαν για βιβλία για πίνακες ζωγραφικής που τους άρεσαν και για τις γκρίνιες των ζωγράφων που λένε πως δεν κερδίζουν τίποτα. Ακόμα έπιασαν στο στόμα τους και τον παπα- Ρίζο που εδώ και καιρό άρχισε να συχνάζει στο βιβλιοπωλείο που πήγαινε ο παπα- Καλλίνικος και αγόραζε βιβλία. Μέχρι να φύγουν και ποιον δεν έπιασαν στο στόμα τους! Μόνο σαν βαρέθηκαν αποφάσισαν να το κουνήσουν και να πάρουν το δρόμο τής επιστροφής.

           --- Έλα! της είπε με τρυφερότητα ο παπα- Καλλίνικος, πάμε να σε αφήσω και στο σπίτι σου και μετά φεύγω για το δικό μου. Είναι επικίνδυνο κι άκομψο να σε παρατήσω μόνη να περπατάς μέσα στη νύχτα. Έχω την εντύπωση αν το κάνω θα με εκτιμάς περισσότερο!

          Είπε αυτά και την έπιασε από το μπράτσο ενώ εκείνη έβαλε τα γέλια και τον ακολούθησε.

          Έξω από το σπίτι της τη χτύπησε ελαφρά στην πλάτη και τη φίλησε. Η γοητεία της τον είχε και πάλι συνεπάρει και σκέφτηκε να την ακολουθήσει μέσα. Αλλά συγκρατήθηκε γιατί έπρεπε να δείξει εγκράτεια και σύνεση. Όχι άλλες προκλήσεις και νυχτερινά τυφλά πάθη ακολασίας! Έτσι αφέθηκε να την αγκαλιάσει μόνο μετά το φιλί και να τη σφίξει για λίγα δευτερόλεπτα πάνω του. Αφού το έκανε την ελευθέρωσε λέγοντάς της με έναν τόνο αισιοδοξίας:

          --- Μου φαίνεται πως απόψε δε θα κοιμηθώ όλη  νύχτα! Θα σε σκέφτομαι συνέχεια!

           Και σαν κίνησε ζωηρά τα μάτια του και ξεφύσηξε δυνατά πήρε το ανηφορικό δρομάκι που περνούσε μπροστά από το σιδηροδρομικό σταθμό και εξαφανίστηκε τραβώντας για το σπίτι του. 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

                             ΚΕΦΑΛΑΙΟ  ΔΩΔΕΚΑΤΟ  

 

 

 

               Μετά τη λειτουργία την Κυριακή των Βαίων ο παπα- Ρίζος άφησε το χωριό και επισκέφτηκε τον παπα - Καλλίνικο. Είχε καιρό να τον συναντήσει και ανησύχησε όχι τόσο για την υγεία του αλλά για να μάθει νέα του και να πληροφορηθεί τα σχετικά με την ανάβασή του στο σταυρό τού μαρτυρίου όπως είχε σχετικά αποφασίσει. Έτσι τώρα κάθονταν και οι δυο στο σαλόνι τού σπιτιού του παπα- Καλλίνικου και τα έλεγαν δείχνοντας εξαιρετικά χαρούμενοι που θυμήθηκαν μερικά ευτράπελα της καθημερινότητας που η αναφορά τους, τους έφερνε γέλιο και θυμηδία. Ώσπου κάποια στιγμή ο παπα- Ρίζος  έφερε στο προσκήνιο το μαρτύριό του στο σταυρό που πλησίαζε σε λίγες μέρες και δεν έβλεπε να το θίγει ο ίδιος. Έτσι τον ρώτησε:

              --- Χίλιες συγγνώμες! παπα- Καλλίνικε, που στο θυμίζω αλλά βλέπω πως δεν ανέφερες τίποτα για το μαρτύριό σου της Μεγάλης Πέμπτης που θα ανεβείς στο σταυρό! Μήπως το μετάνιωσες;

              Αυτός δεν έδειξε να πειράχτηκε απ΄ την ερώτηση. Έτσι σαν να την περίμενε του αποκρίθηκε ήρεμα- ήρεμα:

              --- Όχι! Θα γίνει κι αυτό!

              --- Δείχνεις σαν να μην σε απασχολεί! Πώς τα καταφέρνεις;

              --- Με τη δύναμη τη δική μου και του Υψίστου!               

              --- Οι αντιδράσεις συνεχίζονται;

              --- Φυσικό είναι! Ναι!

              --- Δε φοβάσαι την οργή όσων αντιδρούν μήπως ξεσπάσουν πάνω σου κάποια στιγμή;

              --- Για τους ανθρώπους μιλάς της << Ένωσης Μαχητικών Ιερωμένων;>>

             --- Και γι’ αυτούς αλλά και για τυχόν άλλους!

             --- Τους φοβάμαι αλλά και τι να κάνω! Δεν είναι εύκολο να τα βάλεις με μια οργάνωση.

             --- Ωστόσο κάτι πρέπει να κάνεις! Τουλάχιστον να έχεις μια μυρωδιά από τις προθέσεις τους.

           Στα λόγια του προσπάθησε να πείσει τον εαυτό του πως έπρεπε να του μιλήσει για τους δυο ύποπτους που το χειμώνα τον είχαν απειλήσει με το βλέμμα τους και τη στενή τους παρακολούθηση σαν βρισκόταν με τη Ρόζα έξω από το εστιατόριο << Ελιά>> και πήγαιναν σ’ αυτό για να γευματίσουν ενώ αυτός μόλις είχε επιστρέψει από το περίπτερο που είχε πάει για να της αγοράσει τσίχλες. Ως τότε δεν του το είχε πει γιατί δε χρειάστηκε αλλά και γιατί δεν είχαν συναντηθεί. Τώρα όμως έπρεπε να του το φανερώσει. Θα ήταν και μιας πρώτης τάξης ευκαιρία να ακούσει και τη γνώμη του. Έτσι με μια χειρονομία που έκαναν τα χέρια του να κινούνται επί πολύ, του είπε:

           --- Όσο για τις προθέσεις τους πρέπει να έχω πάρει μια γεύση! Και είναι αλήθεια πως πολύ με απασχολούν και τώρα που μιλάμε!

            Ο παπα- Ρίζος σαν να ήθελε να τον εκβιάσει για να του πει τι εννοούσε, του έκανε δήθεν με παράπονο:

            --- Ε, δεν είμαι και τόσο αρμόδιος για τα θέματα αυτά αλλά θα μπορούσες να μου πεις τι ακριβώς εννοείς!

            Αυτός με λίγα λόγια του ανέφερε το περιστατικό  κι εκεί πάνω άνοιξαν ένα διάλογο που τους ήταν απαραίτητος.

            --- Όμως μπορεί και να κάνω λάθος και να νόμισα πως με παρακολουθούσαν ενώ στην ουσία δεν το ‘καναν! είπε ο παπα- Καλλίνικος αλλά έδειξε με τον χλιαρό τρόπο που το είπε να μην το πίστευε.

            --- Σου προξένησαν όμως εντύπωση που δεν μπορείς να ξεχάσεις τη συμπεριφορά τους, του είπε εκείνος θέλοντας να ενισχύσει την πεποίθησή του πως δεν έκανε λάθος.

            --- Ναι και ισχυρή μάλιστα! Σε κάποια στιγμή πίστεψα πως θα μου επιτεθούν!

           --- Α, τόσο πολύ, ε;

           --- Ναι και να φανταστείς πως δεν είπα τίποτα στη Ρόζα εκείνη τη στιγμή για να μη φοβηθεί κι αυτή όπως εγώ! Της το ανέφερα αργότερα μέσα στο εστιατόριο σαν η μπόρα είχε περάσει.

           --- Άλλο επεισόδιο δεν είχες εκτός απ’ αυτό;

           Στο απόθεμα της μνήμης του υπήρχε και μια άλλη όχληση από κάποιον τυχαίο ένα βράδυ έξω από την εκκλησία τής ενορίας του << Τα Εισόδεια της Θεοτόκου >> που τον είχε βάλλει σε ανησυχία. Έβγαινε και αφού κλείδωσε την εξώπορτα μπήκε στο μικρό άλσος που γειτόνευε η εκκλησία επιθυμώντας να κάνει έναν περίπατο και να ηρεμήσει μετά από μια δύσκολη και κουραστική μέρα που είχε περάσει. Ακριβώς στη μέση του πάρκου τον πλησίασε ένας ψηλός και νεαρός άντρας κι αφού τον κοίταξε με οξύ και περιφρονητικό βλέμμα με μια μικρή στάση ενός περίπου λεπτού, έφυγε χωρίς να του πει τίποτα. << Περίεργη η συμπεριφορά του >> σκέφτηκε ο παπα- Καλλίνικος και συνέχισε το δρόμο του ως το σπίτι του, κρατώντας το μυστικό αυτής της συνάντησης με τον ύποπτο άντρα μέχρι τη στιγμή που άρχισε να το εξιστορεί στον παπα- Ρίζο.

            Αυτός έμεινε με ανοιχτό το στόμα σαν άκουσε την ιστορία του και φώναξε με ένταση και οργή:

            --- Μα, τι έπαθαν τέλος πάντων όλοι αυτοί οι επίορκοι του Χριστού! Με τη βία και την τρομοκρατία νομίζουν πως θα επιβάλουν τις απόψεις και τις θέσεις τους!

            --- Ίσως είναι κι αυτά μια μέθοδος νίκης και υπεροχής σε ότι έχουν σχεδιάσει να πράξουν.

           --- Δεν αμφιβάλλω αλλά τα θεωρώ επικίνδυνα και άκρως δημαγωγικά.

           --- Όμως  αποτελεσματικά στους στόχους τους!

           Στη συνέχεια κουβέντιασαν για το παρελθόν το δικό τους και της <<Οργάνωσης των Ιπποτών >> για το μέλλον τους και για τυχόν κινδύνους που μπορεί να κρύβει μια σύγκρουση με την <<Ένωση  Μαχητικών Ιερωμένων>>. Δύσκολα τα συμπεράσματα και απρόβλεπτη η συγγραφή των σελίδων τους. Ωστόσο έδωσαν όρκο και πίστη να μείνουν μαχητές και πιστά μέλη της Οργάνωσής τους όσο κι αν ακόμη κινδύνευε κι αυτή η ζωή τους. Πάνω σ’ αυτό το σημείο ο παπα- Ρίζος του είπε με σκοπό να του αναπτερώσει το ηθικό αν του συνέβαινε τίποτα κακό:

          --- Όποτε με χρειαστείς είμαι στη διάθεσή σου, παπα- Καλλίνικε!

           Αυτός τον άγγιξε τρυφερά και του ψιθύρισε γεμάτος συγκίνηση:

           --- Σ΄ ευχαριστώ εκ βάθους καρδίας, ταπεινέ άγιέ μου! Επίσης κι εσύ μπορείς να ζητήσεις την αρωγή μου αν βρεθείς σε δύσκολη θέση!

           --- Και θα το κάνω να είσαι σίγουρος! Αλλά προτιμώ να μην σε καλέσω για βοήθεια αλλά για κάτι  καλό!

          Αυτός γέλασε και πήγε κάτι να πει αλλά άνοιξε η πόρτα και μπήκε μέσα η Μαρία με το δίσκο γεμάτο από αναψυκτικά και καφέδες. Χαιρέτησε διακριτικά τον παπα- Ρίζο κι αφού κι αυτός τής το ανταπόδωσε με ξεχωριστή τρυφερότητα, έβαλε το δίσκο μπροστά τους και τους άφησε και πάλι μόνους. Αυτοί ήπιαν με βουλιμία τα αναψυκτικά και σαν έμειναν ελάχιστα σιωπηλοί έπιασαν και πάλι την κουβέντα με τον ίδιο κι απαράλλαχτο ζωηρό ως πριν τρόπο. Εκείνος που μίλησε πρώτος μετά την παύση ήταν ο παπα- Ρίζος που είπε:

          --- Έχω την αίσθηση παπα- Καλλίνικε πως ίσως προσπαθήσουν να σου φέρουν εμπόδια να ανεβείς στο σταυρό τη Μεγάλη Πέμπτη! Είναι μια σκέψη που την είχα στο βάθος του μυαλού μου και την έβγαλα τώρα. Τι λες κι εσύ μπορεί να συμβεί τέτοιο πράγμα; Το ΄χεις σκεφτεί;

           Αυτός φάνηκε να απόρησε κι έσφιξε τα χείλη του. Στρέφοντας ύστερα το κεφάλι του έξω προς την μπαλκονόπορτα έμεινε ακίνητος να θαυμάζει τη θάλασσα. Ίσως πίστευε πως από εκεί θα έπαιρνε κάποια έμπνευση εκείνη τη στιγμή να μιλήσει και να πει τη δική του σκέψη. Όμως η εικόνα τής θάλασσας και της φύσης μάλλον τον δυσκόλεψαν να σκεφτεί κάτι. Έτσι σιώπησε και γύρισε πάλι το κεφάλι του κατά τον παπα- Ρίζο. Αυτός δεν τον άφησε ήσυχο και τον ρώτησε:

         --- Δεν το ΄χεις σκεφτεί σε ρώτησα !

         --- Τίποτα δεν μπορώ να σκεφτώ αυτές τις μέρες παπα- Ρίζο! Τίποτα!

         Εκείνος συνέχισε:

         --- Λέω λοιπόν μήπως την ώρα που οι σταυρωτήδες σου θα ετοιμαστούν να  σου μπήξουν τα καρφιά στα χέρια και στα πόδια,  σου ριχτούν και σου ματαιώσουν  τη μαρτυρική σου επίδοξη επιθυμία!

         --- Λες;

         --- Όχι, μόνο αυτό αλλά μπορεί και να σε βλάψουν ανεπανόρθωτα!

         --- Σαν τι βλάβη μπορεί να μου κάνουν;

         --- Δεν μπορώ να στο πω! Σκέψου το μόνος σου!

         --- Μιλάς για τους ανθρώπους της << Ένωσης Μαχητικών Ιερωμένων !>>   Γιατί αυτοί μπορεί να μου το κάνουν αυτό που έχεις βάλει στο νου σου.

         --- Γι’ αυτούς, ναι!

         --- Δεν ξέρω! Δεν ξέρω! Μ’ έβαλες σε σκέψεις μ’ αυτά που μου είπες! Σκέψεις που ούτε καν τις είχα ανα λογιστεί!

         --- Το έκανα για να σε προφυλάξω! Τι φίλος θα ήμουνα αν έκρυβα τις σκέψεις μου.

         --- Καλά έκανες και σ’ ευχαριστώ! Όμως είμαι απροετοίμαστος για όλα! Πάμπτωχος από κάθε άμυνα!

         --- Το ξέρω γι’ αυτό και σε προβληματίζω. Ίσως σε βοηθήσω,

         --- Ίδωμεν! Ο Θεός βοηθός!

         --- Όπως θέλεις! Αν όμως με χρειαστείς εκείνη την ημέρα να μη διστάσεις να με επισκεφτείς στο σπίτι μου στο χωριό. Θα βρίσκομαι εκεί όλες τις ώρες εκτός εκείνες του ιερού μου καθήκοντος. Αλλά και να λείπω μην περιφρονήσεις την ταπεινή κρύπτη τής αυλής μου! Μείνε εκεί στην αποθήκη ασφαλής μέχρι να επιστρέψω!

            --- Ω! τι εξαίσιος φίλος είσαι, εσύ! του αναφώνησε αυτός και τον αγκάλιασε με θέρμη.  Και με μια προσπάθεια αμηχανίας προσπάθησε να κρύψει τη συγκίνησή του. 

            Στη συνέχεια η συζήτηση  κινήθηκε γύρω από θέματα καθημερινά ενώ δεν παρέλειψαν να πουν και μερικά πράγματα για τα φορτωμένα τους προγράμματα με τις θρησκευτικές υποχρεώσεις κατά τις ημέρες της Μεγάλης Εβδομάδας. Μετά απ’ αυτό ο παπα- καλλίνικος τον πήγε ως τη βιβλιοθήκη κι άρχισε να του δείχνει τους τόμους που στόλιζαν τα ράφια και τα καινούρια του βιβλία που αγόρασε. Εκεί πάνω σαν του έδειξε την Οδύσσεια του Ομήρου που την είχε ανοιχτή πάνω στο γραφείο του και προφανώς τη διάβαζε τις ελεύθερες ώρες του, εξέφρασε το θαυμασμό του γι’ αυτό το ποιητικό αριστούργημα, λέγοντάς του με μια εγωιστική παρρησία:

          --- Την έχω διαβάσει πολλές φορές και δε χορταίνω να τη διαβάζω! Είναι ότι καλύτερο που  έχει γραφεί στην αρχαιότητα μαζί με τις τραγωδίες και τα φιλοσοφικά κείμενα. Είναι ένας ωκεανός γνώσης, ποιητικής ευωχίας, χρήσιμων πληροφοριών, έντασης παθών και καθημερινών απλών ανθρώπινων στιγμών. Το αιώνιο βιβλίο που σου δείχνει το αληθινό πρόσωπο της ζωής.   

           Ο παπα- Ρίζος το πήρε στα χέρια του και το ξεφύλλισε. Ύστερα κοίταξε μερικές εξαίρετες φωτογραφίες του ήρωα Οδυσσέα και των άλλων πρωταγωνιστών ενώ δεν παρέλειψε να απαγγείλει και τους δυο πρώτους στίχους στην αρχαία γλώσσα διαβάζοντάς τους προς χάρη και τέρψη του παπα- Καλλίνικου που τον άκουγε με εξαιρετική προσοχή. Μετά άφησε το βιβλίο πάλι στη θέση του και με τον οίστρο του ανθρώπου που τον ενδιαφέρουν τα ωραία και ωφέλιμα πράγματα έψαξε με το βλέμμα του σε άλλη κατεύθυνση μήπως δει κάτι που θα του άρεσε ιδιαίτερα. Και τότε ο παπα-  Καλλίνικος τον πρόλαβε και σαν πήρε από το ράφι ένα από τους τρεις τόμους της πελοποννησιακής λογοτεχνικής ανθολογίας, του είπε με μια έξαρση στη φωνή του:

           --- Περιέχει σχεδόν όλους τους συγγραφείς και ποιητές της Πελοποννήσου! Είναι καλή δουλειά και θα ωφεληθούν πολύ νομίζω τόσο οι ειδικοί στο είδος της λογοτεχνίας όσο και οι απλοί αναγνώστες.

            Και με το δείκτη του δεξιού χεριού του σαν του έδειξε και τις προσωπογραφίες κάποιων απ’ αυτών που στόλιζαν το εξώφυλλο, πρόσθεσε ελαφρά συγκινημένος:

             --- Ρίτσος, Βρεττάκος, Καρκαβίτσας  κι άλλοι πολλοί!

             Εκείνος δεν χόρταινε να κοιτάζει το εξώφυλλο και να προσπαθεί να γνωρίσει τα πρόσωπα που έβλεπε. Ελάχιστα γνώριζε ενώ τα πιο πολλά τού ήταν άγνωστα. Όμως σαν αποτεινόταν στον παπα- Καλλίνικο και τον ρωτούσε φωτιζόταν στο ακέραιο κι αυτό του άρεσε που τον ανάγκασε να δει για πρώτη φορά στη ζωή του όλους τους ανθρώπους των γραμμάτων του μεγάλου αυτού διαμερίσματος της χώρας. Στο τέλος δεν άντεξε και ανοίγοντας τις σελίδες του τόμου, έριξε και ματιά σε διάφορα κείμενα και σε ορισμένους στίχους. Χαμογελώντας έτσι στο τέλος αυτής της ολιγόλεπτης ξενάγησης σ’ ένα χώρο που ελάχιστα τον ήξερε, ψιθύρισε με απίστευτο χιούμορ: << εξαπατηθήκαμε παπα- Καλλίνικε με την ιερότητα του ράσου και μας διέφυγε η αίσθηση του ωραίου και τη γνώσης! Μήπως είναι καιρός να ανανήψουμε! >> και γελώντας του παρέδωσε τον τόμο πλήρης εξάρσεως.

         Αυτός τον έβαλε στη θέση του και μετά έμεινε αδιάφορος να κοιτάζει σαν από συνήθεια τα γεμάτα ράφια. Ο παπα- Ρίζος όμως με βλέμμα που έδειξε να άστραψε σαν πρόσεξε ένα τετράδιο που έφερε τον τίτλο << ποιητικές δοκιμές>> αναφώνησε πριν το πάρει στα χέρια του με ενθουσιασμό και έκπληξη:

         --- Γράφεις ποιήματα, παπα- Καλλίνικε! Δεν το ήξερα! Τι έκπληξη! Και απλώνοντας το χέρι του άγγιξε το τετράδιο και ετοιμάστηκε να το περιεργαστεί.

          Αυτός τον βοήθησε να το πάρει και του είπε, απλά:

          --- Δοκιμές κάνω! Έτσι για να περνάω την ώρα μου! Η τέχνη της ποιήσεως δυστυχώς ελάχιστα είναι μέσα μου!

          Αυτός άνοιξε το τετράδιο στην πρώτη σελίδα κι όπως την κοίταζε, είπε:

          --- Πολύ σημαντικό! Έστω κι αυτό το ελάχιστο που βλέπω! Είσαι υπέροχος και ξεχωριστός!

          --- Μπα δεν το νομίζω! Μη με παινεύεις τόσο πολύ γιατί αρχίζω και αισθάνομαι άσχημα!

          Αυτός σήκωσε το κεφάλι του από το τετράδιο και του είπε:

           --- Να αισθάνεσαι ευτυχής! Αυτό πρέπει!

           --- Έτσι που το πας θα το πάρω επάνω μου και θα εκδώσω και συλλογή! Για συγκρατήσου!

           Γέλασαν δυνατά και οι δυο για να σταματήσουν σαν μπήκε μέσα η Μαρία και τους διέκοψε για να ρωτήσει τον παπα- Ρίζο αν προτίθεται να καθίσει για το γεύμα που θα ετοίμαζε σε λίγο. Εκείνος την ευχαρίστησε και αρνήθηκε γιατί ο χρόνος τον πίεζε κι έπρεπε να φύγει. Με το βλέμμα του έκανε νεύμα και στον παπα-Καλλίνικο σαν να του έλεγε <<όχι>>  σηκώνοντας τα φρύδια  κι αφού άφησε το τετράδιο στη θέση του, βγήκε στη βεράντα για να αξιοποιήσει προς το καλύτερο τον ελάχιστο χρόνο του ρίχνοντας μια ματιά στην πανέμορφη πολιτεία που του άρεσε τόσο πολύ να την κοιτάζει σαν την επισκεπτόταν. Τον ακολούθησε και ο φίλος του  ενώ η Μαρία κατευθύνθηκε στην κουζίνα της. Στη μικρή σιωπή που κράτησε λίγα λεπτά και δε μιλούσαν, θαύμαζαν και οι δυο τους το όμορφο τοπίο που απλωνόταν μπροστά τους, νιώθοντας  απερίγραπτη χαρά και έντονη ψυχική έξαρση. Μόνο σαν χόρτασαν τη θέα του και ελάχιστα σύννεφα έκρυψαν για λίγο το δίσκο του ήλιου που βρισκόταν νοτιοανατολικά και πορευόταν προς τη θάλασσα, αποφάσισαν να μιλήσουν και να σπάσουν τη σιωπή. Ανάγκη ποιούμενος πρώτος ο παπα -Ρίζος, είπε:

          --- Όντως είναι ωραία πολιτεία! Σαν έρχομαι και την επισκέπτομαι δε λέω να ξεκολλήσω! Τυχερός που ζεις σ’ αυτή την πανέμορφη πόλη παπα- Καλλίνικε! Σε ζηλεύω !

          Εκείνος τον κοίταξε με οίκτο αλλά και με συμπάθεια και του απάντησε:

          --- Ναι, έτσι, είναι! Όμως όπου γης είναι και πατρίδα μας! Μην το ξεχνάς!

          --- Δεν το ξεχνώ αλλά σε μακαρίζω! Μακάρι κι εγώ να ζούσα εδώ!

          Αυτός τότε σκέφτηκε να τον πειράξει και του είπε με αστείο τρόπο:

          --- Φύγε από το χωριό κι έλα εδώ!

          --- Δεν έχει θέση! Καμία θέση ιερωμένου δεν είναι κενή. Πώς να έρθω! 

          Ο παπα- Καλλίνικος συνέχισε το τροπάρι του να τον πειράζει και πρόσθεσε:

          --- Θα φύγω εγώ! Έλα στην ενορία μου! Δε σου αρέσει;

           Εκείνος γέλασε τόσο δυνατά που ακούστηκε κάτω στο δρόμο κι έκανε δυο περαστικούς να στρέψουν τα κεφάλια τους και να τους κοιτάξουν. Σαν σταμάτησε του είπε σοβαρά- σοβαρά:

           --- Τέλειωσαν τα ψέματα παπα- Καλλίνικε! Εκεί που είμαστε θα μείνουμε! Εσύ εδώ στον κάμπο κι εγώ εκεί στο βουνό με τα τσακάλια! Καλά είμαστε! Εκείνο που θέλω είναι να μας έχει καλά ο Θεός και να μας ευλογεί! Να μη μας ξεχάσει!

           Έδειχνε συγκινημένος κι έκανε ένα βήμα να μπει μέσα και να φύγει από την πόρτα αλλά κοντοστάθηκε για να τον ασπαστεί.  Σαν τον αγκάλιασε του είπε ψιθυριστά στ’ αυτί:

            --- Σου εύχομαι δύναμη και κουράγιο!

            Τον έσφιξε στην αγκαλιά του και ο παπα- Καλλίνικος και μετά τον οδήγησε ως την πόρτα, πιάνοντάς τον από το μπράτσο:  Εκεί τον άφησε και του είπε με σβηστή φωνή:

            --- Θα ήθελα να ήσουν κι εσύ στη σταύρωσή μου τη Μεγάλη Πέμπτη!

            Εκείνος γύρισε και τον κοίταξε ξαφνιασμένος και του είπε:

            --- Δεν μπορώ! Το ξέρεις καλά ! Μου είναι αδύνατον!

            --- Ε, τότε δεν πειράζει! Μου αρκεί που θα με σκέφτεσαι τη στιγμή τού μαρτυρίου μου!

             Ο παπα- Ρίζος κούνησε καταφατικά το κεφάλι του αλλά και με θυμό. Ύστερα ξεκίνησε για το χωριό του. Πίσω του ο παπα- Καλλίνικος μπήκε μέσα και περπάτησε ως την τραπεζαρία που ήδη ανάδιδε την αρωματισμένη σούπα ψαριού που είχε σερβίρει η Μαρία. 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

                        

               

 

 

                             ΚΕΦΑΛΑΙΟ  ΔΕΚΑΤΟ ΤΡΙΤΟ

 

            

            Μόλις που χάραζε η μέρα της Μεγάλης Πέμπτης γεμάτη από μαύρα σύννεφα που έτρεχαν δαιμονισμένα κι ασταμάτητα μέσα στα σφυρίγματα του δυνατού αέρα, τις βροντές και τις αστραπές που έβαφαν κόκκινο τον ουρανό με τις φιδίσιες τους εκλάμψεις. Ο παπα- Καλλίνικος σηκώθηκε κι αφού ετοιμάστηκε μπήκε στο φορτηγάκι και έφυγε για το μοναστήρι τής Κατσιμικάδας.

            Όση ώρα οδηγούσε μέσα στην πρωινή άχνα το πρόσωπό του έδειχνε σκυθρωπό κι ανέκφραστο, μάρτυρας μιας δύσκολης στιγμής που θα περνούσε. Ελάχιστα κοιτούσε τις ομορφιές τής άγριας φύσης που απλωνόταν δεξιά κι αριστερά με τις πλαγιές καταπράσινες από κουμαριές, ρείκια και θυμάρια που στα φυλλώματά τους έπαιζαν τρελά παιχνίδια με τα φτεροκοπήματά τους κάθε λογής πουλιά και πολύχρωμα έντομα.

           Στη στροφή λίγα μέτρα πριν φτάσει στο μοναστήρι σταμάτησε και μέσα από τη θέση του  κοίταξε ως κάτω τον κάμπο με το ανοιξιάτικο τοπίο που στόλιζε κάθε γωνιά τής γης. Η ξαφνική νεροποντή είχε σταματήσει κι αυτό τον βοηθούσε να βλέπει πιο καθαρά. Χωριουδάκια με τα λιθόχτιστα σπίτια και τις κεραμιδοσκεπές φαίνονταν σκορπισμένα με χάρη παντού ενώ τα ψηλά βουνά προς τον βορινό ορίζοντα έδιναν μια μεγαλοπρέπεια με τις κορυφές τους ν’ αγγίζουν τη στέγη τού ουρανού. Ενώ στο βάθος δυτικά μια γκρίζα ζώνη από σύννεφα έσμιγε με το μπλε τής θάλασσας που αν και η πρωινή ομίχλη τής σκίαζε το πρόσωπο αυτή έδειχνε όμορφη με μια γαλήνια ακινησία να της θωπεύει τη ράχη.

           Σαν έφτασε το μοναστήρι ήταν χωμένο  στην πυκνή καταχνιά και διακρινόταν ελάχιστα. Το φως τη μέρας σε λίγο έγινε περισσότερο κι αυτό  του έδωσε χαρά ενώ από τα σπλάχνα της γης ξεχύθηκε μια περίεργη μυρωδιά ανακατεμένη με μια θερμή υγρασία που νόμισε πως του ξέραιναν το λάρυγγα και του δυσκόλευαν την αναπνοή. Ήταν ακόμη μέσα στο φορτηγάκι και δεν του έκανε όρεξη να βγει. Πέρα στις πλαγιές του βουνού το μούχρωμα ήταν πιο πηχτό και μουντό αλλά κράτησε ελάχιστα γιατί αμέσως άρχισε να διαλύεται σαν το φως της ημέρας ερχόταν περισσότερο. Αυτό έδινε και μια ομορφιά στα φύλλα των δέντρων που φαίνονταν  σαν πράσινα σμαράγδια πάνω στα κλαδιά που με τις σταγόνες τους να λάμπουν ξετρέλαιναν τα πουλιά που είχαν στήσει ένα ξέφρενο πανηγύρι ανάμεσα στα φυλλώματα, τους θάμνους και την πυκνή βλάστηση.  

          Έπρεπε ν’ αφήσει το φορτηγάκι και το έκανε. Σε λίγο βρισκόταν στον << Κρανίου  τόπο>> που θα γινόταν η σταύρωσή του. Έβγαλε από το δισάκι του τα απαραίτητα σκεύη για την τέλεση της λειτουργίας και τα απόθεσε με ευλάβεια πάνω στο τραπέζι που βρισκόταν εκεί γι’ αυτό τον σκοπό. Πρόσεξε να προστατεύσει το ευαγγέλιο καλύπτοντάς το μ’ ένα λευκό κάλυμμα ενώ ετοίμασε το θυμιατό και το κρέμασε από το καρφί που ήταν μπηγμένο στο μπράτσο μιας καστανιάς.

          Ύστερα έμεινε για λίγο σκεφτικός και κάθισε σ’ ένα κορμό δέντρου κοιτάζοντας τον ουρανό με θλίψη ενώ κάτι ψιθύρισε. Μετά σηκώθηκε και αγκάλιασε το σταυρό τού μαρτυρίου του, ένα μεγάλο ξύλινο σταυρό φτιαγμένο από καλό τεχνίτη τού ξύλου και παρμένο από τον κορμό μιας νέας και γερής βελανιδιάς που για χρόνους προσέφερε τον ίσκιο και τους καρπούς της στους προσκυνητές.

          Και σαν να τα είχε χαμένα, έμεινε εκεί να τον αγγίζει και να μη λέει να φύγει από κοντά του.  Ύστερα από πολλή ώρα σηκώθηκε και τον άφησε μ’ ένα δυνατό αναστεναγμό που έβγαλε από το στήθος του που έδειχνε το βαρύ του πόνο. Περπάτησε μετά χωρίς κέφι στο δάσος που ήταν σκορπισμένα και εικονογραφημένα πάνω σε τσίγκους τα άγια πάθη του Χριστού και τα κοιτούσε με μια ανείπωτη θλίψη και ένα αδιόρατο φόβο που του έφερναν ζάλη κι έκαναν τα πόδια του να τρέμουν και να θέλουν να υποχωρήσουν γκρεμίζοντάς κάτω. Κι ως είδε τον τάφο με την αναπαράσταση της ταφής του Χριστού, δεν άντεξε τόσο πόνο που τον έκανε να ψιθυρίσει: << Πουθενά δε βλέπω την Ανάσταση κι αυτό με τρομάζει πολύ! Εδώ θα πεθάνω φαίνεται επάνω στο σταυρό χωρίς να υπάρξει για μένα Ανάσταση σαν Εκείνου!>> και με βαριά καρδιά επέστρεψε μέσα από τα δασωμένα δρομάκια στην αρχή της πορείας του.

          Σε λίγο άρχισε και η προσέλευση του κόσμου ενώ πολλοί ήταν εκείνοι που είχαν πληροφορηθεί πως εκτός από την καθιερωμένη αναπαράσταση της σταύρωσης που ήταν μέσα στη θρησκευτική τελετή του προγράμματος των παθών της Μεγάλης Εβδομάδας από την εκκλησία θα έπαιρνε μέρος και η Σταύρωση του παπα- Καλλίνικου, ταπεινού δούλου και υπηρέτη του Υψίστου μετά από αβίαστη εσωτερική του ανάγκη προς χάρη τής μετάνοιάς του για  ανήκουστη προς το σώμα τής εκκλησίας αμαρτία στην οποία έχει αφιερωθεί ψυχή τε και σώματι. Αυτοί με την έκφραση της λύπης και της συμπαράστασης στα μάτια τον κοιτούσαν και ήταν σαν να του έλεγαν << κουράγιο αδερφέ η αμαρτία δε θέλει συχώρεση αλλά αποφυγή πριν σκεφτείς να τη γευτείς και σε πάει στην καταστροφή>>. Κι αυτός όσο πλησίαζε το σταυρό τόσο και έδειχνε πως ζητούσε πιο πολύ τη συμπαράσταση τους.

         Σε λίγο έφτασαν με τη σειρά ο ένας πίσω από τον άλλον, ο μητροπολίτης με την κουστωδία του, που αποτελούνταν από τρεις ιερείς και καμιά δεκαριά ανθρώπους από το στενό του περιβάλλον που πήραν θέση  στο μέρος που με ιδιαίτερη  φροντίδα είχε ετοιμαστεί από τους μοναχούς του μοναστηριού. Ακολούθησαν η Μαρία σκυθρωπή και με το πρόσωπό της λευκό από την αγωνία που σαν τον πλησίασε και τον κοίταξε του έσφιξε το χέρι ενώ ακούστηκε κάτι να του λέει που δεν έγινε κατανοητό. Η Ρόζα μετά υποβασταζόμενη από μια φίλη της, ντυμένη με σκούρο φουστάνι και μαύρη ζακέτα, πέρασαν από μπροστά του και  με ένα σφίξιμο στο στήθος τού ευχήθηκε κουράγιο και δύναμη για να βγει νικητής απ’ το μαρτύριο που εκείνος επέλεξε.

           Όλα έγιναν ως το τέλος τής λειτουργίας της αναπαράστασης της Σταύρωσης με κάθε κατάνυξη και σεβασμό των κανόνων τής εκκλησίας κα του αγίου μαρτυρίου που υπέστη ο Χριστός προς πλήρη ικανοποίηση των πιστών που δεν έκρυβαν τον ενθουσιασμό τους για μια ακόμη ευλαβή χριστιανική πράξη που δικαίωνε το αίσθημα της πίστης τους και τόνωνε τη θρησκευτικότητά τους ως μελών τής μεγάλης του Χριστού εκκλησίας. Έτσι αποφάσισαν ήσυχα να αποσυρθούν επισκεπτόμενοι τον <<Κρανίου τόπο>> για  την ξενάγησή των σ’ αυτόν και να δουν τα εκθεμένα πάθη.

           Όμως εκείνη τη στιγμή ο παπα- Καλλίνικος ζήτησε από τους παρευρισκομένους ανθρώπους που ο ίδιος είχε ζητήσει να είναι εκεί και να κάνουν αυτό που θα τους πρόσταζε να τον ανεβάσουν στο σταυρό όπως είχε από καιρό εκφράσει και είχε μείνει σταθερός στην απόφασή του αυτή παρά τις τόσες αντιδράσεις που ως εκείνη τη στιγμή είχε δεχτεί. Και με  σοβαρή κατάνυξη πλησίασε το σταυρό.

           --- Τέκνο μου! ακούστηκε τότε η βραχνή φωνή τού δεσπότη και με τη θέλησή του να θριαμβεύσει πάνω στο κακό και να το νικήσει, βγήκε μπροστά κι όρθωσε το ανάστημά του, για να του πει: θα ήταν πολύ αστείο να το έκανες αυτό! Πρέπει να ντρέπεσαι για τις δόλιες αυτές σκέψεις που σε ανάγκασαν να κάνεις αυτή την πράξη που έχει σκοπό να προσβάλλεις το Χριστό και την ορθοδοξία! Και τον έσπρωξε μέσα στο πλήθος ενώ τίναξε με θυμό το κεφάλι του.

           Ήταν μια δοκιμή δυνάμεων του δεσπότη και φάνηκε να είχε καλό αποτέλεσμα. Γιατί παίρνοντας θάρρος κάποιοι από το πλήθος, επιτέθηκαν με πρωτοφανή αγριότητα στον παπα- Καλλίνικο και με δυο δυνατά χτυπήματα στο πρόσωπο τον έριξαν στο χώμα. Εκείνος έχασε τον έλεγχό του μπροστά σ’ αυτή τη φοβερή σκηνή που του επιφυλασσόταν και χωρίς ν’ αντισταθεί, έδειχνε μάλλον συγκρατημένος και φαινόταν σαν κάτι να σκεφτόταν παρά την άσχημη θέση του. Γιατί αμέσως ξέφυγε από τον έλεγχό τους και τη φρούρησή τους και ορθώνοντας το σώμα του σηκώθηκε και πλησιάζοντας τη Ρόζα που στεκόταν ελάχιστα μακριά του την άρπαξε από το χέρι και μαζί της σύρθηκαν στο διπλανό πυκνόφυτο δάσος που πόνταραν για την  ασφάλεια τους εξαιτίας της ύπαρξης ενός μεγάλου πλήθους από κρυψώνες της ψηλής του βλάστησης. Με ιδιαίτερη δεξιοτεχνία ύστερα κι ενώ οι φωνές και τα ποδοβολητά πίσω τους, των ανθρώπων που τους κυνηγούσαν και τους ακολουθούσαν κατά πόδας πλησίαζαν, κατόρθωσαν και πέρασαν σε μια ρηχή τάφρο που κατέβαινε στους πρόποδες του βουνού. Σαν την πέρασαν βγήκαν σ’ ένα στενό χαντάκι απ’ όπου υπολόγισαν πως θα έφταναν σε κάποιο δρομάκι ή σε μια ασφαλή αγροικία. Οι διώκτες τους συνέχιζαν να τους κυνηγούν κι απ’ ότι μπόρεσαν να καταλάβουν γιατί οι φωνές τους άρχισαν να χάνονται, πρέπει να τους έχασαν και αλλάζοντας κατεύθυνση είχαν πάρει λάθος δρόμο.

            Κάποια στιγμή έφτασαν σ’ ένα σταυροδρόμι πράγμα που τους δυσκόλεψε γιατί δεν ήξεραν ποιος δρόμος ήταν πιο ασφαλής και θα ξέφευγαν. Για καλή τους όμως τύχη σαν ο παπα- Καλλίνικος ανέβηκε πάνω σ’ ένα μεγάλο όγκο χώματος, μπόρεσε να διακρίνει κάτω χαμηλά μια βαθιά κοιλάδα κι ένα μικρό ισόγειο σπίτι.  << Από’ δω πάμε>> ψιθύρισε στη Ρόζα και χέρι- χέρι πήραν το δύσβατο μονοπάτι και κατευθύνονταν εκεί.

            Και οι δυο τους δεν γνώριζαν πολλά πράγματα για την περιοχή και δεν είχαν την παραμικρή ιδέα για τους κινδύνους που διέτρεχαν. Εμπιστευόταν βέβαια τα πόδια τους αλλά ήξεραν καλά πως δεν ήταν γυμνασμένα για τέτοιες επικίνδυνες αποστολές, ενώ οι διώκτες τους πιθανώς να ήταν πιο εξοικειωμένοι με τη φύση τού εδάφους σε αντίθεση με τη δική τους άγνοια που τους ήταν σοβαρό εμπόδιο. Κάποια όμως στιγμή ο δρόμος χάθηκε και ψηλοί λόφοι εμφανίστηκαν ο ένας μετά τον άλλο όσο πλησίαζαν στην κοιλάδα. Γρήγορα όμως χάθηκαν για να πέσουν τώρα σ’ ένα μικρό βαλτότοπο, που ευτυχώς η ανακάλυψη ενός στενού μονοπατιού του τους γλίτωσε από τα χειρότερα και τον πέρασαν χωρίς απώλειες.

           Έτσι βρίσκοντας πάλι τη συνέχεια του δρόμου, έβαλαν όλες τους τις δυνάμεις να κερδίσουν δρόμο και να φτάσουν πριν τους προφτάσει η νύχτα. Δεξιά κι αριστερά τώρα δυο μικρές κοιλάδες τους έδωσαν κουράγιο κι ένα μεγάλο χωράφι πιο κάτω στα δεξιά τους με θάμνους στη βορινή πλευρά του, τους γέμισε με χαρά αφάνταστη γιατί έβλεπαν πως το τοπίο ημέρευε και γινόταν φιλικό.  Σε καμιά εκατοστή μέτρα αριστερά τους υπήρχε ένας βράχος. Ανέβηκαν πάνω και κοίταξαν όσο έφτανε το μάτι τους. Ένα επιφώνημα χαράς ακούστηκε τότε, ένα εύηχο << Αχ, ωραία! να εκεί είναι το σπίτι! >> από τον παπα- Καλλίνικο και πήραν το στενό δρόμο.

            Όμως σε λίγο τους περίμενε κι άλλη έκπληξη που τους έκανε πιο χαρούμενους κι αισιόδοξους. Ο σκληροτράχηλος δρόμος χανόταν κι ένα χορταριασμένο μονοπάτι συνέχιζε που τους έκανε την πορεία αξιοπρεπή κι ας πούμε ανώδυνη. Και σε λίγο κατάλαβαν πως τους οδηγούσε στο σπίτι κι άρχισαν να σκέφτονται τις ασφαλείς στιγμές που θα ακολουθούσαν σαν περνούσαν την πόρτα του και βρίσκονταν μέσα του.

         Ως τώρα η τύχη τους ήταν πολύ καλή και γιατί  να μην εύρισκαν τη σωτηρία τους σ’ αυτή την αγροικία από τους κακούς διώκτες τους;

          Οι πυκνές φτέρες και οι θάμνοι δεξιά κι αριστερά του μονοπατιού τους κρατούσαν αθέατους ενώ συνέχιζαν να προχωρούνε. Το γρασίδι στα γύρω χωράφια που άρχισαν να ξεφυτρώνουν στην κοιλάδα ήταν κάπως καχεκτικό αλλά πυκνό. Αρκετά πουλιά τώρα που σύχναζαν εκεί άρχισαν να φτερουγίζουν σαν τους έβλεπαν και σκορπούσαν τρομαγμένα ενώ το τιτίβισμα που άφηναν αντηχούσε ολοτρόγυρα στο σκούρο ουρανό.  Και, ω, του θαύματος σε λίγο το σπίτι παρουσιάστηκε μπροστά τους με τον υπηρέτη του έναν ηλικιωμένο αλλά βασταγμένο πενηντάρη που καθάριζε το υπόστεγο και τους κοίταξε σαν πλησίασαν με ήρεμο τρόπο και φιλική διάθεση.

          Αυτός κατάλαβε πως ήρθαν για να  ζητήσουν άσυλο από τα τρομαγμένα τους πρόσωπα και χωρίς να τους ρωτήσει ποιοι ήταν και τι ήθελαν τους ζήτησε να τον ακολουθήσουν με τη σκέψη να τους οδηγήσει στον ιδιοκτήτη του σπιτιού που ευτυχώς εκείνη τη στιγμή βρισκόταν μέσα. Προχώρησαν προς το σπίτι και οι τρεις και μπήκαν στην αυλή του. Το πρώτο δωμάτιο που συνάντησαν το βρήκαν ανοιχτό και πολύ καλό γιατί η τζαμαρία του το φώτιζε πολύ ενώ ο σωρός με τα βιβλία που ήταν στοιβαγμένα σε μια άκρη του χώρου, προδιέθεταν για το καλύτερο.  Στο πάτωμα ήταν σκορπισμένα διάφορα αντικείμενα, σταυροί, κομπολόγια, παναγίτσες, άγιοι, ξύλινα όλα που με μια ματιά που τους έριξαν κατάλαβαν πως κάποιος τεχνίτης αγιογράφος τα  ‘φτιαχνε και τα διέθετε ύστερα στους προσκυνητές των γύρω μοναστηριών.

         Στο άλλο δωμάτιο δίπλα, και, στο κέντρο του, καθόταν ένας ηλικιωμένος κι αυτός άνθρωπος, με την όψη τού διανοούμενου και του μοναχικού, σ’ ένα παλιό ξύλινο γραφείο που έμοιαζε σαν πάγκος εργαστηρίου και σκυμμένος πάνω του έφτιαχνε κάποιο από τα μικρά του εκκλησιαστικά έργα. Το πρόσωπό του ήταν μακρουλό κι έλαμπε από καλοσύνη. Φορούσε μεγάλο χοντρά γυαλιά που του ‘πεφταν με γούστο στη μύτη και το πάνω μέρος τού κεφαλιού του, ήταν γυμνό, ενώ λίγα τσουλούφια κρέμονταν στ’ αυτιά του και πίσω, και ήταν λευκά σαν μαλλιά προβάτου.

          Τον κοίταξαν μόνο από την πόρτα και δεν κουνήθηκαν καθόλου από τις θέσεις τους. Εν τω μεταξύ ο άνθρωπος που τους είχε οδηγήσει ως εκεί τους άφησε και γύρισε πάλι στη δουλειά του, πιστεύοντας πως μέχρι εδώ ήταν η αρωγή του. Ανησύχησαν λίγο για τη μοναξιά τους, αλλά με ευχαρίστηση είδαν πως ο άνθρωπος που ήταν μέσα και επιτυχώς τους είχε φέρει κοντά του ο υπηρέτης, τους αντιλήφθηκε και σηκώνοντας το κεφάλι του, τους έριξε μια ματιά και μ’ ένα νεύμα στη συνέχεια του δεξιού του χεριού τους κάλεσε να περάσουν στο δωμάτιο και να ‘ρθουν κοντά του.

          Το έκαναν και βρέθηκαν να κάθονται σε δυο παλιές ξύλινες ψάθινες καρέκλες απέναντί του, έτοιμοι να του δώσουν εξηγήσεις για το λόγο τής αναπάντεχης αυτής επίσκεψής τους στο σπίτι του. Όση ώρα σχεδίαζαν την απολογία και την εξομολόγησή τους διέκριναν στα μάτια αυτού του ανθρώπου μια υπέρμετρη εξυπνάδα από κράμα κατανόησης και καλοσύνης. Κι αμέσως χωρίς να τους αφήσει περιθώρια για περισσότερες σκέψεις, τους ρώτησε με τη βραχνή φωνή του:

           --- Τι θέλετε φίλοι μου και ποιοι είστε; Θαρρώ θα είσαστε σοβαροί και καθώς πρέπει κι όχι τίποτα κλέφτες που ερχόσαστε για κακό αφού σκοτώσατε! Ακούω τι θέλετε;

           --- Δεν είμαστε κακοί αλλά κυνηγημένοι! του είπε με κάποιο φόβο ο παπα- Καλλίνικος και σήκωσε κάπως γαλήνια τα φρύδια του.

           --- Κυνηγημένοι; έκανε με έκπληξη εκείνος κι άφησε από τα χέρια του το εικονισματάκι.

           Κι αφού τους κοίταξε για πολλή ώρα και περιεργάστηκε τις σιλουέτες τους, είπε με αδιαφορία:

           ---Δραπέτες, ε ;

            Κι επιμένοντας να τους κοιτάζει, αναφώνησε σαν σταμάτησε το βλέμμα του πάνω στον παπα- Καλλίνικο:

           --- Τι βλέπουν τα μάτια μου! Είσαι και παπάς, ανάθεμά  σε  και κρατάς μια γυναίκα  απ’ το χέρι. Αλήθεια τι είναι, ερωμένη σου ;

            --- Θα σου εξηγήσουμε, σαν το θέλεις, του είπε ο παπα- Καλλίνικος και τον κοίταξε με κάποια ενοχή. Είμαστε καλοί δε θέλουμε το κακό σου, πίστεψέ με, άνθρωπέ μου και δώσε μας τροφή και προστασία ώσπου να ξεφύγουμε από τους διώκτες μας.

           --- Καλά! Καλά! του είπε σιγά ο γέρος και πέφτοντας πάλι στο καθήκον του, πρόσθεσε: θα τα πούμε αργότερα γιατί έχω δουλειά τώρα. Θα σας κρύψω γιατί δε θέλω να παραβιάσουν την ιδιωτική μου ζωή αυτοί οι διώκτες σας, όπως τους αποκάλεσες. Ούτε θέλω να τους δω ούτε να διαπραγματευτώ την παράδοσή σας. Γι’ αυτό περάστε πίσω από εκείνη την πόρτα και τους έδειξε μια που ήταν συνέχεια του δικού του δωματίου και να κρυφτείτε μέσα. Εκεί θα είσαστε ασφαλείς. 

           Έκαναν ότι τους είπε και βρέθηκαν σ’ ένα μικρό σκοτεινό δωμάτιο που έμοιαζε σαν αποθήκη γιατί μύριζε άσχημα από τα χημικά και τις μπογιές που είχε εκεί και χρησιμοποιούσε στη δουλειά του, αλλά τους ήταν ότι έπρεπε βολικό για εκείνη τη δύσκολη στιγμή που περνούσαν.

           Το φως του ήταν λιγοστό απ’ το μικρό παράθυρο ψηλά ενώ σ’ έναν από τους τοίχους βαστούσε αρκετή υγρασία. Η πόρτα του παλιά αλλά γερό σκαρί, τους εξασφάλιζε σίγουρα από κάθε ανεπιθύμητη επίσκεψη. Έπιπλα ελάχιστα, απλά όλα, τραπέζι, κρεβάτι και δυο καρέκλες που με την πρώτη ματιά τις θεωρούσες σκουπίδια για πέταμα. Παρ’ όλα αυτά αισθάνθηκαν άνετα. Έτσι αφού κάθισαν και οι δυο στο κρεβάτι να πάρουν μια ανάσα και να ξεκουραστούν δεν έβλεπαν την ώρα και τη στιγμή που θα γινόταν η επικείμενη επίσκεψη του γέροντα για να συζητήσουν την ασφαλή παραμονή τους στο καταφύγιό του τις λίγες μέρες που θα έμεναν.

           --- Ο ηλικιωμένος κύριος δεν μπορεί να μας αρνηθεί την ασφάλειά μας, είπε στη Ρόζα ο παπα - Καλλίνικος για να την ηρεμήσει έτσι ανήσυχη που την έβλεπε.

           --- Κι αν μας προδώσει;

           --- Δεν τον θεωρώ για κάτι τέτοιο. Είναι καλλιτέχνης και δημιουργός, φιλήσυχος άνθρωπος. Δε θα το κάνει αυτό… και σταμάτησε γιατί μ’ ένα κλικ η πόρτα άνοιξε και μπήκε μέσα ο γέροντας.

          Κάθισε στην απέναντι άκρη τού κρεβατιού σε μια καρέκλα κι αφού τους κοίταξε με ηρεμία τους είπε:

          --- Είσαστε τυχεροί που ήρθατε, εδώ! Γιατί όπου να πηγαίνατε θα σας καταδίνανε. Δεν ξέρετε πόσο κακός είναι ο κόσμος.

          --- Το ξέρουμε! του ‘κανε ο παπα- Καλλίνικος κι έσφιξε το χέρι τής Ρόζας.

           --- Λοιπόν τους ξανάπε εκείνος. Μείνετε όσο καιρό θέλετε εδώ. Δε σας ρωτάω τι κάνατε και πως μπλέξατε με την αμαρτία, αν σας κυνηγούν γι’ αυτό. Αν αμαρτήσατε ή όχι δε θα το κρίνω εγώ αλλά ο Θεός! Φαγητό θα φάτε από το δικό μου. Υπάρχει στην κουζίνα και είσαστε ελεύθεροι να πάτε. Όπως και στο μπάνιο. Να το χρησιμοποιείτε όποτε θέλετε και περισσότερο η όμορφη κυρία από’ δω! Όσο για ύπνο βολευτείτε σ’ αυτό το παλιοκρέβατο γιατί δεν έχω άλλο. Κουβέρτες πάρτε από την ντουλάπα. Το πρωί δε θα με βρείτε εδώ γιατί θα πάω σ’ ένα πανηγύρι να πουλήσω αυτά που φιλοτεχνώ! Απ’ αυτά ζω!

        Και σηκώθηκε. Σύρθηκε ως την πόρτα και γυρνώντας, ψιθύρισε:

        --- Πάω στο στρατηγείο μου! Έχω πολλή δουλειά κι απόψε, ίσως ξενυχτίσω, ενώ εσείς…

        Τους χαιρέτησε και τους άφησε.

         Έξω είχε σουρουπώσει για τα καλά. Η πρώτη τους σκέψη σαν έφυγε ήταν να κάνουν ένα μπάνιο να ξεκουραστούν και μετά να φάνε κάτι. Κι αμέσως άρχισαν να βγάζουν τα ρούχα τους.

         --- Οχ! αναφώνησε μια στιγμή ο παπα- Καλλίνικος και την κοίταξε με σκυθρωπή όψη. Δεν του ζητήσαμε ρούχα, αυτά που φοράμε έχουν τα μαύρα χάλια τους.

          --- Ίσως βρούμε εδώ! του απάντησε εκείνη κι ανοίγοντας την ντουλάπα, άρχισε να ψάχνει. Και σαν έπιασε με τα χέρια αρκετά παντελόνια και πουκάμισα, ξεφώνησε με ικανοποίηση:

          --- Ό,τι θέλεις έχει ο μπαξές! Και του έδειξε ένα χακί παντελόνι με φαρδιές τσέπες και πλατύ ρεβέρ από κάτω. Όσο για πουκάμισο είμαι σίγουρη πως θα βρούμε κι απ’ αυτό.

          --- Για σένα όμως;

          --- Δεν πειράζει. Θα φροντίσω αυτά που φορώ και θα πορευτώ μ’ αυτά. Για σένα προέχει που πρέπει να πετάξεις το ράσο για να μη δίνεις στόχο!

           Σε λίγο καθαροί- καθαροί έπαιρναν το δείπνο τους καθισμένοι στην κουζίνα. Αυγά τηγανιτά, κονσέρβα ψάρι, ελιές και φρυγανιές. Όσο για κρασί βρήκαν πολύ καλό σ’ ένα μπουκάλι και το άδειασαν ως τον πάτο. Μετά κουρασμένοι όπως ήταν δεν είχαν χρόνο για χάσιμο. Έπεσαν ξεροί στο κρεβάτι και ξύπνησαν το πρωί.

           --- Δόξα τω Θεώ! ψιθύρισε ο παπα- Καλλίνικος σαν την είδε αστραφτερή δίπλα του, ως τώρα πάμε πολύ καλά κι ελπίζω να τα βγάλουμε πέρα.

             Και μ’ ένα πήδημα κατέβηκε απ’ το κρεβάτι και πήγε στο μπάνιο. Σε λίγο γύρισε τελείως αλλαγμένος. Ήταν ξυρισμένος και φορούσε εκείνο το παντελόνι που του είχε δείξει μαζί με ένα πουκάμισο καρό μαύρο. Και κάτω στα πόδια του ένα ζευγάρι δερμάτινες αρβύλες κυνηγιού που του πήγαιναν φίνα.

              Παρουσιάστηκε μπροστά στη Ρόζα μ’ ένα κορδωτό παράστημα και με μια παιδιάστικη έκφραση και πριν δείξει τον ενθουσιασμό της εκείνη  της είπε κάπως δυνατά:

              --- Η αυτού μεγαλειότης μου Καλλίνικος σε χαιρετά! Από σήμερα πάει το παπα- Καλλίνικος κι ο αγαπημένος σου γίνεται λαϊκός!

              Ίσα που δεν έμεινε η Ρόζα. Γρήγορα όμως κατάλαβε την πλάκα αλλά κα την τραγικότητα της σκηνής και μ’ ένα τράβηγμα τον έριξε στο κρεβάτι.

              --- Τι παριστάνεις τώρα; τον ρώτησε τρυφερά και τον κοίταξε στα μάτια.

              --- Έτσι καθαιρεμένος που θα είμαι σίγουρα μετά απ’ αυτό που έκανα γιατί να μην το διασκεδάσω και λίγο! Ράσο και ιεροσύνη από σήμερα, πάει ξέχασέ τα, πάνε καπούτο!

               Γελαστοί ύστερα πήγαν στην κουζίνα για καφέ και για να κάνουν μια ευχάριστη συζήτηση. Για καλή τους τύχη ο ερημίτης και ιδιοκτήτης του σπιτιού είχε προνοήσει και είχε εφοδιαστεί με αρκετή ποσότητα. Γέμισαν τα φλιτζάνια τους κι άρχισαν να πίνουν γουλιά-γουλιά ενώ δεν ξέχασαν να το συνοδέψουν με δυο κομμάτια κέικ που υπήρχαν πάνω στο τραπέζι.

            Ήρεμοι ύστερα είπαν πολλά και διάφορα για να φτάσουν και στην περιπέτειά τους.

             --- Δραπέτες, ε; Είμαστε δραπέτες! μονολόγησε ο παπα- Καλλίνικος ή κατά κόσμο Καλλίνικος και σαν σήκωσε γαλήνια τα φρύδια του μίλησε για να πει: Έχω κάτι πολύ σημαντικό να σου πω Ρόζα που το σκέφτηκα τη νύχτα και θέλω να στο αναφέρω. Πρόκειται για την ασφάλειά μας και θα ήταν πολύ άσχημο να μην το συζητήσουμε.

             Εκείνη τον κοίταξε μ’ ένα χαμόγελο αισιοδοξίας, πράγμα που τον έκανε ν’ αρχίσει:

             --- Σκέφτηκα λοιπόν πως πρέπει να φύγουμε απ’ αυτό το μέρος και να πάμε στη Ζάκυνθο. Ίσως σου φανεί παράξενο και παράλογο, αλλά δεν έχουμε άλλη επιλογή. Θέλω σαν ακούσεις αυτά που οφείλω να σου  πω, να τα σκεφτείς ψύχραιμα και ύστερα ν’ αποφασίσεις αν θα με ακολουθήσεις ή όχι. Δε θέλω να πάω μόνος μου. Θέλω κι εσένα μαζί μου. Έφτιαξα λοιπόν ένα καλό σχέδιο για να μη μας πάρουν μυρωδιά, αρχές, παπάδες, εφημερίδες και κουτσομπολιά και μας σταματήσουν. Έτσι το πρωί φεύγουμε από εδώ και φτάνουμε στην πόλη. Από εκεί με το τραίνο των πέντε και τέταρτο φτάνομε στον Πύργο κι από εκεί με λεωφορείο στο Κατάκωλο. Στο λιμάνι αυτό έχω ένα φίλο ψαρά που θα μας πετάξει με το καίκι του απέναντι στο νησί. Κανένας δε θα μας δει και κανένας δε θα μας εμποδίσει. Είμαι σίγουρος γι’ αυτό όσο σίγουρος είμαι και για σένα που σ’ έχω αυτή τη στιγμή κοντά μου.

              Όσο μιλούσε το βλέμμα τής Ρόζας φωτεινό και σταθερό ήταν καρφωμένο πάνω του. Τον άκουγε και τον χαιρόταν έτσι που τα ‘λεγε με τόση σιγουριά αλλά κι ευπρέπεια. Κι ένιωσε την επιτακτική ανάγκη να τον πιστέψει. Έτσι νιώθοντας μια αληθινή ανακούφιση γιατί η περιπέτειά τους θα τελείωνε και θα μπορούσαν να ζήσουν τόσο ήρεμα κι ευτυχισμένοι μαζί αλλού, την έκανε να τον σφίξει στην αγκαλιά της δυνατά και να του πει:

              --- Μαζί ως το θάνατο, Καλλίνικε! Δέχομαι να φύγω το πρωί μαζί σου! και προσπαθώντας να κρύψει ένα δάκρυ που κύλησε στο μάγουλό της, σηκώθηκε και ακούμπησε στο παράθυρο, κοιτώντας έξω.

            --- Κι αυτό, συνέχισε ο τέως παπα- Καλλίνικος γιατί δε θέλω να μας βρει η Ανάσταση εδώ. Θα χαρώ πολύ να τη γιορτάσουμε μαζί στο νησί ανάμεσα σε γνωστούς, φίλους και συγγενείς.

            Τη βρήκε και σ’ αυτό ένθερμο οπαδό του κι αφού βυθίστηκε για λίγο στα μάτια της για να τα διαβάσει και να πάρει από τη λάμψη τους κάτι, συνέχισε:

             --- Άρα δε μας απομένει ως το πρωί παρά ένα ωραίο ξύπνημα! Και μετά πλώρη για το νησί!

             Και σαν σηκώθηκαν μέσα σε μια παραίσθηση για όσα θα ακολουθούσαν, της είπε, τρυφερά:

             --- Κι ως να ‘ρθει το πρωί, έχουμε δρόμο ακόμη. Ας πάμε τότε να ρίξουμε μια ματιά στα βιβλία να περάσουμε και την ώρα μας.

          Τον ακολούθησε. Ένας μεγάλος σωρός τους περίμενε που σίγουρα θα περνούσε την εκατοντάδα ενώ κι αυτά που ήταν σκορπισμένα κάτω δεν ήταν λίγα.

           --- Ωραία βιβλία! είπε ο Καλλίνικος σαν διάβασε μερικούς τίτλους στα εξώφυλλα και γνώρισε τα ονόματα των συγγραφέων. Να τα διαβάζει τάχατες ή τα ‘χει έτσι εδώ ριγμένα αφήνοντάς τα στη λήθη τους; Κι αφού έσκυψε και πήρε ένα διάβασε μεγαλόφωνα: << Μαρσέλ Προυστ: Αναζητώντας το χαμένο χρόνο >> κι άρχισε να το ξεφυλλίζει με ιδιαίτερο ενδιαφέρον.

       --- Και ούτε ένα εκκλησιαστικό ή κάποιο από τους βίους των αγίων! μουρμούρισε η Ρόζα βαστώντας στο χέρι της μια παλιά έκδοση του Τόμα Μαν  << Οι Μπούντενμπροκ>>.

             --- Και πολλά ελληνικά! Κοίταξε εδώ! της έκανε χαρούμενος εκείνος και σκορπίζοντας μερικά, διάβαζε ενθουσιασμένος: Καβάφης, Καραγάτσης, Βενέζης, Ρίτσος, Πολυλάς ενώ βλέποντας το όνομα του Καζαντζάκη έδειξε να συγκινήθηκε πολύ. Και διψασμένος στη συνέχεια δεν έκανε τίποτα άλλο παρά να διαβάζει τίτλους και να ξεφυλλίζει σε μερικά τις σελίδες τους.

              Η Ρόζα έκανε κι αυτή το ίδιο. Έψαχνε και διάβαζε τίτλους και σελίδες. Κι αφού ξεχάστηκαν στη μαγεία των ηρώων των βιβλίων δε σταμάτησαν παρά το μεσημέρι σαν ο ήλιος ολόλαμπρος έστειλε τις αχτίδες του μέσα στο παράθυρο κάνοντας το σκοτεινό χώρο να λάμψει θριαμβευτικά από το έντονο και διάχυτο φως τους. Έτσι που έκανε τον  Καλλίνικο να αναφωνήσει:

              --- Έφτασε μεσημέρι! Ας σταματήσουμε το διάβασμα κι ας πάμε να τσιμπήσουμε κάτι.

               Κι αμέσως βρέθηκαν στην κουζίνα. Τσίμπησαν κάτι λιτό και ύστερα πήγαν για ένα μεσημεριάτικό ύπνο. Κοιμήθηκαν του καλού καιρού κι δε θα σηκώνονταν από το κρεβάτι αν ο θόρυβος που ‘κανε στο διπλανό δωμάτιο ο ιδιοκτήτης δεν τους ανησυχούσε. Έτσι καθισμένοι τώρα στις δυο καρέκλες μιλούσαν σιωπηλά και κανόνιζαν τις λεπτομέρειες για το αυριανό τους ταξίδι.

               Και σε λίγο ένα κλικ και η πόρτα άνοιξε. Έβαλε το κεφάλι του και σαν τους είδε, σύρθηκε μέσα.  Τους  χαιρέτησε και κάθισε στην άκρη του κρεβατιού. Ύστερα άρχισε να μιλάει:

                --- Μπορείτε να το πιστέψετε, ότι εγώ με τις τόσες πνευματικές αναζητήσεις, γυρνάω στα πανηγύρια και πουλάω αγίους! Αντί να κάθομαι εδώ και να τους σκαλίζω στο ξύλο, αναγκάζομαι να  κάνω και τον έμπορα! Τι φριχτό! Κι όμως το κάνω για να ζήσω! Ας είναι. Και μ’ ένα ήρεμο τρόπο συνέχισε: Κάνω αυτό που κάνω αλλά ανταπόκριση δε βρίσκω από πουθενά. Γι’ αυτό σας καταλαβαίνω. Καταλαβαίνω ότι σας κυνηγούν γιατί είσαστε επαναστάτες, μεταρρυθμιστές που θέλετε μια καλύτερη κοινωνία! Όπως κι εγώ! Ναι, αυτό είναι! Είμαστε ίδιοι και βράζουμε στο ίδιο καζάνι!

               Σταμάτησε. Η ευνοϊκή διάθεση που φάνηκε στα μάτια τους για όσα έλεγε τον έκαναν να λάμψει από χαρά. Γι’ αυτό σαν κοίταξε από την ανοιχτή πόρτα το σωρό με τα βιβλία τους είπε:

              --- Έχω ένα σωρό από δαύτα! Μήπως τα διαβάζω! Που χρόνος! Άλλα τα αγοράζω κι άλλα μου τα στέλνουν οι εκδοτικοί οίκοι και οι συγγραφείς. Το βιβλίο σήμερα κατάντησε σπάνιο είδος! Δεν πλησιάζεται! Όποιος διαβάζει το θεωρεί χάσιμο χρόνου. Ωστόσο παρά το πείσμα τής περιφρόνησής μας, αυτά ζούνε και υπάρχουν. Δεν πεθαίνουν! Και ούτε θα πεθάνουν! Εμείς πεθαίνουμε και φριχτά μάλιστα.. Πεθαίνουμε σχεδόν κάθε μέρα σωματικά και πνευματικά ώσπου να ‘ρθει ο άλλος ο μεγάλος και οριστικός θάνατός μας!

                Σηκώθηκε και πηγαίνοντας ως το σωρό των βιβλίων πήρε δυο στην τύχη στα χέρια του και τους τα έφερε. Ύστερα δίνοντας από ένα στον καθένα, τους είπε:

               --- Πάρτε τα για να με θυμόσαστε! Χάρηκα πολύ που με τιμήσατε με την παρουσία σας!

               Εδώ φάνηκε να στέρεψε. Έτσι απόμεινε βουβός και τους κοίταξε. Τους κοίταξε όπως κοιτάζει ένα φοβισμένο πουλί την καταιγίδα που έρχεται.     

               --- Έτσι βρήκε αφορμή ο Καλλίνικος να του πει:

               --- Γέροντα σ’ ευχαριστούμε για την προστασία και τη φιλοξενία που μας έδωσες. Η απόφασή μας να φύγουμε το πρωί θα μας στερήσει τη σπάνια συντροφιά σου. Ο Θεός να σ’ έχει καλά!

               Ο γέροντας ξαφνιάστηκε γιατί δεν το περίμενε αυτό. Και δείχνοντας ενοχλημένος τους έκανε:

               --- Φοβόσαστε τους διώκτες σας! Το καταλαβαίνω. Κι εγώ στη θέση σας το ίδιο θα έκανα.

               Και κοίταξε τον παπα- Καλλίνικο βαθιά μέσα στα μάτια δίνοντας την εντύπωση πως τον είχε αναγνωρίσει. Εκείνος το αντιλήφθηκε και προσπάθησε να θυμηθεί κάτι από τη γνωστή του φυσιογνωμία. Ελάχιστα μπόρεσε να φέρει κάτι στη μνήμη του.

              Κι αφού σηκώθηκε ο ιδιοκτήτης πήγε και στάθηκε κοντά στον  Καλλίνικο και ψιθύρισε:

              --- Καλή τύχη! Δε θα σας ξαναδώ ως το πρωί γιατί θα ‘μαι απασχολημένος. Μόνο να κλειδώσετε την εξώπορτα σαν φύγετε.

               Και μ’ ένα μικρό γέλιο στα χείλη αποτάθηκε στο λαϊκό Καλλίνικο, λέγοντάς του με μια μικρή έπαρση στη φωνή του:

               --- Και πάλι καλή τύχη, παπα- Καλλίνικε! Εύχομαι να βγείτε εις πέρας απ΄ αυτή την περιπέτεια! και χτυπώντάς τον ελαφρά στον ώμο, ετοιμάστηκε να βγει από την πόρτα.

                Τότε ξαφνιασμένος ο  Καλλίνικος του έκανε με συγκινητικό τρόπο:

                 --- Με γνώρισες;

                 --- Και ποιος δε θα σε γνώριζε! Όπως κι εσύ νομίζω!

                 --- Όπως κι εγώ! Σε είχα δει πολλές φορές έξω από τις εκκλησίες να πουλάς τους αγίους σου!

                 Αγκαλιάστηκαν κι εκεί πάνω ο  Καλλίνικος του είπε ψιθυριστά στ΄ αυτί και με φωνή που έτρεμε:

                  --- Τότε θα ξέρεις και τον παπα- Ρίζο που έχει την ενορία του στις Βρύσες. Μου είχε ζητήσει αν χρειαστώ τη βοήθειά του  να περάσω απ’ αυτόν. Δεν τη χρειάστηκα να του πεις γιατί μου προσέφερες εσύ τη δική σου. Έτσι κυνηγημένος φεύγω για τη Ζάκυνθο!

                  --- Έννοια σου και θα το πω! του είπε αυτός και χώρισαν μ’ ένα θαυμασμό στην καρδιά ο ένας για τον άλλον.

 

 

 

                          ΚΕΦΑΛΑΙΟ  ΔΕΚΑΤΟ ΤΈΤΑΡΤΟ

 

 

                    Το πρωί ξημέρωσε μια δαιμονισμένη μέρα. Φυσούσε δυνατός ανατολικός άνεμος  με ταχύτητα πάνω από δέκα μποφώρ με αποτέλεσμα τα πάντα να βρίσκονται στο έλεος της ορμής του και της καταστροφικής του μανίας. Στέγες έφευγαν, δέντρα ξεριζώνονταν, σκόνη και υγρή άχνη στριφογύριζαν ενώ σείονταν τα ουρανοθέμελα και γη, ουρανός και θάλασσα είχαν γίνει ένα. Κι όσο περνούσε η ώρα αντί να καλυτερέψει ο καιρός όλο κι αγρίευε κι έκανε τη θάλασσα ν’ αφρίζει και να σηκώνει βουνά τα κύματα.

                   Στο Κατάκωλο που έφτασαν, κάθονταν οι δυο τους με τον καπετάνιο στο καφενείο τού λιμανιού κοντά στην αποβάθρα και κοιτούσαν σαν απολιθωμένοι αυτή τη φοβερή θεομηνία που είχε ανελέητα ξεσπάσει σαν λαίλαπα και χτυπούσε με σφοδρή αγριότητα την ανυπεράσπιστη φύση. Που και που έβγαζαν καμιά φωνή διαμαρτυρίας ενώ την ψυχή τους τη βασάνιζαν όσες μύριες σκέψεις.

                  Κάποια στιγμή ο καπετάνιος με μάτια λαμπερά και χωμένα στα πυκνά φρύδια του που έχασκαν σαν γκρίζα σαλιγκάρια τους είπε   νωθρά;

             --- Σας το είπα και πάλι. Δε γίνεται ταξίδι μ’ αυτό τον καιρό. Θα  φουντάρουμε! Ας το αναβάλουμε για αύριο. Ημέρα του Θεού είναι κι αυτή.                     

            --- Δεν μπορώ να μείνω! του ‘κανε με ζωντανό βλέμμα ο  Καλλίνικος και ξεφύσηξε σαν Κόχυλας. Πρέπει να κάνω Ανάσταση στο νησί!

           --- Αδερφέ μου! του είπε ο καπετάνιος και κράτησε λίγο την ανάσα του. Θα πνιγούμε πώς να στο πω! Δε βλέπεις τον καιρό;

           Όση ώρα μιλούσαν η Ρόζα τους κοίταζε με μια θρησκευτική διάθεση. Όλο κάτι μουρμούριζε κι όλο κουνούσε τα χέρια της νευρικά.

           --- Τι λες κι εσύ κοπέλα μου; τη ρώτησε κλαψουρίζοντας ο καπετάνιος και έριξε μια ματιά έξω να δει πως ήταν τα πράγματα αλλά δυστυχώς το μόνο που είδε ήταν το πυκνό σάβανο της σκόνης που είχε σκεπάσει τον ορίζοντα.

         --- Έχει θαλασσοταραχή κι αγριοκαίρι! Δεν ξέρω όμως, ότι αποφασίσετε!

         ΄Άξαφνα ο καπετάνιος σηκώθηκε και κόλλησε το πρόσωπό του στο τζάμι. Αυτιάστηκε για λίγο και κοίταξε τη θάλασσα που αφρισμένη   ξερνούσε το ένα κύμα πάνω στο άλλο. Πιο πέρα το καίκι του λικνιζόταν με βία πάνω στη φουρτούνα σαν καρυδότσουφλο. << Να τον πάρει ο διάβολος τον … , να μην  το πω, που επιμένει >> μουρμούρισε και γύρισε στο τραπέζι. Εκεί χτυπώντας με τη γροθιά του την ξύλινη επιφάνεια τους είπε με τη βροντερή φωνή του:

           --- Μπαρκάρουμε, πάμε για το καίκι!

           Κι όμως κι αν χάρηκε εκείνη τη στιγμή ο Καλλίνικος όνειρο ήταν η ελπίδα του να φτάσει στο νησί. Γιατί αμέσως σαν ανοίχτηκαν στη θάλασσα, ένιωσαν το καίκι να σπαράζει λες και το είχανε πιάσει σπασμοί. Η θάλασσα αφροκοπούσε απ’ άκρη σ’ άκρη και τα κύματα κυνηγούσαν το ένα τ’ άλλο και δέρνονταν μέσα σε μεγάλο χαμό. Είχαν χάσει λες την ιδιότητά τους να είναι νερό και είχαν γίνει θεριά ανήμερα. Αρκούδες ασπρόμαλλες που σαν κοπάδια πεινασμένα χύνονταν πάνω στο μικρό καίκι να το τσακίσουν. Αλλά εκείνο γλιστρούσε και τους ξέφευγε και σαν ψήλωνε πάλι χαμήλωνε, κι όλο έτριζε και σερνόταν με την κοιλιά να φύγει μακριά τους. Όμως τα κύματα δεν ησύχαζαν κι όλο έρχονταν πιο πεισμωμένα και πιο άγρια και καβαλίκευαν στο κατάστρωμα και το ‘δερναν ανελέητα. Άλλο ερχόταν από μπρος, άλλο από τα πλάγια κι άλλο από κάτω και μανιασμένα έστελναν τη δύναμή τους και τους αφρούς τους καταπάνω του, παντού στην πλώρη και στην πρύμνη. Κι εκείνο το δόλιο το καίκι έγερνε πότε από ‘δω και πότε από ‘κει, βουτούσε με την πρύμνη, σηκωνόταν, έπεφτε και βογκούσε σαν να πονούσε. Και κάποια στιγμή φάνηκε πως ήταν έτοιμο να παραδοθεί στη θέληση της θάλασσας.                                        

         Οι δυο μας ταξιδιώτες όση ώρα το καίκι σκυλοπνιγόταν με τον καπετάνιο να προσπαθεί να το σώσει, καθισμένοι στην καμπίνα τους, κοίταζαν βουβοί το κακό που γινόταν γύρω τους και προσεύχονταν. Και σε μια εκδήλωση μιας ανθρώπινης καλής συμπεριφοράς ο  Καλλίνικος ξεφώνησε:

          --- Μωρέ θα βουλιάξουμε! Τι είναι αυτό που μας βρήκε!

          Η Ρόζα δε μίλησε. Σφίχτηκε πάνω του κι έδειχνε πως ο φόβος και η απελπισία είχαν φωλιάσει μέσα της

           Ο καπετάνιος πάλευε σαν θηρίο να γλιτώσει το καίκι του και μαζί του τις τρεις ζωές. Τα μαλλιά του και τα γένια του είχαν σκληρύνει τόσο που έμοιαζαν σαν αγκάθια. Τα μάτια του ορθάνοιχτα και υγρά έχασκαν σαν δυο γκριζωπά κοχύλια. Οι φωνές του άναρθρες και θρηνητικές έσκιζαν το δυνατό αέρα στέλνοντας μηνύματα απελπισίας κι απογοήτευσης.

           --- Μωρέ θα χαθούμε! Φώναξε κάποια στιγμή και παραπάτησε σαν ένα δυνατό κύμα τον έσπρωξε με δύναμη στη δεξιά πλευρά τής πλώρης. Κι αμέσως το πλεούμενο έγειρε στο δεξί πλευρό, έτοιμο να βυθιστεί. Και σαν κι ένα άλλο κύμα μανιασμένο τον έριξε τ’  ανάσκελα στην κουβέρτα, τραύλισε όλο παράπονο:

           --- Μωρέ σκυλί! Τι κάνεις εκεί;

           Κι αμέσως σιώπησε.

           Το δόλιο το καίκι, έγειρε από ‘δω, έγειρε από ‘κει και μετά σηκώθηκε μια με την πρύμνη, μία με την πλώρη και άρχισε να βουλιάξει στ’ αφρισμένα νερά.

 

                                             = = = 

 

          Πήδησαν και οι τρεις στη θάλασσα κι αφού πάλεψαν  με τα άγρια κύματα βγήκαν κακήν κακώς στη στεριά. Οι ψαράδες που είδαν το ναυάγιο, έτρεξαν τους μάζεψαν  και τους έφεραν στην καλύβα τους. Βρεμένοι ως το κόκαλο αυτοί, τουρτούριζαν γύρω από τη φωτιά και αναμαλλιασμένοι κοίταζαν ο έναν τον άλλο απορώντας πως σώθηκαν και βρίσκονταν τώρα  σε ασφαλή χέρια. Μετά το δεύτερο ρούμι συνήλθαν, άκουσαν ιστορίες για τα ανυπότακτα στοιχειά της φύσης από τους ψαράδες, είπαν με λίγα λόγια τη δική τους ιστορία και διπλωμένοι στις κουβέρτες περασμένα μεσάνυχτα τους πήρε ο ύπνος.

         Το πρωί ο γηραιότερος ψαράς  είπε στον καπετάνιο: << Εσένα θα σε στείλουμε ασφαλή όταν φτιάξει ο καιρός απέναντι στην πατρίδα σου >>.  Ύστερα στράφηκε στους δυο ερωτευμένους για να πει και σ’ αυτούς: << Όσο για σας τα δυο περιστέρια με τόσα πέλαγα που έχω αρμενίσει κάτι ξέρω από έρωτα! Να πάτε εκεί που έχετε αποφασίσει να μείνετε, να φτιάξετε τη φωλιά σας και να ζήσετε ευτυχισμένοι μαζί ως το τέλος της ζωής σας!

 

 

 

 

 

 

                                                      ΤΕΛΟΣ

 

 

 

 

 

  

         

 

 

        

 

 

 

 

 

 

 

 

 

              

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου