Παρασκευή 4 Ιουλίου 2014

Αγία Κυριακή

Γράφει ο Παν. Αντωνόπουλος
             Όμορφη και φέτος. Ολόξανθη και ηλιοκαμένη. Ο μπάτης σου στέλνει το διάφανο φύσημα, η όστρια γέρνει πάνω σου τον ίσκιο των γλάρων της αθώας σου θάλασσας.
             Εδώ το βρεμένο βότσαλο, εκεί οι λευκοί αφροί. Στο βάθος ο γέροντας άνεμος, νότια του σπάρου η πλατιά ουρά. Τις νύχτες το μελί φεγγάρι σου λουσμένο στα νερά.
            Τοπική αυτοδιοίκηση, Εξωραϊστικός Σύλλογος, εραστές του ωραίου, φιλόπονοι καταστηματάρχες της ταβέρνας  του << Αχινού >> και του << Γρηγόρη >>, φτωχοί ψαράδες, σκυφτοί εργάτες, βασανισμένοι κοντά στα φύκια και στα όστρακα, ανέσυραν από το τέλμα της άδειας τσέπης τους τον όβολό τους και σε προίκισαν.

Δευτέρα 30 Ιουνίου 2014

Διακοπές

Γράφει ο Παν. Αντωνόπουλος

            Σε πίσω καιρούς σήμερα το χρονογράφημα. Σε καλοκαίρια ντυμένα στο κίτρινο και δροσισμένα από Γαρμπήδες και Ζέφυρους.  Καλοκαίρια φίνα, με τους κόρφους τους να στάζουν ιδρώτα, τις ρόγες των κοριτσιών χαϊδεμένες από την Όστρια, τη μουσική συμφωνία των γκιώνηδων να χαϊδεύει τα ώτα, τις μυρωδιές του υάκινθου και του ριθιού να φτάνουνε σε μακρινά ακρογιάλια.
            Ευθύς μόλις τα σχολεία έκλειναν, αμπαρώναμε τα σπίτια και γινόμαστε Λούηδες. << Φορτώστε τα στο γάιδαρο >> έλεγε ο αφέντης πατέρας, χαϊδεύοντας το ακάνθινο γένι του. Προορισμός μας το χτήμα για τις καλοκαιρινές μας διακοπές, σε χώρο άνυδρο και ξερό, ζωσμένο τριγύρω από την αφαλαρίδα και το γαϊδουράγκαθο.

Δευτέρα 23 Ιουνίου 2014

Ξανθό καλοκαιράκι

Γράφει ο Παν. Αντωνόπουλος

             Ξανθό καλοκαιράκι, με το μαϊστρο να τρέχει στα μπογάζια,  τις εξετάσεις περατωμένες, τα αποτελέσματα επιβεβαιωμένα από τη βασιλίδι βαθμολογία των σοφών καθηγητών, μας περίμεναν τοιχοκολλημένα σε θέση περίοπτη του στεγασμένου χώρου. Προβιβασμένοι και απορριφθέντες όταν τα παίρναμε, ένας θεϊκός άνεμος έσερνε όλες εκείνες τις κουρελιασμένες ψυχές μας, τις τριμμένες εννιά μήνες στο άγριο δόντι του μαυροπίνακα και τις έκανε ροζ συννεφάκια σε βράχους και ακρογιαλιές.
            Οι κοντινοί στη θάλασσα γέμιζαν κιόλας λέπια, ονειρεύονταν τρικούβερτα μπάρκα, περπατούσαν κι έκαναν πως τσαλαβουτούσαν σαν δέλφινες. Οι καμπίσιοι ονειρεύονταν νυχτερινούς υπνάκους σε αγκαλιές αρωματισμένες με σγουρούς βασιλικούς, οι βουνίσιοι να παίζουν φλάουτο στις πλαγιές μαζί με τους πετροκότσυφες.

Τρίτη 17 Ιουνίου 2014

Δαίμονες εν οίκω

Γράφει ο Παν. Αντωνόπουλος

                 Καθώς βοριάς κρύος, πέρασαν οι εκλογές. Κι όπως εκείνος αφήνει συντρίμμια, ρίχνει στέγες, καταλύει σκούφους και σούρνει χαρτοκούτια, όμοια και τούτες κραυγές λύσσας άφησαν, γαβγίσματα, κικιρίκου, θα… θα… θα…,  ιούς σκόρπισαν σαν το πλασμώδιο του Λαβεράν.  Στις πλατείες άφησαν αποτσίγαρα, τσόφλια από ηλιόσπορους, στους σταθμούς κουρελήδες ψηφοφόρους.
                Δαίμονες εν οίκω οι υποψήφιοι, μας καταβρόχθιζαν μέσα στο σαλόνι μας, τα σαγόνια τους λεπτό δεν έκλεισαν να αλέθουν, κόκκινους, πράσινους, γαλάζιους, σιτισμένους με όσπριο, φουκαράδες Ελληνάκους με μπαλωμένο βρακί. Ένας Κολοκοτρώνης δε βρέθηκε να τους σβουρίξει τη σπάθα, ένας Νεφεληγερέτης Δίας να τους κεραυνώσει, ένας Ποσειδώνας του ωκεανού να τους πατώσει στα αφρισμένα κύματα.

Παρασκευή 6 Ιουνίου 2014

Κατείβετο δε γλυκύς αιών νόστον οδυρομένω


Γράφει ο Παν. Αντωνόπουλος
Έλληνα της διασποράς
               Άφθορε Έλληνα της διασποράς, ευφραινέσθω η ψυχή σου, χορευέτω η χαρά η μετάγουσα σε λειμώνες ευτυχίας. Χαίρε, από το γενέθλιο τόπο του ήλιου και της αρμύρας  με το συνδοξαζόμενο μπλε και λευκό της ευρύχωρης θάλασσας και του σύμπαντος ουρανού. Της νεραϊδόκορμης αγράμπελης δέξου την αφή του φιλιού της, της ροδοδάφνης το άνθος ξεφύλλισε στο αναμμένο κεράκι της μνήμης σου. Στο έμπα του σπιτιού σου, στήσου Οδυσσέας ένδοξος, τις μολυβένιες μέρες του νόστου σου ξεδίπλωσε, το ιερό  πτολίεθρο  της πατρίδας σου που άφησες και πήγες σε άστεα ξένα, υπερώα θανάτου και οίκους μολυσμού του σώματος και της ψυχής σου, θυμήσου.

Τρίτη 3 Ιουνίου 2014

Ρε, φουκαρά Ελληνάκο!

Γράφει ο Παν. Αντωνόπουλος


               Πάλι την ολιγαρχία του πλούτου, ψήφισες! Εξέλεξες ένα τσούρμο βιομηχάνους, τσιφλικάδες, ψυχοπομπούς, αργοφονιάδες, εκηβόλους της τσέπης σου, ξακουσμένους φαγάδες, γλεντζέδες του πάτριου πλούτου, κλέφτες του χιτώνα σου, μασκαράδες που βυσσοδομούν το κακό.  
               Ανεβασμένοι στο φράχτη σαν τα κοκόρια οι πολιτικοί, σου σάλπισαν τα ίδια και τα ίδια και σε κοίμισαν. Ύστερα σε γύμνωσαν και χωρίς βρακάκι σ’ έστειλαν στην κάλπη. Κι εκεί πια για να ντύσεις μ’ ένα κουρελάκι τη γύμνια σου, την ψήφο σου πούλησες.
             Και τώρα όλα μέλι γάλα! Η σούπα σου θ’ αβγατίσει με δυο σπυριά ρύζι, το εντόσθιο θα μπει τρεις φορές στο τραπέζι σου, οι τράπεζες θα σου προσφέρουν ανθοδέσμες στην καθυστέρηση της δόσης σου, το σκουπίδι θα φύγει στο πι και φι από την πόρτα σου, στο νοσοκομείο ο γιατρός χωρίς φακελάκι θα σου βγάλει τη σκωληκοειδίτιδα.

Τετάρτη 21 Μαΐου 2014

Ο ανάπηρος και ο αφέντης

Γράφει ο Παν. Αντωνόπουλος
              Νέος, μακριά από το ραγισμένο πατρικό κεραμίδι, βρέθηκα σε χωριό σφιλιασμένο στους βράχους και πνιγμένο στο γαϊδουράγκαθο. Είχα  χάσει τον ουρανό, οι άνεμοι ούρλιαζαν μέσα στα θάμνα, οι μέρες μου απλώνονταν μπροστά μου σαν κιτρινισμένα χαρτιά.
              Με κράτησαν κοντά του οι καρδούλες των μαθητών μου. Όλες  τους ζυμαράκι  ζητούσαν κάποιον να τις πλάσει. Κι εγώ μπορούσα να το κάνω δαρμένος στον ανεμοστρόβιλο του βιβλίου. Πώς να τις αφήσω;  Φιλιώθηκα με την ερημιά, έμεινα και νανουρισμένος από το τραγούδι τους εν μέσω των ανθούντων ψυχών τους, τις νοιαζόμουνα για τρία χρόνια.  

Δευτέρα 12 Μαΐου 2014

Τα κούμαρα

Γράφει ο Παν. Αντωνόπουλος
           Σε πίσω καιρούς, είχα διοριστεί σε χωριό θαμμένο στα βουνά, στις πέτρες και στα γαϊδουράγκαθα. Το σχολείο ερείπιο, οι τοίχοι του αυλακωμένοι από τις σχισματιές, τα κουφώματα σάπια, η οροφή Νιαγάρας να με μουσκεύει από ποδός μέχρι  κεφαλής.  
            Τις περισσότερες μέρες νηστικός, τις Κυριακές με τάιζε μια φετούλα πρόσφορο ο παπα- Γιώργης, στις μεγάλες γιορτές ο πρόεδρος μου ‘στελνε πεσκέσι σούπα την ουρά του προβάτου.   Όταν δεν είχα μάθημα έπιανα κοτσύφια με θηλιές, τον τσοπάνο βοηθούσα να βρει τα χαμένα κατσίκια στα πουρνάρια, στη στρούγκα μαζί του αρμέγαμε το κοπάδι όταν το γυρνούσε από τη βοσκή.

Δευτέρα 5 Μαΐου 2014

Άνοιξη

Γράφει ο Παν. Αντωνόπουλος

              Ω! αφράστου ομορφιάς Άνοιξη! Αινούμε και προσκυνούμε τα κάλλη σου, από το κόκκινο τριαντάφυλλο της καρδιάς σου, το μύρο του ρουφάμε. Χειλάκια αγγελικά παντού τραγουδούν, ματσάκια κρίνοι στις χούφτες μας στεγνώνουν την άφατη λύπη μας. Λύπη από τη Μεγάλη μας Σαρακοστή που μας ταίζει με αέρα και γηρασμένες υποσχέσεις. Υποσχέσεις από πυλωρούς του Άδη μας, υποψήφιους Ηρώδες και Αττίλες που ψαλμωδούντες μελιφθόγγως την ψήφο μας ζητάνε να τραφούν και πάλι στο πρυτανείο της βουλής.

Δευτέρα 28 Απριλίου 2014

Ανάσταση

Γράφει ο Παν. Αντωνόπουλος
               Χριστέ μου υπερφυώς ανέστης εκ νεκρών και υψώθεις στον ουρανό, εμείς όμως με της ρομφαίας την εκδίκηση σπαράσσουμε. Το ‘να χαράτσι πέφτει πάνω στ’ άλλο, αινούμε και προσκυνούμε από πρωίας μέχρι νυκτός να μη μας πουρλακίσουν τα λίγα μας ευρώ, το γένος μας κραταιό πασχίζουμε με δόντια και με νύχια να το αποτρέψουμε να τεθεί εν τάφω.   
               Κι όσο βυθιζόμαστε στη λάσπη, οι σωτήρες μας μελωδούντες  ευαγγελίζονται τη λύτρωσή μας. Γούστο που έχουν οι ατσαλάκωτοι. Ωλέσαντες τη σοβαρότητά τους σαλπίζουν ύμνους στα κανάλια, εμετικούς παιάνες στις συγκεντρώσεις, αίνους δοξαστικούς στα συμπόσια περί ανάκαμψης και ζητούν την υπερευλογημένη ψήφο μας.  

Δευτέρα 14 Απριλίου 2014

Γολγοθάς

Γράφει ο Παν. Αντωνόπουλος
             Ιησού Χριστέ, βασιλεύ του παντός, δεν μένεις καλύτερα στον Άδη! Τι σε βιάζει ν’ αναστηθείς και να ‘ρθεις εδώ στην πατρίδα μου που κυβερνούν λύκοι και φτερωτές Άρπυιες ματώνουν τις σάρκες του λαού! Όλο το Μεγαλοβδόμαδο γλυκέ μου Χριστέ, αυτοί που κήδεψαν τον Ελληνικό λαό θα μαζευτούν σαν τις << Οσίες Μαρίες >> κάτω από τη σκέπη της εκκλησίας σου  και με δακρυρρόους θρήνους θα σπαράζουν για το Γολγοθά σου και πικρώς εκβοώντες βλέποντας σε κρεμάμενον και γυμνόν επί του ξύλου θα ζητούν στο φέγγος σου να ξεπλύνουν την όζουσα ζωή τους.  

Δευτέρα 7 Απριλίου 2014

Χαστούκια

Γράφει ο Παν. Αντωνόπουλος
             Κάθε μέρα μια ολοδάκρυτη αυγούλα μας βρίσκει μ’ ένα ματσάκι αγριανθούς στο βαζάκι μας. Οι μεγάλες μας χαρές έγιναν Άρπυιες, η τσέπη μας τρύπησε, οι Σαμάρειες υποσχέσεις πάνε κι έρχονται σε ατραπούς σκοτεινούς που συναντούν το Μερκέλειο Λαβύρινθο.
            Ούτε πιστεύουμε σε τίποτα, ούτε περιμένουμε κάτι, ούτε ελπίζουμε. Η καρδούλα μας τσόφλι, στοιχειά και δράκοι σχίζουν τα σωθικά μας, το λιγοστό πλιγούρι μας το αρταίνουμε με νοθευμένο λαδάκι. Στην τηλεόραση κόρσες αναύχενες μας ραντίζουν με εντομοκτόνα λόγια, φουσκωτοί πολιτικοί πετεινοί λαλούν πριν τις εκλογές, επιτετραμμένοι θαυματοποιοί, σγαρλίζουν μια κουτσουλιά στο κοτέτσι του Χατζηδάκη και τη βαπτίζουν, ανάπτυξη.  Κι εσύ φουκαρά Έλληνα ραγιά κάθεσαι σταυροπόδι κοντά στο άδειο σου τσουκάλι και σκέφτεσαι. Τι σκέφτεσαι;  Τα χαστούκια που έχεις φάει, αυτά που τρως και τα άλλα που θα φας!

Παρασκευή 28 Μαρτίου 2014

Μπάτε σκύλοι αλέστε…

Γράφει ο Παν. Αντωνόπουλος
            Τους χώρους της δημόσιας διοίκησης που καθεύδει τους φοβάμαι όπως ο εωσφόρος το λιβάνι. Χαίρω όταν μου έχουν κόψει τον ομφάλιο λώρο μαζί της, τρέμω σαν αιχμάλωτος του Άουσβιτς μήπως με κάνουν σαπούνι στους φούρνους της, όταν το άγριο δρολάπι του νόμου με επιστρατεύσει να σταθώ ενώπιόν της, γυμνό ραγιαδάκι και να μου βγάλει τη σφέρτσα.   
              Κι αν  Βελζεβούλης Έλλην ή Τροϊκανός με φέρει εκεί, ούτε δεμένος δεν κάθομαι, όσο ο λιμοκοντόρος γραφειοκράτης, παλουκωμένος στο γραφείο του,  μου γαργαλάει τον πισινό με σκουριασμένο καρφί.

Δευτέρα 17 Μαρτίου 2014

Βρικόλακες

Γράφει ο Παν. Αντωνόπουλος
            Κυψέλη το δημόσιο. Τροφοδοτεί τα χαρτένια όνειρα των νέων, επουλώνει πληγές της φτώχειας τους όταν περάσουν το κατώφλι του, θαμπίζουν οι νύχτες τους από το αστεράκι της μονιμότητας που τους φωτίζει, σπιθίζουν οι αυγές τους από το γλίσχρο μισθό που τους φιλοδωρεί.  Δουλεύουν και τους ραντίζει η ανάβρα της ευτυχίας, ντύνονται με την εθνική στολή του φυλακισμένου στο κάτεργο της εξουσίας, λιώνουν και σαπίζουν τριανταπέντε χρόνια δεμένοι με λουριά στις φάκες του δημοσίου υπόκοσμου.  
             Σ’ αυτό το μαγαζάκι φώλιασα κι εγώ. Είδα κυρίες υπάλληλους με φτερά στο καπέλο, δράκους γραφιάδες, να έχουν γραμμένη ανεξίτηλη στο στήθος την υποταγή στο κίβδηλο κόμμα, χαμερπείς σκύλους γραμματείς αλειμμένους με σάλια να ξεσκονίζουν τα παπούτσια των προϊσταμένων. 

Τετάρτη 12 Μαρτίου 2014

Η φούσκα

Γράφει ο Παν. Αντωνόπουλος

                  Στα δίσεκτα παιδικά μας χρόνια τις μέρες μας κανένα ροδόφυλλο δεν τις στόλιζε και οι νύχτες μας ήταν χωρίς χρυσομέταξα μαλλιά και γεμάτες σκιάχτρα και πληγωμένα αστέρια. Όμως οι καρδιές μας πήδαγαν στα στήθια μας να διατηρήσουν τη ζώσα φλόγα του μικρού ήλιου που ανέτειλε και χανόταν σαν διαλυμένος κομήτης.
                  Και του Τριωδίου ερχομένου ένας τέτοιος αρρωστούλης ήλιος σκόρπαγε την καταχνιά από τη γειτονιά, μάς έβγαζε το χοντρό ρούχο και ζεστούληδες σκαρίζαμε σαν τα σαλιγκάρια στη χλόη ύστερα από τη βροχή. Οι αποκριές είχαν υπογράψει το τέλος των χοίρων και δήμιοι οικοδεσπότες με τα μαχαίρια στα χέρια έκοβαν από έναν – έναν τον καρούντζο. Εμείς που τα παιχνίδια μας ήταν αναπαρμένα από χέρι τσιφούτικο και σκληρό σαν σίδερο, σκυφτοί πάνω από το σφαχτό με βλέμμα δριμύ, στον όλεθρό του ξεθάβαμε από την κοιλιακή του χώρα λαφυράκι ατίμητο.

Δευτέρα 10 Μαρτίου 2014

Πως βγαίνει το ψωμί!

Γράφει ο Παν. Αντωνόπουλος
        Αιμάσσων στην ψυχή, βλέποντας τους πατριώτες μου να τρώνε στους δρόμους μπισκότο και φρυγανιά που << ξάφρισαν >> απ’ το σούπερ μάρκετ της γειτονιάς, κόβω τις ρουφηξιές του σκέτου μου και αυτοτιμωρούμαι με αποχή από το υπόλοιπο του περιεχομένου.
         << Κλέβουν και τρώνε ότι βρούνε μέσα στα ράφια των σούπερ μάρκετ, η πείνα χτυπάει κόκκινο και στην επαρχία>>  εμποιεί με το λόγο του ένας << απελέκητος >>  στο διπλανό τραπέζι και σφραγίζει το λογύδριό του περί πείνας με τούτο το σοφό και αστείο: << Σαν πάρει τ’ αυτί τους πως τα κόκαλά μας είναι γερά, θα μας ξεκοκαλίσουν οι φάρες του κερατά, θα μας τα πάρουν! >>

Τρίτη 4 Μαρτίου 2014

Η επικήρυξη του ποιητή

Γράφει ο Παν. Αντωνόπουλος
         Χρόνια τώρα ο ποιητής της πόλης ζούσε εξόριστος  σε μια σπηλιά, με  τα άγρια θηρία και τα δηλητηριώδη φίδια. Κι αυτό γιατί το νοσηρό της Πνεύμα τον είχε διώξει, αρνούμενο να δεχτεί τους στοχαστικούς ιάμβους του και τις λυρικές ελεγείες του.
           Πικραμένος κι αυτός αυτοεξορίστηκε. Ώσπου όμως να συγκατοικήσει με τους άγριους συντρόφους του, διέκοψε τις δημόσιες εμφανίσεις του, και απομονώθηκε οίκοθεν. Εκεί περιορισμένα αφουγκραζόταν το σφυγμό τής πόλης και συνέχιζε να γράφει τους στίχους του. Στίχους γλυκούς κι ερωτικούς αλλά και στίχους για το θάνατο και τη βασανισμένη ζωή.

Κυριακή 2 Μαρτίου 2014

Το ψοφίμι



Ο ιδρώτας ανάβλυζε από το πρόσωπο του υποψήφιου δημάρχου και οι χοντρές σταγόνες κυλούσαν στο μέτωπο και στα μάγουλά του, όση ώρα φλυαρούσε στους αδιάφορους ψηφοφόρους του.  Κόκκινες βούλες παντού στο πρόσωπό του, στα μάτια μίσος φρικαλέο, φωνή που τρυπούσε τ’ αυτιά σαν βέλος.
          Την προηγούμενη μέρα η τοπική εφημερίδα με μια γελοιογραφία της τον είχε περιποιηθεί καλά. Δημοσίευσε ένα κωμικό ανθρωποειδές με ύπουλο βλέμμα να αναρριχάται σ’ ένα κορμό δέντρου. Στη λεζάντα κάτω είχε γράψει: << ο αυριανός δήμαρχος συλλέγει καρπούς! >>

Δευτέρα 17 Φεβρουαρίου 2014

Χαρτί απορίας

  Γράφει ο Παν. Αντωνόπουλος
              Τούτης της στραβοπόδαρης ελληνικής γραφειοκρατίας πολύ της αρέσουν τα στολίδια.  Για να ρυθμίσεις το στεγαστικό σου δάνειο  θέλεις δώδεκα χαρτιά συν φωτοτυπία του βιβλιαρίου καταθέσεων για το κερασάκι στην τούρτα! Κι όσο να στρώσεις στοιβανιές στο γραφείο της υπαλλήλου, άλλες φουρκάδες σε περιμένουν. <<Φέρε μου κι ένα  <<ανεργίας >> του γιου σου, και τους τίτλους κυριότητας και επικαρπίας του σπιτιού>>  σου λέει.  Τα χάνεις, βλαστημάς την ώρα και τη στιγμή που άφησες τη στρούγκα για να φτιάξεις σπίτι και περιχύνεις το φαρμάκι σου στους μούργους αφέντες σου.
            Αυτή λοιπόν η γραφειοκρατία μου άρπαξε σε πίσω καιρούς το δισάκι μου. Μ’ άφησε χωρίς ψωμί και στέρεψε το νερό στο φρυγμένο μου κορμί.

Σάββατο 15 Φεβρουαρίου 2014

Ερίφια και αμνοί

Γράφει ο Παν. Αντωνόπουλος

Η εποχή λαπάς. Ουδέν ακμάζει κι όλα φαίνονται μέσ’ από δακρύβρεκτο όμμα. Αλυσοδεμένο το πνεύμα, μαραμένα τα φύλλα της ευώδους μυρσίνης μας. Πιασμένοι σαν τους ποντικούς στη φάκα να τρώμε το ποτισμένο με δηλητήριο τυράκι, ούτε ακούμε του αφρού το μουρμούρισμα, ούτε βλέπουμε το ανθισμένο ροδάμι που τραγουδά όταν το χαϊδεύει ο άνεμος ζέφυρος.
Λησμονήσαμε το ευ ζην, το ρίξαμε στο κακώς ζην. Η χαρά μας μοιρολόι, τα χάδι μας αρπαχτικό πιράνχας, ο λόγος μας μαραφέτι διαβόλου, η τερπνή κουβεντούλα μας Μέγαιρα Ερινύα, οι θείες εκλάμψεις της συντροφιάς του φίλου, σάρισες Μακεδονικές που πληγώνουν σπλάχνα.

Πέμπτη 13 Φεβρουαρίου 2014

Κομμένα όλα!

Γράφει ο Παν. Αντωνόπουλος


Ζούμε εν νεφέλαις καπνού και πυρός. Χωρίς λούσο, με το ρεύμα κομμένο, το ρούχο τριμμένο, το χαράτσι βουνό σαν την Γκιώνα, το φάρμακο γενόσημο σαν το μαντζούνι του παλιού καιρού.  Το βόλι νιώθουμε του Στουρνάρα, τη λευκασμένη μας ζωή στη λάσπη κυλάμε. Πού να σταθούμε; Σε στύλους όπως ο Στυλίτης; Τους έκοψαν για της σόμπας την πυρά. Σε καταυλισμούς; Τις οδύνες τους εκεί εναποθέτουν σεσηπότα σώματα της μαύρης Αφρικής. Στους οίκους μας, με τους σωριασμένους σοβάδες;   Ποιους οίκους;  Τους εκποιημένους βόρειους πόλους που έχουν δώματα κατάψυξης, τζάκια με καύσιμο λιοκόκι, στόφες υψικάμινες που ζεσταίνουν με καιόμενο παπούτσι πλαστικό, σάπια καδρόνια και κλεμμένα νάιλον από τα θερμοκήπια; 

Τετάρτη 12 Φεβρουαρίου 2014

Ντενεκέδες

 Γράφει ο Παν. Αντωνόπουλος
                 Τούτο τ’  ονοματάκι ριζώνει στα στήθια μου όποτε βρεθώ σε δημόσιο γραφείο, απέναντι σε διορισμένο υπάλληλο αγρίμι ή σε θήλυ καλλονή που φροντίζει τα σμιχτά της φρύδια και αγνοεί εμέ το δυστυχή φορολογούμενο.
                   Αν καταλάβατε, μιλάω για τους << ντενεκέδες >>    ηγεμονίσκους υπαλλήλους του που μας σκονίζουν με τη σκουριά τους  και από το  μόσχο το σιτευτό που εμείς βόσκουμε αυτοί  τρώνε το ψαχνό και μείς γλείφουμε το κόκαλο.
                 Ήμουν οδοιπόρος στις πρώτες μου μέρες στην εκπαίδευση  όταν άρχισε η φαιδρά μας γνωριμία. Με φλογισμένη νιότη και ψυχούλα λευκοφόρα  αγάλι- αγάλι και φοβισμένος μπήκα στο γραφείο του επιθεωρητή. Θαμπώθηκα απ’ τα ακριβά του έπιπλα, τα καρυδένια, και τα γυαλισμένα με λούστρο και ραντισμένα με μυρωδάτο σπρέι.

Τρίτη 11 Φεβρουαρίου 2014

Η σόμπα


Γράφει ο Παν. Αντωνόπουλος
Ασκητής από τα τριάντα μου. Το πρώτο ασκηταριό μου ένα χωριό πάνω σε σουβλερoύς βράχους σαν καρφιά και γύρω – γύρω λασπότοπος που στις ξέρες του φύτρωναν γαϊδουράγκαθα.
Ασυντρόφευτος, μίλαγα με τα μονοκόμματα λιθάρια, τις κρυμμένες κίσσες στα πουρνάρια, μάζευα το σκόρπιο κοπάδι του τσοπάνου, όταν δεν είχα μάθημα κι έτρεχα με τα αρνάκια στις χέρσες αναβόλες.
Το σχολείο ερείπιο, οι σκισμές στους τοίχους χάσκουσες πληγές, οι πόρτες και τα παράθυρα σάπια ανέμιζαν σαν φαντάσματα στο δόντι του βοριά. Η κουζίνα φτωχή, μ’ ένα καμινέτο φαγωμένο από τη σκουριά, το τηγάνι κολοβό, το γυάλινο ποτηράκι με ραγισμένες ουλές στα χείλη του. Με το Κολοκοτρωναίικο σουγιαδάκι έκοβα φετούλες το ξερό ψωμί μου, μ’ ένα κουταλάκι από λαμαρίνα ανακάτωνα το βραστό μακαρόνι. Τη μισή βδομάδα όσπριο, αβγό και κονσέρβα, την υπόλοιπη, ότι με φίλευε ένας φτεροπόδαρος ορεσίβιος του βουνού.

Τετάρτη 5 Φεβρουαρίου 2014

Αχτίδα κίτρινη και γλυκιά

Γράφει ο Παν. Αντωνόπουλος
<< Αγαπημένε μου! Σ’ ευχαριστώ θερμά για το βιβλίο σου που μου έστειλες και για τα ζεστά σου λόγια. Μα ακόμη σ’ ευχαριστώ πιο θερμά για την επικοινωνία που είχαμε. Αυτό μου ‘δωσε ζωή, μ’ έκανε πιο χαρούμενη και πιο γυναίκα! Ζωντανή, καυτή και ζωηρή όπως με θέλεις!
Το βιβλίο σου, ναι, το διάβασα εν μια νυκτί, που λένε. Μου άρεσε! Οι περιγραφές του ζωντανές, ο διάλογος παραστατικός, εικόνες με έντονα χρώματα, κρατούν τον αναγνώστη σε αδιάπτωτο ενδιαφέρον ως την τελευταία του σελίδα. Οι αναδρομές στα περασμένα, στολίδι και εμπλουτισμός του όλου έργου, αλατοπίπερο νοστιμιάς. Έχεις την τέχνη να κεντρίζεις την περιέργεια για το τι θα γίνει τελικά.

Η ρουλέτα


Γράφει ο Παν. Αντωνόπουλος
Μόλις ο κρουπιέρης φώναξε << κόκκινο! >> ο άντρας με το ακριβό κουστούμι και το νεανικό πρόσωπο, πάγωσε ολόκληρος κι άρχισε να τρέμει ασταμάτητα. Και τούτο γιατί συνειδητοποίησε με φρίκη πως δεν του είχε απομείνει ούτε ένα λεπτό στην τσέπη σαν έχανε και τα τελευταία του πέντε χιλιάδες ευρώ που ποντάρισε στο καταραμένο μαύρο και δεν του βγήκε.
Έτσι αφού πήρε μια βαθιά ανάσα για να συνέλθει από το σοκ που πέρασε, άφησε πίσω του τη ρουλέτα και τους παίχτες της και σαν μανιακός κατευθύνθηκε στο μπαρ του καζίνου.
<< Και το μόνο που μπορώ να θυμηθώ >> σιγοψιθύρισε σαν κάθισε << είναι ότι στην αρχή και για μια ώρα, μάζευα χιλιάδες ευρώ, έχοντας την τύχη μαζί μου και στο τέλος μέσα σε τρία λεπτά, έπαθα καταστροφή! Αν το μαύρο… Αν το μαύρο, λέω, ξανάβγαινε δε θα ήμουν έτσι τώρα! Και το κόκκινο; Είχε αργήσει να βγει… Έπρεπε να το προσέξω… Αχ, αυτά τα καπρίτσια της τύχης, κανείς δεν μπορεί να τα προβλέψει… >>.

Η φτερωτή ευωδιά της γυναίκας

Γράφει ο Παν. Αντωνόπουλος
Ο άντρας μόλις είχε έρθει από το πάρκο του ξενοδοχείου κι έπινε το ποτό του στη μεγάλη και πολυτελή αίθουσά του.
Η ονειροπόλα γυναίκα που εκείνη τη στιγμή μπήκε στην αίθουσα, μ’ ένα ρυθμικό κι αργό βηματισμό και κάθισε απέναντί του, τον ξάφνιασε τόσο, που, νόμισε πως της υποκλίθηκε αδέξια μαζί με μια καλοσυνάτη κι εξεταστική ματιά.
Έσβησε ύστερα το τελειωμένο του τσιγάρο στο τασάκι κι αφού πήρε άλλο από την ταμπακιέρα του, το άναψε και σαν το ‘φερε στα χείλη και ρούφηξε δυνατά τον καπνό του, άρχισε να την κοιτάζει με βλέμμα αχόρταγο.
Ήταν ντυμένη όμορφα και το καλοραμμένο ακριβό φόρεμά της, της έδινε μια αρχοντική λάμψη και μια νεανική φωτεινότητα. Τα πόδια της μέσα στα μαύρα παπούτσια με τα σταυρωτά λουράκια, έδεναν τόσο υπέροχα που έλεγες πως δεν υπήρχαν πιο χαριτωμένα πόδια σε ολόκληρο τον κόσμο. Κι όπως καθόταν στην καρέκλα της βολικά και κομψά μ’ εκείνη τη σιγουριά στο βλέμμα της, θαρρούσες πως πετούσε σε φιλντισένια άμαξα!

Τρίτη 28 Ιανουαρίου 2014

Ζωή όχεντρα

 Γράφει ο Παν. Αντωνόπουλος 
              Φουκαράς ο έρημος. Με δυο ευσχήμονες υιούς και μια θυγατέρα περδικούλα πλουμιστή. Με συμβία αποκλεισμένη στο Δερβένι της κουζίνας. Ο ίδιος μεροδούλι στον κήπο του γείτονα να κόβει χόρτο, εργάτης στους δρόμους της πόλης να βουλώνει με την τσάπα τις γράνες, μπαρμπέρης να κουρεύει το ποίμνιο του βοσκού.
             Τα χρέη βουνό σαν την Γκιώνα, το κατσαρόλι άδειο, οι παίδες να γράφουν στην χαρτοπετσέτα τη γραφή τους, αυτός να ρουφάει σέρτικο και να ντουμανιάζει η χαμοκέλα.
              Ώσπου ο εργάτης της εταιρείας σκαρφαλωμένος σαν γάτος στο φράχτη, του ‘κοψε το ρεύμα.  Φεύγοντας του άφησε ζόρια και μέρες σκληρές σαν το καύκαλο της χελώνας. Οι πληγές του όχι δέκα αλλά στο τετράγωνο. Πώς να στήσει κατσαρόλι με το μάτι της κουζίνας τυφλό; Να ζεσταθεί με το σύρμα της ηλεκτρικής σόμπας απυράκτωτο; Να φωτιστεί με λάμπες σβηστές; Να διασκεδάσει τη βραδινή ανάπαυλα βλέποντας στη γεραιά  τι- βί τον Τούρκο Σουλεϊμάν;

Το παραγώνι

   Γράφει ο Παν. Αντωνόπουλος 
            Λίγα χρόνια πριν, τις μέρες μας κάποιο διψασμένο χειλάκι τις άρταινε με τη γλύκα του. Τις νύχτες μας ένα μελί φεγγάρι πάντα έσκαζε στον ουρανό και τις φώτιζε. Στο τραπέζι μας ο άρτος έστω και μπουκίτσες το χρέος του το ‘κανε. Το τσουκάλι έβραζε, το ρεβίθι μπόλικο στο πιάτο, χούφτες οι ελιές στο φτωχικό μας σιτηρέσιο. Κι όλο το ζην μας προχωρούσε άλλοτε ορειβατώντας σε Κιλιμάντζαρα κι άλλοτε περιπατώντας σε χαμηλά γηλοφάκια.
            Φέτος όμως του χειμώνος ερχομένου οι πληγές μας αυξάνουν. Πόσος ο αριθμός; ουδείς γνωρίζει.  Ο Στουρνάρας δεν ξέρει τι ποιεί η αριστερά του, ξέρεις όμως τι ποιεί η δεξιά του. Κι όλο μας ρουφάει το μεδούλι, και σε τετρακέφαλους γλείφει  κριτσινάδι και λιπάκι.

Kopanakinews

Γράφει ο Παν. Αντωνόπουλος 
                Τώρα που κοντοζυγώνουμε την άγια θύρα του παράδεισου, τα ‘χουμε όλα. Τότε στα έτη της σκουριάς το νέο το μαθαίναμε από τον οδοιπόρο, την είδηση από τον μπαρμπέρη της πόλης. Το θάνατο του παππού στο όμορο χωριό από τον ταχυδρόμο, την αρρώστια της θείας Μορφούλας στο Τρίκορφο από το γανωματή που γυάλιζε με καλάι τα τεντζέρια. Τη διακόρευση της ζωηρούλας Αφροδίτης στην πέρα ρούγα από τη γλώσσα της μοδίστρας που τσάκιζε κόκαλα, την απιστία του νιόπαντρου Λιά από κουτσομπολιό που η λαλιά του τρυπούσε τα ώτα μας. Της κουμπάρας τις μουρνταριές τις μαθαίναμε απ’  το χαζό Λευτεράκη, το προξενιό της παπαδοπούλας από το Ρόιτερ της γειτονιάς.

Κυριακή 19 Ιανουαρίου 2014

Η μοναξιά του συγγραφέα

Γράφει ο Παν. Αντωνόπουλος
Προτιμούσε το καφέ Αρχαίο γιατί πίστευε πως η περίσσια διακόσμηση της αίθουσας, του πήγαινε. Στην αρχή πέρασε μια μικρή επώδυνη δοκιμασία μέχρι να αφομοιώσει το αλληλέγγυο της αρχαίας και της σύγχρονης διακοσμητικής τέχνης, αλλά η σιγουριά του πως κάτι καλό κουβαλούσαν και οι δυο πολιτισμοί, τον έκανε να αγαπήσει το χώρο και να απολαμβάνει τον πρωινό του καφέ.
Έτσι κάπου δέκα χρόνια τώρα, περνούσε την κομψή ξύλινη πόρτα του κι έπιανε θέση στον κίτρινο καναπέ με το οβάλ τραπέζι. Εκεί έπινε για δυο περίπου ώρες τον καφέ του, διαβάζοντας την αγαπημένη του εφημερίδα << Ο τύπος των ήλων >> και ξεφύλλιζε στο τέλος της ανάγνωσης κάποια λογοτεχνικά βιβλία που τα έφερνε μαζί του.
Ιδιαίτερους φίλους δεν είχε και οι παρέες του ήταν επιλεγμένες. Έτσι χωρίς να αισθάνεται ταπεινωμένος ζούσε με τη μοναξιά του, αντλώντας από το απύθμενο βάθος της την ομορφιά και τη λάμψη των έργων του.

Μια νύχτα με πανσέληνο

Γράφει ο Παν. Αντωνόπουλος
Σαν το ρολόι της πόλης χτύπησε μία πρωινή, ο άντρας στο μπαρ που καθόταν στο μαύρο δερμάτινο καναπέ κι έπινε το τρίτο του ποτό, έδειξε να ξαφνιάζεται. Ύστερα έστρεψε το θυμώδες πρόσωπό του προς την πόρτα και την κοίταξε για λίγο επίμονα με το κοφτερό του βλέμμα. Σαν βεβαιώθηκε πως έμενε εφτασφράγιστη, επέστρεψε πάλι στη ζοφερή και πνιγηρή ατμόσφαιρα της αίθουσας.
Ερχόταν τακτικά εδώ κι ένα μήνα από τότε που αποφάσισε να μείνει στη στεριά και να σταματήσει τα ταξίδια. Η θάλασσα τον είχε κουράσει αφήνοντάς του πολλά κουσούρια και κυρίως ψυχικές διαταραχές, επίμονους εφιάλτες και άκρατο εθισμό στον αλκοολισμό.
Ωστόσο παρέμενε ο ζιγκολό για τις ωραίες και αφελείς γυναίκες που πλήρωναν την ικανότητα της μυθοπλασίας του να τις τέρπει και να τις πιάνει στα δίχτυα του, με το αζημίωτο.

Το φάντασμα του μαύρου καβαλάρη

Γράφει ο Παν. Αντωνόπουλος
Μέρες τώρα η πόλη ήταν ανάστατη από τις φήμες που κυκλοφορούσαν και μιλούσαν για την επίσκεψη του μαύρου καβαλάρη. Ήρθε έλεγαν από μακριά για να βρει τον άνθρωπο με τα εφτά θανάσιμα αμαρτήματα και να αποδώσει Δικαιοσύνη, σκοτώνοντάς τον σε μονομαχία μια ασέληνη νύχτα, στο νεκροταφείο της πόλης.
Ο πρώτος άνθρωπος που τον είδε να διατρέχει βράδυ την πόλη στα νότια, δεν είχε συνέλθει ακόμη και ο φόβος του είχε φωλιάσει για καλά στην καρδιά του. Ωστόσο μπορούσε να τον περιγράψει και να θυμηθεί και τις πιο ασήμαντες λεπτομέρειές του.
Πρώτα – πρώτα έλεγε, έδειχνε δυνατός κι ασυμβίβαστος. Το αρρενωπό και τραχύ πρόσωπό του με τα σχιστά μάτια και τα πυκνά φρύδια τού προσέδιδαν εμπιστοσύνη και σιγουριά. Ύστερα η κατάμαυρη δερμάτινη στολή που φορούσε με το μεγάλο καπέλο και τις καλοφτιαγμένες μπότες τού έδιναν μεγάλη εκκεντρικότητα και προκαλούσε ασύγκριτη εντύπωση. Το χρυσοκέντητο τώρα σήμα της νεκροκεφαλής στο μέρος της καρδιάς του μαζί με το μεγάλο κι ευλύγιστο σπαθί που κρατούσε στο δεξί του χέρι και το ανέμιζε με δύναμη και δεξιοτεχνία στον αέρα ολοκλήρωναν το ελκυστικό πορτραίτο του μαύρου καβαλάρη και το ‘καναν συμπαθητικό μαζί και μισητό.

Η εκδίκηση

Γράφει ο Παν. Αντωνόπουλος
Ο επιχειρηματίας Αστέριος ήταν κυνικός, στυγνός και αναίσθητος. Γι’ αυτόν οι ηθικές αξίες έπρεπε να προσπερνιούνται από τα άγρια ένστιχτά του που τα χρησιμοποιούσε για εκμετάλλευση, αναρρίχηση και διατήρηση των παθών του, έτσι που στον κόσμο του ήταν γνωστός ως << δράκουλας των θαλασσών >>.
Συνήθιζε να χτίζει τα ξενοδοχεία του στις καλύτερες παρθένες ακρογιαλιές της πατρίδας του, να καταπατά τις εκτάσεις της ακτής, να υπερυψώνει άκομψα και σατανικά στην όψη κτήρια και να ρυπαίνει με τη διοχέτευση των λυμάτων τα ποτάμια και τις θάλασσες. Η εικόνα αυτή που έφτιαχνε ήταν ένα κομμάτι από την περιγραφή της κόλασης του Dante.
Ο ίδιος ήταν κοντός, άσχημος και αδέξιος. Το κεφάλι του κατέληγε σε κορυφογραμμή, τα μάτια του γαλάζια και μικρά, γεμάτα μίσος, η μύτη του πλακουτσή σαν αντίγραφο μικρού αγριόχοιρου της ορεινής Πελοποννήσου. Όταν περπατούσε χοροπηδούσε σαν καγκουρό, κουνιόταν σαν χιμπατζής και κορδωνόταν σαν παγόνι. Όταν μιλούσε θύμιζε παπαγάλο επαναλαμβάνοντας << θα χτίσω >>, << θα καταστρέψω >>, << θα πλουτίσω >>, << θα δοξαστώ όσο ο Κροίσος και θα με φωνάζουν Κροίσο Β΄ >>.

Δευτέρα 13 Ιανουαρίου 2014

Ο ναζιστής

Γράφει ο Παν. Αντωνόπουλος
Παρελθοντολογώ. Σχωράτε με, που έτσι ως γιατρειά προσφεύγω σε παρελθούσες εικόνες. Μια στο τόσο δε βλάπτει! Πίσω λοιπόν στο τότε που πήχες τα φτερά τ’ απλώναμε για το πέταγμά μας. Που φιλούσαμε μάνα και πατέρα και φεύγαμε να βρούμε μια άνοιξη με ανθισμένο το ασφοδίλι. Γεμάτοι όνειρα να φτιάξουμε πύργους και κάστρα από πόθους. Να δέσουμε τη ζωή μ’ ότι μας ξεχώριζε από τον πίθηκο και μας έκανε άνθρωπο. Με σπουδές, επάγγελμα, επιούσιο και καμαρούλα μια σταλιά.
Τα πρώτα μας βηματάκια δειλά. Σαν να ξεφυλλίζαμε άνθος και φοβόμαστε μην ξεραθεί και τριφτεί. Ψυχούλες τρυφερές, σκόρπιες, μακριά από τα άσπρα σπιτάκια μας. Γύρω μας άνθρωποι πολλοί. Προσευχούμενοι, άθεοι, καλοί Σαμαρείτες, ερυθροσταυρίτες, λέρες, ρουφιάνοι, σοσιαλιστές, νεοναζί που ονειρεύονταν φούρνους, στρατόπεδα εξόντωσης και σφαγές πογκρόμ μειονοτήτων.

Διονύσης Πιτταράς

Γράφει ο Παν. Αντωνόπουλος
Είδε το ανέσπερο φως σε εποχή λεκιασμένη από φωτιά και λάσπη. Έζησε έφηβος τη λύσσα της φτωχής ζωής. Μορφώθηκε σε σχολεία κρατικά και μαγεμένα ερημονήσια, μελετώντας του πελάγου την ορμή. Κραταιός άνδρας στο Γράμμο με το άστρο στην επωμίδα εν νεφέλαις καπνού και πυρός ένιωσε το βόλι του οργισμένου μπαζούκας. Απομακρυσμένος από την Αχερουσία την ιλύ των πιράνχας έκανε λόγο ποιητικό, στίχο μαγείας, έξαρση του ιλίγγου.
Αντλεί και γράφει απ’ ευθείας απ’ το πάθος του. Με οδυνηρές κραυγές στηλιτεύει τις αναθυμιάσεις της σήψης. Με την επισημότητα του τόνου του εκπέμπει προφητικούς οραματισμούς. Τα ανθρώπινα πάθη ψάλλει με τρόπο οικείο και πειστικό.
Τον συγκινούν τα χαμηλά πατώματα. Αποφεύγει όντα με βέβηλο ύφος, γελοιοποιεί συγκλητικούς, χαμερπείς αυλοκόλακες και μυστικούς χωροφύλακες. Αποστρέφεται παν το νεκρό, το θολό και το άνευρο. Ότι το περιβάλλει με έξαρση το διατηρεί σαν σταλαχτίτη στο ψυχικό του σπήλαιο.

Ο χορός των μεταμφιεσμένων

ΑΠΟΚΡΙΑΤΙΚΟ ΔΙΗΓΗΜΑ ΤΡΟΜΟΥ
Γράφει ο Παν. Αντωνόπουλος
Συνεπαρμένος να κοιτάζει το βουνό ο επιχειρηματίας Λεόντειος, έστρεψε ύστερα το βλέμμα του πάνω στο νερό τής θάλασσας που με το κύμα της ίσιωνε την άμμο κι έπαιζε με τα μικρά σκορπισμένα άσπρα κοχύλια που λαμπύριζαν μπροστά σχεδόν στα πόδια του.
Έτσι ονειρεμένος από την ομορφιά τού τοπίου, σκέφτηκε πως έπραξε συνετά που εγκατέλειψε το μολυσμένο αέρα και το βάρβαρο πλήθος τής πόλης και ήρθε στον παράδεισο της επαρχίας να βρει την ησυχία του μέσα στα σκίνα και στους ιβίσκους.
Στο παράξενο πολυτελέστατο παλάτι του, ζούσε με το υπηρετικό προσωπικό του κλεισμένος σαν άγριο θηρίο, υποταγμένος στο φανατισμό τού τζόγου και δηλωμένος άσπονδος εχθρός τού πνεύματος. Το πάθος του να παίζει στο χρηματιστήριο τον είχε αρρωστήσει και η απληστία του, του είχε γίνει ένα από τα εφτά θανάσιμα αμαρτήματα. Δε φερνόταν σαν άνθρωπος αλλά σαν ένα παρανοϊκό τέρας.

Παρασκευή 10 Ιανουαρίου 2014

Ποιητή!

Γράφει ο Παν. Αντωνόπουλος
Πού ‘σαι ποιητή; Γιατί δεν παραδίδεις τίποτα; Περιμένεις τον Αναγνωστάκη να κλάψει το Χάρη του; Τόσοι Χάρηδες νεκροί από τους σημερινούς Ευρωπαίους και Έλληνες μελανοχίτωνες, ζητούν μιαν άγια ώρα από σε να τους θυμηθείς! Γίγας του πνεύματος εσύ, βαρύς ο στίχος σου να πέσει επί των κεφαλών των τυράννων μας. Αν διστάζεις, στίχοι, παιδιά χαμένων ποιητών θα σου ανοίξουν το δρόμο, την άρπα τους θα σου παίξουν με αλληλούια και χερουβείμ.
Άρξομεν: << Τύραννοι του κόσμου! σπαρταρείστε! και σεις αμαρτωλοί δούλοι, ανδρωθείτε, εξεγερθείτε! >>
Στίχοι ραμμένοι στα μέτρα των νάνων που μας κυβερνούν: << Αν τουλάχιστον μέσα στους ανθρώπους αυτούς, ένας επέθαινε από αηδία… Σιωπηλοί, θλιμμένοι με σεμνούς τρόπους θα διασκεδάζαμε όλοι στην κηδεία >>.

Άφετε τα παιδία…

Γράφει ο Παν. Αντωνόπουλος
Χριστούλη μου ο εν αμαρτία περιπεσών Ηρώδης να σε σφάξει ως ερίφιο ζήτησε. Οι γραφές τού ‘στειλαν, λέει, χαμπέρι πως ένας άκακος αμνός, ένα γυμνούλι αγοράκι που θα ‘χε για πρώτη του στρωμνή το άχυρο, υιός του Θεού και βασιλεύς των πάντων θα του ‘κλεβε το θρόνο και δε θα τον άφηνε σε χλωρό κλαρί. Και σε ζήτησε σφαγμένο μ’ άλλους συνομήλικους, να λείψεις από της μανούλας σου την αγκαλιά.
Τη γλίτωσες κι όταν σου απόκοψε η μάνα σου το γάλα, το σεμνό γεννήτορά σου Ιωσήφ βοήθησες στο ξυλουργείο του. Πλάνιζες το σανίδι και το ‘φτιαχνες κομψό έπιπλο. Το άγριο ξύλο το ημέρευες πελεκώντας το και μαγκουρίτσες για τους βοσκούς το έφτιαχνες, Χρυσοχέρης σκουριά έπιανες μάλαμα γινόταν. Κι από κει, προήχθης σε θεράποντα ιατρό της ψυχής και του σώματος. Άμισθος, ελάχιστα εσθιόμενος, μη έχοντας που την κεφαλή κλίνη, περιπάτεις σε τρώγλες ασθενών, σπιτάλια λεπρών, πέριξ της λίμνης Σιλωάμ, την ίαση στους πάσχοντας να δώσεις. Τους παίδας ευλόγησες, τους επικριτές τους με το μαστίγιο του λόγου σου στηλίτευσες, λαλών προς αυτούς: <<Άφετε τα παιδία και μη κωλύετε αυτά ελθείν προς με… >>.

Μποναμάς

Γράφει ο Παν. Αντωνόπουλος

Λαλούσε το πρώτο κοκόρι που βγαίναμε στους δρόμους. Και τραγουδούσαμε << Αρχιμηνιά κι αρχιχρονιά ψιλή μου δενδρολιβανιά … >> σ’ ένα κόσμο που ξέραμε πως ήταν βαπτισμένος στο αίμα και τη φωτιά. Η φωνή μας έφερνε χαλασμό, στις θύρες οι ένοικοι μαζεύονταν σαν τις όρνιθες, άκουγαν το τερπνό ασμάτιό μας και μας εύχονταν περισπούδαστο και υγιή βίο.
Μούσκεμα στον ιδρώτα από τον ποδαρόδρομο, εμπύρετοι πολλοί, δαρμένοι οι ατίθασοι, πεινασμένοι οι πληβείοι, νιώθαμε ευτυχείς. Στο δικό μας θρησκευτισμό, στο δικό μας πιστεύω για ένα κόσμο χωρίς σήψη, οφειλόταν το γέλιο των θυρών που ανοιγμένες γέμιζαν από αχό. Οι ευχές σωρηδόν, η παρθένος που είχε γεννήσει το θεό υιό της να γελά στο εικόνισμα, οι άγγελοι μετά των ποιμένων σε κάθε στάβλο να δοξολογούν.
Νοικοκυροπούλες γλυκοξύπνητες γελούσαν με μάτια μαργαριταρένια. Έβγαζαν από τις ποδιές τον παράδεισό τους και μας τον μοίραζαν. Κουλουρόψωμα, μελομακάρονα, κουραμπιέδες βουτύρου, φρέσκο αυγό, δραχμούλες σκουριασμένες με τις κορώνες και τα γράμματα σβησμένα. Ήταν ο μποναμάς μας που μέσα στις βροχάδες του χειμώνα έδιωχνε τον πουνέντε που λεηλατούσε το λιτό τσουκάλι μας. Το φαγώσιμο το καταναλώναμε στο σιτηρέσιο, το χρήμα το ξοδεύαμε στις ανάγκες της υπόδησης και της προμήθειας σχολικού υλικού.
Με φορτίο το χρόνο το ζην μας έφτασε έως εδώ. Για να βρει ένα μποναμά καβομαλιά. Γεμάτο φουσκωμένους λογαριασμούς της ΔΕΗ, ΟΤΕ, ΔΕΥΑ, από κοινόχρηστα, της εφορίας, της περαίωσης, από πρόστιμα και δίδακτρα, από δόσεις τραπεζών και αιμοσταγή χαράτσια.
Μποναμάδες που στη μνήμη μας, εδραιώνουν ρητά του παλιού καιρού. Όπως τούτο: << Γιατί ‘σαι σύννεφο μαύρο αγάπη μου; Χρονιάρες μέρες και μου τρίφτηκες; Τι σε βαλαντώνει; >> << Βρήκα στο κουτί, της ΔΕΗ τον μποναμά! Πώς θες να ‘μαι; >>
Και τ’ άλλο: << Μαράκι, πλύσου κι έρχομαι! Φέρνω και τον πρωτοχρονιάτικο μποναμά! >>
Στις μέρες της κατάψυξης που ζούμε, ο Αϊ- Βασίλης φθάνει μεν αλλά πένης και μ’ άδειο σακί. Πού να βρει φλουρί να βάλει στη ζύμη της βασιλόπιτας; Ψιλούλια να αγοράσει το κουρντισμένο αυτοκίνητο του φτωχού παίδα. Ένα κομπόδεμα ευρωπαϊκό να φιλοδωρήσει τον ΕΟΠΠΥ να προμηθεύσει το χάπι στην υπερτασική γριούλα;
Ντρέπεται μ’ άδεια χέρια και τραβάει γι’ αλλού. Κόβει την τσουλήθρα από τις καπνοδόχους και σαλπίζει σε χώρες μακρινές τον ερχομό του. Και ο μποναμάς του μπόμπιρα γίνεται κοπανιστός αέρας, του εργάτη ένα χαρτί απόλυσης, του έφηβου kuro siwo που τον σφίγγει, του υπέργηρου συνταξιούχου αναλυτική αναφορά του ροκανισμένου ποσού της σύνταξης.
ellinikoxronografima. blogspot.gr

Δευτέρα 2 Δεκεμβρίου 2013

Ο θάνατος ήρθε από τη θάλασσα

  Γράφει ο Παν. Αντωνόπουλος 
          Ο πρίγκιπας Ζαπίτο υπερηφανευόταν πως ήταν νέος, γερός και πλούσιος. Πως αρρώστια και θάνατος δύσκολα θα τον άγγιζαν. Απολάμβανε το βίο του ζώντας στον τεράστιο πύργο του, εθισμένος σε πλούσια συμπόσια, νύχτιες κατανυκτικές οινοποσίες και ερωτικές τρυφηλές περιπτύξεις.
            Το χόμπι του ήταν το ψάρεμα. Η προετοιμασία τελετουργική και η οργάνωση αρίστη. Η είσοδος στη θάλασσα στη χάση του φεγγαριού και η ακολουθία του ως το λιμανάκι από τους ωραίους και κρατερούς νέους του στενού του περιβάλλοντος. Στο σκαρί μέσα πάντα μόνος του μύριζε την αρμύρα και έχαιρε, υποβιβαζόταν σε καπετάνιο και το γλεντούσε, αρπαζόταν από τον άνεμο και τις ράχες των δελφινιών κι απόβαλλε την τρικυμισμένη ματιά του γαλαζοαίματου. 

Στα ερείπια του κάστρου

Γράφει ο Παν. Αντωνόπουλος
     Μια σφοδρή είδηση που κυκλοφορούσε εδώ και μέρες στην πόλη, όχι μόνο πρόδιδε ταραχή και φόβο στους κατοίκους της, αλλά κι άφηνε να ξεπηδήσει από μέσα της και μια ένταση αβάσταχτου δέους.

    Και τούτο γιατί μιλούσε για μια ομάδα Αυστριακών τυχοδιωκτών που καθοδηγούμενοι από τον εργοδηγό τους θα αναζητούσαν στις κρύπτες και στα ερείπια του κάστρου της θησαυρό. Θησαυρό αμύθητο που εγκατέλειψαν στα μέσα του δέκατου τέταρτου αιώνα οι σιδερόφραχτοι Φράγκοι επιδρομείς. Εποχή που μάραναν τα ρόδα της πόλης και στην ευλογία της ομορφιάς της σκόρπισαν τους καπνούς από τα τριπουτσέτα τους.

          Πίσω από την ομάδα κρυβόταν ένας Τσέχος δαιμόνιος. Είχε ευγενή καταγωγή με ρίζες παλιάς οικογένειας Ουγενότων, πολύ πλούσιος, σκληρός και αδιάλλακτος. Πονηρός σαν αλεπού, ήξερε να κάνει φίλους Κροίσους, διεφθαρμένους πολιτικούς και εμπόρους ναρκωτικών και όπλων.

Ο χορός της εταίρας

Γράφει ο Παν. Αντωνόπουλος

            Ένα μήνα τώρα η πόλη είχε αναστατωθεί. Και η αιτία ήταν ο ερχομός της ξανθής γυναίκας που ήρθε σαν δαίμονας να ξετρελάνει τους άντρες με το ξέχειλο από ζωτικότητα κορμί της και να μαράνει τις καρδιές των γυναικών που μάντευαν την παντοδυναμία της σάρκας της στις αγκαλιές τους.  Ήρθε έλεγαν οι φήμες από το βορρά, παθιασμένη για βρώμικο έρωτα, γλυκιά αμαρτία και παράφορα όργια που  μόνο όσοι τα γεύτηκαν μαζί της στη σκοτεινή κάμαρά της μπορούσαν να τα διηγηθούν και να περιγράψουν την ευτυχία τους.  
            Κι όσο οι διηγήσεις επαναλαμβάνονταν  από στόμα σε στόμα απ’ αυτούς που γεύτηκαν τον ακόλαστο έρωτά της τόσο άναβε τη φαντασία εκείνων που επιθυμούσαν να ακούσουν τους γλυκούς της ανασασμούς και να  εισχωρήσουν στο ζεστό και ανθισμένο κορμί της.

Ελεήστε με, Χριστιανοί!

 Γράφει ο Παν. Αντωνόπουλος
              Νυχτερέμι έγινε η Μεσσηνία! Από τα σύθαμπα και αποκαρωμένοι από την υπνηλία εξαθλιωμένοι γείτονές  μας παίρνουν τους δρόμους. Όχι για να πάνε να καθαρίσουν τ’  αγριάγκαθα στο χωράφι τους, ούτε να πάρουν το κινέζικο μεροκάματο στη φάμπρικα του σπόγγου επιχειρηματία για να μπαλώσουν μ’ αυτό τη μισότριβη βράκα τους. Ούτε να αγοράσουν κάνα κομμάτι γουρνοπέτσι να μασήσει το δόντι της φαγανιάρας φαμίλιας τους.
             Τα χωράφια τους τα εγκατέλειψαν με τόσο φονικό φόρο που πληρώνουν, τη φάμπρικα την άφησαν γκρεμισμένο γιαπί σαν έσκασε η φούσκα του πλαστικού μάνεϊ του εργοδότη κουραμπιέ. Την πόρτα  του χασάπικου δεν την περνάνε με τίποτα. Ο χασάπης το φυλάει από τους φιόγκους με τις άδειες τσέπες και τους παίρνει φαλάγγι με το χοντρό του ραβδί.

Σάββατο 16 Νοεμβρίου 2013

Το στοιχειωμένο σπίτι



  Γράφει ο Παναγιώτης Αντωνόπουλος

Αυτή την είδηση που θα σας περιγράψω και διαδόθηκε στην πόλη σαν αστραπή από στόμα σε στόμα σε λίγες μόνο ώρες οι πιο πολλοί κάτοικοί της έλεγαν πως τη γέννησε το αρρωστημένο μυαλό τού φαντασιοκόπου και παγερού εκείνου ανθρώπου που σε κρίση νευρικού ξεσπάσματος είδε ό,τι είδε και θέλησε να διασκεδάσει με το φόβο τους. Καυχιόταν δε μ’ ένα ειρωνικό γελάκι σαν διηγιόταν το εντυπωσιακό επίτευγμα της φαντασίας του πως όσα είδε εκείνη τη νύχτα ήταν αληθινά και οφείλονταν στην επικοινωνία του με το παρελθόν χάρη στα ιδιαίτερα γονίδιά του που του τα είχε εξασκήσει το συναίσθημα και η γνώση.
Ακόμη ο φίλος αυτός είχε την έμμονη ιδέα να χαρακτηρίζεται ερωτευμένος με τη Νύχτα κι αυτή ως ανταπόδοση τού φανέρωνε αβίαστα πολλές εξωφρενικές στιγμές συμβάντων ανθρώπων των θρύλων που του παρουσιάζονταν σαν φαντάσματα ή παραισθήσεις.

Το θαλάσσιο κήτος

Γράφει ο Παναγιώτης Αντωνόπουλος             

 Μέρες τώρα ένας ασυνήθιστος αφηγηματικός  λόγος σκορπούσε το φόβο και τον πανικό στους κατοίκους της κωμόπολης στα νοτιοδυτικά του νομού και τους αφαιρούσε τη γαλήνη και την ησυχία τους.
              Έλεγε πως ένα θαλάσσιο κήτος ξεβράστηκε στα νερά της θάλασσας, κοντά στο μικρό λιμανάκι της Αγίας Κυριακής και τις εγκαταστάσεις του βιολογικού καθαρισμού. Ο όγκος του ήταν μεγάλος και εκτόπιζε κάθε περίεργο επισκέπτη που το πλησίαζε.
              Οι αφηγήσεις για την εξωτερική εμφάνιση του κήτους ήταν πολλές, αντιφατικές και συγκρουόμενες και δύσκολα τις πίστευαν οι κάτοικοι. Ωστόσο η Φαντασία, ο Μύθος και ο Φόβος με το δικό τους τρόπο μιλούσαν για ένα αδίστακτο και αιμοσταγές θαλάσσιο τέρας που του άρεσε να σπάζει κόκαλα και να κόβει μέλη. Όταν αγρίευε ανατάραζε τα νερά που τα κύματά τους έκρυβαν τον ήλιο τη μέρα και το φεγγάρι τη νύχτα. Κι όταν τραβιόταν παρέσυραν τους βράχους της ακτής με πρωτοφανή ορμή και δυνατή βουή.

Παρασκευή 15 Νοεμβρίου 2013

Οι τερατογεννήσεις του δόκτορα Γουόλς

Γράφει ο Παν. Αντωνόπουλος

Τρεις μήνες μετά το πυρηνικό ατύχημα στο Τσερνομπίλ οι φήμες οργίαζαν και δεν έλεγαν να σταματήσουν. Μιλούσαν για τέρατα και σημεία που γίνονταν στο σπίτι του δόκτορα Γουόλς, εξόριστου τώρα και υπεύθυνου όσο λειτουργούσε το πυρηνικό εργοστάσιο, στο τμήμα μετάλλαξης των ζωντανών οργανισμών εξαιτίας της προσβολής τους από τη ραδιενέργεια. Λίγες μέρες μετά το ατύχημα ένας τηλεοπτικός σταθμός ανέφερε πως ο δόκτορας μην μπορώντας να αντέξει τόσους θανάτους, αυτοκτόνησε, δείχνοντας κιόλας στο ρεπορτάζ το δόκτορα νεκρό και αιμόφυρτο στο κρεβάτι του με κομμένη την καρωτίδα. Μια εφημερίδα πάλι έγραψε πως προσβλήθηκε από ραδιενέργεια και πέθανε από λευχαιμία μέσα σε μια βδομάδα ύστερα από φριχτούς πόνους και ακατάσχετη αιμορραγία στο ήπαρ και στους πνεύμονες.

Πέμπτη 14 Νοεμβρίου 2013

Ο ουρανός με τα πολλά φεγγάρια

Γράφει ο Παν. Αντωνόπουλος
Παράξενα πράγματα θα συμβούν τον Αύγουστο που έρχεται, στην πόλη, έλεγε η φήμη, και πολλά μάτια θα κλάψουν με δάκρυα καυτά μ’ αυτά που θα φανερωθούν στους ανθρώπους της και θα γραφτούν με ματωμένα κι ανεξίτηλα γράμματα στις σελίδες του χοντρού βιβλίου της ιστορίας της. Κι εκεί αφού θα επικυρωθούν με τη βαριά και σιδερένια σφραγίδα της Αιώνιας Κρίσης θα παραμείνουν σαν παρακαταθήκη στις επερχόμενες μελλοντικές γενεές.
<< Είναι η χρονιά του Τρόμου >> έλεγαν πολλοί, << χρονιά των αισθημάτων του Φόβου >> που κανείς δεν μπορεί να προβλέψει τι θα αποκαλυφθεί και τι θα δει, και ποια σημεία και τέρατα θα ‘ρθουν από στεριά και ουρανό, ν’ απλώσουν τα μαύρα τους φτερά και να κάνουν τη νύχτα μέρα και τους ανθρώπους να πάρουν την όψη του Σατανά με τον κόκκινο δακτύλιο του τρομερού φωτός να τους σφίγγει το λαιμό.

Δευτέρα 4 Νοεμβρίου 2013

Ηλιοβασίλεμα

Γράφει ο Παν. Αντωνόπουλος



             Οι δαρμένοι μας καιροί  θέλουν κρεμαστούς κήπους να μας ηρεμήσουν. Θέλουν της Σεμιράμιδος τα περβόλια να συντρίψουν την ερημία μας.  Τον περιβολάρη ήλιο να διώχνει τους βοριάδες της Μέρκελ. Μια μεθυστική αντιφεγγιά να αναβρύζει τις νύχτες από το ολόγιομο φεγγάρι. Θέλουν  στα πράσινα νερά να βαπτίζονται οι αμαρτίες μας και στην αγκάλη των θαλάσσιων νεράιδων η σταλαγμένη σαν αίμα πίκρα μας να γιατρεύεται από το σιγανό τραγούδι τους.  Θέλουν κι από ένα ηλιοβασίλεμα. Από εκείνα  που οι νύμφες των δασών μας καλούν να στήσουμε το θρόνο μας στο θρόισμα των λογιών- λογιών φυλλωσιών και να το δούμε πάνω από το γυμνό σώμα της θάλασσας.

Τερψούλα

Γράφει ο Παν. Αντωνόπουλος
Χριστουγεννιάτικο διήγημα

   Ένας Δεκέμβρης με τον ήλιο του στον αστερισμό του Αιγόκερω. Ο αέρας του σφύριζε με άναρθρες κραυγές. Οι ρωγμές που μας άφηνε στα μάγουλα έσταζαν αίμα. Το κρύο έκοβε σαν γυαλί τα τρυφερά μας γυμνούλια μέλη. Τα Χριστούγεννα που ξημέρωσαν είχαν βουρκωμένη ψυχή κι ένα σκονισμένο πένθιμο δέντρο σε κάθε σπίτι. Χωρίς στολίδια και με τα λαμπάκια του σβηστά. Για να μη δυσαρεστήσω το μικρό Χριστό, και, για να τον ευθυμήσω, στο δικό μου δέντρο κρέμασα τρία βελανίδια, δυο τσαμπιά κούμαρα κι ένα ματσάκι λεμονανθούς. Ένα αστεράκι από τσιγαρόχαρτο στην κορυφή του και για φάτνη, έβαλα ένα κομμάτι δέρμα από τα παλιά  τρύπια παπούτσια μου. Και στη φωλίτσα της σκόρπισα χρυσά άχυρα βουτηγμένα στο δάκρυ της φτώχειας. Μια μέγαιρα φτώχεια που μας είχε του κλότσου και του μπάτσου. Νηστικά, ανυπόδητα και δίχως ρουχαλάκια. Χωρίς βιβλία, μολύβια και μπογιές. Με τα στομάχια μας άδεια και τις κουπίτσες μας στεγνές.  Τη χαρά μας να μας τρυπά σαν αγκάθι και τα κορμιά μας τσουβαλιασμένα σε ραμμένα αποφόρια.

Ο πρίγκιπας









 Γράφει ο Παν. Αντωνόπουλος

Τούτες τις μέρες της στέγνιας,  αγέρας η μνήμη, ανοίγει παράθυρο στο Μιχάλη Κατσαρό. Τον πρίγκιπα μάγο του στίχου. Έρχεται σαν το νιο πραματευτή να μας δείξει καινούριες πραμάτειες, δρόμους κρυφούς να φύγουμε, έρημες σπηλιές να κρυφτούμε, να γλιτώσουμε από τους δυνάστες μας, τους φονιάδες της ζωής μας. Να μας πει << αντισταθείτε >>  και τσακίστε αυτούς που καταπάτησαν τη θέλησή μας. Ευκαιρία με την επιστροφή του να κρεμάσουμε στις πόρτες μας, στα δημαρχεία, στα μαγαζιά, στα σχολεία, στις λαϊκές αγορές, στα λιμάνια, στις φάμπρικες, επιγραφές της διαθήκης του.
     Να ξυπνήσει η ράθυμη πόρνη ψυχή μας και να  γίνει δυναμίτης να κάψει τους προκρούστηδες που φτιάχνουν κρεβάτια να κόψουν τα μέλη μας.  Να μάθει ο λαουτζίκος τι εστί: περσικοί τάπητες, εταιρείες εισαγωγών, λειψή κρατική εκπαίδευση, φόροι, γραβατάκηδες της εξουσίας, λιβανισμένες κυρίες, πρόεδροι εφετείων και συνεδρίων, φλύαροι ρήτορες, λεροί λάγνοι κρατικοί τεμπέληδες,  θρεμμένοι με μίζες από πολεμικά υλικά υπουργοί, εκλεγμένοι κοπρίτες με βλέμμα ύαινας στα γεύματα που ψήνει το εθνικό ταψί.
     Και στην είσοδο της κάθε πόλης ας μπει ένα αστραφτερό πανό με στίχους του. Τώρα που είναι νωρίς πριν οι φουκαράδες πατώσουν. Πριν οι πεινασμένοι ταξιδέψουν εν τόπω χλοερώ. Πριν οι άρρωστοι χάσουν όλο το αίμα τους. Πριν οι μίζεροι φορέσουν ζουρλομαντία, Πριν οι εν διαθεσιμότητα κολλημένοι πηδήσουν στον Καιάδα.
     Αντίσταση λέει ο ποιητής. Να γλιτώσουμε το καλύβι μας, το χιονιά που μας περιμένει, το άπλωμα της χούφτας μας που θέλει να ζητιανεύει, το άδειο πιάτο που μας περιμένει. Τώρα πριν ο καλικάντζαρος  ευρωκλέφτης μας ξεζουμίσει.
      Και στις πορείες μας να υψώσουμε τη φλόγα του ανασασμού του στίχου του πρίγκιπα.  Κι αντί για το σύνθημα << το ζωνάρι θα το σφίξουμε στο λαιμό σας καθάρματα >> να γράψουμε: Θάνατος στο γένος των Λαβδακιδών! >>
      Και μην περιμένουμε τα συνδικάτα ν’ αντισταθούνε. Εσύ κλητήρα, τσαγκάρη, γκαρσόνι, εστιάτορα, βιβλιοδέτη της Ιπποκράτους, εστιάτορα, πλύντρια, πόρνη, φοιτητή, εργάτη με το τρύπιο άρβυλο, ανάπηρε με το ξύλινο πόδι, νηστικέ που τρέφεσαι με αέρα, καρβουνιάρη της φάμπρικας, αντιστάσου!  Ο ένας γίνεται δυο και οι δυο τρεις, οι τρεις τέσσερις και οι τέσσερις χιλιοιδεκατέσσερις.
      Για να δικαιωθεί και ο ποιητής. Να αστράψει η θανάσιμη σκιά των σελίδων των βιβλίων που είναι γραμμένοι οι στίχοι του. Να τον θυμηθεί και η πόλη του που τον έχει λησμονήσει και ούτε ένα μνημόσυνο δεν του κάνει, ούτε και μια κάμαρη του παραχωρεί να στεγάσει το αρχείο του. Τόσα χρήματα αλλού για άνομες ηδονές και στον ερημίτη πρίγκιπα του Μορέως και της Κυπαρισσίας ούτε ένα ψαλμό!
       Ω, ύπατοι που σας αναδείξαμε στις συνελεύσεις! Τον ξεχάσατε;  
       
   


Ο Σταυρής

       Είναι ένα διήγημα του Όμηρου Πέλλα. Με κρύο πολύ και θλίψη που φτεροκοπά κι αφήνει γυαλιά. Μια συμφωνία λυγμών για τον αντιστασιακό ήρωα, τον όμορφο νέο που αιμορράγησε και πέθανε για να ‘ρθει η δική μας ρόδινη αυγούλα. 
      Κάτω από το καψαλισμένο δέντρο κοίταζε το χωριό. Το πατημένο από τους Γερμανούς και φυλακισμένο από αγκυλωτούς σταυρούς. Ρήμαζαν τα σπίτια, τουφέκαγαν αθώους, σκότωναν γέρους, τρυπούσαν τις ψυχές τις νύχτες με τις ξιφολόγχες, τσοκάναγαν τα δάχτυλά με σφυριά στους αιχμάλωτους αντάρτες. Το σχολείο κλειστό, τα παιδιά στα βουνά και ο ουρανός να καίει απέραντος από τις κανονιές. Μάτια μαυρισμένα από την πείνα, γλώσσες στεγνές από νερό και δρόμοι κλειστοί που γεννοβολούσαν φίδια  και σκορπιούς.

Παρασκευή 1 Νοεμβρίου 2013

Ανάληψη ευρώ 2,80


















Γράφει ο Παν. Αντωνόπουλος

Φτωχαδάκι ο έρημος. Είχε κάτι σποριές σε άλπειες βουνοκορφές και τις δούλευε. Κέρδιζε τον επιούσιο, γλιστρούσε στην τσέπη το χέρι, έβγαζε το νόμισμα και ερχόταν με την τσάντα τίγκα στο ψώνιο στο σπίτι. Γύρω του τα πεινασμένα τσιορομπίλια, με μάγουλα στεγνά, το ρούχο μπαλωμένο, γελούσαν με ματάκια σαν λιόμαυρες λαμπήθρες. Άνοιγαν το κονσερβάκι, το άρταιναν με λαδάκι και την πέτσωναν.
Ώσπου ο δερβίσης υπουργός επί των οικονομικών, άνδρας γαλαζοαίματος και λαμπρός, τον τυράννησε. << Τον ιδρώτα σου σ’ όλο το βίο σου με κεφαλικό φόρο θα πληρώνεις, χαράτσι από χρυσό είκοσι τεσσάρων καρατίων για τους ρόζους στις χείρες σου θα καταθέσεις, παπορίσια εισφορά για το αστείρευτο δάκρυ σου στον κρατικό κορβανά θα αποταμιεύσεις >> του ζήτησε με μπουγιουρντί νεοελληνικό.
Σκόρπισε το απόθεμά του, η σοδειά φαγώθηκε απ’ την ακρίδα, έσοδο μηδέν, έξοδο βουνό σαν την περήφανη Γκιόνα. Από το μπαούλο ανέσυρε τρία βιβλιάρια τραπέζης. Μπροστά στον ταμία το χεράκι του άπλωσε ευσπλαχνικό. Του τα ‘δωσε. <<Θέλω όλα τα ψιλά να τα αναλήψω >> του είπε. << Τα θέλω για αντιστυλώματα στην πείνα και τη δίψα μου. Μου ξεράθηκε ο κισσός που είχα στην αυλή μου, φυλλαράκι δεν έχω να πιαστώ. Δώστα μου να με στηρίξουν! Κοντεύω να πέσω! >>
Ο ταμίας κοίταξε το θρυψαλιασμένο μούτρο του και τα πήρε. Μύρισε τη χωματίλα απ’ το ρούχο του, τ’ άνοιξε και το υπαλληλικό μάτι του βούτηξε στα ποσά. Διάβασε τη συντριβή τους, με το χέρι του στα πλήκτρα μάζευε τα σκορπισμένα μηδενικά. << Μικρό το ποσό, ούτε για τσιγάρο δε φτάνει! >> <<Πόσο το ποσό; >> << Δύο ευρώ και ογδόντα λεπτά!>> << Το θέλω! Κάνε την ανάληψη. Μ’ αυτό θα πάρω γάλα στα παιδιά μου. Θα ξεγελάσω τους Κύκλωπες που τρώνε την κοιλιά τους, τη ζωή τους θα δέσω απ’ την κλωστούλα της μοίρας τους να μην πεθάνουν! Δώσ’ το μου! >>
Γύρισε πάλι στις σποριές του. Εκεί που και το γαϊδουράγκαθο δε θα βλασταίνει και θα σπανίζει. Ανέστιο θα το κάνουν οι φόροι, σκουπιδόχορτο οι εισφορές και τα χαράτσια. Οι σαρκοφάγοι φόροι που τρώνε χοίρους, ταύρους, ερίφια, όρνιθες και κούνελους τετράπαχους. Που αδειάζουν κιούπια, στάμνες, βαρέλια, τεπόζιτα, βούτες και χαβούζες. Ξαφρίζουν πλέχτρες κρεμμυδιών, σάκους με φασόλια, φρούτα και κηπευτικά. Κεφαλικοί φόροι που στρώνουν στα κοντά και κυνηγάνε τσάπες, φτυάρια, μανιάρες, δρεπάνια και τσεκούρια. Φόροι του Δράκοντα, χρυσά μερίσματα σε σουλτάνους, βεζίρηδες και συμπότες. Πού τους κάνουν δείπνα αργυρολάτρες φαιδροί.
Κι ο λαουτζίκος στο ζοχό. Τ’ αφεντικά; Όπως πάντα ανά τους αιώνες. Στις καραβίδες τις ψητές και τις αστακοσαλάτες!

http://ellinikoxronografima.blogspot.com/

Ο παππούς





Γράφει ο Παν. Αντωνόπουλος

Μεσημέρι. Στην αυλή του σπιτιού ο εγγονός παίζει με τη γάτα. Λούζεται κατακέφαλα με τον ήλιο και τη χαϊδεύει. Με βλέπει, την αφήνει και τρέχει να ριχτεί στην αγκαλιά μου. Οι γυαλιστερές μπουκλίτσες του κυματίζουν, τα μεταξωτά δαχτυλίδια τους γαργαλίζουν τις παλάμες μου που τον χαϊδεύουν. Πιάνουμε κουβέντα, σκορπάει ένα γελάκι σαν άγγελος, με κοιτάζει με ματόκλαδα που παίζουν σαν πεταλουδίτσες και μου σκάει ερώτηση ευφρόσυνο: << Τι μου ‘φερες, παππού; >>

Η φωνή του οβίδα, μου ‘σκισε την καρδιά. << Τίποτα! Με τι λεφτά! >> Με πιάνει απ΄ το γιακά, χτυπάει το πόδι του κάτω και μ’ αφήνει. Αποτραβήχτηκε πληγωμένο πουλάκι στον κήπο. Με κοίταξε δυο φορές με βλέμμα αγριμιού, κάθισε κάτω από τη γλυκιά του αγαπούλα τη συκιά, διπλώθηκε στην ισκιερή φωλίτσα της κι άρχισε ένα κλάμα χαλασμό.

Ο κόσμος μου ερειπιώνας σωριάστηκε μπροστά μου. Σταχτιά σύννεφα σκέπασαν την όρασή μου, ήχοι από νεκρώσιμα πρελούντια έσπασαν τη σιωπή του πανικού μου. Σκέφτηκα την ποδαράδα μου στα χωριά, τους αέρηδες που με τρυπούσαν σαν γυαλί, τη θερισμένη μου κοιλιά απ΄ την πείνα, το τσακισμένο μου κορμί που ψηνόταν στον πυρετό στο ερείπιο σχολείο να μάθω τους μαθητές μου γράμματα.

Ποιο το όφελος; Γιατί δούλεψα; Τι κέρδισα; Μια σύνταξη χίλια ευρώ, που χάνεται στα χαράτσια σαν χταποδάκι που τρυπώνει στο θαλάμι του. Που δε φτάνει για ένα βολάκι ψίχα, για το φάρμακο της αρρώστιας και της ΔΕΗ το ηλεκτρικό. Που δεν περισσεύει να βάψεις το παλιό σπίτι, να τσοντάρεις στον άνεργο γιο, την τετραπληγία του ανιψιού να ανακουφίσεις.

Στα βαμμένα ροζ του κήπου ο άνεμος αρπαγμένος απ’ τις δασιές φυλλωσιές μ’ έσπρωξε να μπω στο σπίτι. Η τηλεόραση εκεί << εις την κόμη της στέφος εφόρει >> κι έδειχνε Κροίσους, μόρτηδες σε κότερα, σάρκες γυμνές, στήθη φουσκωτά που το μετάξι σκίζουν. Μεθυσμένους επενδυτές, δημοκόπους δειλούς, τους αιώνιους προστάτες μας με το μεγάλο πορτοφόλι. Αναλυτές με στενά κολάρα να πιπίζουν, παπαγάλους εγκάθετους της πλουτοκρατίας να ονειρεύονται στο γαλανό τους μελτέμι και να γελάνε με τους πεινασμένους.

Έξω ο εγγονός πετροβολούσε τον Αζόρ που αλυχτούσε. Κοιτούσε τα χαλίκια στο χώμα, κλωτσούσε και φώναζε: << Γιατί παππού δε μου ‘φερες τίποτααα! >>

Πύργοι χαρτένιοι των παιδιών τα όνειρα! Αλί και τρισαλί που πια δε θα αρμενίζουν πρίμα. Το ταξίδι τους διόλου δε θα ‘χει φτάσιμο. Σε μια Ιθάκη έστω με λίγο νερό και ξερό χώμα. 

Ο Αράπης μας



Ο Αράπης μας στις μέρες μας δεν κάνει γάβου, γάβου στην αυλή. Τον έπιασε η διαθεσιμότητα του Μητσοτάκη, απολύθηκε απ΄ τη θέση του φύλακα του οίκου και ρεμπελεύει στις πλατείες μ’ όλο το αδελφάτο τετράποδο αλάνικο.
Μην έχοντα κύριο, αδέσποτο, μονήρη, κατά αγέλες ή ομάδες, κυριεύει τις πλατείες σαν τους Ταλιμπαν, και, πιάνει καραούλι. Λυκόσκυλα στέκονται σαν μπάστακες στις εισόδους της καφετέριας, δείχνουν τους άσπρους τους κυνόδοντες, μασάνε τα μπατζάκια στους διψώντας για ντεκαφεϊνέ. Μαλλιαρά τσοπανόσκυλα κρύβονται στους κοιλαράδες κορμούς του πάρκου και σου ρίχνουν λυσσασμένη ματιά.

Φαγάδες




Τούτες τις φρυγμένες μέρες της ζωής μας, τρεις φίλοι αποφασίσαμε να βαπτιστούμε στη νυχτερινή Σιλωάμ της Πάνω Πόλης. Ταξιδάκι που συνεχίζεται να γίνεται από την πρώτη νεότητα, τότε που ένα Δόξα σοι ανάβρυζε από το πελώριο κιούπι του στέρνου μας.

Χέρι με χέρι, βαστάζοντας ο ένας τον άλλο στις ανηφοριές, τραβώντας τον πιο γέρικο δρομέα από το μανίκι στις στροφές, φτάσαμε στο καλαίσθητο μεζεδεπωλείο << Δεξαμενή >>. Μια παρεούλα λαϊκή γύρω από το ξύλινο τραπέζι, έπινε το ξανθό κρασί της, γελούσε, κουβέντιαζε και βροντούσε τον καριοφίλικο λόγο της περνώντας από γενεές δεκατέσσερις τους κατσαπλιάδες του κυβερνητικού όρνεου.